Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Είναι η ύλη το κακό;

Επειδή όμως ορθώς, προτού οδηγηθούμε στην ίδια την εξέταση της ύλης, ο λόγος μας την έφερε ήδη στο προσκύνιο, πρέπει να πούμε και για αυτήν αν είναι κάτι κακό ή όχι. Γιατί είναι παντελώς αδύνατον το κακό να εμφανίζεται στην ύλη συμπτωματικά, επειδή αφ΄ αεαυτού της δεν έχει ποότητα και μορφή και αποτελεί υπόστρωμα και όχι κάτι που υπάρχει μέσα σε κάποιο υπόστρωμα, και είναι κάτι απλό και όχι κάτι που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο. Αν όμως η ύλη είναι στο σύνολό της κακό, όπως λένε κάποιοι, πρέπει να είναι κατ’ ουσίαν κακό, όπως λένει εκείνοι, κάνοντας την ύλη το πρώτο κακό το οποίο “μισούν οι Θεοί”. Γιατι τι άλλο είναι το κακό αν όχι αμετρία, αοριστία και όλα όσα αποτελούν στερήσεις του αγαθού ; Γιατί το αγαθό είναι μέτρο, όριο, πέρας και τελειότητα των πάντων. Επομένως το κακό είναι καθαυτό αμετρία, καθαυτό άπειρο, ατελές και αόριστο. Και όλα αυτά υπάρχουν πρωταρχικά στην ύλη και δεν είναι άλλα πράγματα που υπάρχουν δίπλα στην ύλη, αλλά αποτελούν την ίδια την ύλη και την ουσία της. Άρα η ύλη είναι το πρωταρχικό κακό, η φύση του κακού και το έσχατο των πάντων. Αν όμως το αγαθό είναι διπλό, έναα το καθαυτό αγαθό που δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από αγαθό, και ένα άλλο που είναι αγαθό μέσα σε κάτι άλλο και ένα συγκεκριμένο αγαθό και όχι το πρωταρχικό αγαθό, θα είναι και το κακό διπλό, ένα το καθαυτό κακό που είναι πρωταρχικά κακό και τίποτα άλλα εκτός από κακό, και ένα άλλο κακό, το κακό που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο και είναι ένα συγκεκριμένο κακό, και κακό λόγω του πρωταρχικού κακού και λόγω της συμμετοχής του στο πρωταρχικό κακό ή λόγω της εξομοίωσης του με εκείνο. Και όπως ακριβώς το καθαυτό αγαθό είναι πρώτο, έτσι και το καθαυτό κακό θα είναι το έσχατο των όντων. Γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι ανώτερο από το αγαθό ούτε κάτι κατώτερο από το κακό. Γιατί και όλα τα άλλα λέμε ότι είναι ανώτερα ή κατώτερα λόγω αυτών των δύο. Το τελευταίο, μάλιστα , ανάμεσα στα όντα είναι η ύλη. Γιατί όλα τα άλλα είναι από τη φύση τους φτιαγμένα να ενεργούν ή να πάσχουν. Η ύλη όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα δύο, επειδή έχει στερηθεί τη δύναμη και των δύο. Αρά το καθαυτό κακό και το πρωταρχικά κακό είναι η ύλη.

Αν όμως, όπως έχει ειπωθεί, το αφύσικο εμφανίζεται στα σώματα όταν επικρατεί η ύλη, και αν στις ψυχές το κακό και η αδυναμία εμφανίζεται όταν οι ψυχές πέφτουν μέσα στην ύλη και μεθούν με την αοριστία της ύλης και εξομοιώνονται με αυτήν, γιατί αφήνουμε την ύλη και ψάχνουμε να κατηγορήσουμε κάτι άλλο ως αρχή των κακών και πηγή της υπόστασή τους ;

Αν, όμως, η ύλη είναι κακό – γιατί πρέπει να περάσουμε και σε μια άλλη άποψη του ζητήματος -, είναι ανάγκη να συμβαίνει ένα από τα δύο : είται να θεωρήσουμε το αγαθό αίτιο του κακού, είτε να θεωρήσουμε ότι οι αρχές των όντων είναι δύο. Γιατί είναι ανάγκη καθετί που έχει λάβει υπόσταση καθ’ οιονδήποτε τρόπο, είται να αποτελεί την αρχή των πάντων είτε να προέρχεται από την αρχή των πάντων. Και η ύλη, αν προέρχεται από την αρχή των πάντων, πρέπει και αυτή να έχει την είσοδο της στην ύπαρξη από το αγαθό, ενώ, αν είναι αρχή, πρέπει εμείς να αποδεχτούμε την ύπαρξη δύο αρχών που μάχονται μεταξύ τους, το πρωταρχικά αγαθό και το πρωταρχικά κακό. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Γιατί οι πρώτες αρχες δεν είναι δύο. Γιατί από πού γενικά θα προέρχονται αυτές οι δυο αρχές, αν δεν υπάρχει μια μονάδα ; Γιατί αν καθένα εκ των δύο είναι ένα, πρέπει πριν από τα δύο να υπάρχει μια αρχή, το Ένα, λόγω των οποίου αυτά τα δύο θα είναι ένα. Ούτε επίσης είναι δυνατόν το κακό να προέρχεται από το αγαθό. Γιατί, όπως το αίτιο των αγαθών είναι ακόμη περισσότερο αγαθό, έτσι και αυτό που γεννά το κακό θα είναι ακόμη περισσότερο κακό. Και το αγαθό δεν θα έχει πλέον τη φύση του, αν παράγει την αρχή του κακού. Επίσης αν σε κάθε περίπτωση αυτό που γεννιέται αρέσκεται να εξομοιώνεται με εκείνο που το γεννά, τότε και το ίδιο το κακό θα είναι αγαθό, αφού θα γίνει αγαθό προσλαμβάνοντας τις ιδιότητες της αιτίας του. Επομένως, το αγαθό θα είναι κακό ως αίτιο κακού, και το κακό θα είναι αγαθό, επειδή θα έχει παραχθεί από το αγαθό.

Αν όμως η ύλη είναι κάτι αναγκαίο για το σύμπαν και αν, σε περίπτωση που απουσιάζει η ύλη, τούτος ο Κόσμος δεν θα ήταν ο μεγάλος και “ευδαίμων θεός”, πως πλέον πρέπει να αναγάγουμε τη φύση του κακού στην ύλη ; Γιατί τι άλλο είναι το κακό και άλλα το αναγκαίο. Το αναγκαίο είναι αυτό το χωρίς το οποίο είναι αδύνατη η ύπαρξη, ενώ το κακό είναι στέρηση της ύπαρξης. Αν, λοιπόν, για την δημιουργία του σύμπαντος Κόσμου η ύλη εμφανίζεται αναγκαία και έχει παραχθεί πρωταρχικά για να γίνει η υποδοχή της γένεσης και κάτι σαν “τροφός” και “μητέρα” της, πώς πλέον θα μπορεί να χαρακτηριστεί κακό και μάλιστα το πρωταρχικό κακό ;; Αν επίσης την αμετρία, την αοριστία, το άπειρο και καθένα από τα παρόμοια τα λέμε με πολλές έγνοιες – γιατί το λέμε εννοώντας είτε αυτά που μάχονται το μέτρο είτε την απουσία και την αφαίρεση του μέτρου είτε το υπόστρωμα του μέτρου, υπόστρωμα το οποίο έχει ανάγκη από μέτρο και ορισμό – , και αν η ύλη δεν μπορεί εκ φύσεως να μάζεται ή να κάνει τα οτιδήποτε, αφού εκ φύσεως δεν μπορεί ούτε να πάσχει επειδή στερείται τη δύναμη του να πάσχει, και αν επίσης δεν είναι αφαίρεση του μέτρου και του πέρατος επειδή δεν ταυτίζεται με τη στέρηση τους (γιατί η στέρηση δεν υπάρχει όταν εκείνα είναι παρόντα, ενώ η ύλη υπάρχει όταν εκείνα είναι παρόντα και δέχεται την επίδραση τους), τότε είναι ανάγκη το άπειρο και η αμετρία της ύλης να χρειάζεται μέτρο και πέρας. Αυτό, όμως, που χρειάζεται αυτά, πως μπορεί να είναι αντίθετο σε αυτά ; Πως πλέον μπορεί να είναι κακό αυτό που χρειάζεται το αγαθό ; Γιατί το κακό ξεφεύγει από τη φύση του αγαθο, και γενικά καθετί το αντίθετο ξεφεύγει από την αντίθετη έξη. Αν, όμως, η ύλη προσλαμβάνει και γεννά και τρέφει τη γένεση, όπως λέει ο Πλάτωνας, τότε σε αυτήν δεν θα υπάρχει κανένα κακό, καθώς αποτελεί μητέρα όσων γεννιούνται από αυτήν ή μάλλον όσων γεννιούνται μέσα σε αυτήν.

Αν επίσης οι ψυχές υπόκεινται σεην αδυναμία και στην πτώση, τότε αυτά κακά δεν οφείλονται στην ύλη, επειδή αυτά υπήρχαν πριν από τα σώματα και την ύλη και η αιτία των κακών υπήρχε κατά κάποιο τρόπο στις ίδιες τις ψυχές πριν από την ύλη. Αλλιώς που οφείλεται το γεγονός ότι ανάμεσα στις ψυχές που ακολουθούν τον Δία όσες αδυνατούν να σηκώσουν το κεφάλη του ηνιόχου τους στον “υπερουράνιο τόπο”[1] πέφτουν και αποκλείονται από εκείνο το θέαμα σαν να έχουν κάποιο πρόβλημα στην όρασή τους ; Πως επίσης υπάρχει σε εκείνες η λησμονιά του όντως Όντος και η δυστηχής συγκυρία και βαρύτητα ; Γιατί ο ίππος που μετέχει στην κακία βαραίνει και από το βάρος του πέφτει στη γη[2] χωρίς να υπάρχει η ύλη. Γιατί, όταν πέσει στη γη, τότε συμμετέχει στην ύλη και στο σκοτάδι που υπάρχει εδώ κάτω. Εκεί ψηλά όμως υπάρχει, πριν από τη ύλη και το σκοτάδι, η αδυναμία, η λησμονιά και το κακό. Γιατί δε θα φεύγαμε από εκεί, αν δεν γινόμασταν αδύναμοι, επειδή, ακόμα και όταν βρισκόμασταν μακριά από εκεί, προσελκυόμαστε από την ενατένιση του όντως Όντος. Αν λοιπόν η αδυναμία υπάρχει και πριν το ποτό της λήθης[3], και αν η εγκατάσταση μέσα στην ύλη και ο ερχομός στη ύλη υπάρχει μετά τη φυγή από εκεί, τότε πλέον η αδυναμία και γενικά τα κακά των ψυχών δεν θα οφείλονται στην ύλη. Γιατί πως θα μπορούσε να επηρεάσει άλλα αυτό που δεν να ενεργήσει ; Πως, πάλι, αυτό που δεν έχει από μόνο του ποιότητα μπορεί να έχει την δυνατότητα να ενεργεί ; Άραγε η ύλη οδηγεί τις ψυχές στον εαυτό τους ή εκείνες οδηγούνται από μόνες τους και χωρίζονται ανάλογα με την δύναμη και την αδυναμία τους ; Γιατί, αν οδηγούνται από μόνες τους, τότε το κακό για αυτές θα είναι η ορμή και η επιθυμία τους για το κακό και όχι η ύλη. γιατί για κάθετι η φυγή από το ανώτερο είναι κακό, και πολύ περισσότερο η φυγή προς το κατώτερο. Και λόγω της αδυναμίας τους οι ψυχές παθαίνουν όσα πρέπει να παθαίνουν κάνοντας κακές επιλογές. Αν όμως οδηγούνται από την ύλη και αν θεωρήσουμε υπαίτια για την κάθοδό τους στην γένεση την προσέλκυση την οποία σαν μια καθοδήγηση ασκεί η ύλη στην ψυχή, που θα βρίσκεται η αυτοκίνηση και η δυνατότητα επιλογής της ψυχής ; Και πως ανάμεσα στις ψυχές που γεννιούνται μέσα στην ύλη κάποιες κοιτάζουν προς τον νου και προς το αγαθό, ενώ άλλες κοιτάζουν προς τη γένεση και προς την ύλη, αν όλες τις οδηγεί προς τον εαυτό της η ύλη και τις ενοχλεί και τις εξαναγκάζει ακόμα και όταν βρίσκονται ψηλά ; Αυτά, λοιπόν, θα συμπεράνει αυτός ο συλλογισμός και θα μας αναγκάσει να αποδεχτούμε όχι μόνο ότι η ύλη δεν είναι κακό αλλά και ότι είναι αγαθό, υποστηρίζοντας το αντίθετο από την προηγούμενη άποψη.

Φαίνεται όμως ότι και ο ίδιος ο Πλάτωνας προσελκύεται και από τις δύο απόψεις. Γιατί, όταν στον “Τίμαιο, 51a, 52.d, 46.c” αποκαλεί την ύλη “μητέρα” και “τροφό της γένεσης” και “συναίτιο” της δημιουργίας του Κόσμου, είναι φανερό στον καθένα ότι τη θεωρεί κάτι αγαθό, αφού αποκαλεί ολόκληρο τον Κόσμο “ευδαίμoνa θεό”[4] και την ύλη μέρος του Κόσμου. Σύμφωνα με τον συλλογισμό, όμως, του Ελεάτη ξένου[5] αποδίδει την αιτία της “αταξίας” του σύμπαντος στην φύση του υποστρώματος, λέγοντας ότι ο Κόσμος “έχει λάβει από τον δημιουργό του όλα τα καλά”, ενώ τα αντίθετα των καλών μέσα στον Κόσμο έχουν τη γένησή τους “από την προηγούμεν κατάσταση του Κόσμου”. Όμως στον “Φίληβο” παράγει την ίδια την ύλη και ολόκληρη την φύση του απείρου από το “Ένα” και γενικά τοποθετεί τη θεία αιτία πριν από την διάκριση του πέρατος και του απείρου, και έτσι αποδέχεται ότι η ύλη είναι θεία και κάτι αγαθό και καθόλου κακό λόγω της συμμετοχής της στον θεό και λόγω της γέννησής της από τον θεό. Πρέπει λέει, “να αναζητήσουμε κάποια άλλα αίτια για τα κακά, και όχι τον θεό”, όπως έχει ειπωθεί αλλού[6]. Η αταξία, λοιπόν, και το κακό δεν οφείλονται στην ύλη αλλά στην “μάζα που κινείται ακανόνιστα και άτακτα”[7]. Γιατί αυτό είναι το “σωματοειδές”, το οποίο ο Ελεάτης ξένος λέει ότι είναι “αίτιο της αταξίας”[8] για τα τελευταία μέρη του σύμπαντος, και δεν μπορεί να είναι η ύλη. γιατί σε εκείνο υπάρχει κίνηση, ενώ η ύλη είναι από μόνη της ακίνητη. Ούτε αυτό το πρώτο σύνθετο είναι ένα σώμαπου δεν έχει ποιότητες (γιατί είναι ορατό, όπως λέει ο “Τίμαιος”, ενώ το σώμα που δεν έχει ποιότητες δεν είναι ορατό[9]) αλλά φέρει την εικόνα και την σύγχυση, θα λέγαμε, όλων των Ιδεών/Ειδών, και για αυτό προκαλεί την αταξία με την κίνησή του. Γιατί τα ίχνη των διαφόρων Ιδεών/Ειδεών το οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις και καθιστούν ακανόνιστη την όλη κίνησή του. Αυτό, λοιπόν, είναι “η προηγούμενη κατάσταση”. Γιατί, καθώς δεν μπορεί να κυριαρχηθεί από τις Ιδέες, εμφανίζεται άτακτη και άμορφη. Και μέσα στα καθολικά κυριαρχεί η λογική, ενώ μέσα στα επιμέρους η λογική λόγω της αδυναμίας της κυριαρχίται από την αντίθετή της φύση και οδηγείται προς το κακό και γίνεται άλογη, επειδή κυριαρχείται από το κατώτερο.

Πως, λοιπόν, εισάγεται στα σώματα το αντίθετο με τη φύση, θα γίνει φανερό σε λίγο. Ότι το κακό δεν προέρχεται από τη ύλη ή από τα σώματα, είναι φανερό από τα όσα είπαμε. Γιατί η ύλη και η μάζα που κινείται ακανόνιστα δεν ταυτίζονται. Ότι επίσης δεν πρέπει να θεωρήσουμε την ύλη ως το πρωταρχικά κακό, πιστεύω ότι το απέδειξε ικανοποιητικά ο Σωκράτης στον «Φίληβο», όταν παράγει το άπειρο από τον Θεό. Αν, μάλιστα πρέπει να ταυτίσουμε γενικά την ύλη με το άπειρο[10], τότε η ύλη προέρχεται από τον Θεό, εφόσον πρέπει να πούμε ότι το πρωταρχικά άπειρο και κάθε άπειρο που εμφανίζεται μέσα στις ουσίες και εξαρτάται από μια αιτία γεννιέται από τον Θεό, ειδικά μάλιστα επειδή το άπειρο δεν μπορεί μαζί με το πέρας να σχηματίσει το μίγμα πέρατος-απείρου, καθώς ο Θεός είναι αίτιος της υπόστασης και της μίξεως των δύο. Αυτό, λοιπόν, ανάγει και τη φύση του σώματος, στον βαθμό που είναι σώμα, σε μία αιτία, τον Θεό. Γιατί αυτός είναι που γέννησε το μικτό. Άρα ούτε το σώμα ούτε η ύλη είναι κάτι κακό. Γιατί αυτά είναι γεννήματα του Θεού, το ένα ως μίγμα και η άλλη ως άπειρο. Ότι το άπειρο πρέπει να τοποθετηθεί υπεράνω της ύλης, το δηλώνει ο ίδιος ο Πλάτων εκεί που λέει : “Τα τρία γένη, λοιπόν, δεν μας έδωσαν όλα όσα γεννιούνται και αυτά από τα οποία γεννιούνται ;”[11]. Άρα το σώμα, το οποίο είναι ένα από όλα όσα γεννιούνται, επειδή είναι μικτό και ένα μέρος του είναι πέρας και λογική και ένα άλλο μέρος του άπειρο, θα προέρχεται με δύο τρόπους από εκεί : και στο σύνολο του και τα μέρη του. Γιατί τι άλλο είναι το άπειρο μέσα του αν όχι η ύλη ; Τι άλλο είναι το πέρας μέσα του αν ότι το είδος ; Και τι άλλο θα είναι το μίγμα αυτών των δύο αν όχι το σύνολό του ; Αν λοιπόν όλα αυτά που γεννιούνται και αυτά από τα οποία γεννιούνται είναι το μικτό, το πέρας και το άπειρο, και αν “αυτό που δημιουργεί όλα αυτά είναι ένα άλλο τέταρτο”, όπως λέει ο ίδιος, δεν μπορούμε να πούμε ότι η ύλη ή το είδος ή το μικτό παράγονται από πουθενά αλλού παρά από τον θεό. Τι, όμως, που γεννήθηκε από εκεί μπορεί να είναι κακό ; Γιατί η θερμότητα δεν μπορεί να ψύχει ούτε το αγαθό να παράγει κακά. Άρα δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ούτε την ύλη ούτε το σώμα ως πράγματα κακά.

Ισως, λοιπόν, κάποιος μας ρωτούσε ποια είναι η άποψη μας για την ύλη και αν θεωρούμε ότι αυτή είναι αγαθό ή κακό και πως υποστηρίζουμε το ένα ή το άλλο. Η άποψη μας, λοιπόν, ας είναι η εξής, ότι δηλαδή η ύλη δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Γιατί, αν είναι αγαθό, δεν θα είναι η τελευταία υπόσταση των πάντων αλλά θα είναι σκοπός προς τον οποίο θα αποβλέπουν τα άλλα και κάτι επιθυμιτό. Γιατί κάθε αγαθό είναι τέτοιο, γιατί και το πρώτο αγαθό είναι σκοπός στον οποίο αποβλέπουν τα πάντα και επιθυμητό από όλα τα όντα. Αν, πάλι, είναι κακό, θα είναι Θεός και άλλη αρχή των όντων, η οποία θα αντιτίθεται στην αιτία των αγαθών, και θα υπάρχουν δυο πηγές αφηρημένες να ρέουν[12] προς αντίθετες κατευθύνσεις, μια των αγαθών και μία άλλη των κακών, και ούτε οι ίδιοι οι Θεοί θα έχουν ζωή ανενόχλητη και μακριά από τη δυσχέρεια των θνητών, εφόσον και σε αυτούς θα υπάρχει κάτι εχθρικό, αλλότριο και ενοχλητικό. Αν, όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, τι θα είναι αυτή καθεαυτή ; Μήπως πρέπει να πούμε για την ύλη αυτό που έχει ειπωθεί πολλές φορές, ότι δηλαδή είναι το αναγκαίο ; Γιατί άλλη είναι η φύση του αγαθού και άλλη η φύση του κακού, και αυτά είναι μεταξύ τους αντίθετα. Υπάρχει όμως και μια άλλη Τρίτη φύση, η οποία δεν είναι ουτε απολυτως αγαθό αλλά ούτε απολύτως κακό, αλλά αναγκαίο. Γιατί το κακό απομακρύνει από το αγαθό και αποφεύγει τη φύση εκείνου. Το αναγκαίο, όμως, είναι ότι είναι χάριν του αγαθού και έχει την αναγωγή του σε εκείνο και λόγω εκείνου έλαβε οποιαδήποτε γέννηση έχει Αν, μάλιστα, η ύλη υπάρχει χάριν της γέννησης κάποιου πράγματος, ενώ κανένα άλλο δεν υπάρχει χάριν της ύλης (γιατί αλλιώς θα έπρεπε να πούμε ότι αυτή είναι σκοπός και αγαθό), πρέπει να τη χαρακτηρίσουμε κάτι αναγκαίο για τη γέννηση και όχι κακό, και να πούμε ότι ως κάτι αναγκαίο έχει γεννηθεί από τον Θεό και ότι είναι κάτι αναγκαίο για τα είδη που δεν μπορούν να στηριχτούν στον εαυτό τους. Γιατί η αιτία όλων των αγαθών έπρεπε να παράγει όχι μόνο τα αγαθά και όσα είναι αγαθά από μόνα τους αλλά και εκείνη τη φύση η οποία δεν είναι απολύτως και αφ’ εαυτού της αγαθή αλλά επιθυμεί το αγαθό και, επιθυμόντας το, δίνει από τον εαυτό της προς άλλα τη δυνατότητα να λάβουν υπόσταση καθ’ οινδήποτε τρόπο. Γιατί η ανάγκη της για τα αγαθά συντελεί στη δημιουργία των αισθητών, αφού και το ΟΝ δεν δίνει υπόσταση μόνο στα όντα αλλά και σε όσα επιθυμούν τη συμμετοχή τους στο ΟΝ, των οποίων η ύπαρξη συνίσταται στην επιθυμία τους για το ΟΝ. Άλλο, λοιπόν, είναι το πρωταρχικά επιθυμητό και άλλο εκείνο που το επιθυμεί και που έχει το αγαθό του μέσα σε εκείνο. Άλλο είναι επίσης κάθετι τι που βρίσκεται ανάμεσά τους, το οποίο είναι επιθυμητό για κάποια και επιθυμεί κάποια άλλα, δηλαδή τα προηγούμενά του χάρι των οποίων υπάρχει.

Αν, λοιπόν, εξετάσουμε την ίδια την ύλη από αυτή την άποψη, θα βρούμε ότι δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό αλλά μόνο αναγκαίο. Και επειδή γεννήθηκε χάριν του αγαθού, είναι αγαθό, όχι όμως απολύτως αγαθό. Και επειδή είναι η τελευταία των όντων είναι κακό,, αφού αυτό που έχει απομακρυνθεί πάρα πολύ από το αγαθό είναι κακό, δεν είναι όμως απολύτως κακό, αλλά, όπως έχει ειπωθεί αναγκαίο. Και γενικά δεν αληθεύει ότι το κακό υπάρχει κάπου αυτούσιο. Γιατί ακόμη και το πρωταρχικά κακό δεν είναι αμιγές. Γιατί, αν το κακό ήταν εντελώς αντίθετο στο αγαθό, θα έπρεπε, εφόσον το αγαθό που υπάρχει μέσα σε κάτι άλλο, να είναι και το κακό διπλό, άλλο το αυτούσιο και άλλο αυτό που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο. Αν, όμως, το κακό είναι αντίθετο σε εκείνα τα αγαθά τα οποία έχουν την ύπαρξη τους μέσα σε κάτι άλλο, τότε πολύ περισσότερο και το κακό θα βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο και δεν θα υπάρχει αυτούσιο. Γιατί ούτε το αγαθό, προς το οποίο είναι αντίθετο το κακό, είναι αυτούσιο, αλλά βρίσκεται μέσα σε άλλο και όχι ανεξάρτητο. Γιατί τι, όχι μόνον κακό αλλά και οποιοδήποτε άλλο ον, μπορεί να είναι αντίθετο στο πρωταρχικά αγαθό ; Γιατί όλα τα όντα υπάρχουν λόγω εκείνου και χάριν εκείνου. Και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει το αντίθετο λόγω της αντίθετης φύσης, αλλά μάλλον να μην υπάρχει το ίδιο το αντίθετο. Γιατί τα αντίθετα αλληλοαναιρούνται, και γενικά όλα τα αντίθετα είναι εξαρτημένα από μια κορυφή και από ένα γένος. Ποιος γένος όμως του πρωταρχικά αγαθού μπορεί να υπάρχει ; Γιατί τι μπορεί να υπάρχει υπεράνω της φύσης του αγαθού ; Ποιο από τα όντα μπορεί να γίνει ομογενές με εκείνο ; Γιατί θα έπρεπε να υπάρχει κάτι άλλο πριν από τα δύο, του οποίου μέρος θα είναι εκείνα τα ομογενή. Και τότε πλέον το αγαθό δεν θα είναι αρχή των όντων, αλλά θα είναι αρχή εκείνο το γοινός γένος και των δύο. Άρα δεν υπάρχει κάτι αντίθετο ποτς όλα όσα συμμετέχουν σε αυτό, αλλά προς εκείνα των οποίων η συμμετοχή δεν είναι σταθερή. Γιατί αυτά, όμως, έχουν μιλήσει και προηγουμένως.

Πρόκλος «Περί της των κακών υποστάσεων, 30 – 37».

------------
       De malorum subsistentia 30.1 ` to De malorum subsistentia 37.23

30 ——— ῥητέον καὶ περὶ τῆς ὕλης, εἴτε ἔστι κακόν, εἴτε καὶ μή. συμβεβηκέναι μὲν γὰρ αὐτῇ τὸ κακὸν οὐδαμῶς δυνατόν, ὅτι καθ᾽ ἑαυτὴν ἄποιός ἐστι καὶ ἀνείδεος καὶ ὑποκείμενον, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν ὑποκειμένῳ, καὶ ἁπλοῦν, ἀλλ᾽ οὐκ ἄλλο ἐν ἄλλῳ. εἰ δὲ ἔστιν ὅλως κακόν, ὥς τινές φασι, κατ᾽ οὐσίαν ἐστὶ κακόν, ᾗ καὶ λέγουσιν ἐκεῖνοι, τὴν ὕλην τὸ πρώτως κακὸν καὶ <ὃ <στυγέουσι θεοί περ> [Hom. Y 65 ] ποιοῦντες>. τί γὰρ ἄλλο ἐστὶ τὸ κακὸν ἢ ἀμετρία καὶ ἀοριστία καὶ πάντα ὅσα τοῦ ἀγαθοῦ στερήσεις; τὸ γὰρ ἀγαθὸν μέτρον ἐστὶ πάντων καὶ ὅρος καὶ πέρας καὶ τελειότης· ὥστε τὸ κακὸν ἀμετρία καὶ αὐτοάπειρον καὶ ἀτελὲς καὶ ἀόριστον. ταῦτα δὲ πάντα ἐν ὕλῃ καὶ πρώτως, οὐκ ἄλλα ὄντα παρ᾽ ἐκείνην, ἀλλ᾽ ἐκείνη καὶ ὅ ἐστιν αὐτῆς τὸ εἶναι. τὸ ἄρα πρώτως κακὸν καὶ ἡ τοῦ κακοῦ φύσις καὶ τὸ πάντων ἔσχατον ἡ ὕλη. εἰ δὲ καὶ ἀγαθὸν διττόν ἐστι, τὸ μὲν αὐτοαγαθὸν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἢ ἀγαθόν, <τὸ δὲ ἐν ἄλλῳ καὶ ἀγαθόν τι καὶ οὐ πρώτως ἀγαθόν, ἔσται καὶ τὸ κακὸν διττόν, τὸ μὲν οἷον αὐτὸ καὶ πρώτως κακὸν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἢ> κακόν, τὸ δὲ ἐν ἄλλῳ καὶ κακόν τι καὶ δι᾽ ἐκεῖνο κακὸν καὶ ἐκείνου μεταλήψει ἢ ὁμοιώσει κακόν. καὶ ὥσπερ τὸ αὐτοαγαθὸν πρῶτον, οὕτω καὶ τὸ αὐτοκακὸν ἔσχατον τῶν ὄντων· οὔτε γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ κρεῖττον οὔτε τοῦ κακοῦ χεῖρον εἶναι δυνατὸν οὐδέν· καὶ γὰρ τὰ ἄλλα πάντα διὰ ταῦτα κρείττω τὶ καὶ χείρω φαμέν. τὸ δὲ τῶν ὄντων ἔσχατον, ὕλη· πάντα γὰρ τὰ ἄλλα ποιεῖν ἢ πάσχειν πέφυκεν· ἡ δὲ οὐδέτερον, τῆς ἀμφοῖν ἐστερημένη δυνάμεως. τὸ ἄρα αὐτοκακὸν καὶ τὸ πρώτως κακὸν ἡ ὕλη.

31 Εἰ δὲ καὶ ἐν σώμασι τὸ παρὰ φύσιν ὕλης κρατούσης, ὡς εἴρηται, καὶ ἐν ψυχαῖς τὸ κακὸν καὶ ἡ ἀσθένεια … τῷ μεθυσθῆναι τῆς περὶ αὐτὴν ἀοριστίας ὁμοιουμέναις πρὸς αὐτήν, τί ταύτην ἀφέντες αἰτιᾶσθαι ἄλλην ἐπιζητοῦμεν ἀρχὴν τῶν κακῶν καὶ πηγὴν τῆς τούτων ὑποστάσεως; <ἀλλ᾽ εἰ> κακὸν ἡ ὕλη …, δυοῖν θάτερον ἀνάγκη, ἢ τὸ ἀγαθὸν τοῦ κακοῦ ποιεῖν αἴτιον, ἢ δύο τῶν ὄντων ἀρχάς. ἀνάγκη μὲν γὰρ πᾶν τὸ ὁπωσοῦν ὑφεστὼς ἢ ἀρχὴν εἶναι τῶν ὅλων ἢ ἐξ ἀρχῆς· τὴν δὲ ὕλην ἐξ ἀρχῆς μὲν οὖσαν, ἀπὸ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ αὐτὴν ἔχειν τὴν εἰς τὸ εἶναι πάροδον, ἀρχὴν δὲ οὖσαν, δύο τῶν ὄντων ἡμῖν ὑποβάλλειν ἀρχὰς μαχομένας ἀλλήλαις, τό τε πρώτως ἀγαθὸν καὶ τὸ πρώτως κακόν· ἀλλ᾽ ἀδύνατον· οὔτε γὰρ δύο τὰ πρῶτα· πόθεν γὰρ ὅλως, μονάδος οὐκ οὔσης; εἰ γὰρ ἑκάτερον τοῖν δυοῖν ἕν, δεῖ πρὸ ἀμφοῖν εἶναι τὸ ἕν, ᾧ ταῦτα ἓν ἄμφω, καὶ μίαν ἀρχήν. οὔτ᾽ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ τὸ κακόν· ὡς γὰρ τὸ τῶν ἀγαθῶν αἴτιον μειζόνως ἀγαθόν, οὕτω δὴ καὶ τὸ τοῦ κακοῦ γεννητικὸν μειζόνως ἂν εἴη κακόν· καὶ οὐδὲ τὸ ἀγαθὸν ἔτι τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ἕξει, τὴν τοῦ κακοῦ παράγον ἀρχήν. ——— <ὥστε> τὸ μὲν ἀγαθὸν ἔσται κακὸν ὡς τοῦ κακοῦ αἴτιον, τὸ δὲ κακὸν ἀγαθὸν ὡς ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ παρηγμένον.

32 Εἰ δὲ ἀναγκαῖον ἡ ὕλη πρὸς τὸ πᾶν καὶ οὐκ ἂν ἦν ὁ κόσμος ὁ πάμμεγας οὗτος καὶ <εὐδαίμων θεός> [Pl. Tim. 34b.8 ] ὕλης ἀπούσης, πῶς ἔτι τὴν τοῦ κακοῦ φύσιν ἐπὶ ταύτην ἀνακτέον; ἄλλο γὰρ τὸ κακὸν καὶ ἄλλο τὸ ἀναγκαῖον, καὶ τὸ μέν ἐστι τοιοῦτον οὗ χωρὶς εἶναι ἀδύνατον, τὸ δὲ τοῦ εἶναι στέρησις. εἰ τοίνυν καὶ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου τὴν ἑαυτῆς παρέχεται χρείαν καὶ παρῆκται πρώτως <ὑποδοχὴ τῆς γενέσεως> ἐσομένη καὶ <οἷον τιθήνη> [Pl. Tim. 49a.6] καὶ <μήτηρ> [ ib. 50d 3, 51a 4], πῶς ἂν ἔτι λέγοιτο κακὸν καὶ τὸ πρώτως κακόν; εἰ δὲ καὶ τὴν ἀμετρίαν καὶ τὸ ἀόριστον καὶ τὸ ἄπειρον καὶ ἕκαστον τῶν τοιούτων πολλαχῶς λέγομεν—καὶ γὰρ ὡς μαχόμενα μέτρῳ καὶ <ὡς ἀπουσίαν> αὐτοῦ καὶ ἀφαίρεσιν καὶ ὡς ὑποκειμένην αὐτῷ καὶ ἐνδεᾶ μέτρου καὶ ὅρου—, ἡ δὲ ὕλη μάχεσθαι μὲν οὐ πέφυκεν οὐδὲ ποιεῖν ὅλως οὐδέν, ᾗτινι μηδὲ τὸ πάσχειν ἐστὶ κατὰ φύσιν δι᾽ ἔλλειψιν τῆς τοῦ πάσχειν δυνάμεως, ἄρσις δὲ πάλιν οὐκ ἔστι μέτρου καὶ πέρατος ὅτι μὴ ἔστι στερήσει ταὐτόν· ἡ μὲν γὰρ στέρησις παρόντων ἐκείνων οὐκ ἔστιν, ἡ δὲ ὕλη καὶ ἐστὶ καὶ δέχεται τὴν αὐτῶν ἔμφασιν—ἀνάγκη δήπου τὸ ἄπειρον αὐτῆς καὶ ἄμετρον ἐνδεὲς εἶναι μέτρου καὶ πέρατος. τὸ δὲ ἐνδεὲς τούτων πῶς αὐτοῖς ἐναντίον εἴη; πῶς δὲ ἔτι κακὸν τὸ τοῦ ἀγαθοῦ δεόμενον; φεύγει γὰρ τὴν τοῦ ἀγαθοῦ φύσιν τὸ κακόν, καὶ ὅλως ἅπαν τὸ ἐναντίον τὴν ἐναντίαν ἕξιν. εἰ δὲ … καὶ κυΐσκει τὴν γένεσιν, καὶ— <ὥς φησιν αὐτόσ>—τρέφει, κακὸν δὲ οὐδὲν παρ᾽ αὐτῆς μητρὸς οὔσης τοῖς ἐξ αὐτῆς, μᾶλλον δὲ ἐν αὐτῇ γεννωμένοις.

33 ——— Καὶ γὰρ τί ἂν δράσειεν εἰς ἄλλα τὸ ποιεῖν μὴ δυνάμενον; πῶς δὲ αὖ τὸ ποιεῖν ἕξει τὸ ἄποιον καθ᾽ ἑαυτό; πότερον δὲ ἄγει πρὸς ἑαυτὴν ἡ ὕλη τὰς ψυχὰς ἢ παρ᾽ ἑαυτῶν ἐκεῖναι ἄγονται <καὶ χωρισταὶ γίνονται> δυνάμει καὶ ἀδυναμίᾳ τῇ ἑαυτῶν; εἰ μὲν γὰρ παρ᾽ ἑαυτῶν ἄγονται, τοῦτο ἦν αὐταῖς τὸ κακόν, ἡ πρὸς τὸ χεῖρον ὁρμὴ καὶ ἡ ὄρεξις, ἀλλ᾽ οὐχὶ ἡ ὕλη· παντὶ γὰρ ἡ φυγὴ τοῦ κρείττονος κακόν, καὶ πολλῷ μᾶλλον ἡ πρὸς τὸ χεῖρον· καὶ δι᾽ ἀσθένειαν πάσχουσιν ἃ πάσχειν τὰς τοιαύτας δεῖ κακῶς ἑλομένας. εἰ δὲ παρὰ τῆς ὕλης ἄγονται, ποῦ τὸ αὐτοκίνητόν ἐστι καὶ αἱ τῆς ψυχῆς αἱρέσεις; ——

34 ———Ἐν μὲν γὰρ τῷ Τιμαίῳ <μητέρα> [51a.4] καὶ <τιθήνην> αὐτὴν τῆς <γενέσεως> [ 52d.4-5] καλῶν καὶ <συναιτίαν> [46c. 7] τῆς τοῦ κόσμου δημιουργίας——— ἐν δὲ τοῖς τοῦ Ἐλεάτου ξένου λόγοις αἰτίαν τῆς τοῦ παντὸς <ἀταξίας> <εἰς ὑποκειμένην φύσιν ἀνίησι, <παρὰ μὲν τοῦ συνθέντος πάντα καλὰ κεκτῆσθαι>2 τὸν κόσμον λέγων, <παρὰ δὲ τῆς ἔμπροσθεν ἕξεως> τὰ ἐναντία τούτων ἐν αὐτῷ γένεσιν ἔχειν [ Pl. pol. 273b c ]>. ἐν δὲ τῷ Φι λήβῳ καὶ αὐτὴν τὴν ὕλην καὶ πᾶσαν τὴν τοῦ ἀπείρου φύσιν ἐκ τοῦ ἑνὸς παράγων καὶ ὅλως πρὸ τῆς τοῦ πέρατος καὶ ἀπείρου διαστάσεως τὴν θείαν αἰτίαν <τιθείς>, ἔνθεον αὐτὴν καὶ ἀγαθὸν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ μετάληψιν καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ θεοῦ γένεσιν εἶναι συγχωρεῖ καὶ οὐδαμῶς κακόν. <τῶν κακῶν ἄλλ᾽ ἄττα> <φησὶ> χρῆναι <ζητεῖν τὰ αἴτια, καὶ οὐ θεόν>, <ὡς ἐν ἄλλοις [resp. II 379c.6-7] εἴρηται>. οὐκοῦν ἡ ἀταξία καὶ τὸ κακὸν οὐ διὰ τὴν ὕλην, ἀλλὰ διὰ τὸ <πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως κινούμενον> [Pl. Tim. 30a.4-5]· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ <σωματοειδές>, <ὅ φησιν ὁ Ἐλεάτης ξένοσ> τῆς ἀταξίας <αἴτιον> [Pl. pol. 273b.4] … καὶ οὐχὶ τὴν ὕλην εἶναι δυναμένην, ———τῆς ὕλης ἀκινήτου οὔσης καθ᾽ ἑαυτήν. ——— τὰ γὰρ ἴχνη τῶν διαφόρων εἰδῶν ἐπ᾽ ἄλλην καὶ ἄλλην ἄγοντα φοράν, πλημμελῆ τὴν ὅλην ἀποφαίνει κίνησιν. <τοῦτο οὖν ἐστι <ἡ ἔμπροσθεν ἕξις>· οὐ γὰρ> δυναμένη κρατεῖσθαι τοῖς εἴδεσιν, ἀκόσμητον ἑαυτὴν δείκνυσι καὶ ἀκαλλῆ. ———

35 ———Ὅτι δὲ οὐκ ἐκ τῆς ὕλης τὸ κακὸν οὐδ᾽ ἐν τοῖς σώμασιν, ἐκ τούτων δῆλον· οὐ γάρ ἐστιν ἥ τε ὕλη καὶ τὸ πλημμελῶς κινούμενον ταὐτόν. ὅτι δὲ καὶ τὴν ὕλην οὐ τὸ πρώτως κακὸν <θετέον, ἱκανῶς, οἶμαι, ἔδειξεν ὁ ἐν Φιλήβῳ Σωκράτης>, ἐκ τοῦ θεοῦ τὴν ἀπειρίαν <γεννῶν> [ Pl. Phileb. 23c.9]. εἰ δὲ καὶ αὐτόθεν τὸ ἄπειρον τὴν ὕλην ῥητέον, ἐκ τοῦ θεοῦ ἡ ὕλη, εἴ γε τὸ πρώτως ἄπειρον τὴν οὐσιώδη πᾶσαν ἀπειρίαν μιᾶς αἰτίας ἠρτημένην θεόθεν <ἐκγεννᾶσθαι ῥητέον, καὶ μάλιστα> τὴν μετὰ τοῦ πέρατος ποιεῖν τὸ μίγμα μὴ δυναμένην, ὡς τοῦ θεοῦ ὄντος αἰτίου τῆς ὑποστάσεως αὐτῶν καὶ τῆς μίξεως. τοῦτο μὲν οὖν καὶ τὴν τοῦ σώματος ᾗ σῶμα φύσιν εἰς μίαν αἰτίαν ἄγει, τὸν θεόν· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ τὸ μικτὸν γεννήσας. οὔτε ἄρα τὸ σῶμα κακὸν οὔτε ἡ ὕλη· ταῦτα γάρ ἐστι θεοῦ γεννήματα, τὸ μὲν ὡς μίγμα, τὸ δὲ ὡς ἄπειρον. ——— <καὶ αὐτὸς λέγων ἐν ἐκείνοισ>· <οὐκοῦν τὰ μὲν γινόμενα καὶ ἐξ ὧν γίνεται πάντα τὰ τρία παρέσχετο ἡμῖν γένη> [ Pl. Phileb. 27a.11-12]; τὸ ἄρα σῶμα, ἓν καὶ τοῦτο τῶν πάντων ὄν, ἐπειδὴ μικτόν, καὶ τὸ μὲν ἐν αὐτῷ πέρας καὶ λόγος, τὸ δὲ ἄπειρον, διχῶς ἐκεῖθεν ἔσται, κατά τε τὸ ὅλον καὶ κατὰ τὰ μέρη. τί γὰρ ἄλλο ἐν αὐτῷ τὸ ἄπειρον ἢ ἡ ὕλη; τί δὲ τὸ πέρας ἢ τὸ εἶδος; τί δὲ τὸ ἐκ τούτων ἢ τὸ σύνολον; εἰ τοίνυν καὶ αὐτὰ <τὰ γινόμενα πάντα καὶ ἐξ ὧν γίνεται, μικτόν> ἐστι καὶ <πέρας> καὶ <ἄπειρον· τὸ δὲ δὴ πάντα ταῦτα δημιουργοῦν> ἄλλο καὶ <τέταρτον>, <ὥς φησιν αὐτός> [Phileb. 27 aƒb]· οὔτ᾽ ἂν τὴν ὕλην οὔτ᾽ ἂν τὸ εἶδος οὔτ᾽ ἂν τὸ μικτὸν ἀλλαχόθεν ἢ ἐκ τοῦ θεοῦ <μικτὸν> παράγεσθαι φήσαιμεν. τί δ᾽ ἂν ἐκεῖθεν γενόμενον εἴη κακόν; οὔτε γὰρ θερμότητος τὸ ψύχειν οὔτε ἀγαθοῦ τὸ κακὰ παράγειν· οὔτε ἄρα τὴν ὕλην οὔτε τὸ σῶμα κακὸν προσρητέον.

36 ——— μήτε ἀγαθὸν εἶναι τὴν ὕλην μήτε κακόν. εἴτε γὰρ ἀγαθόν, τέλος ἔσται καὶ οὐκ ἔσχατον τῶν πάντων, καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ἐφετόν· πᾶν γὰρ τὸ ἀγαθὸν τοιοῦτον, ἐπεὶ τὸ πρώτως ἀγαθὸν τέλος καὶ οὗ ἕνεκα πάντα καὶ ἐφετὸν πᾶσι τοῖς οὖσιν. εἴτε αὖ κακόν, θεὸς ἔσται καὶ ἀρχὴ τῶν ὄντων ἄλλη καὶ στασιάζουσα πρὸς τὴν τῶν ἀγαθῶν αἰτίαν, καὶ ἔσονται <δύο πηγαὶ> μεθειμέναι <ῥεῖν> [Pl. leg. I 636d. 7-8] ἐξ ἐναντίας, ἀγαθῶν μὲν ἄλλη, κακῶν δὲ ἄλλη, καὶ οὐδὲ αὐτοῖς ἔσται τοῖς θεοῖς βίος ἀπήμων οὐδὲ ἔξω τῆς θνητῆς δυσχερείας, οἷς ἐστί τι δυσμενὲς καὶ ἀλλότριον καὶ οἷον ἐνο χλοῦν. εἰ δὲ μὴ ἔστιν ἑκάτερον, τί ἂν εἴη καθ᾽ ἑαυτήν; ἢ τοῦτο ὃ πολλάκις εἴρηται τὸ ἀναγκαῖον ἐπ᾽ αὐτῆς ῥητέον; ἔστι γὰρ ἄλλη μὲν ἡ τοῦ ἀγαθοῦ φύσις, ἄλλη δὲ ἡ τοῦ κακοῦ, καὶ ταῦτα μὲν ἀλλήλοις ἐναντία· τρίτη δὲ ἄλλη, μήτε ἀγαθὸν ἁπλῶς οὖσα, μήτε κακόν, <ἀλλ᾽ ἀναγκαῖον. τὸ μὲν γὰρ κακὸν> ἀπάγει τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φεύγει τὴν ἐκείνου φύσιν· τὸ δὲ ἀναγκαῖον <τοῦ ἀγαθοῦ ἕνεκα> πᾶν ἐστὶν ὅ ἐστι καὶ ἐπ᾽ αὐτὸ τὴν ἀναφορὰν ἔχει καὶ δι᾽ ἐκεῖνο τὴν οἱάνποτε γένεσιν ἔσχεν· εἰ δὲ γενέσεως ἕνεκά του <…>, ἄλλο δὲ αὐτῆς ἕνεκα μηδέν, ἵνα ἂν καὶ τέλος αὐτὴν καὶ ἀγαθὸν ἐλέγομεν· ἀναγκαῖον δήπου πρὸς τὴν γένεσιν αὐτὴν καὶ οὐ κακὸν προσρητέον, καὶ γεγονέναι θεόθεν ὡς ἀναγκαῖον καὶ εἶναι τοῖς ἐφ᾽ ἑαυτῶν ἱδρῦσθαι μὴ δυναμένοις εἴδεσιν ἀναγκαῖον. οὐ γὰρ μόνον τὰ ἀγαθὰ καὶ παρ᾽ ἑαυτῶν τοιαῦτα παράγειν ἔδει τὴν τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων αἰτίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν φύσιν ἐκείνην, ἣ μὴ ἔστι μὲν ἁπλῶς καὶ παρ᾽ αὐτῆς ἀγαθόν, ὀρέγεται δὲ ἀγαθοῦ, οὗ καὶ ὀρεγομένη δίδωσιν ἄλλοις γένεσιν εἰς τὸ εἶναι καὶ ὁπωσοῦν ἐπ᾽ αὐτῆς. τὸ γὰρ ἐνδεὲς αὐτῆς τῶν ἀγαθῶν συντελεῖ πρὸς τὴν τῶν αἰσθητῶν δημιουργίαν, ἐπεὶ καὶ τὸ ὂν οὐ τὰ ὄντα μόνον ὑφίστησιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐφιέμενα τῆς τοῦ εἶναι μετουσίας, οἷς τὸ εἶναι κατὰ τὴν τοῦ ὄντος ἔφεσιν. ἄλλο γοῦν τὸ πρώτως ἐφετόν, ἄλλο τὸ ἐφιέμενον ἐκείνου καὶ ἐν τούτῳ τὸ ἀγαθὸν ἔχον· ἄλλο τὸ μεταξὺ πᾶν, ὃ τοῖς μὲν ἐφετόν ἐστι, τῶν δὲ ἐφίεται, δηλαδὴ τῶν πρὸ αὐτοῦ καὶ ὧν ἕνεκά ἐστι.

37 Τὴν μὲν οὖν ὕλην τὴν αὐτὴν ἔκ γε τοῦ λόγου τοῦδε σκοποῦντες ἂν εὕροιμεν, ὡς οὔτε ἀγαθὸν οὔτε κακόν, ἀλλὰ ἀναγκαῖον μόνον· καὶ ὡς μὲν γενομένη ἕνεκα ἀγαθοῦ, ἀγαθόν, ἁπλῶς δὲ οὐκ ἀγαθόν· καὶ ὡς μὲν ἔσχατον τῶν ὄντων κακόν, εἴπερ τὸ πλεῖστον ἀφεστὼς τοῦ ἀγαθοῦ κακόν, ἁπλῶς δὲ οὐ κακόν, ἀλλ᾽—ὥσπερ εἴρηται—ἀναγκαῖον. ὅλως δὲ τὸ κακὸν αὐτὸ καθ᾽ αὑτό που εἶναι οὐκ ἀληθές· οὐ γάρ ἐστι τὸ ἀμιγὲς οὐδὲ τὸ πρώτως κακόν. εἰ μὲν γὰρ τῷ ἀγαθῷ παντὶ τὸ κακὸν ὑπεναντίον ἦν, ἔδει, τοῦ ἀγαθοῦ πρὸ τοῦ ἐν ἄλλῳ καθ᾽ ἑαυτὸ καὶ πρώτως ὄντος, καὶ τὸ κακὸν εἶναι διττόν, τὸ μὲν αὐτό, τὸ δὲ ἐν ἄλλῳ. εἰ δὲ ἐκείνοις ἐστὶ τῶν ἀγαθῶν ἐναντίον τὸ κακόν, οἷς τὸ εἶναι ἐν ἄλλῳ, πολλῷ δήπου μᾶλλον καὶ τὸ κακὸν ἐν ἄλλῳ, καθ᾽ ἑαυτὸ δὲ οὐκ ἔστιν· οὐδὲ γὰρ τὸ ἀγαθόν, ᾧ τὸ κακὸν ὑπεναντίον, ἀλλὰ ἐν ἄλλῳ καὶ οὐ χωρίς. καὶ τί γὰρ ἂν εἴη τῷ πρώτως ἀγαθῷ μὴ ὅτι κακόν, ἀλλὰ καὶ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν τῶν ὄντων ἐναντίον; πάντα γὰρ τὰ ὄντα δι᾽ ἐκεῖνο καὶ ἐκείνου ἕνεκά ἐστι. τὸ δὲ ἐναντίον εἶναι διὰ τὴν ἐναντίαν φύσιν ἀδύνατον, ἀλλ᾽ αὐτὸ τοὐναντίον μὴ εἶναι· φθείρεται γὰρ ὑπ᾽ ἀλλήλων τὰ ἐναντία, καὶ ὅλως πάντα τὰ ἐναντία μιᾶς ἐξῆπται κορυφῆς καὶ γένους· τοῦ δὲ πρώτως ἀγαθοῦ γένος τί ἂν εἴη; τί γὰρ ἐπέκεινα τῆς τοῦ ἀγαθοῦ φύσεως; τί δ᾽ ἂν ἐκείνῳ γένοιτο τῶν ὄντων ὁμογενές; δέοι γὰρ ἂν ἕτερον εἶναί τι πρὸ ἀμφοῖν, οὗ μέρος ἂν ὑπάρχοι ἐκεῖνα· καὶ οὐκ ἂν ἔτι τὸ ἀγαθὸν ἀρχὴ τῶν ὄντων, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο ἂν εἴη τὸ κοινὸν ἀμφοῖν. οὐδὲν ἄρα τὸ ἐναντίον τῷ πρώτως ἀγαθῷ, ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῖς μετεχομένοις πᾶσιν, ἀλλ᾽ οἷς μὴ ὡσαύτως ἡ μέθεξις. 

------------------
[1] Βλ. Πλάτων «Φαίδρος, 248.a – c».

[2] Βλ. Πλάτων «Φαίδρος, 247.b».

[3] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 621.a».

[4] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 34b».

[5] Βλ. Πλάτων «Πολιτικός, 273.b-c».

[6] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 379.b».

[7] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 30a».

[8] Βλ. Πλάτων «Πολιτικός, 273.b-c».

[9] Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 30a». Το «πλημμελώς και ατάκτως κινούμενο» ταυτίεται με το «πρώτο σύνθετο, με το «σωματοειδές»» και με την προηγούμενη κατάσταση του Κόσμου και αποτελεί ένα είδος υποστρώματος του Κόσμου. Το υπόστρωμα αυτό σχηματίζεται όταν η ύλη λάβει συγκεχυμένα τα πρώτα ίχνη των Ιδεών και γίνει κάτι σαν σώμα (σωματοειδές), χωρίς ακόμη τα ίχνη των Ιδεών να έχουν οργανωθεί για να αποτελέσουν το συγκροτημένο σώμα. Λόγω αυτής της συγχύσεως χαρακτηρίζεται από μια αέναη άτακτη κίνηση στην οποία οδηγείται από την ταυτόχρονη επίδραση όλων των Ιδεών, σε αντίθεση με την πρωταρχική ύλη που είναι ακίνητη.

[10] Η άποψη αυτή, η οποία ταυτίζει το άπειρο με την ύλη, απορρίπτεται από τον Πρόκλος, στην «Κατά Πλάτων θεολογία, βιβλίο Γ, 3.39.24-3.40.8».

[11] Βλ. Πλάτων «Φίληβος, 27.a».

[12] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 636.d».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου