Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ - •Ἐπίνικος V - ‹Τῷ αὐτῷ (= Ἱέρωνι) κέλητι Ὀλύμπια› (5.161-5.200)

μηδ᾽ ἀελίου προσιδεῖν [στρ. ε]
φέγγος· ἀλλ᾽ οὐ γάρ τίς ἐστιν
πρᾶξις τάδε μυρομένοις,
χρὴ κεῖνο λέγειν ὅ τι καὶ μέλλει τελεῖν.
165 ἦρά τις ἐν μεγάροις
Οἰνῆος ἀρηϊφίλου
ἔστιν ἀδμήτα θυγάτρων,
σοὶ φυὰν ἀλιγκία;
τάν κεν λιπαρὰν ‹ἐ›θέλων θείμαν ἄκοιτιν.»
170τὸν δὲ μενεπτολέμου
ψυχὰ προσέφα Μελεά-
γρου· «λίπον χλωραύχενα
ἐν δώμασι Δαϊάνειραν,
νῆϊν ἔτι χρυσέας
175Κύπριδος θελξιμβρώτου.»

λευκώλενε Καλλιώπα, [αντ. ε]
στᾶσον εὐποίητον ἅρμα
αὐτοῦ· Δία τε Κρονίδαν
ὕμνησον Ὀλύμπιον ἀρχαγὸν θεῶν,
180 τών τ᾽ ἀκαμαντορώαν
Ἀλφεών, Πέλοπώς τε βίαν,
καὶ Πίσαν, ἔνθ ὁ κλεεννὸς
πο]σσὶ νικάσας δρώμῳ
ἦλθ]εν Φερένικος ‹ἐς› εὐπύργους Συρακώσ-
185σας Ἱέρωνι φέρων
εὐδ]αιμονίας πέταλον.
χρὴ] δ᾽ ἀληθείας χάριν
αἰνεῖν, φθώνον ἀμφ[οτέραισιν
χερσὶν ἀπωσάμενον,
190εἴ τις εὖ πράσσοι βροτῶ[ν.

Βοιωτὸς ἀνὴρ τᾶδε φών[ησεν, γλυκειᾶν [επωδ. ε]
Ἡσίοδος πρώπολος
Μουσᾶν, ὃν ‹ἂν› ἀθάνατοι τι[μῶσι, τούτῳ
καὶ βροτῶν φήμαν ἕπ[εσθαι.]
195 πείθομαι εὐμαρέως
εὐκλέα κελεύθου γλῶσσαν οὐ[κ ἐκτὸς δίκας
πέμπειν Ἱέρωνι· τώθεν γὰ[ρ
πυθμένες θάλλουσιν ἐσθλ[ῶν,
τοὺς ὁ μεγιστοπάτωρ
200Ζεὺς ἀκινήτους ἐν εἰρήν[ᾳ φυλάσσοι.
***
«Το πιο καλό, [στρ. ε]καθόλου να μη γεννηθείς κι ούτε να δεις τον ήλιο.Μα απ᾽ το να κλαις γι᾽ αυτά τί βγαίνει;για κείνο να μιλούμε που είναικαι βολετό να εκτελεστεί.Είναι καμιά σου ανύπαντρη αδερφή, που να σου μοιάζει,στου Οινέα του πολεμόχαρου το σπίτι;Μ᾽ όλη μου θέλω την καρδιάγυναίκα μου λαχταριστή170να γίνει· πες μου.» Κι η ψυχήτου ατρόμητου στον πόλεμοΜελέαγρου τότε απάντησε: «Ναι, σπίτι μου έχω αφήσειδροσερολαίμα κοπελιά· Δηιάνειρα τη λένε·κι απ᾽ τη μαγεύτρα τη θεά, την Κύπρη τη χρυσή,ανήξερη είναι ακόμα.»

Χιονόκορφη [αντ. ε]Καλλιόπη, το καλόφτιαχτο τ᾽ άρμα σου εδώ σταμάτα·τον αρχηγό των θεών το Δία,το γιο του Κρόνου τον Ολύμπιο,180ύμνησε τώρα, Μούσα εσύ·και τον Αλφειό, που ακούραστα κυλάνε τα νερά του,το δυνατό τον Πέλοπα, κι ακόματην Πίσα· δώθε ο ξακουστόςΦερένικος, αφού έτρεξεκαι βγήκε πρώτος νικητής,γύρισε στην ωριόπυργηΣυράκουσα, στον Ιέρωνα της ευτυχίας να φέρειτον κλώνο. Αυτόν που πέτυχε —και με τα δυο μας χέριατο φθόνο διώχνοντας μακριά— να τον παινούμε εμείς190για χάρη της αλήθειας.

Ένας άντρας, των γλυκών Μουσών εργάτης, [επωδ. ε]ο Βοιωτός ο Ησίοδος, είπε αυτόν το λόγο:«Όποιον οι θεοί τιμούν,τούτον κι οι άνθρωποι δοξάζουνε κατόπι.»Μου το λέει κι εμέ η καρδιά μουστον Ιέρωνα να στείλω υμνητικόλόγο, δίχως απ᾽ το δίκιο να λοξέψω·γιατί κείθε οι θαλεροί κορμοί οι ακμαίοιξεπετιούνται. Ας τους φυλάει με ειρήνη πάντα200ο τρισμέγιστος πατέρας Δίας, χωρίςνα σαλεύουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου