Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις III - Ἱέρωνι Συρακοσίῳ (3.1-3.23)

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ III ΙΕΡΩΝΙ ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΙ

Ἤθελον Χίρωνά κε Φιλλυρίδαν, [στρ. α]
εἰ χρεὼν τοῦθ᾽ ἁμετέρας ἀπὸ γλώσσας
κοινὸν εὔξασθαι ἔπος,
ζώειν τὸν ἀποιχόμενον,
Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου,
βάσσαισί τ᾽ ἄρχειν Παλίου φῆρ᾽ ἀγρότερον
5 νόον ἔχοντ᾽ ἀνδρῶν φίλον· οἷος ἐὼν θρέψεν ποτέ
τέκτονα νωδυνίας
ἥμερον γυιαρκέος Ἀσκλαπιόν,
ἥροα παντοδαπᾶν ἀλκτῆρα νούσων.

τὸν μὲν εὐίππου Φλεγύα θυγάτηρ [αντ. α]
πρὶν τελέσσαι ματροπόλῳ σὺν Ἐλειθυί-
ᾳ, δαμεῖσα χρυσέοις
10 τόξοισιν ὕπ᾽ Ἀρτέμιδος
εἰς Ἀΐδα δόμον ἐν θαλάμῳ κατέβα,
τέχναις Ἀπόλλωνος. χόλος δ᾽ οὐκ ἀλίθιος
γίνεται παίδων Διός. ἁ δ᾽ ἀποφλαυρίξαισά νιν
ἀμπλακίαισι φρενῶν,
ἄλλον αἴνησεν γάμον κρύβδαν πατρός,
πρόσθεν ἀκερσεκόμᾳ μιχθεῖσα Φοίβῳ,

15 καὶ φέροισα σπέρμα θεοῦ καθαρόν [επωδ. α]
οὐκ ἔμειν᾽ ἐλθεῖν τράπεζαν νυμφίαν,
οὐδὲ παμφώνων ἰαχὰν ὑμεναίων, ἅλικες
οἷα παρθένοι φιλέοισιν ἑταῖραι
ἑσπερίαις ὑποκουρίζεσθ᾽ ἀοιδαῖς· ἀλλά τοι
20 ἤρατο τῶν ἀπεόντων· οἷα καὶ πολλοὶ πάθον.
ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.

***

ΤΡΙΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ ΤΟΝ ΣΥΡΑΚΟΣΙΟ

Ο Χίρωνας θα ήθελα, το τέκνο της Φιλύρας [στρ. α]—αν πρέπει να πουν τα χείλη μου την ευχή που όλος ο κόσμος λέει—να ζούσε, του Κρόνου του Ουρανίδη ο πανίσχυρος γόνοςπου έχει αποδημήσει,και να βασίλευε στου Πηλίου τα λαγκάδια το άγριο θεριό5που ᾽χε για τους θνητούς καρδιά γεμάτη αγάπη.Αυτός κάποτε ανάθρεψε τον ευγενικό Ασκληπιό,που ᾽φερνε απ᾽ τους πόνους ανακούφισηκαι δύναμη στο σώμα,τον ήρωα που γιάτρευε κάθε λογής αρρώστια.
Αυτόν, λοιπόν, η κόρη του Φλεγύα, του άξιου καβαλάρη, [αντ. α]προτού τον φέρει στη ζωή με τη βοήθεια της Ειλείθυιαςπου τις μητέρες σκέπει,10από τα χρυσά της Άρτεμης τα βέλη χτυπημένηαπό τον κοιτώνα της στου Άδη κατέβη τα παλάτια,γιατί τέτοιο στάθηκε του Απόλλωνα το σχέδιο·η οργή των τέκνων του Διός δεν πάει ποτέ χαμένη.Αυτή τον περιφρόνησε πάνω στην αμυαλιά τηςκαι μ᾽ άλλον άντρα ενώθηκε, κρυφά από τον γονιό της,αφού πρωτύτερα με τον μακρύμαλλο Φοίβο είχε σμίξει.
15Και φέρνοντας στα σπλάχνα της του θεού το αμόλυντο σπέρμα, [επωδ. α]δεν εκαρτέρεψε να ᾽ρθει στο νυφικό τραπέζιούτε των υμεναίων την πολύφωνη ιαχή ν᾽ ακούσειπου οι συνομήλικες οι φίλες της παρθένεςπρος το βραδάκι, κατά το έθιμο, τους γλυκοτραγουδούνε.20Αλλά κάποιον που μακριά της ήταν ερωτεύθη—αυτό το παθαίνουνε πολλοί.Μες στων ανθρώπων τις γενιές οι πιο ανέμυαλοι είναιόσοι περιφρονούν τα κοντινά και ρίχνουν τη ματιά τουςστα μακρινά, και μ᾽ ελπίδες κούφιες τ᾽ άπιαστα κυνηγούνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου