Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ - •Ἐπίνικος V - ‹Τῷ αὐτῷ (= Ἱέρωνι) κέλητι Ὀλύμπια› (5.41-5.80)

Πυθῶνί τ᾽ ἐν ἀγαθέᾳ· [στρ. β]
γᾷ δ᾽ ἐπισκήπτων πιφαύσκω·
οὔπω νιν ὑπὸ προτέ[ρω]ν
ἵππων ἐν ἀγῶνι κατέχρανεν κώνις
45 πρὸς τέλος ὀρνύμενον·
ῥιπᾷ γὰρ ἴσος βορέα
ὃν κυβερνήταν φυλάσσων
ἵεται νεώκροτον
νίκαν Ἱέρωνι φιλοξείνῳ τιτύσκων.
50ὄλβιος ᾧτινι θεὸς
μοῖράν τε καλῶν ἔπορεν
σύν τ᾽ ἐπιζήλῳ τύχᾳ
ἀφνεὸν βιοτὰν διάγειν· οὐ
γάρ τις ἐπιχθονίων
55πάντα γ᾽ εὐδαίμων ἔφυ.

δῦναί π]οτ᾽ ἐρειψιπύλαν [αντ. β]
ἄνδρ᾽ ἀνίκ]ατον λέγουσιν
ἔρνος Διὸς] ἀργικεραύ-
νου δώματα Φερσεφώνας τανισφύρου,
60 καρχαρώδοντα κύν᾽ ἄ-
ξοντ᾽ ἐς φάος ἐξ Ἀΐδα,
υἱὸν ἀπλάτοι᾽ Ἐχίδνας·
ἔνθα δυστάνων βροτῶν
ψυχὰς ἐδάη παρὰ Κωκυτοῦ ῥεέθροις,
65οἷά τε φύλλ᾽ ἄνεμος
Ἴδας ἀνὰ μηλοβώτους
πρῶνας ἀργηστὰς δονεῖ.
ταῖσιν δὲ μετέπρεπεν εἴδω-
λον θρασυμέμνονος ἐγ-
70χεσπάλου Πορθανίδα·

τὸν δ᾽ ὡς ἴδεν Ἀλκμή‹ν›ιος θαυμαστὸς ἥρως [επωδ. β]
τ[ε]ύχεσι λαμπώμενον,
νευρὰν ἐπέβασε λιγυκλαγγῆ κορώνας,
χαλκεώκρανον δ᾽ ἔπειτ᾽ ἔξ
75 εἵλετο ἰὸν ἀναπτύ-
ξας φαρέτρας πῶμα· τῷ δ᾽ ἐναντία
ψυχὰ προφάνη Μελεάγρου,
καί νιν εὖ εἰδὼς προσεῖπεν·
«υἱὲ Διὸς μεγάλου,
80στᾶθί τ᾽ ἐν χώρᾳ, γελανώσας τε θυμὸν
***
Τ᾽ ορκίζομαι [στρ. β]και με τα χέρια μου τη γη χτυπώντας το φωνάζω:ποτέ σε ιπποδρομία, την ώραπου το άτι αυτό στο τέρμα ορμούσε,δεν του ᾽ρθε σκόνη απ᾽ άλογαπου να το ξεπερνούσανε· με του Βοριά τη φόρακαι κρατώντας γερά τον καβαλάρηχιμά, και στο φιλόξενοτον Ιέρωνα ζητωκραυγές50φέρνει καινούριας νίκης. Ω,μακάριος κείνος ο θνητόςπου ένας θεός πολλές τιμές, να τις ζηλεύουν όλοι,του δίνει, και μαζί πολλά για τη ζωή του πλούτη.Σε όλα καλότυχος, κανείς στον κόσμο· του Ηρακλήο απόλογος το δείχνει.
Ο ανίκητος [αντ. β]του Δία του αστραπορίχτη γιος, ο καστροπολεμίτης,στης Περσεφόνης, λένε, πήγετης λιγναστράγαλης το σπίτι60κάποτε για τον Κέρβερο·να φέρει της αζύγωτης Οχιάς το σκυλοδόντηαυτόν βλαστό στο φως από τον Άδη·εκεί, κοντά στου Κωκυτούτο ρέμα, τότε αντίκρισεψυχές ταλαίπωρων θνητών,όμοιες με φύλλα που άνεμοςτα τρεμοσείνει εκεί ψηλά στις ξάστερες της Ίδηςπροβατοβόσκητες κορφές· ανάμεσα στις άλλεςτου ανδρόκαρδου Μελέαγρου ξεχώριζε η ψυχή,70γερού κονταροσείστη.
Ο Ηρακλής, ο θαυμαστός γιος της Αλκμήνης, [επωδ. β]σαν τον είδε αστραφτερόν μες στ᾽ άρματά του,τη στριγγόλαλη χορδήστο δοξάρι, εκεί στ᾽ αγκρίφι του, στεριώνει,ξεβουλώνει τη φαρέτρακαι σαΐτα χαλκομύτικη απ᾽ αυτήβγάζει αμέσως· του Μελέαγρου όμως ο ίσκιοςπήγε, στάθηκε κατάντικρυ και του είπε,γιατί γνώρισε ποιός ήταν: «Γιε του Δία,80η ψυχή σου ας γαληνέψει, κι απ᾽ αυτούμη σαλέψεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου