Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, [ΨΕΥΔΟ-ΟΜΗΡΟΣ] - Βατραχομυομαχία (1-98)

Επίκληση στις Μούσες

Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος
ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἦτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ᾽ ἀοιδῆς,
ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα,
δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος,
5εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι
πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν,
γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων,
ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ᾽ ἔχεν ἀρχήν.

Αφορμή του πολέμου

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας,
10πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον,
ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε
λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ᾽ ἐφθέγξατο τοῖον·
Ξεῖνε τίς εἶ; πόθεν ἦλθες ἐπ᾽ ἠϊόνας; τίς ὁ φύσας;
πάντα δ᾽ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω.
15εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω·
δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά.
εἰμὶ δ᾽ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην
τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα·
καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ
20μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ᾽ ὄχθας Ἠριδανοῖο.
καὶ σὲ δ᾽ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων,
σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν
ἔμμεναι· ἀλλ᾽ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.
Τὸν δ᾽ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε·
25τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ᾽ ἐν ἅπασιν
ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς.
Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος
Τρωξάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ
Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος.
30γείνατο δ᾽ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βρωτοῖς,
σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.
πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;
σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε
ὅσσα παρ᾽ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει
35ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ᾽ εὐκύκλου κανέοιο,
οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,
οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,
οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,
οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,
40οὐδ᾽ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι,
κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαποῖσιν.
οὐδέποτε πτολέμοιο κακὴν ἀπέφυγον ἀϋτήν,
ἀλλ᾽ εὐθὺς μετὰ μῶλον ἰὼν προμάχοισιν ἐμίχθην.
ἄνθρωπον οὐ δέδια καί περ μέγα σῶμα φοροῦντα,
45ἀλλ᾽ ἐπὶ λέκτρον ἰὼν ἄκρον δάκτυλον δάκνω,
καὶ πτέρνης λαβόμην, καὶ οὐ πόνος ἵκανεν ἄνδρα,
νήδυμος οὐκ ἀπέφυγεν ὕπνος δάκνοντος ἐμεῖο.
ἀλλὰ δύω μάλα πάντα τὰ δείδια πᾶσαν ἐπ᾽ αἶαν,
κίρκον καὶ γαλέην, οἵ μοι μέγα πένθος ἄγουσιν,
50καὶ παγίδα στονόεσσαν, ὅπου δολόεις πέλε πότμος·
πλεῖστον δὴ γαλέην περιδείδια, ἥ τις ἀρίστη,
ἣ καὶ τρωγλοδύνοντα κατὰ τρώγλην ἐρεείνει.
οὐ τρώγω ῥαφάνους, οὐ κράμβας, οὐ κολοκύντας,
οὐ σεύτλοις χλωροῖς ἐπιβόσκομαι, οὐδὲ σελίνοις·
55ταῦτα γὰρ ὑμέτερ᾽ ἐστὶν ἐδέσματα τῶν κατὰ λίμνην.
Πρὸς τάδε μειδήσας Φυσίγναθος ἀντίον ηὔδα·
ξεῖνε λίην αὐχεῖς ἐπὶ γαστέρι· ἔστι καὶ ἡμῖν
πολλὰ μάλ᾽ ἐν λίμνῃ καὶ ἐπὶ χθονὶ θαύματ᾽ ἰδέσθαι.
ἀμφίβιον γὰρ ἔδωκε νομὴν βατράχοισι Κρονίων,
60σκιρτῆσαι κατὰ γαῖαν, ἐν ὕδασι σῶμα καλύψαι,
στοιχείοις διττοῖς μεμερισμένα δώματα ναίειν.
εἰ δ᾽ ἐθέλεις καὶ ταῦτα δαήμεναι εὐχερές ἐστι·
βαῖνέ μοι ἐν νώτοισι, κράτει δέ με μήποτ᾽ ὀλίσθῃς,
ὅππως γηθόσυνος τὸν ἐμὸν δόμον εἰσαφίκηαι.
65Ὣς ἄρ᾽ ἔφη καὶ νῶτ᾽ ἐδίδου· ὁ δ᾽ ἔβαινε τάχιστα
χεῖρας ἔχων τρυφεροῖο κατ᾽ αὐχένος ἅμματι κούφῳ.
καὶ τὸ πρῶτον ἔχαιρεν ὅτ᾽ ἔβλεπε γείτονας ὅρμους,
νήξει τερπόμενος Φυσιγνάθου· ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥα
κύμασι πορφυρέοισιν ἐκλύζετο πολλὰ δακρύων
70ἄχρηστον μετάνοιαν ἐμέμφετο, τίλλε δὲ χαίτας,
καὶ πόδας ἔσφιγγεν κατὰ γαστέρος, ἐν δέ οἱ ἦτορ
πάλλετ᾽ ἀηθείῃ καὶ ἐπὶ χθόνα βούλεθ᾽ ἱκέσθαι·
δεινὰ δ᾽ ὑπεστενάχιζε φόβου κρυόεντος ἀνάγκῃ.
οὐρὴν μὲν πρῶτ᾽ ἔπλασ᾽ ἐφ᾽ ὕδασιν ἠΰτε κώπην
75σύρων, εὐχόμενος δὲ θεοῖς ἐπὶ γαῖαν ἱκέσθαι
ὕδασι πορφυρέοισιν ἐκλύζετο, πολλὰ δ᾽ ἐβώστρει·
καὶ τοῖον φάτο μῦθον ἀπὸ στόματός τ᾽ ἀγόρευσεν·
Οὐχ οὕτω νώτοισιν ἐβάστασε φόρτον ἔρωτος
ταῦρος ὅτ᾽ Εὐρώπην διὰ κύματος ἦγ᾽ ἐπὶ Κρήτην
80ὡς μῦν ἁπλώσας ἐπινώτιον ἦγεν ἐς οἶκον
βάτραχος ὑψώσας ὠχρὸν δέμας ὕδατι λευκῷ.
Ὕδρος δ᾽ ἐξαίφνης ἀνεφαίνετο, πικρὸν ὅραμα
ἀμφοτέροις· ὀρθὸν δ᾽ ὑπὲρ ὕδατος εἶχε τράχηλον.
τοῦτον ἰδὼν κατέδυ Φυσίγναθος, οὔ τι νοήσας
85οἷον ἑταῖρον ἔμελλεν ἀπολλύμενον καταλείπειν.
δῦ δὲ βάθος λίμνης καὶ ἀλεύατο κῆρα μέλαιναν.
κεῖνος δ᾽ ὡς ἀφέθη, πέσεν ὕπτιος εὐθὺς ἐφ᾽ ὕδωρ,
καὶ χεῖρας ἔσφιγγε καὶ ὀλλύμενος κατέτριζε.
πολλάκι μὲν κατέδυνεν ὑφ᾽ ὕδατι, πολλάκι δ᾽ αὖτε
90λακτίζων ἀνέδυνε· μόρον δ᾽ οὐκ ἦν ὑπαλύξαι.
δευόμεναι δὲ τρίχες πλεῖον βάρος εἷλκον ἐπ᾽ αὐτῷ·
ὕδασι δ᾽ ὀλλύμενος τοίους ἐφθέγξατο μύθους·
Οὐ λήσεις δολίως Φυσίγναθε ταῦτα ποιήσας,
ναυηγὸν ῥίψας ἀπὸ σώματος ὡς ἀπὸ πέτρης.
95οὐκ ἄν μου κατὰ γαῖαν ἀμείνων ἦσθα κάκιστε
παγκρατίῳ τε πάλῃ τε καὶ εἰς δρόμον· ἀλλὰ πλανήσας
εἰς ὕδωρ μ᾽ ἔρριψας. ἔχει θεὸς ἔκδικον ὄμμα.
ποινὴν σὺ τίσεις μυῶν στρατῷ οὐδ᾽ ὑπαλύξεις.

***
Την πρώτη μου σελίδα αρχίζοντας, ω Μούσες του Ελικώνα,γεμίστε την καρδιά μου δύναμη, να ψάλω το τραγούδιπου τώρα στο χαρτί κρατώντας το τα γόνατα μού κόβει·η άσωτη μάχη που ο Άρης άναψεν, ο βροντοπολεμάρχος5παρακαλώ σας κοσμοξάκουστη στ᾽ αυτιά ολωνών να φτάσει,οι ποντικοί πώς αντραγάθησαν σε μάχη με βατράχους,τολμώντας έργα σαν τους Γίγαντες, της Γης τους γιους τους γαύρους,κατά πώς ιστορούσαν οι άνθρωποι· και τέτοια στάθη η αρχή της.

Ποντίκι διψασμένο ξέφυγε της γάτας τις λαχτάρες10και πλάι στη λίμνη το λιχούδικο πηγούνι του ακουμπώντας,γλυκορουφούσε το μελίγλυκο νερό· κι εκεί το βλέπειπολυλογάς λιμνοκατοίκητος, κι αυτά του λέει τα λόγια:― Ξένε, ποιός είσαι; και στ᾽ ακρόγιαλο πούθ᾽ ήρθες; Ποιός σου ο κύρης;Την πάσα αλήθειαν ομολόγα μου, μη σε γροικήσω ψεύτη.15Αν γκαρδιακό σε νιώσω φίλο μου, στο σπίτι μου θα πάμε,θα σε φιλέψω, πλήθος όμορφα θα σου χαρίσω δώρα.Εγώ ᾽μαι ο Ρήγας Φουσκομάγουλος, που πάντα μες στη λίμνηζω τιμημένος απ᾽ τους βάτραχους, αφέντης κι οδηγός τους.Ο κύρης μου ο Λασπάς μ᾽ ανάστησε, σαν μ᾽ ερωτολαχτάρα20έσμιξε με τη Νερορήγισσα στου Ηριδανού τις όχθες.Όμως και συ φαντάζεις μου όμορφος, μες στους λεβέντες πρώτοςβασιλοράβδη ρήγα σε θαρρώ, στις μάχες αντρειωμένον.Έλα λοιπόν, μίλα μου, βιάζομαι να μάθω τη γενιά σου.Τότε σ᾽ αυτόν ο Ψιχουλάρπαγας απηλογήθη κι είπε:25― Γιατί ρωτάς με για το γένος μου; το ξέρει ο κόσμος όλος,το ξέρουν κι οι θνητοί κι οι αθάνατοι, ώς και τα ουρανοπούλια.Με ονοματίζουν Ψιχουλάρπαγα, κι είμαι του Ψωμοφάγουγιος, του τρανόκαρδου του κύρη μου· μάνα μου η Μυλογλύφτρα,η μοσκοθυγατέρα του τρανού του ρήγα Ξυγκομάση.30Σε καλυβόσπιτο με γέννησε, κι αρχοντικιά η τροφή μου,καρύδια, σύκα κι ολονόστιμες θροφές λογιώ λογιώνε.Μα πώς να με λογιάσεις φίλο σου, που διόλου δε σου μοιάζω;Εσένα στα νερά είναι η ζήση σου· μα εγώ το ᾽χω συνήθειανα ροκανίζω όσα έχουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους καλούδια.35Ψωμί δε μου ξεφεύγει αφρόπλαστο σ᾽ ωριόκυκλο πανέρι,μήτε η γιομάτη σουσαμότυρο μακροπεπλούσα πίτα,μήτε κομμάτι από χοιρόμερο, σκωτάκια ασπροντυμένα,μήτε και το τυρί το νιόπηχτο απ᾽ το γλυκό το γάλα,μήτε η λαχταριστή μελόπιτα, που ώς κι οι θεοί ποθούνε,40μήτε όσα σ᾽ ανθρωποξεφάντωσες μαγείροι μαστορεύουνστις χύτρες τεχνικά ταιριάζοντας λογιώ λογιώ νοστίμιες.Ποτέ δεν έφυγα απ᾽ το σάλαγο τον άγριο του πολέμου,στους μπροστομάχους πάντα ανάμεσα ρίχνομαι ευθύς στη μάχη.Δεν τον φοβάμαι εγώ τον άνθρωπο, τρανό κι ας έχει σώμα,45μα του δαγκάνω τ᾽ ακροδάχτυλα στην κλίνη του γλιστρώντας·κι έτσι αλαφρά βουτάω τη φτέρνα του, που δε γροικάει τον πόνο,κι απ᾽ το βαθύ ύπνο δε σηκώνεται την ώρα που δαγκάνω.Μονάχα δυο είναι που μου φέρνουνε σ᾽ όλη τη γης τρομάρα·γάτα και κιρκινέζι από τη μια, τρανή μου δυστυχία,50τ᾽ άλλο η παγίδα η πολυστέναχτη, που δόλιος μού είναι χάρος.Μα απ᾽ όλα πιότερο η ανήμερη μου φέρνει σύγκρυο η γάτα,γιατί πασκίζει ώς κι απ᾽ την τρύπα μου λες να με ξετρυπώσει.Δεν τρώω ραπάνια μήτε λάχανα, δεν τρώγω κολοκύθια,χλωρά κοκκινογούλια ή σέλινα δεν είν᾽ τροφή δική μου·55αυτά για φαγητά σεις τα ᾽χετε, που ζείτε μες στη λίμνη.

Σ᾽ αυτά αποκρίθη ο Φουσκομάγουλος χαμογελώντας κι είπε:― Για την κοιλιά σαν κούρκος φούσκωσες, ξένε· κι εμείς στη λίμνηκαι στη στεριά πολλά χαιρόμαστε, που θάμα να τα βλέπεις.Διπλή ζωή, διπλό βοσκότοπο χάρισε στα βατράχια60του Κρόνου ο γιος, στης γης πηδήματα να κάνουν, να βουτάνεστη λίμνη κι έτσι διπλομοίραστη την κατοικιά τους να ᾽χουν.Κι αν θες να δεις, να μάθεις, εύκολα κι αυτό μπορεί να γίνει.Πήδα στην πλάτη μου και κράτα με γερά, μήπως γλιστρήσεις,κι έτσι με την καρδιά σου ολόχαρη στ᾽ αρχοντικό μου μπαίνεις.65Έτσι είπε και την πλάτη του έσκυψε· κι ευθύς ανέβη εκείνοςγύρω τα χέρια αλαφροδένοντας στον τρυφερό λαιμό του.Χαιρόταν στην αρχή γιατί έβλεπε τ᾽ αραξοβόλια δίπλα,ονειρεμένο το ταξίδι τους· μα ξαφνικά σαν είδετα σκούρα να τον ζώνουν κύματα, κορόμηλο το δάκρυ,70κλαιγόταν, μα η μετάνοια ανώφελη, τραβούσε τα μαλλιά του,τα πόδια κάτω απ᾽ την κοιλιά έσφιγγε και μέσα του η καρδιά τουσπαρτάριζε γιατί ήταν άμαθη, και τη στεριά ποθούσε.Βαριά αναστέναζε και πάγωσε το αίμα του απ᾽ το φόβο.Σαν το κουπί η ουρά του πίσω του μες στα νερά σερνόταν,75κι ως στους θεούς έκανε δέηση να βγει, στεριά να πιάσει,νερά ολοσκότεινα τον έλουζαν κι όλο έκραζε βοήθεια.Κι από το στόμα του σαν ρήτορας αυτό το λόγο βγάζει:«Στη ράχη του όμοια δεν κουβάλησε το ερωτικό φορτίομεσ᾽ απ᾽ το κύμα ο Ταύρος φέρνοντας στην Κρήτη την Ευρώπη,80ως κουβαλάει εμέ στο σπίτι του, στην πλάτη του απλωμένον,ο βάτραχος σ᾽ αφρούς σηκώνοντας το ολόχλωμό του σώμα».Ξάφνου μια νεροφίδα πρόβαλε, φριχτό και για τους δυο τουςθέαμα· το κεφάλι ορθόστητο πα στα νερά κρατούσε.Μόλις την είδε ο Φουσκομάγουλος, βούτηξε κι ούτε νοιάστη85που έτσι το σύντροφό του θ᾽ άφηνε ν᾽ αφανιστεί· στης λίμνηςτα βάθη χώθηκε και γλίτωσε από το μαύρο χάρο.Πετάχτη ο ποντικός κι ανάσκελα μες στα νερά ξαπλώθη,τα χέρια του έσφιγγε και τσίριζε το τέλος του γροικώντας.Πολλές φορές στον πάτο βούλιαξε, πολλές γοργοκλοτσώντας90απάνω ανέβαινε, μα αδύνατο του χάρου να ξεφύγει.Μούσκεμα τα μαλλιά του πιότερο το σώμα του βαραίναν.Κι έτσι όπως τα νερά τον έπνιγαν, λέει τούτες τις φοβέρες.― Θα το πληρώσεις, Φουσκομάγουλε, το δόλιο φέρσιμό σου,γιατί απ᾽ το σώμα σου με πέταξες σαν ναυαγό από βράχο.95Δε θα ᾽σουν στη στεριά, πανάθλιε, διόλου καλύτερός μουστην πάλη, στις γροθιές, στο τρέξιμο· μα ξεπλανεύοντάς με,ύπουλα στα νερά με πέταξες. Τα βλέπει ο θεός και κρίνει.Ο ποντικοστρατός εκδίκηση θα πάρει, δε γλιτώνεις.