Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΠΟΣ, ΟΜΗΡΟΣ, Ὀδύσσεια

Ὀδύσσεια α 1-10

Το προοίμιο της Οδύσσειας

Το προοίμιο της Οδύσσειας παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: θεματικά δεν καλύπτει ολόκληρο το έργο αλλά μόνο τις ραψωδίες ε-μ (περίπου το 1/3 του συνόλου) και δίνει δυσανάλογη έμφαση σε ένα μεμονωμένο επεισόδιο, που δύσκολα θα χαρακτηριζόταν το σημαντικότερο της Οδύσσειας,ενώ δεν γίνεται αναφορά σε άλλα θέματα όπως είναι, επί παραδείγματι, οι γνωστές περιπέτειες του Οδυσσέα με τον Πολύφημο, την Κίρκη, τις Σειρήνες κ.ά. Έχει διατυπωθεί η εικασία ότι αυτό το (καθ᾽ εαυτό θαυμαστό) προοίμιο αρχικά είχε συντεθεί για άλλο ποίημα, που είχε ως θέμα του τις περιπλανήσεις και τον νόστο του Οδυσσέα και διέφερε αισθητά από την Οδύσσεια.

ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε·
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
5 ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
10 τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν
***
Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του5
τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ᾽ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· 1 κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Από όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτήν την ιστορία, κόρη του Δία,10
και πες την και σ᾽ εμάς.
----------
1 Κατά τον Ησίοδο ο Yπερίων (στη μετάφραση: ὑπέρλαμπρος) είναι τιτάνας, πατέρας του Ήλιου. Στον Όμηρο Υπερίων χαρακτηρίζεται ο ίδιος ο Ήλιος.
 
Ὀδύσσεια α 325-364

Πηνελόπη προς Φήμιον

Τον δέκατο χρόνο μετά την άλωση της Τροίας, ο Οδυσσέας, χωρίς να το θέλει, βρίσκεται καθηλωμένος στο νησί της Καλυψώς. Ο Ποσειδώνας, που εμποδίζει τον νόστο του ήρωα, επειδή εκείνος τύφλωσε τον γιο του τον Πολύφημο, έχει πάει στη χώρα των Αιθιόπων. Οι υπόλοιποι θεοί είναι συγκεντρωμένοι στον Όλυμπο. Στη συγκέντρωση εκείνη (θεῶν ἀγορή) η Αθηνά, επωφελούμενη από την απουσία του Ποσειδώνα, προτείνει αφενός να σταλεί ο Ερμής στην Καλυψώ και να της μεταφέρει την απόφαση των θεών να αφεθεί ο Οδυσσέας να γυρίσει στην πατρίδα του και αφετέρου να μεταβεί η ίδια στην Ιθάκη και να παρακινήσει τον Τηλέμαχο να πάει στην Πύλο και στη Σπάρτη και να μάθει για τον πατέρα του. Με τη μορφή του φίλου του Οδυσσέα Μέντη, του βασιλιά των Ταφίων, η θεά εμφανίζεται στο παλάτι του Οδυσσέα και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο. Εκεί παρακολουθεί από κοντά την ηδονοθηρική καθημερινότητα των μνηστήρων: συγκεντρωμένοι στο παλάτι τρώνε, πίνουν, τραγουδούν και χορεύουν ή ακούνε το τραγούδι του Φήμιου, του αοιδού, που τον αναγκάζουν να τραγουδά· εκείνος τραγουδάει τον θλιβερό νόστο των Αχαιών.

Οι επόμενοι στίχοι αναφέρονται σε μια στιγμή αμέσως μετά την αποχώρηση της θεάς, στην αντίδραση της Πηνελόπης στο τραγούδι του Φήμιου και στην παρέμβαση του Τηλέμαχου.

τοῖσι δ᾽ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός, οἱ δὲ σιωπῇ
ἥατ᾽ ἀκούοντες· ὁ δ᾽ Ἀχαιῶν νόστον ἄειδε
λυγρόν, ὃν ἐκ Τροίης ἐπετείλατο Παλλὰς Ἀθήνη.
τοῦ δ᾽ ὑπερωϊόθεν φρεσὶ σύνθετο θέσπιν ἀοιδὴν
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια·
330 κλίμακα δ᾽ ὑψηλὴν κατεβήσετο οἷο δόμοιο,
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ᾽ ἕποντο.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,
ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα·
335 ἀμφίπολος δ᾽ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη.
δακρύσασα δ᾽ ἔπειτα προσηύδα θεῖον ἀοιδόν·
«Φήμιε, πολλὰ γὰρ ἄλλα βροτῶν θελκτήρια οἶδας,
ἔργ᾽ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, τά τε κλείουσιν ἀοιδοί·
τῶν ἕν γέ σφιν ἄειδε παρήμενος, οἱ δὲ σιωπῇ
340 οἶνον πινόντων· ταύτης δ᾽ ἀποπαύε᾽ ἀοιδῆς
λυγρῆς, ἥ τέ μοι αἰεὶ ἐνὶ στήθεσσι φίλον κῆρ
τείρει, ἐπεί με μάλιστα καθίκετο πένθος ἄλαστον.
τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω μεμνημένη αἰεὶ
ἀνδρός, τοῦ κλέος εὐρὺ καθ᾽ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος.»
345 τὴν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«μῆτερ ἐμή, τί τ᾽ ἄρα φθονέεις ἐρίηρον ἀοιδὸν
τέρπειν ὅππῃ οἱ νόος ὄρνυται; οὔ νύ τ᾽ ἀοιδοὶ
αἴτιοι, ἀλλά ποθι Ζεὺς αἴτιος, ὅς τε δίδωσιν
ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν ὅπως ἐθέλῃσιν ἑκάστῳ.
350 τούτῳ δ᾽ οὐ νέμεσις Δαναῶν κακὸν οἶτον ἀείδειν·
τὴν γὰρ ἀοιδὴν μᾶλλον ἐπικλείουσ᾽ ἄνθρωποι,
ἥ τις ἀκουόντεσσι νεωτάτη ἀμφιπέληται.
σοὶ δ᾽ ἐπιτολμάτω κραδίη καὶ θυμὸς ἀκούειν·
οὐ γὰρ Ὀδυσσεὺς οἶος ἀπώλεσε νόστιμον ἦμαρ
355 ἐν Τροίῃ, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι φῶτες ὄλοντο.
ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε,
ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε
ἔργον ἐποίχεσθαι· μῦθος δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί· τοῦ γὰρ κράτος ἔστ᾽ ἐνὶ οἴκῳ.»
360 ἡ μὲν θαμβήσασα πάλιν οἶκόνδε βεβήκει·
παιδὸς γὰρ μῦθον πεπνυμένον ἔνθετο θυμῷ.
ἐς δ᾽ ὑπερῷ᾽ ἀναβᾶσα σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξὶ
κλαῖεν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα, φίλον πόσιν, ὄφρα οἱ ὕπνον
ἡδὺν ἐπὶ βλεφάροισι βάλε γλαυκῶπις Ἀθήνη.

***
Τους τραγουδούσε ο φημισμένος αοιδός,1 κι εκείνοι325
καθισμένοι τον ακούν με τη σιωπή τους· των Αχαιών τον νόστο
τραγουδούσε, πικρόν όπως τον όρισε τον γυρισμό τους απ᾽ την Τροία
η Αθηνά Παλλάδα.2 Τότε
από το υπερώο3 ψηλά συνάκουσε το θείο τραγούδι, και την άγγιξε,
του Ικαρίου η κόρη, η Πηνελόπη, σκεφτική και φρόνιμη·
από τον θάλαμό της κατεβαίνει την ψηλή του σκάλα -330
δεν ήταν μόνη, την συνόδευαν οι δυό της βάγιες·
κι όταν κοντά με τους μνηστήρες βρέθηκε, η θεία γυναίκα,
στήθηκε στην κολόνα εκείνη που κρατά τη στέρεη στέγη,
τη λαμπερή μαντίλα4 της τραβώντας γύρω στα μάγουλά της.
Κι ενώ πιστές οι ακόλουθες, δεξιά κι αριστερά, την παραστέκουν,335
εκείνη δακρυσμένη μίλησε στον θεϊκό αοιδό:

«Φήμιε,5 το ξέρεις πως μπορείς να θέλγεις τους θνητούς
και μ᾽ άλλα κατορθώματα μεγάλα, ανθρώπων και θεών,
των αοιδών τα γνώριμα τραγούδια·
ένα απ᾽ αυτά παρακαθήμενος τραγούδησε, κι αυτοί
ας πίνουν το κρασί τους340
σιωπηλοί· ετούτο μόνον το τραγούδι μην το συνεχίσεις·
θλιβερό κι αβάστακτο, σπαράζει την καρδιά μου
μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
η μορφή του αντρός μου, με δόξα απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα
και μέσα στο Άργος».6

Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:345
«Μητέρα μου, πώς θέλεις ν᾽ αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό,
χαρά να δίνει μ᾽ ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι
οι αοιδοί· ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους
ανθρώπους, καταπώς θέλει στον καθένα.
Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ᾽ αυτόν να πέφτει,
που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών. Ξέρεις,350
οι άνθρωποι τιμούν και προτιμούν εκείνο το τραγούδι
που τους φαντάζει, ακούγοντας, το τελευταίο.
Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τ᾽ ακούσεις·
δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία
από του νόστου του τη μέρα· κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες355
χάθηκαν και πάνε.
Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου απασχολήσου έργα,
τον αργαλειό, τη ρόκα· 7 δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν
με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του αντρός, του καθενός,
και περισσότερο δικό μου· σ᾽ αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης».

Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της,360
κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της.
Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί,
έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά,
τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της,
ύπνο γλυκό σταλάζοντας.
--------------
1 Άρχισε να τραγουδάει στον στ. 156 και τραγουδούσε όση ώρα ο Τηλέμαχος μιλούσε με τον Μέντη (Αθηνά).
2 Αυτή ήταν η εκδίκηση της Αθηνάς, επειδή οι Αχαιοί άφησαν ατιμώρητο τον Αίαντα τον Λοκρό που επεχείρησε να βιάσει την Κασσάνδρα, ενώ είχε καταφύγει ως ικέτιδα στον ναό της Αθηνάς και είχε αγκαλιάσει το ιερό ξόανο.
3 Σε διώροφα σπίτια οι γυναίκες έμεναν κανονικά επάνω.
4 Κάλυπτε το κεφάλι και τους ώμους. Ο χαρακτηρισμός λαμπερή (λιπαρά) προϋποθέτει, όπως έχει υποστηριχθεί, επεξεργασία με λάδι.
5 Ο ἀοιδὸς Φήμιος, ο γιος του Τέρπιου, αναγκάζεται από τους μνηστήρες να τραγουδάει. Κατά τη μνηστηροφονία ο Οδυσσέας του χάρισε τη ζωή.
6 Ελλάδα ονομαζόταν αρχικά η πόλη και το βασίλειο του Πηλέα στη Θεσσαλία. Στον οδυσσειακό αυτό λογότυπο ο όρος Ελλάδα δηλώνει τη βόρεια Ελλάδα, ενώ το Άργος την νότια, δηλ. την περιοχή νότια από τον Ισθμό.
7 Οι δύο κυριότερες οικιακές δραστηριότητες των ομηρικών γυναικών, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, είναι να γνέθουν και να υφαίνουν.
 
Ὀδύσσεια ε 55-84

Η παράξενη ομορφιά της Ωγυγίας

Σε μια δεύτερη συγκέντρωση των θεών (θεῶν ἀγορή) με την οποία, όπως συμβαίνει με ανάλογες σκηνές, εισάγεται μια σημαντική αφηγηματική ενότητα, η Αθηνά εκφράζει το παράπονο ότι ο Οδυσσέας εξακολουθεί να παραμένει καθηλωμένος στην Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς. Όπως η πρώτη παρέμβαση της θεάς στην αρχή του έπους έδωσε το έναυσμα για αλληλουχία εξελίξεων με αφετηρία την Ιθάκη και πρωταγωνιστή τον Τηλέμαχο, έτσι και η δεύτερη παρέμβασή της γίνεται η αφορμή για εξελίξεις που έχουν ως αφετηρία τον έτερο πόλο, την Ωγυγία, και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Οδυσσέα - από τον συντονισμό και τη σύγκλιση των δύο αυτών δράσεων θα προέλθει εν τέλει ο νόστος και ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα. Ο Ζευς αποστέλλει τον Ερμή στην Καλυψώ, προκείμενου να της μεταφέρει την εντολή των θεών να αφεθεί ο Οδυσσέας να γυρίσει στην πατρίδα του μόνος, πάνω σε μια σχεδία, χωρίς να τον συνοδέψει θεός ή άνθρωπος.

Στους επόμενους στίχους περιγράφεται η στιγμή κατά την οποία ο Ερμής, που ταξιδεύει πάνω από στεριές και θάλασσες, φθάνει στο νησί της Καλυψώς και βρίσκεται μπροστά σ᾽ έναν τόπο ειδυλλιακό. Αυτή η παράξενη ομορφιά του τοπίου, που μας μαγεύει καθώς ξετυλίγεται μπροστά μας, στο βάθος έχει κάτι το ανησυχητικό που υποβάλλεται από το γεγονός ότι απουσιάζουν οι άνθρωποι.

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφίκετο τηλόθ᾽ ἐοῦσαν,
ἔνθ᾽ ἐκ πόντου βὰς ἰοειδέος ἤπειρόνδε
ἤϊεν, ὄφρα μέγα σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι νύμφη
ναῖεν ἐϋπλόκαμος· τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν.
πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόθι δ᾽ ὀδμὴ
60 κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ
ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν.
ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος.
65 ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο,
σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι
εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν.
ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο
ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι·
70 κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ,
πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη.
ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου
θήλεον. ἔνθα κ᾽ ἔπειτα καὶ ἀθάνατός περ ἐπελθὼν
θηήσαιτο ἰδὼν καὶ τερφθείη φρεσὶν ᾗσιν.
75 ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος ἀργειφόντης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα ἑῷ θηήσατο θυμῷ,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλυθεν· οὐδέ μιν ἄντην
ἠγνοίησεν ἰδοῦσα Καλυψώ, δῖα θεάων,
οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται
80 ἀθάνατοι, οὐδ᾽ εἴ τις ἀπόπροθι δώματα ναίει.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆα μεγαλήτορα ἔνδον ἔτετμεν,
ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἐπ᾽ ἀκτῆς κλαῖε καθήμενος, ἔνθα πάρος περ,
δάκρυσι καὶ στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων
πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων.

***
Κι όταν πετώντας έφτασε το απόμακρο νησί,1 τότε από τον πόντο βγήκε 55
τον μενεξελή, και πάτησε τη γη.
Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά όπου η καλλίκομη νεράιδα
κατοικούσε. Την βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη,
και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί,
που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια.60
Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της,
υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα.
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες,
κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα,65
τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια,
κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες,
που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα.
Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά
μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής,70
κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει.
Στις δυό μεριές λιβάδια μαλακά μ᾽ άγριες βιολέτες
κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ,
κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε
αγαλλίαση η ψυχή του.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς,2 το θαύμα να κοιτάζει.75
Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας,
το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι
στη φαρδιά σπηλιά.
Μόλις τον είδε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ευθύς
τον αναγνώρισε - γιατί οι θεοί δεν μένουν μεταξύ τους άγνωστοι,
ακόμη κι όταν κατοικούν μακριά ο ένας απ᾽ τον άλλο.80
Μόνο τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα δεν βρήκε στη σπηλιά.
Όπως και πριν, έτσι και τώρα, στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
κοιτάζοντας με μάτια βουρκωμένα απέραντο το πέλαγος.
-----------
1 Την Ωγυγία.
2 Αυτός που σκότωσε τον Άργο με τα εκατό μάτια, στον οποίο η Ήρα είχε αναθέσει να φυλάει την Ιώ, για να μην μπορεί να τη συναντήσει ο Δίας.
 
Οδύσσεια ε 441-485

Στο μεταίχμιο της θάλασσας και της στεριάς

Ο Οδυσσέας έχει αφήσει το νησί της Καλυψώς και πάνω στη σχεδία του αρμενίζει στο πέλαγος δεκαεπτά ημέρες. Τη δέκατη όγδοη, ενώ στο βάθος φαίνεται η στεριά, τον βλέπει ο Ποσειδώνας, που επιστρέφει από τη χώρα γη των Αιθιόπων, και ξεσηκώνει άγρια τρικυμία. Η σχεδία συντρίβεται και ο Οδυσσέας βρίσκεται στα κύματα με ένα μαγικό μαντήλι που του χάρισε η Λευκοθέα την ώρα που θαλασσοδερνόταν. Δυο μερόνυχτα ακόμη παλεύει με το κύμα. Την τρίτη ημέρα, με τη βοήθεια της Αθηνάς, καταφέρνει να πλησιάσει στη στεριά, στις εκβολές ενός ποταμού. Η κρίσιμη στιγμή της σωτηρίας και η πρώτη νύχτα στη στεριά περιγράφεται στους επόμενους στίχους.

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ποταμοῖο κατὰ στόμα καλλιρόοιο
ἷξε νέων, τῇ δή οἱ ἐείσατο χῶρος ἄριστος,
λεῖος πετράων, καὶ ἐπὶ σκέπας ἦν ἀνέμοιο.
ἔγνω δὲ προρέοντα καὶ εὔξατο ὃν κατὰ θυμόν·
445 «κλῦθι, ἄναξ, ὅτις ἐσσί· πολύλλιστον δέ σ᾽ ἱκάνω
φεύγων ἐκ πόντοιο Ποσειδάωνος ἐνιπάς.
αἰδοῖος μέν τ᾽ ἐστὶ καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσιν
ἀνδρῶν ὅς τις ἵκηται ἀλώμενος, ὡς καὶ ἐγὼ νῦν
σόν τε ῥόον σά τε γούναθ᾽ ἱκάνω πολλὰ μογήσας.
450 ἀλλ᾽ ἐλέαιρε, ἄναξ· ἱκέτης δέ τοι εὔχομαι εἶναι.»
ὣς φάθ᾽, ὁ δ᾽ αὐτίκα παῦσεν ἑὸν ῥόον, ἔσχε δὲ κῦμα,
πρόσθε δέ οἱ ποίησε γαλήνην, τὸν δ᾽ ἐσάωσεν
ἐς ποταμοῦ προχοάς· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἄμφω γούνατ᾽ ἔκαμψε
χεῖράς τε στιβαράς· ἁλὶ γὰρ δέδμητο φίλον κῆρ.
455 ᾤδεε δὲ χρόα πάντα, θάλασσα δὲ κήκιε πολλὴ
ἂν στόμα τε ῥῖνάς θ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἄπνευστος καὶ ἄναυδος
κεῖτ᾽ ὀλιγηπελέων, κάματος δέ μιν αἰνὸς ἵκανεν.
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἔμπνυτο καὶ ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη,
καὶ τότε δὴ κρήδεμνον ἀπὸ ἕο λῦσε θεοῖο.
460 καὶ τὸ μὲν ἐς ποταμὸν ἁλιμυρήεντα μεθῆκεν,
ἂψ δ᾽ ἔφερεν μέγα κῦμα κατὰ ῥόον, αἶψα δ᾽ ἄρ᾽ Ἰνὼ
δέξατο χερσὶ φίλῃσιν· ὁ δ᾽ ἐκ ποταμοῖο λιασθεὶς
σχοίνῳ ὑπεκλίνθη, κύσε δὲ ζείδωρον ἄρουραν·
ὀχθήσας δ᾽ ἄρα εἶπε πρὸς ὃν μεγαλήτορα θυμόν·
465 «ὤ μοι ἐγώ, τί πάθω; τί νύ μοι μήκιστα γένηται;
εἰ μέν κ᾽ ἐν ποταμῷ δυσκηδέα νύκτα φυλάσσω,
μή μ᾽ ἄμυδις στίβη τε κακὴ καὶ θῆλυς ἐέρση
ἐξ ὀλιγηπελίης δαμάσῃ κεκαφηότα θυμόν·
αὔρη δ᾽ ἐκ ποταμοῦ ψυχρὴ πνέει ἠῶθι πρό.
470 εἰ δέ κεν ἐς κλιτὺν ἀναβὰς καὶ δάσκιον ὕλην
θάμνοις ἐν πυκινοῖσι καταδράθω, εἴ με μεθήῃ
ῥῖγος καὶ κάματος, γλυκερὸς δέ μοι ὕπνος ἐπέλθῃ,
δείδω μὴ θήρεσσιν ἕλωρ καὶ κύρμα γένωμαι.»
ὣς ἄρα οἱ φρονέοντι δοάσσατο κέρδιον εἶναι·
475 βῆ ῥ᾽ ἴμεν εἰς ὕλην· τὴν δὲ σχεδὸν ὕδατος εὗρεν
ἐν περιφαινομένῳ· δοιοὺς δ᾽ ἄρ᾽ ὑπήλυθε θάμνους
ἐξ ὁμόθεν πεφυῶτας· ὁ μὲν φυλίης, ὁ δ᾽ ἐλαίης.
τοὺς μὲν ἄρ᾽ οὔτ᾽ ἀνέμων διάη μένος ὑγρὸν ἀέντων,
οὔτε ποτ᾽ ἠέλιος φαέθων ἀκτῖσιν ἔβαλλεν,
480 οὔτ᾽ ὄμβρος περάασκε διαμπερές· ὣς ἄρα πυκνοὶ
ἀλλήλοισιν ἔφυν ἐπαμοιβαδίς· οὓς ὑπ᾽ Ὀδυσσεὺς
δύσετ᾽. ἄφαρ δ᾽ εὐνὴν ἐπαμήσατο χερσὶ φίλῃσιν
εὐρεῖαν· φύλλων γὰρ ἔην χύσις ἤλιθα πολλή,
ὅσσον τ᾽ ἠὲ δύω ἠὲ τρεῖς ἄνδρας ἔρυσθαι
485 ὥρῃ χειμερίῃ, εἰ καὶ μάλα περ χαλεπαίνοι.

***
Και τότε κολυμπώντας φτάνει στο στόμα ποταμού καλλίρροου
-αυτός ο χώρος έκρινε πως ήταν ο καλύτερος,
αφού του έλειπαν οι βράχοι, κι ο άνεμος δεν τον χτυπούσε. Βλέποντας
μπρος του τα νερά του ποταμού να ρέουν, έκανε ολόψυχην ευχή:
«Επάκουσε, όποιος κι αν είσαι, ποταμέ βασιλικέ μου.445
Προσπέφτω, χίλιες φορές παρακαλώ σε, γλίτωσέ με
από την απειλή του ποσειδώνειου πελάγου.
Πρέπει, πιστεύω, κι οι αθάνατοι θεοί να τον σπλαχνίζονται
όποιον παραδαρμένος τους ζητά το έλεός τους.
Ένας που έπαθε πολλά κι εγώ, τώρα στα γόνατα σου πέφτω,
ποταμέ μου, ζητώ να μ᾽ ελεήσεις, βασιλιά μου.
Ικέτης σου είμαι, και το ομολογώ».450

Ευχήθηκε κι ευθύς ο ποταμός ανέκοψε το ρέμα,
σταμάτησε το κύμα, μπροστά του τα νερά γαλήνεψε,
τον πήρε και τον έσωσε στις εκβολές του.
Μα πια είχαν λυγίσει και τα δυο του γόνατα, τα στιβαρά του χέρια
λύθηκαν, ένιωθε τσακισμένος απ᾽ το κύμα·
σώμα πρησμένο, στόμα και ρουθούνια να ξερνούν τη θάλασσα,455
κι αυτός πεσμένος κάτω, δίχως πνοή, δίχως φωνή,
σαν λιγοθυμισμένος, τυραννισμένος από κούραση φριχτή.
Κι ωστόσο μόλις πήρε ανάσα κι ήρθε η ψυχή ξανά στον τόπο της,
το μαγικό μαγνάδι λύνοντας το παραδίνει
στου ποταμού το ρέμα που έσμιγε με τη θάλασσα·460
γοργά το πήρε μες στη δίνη του ένα μεγάλο κύμα,
κι αμέσως το υποδέχτηκαν τα χέρια της Ινώς.1
Τότε απ᾽ το ποτάμι βγαίνει, έγειρε σ᾽ έναν σχοίνο πλάι,
σκύβοντας φίλησε το χώμα της ζωοδόχου γης.
Βαρύθυμος ακόμη, μιλώντας είπε στη γενναία ψυχή του:

«Τώρα στο τέλος τι μου μέλλεται να πάθω, αλίμονο.465
Αν μείνω στο ποτάμι και περάσω εδώ τη μαύρη νύχτα,
πως να μη συμμαχήσουν άσχημα πάχνη και παγωνιά,
εξαντλημένον να μου πάρουν την ψυχή·
είναι που την αυγή τόσο ψυχρό το αγιάζι κατεβαίνει απ᾽ το ποτάμι.
Αν πάλι ανέβω την πλαγιά στο δάσος το βαθύσκιωτο,470
αν πέσω σε φυλλωσιές πυκνές να κοιμηθώ, πες πως το κρύο
κι ο κάματος μ᾽ αφήνουν, κι επέρχεται γλυκός ο ύπνος·
τα άγρια θηρία τρέμω μήπως με βρουν και με σπαράξουν».

Κι όπως το συλλογίστηκε, αυτό του φάνηκε πως είναι το καλύτερο:
ξεκίνησε να βρει το δάσος, το βρήκε πλάι στον ποταμό,475
από ψηλά να του αγναντεύει.
Τρύπωσε εκεί, κάτω από θάμνα δίδυμα, ελιά κι αγρίλι που ξεφύτρωναν μαζί.
Δεν έφτανε ώς εδώ το μένος των υγρών ανέμων,
δεν τα χτυπούσε αυτά τα θάμνα με τις αχτίνες του ο ήλιος,
όταν σηκώνεται λαμπρός, μήτε η βροχή τα διαπερνούσε·480
τόσο πυκνά συμπλέκονταν το ᾽να μαζί με τ᾽ άλλο.
Γλίστρησε ο Οδυσσέας στον κόρφο τους, και με τα χέρια του
φτιάχνει το στρώμα του παχύ κι ευρύχωρο,
από τα φύλλα τα πολλά που ήταν χυμένα γύρω, τόσο και τέτοιο,
που θα μπορούσε δυό και τρεις ανθρώπους να τους προφυλάξει,
ακόμη και σε ώρα χειμωνιάτικη, όταν βαραίνει ο καιρός πολύ.485
----------
1 Κόρη του Κάδμου. Ονομάζεται και Λευκοθέα. Αρχικά ήταν θνητή και εν συνεχεία θεά της θάλασσας. Έσωσε τον Οδυσσέα (ε 333 κ.ε.)
 
Ὀδύσσεια κ 466-560

Το νησί της Κίρκης

Στη χώρα των Λαιστρυγόνων ο Οδυσσέας χάνει τα ένδεκα από τα δώδεκα καράβια του. Με το ένα που του απομένει φτάνει στην Αία, το παράξενο και μυστηριώδες νησί της Κίρκης. Εκεί ανιχνεύει αρχικά μόνος του το παλάτι της Κίρκης, αλλά δεν το πλησιάζει. Επιστρέφει στους συντρόφους και τους χωρίζει σε δύο ομάδες, ορίζοντας αρχηγό της δεύτερης τον Ευρύλοχο. Στην ομάδα αυτή πέφτει ο κλήρος να πάει στο παλάτι και να μπει μέσα. Εκεί τους υποδέχεται η Κίρκη και με το μαγικό ραβδί της τους μεταμορφώνει σε γουρούνια. Σώζεται μονάχα ο (καχύποπτος) Ευρύλοχος, που έμεινε έξω από το παλάτι. Τρομοκρατημένος από την εξαφάνιση των άλλων, γυρίζει πίσω και ενημερώνει τους υπόλοιπους και τον Οδυσσέα, που αναλαμβάνει και πάλι μόνος να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Στο δρόμο προς το παλάτι εμφανίζεται μπροστά του ο Ερμής, που του αποκαλύπτει τι έχει συμβεί και τον συμβουλεύει πώς να αντιμετωπίσει την Κίρκη. Η μάγισσα επιχειρεί να μεταμορφώσει και τον Οδυσσέα αλλά αποτυγχάνει. Εκείνος την ορκίζει πως δεν θα του κάνει κακό, πλαγιάζει μαζί της και την πείθει να επαναφέρει στην ανθρώπινη μορφή τους συντρόφους του. Η Κίρκη δέχεται και ζητά να έρθουν στο παλάτι και οι υπόλοιποι. Όλοι μαζί περνούν κάπου ένα χρόνο στο παλάτι ευωχούμενοι. Όταν ο Οδυσσέας, παρακινούμενος και από τους συντρόφους, της ζητάει να τους επιτρέψει να φύγουν, εκείνη συγκατατίθεται, αλλά, προς απογοήτευση όλων, του φανερώνει ότι πρέπει να κατεβεί στον κάτω κόσμο για να ζητήσει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία, που θα του δείξει το δρόμο της επιστροφής. Την ώρα που ξεκινούν, ο πιο νέος απ᾽ όλους, ο Ελπήνωρ με τον σαλεμένο νου, πέφτει μεθυσμένος από το δώμα της Κίρκης και σκοτώνεται.

ὣς ἔφαθ᾽, ἡμῖν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ἔνθα μὲν ἤματα πάντα τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτὸν
ἥμεθα, δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ·
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δ᾽ ἔτραπον ὧραι,
470 μηνῶν φθινόντων, περὶ δ᾽ ἤματα μακρὰ τελέσθη,
καὶ τότε μ᾽ ἐκκαλέσαντες ἔφαν ἐρίηρες ἑταῖροι·
«δαιμόνι᾽, ἤδη νῦν μιμνήσκεο πατρίδος αἴης,
εἴ τοι θέσφατόν ἐστι σαωθῆναι καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»
475 ὣς ἔφαν, αὐτὰρ ἐμοί γ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ,
ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἥμεθα, δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ.
ἦμος δ᾽ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν,
οἱ μὲν κοιμήσαντο κατὰ μέγαρα σκιόεντα.
480 αὐτὰρ ἐγὼ Κίρκης ἐπιβὰς περικαλλέος εὐνῆς
γούνων ἐλλιτάνευσα, θεὰ δέ μοι ἔκλυεν αὐδῆς·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων·
«ὦ Κίρκη, τέλεσόν μοι ὑπόσχεσιν, ἥν περ ὑπέστης,
οἴκαδε πεμψέμεναι· θυμὸς δέ μοι ἔσσυται ἤδη,
485 ἠδ᾽ ἄλλων ἑτάρων, οἵ μευ φθινύθουσι φίλον κῆρ
ἀμφ᾽ ἔμ᾽ ὀδυρόμενοι, ὅτε που σύ γε νόσφι γένηαι.»
ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
μηκέτι νῦν ἀέκοντες ἐμῷ ἐνὶ μίμνετε οἴκῳ·
490 ἀλλ᾽ ἄλλην χρὴ πρῶτον ὁδὸν τελέσαι καὶ ἱκέσθαι
εἰς Ἀΐδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης,
ψυχῇ χρησομένους Θηβαίου Τειρεσίαο,
μάντιος ἀλαοῦ, τοῦ τε φρένες ἔμπεδοί εἰσι·
τῷ καὶ τεθνηῶτι νόον πόρε Περσεφόνεια
495 οἴῳ πεπνῦσθαι· τοὶ δὲ σκιαὶ ἀΐσσουσιν.»
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμοί γε κατεκλάσθη φίλον ἦτορ·
κλαῖον δ᾽ ἐν λεχέεσσι καθήμενος, οὐδέ νύ μοι κῆρ
ἤθελ᾽ ἔτι ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κλαίων τε κυλινδόμενός τ᾽ ἐκορέσθην,
500 καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«ὦ Κίρκη, τίς γὰρ ταύτην ὁδὸν ἡγεμονεύσει;
εἰς Ἄϊδος δ᾽ οὔ πώ τις ἀφίκετο νηῒ μελαίνῃ.»
ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
505 μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ παρὰ νηῒ μελέσθω,
ἱστὸν δὲ στήσας ἀνά θ᾽ ἱστία λευκὰ πετάσσας
ἧσθαι· τὴν δέ κέ τοι πνοιὴ βορέαο φέρῃσιν.
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δὴ νηῒ δι᾽ Ὠκεανοῖο περήσῃς,
ἔνθ᾽ ἀκτή τε λάχεια καὶ ἄλσεα Περσεφονείης,
510 μακραί τ᾽ αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι,
νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι ἐπ᾽ Ὠκεανῷ βαθυδίνῃ,
αὐτὸς δ᾽ εἰς Ἀΐδεω ἰέναι δόμον εὐρώεντα.
ἔνθα μὲν εἰς Ἀχέροντα Πυριφλεγέθων τε ῥέουσι
Κώκυτός θ᾽, ὃς δὴ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ,
515 πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμῶν ἐριδούπων·
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽, ἥρως, χριμφθεὶς πέλας, ὥς σε κελεύω,
βόθρον ὀρύξαι ὅσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἀμφ᾽ αὐτῷ δὲ χοὴν χεῖσθαι πᾶσιν νεκύεσσι,
πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ,
520 τὸ τρίτον αὖθ᾽ ὕδατι· ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ παλύνειν.
πολλὰ δὲ γουνοῦσθαι νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη,
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ᾽ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ᾽ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
525 παμμέλαν᾽, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ὑμετέροισιν.
αὐτὰρ ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ κλυτὰ ἔθνεα νεκρῶν,
ἔνθ᾽ ὄϊν ἀρνειὸν ῥέζειν θῆλύν τε μέλαιναν
εἰς Ἔρεβος στρέψας, αὐτὸς δ᾽ ἀπονόσφι τραπέσθαι
ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων· ἔνθα δὲ πολλαὶ
530 ψυχαὶ ἐλεύσονται νεκύων κατατεθνηώτων.
δὴ τότ᾽ ἔπειθ᾽ ἑτάροισιν ἐποτρῦναι καὶ ἀνῶξαι
μῆλα, τὰ δὴ κατάκειτ᾽ ἐσφαγμένα νηλέϊ χαλκῷ,
δείραντας κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν,
ἰφθίμῳ τ᾽ Ἀΐδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ·
535 αὐτὸς δὲ ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ
ἧσθαι, μηδὲ ἐᾶν νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα
αἵματος ἆσσον ἴμεν πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι.
ἔνθα τοι αὐτίκα μάντις ἐλεύσεται, ὄρχαμε λαῶν,
ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου
540 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.»
ὣς ἔφατ᾽, αὐτίκα δὲ χρυσόθρονος ἤλυθεν Ἠώς.
ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν·
αὐτὴ δ᾽ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη,
λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετ᾽ ἰξυῖ
545 καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δ᾽ ἐπέθηκε καλύπτρην,
αὐτὰρ ἐγὼ διὰ δώματ᾽ ἰὼν ὄτρυνον ἑταίρους
μειλιχίοις ἐπέεσσι παρασταδὸν ἄνδρα ἕκαστον·
«μηκέτι νῦν εὕδοντες ἀωτεῖτε γλυκὺν ὕπνον,
ἀλλ᾽ ἴομεν· δὴ γάρ μοι ἐπέφραδε πότνια Κίρκη.»
550 ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἔνθεν περ ἀπήμονας ἦγον ἑταίρους.
Ἐλπήνωρ δέ τις ἔσκε νεώτατος, οὔτε τι λίην
ἄλκιμος ἐν πολέμῳ οὔτε φρεσὶν ᾗσιν ἀρηρώς,
ὅς μοι ἄνευθ᾽ ἑτάρων ἱεροῖς ἐν δώμασι Κίρκης
555 ψύχεος ἱμείρων, κατελέξατο οἰνοβαρείων·
κινυμένων δ᾽ ἑτάρων ὅμαδον καὶ δοῦπον ἀκούσας
ἐξαπίνης ἀνόρουσε καὶ ἐκλάθετο φρεσὶν ᾗσιν
ἄψορρον καταβῆναι ἰὼν ἐς κλίμακα μακρήν,
ἀλλὰ καταντικρὺ τέγεος πέσεν· ἐκ δέ οἱ αὐχὴν
560 ἀστραγάλων ἐάγη, ψυχὴ δ᾽ Ἄϊδόσδε κατῆλθεν.

***
Έτσι μας μίλησε,1 κι ησύχασε η περήφανη ψυχή μας.
Εκεί, λοιπόν, μέρες ατέλειωτες, ώσπου να κλείσει χρόνος,
μείναμε κι ευφραινόμαστε μ᾽ άφθονο κρέας και γλυκό κρασί.
Αλλ᾽ όταν κύλησε η χρονιά, κι αλλάζοντας οι εποχές,
λιγόστεψαν και τα φεγγάρια· όταν γυρίζοντας ο κύκλος, τέλειωσαν470
οι μακρές ημέρες, τότε με φώναξαν παράμερα κι έτσι μου μίλησαν
οι τίμιοι σύντροφοί μου:
«Αλόγιστε, καιρός πια να σκεφτείς και την πατρίδα·
αν είναι από θεού γραμμένο να σωθείς και πίσω να γυρίσεις
στο σπιτικό σου το καλόχτιστο, στην πατρική σου γη».

Μ᾽ αυτά τα λόγια τους κλονίστηκε περήφανη η ψυχή μου.475
Έτσι τη μέρα εκείνη ολόκληρη, ώσπου να δύσει ο ήλιος,
μείναμε κι ευφραινόμαστε μ᾽ άφθονο κρέας και γλυκό κρασί·
όταν ο ήλιος όμως έδυσε κι έπεσε το βαθύ σκοτάδι,
οι σύντροφοί μου πήγαν να πλαγιάσουν στις ισκιωμένες
κάμαρες του παλατιού.
Όμως εγώ στην κλίνη την περίκαλλη της Κίρκης βρέθηκα,480
κι εκεί γονατιστός παρακαλούσα, με τη θεά ν᾽ ακούει τη φωνή μου·
την φώναξα με τ᾽ όνομά της και μιλώντας
τα λόγια μου πετούσαν σαν πουλιά:
«Ω Κίρκη, την υπόσχεσή σου κάνε πράξη, όπως και το υποσχέθης,
πως θα με στείλεις πίσω στην πατρίδα·2 μέσα μου πια η ψυχή μου
πεταρίζει, όσο και των συντρόφων μου που μου σπαράζουν485
την καρδιά θρηνώντας, όταν εσύ κάπου και λίγο απομακρύνεσαι».

Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
αν δεν το θέλετε, κι εγώ δεν θέλω κι άλλο να μείνετε σ᾽ αυτό το σπίτι·
όμως σας μέλλεται μια άλλη οδός, που να την φέρετε σε πέρας·
γιατί σας πρέπει πρώτα να φτάσετε στου Άδη το παλάτι,490
εκεί που ανήμερη κι η Περσεφόνη κατοικεί·
να πάρετε χρησμό απ᾽ του Θηβαίου Τειρεσία την ψυχή,
του μάντη εκείνου του τυφλού, που η γνώση του ακέραιη πάντα μένει·
γιατί, ακόμη κι όταν πέθανε, η Περσεφόνη του άφησε τον νου του ανέπαφο,
μόνος αυτός να ᾽ναι στα συγκαλά του και να σκέφτεται· οι άλλοι όμως
περιφέρονται άδειες σκιές».495

Έτσι μου μίλησε, εμένα ωστόσο ράγισε η καρδιά μου·
θρηνούσα καθισμένος στο κρεβάτι της, δεν ήθελε η ψυχή μου
άλλο να ζω, και πως να δω το φως του ήλιου.
Και μόνον όταν, σαν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πια το κλάμα μου,
πήρα τον λόγο και την ρώτησα:500
«Ω Κίρκη, ποιος του δρόμου μας θα γίνει κυβερνήτης;
γιατί θαρρώ στον Άδη, ώς τώρα, άλλος κανείς δεν έφτασε
με μελανό καράβι».

Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
να μη σε βασανίζει ποιος θα κυβερνήσει το καράβι σου·505
να στήσεις μόνο το κατάρτι, να ανοίξεις τα λευκά πανιά,
και φτάνει· το πλοίο θα αρμενίσει με του Βορρά το φύσημα.
Κι όταν με το καράβι σου περάσεις πέρα ώς πέρα τον Ωκεανό,3
όπου θα δεις μια χαμηλήν ακτή κι άλση της Περσεφόνης,
με σκούρες και μεγάλες λεύκες, ιτιές που δεν προφταίνουν να καρπίσουν4-
εκεί εμπιστεύσου το πλεούμενο στον ίδιο τον Ωκεανό,510
με τις βαθιές του δίνες· εσύ τον δρόμο τράβηξε
για το άραχλο παλάτι του Άδη.
Κάπου συμβάλλουν στον Αχέροντα δυο ποταμοί,
Πυριφλεγέθων και Κωκυτός -τρέχει κι αυτός απ᾽ το νερό της Στύγας·5
είναι ένας βράχος μεσιανός εκεί, που πάνω του χτυπούν τα δυο ποτάμια,515
σμίγοντας μεταξύ τους με γδούπο τρομερό.
Όταν, γενναίε μου, χωθείς εκεί, όσο μπορείς πιο μέσα,
καθώς σου παραγγέλλω,
σκάψε ένα λάκκο ώς ένα πήχη, απ᾽ όλες τις μεριές,
και γύρω-γύρω τις χοές σου πρόσφερε σ᾽ όλους τους πεθαμένους·
μέλι και γάλα πρώτα, μετά γλυκό κρασί, τέλος νερό· και πάνω εκεί520
πασπάλισε λευκό κριθάλευρο.
Δεήσου τότε στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών πως,
όταν φτάσεις στην Ιθάκη, μιαν αγελάδα στείρα, την καλύτερη,
θα θυσιάσεις στο παλάτι, ρίχνοντας στην πυρά
πάμπολλα δώρα και λαμπρά·
στον Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο κριάρι πως θα προσφέρεις,
μόνο σ᾽ αυτόν, να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πρόβατά σου.525
Κι όταν με τις ευχές σου λιτανεύσεις το σμάρι των διάσημων νεκρών,
σφάξε κριάρι αρσενικό και προβατίνα μαύρη, προσέχοντας
να βλέπει το κεφάλι τους στο Έρεβος·6 ο ίδιος όμως, το μάτι σου από κει
αποστρέφοντας, κοίταζε τις ροές του ποταμού.
Θα φτάσουν τότε οι πολλές ψυχές των πεθαμένων που αφανίστηκαν.530
Την ώρα εκείνη κίνησε τους συντρόφους σου, παράγγειλέ τους·
τα σφάγια που θα κείτονται στο χώμα, θανατωμένα από το άσπλαχνο
χαλκό, να γδάρουν και να κάψουν, ενώ προς τους θεούς θα δέονται,
τον ακατάλυτο Άδη, την τρομερή την Περσεφόνη.
Ο ίδιος, το σπαθί τραβώντας από τον μηρό σου, μείνε535
αμετακίνητος, και μην αφήσεις των νεκρών τα αδύναμα κεφάλια,
να σκύψουν στο αίμα, προτού τον Τειρεσία ρωτήσεις να σου πει.
Γιατί θα φτάσει ο μάντης πάραυτα, για χάρη σου αρχηγέ,
να σου εξηγήσει την οδό, του δρόμου σου τα μέτρα,
τον νόστο σου, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγο».540
Μιλώντας, πρόβαλε σε λίγο, πάνω σε θρόνο ολόχρυσο, η Αυγή.
Γύρω μου τότε η Κίρκη πέρασε χλαμύδα, μου φόρεσε και τον χιτώνα.
Η ίδια η νύμφη ντύθηκε το φόρεμά της - μακρύ, αστραφτερό,
λεπτό, χαριτωμένο· ζώνει τη μέση της μ᾽ όμορφη ζώνη
ολόχρυση, έριξε στο κεφάλι της μαντίλα.545
Κι εγώ, περνώντας από κάμαρη σε κάμαρη, παρακινούσα τους συντρόφους,
μιλώντας με μειλίχια λόγια, από κοντά και στον καθένα χωριστά:
«Πια μην κοιμάστε, δοσμένοι στον γλυκύ σας ύπνο·
ώρα να φύγουμε· το πού και πώς, μου τα εξήγησε η σεβάσμια Κίρκη».
Έτσι τους μίλησα, και συγκατένευσε στα λόγια μου περήφανη η
ψυχή τους.550
Όμως δεν ήταν το γραφτό μου ούτε από κει να πάρω
τους συντρόφους άβλαβους.
Κάποιος Ελπήνωρ, ο πιο νέος απ᾽ όλους, μήτε στη μάχη και πολύ
γενναίος, μήτε και στο μυαλό του τόσο γνωστικός -
αυτός λοιπόν, γυρεύοντας δροσιά, πήγε και πλάγιασε παράμερα
από τους άλλους μου συντρόφους,
στο δώμα επάνω του ιερού σπιτιού της Κίρκης,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το πολύ κρασί.555
Τότε, ακούγοντας θόρυβο και φωνές των άλλων που κινούσαν,
πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο ξαφνιασμένος και, παραζαλισμένος, χάνει
τον δρόμο του, που θα κατέβαινε πάλι τη σκάλα την ψηλή·
από τη στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε με το κεφάλι, σύντριψε
του λαιμού τους αστραγάλους, κι ευθύς κατέβηκε560
στον Άδη η ψυχή του.
---------
1 Η Κίρκη.
2 Στην πραγματικότητα η Κίρκη δεν έδωσε ρητά τέτοια υπόσχεση. Η όποια δέσμευσή της απορρέει από το γεγονός ότι τους αναγνώρισε ως ξένους (στ. 456-465)
3 Για τον Ωκεανό βλ. Κείμενο 5, σχόλ. 1.
4 Στο πρωτότυπο ἰτέαι ὠλεσίκαρποι. Αρχαίοι συγγραφείς παρατηρούν ότι ο χαρακτηρισμός ταιριάζει στην ιτιά που αποβάλλει τους καρπούς της πριν ωριμάσουν.
5 Δεν είναι σαφές αν για τον Όμηρο ο Αχέρων είναι, ως συνήθως, ποταμός ή (πιθανότερο) λίμνη. Σ᾽ αυτόν εκβάλλουν οι ποταμοί Πυριφλεγέθων και Κωκυτός, από τους οποίους ο δεύτερος απορρέει από τη Στύγα, που είναι ορμητικό ποτάμι του κάτω κόσμου στο οποίο ορκίζονται οι αθάνατοι. Αξιοσημείωτα είναι τα σημαίνοντα ονόματα: Αχέρων (συνδέεται παρετυμολογικά με τη λέξη ἄχος = θλίψη, λύπη), Πυριφλεγέθων (πυρί + φλεγέθω = φλέγω), Κωκυτός (κωκύω =θρηνώ), Στύξ (στυγῶ = μισώ).
6 Το σκοτεινό βάθος του Άδη.
 
Ὀδύσσεια λ 465-491, 541-567

Νέκυια

Ο Οδυσσέας, ο οποίος έχει φτάσει στα νησιά των Φαιάκων, συνεχίζει, στο παλάτι του Αλκίνοου, την εξιστόρηση των περιπλανήσεών του στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει από την άλωση της Τροίας. Η προηγούμενη ραψωδία έκλεισε με την περιπέτειά του στο νησί της Κίρκης. Εκεί, την ώρα που ο Οδυσσέας άκουγε την ίδια την Κίρκη να του λέει ότι αυτός και οι σύντροφοί του μπορούν να εγκαταλείψουν το νησί της, την ίδια ώρα μάθαινε -πάλι από την Κίρκη- ότι ο δρόμος της επιστροφής στην Ιθάκη περνάει υποχρεωτικά από τον κόσμο των νεκρών, όπου ο ήρωας θα συναντήσει τον μάντη Τειρεσία και θα του ζητήσει να τον συμβουλέψει. Η κάθοδος στον Άδη συνιστά ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια της Οδύσσειας, στην εξιστόρηση του οποίου αφιερώνεται μια ολόκληρη ραψωδία, που οι Αλεξανδρινοί της έδωσαν εύστοχα τον τίτλο Νέκυια. Ο ήρωας, αφήνοντας να τον οδηγήσει ο άνεμος, όπως του είχε υποδείξει η Κίρκη, και ακολουθώντας με τελετουργική αυστηρότητα και τις άλλες υποδείξεις της (σπονδές, τάματα, θυσίες), πέρασε το όριο της ζωής και του θανάτου και βρέθηκε στον χώρο των νεκρών. Εκεί συναντάει αρχικά τις ψυχές του Ελπήνορα, του Τειρεσία και της μητέρας του της Αντίκλειας, έπειτα 14 γυνακείες ηρωικές μορφές, έπειτα τρεις ήρωες του Τρωικού πολέμου (τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα) και, τέλος, έξι ήρωες του απώτερου παρελθόντος με έσχατο τον Ηρακλή.

Οι στίχοι που ακολουθούν αναφέρονται στη συνάντηση με τον Αχιλλέα και τον Αίαντα.

νῶϊ μὲν ὣς ἐπέεσσιν ἀμειβομένω στυγεροῖσιν
ἕσταμεν ἀχνύμενοι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες·
ἦλθε δ᾽ ἐπὶ ψυχὴ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
καὶ Πατροκλῆος καὶ ἀμύμονος Ἀντιλόχοιο
Αἴαντός θ᾽, ὃς ἄριστος ἔην εἶδός τε δέμας τε
470 τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ᾽ ἀμύμονα Πηλείωνα.
ἔγνω δὲ ψυχή με ποδώκεος Αἰακίδαο,
καί ῥ᾽ ὀλοφυρομένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
σχέτλιε, τίπτ᾽ ἔτι μεῖζον ἐνὶ φρεσὶ μήσεαι ἔργον;
475 πῶς ἔτλης Ἄϊδόσδε κατελθέμεν, ἔνθα τε νεκροὶ
ἀφραδέες ναίουσι, βροτῶν εἴδωλα καμόντων;»
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«ὦ Ἀχιλεῦ, Πηλῆος υἱέ, μέγα φέρτατ᾽ Ἀχαιῶν,
ἦλθον Τειρεσίαο κατὰ χρέος, εἴ τινα βουλὴν
480 εἴποι, ὅπως Ἰθάκην ἐς παιπαλόεσσαν ἱκοίμην·
οὐ γάρ πω σχεδὸν ἦλθον Ἀχαιΐδος, οὐδέ πω ἁμῆς
γῆς ἐπέβην, ἀλλ᾽ αἰὲν ἔχω κακά. σεῖο δ᾽, Ἀχιλλεῦ,
οὔ τις ἀνὴρ προπάροιθε μακάρτερος οὔτ᾽ ἄρ᾽ ὀπίσσω.
πρὶν μὲν γάρ σε ζωὸν ἐτίομεν ἶσα θεοῖσιν
485 Ἀργεῖοι, νῦν αὖτε μέγα κρατέεις νεκύεσσιν
ἐνθάδ᾽ ἐών· τῶ μή τι θανὼν ἀκαχίζευ, Ἀχιλλεῦ.»
ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπε·
«μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ᾽ Ὀδυσσεῦ.
βουλοίμην κ᾽ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ,
490 ἀνδρὶ παρ᾽ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,
ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν.»
αἱ δ᾽ ἄλλαι ψυχαὶ νεκύων κατατεθνηώτων
ἕστασαν ἀχνύμεναι, εἴροντο δὲ κήδε᾽ ἑκάστη.
οἴη δ᾽ Αἴαντος ψυχὴ Τελαμωνιάδαο
νόσφιν ἀφεστήκει, κεχολωμένη εἵνεκα νίκης,
545 τήν μιν ἐγὼ νίκησα δικαζόμενος παρὰ νηυσὶ
τεύχεσιν ἀμφ᾽ Ἀχιλῆος· ἔθηκε δὲ πότνια μήτηρ.
παῖδες δὲ Τρώων δίκασαν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη.
ὡς δὴ μὴ ὄφελον νικᾶν τοιῷδ᾽ ἐπ᾽ ἀέθλῳ·
τοίην γὰρ κεφαλὴν ἕνεκ᾽ αὐτῶν γαῖα κατέσχεν,
550 Αἴανθ᾽ ὃς περὶ μὲν εἶδος, περὶ δ᾽ ἔργα τέτυκτο
τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ᾽ ἀμύμονα Πηλείωνα.
τὸν μὲν ἐγὼν ἐπέεσσι προσηύδων μειλιχίοισιν·
«Αἶαν, παῖ Τελαμῶνος ἀμύμονος, οὐκ ἄρ᾽ ἔμελλες
οὐδὲ θανὼν λήσεσθαι ἐμοὶ χόλου εἵνεκα τευχέων
555 οὐλομένων; τὰ δὲ πῆμα θεοὶ θέσαν Ἀργείοισι,
τοῖος γάρ σφιν πύργος ἀπώλεο· σεῖο δ᾽ Ἀχαιοὶ
ἶσον Ἀχιλλῆος κεφαλῇ Πηληϊάδαο
ἀχνύμεθα φθιμένοιο διαμπερές· οὐδέ τις ἄλλος
αἴτιος, ἀλλὰ Ζεὺς Δαναῶν στρατὸν αἰχμητάων
560 ἐκπάγλως ἔχθαιρε, τεῒν δ᾽ ἐπὶ μοῖραν ἔθηκεν.
ἀλλ᾽ ἄγε δεῦρο, ἄναξ, ἵν᾽ ἔπος καὶ μῦθον ἀκούσῃς
ἡμέτερον· δάμασον δὲ μένος καὶ ἀγήνορα θυμόν.»
ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ οὐδὲν ἀμείβετο, βῆ δὲ μετ᾽ ἄλλας
ψυχὰς εἰς Ἔρεβος νεκύων κατατεθνηώτων.
565 ἔνθα χ᾽ ὁμῶς προσέφη κεχολωμένος, ἤ κεν ἐγὼ τόν·
ἀλλά μοι ἤθελε θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι φίλοισι
τῶν ἄλλων ψυχὰς ἰδέειν κατατεθνηώτων.

***
Οι δυό μας,1 συναλλάσσοντας τα πικραμένα λόγια μας,465
εκεί στεκόμαστε, στη λύπη μας δοσμένοι, στο δάκρυ μας πνιγμένοι.
Και τότε ήλθε η ψυχή του Αχιλλέα, γιου του Πηλέα,
και του Πατρόκλου η ψυχή, και του άψογου Αντιλόχου,2
κι ακόμη του Αίαντα, που υπήρξε ο άριστος στην όψη, στο παράστημα,
ανάμεσα στους άλλους Δαναούς, με μόνη εξαίρεση τον Αχιλλέα.470
Αμέσως μ᾽ αναγνώρισε του Αιακίδη3 η ψυχή, ασυναγώνιστου τότε στο τρέξιμο,
ολοφυρόμενη φώναξε το όνομά μου κι, όπως μου μίλησε,
τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Γέννημα του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα·
άφοβε, ποιο άλλο έργο φοβερότερο θα βάλει ακόμη ο νους σου;
που τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου νεκροί μονάχα475
κατοικούν, δίχως τον νου τους πια, είδωλα και σκιές
βροτών που έχουν πεθάνει».

Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αποκρίθηκα, με το όνομά του:
«Ω Αχιλλέα, του Πηλέα γιε, ο πρώτος κι ο καλύτερος των Αχαιών,
ήλθα γυρεύοντας τον Τειρεσία, μήπως μου δώσει
κάποια συμβουλή, το πώς θα φτάσω στην τραχιάν Ιθάκη.480
Γιατί δεν ζύγωσα ακόμη στη δική μας γη, δεν πάτησα
το χώμα της πατρίδας μου· με δέρνει πάντα το κακό. Εσένα όμως,
Αχιλλέα, κρίνω πως δεν υπάρχει άλλος σου ευτυχέστερος, ούτε από όσους
έζησαν στο παρελθόν, μήτε από εκείνους που θα ρθούν στο μέλλον.
Αφού, και ενόσω ζούσες, όλοι μας σε τιμούσαμε σαν να ᾽σουνα θεός,
οι Αργείοι, αλλά κι εδώ που βρίσκεσαι με τους νεκρούς,485
μένει μεγάλη η δύναμή σου· γι᾽ αυτό, Αχιλλέα, μη θλίβεσαι
και μην πικραίνεσαι πολύ στον θάνατό σου».

Σ᾽ αυτά τα λόγια μου εκείνος αμέσως ανταπάντησε μιλώντας:
«Μη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε·
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο4 πια που να μην έχει και μεγάλο βιος,490
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.»
...
Τότε κι άλλες ψυχές νεκρών αφανισμένων
είχαν στηθεί εκεί και καθεμιά ρωτώντας έλεγε τον πόνο της.
Μόνο η ψυχή του Τελαμώνιου Αίαντα κρατούσε
απόσταση, βαριά οργισμένη ακόμη με τη νίκη μου,
τη νίκη που την νίκησα εγώ, όταν η δίκη εκείνη έγινε στα πλοία,545
το ποιος θα πάρει τα όπλα του Αχιλλέα -την όρισε η σεμνή του μάνα,
των Τρώων θυγατέρες κι η Αθηνά Παλλάδα.
Μακάρι να μην ήμουν νικητής σε τέτοιο αγώνα,
που έγινε η αφορμή να φάει το χώμα τέτοια κεφαλή,
τον Αίαντα, 5 που ξεπερνούσε στην ομορφιά, στα έργα του πολέμου,550
όλους τους άλλους Δαναούς, εξόν τον άψογο γιο του Πηλέα.
Και μ᾽ όλα ταύτα τον προσφώνησα, του μίλησα γλυκά:
«Αίαντα, του τίμιου Τελαμώνα γιε, δεν έμελλες αλήθεια
μήτε νεκρός να λησμονήσεις την οργή μαζί μου, για εκείνα
τα καταραμένα όπλα, που οι θεοί τα ρίξανε στη μέση,555
να φέρουν στους Αργείους συμφορά· αφού αφανίστηκες εσύ,
ο πύργος μας, κι εμείς οι Αχαιοί θρηνήσαμε για τον χαμό σου,
όσο και για τον ακριβό Αχιλλέα, γιο του Πηλέα,
κι ακόμη σε θρηνούμε. Ένοχος όμως άλλος κανείς δεν βρίσκεται
εξόν ο Δίας, που μίσησε θανάσιμα στρατό και μαχητές των Δαναών·560
αυτός σε σφράγισε κι εσένα με τη μοίρα του θανάτου.
Αλλά, γενναίε, τώρα σύγκλινε, άκουσε τη φωνή του λόγου μου·
δάμασε πια το μένος σου και τον περήφανο θυμό σου».

Έτσι του μίλησα, εκείνος όμως δεν απάντησε, δεν είπε λέξη·
αμίλητος προχώρησε μαζί με τις ψυχές άλλων νεκρών που χάθηκαν,
στο μαύρο Έρεβος.
Μπορεί ωστόσο, έστω και χολωμένος, να μου μιλούσε ή565
και να του μιλούσα πάλι εγώ· αλλά δεν μ᾽ άφησε η καρδιά στα στήθη,
που γύρευε να δει κι άλλες ψυχές νεκρών.
----------
1 Ο Οδυσσέας και η ψυχή του Αγαμέμνονα.
2 Ο Αντίλοχος ήταν γιος του Νέστορα· σκοτώθηκε στην Τροία από τον Μέμνονα.
3 Αιακίδης ονομάζεται ο Αχιλλέας επειδή ήταν εγγονός του Αιακού.
4 Χωρίς κλήρο γης.
5 Ο Αίας αυτοκτόνησε μετά την απόφαση για τα όπλα του Αχιλλέα
 
Οδύσσεια ω 1-14

Παρὰ δῆμον ὀνείρων

Μετάτη μνηστηροφονία (ραψωδία χ) και τον αναγνωρισμό του Οδυσσέα από την Πηνελόπη (ραψωδία ψ) ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί τις ψυχές των μνηστήρων στον Άδη, όπου θα συναντήσουν ψυχές ηρώων του Τρωικού πολέμου.

Οι εισαγωγικοί στίχοι της τελευταίας ραψωδίας άσκησαν, φαίνεται, ιδιαίτερη έλξη σε ποιητές όπως ο Κάλβος και ο Σεφέρης αλλά και σε πεζογράφους όπως ο Γ. Χειμωνάς.

Ἑρμῆς δὲ ψυχὰς Κυλλήνιος ἐξεκαλεῖτο
ἀνδρῶν μνηστήρων· ἔχε δὲ ῥάβδον μετὰ χερσὶ
καλήν, χρυσείην, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει,
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει·
5 τῇ ῥ᾽ ἄγε κινήσας· ταὶ δὲ τρίζουσαι ἕποντο.
ὡς δ᾽ ὅτε νυκτερίδες μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο
τρίζουσαι ποτέονται, ἐπεί κέ τις ἀποπέσῃσιν
ὁρμαθοῦ ἐκ πέτρης, ἀνά τ᾽ ἀλλήλῃσιν ἔχονται,
ὣς αἱ τετριγυῖαι ἅμ᾽ ἤισαν· ἦρχε δ᾽ ἄρα σφιν
10 Ἑρμείας ἀκάκητα κατ᾽ εὐρώεντα κέλευθα·
πὰρ δ᾽ ἴσαν Ὠκεανοῖο τε ῥοὰς καὶ Λευκάδα πέτρην
ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων
ἤισαν, αἶψα δ᾽ ἵκοντο κατ᾽ Ἀσφοδελὸν Λειμῶνα,
ἔνθά τε ναίουσι ψυχαί, […]

***
Και ο Κυλλήνιος1 Ερμής προσκαλούσε τις ψυχές των μνηστήρων. Είχε
στο χέρι ραβδί όμορφο, χρυσό. Μ᾽ αυτό μαγεύει τα μάτια των ανθρώπων,
ή κοιμισμένους τους ξυπνά, σαν το θελήσει. Έτσι πήρε να ξεκινήσει,
κι αυτές τσιρίζοντας ακολουθούσαν. Όπως όταν νυχτερίδες στα5
βάθη της σπηλιάς κρατιούνται αρμαθιά γαντζωμένες στο βράχο, κι αν
αποπέσει μια, τότε όλες πεταρίζουν τσιρίζοντας. Έτσι κι εκείνες
τσιρίζαν και πήγαιναν. Κι ο Ερμής τις οδηγούσε στους υγρούς δρόμους, 10
χωρίς κακία. Πέρασαν το ρέμα του Ωκεανού2 και τη Λευκή Πέτρα,
πέρασαν τις πύλες του ήλιου και τον κόσμο των ονείρων,3 κι έσωσαν
γρήγορα στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι, όπου κατοικούν οι ψυχές4...
------------
1 Κατά την παράδοση ο Ερμής είχε γεννηθεί στο όρος Κυλλήνη. Αυτή είναι η μοναδική φορά στον Όμηρο που ο συγκεκριμένος θεός εμφανίζεται ως ψυχοπομπός.
2 Για τους αρχαίους ο Ωκεανός ήταν μέγας ποταμός που περιέκλειε κυκλικά τη γη.
3 Η Λευκή Πέτρα, οι πύλες του Ήλιου και ο δήμος των ονείρων, που συναντούν οι ψυχές στο ταξίδι για τον Άδη, είναι μυθικές περιοχές που τις τοποθετούσαν στα δυτικά.
4 Ο Σεφέρης δεν παραθέτει -και δεν μεταφράζει- την κατακλείδα του τελευταίου στίχου εἴδωλα καμόντων ("τα είδωλα εκείνων που πέθαναν", κατά γράμμα: "τα είδωλα εκείνων που έχουν αφήσει πίσω τους τους κόπους").

Γίνεται η αγάπη μίσος;

agapi-misos-4Περιπλανώμενος στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι.

Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις! Φύγε!».

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.

Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβασα κλεφτά ένα προσωπικό γράμμα έστω άθελά μου. Μέσα σε λίγα αιώνια δευτερόλεπτα. Ερωτηματικά πολλά κι άλλα τόσα: Αμφιθυμία-την ίδια στιγμή που διώχνεις κάποιον από κοντά σου ζητάς να γυρίσει πίσω. Ο έρωτας, η αγάπη να μετουσιώνονται σε μίσος. Γιατί τον έδιωχνε; Τα μάτια της έλεγαν άλλα. Μεσήλικες και οι δύο. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν μάλλον ηλικία. Ξαφνικά έρχεται η τρικυμία και σε κουκουλώνουν τα κύματα. Εκείνα τα αιώνια δευτερόλεπτα πηχτής σιωπής και τα βλέμματα. Δεν περιγράφεται αυτό. Είμαι βέβαιη πως οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν αγαπηθεί πολύ.

Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο εγκωμιάζει τον έρωτα - η Διοτίμα στο διάλογό της με το Σωκράτη αναφέρει πως δε μπορεί κανείς να βρει καλύτερο βοηθό από τον έρωτα για να κατακτήσει την Αθανασία. Η αγάπη πάλι κατά τον Lacan είναι ένα ναρκισσιστικό συναίσθημα του μυαλού. Θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, αυτό πηγάζει από το Εγώ του καθενός μας και προδίδει αυτή τη φαντασιακή αμοιβαιότητα. Εξαπατά η αγάπη, είναι ψεύτρα, προϋπόθεσή της είναι να δίνεις αυτό που δ ε ν έχεις. Δεν είναι ο αληθινός στόχος το αντικείμενο του πόθου σου που θες να σ’ αγαπήσει αλλά εκείνο που του λείπει, που δ ε ν έχει . Αγαπάω σε σένα κάτι παραπάνω από εσένα …γι αυτό σε κομματιάζω!

Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο.

Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

23 ρητά από τον Ντοστογιέφσκι

aa-DostoevskyΟ Fyodor Dostoyevsky είναι ένας από τους πιο διάσημους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τα αριστουργηματικά έργα του ερευνούν ερωτήματα γύρω από την ζωή και τον θάνατο.

Διαβάστε παρακάτω 23 από τα πιο διορατικά ρητά αυτού του μεγάλου συγγραφέα.

-Πρέπει να αγαπάς την ζωή περισσότερο από το ίδιο το νόημα της ζωής.

-Ένα καινούργιο βήμα, μια καινούργια λέξη είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται.

-Υπάρχουν όρια στο μυαλό του κάθε ενός, που πέρα από αυτά είναι επικίνδυνο να περάσεις. Μόλις περάσεις την γραμμή, είναι αδύνατο να γυρίσεις πίσω.

-Η ευτυχία δεν βρίσκεται στην ευτυχία αλλά στην προσπάθεια για αυτήν.

-‘Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία, παύεις να σκέφτεσαι.

-Η ευτυχία δεν βρίσκεται στο να περιορισμό αλλά στον έλεγχο το εαυτού σου.

-Η ευτυχία δεν αποκτάται με τα εύκολα πλούτη αλλά όταν μοχθήσεις για να τα αποκτήσεις.

-Σε μια καρδιά που αγαπά πραγματικά ή η ζήλια θα σκοτώσει την αγάπη ή η αγάπη θα σκοτώσει την ζήλια.

-Δεν χρειάζεται πολύ για να καταστρέψεις έναν άνθρωπο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον πείσεις ότι η δουλειά που κάνει στερείται εντελώς και αναμφισβήτητα κάθε χρησιμότητα και νόημα.

-Η σιωπή είναι πάντα όμορφη και το σιωπηλό πρόσωπο είναι πάντα όμορφο από αυτό που μιλάει.

-‘Ένα πρόσωπο μπορεί να είναι σοφό αλλά για να ενεργήσει σοφά, μόνο η εξυπνάδα δεν φτάνει.

-Δεν θα φτάσεις ποτέ στον προορισμό σου αν σταματάς και ρίχνεις πέτρες σε κάθε σκυλί που γαβγίζει.

-Θέλω να μιλήσω για όλα με ένα τουλάχιστον πρόσωπο όπως μιλάω για τα πράγματα με τον εαυτό μου.

-Είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει μια αχτίδα του ήλιου στην ψυχή σου.

-Κανείς πρέπει να μιλά ανοιχτά με τους άλλους ώστε να αποκαλύπτει τις σκέψεις του μέσα από το πρόσωπό του, που δείχνει την ανησυχία που κρύβει η καρδιά του. Μια λέξη που λέγεται με πειθώ, με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς κανένα δισταγμό, ενώ κοιτάς τον άλλον μέσα στα μάτια σημαίνει πολλά περισσότερα από ότι πολλές σελίδες από ένα βιβλίο.

-Κανείς αισθάνεται να πνίγεται χωρίς ένα σκοπό στην ζωή.

-Η ψυχή γιατρεύεται όταν είσαι κοντά σε παιδιά.

-Ακόμη και με τα χέρια δεμένα μπορεί κανείς να κάνει το καλό, αν το θέλει.

-Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.

-Οι άνθρωποι μερικές φορές μιλάνε για θηριώδη κακία αλλά αυτό είναι μεγάλη αδικία για τα θηρία. Ένα θηρίο δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο κακό όσο ο άνθρωπος, τόσο επιδέξια κακό.

-Οι μεγάλοι δεν ξέρουν ότι ένα παιδί μπορεί να δώσει μια πολύ καλή συμβουλή ακόμη και για την πιο σοβαρή περίπτωση.

-Μην γεμίζεις την μνήμη σου με όλες εκείνες τις φορές που αισθάνθηκες να σε προσβάλλουν. Ίσως καταλήξεις να μην έχεις χώρο για τις υπέροχες στιγμές που πέρασες.

-‘Ένας άνθρωπος που ξέρει πως να αγκαλιάσει έναν άλλον, είναι καλός άνθρωπος.

Η αγάπη δεν κρατάει λογαριασμό

you_and_me_by_dean_siteΤΟ ΝΑ ΜΟΙΡΑΖΕΣΑΙ στην αγάπη δε σημαίνει να κρατάς λογαριασμό για το ποιος κάνει τι ή ποιος κάνει τα περισσότερα.
   
Θα υπάρξουν φορές που θα πρέπει να δώσουμε περισσότερα απ’ όσα θα πάρουμε κι άλλες που θα πάρουμε περισσότερα απ’ όσα θα είμαστε σε θέση να δώσουμε. Δε νοείται να κρατάμε λογαριασμό σε μια αμοιβαία υποστηρικτική σχέση.

Αληθινή αγάπη είναι να θέλεις να δίνεις στον άλλο χωρίς να σκέφτεσαι ποιος ωφελείται περισσότερο. Η ιδέα ότι η αγάπη είναι ένα είδος «δούναι και λαβείν» μαρτυρά, στην καλύτερη περίπτωση, μια ανωριμότητα που πρέπει να ξεπεραστεί και, στη χειρότερη, μια διαστροφή της αγάπης, που κάνει δύο πλάσματα να δίνουν μάχη καθημερινά για το ποιος θα έχει τον έλεγχο.

Απ’ όλα τα παιχνίδια που παίζουν οι εραστές, αυτό μπορεί να αποδειχτεί το πιο επικίνδυνο. Όταν οι παίκτες είναι αρκετά ώριμοι για να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να κρατάνε τεφτέρι, ο αγώνας παίρνει τέλος. Και η αγάπη καταγράφει άλλη μια νίκη.

Αφροδίτη, έρωτας και ψυχή, αποσυμβολισμός

Ο πλανήτης Αφροδίτη, είναι ο δεύτερος σε απόσταση απο τον Ήλιο, πλανήτης του Ηλιακού μας Συστήματος, και ο κοντινότερος πλανήτης στην Γη.

Ως ο φωτεινότερος πλανήτης στον νυχτερινό Ουρανό, ήταν γνωστός ήδη από τους αρχαιοτάτους χρόνους, καθώς είναι εύκολα ορατός με γυμνό μάτι από τη Γη.

Ως το λαμπρότερο άστρο που συνοδεύει το φεγγάρι, έλαβε το όνομα της θεάς της ομορφιάς και του έρωτα, της Αφροδίτης. Ο Πυθαγόρας την ονόμαζε «άλλο ήλιο» (Sol Alter), χάρη στην υπέροχη ακτινοβολία της.

Λόγω του ότι η Αφροδίτη, είναι ορατή στον νυχτερικό ουρανό νωρίς το πρωί, την αυγή πριν την ανατολή του Ηλίου, και λίγο μετά την δύση του Ηλίου, έλαβε επίσης τα ονόματα, Εωσφόρος (αυτός που φέρνει το φως ή την Αυγή) και Έσπερος. Οι αρχαίοι φαντάζονταν τον Εωσφόρο και τον Έσπερο σαν δυο νέους, που κρατούν από έναν πυρσό, αναγγέλλοντας διαδοχικά τον ερχομό της μέρας και της νύχτας.

Ο Εωσφόρος πετώντας στον πρωινό ουρανό προηγείτο του άρματος του Ηλίου, φέρνοντας το πρωινό φως (αυγή) πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ο Εωσφόρος ήταν υιός της Ηούς (Αυγής) και του Αστραίου, αδερφός του Έσπερου, πατέρας της Τηλαύγης και του Κήυκος. Ο Εωσφόρος έλαβε ως σύζυγό του την Κλεόβοια και απέκτησαν δύο θυγατέρες, την Τηλαύγη και τη Φιλωνίδα.

Ο Έσπερος με τα χρυσά του μαλλιά εμφανίζεται στο νυχτερινό ουρανό και δεσπόζει ανάμεσα στ' άλλα αστέρια, με τη λαμπρότητα και το φως του. Ο Έσπερος ήταν το πιο λαμπρό αστέρι. Όταν ζούσε στη Γη, ήταν ένας ξεχωριστός, για τα χαρίσματα και τις αρετές του, νέος. Λαμπρός, και όμορφος, τιμούσε τους θεούς και διακρινόταν για την ευγένεια του χαρακτήρα του, την σύνεση και την ευσπλαχνία του. Οι θεοί, κάποτε, για να μην ξεχαστεί η μορφή του και να μη χαθεί ποτέ, αποφάσισαν να τον μετατρέψουν σε άστρο, που νωρίς το βράδυ λάμπει και φωτίζει.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, ο Εωσφόρος αντικαταστάθηκε από τον αυγερινό, ενώ ο Έσπερος από τον αποσπερίτη. Ήταν τότε που ο εωσφόρος, έλαβε ακριβώς τον αντίθετο συμβολισμό. Από έφηβος απαράμιλλης ομορφιάς, που προπορεύεται του άρματος του Ηλίου προαναγγέλλοντας έτσι την αυγή, κάτι που σημαίνει την ζωή την Γη, συνοδευόμενος ενίοτε από την Σελήνη, άλλοτε ως βρέφος στην αγκαλιά της Ηούς, έλαβε τερατόμορφη μορφή, συμβολίζοντας πλέον το σκοτάδι, και την καταστροφή, έχοντας την ίδια σημασία με την εβραϊκή λέξη «satan», «Σατανάς».

Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, πως αυτή η πρακτική είναι μία συνήθης πρακτική όλων των θρησκειών, καθώς καμία θρησκεία δεν προκύπτει από μία ανθρώπινη πνευματική παρθενογέννηση. (Κοινά αρχετυπικά μοτίβα επαναλαμβάνονται διαχρονικά σε παγκόσμιο επίπεδο). Οι θρησκείες μεταλλάσσονται μαζί με τους λάτρεις στο διάβα του χρόνου, και τελικά η νέα θρησκεία που επικρατεί, παραποιεί χρησιμοποιεί την προηγούμενη, για να επικρατήσει τελικά, διαμορφώνοντας το δικό της θρησκευτικό και λατρευτικό πλαίσιο.

Σχετικά με τους γεννήτορες της Αφροδίτης, δύο είναι οι επικρατέστερες εκδοχές στην αρχαία Ελληνική μυθοπλασία. Στην πρώτη και αρχαιότερη, είναι κόρη του Ουρανού και της Ημέρας. Στην δεύτερη είναι το αποτέλεσμα της συνένωσης των τεμαχισμένων γεννητικών μορίων του Ουρανού με την θάλασσα.

Η Αφροδίτη είναι θεά αιωνίως νέα, αιωνίως ερωτική, που εποπτεύει την ερωτική συνουσία του Κόσμου, έτσι ώστε διασφαλίζεται το φυσικό γίγνεσθαι.

Ως πλανήτης λόγω της λαμπρότητας του στο ουράνιο θόλο, συμβόλιζε αφενός την αρμονία και την ομορφιά του σύμπαντος, και αφετέρου το εσωτερικό κάλεσμα της «Ουρανίας Αφροδίτης», που γεννά στην ανθρώπινη ψυχή, τον «έρωτα» για την ένωση της με την συμπαντική ψυχή, τον τόπο προέλευσης και προορισμού της.

Ο «έρωτας», συμβολίζει την δύναμη της έλξης, χάρη στην οποίαν ενώνονται τα στοιχεία, και σχηματίζονται οι μορφές των όντων και παράγεται η ζωή, είναι γιος της Αφροδίτης, (είτε με τον Ουρανό σύμφωνα με την Σαπφώ, είτε με τον Άρη σύμφωνα με τον Σιμωνίδη τον Κείο).

Ο Έρωτας στην προ Ομηρική μυθολογικά, προέρχεται από τις πρωταρχικές δημιουργικές κοσμογονικές του σύμπαντος, καθώς γεννήθηκε πριν από τους θεούς του Ολύμπου, αποτελώντας την ενοποιό δύναμη του σύμπαντος. Ο ερωτάς λοιπόν, συμβολίζει όχι μόνο την δύναμη της ερωτικής αγάπης που ευθύνεται για τον πόθο, την αγάπη και την σεξουαλική δραστηριότητα σε ανθρώπινο επίπεδο, αλλά και σε κοσμογονικό επίπεδο, το πρωτότοκο Φως που ευθύνεται για την ύπαρξη και την τάξη όλων των πραγμάτων στον Σύμπαν. Για αυτό ο Έρως θεωρήθηκε θεός, λόγω της θέσεως του στο φυσικό γίγνεσθαι. Έτσι λατρευόταν και στα Ελευσίνια Μυστήρια, ως Πρωτόγονος, αυτός δηλαδή που γεννήθηκε πρώτος.

Κανένας άλλος λαός στην ανθρωπότητα δεν ανακήρυξε τον Έρωτα σε θεό εκτός από τους Έλληνες. Μόνο οι Έλληνες κατάλαβαν την τεράστια σημασία του στο γίγνεσθαι. Ο έρωτας δια της δράσης του σε κοσμογονικό επίπεδο, σηματοδοτεί την σύνθεση και την μίξη των στοιχείων που προκαλούν την αέναη εξέλιξη στο σύμπαν, αλλά και σε και σε ανθρώπινο επίπεδο, έχει ένα βαθύ ανατρεπτικό χαρακτήρα. Παριστάνεται ως ένα πανέμορφο φτερωτό παιδί, οπλισμένο με τόξο και βέλη, που τα εκτοξεύει, στις καρδιές των ανθρώπων προκαλώντας τον έρωτα.

Είναι όπως η μητέρα του Αφροδίτη αιωνίως νέος, αφού διαρκώς και αενάως έλκει και συνενώνει τα κοσμογονικά στοιχεία, για να γεννηθούν μορφές. Ο έρωτας σε φυσικό πλανητικό επίπεδο, δρα κυρίως την άνοιξη, που οργιάζει η φύση κι αναγεννάτε η ζωή, με συμπαραστάτες του τον Ίμερο, τον Πόθο και την Πειθώ.

Στον Πλάτωνα ο έρωτας είναι η επιθυμία της περασμένης θνητής ψυχής, να περάσει στην αθανασία. Και η ψυχή έχει άμεση σχέση με την Αφροδίτη και τον γιο της έρωτα, καθώς η ψυχή είναι η σύζυγος του έρωτα...Ένας μύθος που βρίθει συμβολισμών.

Η ψυχή σύμφωνα με τον μύθο, ήταν η μία από τις τρεις κόρες ενός βασιλιά. Λόγω της ομορφιάς της σε αντίθεση με τις άλλες δύο αδελφές της, κανείς δεν τολμούσε να την παντρευτεί.

Πολλοί μάλιστα πίστευαν πως επρόκειτο για μια νέα Αφροδίτη, και αρκετοί άνθρωποι ξεκινούσαν από διάφορα μέρη του κόσμου, για να τη δουν και να της αποδώσουν θεϊκές τιμές. Κάτι που βέβαια στην αρχαία Ελληνική κοσμοαντίληψη αποτελούσε ύβρη, αν και για αυτό δεν ήταν υπεύθυνη η σεμνή Ψυχή, παρόλα αυτά η Αφροδίτη, δεν μπόρεσε να αντέξει στην ιδέα ότι παραγκωνίζεται από μια κοινή θνητή.

Αποφάσισε λοιπόν να δώσει εντολή στο γιο της, το θεό Έρωτα, να τοξεύσει το βέλος του στην καρδιά της Ψυχής και να την κάνει να ερωτευτεί τον χειρότερο άντρα του κόσμου!

Εν τω μεταξύ, ο πατέρας της Ψυχής, ανήσυχος για την τύχη της κόρης του, απευθύνθηκε στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μίλητο, για να μάθει τι έπρεπε να κάνει ώστε επιτέλους να καταφέρει να την παντρέψει. Σύμφωνα με τον χρησμό έπρεπε να ντύσει την Ψυχή νύφη και να την ανεβάσει στην κορυφή ενός βράχου, εκεί θα ερχόταν και ο γαμπρός που θα ήταν κάποιο τέρας. Πατέρας και κόρη ανέβηκαν στον ψηλό βράχο, όπου περίμενε όμως και έρωτας, με σκοπό να εκτελέσει τη διαταγή της μητέρας του Αφροδίτης, βλέποντας όμως την πανέμορφη Ψυχή ταράχτηκε τόσο πολύ, ώστε τρυπήθηκε από τα ίδια του τα βέλη, με αποτέλεσμα να την ερωτευτεί κεραυνοβόλα.

Τότε την πήρε στο ουράνιο παλάτι του, όπου αόρατοι υπηρέτες ικανοποιούσαν κάθε της επιθυμία, πριν ακόμα προλάβει να την σκεφτεί. Τις νύχτες ένας μυστηριώδης αόρατος εραστής ο θεός Έρωτας, πλάγιαζε μαζί της. Η Ψυχή ερωτεύτηκε τον μυστηριώδη άγνωστο, ο οποίος όχι μόνο αρνήθηκε να της αποκαλύψει την αληθινή του μορφή, αλλά της ζήτησε επιτακτικά να του υποσχεθεί πως ούτε εκείνη θα προσπαθούσε ποτέ να ανακαλύψει την ταυτότητα του.

Ο καιρός περνούσε και η Ψυχή ζούσε μόνη στο παλάτι απολαμβάνοντας την συντροφιά του ερωμένου της, μόνο όμως κάτω από την προστασία της νύχτας.

Παρόλη της ευτυχίας της όμως, της έλειπαν οι δικοί της. Ζήτησε λοιπόν από τον έρωτα να συναντήσει τις αδελφές της . Ο έρωτας είχε έντονες αντιρρήσεις γι’ αυτό, τονίζοντας της ότι ήταν επικίνδυνο να μάθουν άνθρωποι από τον έξω κόσμο πως είχε γλιτώσει από τη μοίρα της. Η Ψυχή όμως ήταν αμετάπειστη, και τελικά επισκέφτηκε την οικογένεια της.

Όσο όμως περνούσε η ώρα οι αδελφές της Ψυχής άρχισαν να κυριεύονται από ζήλια, καθώς συνειδητοποιούσαν αυτή που νόμιζαν ως άτυχη αδελφή, είχε σταθεί πολύ πιο τυχερή από εκείνες.

Ζούσε μέσα στον πλούτο και τη χλιδή, μαζί με έναν υπέροχο και γενναιόδωρο αλλά άγνωστο σύζυγο. Όταν αργότερα η ανυποψίαστη Ψυχή έμεινε έγκυος, παρακάλεσε τον Έρωτα να δει και πάλι τις αδελφές της, αφού ήθελε να μοιραστεί τη χαρά της με αγαπημένα της πρόσωπα. Οι αντιρρήσεις του θεού δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα ούτε αυτή τη φορά, και έτσι ο άνεμος Ζέφυρος μετέφερε και πάλι τις δυο αδελφές στο παλάτι. Αυτή την φορά από ζήλια και περιέργεια για τον άγνωστο άντρα της Ψυχής, την έπεισαν ότι θα πρέπει να διαπιστώσει εάν όντως ο άντρας της ήταν εκείνος το τέρας που είχε αναφέρει ο χρησμός του μαντείου του Απόλλωνα. Την συμβούλεψαν λοιπόν το βράδυ που ερχόταν ο άγνωστος να ξαπλώσει δίπλα της, να έκρυβε δίπλα της ένα αναμμένο λυχνάρι, και την ώρα που εκείνος θα κοιμόταν, να φώτιζε το πρόσωπο του για να τον δεί. Της έδωσαν επίσης ένα κοφτερό μαχαίρι για να προστατέψει τον εαυτό της, σε περίπτωση που θα βρισκόταν σε κίνδυνο.

Έτσι την επόμενη νύχτα, όταν ο Έρωτας αποκοιμήθηκε πλάι της, η Ψυχή πλησίασε με το λυχνάρι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο. Σκύβοντας διαπίστωσε ότι ο σύντροφος της, αυτός που όλο εκείνο τον καιρό κοιμόταν μαζί της ήταν ο πανέμορφος θεός Έρωτας. Από την αγωνία της, έκανε μια απότομη κίνηση, με αποτέλεσμα να στάξει καυτό λάδι στο γυμνό του ώμο. Τότε όμως ο Έρωτας ξύπνησε, πέταξε με πόνο μακριά, και δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η θεά Αφροδίτη έγινε έξαλλη με την Ψυχή, έστειλε γυναίκες της ακολουθίας της να τη βρουν, και στην συνέχεια την υπέβαλε σε τρομακτικές δοκιμασίες.

Η πρώτη ήταν να διαχωρίσει σε μια μέρα ένα σωρό ανακατεμένους σπόρους από πολλά και διαφορετικά φυτά. Από κριθάρι μέχρι μπιζέλια και από φακές και σπόρους παπαρούνας μέχρι στάρι. Δε θα τα κατάφερνε, αν δεν τη βοηθούσαν τα μυρμήγκια, που λυπήθηκαν την αγαπημένη του θεού Έρωτα.

Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να φέρει μια τούφα μαλλί από το χρυσόμαλλο δέρας ενός κοπαδιού άγριων προβάτων με κοφτερά κέρατα και δηλητήριο στο στόμα, που έβοσκαν πίσω από το ορμητικό ποτάμι, στην απόκρημνη κοιλάδα ενός επικίνδυνου δάσους. Στο έργο αυτό τη βοήθησε η Νύμφη Σύριγγα, που είχε μεταμορφωθεί σε καλάμι για να γλιτώσει από τον έρωτα του θεού Πάνα. Της είπε να περιμένει το μεσημέρι, που τα πρόβατα δεν αντέχουν τη ζέστη και κοιμούνται. Τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να μαζέψει τις τούφες από μαλλί που είχαν πιαστεί στα κλαδιά των θάμνων και στις καλαμιές.

Η τρίτη δοκιμασία ήταν ως είθισται, η χειρότερη. Η Ψυχή έπρεπε να φέρει στην Αφροδίτη νερό από μια παγωμένη πηγή που βρισκόταν σε έναν ψηλό, απότομο και γλιστερό βράχο που τον φυλούσαν μερικοί ακοίμητοι δράκοι. Η Ψυχή το κατόρθωσε και αυτό με τη βοήθεια ενός αετού του Δία.

Η Αφροδίτη, αμφισβήτησε τις επιτυχίες της ψυχής, θεωρώντας ότι δεν οφείλονταν αποκλειστικά στις δικές της προσπάθειες, αλλά κυρίως σε βοήθεια που έλαβε. Γι' αυτό της ανέθεσε ακόμα μια δοκιμασία, πολύ δυσκολότερη από τις προηγούμενες. Η Ψυχή έπρεπε να πάει στον Κάτω Κόσμο και να ζητήσει από την σύζυγο του Άδη Περσεφόνη, να της δώσει ένα κουτάκι με τη θαυματουργή αλοιφή που χάριζε υπερφυσική ομορφιά.

Κάτι που φάνταζε τόσο αδύνατο που η ψυχή σκέφτηκε να αυτοκτονήσει. Μια μυστηριώδη φωνή όμως, την συμβούλεψε πώς να κατέβει στον Άδη, πώς να δώσει το νόμισμα στον Χάροντα και πώς να καλοπιάσει τον Κέρβερο, καθώς και τον τρόπο για να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών. Επίσης, την προειδοποίησε κατηγορηματικά να μην ανοίξει επ' ουδενί το κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη. Ακολουθώντας τις συμβουλές η αποστολή ήταν επιτυχής αλλά, η Ψυχή και άνοιξε το κουτί για να δει το περιεχόμενο του. Δεν πρόλαβε όμως να δει τίποτα, απλώς κοιμήθηκε. Και δεν ήταν ένας απλός ύπνος, ήταν ο ύπνος του θανάτου. Η Ψυχή έμεινε για κάποιο διάστημα κοιμισμένη, όχι όμως για πάντα, όπως έλπιζε η Αφροδίτη. Ο Έρωτας, παρά τον θυμό του, είχε μετανιώσει για τη σκληρή συμπεριφορά του και έψαχνε να τη βρει.

 Όταν την βρήκε, την αποδέσμευσε από τα δεσμά του θανάτου. Η ψυχή έγινε τελικά αθάνατη και αιώνια σύζυγος του Έρωτα, αποκτώντας ένα παιδί, την Ηδονή.

Ο μύθος βρίθει συμβολισμών, που έχουν να κάνουν με το ταξίδι της αθάνατης ουράνιας ψυχής στον κόσμο της ύλης, και την τελική ένωση της εκ νέου με το Ουράνιο λίκνο της. Εν τάχη θα μπορούσαμε να υποδείξουμε, κάποια στοιχεία.

Ο Ερωτάς συμβολίζει σε κοσμογονικό επίπεδο όπως προαναφέρθηκε, τηνη αέναο ενοποιό δύναμη, που εξελίσσει το σύμπαν. Η ψυχή σε ανθρώπινο επίπεδο, έχει άλλες δύο αδελφές, γεγονός που μας παραπέμπει στο τρισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης .( Νους, ψυχή, σώμα ). Η ψυχή στην κατώτερη φύση της, μετέχει του θείου έρωτα, δίχως όμως να το γνωρίζει, καθώς υποτάσσεται από τα ανθρώπινα πάθη, και την δέσμευση της ύλης, ξεχνώντας την ουράνια καταγωγή της. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος πρέπει να υποβληθεί σε δοκιμασίες, πριν επιτύχει την μέθεξη και την μακαριότητα της αθανασίας.

Στην πρώτη δοκιμασία υποδεικνύεται πως Θειο ενυπάρχει και ζωοποιεί κάθε τμήμα του σύμπαντος, όσος ασήμαντο και εάν φαίνεται. Συνεπώς και ο άνθρωπος σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οφείλει να συνειδητοποιήσει, πως αποτελεί το τμήμα ενός συνόλου, το οποίο, µε τη σειρά του, συνδέεται και εξαρτάται από άλλα σύνολα εντός ενός ευρύτερου οικοσυστήματος.

Στην δεύτερη δοκιμασία, παρότι οι ανθρώπινες ψυχές μετέχουν του Θείου, (τα κέρατα υποδηλώνουν την επαφή με το Θείο), οι αντιληπτικές δυνάμεις του ανθρώπου (και ο τρόπος έκφρασης τους, ομιλία) επικεντρώνονται στην ικανοποίηση του «εγώ» και της κατώτερης φύσης του. Κατά την διάρκεια του μόνο ύπνου, η ψυχή, ασυνείδητα έχει την δυνατότητα να ταξιδεύει πέρα από όρια του χωροχρόνου.

Η Τρίτη δοκιμασία έχει σχέση με την κάθαρση (νερό - πηγή), και την χαλιναγώγηση των παθών( δράκοι) που οφείλει να υποστεί η ψυχή, πριν την ανάβαση της (αετός του Δία) προς το ουράνιο λίκνο της.

Τέλος η κατάβαση στον Άδη και η ανάσταση, (ένα κοινό αρχετυπικό μοτίβο σε όλες τις μυήσεις) υποδεικνύει πως το τέλος του επίγειου κύκλου, είναι απλώς μία μετάβαση της μορφής σε κάποια άλλη, και καταδεικνύει την αιωνιότητα της ψυχής. Τίποτα δεν περισσεύει στην φύση.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που πρέσβευε ο Aναξίμανδρος. «Οτιδήποτε γεννιέται μέσα στη φύση έχει ένα χρέος, που το πληρώνει όταν αποσυντίθενται, δίνοντας έτσι καινούργια ζωή»...

ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η ετυμολογία της λέξης Ευρώπη είναι Ευρεία Ωπή που σημαίνει Διάνοιξη Εσωτερικής Οράσεως. Στο μύθο της Ευρώπης έχουμε τον συμβολισμό της γνώσης και στον μύθο του Κάδμου τον συμβολισμό του αναζητητή της γνώσης. H πόλη της Θήβας κτίστηκε από τον Κάδμο σε ανάμνηση της ιδιαίτερης γενέτειρας του, της Θήβας της Αιγύπτου. Όταν ο Δίας έκλεψε την Ευρώπη από τη Φοινίκη, οι γονείς της, ο βασιλιάς Αγήνορας (αγάν+ανήρ=ευλαβής άνδρας) και η γυναίκα του Τηλεφάσσα (τηλέ+φάος=όραση από μακριά), έδωσαν εντολή στον γιο τους Κάδμο να φύγει με καράβια και στρατό, για να τη βρει.

 Η Ευρώπη μια μέρα πήγε στα λιβάδια κοντά στην παραλία προκειμένου να παίξει με τις φίλες της και να μαζέψει λουλούδια. Εκεί συνάντησε το θεό Δία, ο οποίος μόλις την είδε τον χτύπησε ο Έρωτας. Σκεπτόμενος τι να κάνει, για να την πλησιάσει, πήρε τη μορφή ταύρου κι έπαιζε μαζί της. Ήταν πάρα πολύ όμορφος, γιατί ήταν κατάλευκος (επομένως δεν είναι γήινος, είναι φώς), με ωραία στριφογυριστά κέρατα και ήμερο βλέμμα.

 Πηδούσε λοιπόν κι αυτός στην ακρογιαλιά και μούγκριζε τόσο γλυκά, που η Ευρώπη τόλμησε ν’ ανέβει πάνω του. Μόλις έγινε αυτό, ο Δίας όρμησε προς τη θάλασσα με κείνη στην πλάτη του, έπεσε μέσα και κολυμπούσε. Αυτή τότε τρομοκρατήθηκε πολύ, με το αριστερό χέρι κρατιόταν από το κέρατο, για να μη πέσει και με το άλλο κρατούσε το πέπλο της που ανέμιζε.

Η Θάλασσα έμεινε αμέσως ακυμάτιστη (Η γνώση των μυστηρίων του κόσμου πρέπει να κρατιέται ψηλά, μακριά από τους βέβηλους),ενώ Έρωτες πετούσαν δίπλα, λίγο πάνω από τη θάλασσα, τραγουδούσαν τον υμέναιο, και οι Νηρηίδες βγήκαν στην επιφάνεια και πήγαιναν δίπλα-δίπλα, καβάλα στα δελφίνια, χειροκροτώντας, ημίγυμνες στα περισσότερα μέλη του σώματός τους.

Το γένος των Τριτώνων επίσης χόρευε γύρω από την κοπέλα. Το αποκορύφωμα ήταν πως δυο Τρίτωνες μετέφεραν την Αφροδίτη ξαπλωμένη σε κοχύλι να ραίνει τη νύφη με κάθε λογής άνθη (Η Αφροδίτη είναι για τη Γη, ότι ο Ανώτερος Εαυτός για την Προσωπικότητα).

Όλα τούτα γίνονταν από τη Φοινίκη μέχρι την Κρήτη. Ο Δίας μετέφερε τη γνώση στην Κρήτη, το νησί όπου γαλουχήθηκε, κι από ‘κει ξεκίνησε ο μεγάλος Κρητομινωϊκός πολιτισμός, που επηρέασε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου.

Ο Δίας- Νους (Δια-νοια) καταλαμβάνεται από Έρωτα για τη γνώση, την οποία επιθυμεί διακαώς να κατακτήσει και με την γονιμοποίηση του πεπερασμένου Νου, Θα γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του θείου και του ανθρώπινου κόσμου.

Ο Κάδμος λοιπόν άρχισε να γυρνάει όλο τον κόσμο προκειμένου να βρει την αδελφή του, όμως επειδή δεν την έβρισκε και επειδή δεν ήθελε να γυρίσει πίσω χωρίς αυτή, έκτισε την πόλη Καδμεία ή Θήβα στη Βοιωτία όπου έμεινε εκεί με τους συντρόφους του.

Το μέρος όπου ακριβώς κτίστηκε η πόλη του το υπέδειξε μια αγελάδα (θήλεια όψη των Ηλιακών δυνάμεων). Εκεί, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, σκότωσε ένα δράκοντα, απόγονο του Άρη, που φύλασσε την πηγή του θεού· γι’ αυτό το λόγο και τιμωρήθηκε σε οκταετή δουλεία. Μετά την παρέλευση των οχτώ χρόνων, ο Άρης όχι μόνο συγχώρησε τον Κάδμο, αλλά του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του, Αρμονία. Μετά από συμβουλή της Αθηνάς, ο Κάδμος έσπειρε τα δόντια του Δράκου στη γη (εκεί όπου χτίστηκαν οι 7 Πύλες της Θήβας) και απ’ αυτά εξήλθαν οι Σπαρτοί, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι και οργισμένοι.

Ο Κάδμος για να τους νικήσει τους έριχνε πέτρες, ενώ αυτοί νόμιζαν ότι οι πέτρες προέρχονταν από τους ίδιους, έτσι συνεπλάκησαν και αλληλοσκοτώθηκαν.

Απ’ αυτούς επέζησαν μόνο πέντε (Εχίονας, Ουδαίος, Πέλωρος, Υπερήνωρας, Χθόνιος), που μαζί με τον Κάδμο ίδρυσαν τη Θήβα. Ο Κάδμος((κ)άδ-ω ή ιωνικά κήδω=ψάλλω) στη Θήβα νυμφεύτηκε την Αρμονία, κόρη του Άρη και της Αφροδίτης, με την οποία μετέβηκε στην Ιλλυρία. Ο γάμος δηλαδή η Ιερή Ένωση του Κάδμου και της Αρμονίας, φέρνει το νοητό αλφάβητο: τον κώδικα συνδέσεως κι επικοινωνίας.

Από το σμίξιμο Δία- Ευρώπης γεννήθηκαν τρεις γιοι. Είναι οι μεγάλοι αναμορφωτές της Μεσογειακής λεκάνης. Ο Μίνωας με το χρυσό σκήπτρο, που του χάρισε ο πατέρας του Δίας, συνένωσε όλες τις Κρητικές πόλεις και κυριάρχησε σε όλη τη Μεσόγειο. Προώθησε τον πολιτισμό, καλλιέργησε τις τέχνες κι επέβαλε τη δικαιοσύνη.

Μέγας νομοθέτης ήταν ο Ροδάμανθυς, που υπήρξε και ιδρυτής πολλών πόλεων.

Ο Σαρπηδόνας είχε το προνόμιο να ζήσει συνέχεια τρεις ανθρώπινες γενιές. Ο χαρισματικός ηγέτης, ο σοφός νομοθέτης, ο άνθρωπος που καλλιεργεί τις τέχνες και προάγει τον πολιτισμό, αυτός που παρατείνει την ανθρώπινη ζωή, μπορεί να κατορθώσει τίποτα χωρίς τη γνώση;

Αυτά, που αναφέραμε, και πολλά παραπάνω, είναι τα αποτελέσματα της γνώσης, που ο Δίας έφερε στην Ελλάδα διαμέσου της αγαπημένης του Ευρώπης. Από την Ελλάδα μεταλαμπαδεύτηκε σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο κι από ‘κει σε ολόκληρο τον κόσμο.

Χρησιμοποιώντας το φως του Ταύρου, που εκφράζεται από το Νου- Δία, μπορεί κάποιος να ενεργοποιήσει τον εσωτερικό του Εαυτό, να τον εκδηλώσει σαν θεία ομορφιά και να γίνει ο δρόμος για τους άλλους.

Η δύναμη της αλλαγής...

Πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Δημοτικὸ σχολεῖο ὑπῆρχε μία δασκάλα, η κυρία Τόμπσον.

Τὴν πρώτη μέρα τῆς καινούργιας σχολικῆς χρονιᾶς, στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς πέμπτης τάξης, τοὺς συστήθηκε καὶ στὴ συνέχεια τοὺς εἶπε όπως καὶ οἱ περισσότεροι ἄλλωστε δάσκαλοι, θὰ τοὺς ἀγαπάει καὶ θὰ τοὺς προσέχει ὅλους τὸ ἴδιο.

Στὴν μπροστινὴ σειρά, κάθονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι, ὁ Τέντυ Στάλλαρντ. Ἡ κυρία Τόμπσον εἶχε παρατηρήσει τὸν Τέντυ ἀπὸ τὴν προηγούμενη χρονιὰ καὶ δὲν τὸν συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα. Δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν συμμετεῖχε στὴν τάξη, τὰ ροῦχα του ἦταν συνέχεια βρώμικα καὶ σίγουρα δὲν ἔκανε ὅσο συχνὰ ἔπρεπε μπάνιο.

Ὁ Τέντυ ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ τὴν δυσαρεστοῦσε ὅποτε τὸν ἔβλεπε γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε τὶς στιγμὲς ποὺ σχημάτιζε μὲ τὸν κόκκινο στυλὸ της τὰ τεράστια Χ στὰ τετράδιά του, ἔσβηνε τὰ λάθη του ἢ βαθμολογοῦσε μὲ 6 καὶ μὲ 5 τὶς ἐργασίες του.

Στὸ σχολεῖο, ὅπου δίδασκε ἡ κυρία Τόμπσον, ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐλέγχει τὸ παρελθὸν ὅλων τῶν παιδιῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴ τάξη της. Ἀκόμη καὶ τοῦ μικροῦ Τέντυ. Ἔτσι ὅταν ἄνοιξε τὰ ἀρχεῖα του, τὴν περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη.

Ὁ δάσκαλος ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ ἔγραφε γιὰ αὐτόν:

«Ὁ Τέντυ εἶναι ἕνα ὑπέροχο παιδὶ ὅλο χαμόγελο. Εἶναι ὀργανωτικός, μελετηρὸς καὶ ἔχει καλοὺς τρόπους. Εἶναι μία ἔμπνευση γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται γύρω του.»

Ἡ δασκάλα ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ ἔγραφε:

«Εἶναι ἐξαιρετικὸς μαθητής, τὸν συμπαθοῦν πολὺ οἱ συμμαθητὲς του ἀλλὰ ὁ ἴδιος μοιάζει πολὺ προβληματισμένος ἐπειδὴ ἡ μητέρα του πάσχει ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ ἡ ζωὴ στὸ σπίτι του πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δύσκολη.»

Ἡ δασκάλα ποὺ τὸν δίδαξε στὴν Τρίτη Δημοτικοῦ ἔγραφε:

«Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τοῦ στοίχισε πολύ. Ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ κάνει ὅ,τι καλύτερο μπορεῖ, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἄσχημη κατάσταση στὸ σπίτι θὰ τὸν ἐπηρεάσει πολὺ σύντομα, ἂν δὲν ἀλλάξει γρήγορα κάτι.»

Ὁ δάσκαλος τοῦ Τέντυ στὴν Τετάρτη Δημοτικοῦ ἔγραφε:

«Ὁ Τέντυ ἔχει παραιτηθεῖ καὶ δὲν δείχνει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲν ἔχει πολλοὺς φίλους καὶ πολλὲς φορὲς κοιμᾶται στὴν τάξη.»

Ἡ κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε τὸ πρόβλημα καὶ αἰσθάνθηκε ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Αἰσθάνθηκε ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ὅλοι οἱ μαθητές της, τῆς ἔφεραν χριστουγεννιάτικα δῶρα τυλιγμένα μὲ ἀστραφτερὰ περιτυλίγματα καὶ ὄμορφες κορδέλες. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τὸ δικό του δῶρο ἦταν ἀδέξια τυλιγμένο σὲ ἕνα βρώμικο, καφὲ χαρτὶ ποὺ μᾶλλον πρὶν ἦταν ἡ σακούλα ἑνὸς παντοπωλείου.

Ἡ κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε νὰ τὸ ἀνοίξει. Τὰ περισσότερα παιδιὰ γέλασαν ὅταν ἔβγαλε ἀπὸ μέσα ἕνα βραχιόλι ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος μὲ σπάγκο καὶ πέτρες ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀνοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι μὲ ἄρωμα. Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της καὶ σταμάτησε ἀπότομα τῶν γέλιο τῶν παιδιῶν ὅταν φώναξε δυνατὰ πόσο πολύ τῆς ἄρεσε τὸ δῶρο του. Στὴ συνέχεια φόρεσε τὸ βραχιόλι καὶ ἔριξε λίγο ἀπὸ τὸ ἄρωμα στὸ χέρι της.

Ὁ Τέντυ ἔφυγε τελευταῖος ἐκείνη τὴ μέρα ἀπὸ τὴν τάξη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴ πόρτα γύρισε πρὸς τὴ δασκάλα του καὶ τῆς εἶπε μὲ θλιμμένη φωνὴ «Σήμερα κυρία μυρίζετε σὰν τὴ μαμά μου!»

Ἡ κυρία Τόμπσον ἔκλαψε πολὺ ἐκείνη τὴ μέρα. Ἀπὸ τότε ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν μικρὸ Τέντυ. Κάθε φορᾶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε στὰ μαθήματά του, τὸ μυαλὸ του ἐμοίαζε νὰ ζωντανεύει. Ὅσο περισσότερο τὸν ἐνθάρρυνε, τόσο πιὸ γρήγορα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις της. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁ Τέντυ εἶχε γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔξυπνα παιδιὰ τῆς τάξης καί, παρὰ τὸ ψέμα της ὅτι θὰ ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο, ὁ Τέντυ ἦταν πλέον καὶ ἐπίσημα ὁ ἀγαπημένος της.

Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἀνέλαβε πάλι τὴν Πέμπτη Δημοτικοῦ καὶ ἔβλεπε τὸν Τέντυ μόνο στὰ διαλείμματα. Μία μέρα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, βρῆκε ἕνα σημείωμα κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Τὸ σημείωμα εἶχε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τέντυ καὶ ἔγραφε: «Εἴσαστε ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχα ποτὲ στὴ ζωή μου».

Ἔξι χρόνια μετὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἔλαβε ἄλλο ἕνα σημείωμα, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο.

Ἦταν πάλι ὁ Τέντυ καὶ τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε τελειώσει τρίτος σὲ βαθμὸ τὸ Λύκειο, ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχε ποτὲ στὴ ζωή του.

Τέσσερα χρόνια μετά, πῆρε ἄλλη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶναι δύσκολα στὸ Πανεπιστήμιο ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του καὶ μὲ καλὸ βαθμό. Τελείωσε τὸ γράμμα του γράφοντας ὅτι ἀκόμη ἐκείνη εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ ἀγαπημένη του δασκάλα ποὺ εἶχε ποτέ.

Ἔπειτα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἄλλο ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του στὸ ταχυδρομικὸ κουτὶ τῆς κυρία Τόμπσον. Τῆς ἔγραφε ὅτι ἀφοῦ πῆρε τὸ πτυχίο του, ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει λίγο ἀκόμη τὶς σπουδές του. Τελείωνε τὴν ἐπιστολὴ γράφοντας ὅτι παραμένει ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἀγαπημένη του δασκάλα.

Ἡ κυρία Τόμπσον πῆρε ἀκόμη ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἐκείνη τὴν ἄνοιξη. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπέγραφε,ἦταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε βρεῖ μία κοπέλα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. Τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει μερικὰ χρόνια πρὶν καὶ ἀναρωτιόταν ἂν θὰ μποροῦσε ἐκείνη, νὰ καθίσει στὴ θέση ποὺ κάθεται ἡ μητέρα τοῦ γαμπροῦ.

Φυσικὰ ἐκείνη τὸ ἔκανε... Πῆγε στὸ γάμο φορώντας στὸ χέρι ἐκεῖνο τὸ βραχιόλι ἀπὸ πέτρες ποὺ τῆς εἶχε κάνει δῶρο ὁ Τέντυ καὶ φορώντας τὸ ἄρωμα ποὺ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του. Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δρ. Στάλλαρντ τὴν ἀγκαλίασε τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτί: «Σᾶς εὐχαριστῶ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ τόσο πολὺ γιατί μὲ κάνατε νὰ αἰσθανθῶ σημαντικὸς καὶ μοῦ δείξατε πὼς μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά».

Ἡ κυρία Τόμπσον μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἀπάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολὺ μεγάλο λάθος. Ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς πού μού ἔμαθε ὅτι μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ διδάξω τοὺς μαθητές μου μέχρι ποὺ σὲ γνώρισα.»

Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας.

H αυτοεκτίμηση του παιδιού έχει ήδη καθοριστεί από τα 5 έτη

Σύμφωνα με μια καινούρια μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, μέχρι την ηλικία των 5 ετών τα παιδιά έχουν μια αίσθηση της αυτοεκτίμησης ανάλογη με εκείνη των ενηλίκων. Επειδή η αυτοεκτίμηση συνήθως παραμένει σταθερή σε όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, η μελέτη δείχνει ότι αυτό το σημαντικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας διαμορφώνεται ήδη προτού τα παιδιά αρχίσουν το νηπιαγωγείο.

Ο επικεφαλής συγγραφέας δρ Dario Cvencek, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μάθησης και Επιστημών του Εγκεφάλου της Ουάσιγκτον (Ι-Labs), αναφέρει τα εξής: «Το έργο μας δίνει μια πρώιμη εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Βρήκαμε ότι από την ηλικία των 5 ετών η αυτοεκτίμηση είναι αρκετά ισχυρή και μπορούμε να τη μετρήσουμε χρησιμοποιώντας ακριβείς τεχνικές».

Για τα καινούρια ευρήματα, τα οποία περιλαμβάνονται στο περιοδικό «Journal of Experimental Social Psychology» στο τεύχος Ιανουαρίου 2016, χρησιμοποιήθηκαν καινούριες μέθοδοι για την αξιολόγηση της αυτοεκτίμησης σε περισσότερα από 200 παιδιά ηλικίας 5 ετών, τη μικρότερη δηλαδή ηλικία στην οποία μπορούν να γίνουν μετρήσεις.

Ο συνεργάτης συγγραφέας και συνδιευθυντής του Ι-Labs Andrew Meltzoff, εξηγεί: «Ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι πολύ μικρά για να έχουν αναπτύξει μια θετική ή αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η αυτοεκτίμηση και η θετική ή αρνητική αντίληψη για τον εαυτό μας είναι θεμελιώδης. Πρόκειται για μια κοινωνική νοοτροπία που τα παιδιά ήδη διαθέτουν όταν πάνε στο σχολείο, δεν είναι κάτι που αναπτύσσεται μέσα στο σχολείο».

Ο Meltzoff συνεχίζει λέγοντας: «Ποιες πτυχές της αλληλεπίδρασης γονέα-παιδιού ενισχύουν και τονώνουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού πριν πάει στο σχολείο; Αυτό είναι το βασικό μας ερώτημα. Ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να το μάθουμε ακόμη και μελετώντας παιδιά μικρότερης ηλικίας».

Μέχρι τώρα δεν υπήρχε κάποιο εργαλείο μέτρησης που να είναι σε θέση να εντοπίσει την αυτοεκτίμηση σε παιδιά προσχολικής ηλικίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα υπάρχοντα τεστ αυτοεκτίμησης απαιτούν νοητική ή λεκτική ικανότητα προκειμένου να μιλήσει κάποιος για μια έννοια όπως ο εαυτός του όταν μάλιστα γίνονται πιεστικές ερωτήσεις από ενήλικες πειραματιστές.

Ο Cvencek τονίζει: «Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορούν να κάνουν προφορικές αναφορές σε κάτι στο οποίο τα πηγαίνουν καλά όταν αυτό αφορά συγκεκριμένες δεξιότητες, όπως για παράδειγμα «Είμαι καλός στο τρέξιμο» ή «Είμαι καλός στο σχολείο», αλλά δυσκολεύονται να παρέχουν αξιόπιστες προφορικές απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με το αν είναι καλοί ή κακοί άνθρωποι».

Έχοντας σκοπό να δοκιμάσουν μια διαφορετική προσέγγιση, ο Cvencek, ο Meltzoff και ο συνεργάτης συγγραφέας Anthony Greenwald δημιούργησαν ένα τεστ αυτοεκτίμησης για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Ονομάζεται Τεστ Έμφυτης Σύνδεσης για Παιδιά Προσχολικής Ηλικίας (PSIAT) και μετρά πόσο έντονα είναι τα θετικά συναισθήματα των παιδιών για τον εαυτό τους.

Τα αντίστοιχα τεστ για ενήλικες (IAT), τα οποία δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά από τον Greenwald, αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι διαθέτουν, όπως οι προκαταλήψεις που σχετίζονται με τη φυλή, το φύλο, την ηλικία και άλλα θέματα.
«Στο παρελθόν διαπιστώσαμε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας γνώριζαν ορισμένα από τα θετικά χαρακτηριστικά τους. Τώρα πλέον κατανοούμε ότι διαθέτουν μια συνολική γνώση της καλοσύνης τους ως άτομα», δήλωσε ο Greenwald.

Το τεστ για τους ενήλικες λειτουργεί με τη μέτρηση του πόσο γρήγορα ανταποκρίνονται σε λέξεις διαφορετικών κατηγοριών. Για παράδειγμα, το τεστ που αφορά τους ενήλικες μετρά τους συσχετισμούς ανάμεσα σε λέξεις όπως «εαυτός» και «ευχάριστος» ή «οι άλλοι» και «κακοί».

Για να κάνουν κατάλληλο το τεστ για παιδιά προσχολικής ηλικίας που δεν μπορούν να διαβάσουν, οι ερευνητές αντικατέστησαν τις λέξεις που σχετίζονται με τον εαυτό τους («εγώ», «όχι εγώ») με αντικείμενα. Χρησιμοποίησαν μικρές άγνωστες σημαίες και εξήγησαν στα παιδιά ποιες από τις σημαίες ήταν «δικές τους» και ποιες «δεν ήταν δικές τους». Τα παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα (η ομάδα αποτελούνταν από 234 αγόρια και κορίτσια από την περιοχή του Σιάτλ) πρώτα έμαθαν να διακρίνουν το σύνολο των σημαιών που σήμαιναν «εγώ» από ένα άλλο σύνολο σημαιών που σήμαιναν «όχι εγώ».

Χρησιμοποιώντας τα κουμπιά ενός υπολογιστή έδωσαν απαντήσεις κοιτάζοντας μια ομάδα σημαιών που σήμαιναν «εγώ» και «όχι εγώ» και μια ομάδα από «καλές» λέξεις (διασκέδαση, χαρά, καλός, ωραίος) και «κακές» λέξεις (κακός, τρελός, μοχθηρός, αηδιαστικός) που έβγαιναν από ένα μεγάφωνο. Στη συνέχεια, για να μετρηθεί η αυτοεκτίμησή τους, τα παιδιά έπρεπε να συνδυάσουν τις λέξεις και να πατήσουν τα κουμπιά για να δείξουν κατά πόσο οι «καλές» λέξεις σχετίζονταν περισσότερο με τις σημαίες που σήμαιναν «εγώ» ή «όχι εγώ». Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά συνέδεσαν τον εαυτό τους περισσότερο με τις «καλές» παρά με τις «κακές» λέξεις και αυτό συνέβη εξίσου και στα αγόρια και στα κορίτσια.

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν επίσης 2 ακόμη τεστ για να εξετάσουν τις διαφορετικές πτυχές της αντίληψης που είχαν τα παιδιά για τον εαυτό τους. Ένα τεστ που αφορούσε την ταυτότητα φύλου αξιολόγησε την αίσθηση των παιδιών για το αν είναι αγόρια ή κορίτσια ενώ ένα άλλο τεστ μέτρησε την προτίμηση των παιδιών για τα άλλα παιδιά που ανήκαν στο ίδιο φύλο με αυτά. Τα παιδιά που είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση και ισχυρή αίσθηση της ταυτότητας του φύλου τους παρουσίασαν επίσης εντονότερη προτίμηση για τα παιδιά που ανήκαν στο ίδιο φύλο με αυτά.

Στο σύνολό τους, τα ευρήματα δείχνουν ότι το αίσθημα της αυτοεκτίμησης δεν είναι μόνο απροσδόκητα ισχυρό στα παιδιά τόσο μικρής ηλικίας, αλλά επίσης είναι συστηματικά συνδεδεμένο με άλλες θεμελιώδεις πτυχές της προσωπικότητας των παιδιών, όπως η προτίμηση για τα παιδιά που ανήκαν στο ίδιο φύλο καθώς και η ταυτότητα φύλου. «Η αυτοεκτίμηση φαίνεται ότι παίζει κρίσιμο ρόλο στον τρόπο που τα παιδιά σχηματίζουν διάφορες κοινωνικές ταυτότητες. Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν τη σημασία των πρώτων 5 ετών ως θεμέλιο της ζωής», ανέφερε ο Cvencek.

Οι ερευνητές συνεχίζουν να μελετούν τα παιδιά που συμμετείχαν στη μελέτη προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσον η αυτοεκτίμηση που μετράται στην προσχολική ηλικία μπορεί να προβλέψει κάποια αποτελέσματα αργότερα στην παιδική ηλικία, όπως η υγεία και η απόδοση στο σχολείο. Επίσης, το ενδιαφέρον τους στρέφεται στην ευελιξία της αυτοεκτίμησης των παιδιών και τον τρόπο που αλλάζει μέσω της εμπειρίας.

Ο οργασμός προέρχεται από το σώμα ή το μυαλό;

Θέμα κλισέ, ίσως και ταμπού σε μια συζήτηση για το σεξ, που όμως πολλές φορές αποφεύγουν τόσοι οι άνδρες, όσο και οι γυναίκες. Οι πρώτοι γιατί συνδέουν την ικανότητα να "φέρουν τη γυναίκα σε οργασμό" με τον ανδρισμό τους και οι δεύτερες γιατί ενδέχεται να αισθάνονται ανεπάρκεια, ντροπή, ενοχές ή άγχος επειδή δυσκολεύονται.

 Πόσο σημαντικός είναι τελικά ο οργασμός για τις γυναίκες; Ποια τα "ανατομικά" χαρακτηριστικά των γυναικείων γεννητικών οργάνων που δυσκολεύουν ή διευκολύνουν τη επίτευξή του και πως περιγράφουν οι ίδιες οι γυναίκες το συναίσθημα την ώρα του οργασμού;

Πόσο σημαντικός είναι τελικά ο οργασμός;

Πολλές γυναίκες που δυσκολεύονται να έρθουν σε οργασμό, βιώνουν αίσθημα ανεπάρκειας, ντροπή, ενοχές και άγχος, που με τη σειρά τους συντηρούν το πρόβλημα.

Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα αρνητικά αυτά συναισθήματα συνδέονται με τις προσδοκίες του συντρόφου ή την πίεση που ασκείται από εκείνον. Επιπλέον, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι μόνο οι μισές από τις γυναίκες με δυσκολίες οργασμού αναφέρουν δυσφορία.

Αυτά τα δεδομένα υπονοούν ότι ο οργασμός είναι λιγότερο σημαντικός για τις γυναίκες από ό,τι είναι για τους άνδρες. Η άποψη αυτή ενισχύεται από μελέτες που υποστηρίζουν ότι η επίτευξη οργασμού αποτελεί σεξουαλικό κίνητρο περισσότερο για τους άνδρες παρά για τις γυναίκες.

Άλλωστε, πλήθος μελετών επιβεβαιώνει ότι το 85% των γυναικών που δεν έχουν οργασμό κατά την επαφή δηλώνει πως είναι ικανοποιημένο από τη σεξουαλική του ζωή. Φαίνεται δηλαδή πως η πλειονότητα των γυναικών δεν θεωρεί τον οργασμό αναγκαίο για την ευχαρίστηση και ξέρουμε πια ότι τα κίνητρα των γυναικών για σεξ είναι πάρα πολλά (μια μελέτη κατέγραψε 235 διαφορετικούς λόγους για τους οποίους οι γυναίκες κάνουν σεξ), ένα μόνο εκ των οποίων είναι η σωματική εκτόνωση.

Ο οργασμός προέρχεται από το μυαλό ή το σώμα;

Οι περιγραφές του γυναικείου οργασμού για πολλά χρόνια περιορίζονταν στις σωματικές αντιδράσεις στην περιοχή της πυέλου (συσπάσεις του κόλπου, συσπάσεις στη περιοχή της λεκάνης κ.λπ). Ωστόσο, οι περιγραφές των γυναικών δείχνουν μια διάσταση του οργασμού περισσότερο ενδιαφέρουσα.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη, οι γυναίκες συνδέουν την ευχαρίστηση του οργασμού με

α) σκέψεις και συναισθήματα που νιώθουν,

β) τη συνολική σωματική και ψυχική ένταση, όχι την ένταση σε συγκεκριμένα ανατομικά σημεία και

γ) την ικανοποίηση από τη σχέση. Φαίνεται δηλαδή πως για τις περισσότερες γυναίκες ο οργασμός είναι μια εμπειρία με πολλές διαστάσεις, όχι μόνο σωματικές αλλά και συναισθηματικές.

Εξάλλου, πρόσφατη μελέτη που επεδίωξε να περιγράψει την εμπειρία του οργασμού 500 γυναικών ανέδειξε μια διαφορετική εικόνα από αυτήν που έως σήμερα είχαμε. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της, διαπιστώθηκαν 4 κατηγορίες οργασμού στο σεξ με σύντροφο και μία επιπλέον κατηγορία που περιέγραφε τον οργασμό κατά την αυτοϊκανοποίηση. Οι 4 κατηγορίες ήταν:

* Οργασμός με υψηλό αίσθημα ευχαρίστησης και έντονα σωματικά αισθήματα, π.χ. παλμοί, σπασμοί κ.λπ .

* Οργασμός με υψηλό αίσθημα ευχαρίστησης και μέτριας έντασης σωματικά αισθήματα.

* Οργασμός με μέτριο αίσθημα ευχαρίστησης και χαμηλής έντασης σωματικά αισθήματα.

* Οργασμός με χαμηλό αίσθημα ευχαρίστησης και χαμηλής έντασης σωματικά αισθήματα.

Όσον αφορά τον οργασμό κατά την αυτοϊκανοποίηση, χαρακτηρίζονταν από λιγότερα σωματικά αισθήματα, αλλά περισσότερο ευχάριστα. Φαίνεται από τα παραπάνω ότι το αίσθημα του οργασμού δεν είναι πάντα το ίδιο, ούτε περιγράφεται ως «υπέρτατη απόλαυση» πάντα. Μάλιστα, το αίσθημα του οργασμού κατά την αυτοϊκανοποίηση είναι σε κάποιες περιπτώσεις καλύτερο από ό,τι στον οργασμό που προκαλείται με τον σύντροφο

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για τέλεια απόλαυση!