Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός, ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ, Από τα Κούναξα στη Χαιρώνεια

Βαδίζοντας εναντίον του Πέρση βασιλιά

Το 401 περίπου 13.000 Έλληνες στρατιώτες, που έμειναν γνωστοί ως Μύριοι (δηλαδή 10.000), βάδισαν προς τη Βαβυλώνα, με σκοπό να ανατρέψουν τον μεγάλο Πέρση βασιλιά. Ο Αρταξέρξης Β' Μνήμων (404-359) είχε διαδεχθεί ομαλά τον πατέρα του Δαρείο Β' λίγο πριν από το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά σύντομα αμφισβητήθηκε από τον νεότερο αδελφό του Κύρο. Με σκοπό να υπερασπιστεί τον θρόνο του, συγκέντρωσε πολύ ισχυρό στράτευμα και περίμενε να αντιμετωπίσει τους εισβολείς κοντά στην πρωτεύουσά του. Ένα μικρό αλλά αξιόμαχο τμήμα των εχθρών του το αποτελούσαν Έλληνες, που υπηρετούσαν στον στρατό του Κύρου.

Έλληνες μισθοφόροι υπήρχαν διαθέσιμοι από πολύ παλιά. Όταν έμαθαν να πολεμούν βαριά οπλισμένοι στους σχηματισμούς της φάλαγγας, έγιναν περιζήτητοι. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο τόσο οι Αθηναίοι όσο και οι Σπαρτιάτες κατέφυγαν αρκετές φορές στη μίσθωση ανδρών για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Το ίδιο έκαναν και οι εμπόλεμοι στη Σικελία. Επίσης, πολλοί Έλληνες στρατιώτες, ανάμεσά τους και Σπαρτιάτες, αναζητούσαν εργασία ως μισθοφόροι στην Περσική Αυτοκρατορία - με ή χωρίς τη συγκατάθεση της πόλης τους.

Οι Σπαρτιάτες και οι άλλοι Πελοποννήσιοι που υπηρετούσαν στον στρατό του Κύρου είχαν αρχηγό τον εξόριστο στρατηγό Κλέαρχο. Δραστήριος ήδη από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Κλέαρχος ανέλαβε να αντιμετωπίσει τους Θράκες που παρενοχλούσαν τους Έλληνες στον Ελλήσποντο. Διαφώνησε ωστόσο με τους Σπαρτιάτες εφόρους και, καταδικασμένος σε θάνατο στην πόλη του, άρχισε να πραγματοποιεί τα σχέδια του με χρήματα του Κύρου. Όταν ο Κύρος τον χρειάστηκε, άφησε τον πόλεμο με τους Θράκες και έσπευσε να συνδράμει τον χρηματοδότη του. Στον στρατό του Πέρση πρίγκιπα κατατάχθηκαν και πολλοί Έλληνες από τη Θεσσαλία, καθώς και από διάφορες άλλες περιοχές, ακόμη και από τις Συρακούσες. Όπως ο Κλέαρχος, αρκετοί από αυτούς εγκατέλειπαν τις πόλεις τους εξαιτίας εσωτερικών προβλημάτων.

Οι Σπαρτιάτες και οι άλλοι Έλληνες στον στρατό του Κύρου δεν διέθεταν, καθώς φαίνεται, χάρτη της Περσικής Αυτοκρατορίας - όπως αυτόν που είχε προσκομίσει στην Ελλάδα έναν αιώνα νωρίτερα ο Αρισταγόρας, όταν σχεδίαζε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Ούτε φαντάστηκαν άλλωστε ότι θα τον χρειάζονταν. Εξάλλου, οι χάρτες της εποχής ήταν πολύ γενικοί και δεν παρείχαν συγκεκριμένες πληροφορίες. Όλα πήγαιναν καλά, έως ότου έφτασαν στην Ταρσό της Κιλικίας. Εκεί στύλωσαν τα πόδια. Άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι πραγματικός στόχος της εκστρατείας ήταν ο μεγάλος βασιλιάς, κάτι που επίσημα γνώριζαν μόνο οι στρατηγοί τους. Αλλά αυτός δεν ήταν ο κύριος λόγος που αρνήθηκαν να συνεχίσουν. Με εξασφαλισμένο τον μισθό τους, ήταν συνήθως πρόθυμοι να αναλάβουν κάθε δύσκολη αποστολή. Το πραγματικό τους πρόβλημα ήταν ότι από εκείνο το σημείο θα άρχιζαν να κατευθύνονται στα ενδότερα της αυτοκρατορίας. (Όπως είχε εξηγήσει στον Αρισταγόρα ο βασιλιάς Κλεομένης, οι Σπαρτιάτες αρνούνταν να αναλάβουν επιχειρήσεις σε περιοχές που απείχαν μήνες δρόμο από τη θάλασσα.) Ο Κλέαρχος άρχισε να πιέζει τους άνδρες του, και αυτοί δεν δίστασαν να τον λιθοβολήσουν. Χρειάστηκαν όλων των ειδών τα τεχνάσματα και κυρίως μια αύξηση μισθού κατά 50%, για να παραμείνουν στον στρατό του Κύρου.

Εξόριστος από την πόλη του, ο Κλέαρχος έδινε την εντύπωση ότι ενεργούσε με δική του πρωτοβουλία. Οι Σπαρτιάτες, ωστόσο, παρακολουθούσαν προσεκτικά την πορεία του και φαίνεται ότι την ενέκριναν. Όταν μάλιστα δέχτηκαν πρόσκληση του Κύρου για συμπαράσταση, επειδή και αυτός τους είχε συνδράμει στον αγώνα τους εναντίον των Αθηναίων, αυτοί έσπευσαν να ανταποκριθούν. Έτσι, τη στιγμή που οι Έλληνες μισθοφόροι συμφώνησαν να συνεχίσουν την πορεία τους, κατέφθασαν ενισχύσεις με πλοία και οπλίτες από την Πελοπόννησο. Οι Σπαρτιάτες είχαν κάθε λόγο να ελπίζουν ότι, με τον Κύρο βασιλιά, η Περσία θα ήταν μόνιμα φιλική προς την πόλη τους.

Ο Κύρος ο νεότερος, που είχε το όνομα του μεγάλου θεμελιωτή της Περσικής Αυτοκρατορίας, συναισθανόταν πλήρως την κατάσταση του. Ενώ ο ίδιος ήταν διοικητής μιας περιφέρειας, ο αδελφός του κυβερνούσε μιαν αυτοκρατορία. Δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί ούτε στα πλούτη ούτε σε ανθρώπινο δυναμικό. Παρ᾽ όλα αυτά, διέθετε τρία πλεονεκτήματα που τον έκαναν να αισιοδοξεί. Το πρώτο ήταν ότι με τους στρατηγούς που τον ακολουθούσαν, Έλληνες και Πέρσες, είχε δεσμούς φιλίας. Από καιρό οικοδομούσε μαζί τους προσωπικές σχέσεις και δεν χρειαζόταν να τους επιβληθεί αποκλειστικά με χρήματα ή απειλές. Το δεύτερο πλεονέκτημα ήταν ο αξιόμαχος μισθοφορικός στρατός των Ελλήνων. Όπως είχαν δείξει καθαρά οι μάχες στον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες και τις Πλαταιές, οι Έλληνες οπλίτες διέθεταν υπέρτερη τεχνική και απαράμιλλο θάρρος. Το τρίτο πλεονέκτημα ήταν ο αιφνιδιασμός. Η Περσική Αυτοκρατορία ήταν πανίσχυρη, αλλά οι μεγάλες αποστάσεις και ο κατακερματισμός των στρατιωτικών δυνάμεων την καθιστούσαν τρωτή σε περίπτωση γρήγορης προέλασης του εχθρού.

Ο Αρταξέρξης είχε επίσης πιστούς φίλους. Ένας από αυτούς, ο σατράπης Τισσαφέρνης, τον προειδοποίησε εγκαίρως για τις προετοιμασίες του Κύρου και τον προφύλαξε από τον αιφνιδιασμό. Πρόλαβε λοιπόν να συγκεντρώσει έναν εξαιρετικά μεγάλο στρατό, πολλαπλάσιο της στρατιωτικής δύναμης του αδελφού του. Του απέμενε έτσι να αντιμετωπίσει ένα μόνο πλεονέκτημα του Κύρου: τους Έλληνες μισθοφόρους.

Η μεγάλη μάχη δόθηκε αρκετά κοντά στη Βαβυλώνα, σε έναν τόπο που ονομαζόταν Κούναξα, όπου ο Ευφράτης και ο Τίγρης πλησιάζουν περισσότερο ο ένας τον άλλο. Όταν συναντήθηκαν με τους Έλληνες, οι δυνάμεις του βασιλιά δεν όρμησαν εναντίον τους μαζικά και με κραυγές, όπως συνήθιζαν. Γνώριζαν πλέον καλά ότι δεν επρόκειτο να τους τρομάξουν. Απεναντίας επιτέθηκαν πειθαρχημένα και συντεταγμένα, επιχειρώντας να αποδυναμώσουν τους Έλληνες οπλίτες με δρεπανηφόρα άρματα.

Οι Σπαρτιάτες και οι άλλοι Έλληνες, παρά τις νέες τακτικές που δοκίμαζαν οι Πέρσες, κατάφεραν για μία ακόμη φορά να νικήσουν τους εχθρούς τους. Όταν πλησίασαν αρκετά, όρμησαν με τις φάλαγγές τους, κραυγάζοντας και τρέχοντας. Αυτή την τακτική είχαν μάθει να ακολουθούν όταν πολεμούσαν με τους Πέρσες, για να αποφεύγουν τα βέλη των τοξοτών. Ίσως μάλιστα κατόρθωσαν να πανικοβάλουν τα άλογα των δρεπανηφόρων αρμάτων, χτυπώντας δυνατά τα δόρατα πάνω στις ασπίδες τους. Ύστερα από σύντομη μάχη, οι άνδρες του βασιλιά τράπηκαν σε φυγή. Θεωρώντας πλέον τη νίκη εξασφαλισμένη, ο Κύρος αναζήτησε τον αδελφό του στο κέντρο των εχθρικών δυνάμεων. Αν τον σκότωνε, η υπόθεση θα τελείωνε. Τον εντόπισε και κατάφερε να τον τραυματίσει, αλλά μέσα στην αναταραχή σκοτώθηκε ο ίδιος, και έτσι η υπόθεση τελείωσε όπως επιθυμούσε ο Αρταξέρξης.

Χωρίς να έχουν ηττηθεί στο πεδίο της μάχης, οι Έλληνες αναζήτησαν τον δρόμο της επιστροφής. Τότε θα πρέπει να κατανόησαν την αξία που έχουν οι χάρτες - έστω και οι πολύ γενικοί που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή. Όταν μάλιστα ο Τισσαφέρνης συνέλαβε με δόλο όλους τους στρατηγούς τους, μαζί και τον Κλέαρχο, η διαφυγή μέσα από το περσικό έδαφος έγινε εφιαλτική. Ηγετικό ρόλο ανέλαβε ο Αθηναίος Ξενοφών, που γλίτωσε τη σφαγή επειδή ήταν χαμηλόβαθμος αξιωματικός. Ύστερα από μύριες ταλαιπωρίες, οι μισθοφόροι βρήκαν τον τρόπο να φτάσουν στον Εύξεινο Πόντο, στο ύψος της Τραπεζούντας. Μετρήθηκαν και διαπίστωσαν ότι είχαν επιβιώσει 8.600. Αυτό θεωρήθηκε θρίαμβος.

Ο Ξενοφών έζησε το φιλόδοξο εγχείρημα του Κύρου και τη μακρά πορεία ανάμεσα σε εχθρικούς λαούς ως μια συγκλονιστική περιπέτεια (Κακριδής 3.6.Β [σ. 156-158]). Γεννημένος στο ξεκίνημα του Πελοποννησιακού Πολέμου, συμμετείχε στη δραματική του κατάληξη ως ώριμος άνδρας. Η καταγωγή του και η μαθητεία του στον Σωκράτη δεν τον έκαναν φιλικό προς τη δημοκρατία. Αλλά και οι ακρότητες της τυραννίας των Τριάκοντα, που είχαν επιβάλει οι Σπαρτιάτες νικητές, τον αποξένωσαν επίσης από τους πλέον συντηρητικούς κύκλους της Αθήνας. Η συμμετοχή του στον μισθοφορικό στρατό του Κύρου πρόσφερε λύση σε ένα προσωπικό αδιέξοδο. Με τη μόρφωση που διέθετε πάντως δεν ήταν ένας απλός στρατιώτης, ικανοποιημένος να λαμβάνει τον μισθό του και να επιβιώνει στις μάχες. Παρατηρούσε όσα συνέβαιναν γύρω του περισσότερο με τα μάτια ενός στοχαστή παρά ενός πολεμιστή. Καθώς η περιπλάνηση των Μυρίων ολοκληρωνόταν, εντάχθηκε μαζί με πολλούς άλλους στον σπαρτιατικό στρατό, που συνέχιζε τον αγώνα για την προστασία των ελληνικών πόλεων στη Μικρά Ασία. Όταν την ηγεσία του στρατού αυτού ανέλαβε ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος Β' (περ. 400-359), ο Ξενοφών βρήκε στο πρόσωπό του έναν πραγματικό φίλο.

Ο Ξενοφών επέστρεψε στην Ελλάδα το 394 και συνέχισε να πολεμά στον στρατό των Σπαρτιατών, ακόμη και όταν στο αντίπαλο στρατόπεδο βρέθηκαν μεταξύ άλλων οι Αθηναίοι. Τα επόμενα 23 χρόνια αναγκάστηκε να παραμείνει εξόριστος και να ζήσει, με την άδεια των Σπαρτιατών, στον Σκιλλούντα, πολύ κοντά στην Ολυμπία. Προς το τέλος της πολυτάραχης ζωής του ασχολήθηκε συστηματικά με το συγγραφικό έργο, πειραματιζόμενος με νέα γραμματειακά είδη. Μεταξύ άλλων τον απασχόλησε και η ιστορία. Μία από τις εργασίες που ανέλαβε ήταν να συνεχίσει το έργο του Θουκυδίδη, που είχε πεθάνει πριν ολοκληρώσει την αφήγηση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η συνέχεια αυτή πήρε τον χαρακτηριστικό τίτλο Ἑλληνικά. Σε ένα άλλο σύγγραμμα εξιστόρησε την Ανάβαση του Κύρου προς τη Βαβυλώνα και την Κάθοδο των Μυρίων προς τη θάλασσα.

Η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος ήταν προφανής για έναν άνδρα που διέθετε την παιδεία του Ξενοφώντα και θαύμαζε τον Θουκυδίδη. Ο Ξενοφών ωστόσο δεν ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε να αφηγηθεί τα δραματικά εκείνα γεγονότα. Πριν από αυτόν τα είχε καταγράψει ένας άλλος Έλληνας, που υπηρετούσε τον Αρταξέρξη. Ονομαζόταν Κτησίας και καταγόταν από την Κνίδο (Κακριδής 3.6.Β [σ. 159]).

Ο Κτησίας βρέθηκε στην αυλή του Αρταξέρξη, στην αρχή ως αιχμάλωτος και στη συνέχεια ως ευνοούμενος και προσωπικός του γιατρός. Σπουδασμένος καθώς ήταν στην περίφημη σχολή της πατρίδας του, μπόρεσε να προσφέρει υπηρεσίες και στη μητέρα του βασιλιά, από το στόμα της οποίας συγκέντρωσε άφθονες πληροφορίες για τις αυλικές δολοπλοκίες και τον παρασκηνιακό ρόλο των ισχυρών γυναικών στην Περσία. Η τύχη ενός παλαιότερου γιατρού από την ανταγωνιστική σχολή της Κω, που βρέθηκε και αυτός στη βασιλική αυλή, τον έκανε ιδιαίτερα προσεκτικό. (Ο γιατρός από την Κω βασανίστηκε για δύο μήνες και θάφτηκε ζωντανός, επειδή εκμεταλλεύτηκε τη θέση του για να συνάψει ερωτικό δεσμό με τη θυγατέρα του Ξέρξη - κάτι που, έτσι κι αλλιώς, απαγόρευε αυστηρά ο ιπποκρατικός όρκος.)

Έχοντας χειριστεί διάφορες υποθέσεις ως έμπιστος του Αρταξέρξη, ο Κτησίας επέστρεψε στην πατρίδα του ύστερα από 17 χρόνια. Εκεί φαίνεται ότι ασχολήθηκε με το συγγραφικό έργο. Εκτός των άλλων, ισχυρίστηκε ότι είχε πρόσβαση στα περσικά αρχεία, όπου καταγράφονταν τα πεπραγμένα της αυτοκρατορίας. Από το έργο του σώζονται μια περίληψη και αρκετά αποσπάσματα. Ακόμη και έτσι, ωστόσο, πρόκειται για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις στην αρχαία ιστορία που μας παρέχεται η δυνατότητα να διασταυρώσουμε πληροφορίες από αυτόπτες μάρτυρες δύο αντίπαλων στρατοπέδων. Η ίδια η ονομασία του τόπου όπου δόθηκε η μεγάλη μάχη, Κούναξα, παραδίδεται μόνο από τον Κτησία· αλλά και για τον τραυματισμό του βασιλιά, ο ίδιος ο Ξενοφών παραπέμπει σε αυτόν, που ανέλαβε άλλωστε και τη σχετική θεραπεία. Για το τέλος του Κλέαρχου, που θανατώθηκε με τους άλλους Έλληνες στρατηγούς, παρέχεται μια πολύ χαρακτηριστική πληροφορία. Πριν εκτελεστεί, ο Σπαρτιάτης στρατηγός ζήτησε από τον Κτησία, που του συμπαραστεκόταν με τη μεσολάβηση της βασιλομήτορος, ένα χτένι. Όπως όλοι οι γενναίοι Σπαρτιάτες πολεμιστές, ήθελε και αυτός να πεθάνει καλλωπισμένος.

Το 396 ο Αγησίλαος ανέλαβε αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Η επιτυχία των Μυρίων έδινε την εντύπωση ότι οι Πέρσες μπορούσαν να νικηθούν ακόμη και μέσα στην αυτοκρατορία τους. Πριν ξεκινήσει, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς πέρασε από την Αυλίδα όπου έκανε θυσίες - όπως ο Αγαμέμνων όταν αναχωρούσε για την Τροία. Ήθελε να δώσει στην επιχείρηση που ανέλαβε πανελλήνιο χαρακτήρα. Βρήκε όμως αντίθετους τους άρχοντες των Βοιωτών, που οργίστηκαν μαζί του τόσο, ώστε πέταξαν τα σφάγια από τον βωμό. Για τις θυσίες στον συγκεκριμένο τόπο οι Βοιωτοί είχαν τον δικό τους μάντη. Περισσότερο όμως ήθελαν να δείξουν ότι δεν συναινούσαν σε έναν γενικό πόλεμο εναντίον των Περσών.

Οι αντιδράσεις αυτές δεν πτόησαν τον Αγησίλαο, που σημείωσε αρκετές επιτυχίες στη Μικρά Ασία. Στάθηκε άλλωστε τυχερός, όταν ο Αρταξέρξης θεώρησε υπεύθυνο τον Τισσαφέρνη για τις ήττες των Περσών και τον θανάτωσε. Με τον σατράπη Φαρνάβαζο, που ανέλαβε να διαχειριστεί τις υποθέσεις των Ελλήνων, ο Αγησίλαος είχε κάποια περιθώρια συνεργασίας. Σύντομα όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τελείως τη Μικρά Ασία.

Για να αντιμετωπίσει τη Σπάρτη, που γινόταν διαρκώς απειλητικότερη, ο Αρταξέρξης αποφάσισε να ενισχύσει τους εχθρούς της. Ανέθεσε έτσι στον Φαρνάβαζο να συνεργαστεί με τον βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα και με τον Αθηναίο στρατηγό Κόνωνα, που είχε γλιτώσει από την ήττα στους Αιγός Ποταμούς και ζούσε εξόριστος. Το 394 η συμμαχία αυτή πέτυχε μεγάλη νίκη εναντίον των Σπαρτιατών σε ναυμαχία έξω από την Κνίδο. Επιπλέον, ο Πέρσης βασιλιάς έστειλε άφθονα χρήματα στη Θήβα, με την οποία διατηρούσε δεσμούς, στην Κόρινθο, το Άργος και την Αθήνα. Είχε πληροφορίες ότι όλες αυτές οι πόλεις αναζητούσαν ήδη τρόπους να μειώσουν τη δύναμη της Σπάρτης. Πολλοί Έλληνες ήταν άλλωστε έτοιμοι να συμπράξουν ακόμη και χωρίς περσικά χρήματα. Αντί για την αναμενόμενη ελευθερία από την τυραννία της Αθήνας, είδαν τον νικητή στρατηγό Λύσανδρο να εγκαθιδρύει στις πόλεις τους δεκαρχίας, που υπηρετούσαν τα συμφέροντα της Σπάρτης και σκληρών επιχώριων ολιγαρχιών.

Ο Αγησίλαος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα με μεγάλη σπουδή. Στον Βοιωτικό Πόλεμο που ξέσπασε σκοτώθηκε ο Λύσανδρος, και η Σπάρτη τού ανέθεσε τη γενική αρχηγία. Καθώς έφτανε η είδηση της ναυτικής ήττας στην Κνίδο, ο Αγησίλαος κατατρόπωνε στην Κορώνεια τους Βοιωτούς, πλάι στους οποίους πολεμούσαν Αθηναίοι, Αργείοι, Κορίνθιοι και άλλοι εχθροί της Σπάρτης. Παρά την ήττα της, η νέα αυτή συμμαχία δεν ήταν πρόθυμη να παραιτηθεί από τον αγώνα. Στην Κόρινθο, μάλιστα, μια επανάσταση των δημοκρατικών επιβεβαίωνε την εχθρότητα της πόλης προς τη Σπάρτη, με την οποία είχε συμπαραταχθεί για πολλά χρόνια. Όπως συνέβαινε συχνά, η εξωτερική πολιτική μιας πόλης ήταν σε άμεση συνάρτηση με τις εσωτερικές εξελίξεις. Ο πόλεμος, που συνεχίστηκε για οκτώ ακόμη χρόνια, ονομάστηκε Κορινθιακός, επειδή στο επίκεντρο βρέθηκε η Κόρινθος.

Η Αθήνα άρχισε πάλι να ασκεί ανεξάρτητη πολιτική. Δέχτηκε πίσω τον Κόνωνα με σαράντα πλοία που ο Φαρνάβαζος έστειλε ως δώρο και, με περσικά χρήματα, ξανάχτισε τα Μακρά Τείχη. Ακόμη και μέσα στην Πελοπόννησο σημείωνε επιτυχίες. Ο στρατηγός της Ιφικράτης διακρίθηκε όχι με τους οπλίτες αλλά με ευέλικτα, ελαφρά οπλισμένα σώματα πελταστών, που έκαναν επιθέσεις με ακόντια και υποχωρούσαν γοργά.

Οι Σπαρτιάτες παρακολουθούσαν με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στη Δύση. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος τους είχε διδάξει ότι η Σικελία, και ιδιαιτέρως οι Συρακούσες, μπορούσαν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Στάθηκαν έτσι σταθερά στο πλευρό του τυράννου Διονυσίου, όχι μόνο όταν το απαιτούσε ο πόλεμος με τους Καρχηδόνιους, αλλά και όταν κινδύνευε η θέση του από τα συνεχή δημοκρατικά κινήματα μέσα στην πόλη του.

Ο Διονύσιος ήξερε ότι ο πόλεμος με την Καρχηδόνα θα συνεχιζόταν σφοδρότερος και άρχισε να οικοδομεί οχυρά τείχη, να ναυπηγεί ισχυρό στόλο και να κατασκευάζει όπλα. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, που συγκέντρωσε τις πληροφορίες, ισχυρίζεται ότι μόνο στην πρώτη φάση των προετοιμασιών ναυπηγήθηκαν 200 νέα πλοία και κατασκευάστηκαν 140.000 ασπίδες, άλλα τόσα εγχειρίδια και ισάριθμες περικεφαλαίες. Επίσης χαλκεύτηκαν περισσότεροι από 14.000 θώρακες διαφόρων ειδών, κατάλληλοι για τους ιππείς. Μολονότι τύραννος, πριν κηρύξει τον πόλεμο ο Διονύσιος συγκάλεσε την Εκκλησία του Δήμου και ζήτησε τη συναίνεση των πολιτών. Αλλά η πρακτική αυτή εγκαταλείφθηκε, διότι οι πολίτες βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στην τυραννία του, ακόμη και σε συνθήκες πολέμου.

Ένα από τα μέτρα που αναγκάστηκε να λάβει συχνά ο Διονύσιος για τις ανάγκες του πολέμου ήταν η απελευθέρωση δούλων. Οι Έλληνες κατέφευγαν στη λύση αυτή μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, παίρνοντας πάντα όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις. Ο Διονύσιος υπήρξε τολμηρότερος, διότι, σε μία τουλάχιστον περίπτωση, απέδωσε στους δούλους όχι μόνο την ελευθερία τους αλλά και δικαιώματα πολίτη, καθιστώντας τους νεοπολίτας. Ενδέχεται να επρόκειτο για άνδρες που προέρχονταν όχι από αγορά ή αιχμαλωσία αλλά από τους κατακτημένους πληθυσμούς της περιοχής. Σε άλλες περιπτώσεις υποσχόταν ελευθερία σε οικιακούς δούλους, αλλά όταν δεν υπήρχε πλέον ανάγκη αθετούσε την υπόσχεσή του. Ο πόλεμος απαιτούσε, άλλωστε, διαρκώς μεγάλο αριθμό Ελλήνων και ξένων μισθοφόρων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και Λακεδαιμόνιοι.

Κύριοι αντίπαλοι του Διονυσίου ήταν οι Καρχηδόνιοι, με τους οποίους αναμετρήθηκε, με μικρά διαλείμματα, για σχεδόν σαράντα χρόνια, έως τον θάνατό του το 367. Συμμαχώντας συχνά με τους Καρχηδόνιους, εναντίον του Διονυσίου πολέμησαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί της Σικελίας, που αγωνίζονταν να απελευθερώσουν τη γη των προγόνων τους. Με παρόμοια αισθήματα τον πολέμησαν, όταν χρειάστηκε, οι μη ελληνικοί πληθυσμοί της Κάτω Ιταλίας. Για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς αυτούς, ο Διονύσιος θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει κύριος όχι μόνο ολόκληρης της Σικελίας αλλά και των ελληνικών πόλεων στην Ιταλία. Στράφηκε ακόμη και προς την Αδριατική, διευρύνοντας τους ορίζοντες των επιχειρήσεών του. Επειδή πολλοί Έλληνες του αντιστάθηκαν, συμμαχώντας ακόμη και με τους Καρχηδόνιους, πολέμησε και εναντίον τους με όλες του τις δυνάμεις. Καθώς οι νίκες εναλλάσσονταν με ήττες, στα πεδία των μαχών σκοτώνονταν διαρκώς χιλιάδες στρατιώτες και στις θάλασσες χάνονταν δεκάδες πλοία με τους άνδρες τους. Σε μία μόνο μάχη μπορούσαν να μετρηθούν περισσότεροι από 10.000 νεκροί. Στις συχνές πολιορκίες αφανίζονταν ολόκληρες πόλεις και πλήθος άμαχοι εξανδραποδίζονταν.

Μέσα σε όλα αυτά ο Διονύσιος έβρισκε τον χρόνο να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για τις τέχνες και τα γράμματα. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες έστελνε να διαγωνιστούν τέθριππα άρματα και ραψωδοί. Όταν όμως απαγγέλθηκαν στίχοι που είχε συνθέσει ο ίδιος, μόλις παρήλθε η καλή εντύπωση της ευφωνίας των ραψωδών, η αποδοκιμασία ήταν έντονη και οι αντιδράσεις χλευαστικές.

Ο πόλεμος υπήρξε ενδημικός στον ελληνικό κόσμο. Η ειρήνη και η ανακωχή δεν ήταν παρά διαλείμματα ανάμεσα σε βίαιες αναμετρήσεις. Αλλά η περίοδος μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο είχε νέα χαρακτηριστικά. Οι συμμαχίες ήταν ασταθείς και μπορούσαν να διαλυθούν κάθε στιγμή. Οι συχνές μεταστροφές των Περσών ανέτρεπαν άλλωστε κάθε σχεδιασμό. Οι πολεμικές συγκρούσεις έπαιρναν έτσι διαρκώς διαφορετικές μορφές. Η φάλαγγα των οπλιτών έπαψε να είναι η αδιαφιλονίκητη επιλογή των εμπολέμων. Όλοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη σημασία του ιππικού για γρήγορη επέμβαση και καταδίωξη του εχθρού. Προστατευμένοι από το ιππικό και τους οπλίτες, οι πελταστές παρενοχλούσαν τους αντιπάλους τους με την ευελιξία τους και μπορούσαν να κρίνουν ακόμη και την έκβαση μιας μάχης. Την τεχνική των πελταστών ανέπτυξε ο Αθηναίος στρατηγός Ιφικράτης, εξοπλίζοντας ορισμένους πολεμιστές με μικρότερες ασπίδες αλλά δόρατα μακρύτερα από τα συνηθισμένα και ξίφη με διπλάσιο μήκος. Ακόμη και τα υποδήματα των πελταστών ήταν ελαφρά, επιτρέποντάς τους να τρέχουν γρήγορα.

Στη θάλασσα οι επινοήσεις νέων τεχνικών ήταν διαρκείς. Τα πλοία έπρεπε να κατασκευάζονται γρήγορα και να γίνονται ταχύτερα. Για πρώτη φορά έκαναν την εμφάνισή τους, μαζί με τις τριήρεις, τετρήρεις και πεντήρεις, πλοία με τέσσερις και πέντε σειρές κουπιών. Σημαντικές ναυτικές επιχειρήσεις αναλαμβάνονταν και τη νύχτα, με το φως της σελήνης. Μεγάλη ανάγκη υπήρχε επίσης για την εξέλιξη των πολιορκητικών μηχανών, καθώς οι συνήθεις πολιορκίες ήταν χρονοβόρες και συχνά αναποτελεσματικές. Υψώθηκαν έτσι εξαώροφοι τροχοφόροι πύργοι και επινοήθηκαν ὀξυβελεῖς, ένα είδος καταπέλτη.

Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του πολέμου υποχρέωναν τις πόλεις να καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην άσκηση μυστικής διπλωματίας και στην ανεπίσημη αποστολή στρατιωτών. Για πολλές επιχειρήσεις οι ιστορικοί που έζησαν τα γεγονότα δεν ήξεραν να πουν αν αναλαμβάνονταν με εντολή των πόλεων ή με πρωτοβουλία εξορισμένων και αυτοεξόριστων στρατηγών. Η Σπάρτη διατηρούσε φρουρές και άνδρες σε διάφορες απόμακρες περιοχές, χωρίς αυτό να είναι γενικότερα γνωστό. Ακόμη και στην αποκατεστημένη αθηναϊκή δημοκρατία λέγεται ότι η Βουλή, σε ακραίες περιπτώσεις, μπορούσε να λάβει στρατιωτικές πρωτοβουλίες χωρίς επίσημη έγκριση από την Εκκλησία του Δήμου.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν η διαρκής εμπλοκή ολόκληρης της ανατολικής Μεσογείου. Ο Θουκυδίδης το είχε ήδη αντιληφθεί αυτό καθαρά πριν από την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στη σύγκρουση εκείνη όλοι οι Έλληνες, αλλά και ένα μέρος των βαρβάρων, ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν θέση. Μετά το τέλος του πολέμου, οι πάντες διαπίστωναν ότι ήταν υποχρεωμένοι να παίρνουν διαρκώς θέση: από τον Εύξεινο Πόντο έως την Καρχηδόνα και από τη Χαλκιδική έως την Κύπρο και την Αίγυπτο. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονταν, βεβαίως, τα μικρασιατικά παράλια, οι μεγάλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και η Σικελία.

Στις συνθήκες αυτές πολλοί αντιλαμβάνονταν την ανάγκη οικοδόμησης μόνιμων συνασπισμών και, αν ήταν εφικτό, συνένωσης πόλεων ή ολόκληρων περιοχών. Έως εκείνη την εποχή μόνο η Σπάρτη είχε διατηρήσει μια σταθερά ηγεμονική θέση σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, και η Αθήνα, πριν από την ήττα της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μια σταθερά ηγεμονική θέση σε μεγάλο μέρος του Αιγαίου. Μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ο Διονύσιος προσπάθησε επίμονα να καταστεί άρχοντας ολόκληρης της Σικελίας και να επεκτείνει την κυριαρχία του στην Κάτω Ιταλία και την Αδριατική. Ο Ευαγόρας κατάφερε να επικρατήσει σε ολόκληρη την Κύπρο. Ο Λυκόφρων ο Φεραίος και ύστερα από αυτόν ο Ιάσων επιχείρησαν να ενώσουν τη Θεσσαλία. Ο Ιάσων μάλιστα είχε τη φιλοδοξία να ηγεμονεύσει σε όλη την Ελλάδα, αλλά δολοφονήθηκε πριν το επιχειρήσει. Στη Βοιωτία, όπου υπήρχε από παλιά μια ομοσπονδία, οι Θηβαίοι επέμεναν να δημιουργηθεί ένας ενιαίος πολιτικός σχηματισμός. Το Άργος έκανε μια προσπάθεια να συνενωθεί με την Κόρινθο. Οι Αθηναίοι, από την πλευρά τους, αγωνίζονταν να οικοδομήσουν και πάλι την παλαιά τους συμμαχία. Λίγο αργότερα, ο Λυκομήδης από τη Μαντινεία προχώρησε σε σοβαρές ενέργειες για την πολιτική ενοποίηση της Αρκαδίας.

Η Σπάρτη, που δυσκολευόταν να διατηρήσει την παλαιά της συμμαχία, βρέθηκε για μια ακόμη φορά πιεσμένη. Είχε υπερβεί τα περιθώρια συνεχούς παρουσίας στα εναλλασσόμενα θέατρα του πολέμου. Το βάρος που αναγκάστηκε να ρίξει στο ναυτικό και η εξάρτησή της από στρατηγούς που δεν ήταν βασιλείς ανέτρεπαν τις βάσεις του πολιτεύματός της. Οι μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό από τους μακροχρόνιους πολέμους ήταν σχεδόν αδύνατο να καλυφθούν, εφόσον το πολίτευμά της απέτρεπε την ανάδειξη νέων πολιτών από τις τάξεις των ειλώτων και των περιοίκων. Απεναντίας, ακόμη και πολίτες έχαναν τα πλήρη τους δικαιώματα, είτε επειδή δεν ήταν ανδρείοι στη μάχη (τρέσαντες) είτε επειδή δεν διέθεταν πλέον την απαραίτητη περιουσία. Μέσα στην ίδια την πόλη εξυφαίνονταν συνωμοσίες. Στις ανακρίσεις που διενεργήθηκαν όταν εκδηλώθηκαν ύποπτες κινήσεις, οι έφοροι πληροφορήθηκαν αυτό που έτσι κι αλλιώς γνώριζαν: οι είλωτες και οι απελευθερωμένοι είλωτες θα τους έτρωγαν ευχαρίστως ζωντανούς, αν τους δινόταν η ευκαιρία. Εκείνο που ίσως δεν γνώριζαν ή δεν ήθελαν να πιστέψουν ήταν ότι τα ίδια αισθήματα έτρεφαν πλέον και οι περίοικοι - ή πάντως πολλοί από αυτούς. Αλλά και μέσα στο σώμα των πολιτών κυκλοφορούσαν ανατρεπτικές ιδέες. Για τον ίδιο τον Λύσανδρο λεγόταν ότι σχεδίαζε τη ριζική αλλαγή του πολιτεύματος. Εάν το επιτύγχανε, το αξίωμα του βασιλιά δεν θα ήταν πλέον προνόμιο των δύο βασιλικών οίκων. Ακόμη και για την κυριαρχία της Σπάρτης στη Λακωνία ακούγονταν για πρώτη φορά αντιρρήσεις. Η ανάγκη να στραφεί και πάλι η πόλη στον Πέρση βασιλιά ήταν πιεστική.

Ο Αρταξέρξης δεν είχε αντίρρηση να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες. Η πείρα τού είχε διδάξει, ωστόσο, ότι δεν αρκούσε να ενισχύει εναλλακτικά τους Έλληνες για να τους καθιστά ακίνδυνους. Έπρεπε να θέσει τρεις πολύ συγκεκριμένους όρους. Πρώτον, να του αναγνωριστεί η κυριαρχία στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, από όπου άλλωστε είχαν ξεκινήσει οι ελληνοπερσικές διαφορές. Δεύτερον, οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις να παραμείνουν αυτόνομες, χωρίς να συνάπτουν μεταξύ τους συμμαχίες, είτε μόνιμες είτε ευκαιριακές. Και τρίτον, να αποδεχθούν τη συμφωνία όχι μόνο οι Σπαρτιάτες, αλλά και οι άλλοι Έλληνες. Οι Σπαρτιάτες ανέλαβαν να πείσουν και τους υπόλοιπους, όπου χρειαζόταν με τη βία - λαμβάνοντας βεβαίως για τον σκοπό αυτό περσικά χρήματα. Στην προσπάθειά τους βρήκαν αρωγό και τον Διονύσιο των Συρακουσών, που τους ανταπέδιδε την υποχρέωση.

Το 386 αντιπρόσωποι από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις συναντήθηκαν με τον εκπρόσωπο του Πέρση βασιλιά στις Σάρδεις και ορκίστηκαν να τηρούν τους όρους της ειρήνης που τους επιβλήθηκε. Η συμφωνία αυτή έμεινε γνωστή ως Ειρήνη του Βασιλιά ή του Ανταλκίδα, από το όνομα του Σπαρτιάτη που διεκπεραίωσε με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις. Έτσι κι αλλιώς, οι Σπαρτιάτες, που υποχρέωσαν τους πάντες να συμφωνήσουν, ανέλαβαν επισήμως και την «προστασία» της ειρήνης.

Η ήττα των Σπαρτιατών στο μνήμα των παρθένων

Λίγα χρόνια μετά από την Ειρήνη του Βασιλιά η Σπάρτη μπόρεσε να ασκήσει σχεδόν απόλυτη ηγεμονία στα ελληνικά πράγματα. Αφού ταπείνωσε τους Κορίνθιους και τους Αργείους, τοποθέτησε μόνιμη φρουρά στην ακρόπολη των Θηβών. Με την ορμή και την αποφασιστικότητά της, έπειθε πολλές πόλεις να την ακολουθήσουν. Σε όσες δεν συναινούσαν ασκούσε βία. Έτσι, ύστερα από πολιορκία, υποχρέωσε την Όλυνθο στη Χαλκιδική να προσχωρήσει στη συμμαχία της. Οι ορίζοντές της ήταν ευρύτεροι παρά ποτέ. Συνεργαζόταν με τον Αρταξέρξη Β', με τον ἄρχοντα της Σικελίας, όπως ήθελε ο Διονύσιος Α' να τον ονομάζουν, και με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ' (393-370). Ακόμα και με τους βασιλείς της Αιγύπτου, που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία της χώρας τους από τους Πέρσες, διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις.

Εναντίον των Σπαρτιατών ξεσηκώθηκαν πρώτοι οι Θηβαίοι. Με τη βοήθεια των Αθηναίων, που ανταπέδιδαν τη βοήθειά τους στην ανατροπή των Τριάκοντα τυράννων, έδιωξαν τη φρουρά από την πόλη τους και ανασυγκρότησαν τη συμμαχία τους με τους υπόλοιπους Βοιωτούς. Ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή έπαιξε ο Πελοπίδας, που από τότε εκλεγόταν κάθε χρόνο άρχοντας. Στη συνέχεια οι Αθηναίοι απευθύνθηκαν στους παλαιούς τους συμμάχους και τους προσκάλεσαν να αγωνιστούν υπέρ της κοινής ελευθερίας. Πολλοί ανταποκρίθηκαν αμέσως, και όλοι μαζί συγκρότησαν ένα συνέδριον, δηλαδή κοινό συμβούλιο, που συνερχόταν στην Αθήνα. Κάθε πόλη ήταν αυτόνομη και είχε μία ψήφο. Για να αποφευχθούν τα σφάλματα του παρελθόντος, οι Αθηναίοι δεσμεύτηκαν να μην καταχρώνται τη γη των συμμάχων τους και να μην καλλιεργούν κτήματα έξω από την Αττική. Στο συνέδριο προσήλθαν σύντομα περισσότερες από εβδομήντα πόλεις. Έτσι, το 377 η Β' Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν έτοιμη να παίξει μαζί με τους Θηβαίους ενεργητικό ρόλο. (Το καταστατικό της συμμαχίας αυτής σώζεται αποσπασματικά σε μαρμάρινη επιγραφή.) Μια από τις πρώτες ενέργειες των Αθηναίων ήταν η συνεργασία με τον βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος τους θεώρησε καλύτερους συμμάχους από τους Σπαρτιάτες στον αγώνα εναντίον των Περσών.

Οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν αμέσως και προσπάθησαν να ανακτήσουν τη Θήβα. Αλλά τους περίμενε μια έκπληξη. Οι Θηβαίοι, με στρατηγό τον Πελοπίδα, έδειξαν αποφασισμένοι όχι μόνο να τους αντιμετωπίσουν στο πεδίο της μάχης, αλλά και να τους νικήσουν - μολονότι διέθεταν τους μισούς μόνο άνδρες. Την ίδια ακριβώς εποχή, οι Αθηναίοι νίκησαν τους Σπαρτιάτες, για πρώτη φορά μετά τις Αργινούσες, σε δύο σημαντικές ναυμαχίες: έξω από τη Νάξο, με αρχηγό τον Χαβρία, και έξω από τη Λευκάδα, με αρχηγό τον Τιμόθεο, τον γιο του Κόνωνα.

Καθώς οι πόλεμοι μεταξύ των ελληνικών πόλεων συνεχίζονταν με αυξανόμενη ένταση, ο Αρταξέρξης ανέλαβε πρωτοβουλίες για να επαναφέρει την ειρήνη που είχε συμφωνηθεί. Σε μια από τις πολλές προσπάθειες συγκατατέθηκαν οι πάντες, εκτός από τους Θηβαίους. Στο πρακτικό που συντάχθηκε ήθελαν να περιληφθούν όλοι μαζί οι Βοιωτοί, αλλά οι Σπαρτιάτες θεώρησαν ότι η απαίτηση αυτή καταστρατηγούσε τον όρο της αυτονομίας των πόλεων. Ο εκπρόσωπος των Θηβαίων Επαμεινώνδας, ένας ικανός στρατηγός με φιλοσοφική κατάρτιση, έθεσε με τη σειρά του θέμα αυτονομίας των οικισμών της Λακωνίας, όπου κατοικούσαν οι περίοικοι.

Οι Σπαρτιάτες ανέθεσαν στον βασιλιά τους Κλεόμβροτο (380-371) να εκστρατεύσει εναντίον των Θηβαίων και να επιβάλει με τη βία τους όρους της ειρήνης. Μια μεγάλη μάχη δόθηκε το 371 στα Λεύκτρα, πολύ κοντά στις Πλαταιές: από τη μια πλευρά οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους με πολλαπλάσια δύναμη, από την άλλοι οι Βοιωτοί. Όλοι σχεδόν θεωρούσαν ότι το αποτέλεσμα ήταν προκαθορισμένο υπέρ των Σπαρτιατών. Ακόμη και οι στρατηγοί των Βοιωτών, οι βοιωτάρχαι, μοιράστηκαν: ο Επαμεινώνδας και δύο ακόμη επέμεναν να δοθεί μάχη, οι άλλοι τρεις πίστευαν ότι έπρεπε να αποσυρθούν. Τελευταία στιγμή έφτασε ο Πελοπίδας, που συντάχθηκε με τον Επαμεινώνδα. Αλλά και οι Βοιωτοί στρατιώτες ήταν φοβισμένοι. Έπαιρναν ωστόσο θάρρος από χρησμούς, ένας από τους οποίους έλεγε ότι οι Λακεδαιμόνιοι πρέπει να νικηθούν εκεί όπου βρισκόταν το μνήμα των παρθένων. Σύμφωνα με την παράδοση, πρεσβευτές των Σπαρτιατών είχαν βιάσει στον τόπο εκείνο παρθένες, και αυτές, πριν αυτοκτονήσουν, είχαν καταραστεί την πατρίδα των βιαστών. Ο συμβολισμός ήταν προφανής: οι Σπαρτιάτες είχαν ταπεινώσει τους Έλληνες και τους ανέμενε για αυτό σκληρή τιμωρία.

Ο Ξενοφών περιέγραψε τη μάχη στα Λεύκτρα με αρκετές λεπτομέρειες. Παρακολουθούσε άλλωστε τα πολεμικά γεγονότα της εποχής από πολύ κοντά. Ήξερε έτσι τις μεγάλες αδυναμίες του σπαρτιατικού ιππικού, που την εποχή εκείνη ήταν άθλιο, διότι τα άλογα τα συντηρούσαν οι πλούσιοι, ενώ τα ίππευαν οι ασθενέστεροι πολεμιστές, χωρίς να έχουν μάλιστα ασκηθεί. Δεν πρόσεξε ωστόσο ότι οι Θηβαίοι εφάρμοσαν ένα νέο στρατήγημα, που αποδίδεται στον Επαμεινώνδα. Όπως βεβαιώνουν άλλοι ιστορικοί, η φάλαγγά τους είχε λοξή διάταξη. Η μεγάλη δύναμη ήταν συγκεντρωμένη από τη μία πλευρά, επιτρέποντας την εύκολη περικύκλωση του εχθρού. Επρόκειτο, καθώς φαίνεται, για μια τελειοποιημένη εκδοχή της τακτικής που είχαν ακολουθήσει οι Αθηναίοι στη μάχη του Μαραθώνα. Ο Ξενοφών δεν απέδωσε επίσης καμία σημασία στην παρουσία του ἱεροῦ λόχου των Θηβαίων, που είχε αρχηγό τον Πελοπίδα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία ότι η θηβαϊκή αυτή επινόηση ενός σώματος 300 οπλιτών που μάχονταν κατά ζεύγη υπήρξε καθοριστική. Τα ζεύγη αυτά τα αποτελούσαν άνδρες που, καθώς λεγόταν, συνδέονταν με ερωτική φιλία και ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν μέχρι θανάτου ο ένας για τον άλλο. Το επίλεκτο αυτό σώμα ονομαζόταν και λόχος τῆς πόλεως, επειδή η πόλη παρείχε στους άνδρες τροφή και κατοικία.

Στη μάχη που ακολούθησε οι Βοιωτοί πέτυχαν περιφανή νίκη. Από τους περίπου 1.000 Σπαρτιάτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα που είχαν απομείνει συνολικά, στη μάχη είχαν αποσταλεί 700 ικανοί πολεμιστές και από αυτούς σκοτώθηκαν περίπου 300 - μαζί με 1.000 συμμάχους τους. Έπεσε επίσης ο βασιλιάς Κλεόμβροτος - ο πρώτος Σπαρτιάτης βασιλιάς, από όσο είναι γνωστό, εκτός από τον Λεωνίδα, που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης.

Η είδηση της μεγαλύτερης καταστροφής που είχαν υποστεί οι Σπαρτιάτες σε πεζομαχία έφτασε στην πόλη τους την τελευταία μέρα των γυμνοπαιδιῶν. Στην εορτή αυτή τα παιδιά χόρευαν γυμνά και εκτελούσαν γυμναστικές ασκήσεις. Ο ανδρικός χορός βρισκόταν μάλιστα στη σκηνή. Οι έφοροι δεν διέκοψαν τον εορτασμό ούτε επέτρεψαν στον χορό να σταματήσει. Συνέστησαν απεναντίας στις γυναίκες να υπομείνουν τη συμφορά σιωπηλές. Οι πάντες αντιλαμβάνονταν ότι η ζημιά που είχαν υποστεί ήταν ανεπανόρθωτη. Το πρώτο και άμεσο μέλημά τους ήταν αν θα εφάρμοζαν τον νόμο που απαιτούσε τον στιγματισμό όσων δεν είχαν πολεμήσει γενναία. Εάν τον εφάρμοζαν, θα έμεναν χωρίς πολεμιστές, εάν τον αθετούσαν θα παραβίαζαν το πάτριο πολίτευμα. Την υπόθεση ανέλαβε να διευθετήσει ο βασιλιάς Αγησίλαος, που ανακοίνωσε ότι την ημέρα εκείνη οι νόμοι έπρεπε να κοιμηθούν. Από την επόμενη θα ήταν και πάλι σε ισχύ.

Χωρίς σαφή ηγεσία ικανή να επιβάλει την τάξη, πολλές ελληνικές πόλεις βρήκαν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Παντού σχεδόν εκδηλώνονταν στάσεις, δηλαδή αιματηρές κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Με ιδιαίτερη βιαιότητα αντέδρασαν οι δημοκρατικοί στο Άργος, όταν αντιλήφθηκαν ότι γινόταν απόπειρα ανατροπής της δημοκρατίας. Περισσότεροι από 1.200 εξέχοντες και πάμπλουτοι πολίτες εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Έντονες ήταν οι εξελίξεις και σε πόλεις όπου οι Σπαρτιάτες είχαν στηρίξει ολιγαρχικά πολιτεύματα. Η αδυναμία στην οποία είχαν περιέλθει οι εχθροί τους ενθάρρυνε τους δημοκράτες να ανατρέψουν και συχνά να φονεύσουν τους ολιγαρχικούς. Οι σύμμαχοι εγκατέλειπαν πλέον τους Σπαρτιάτες μαζικά, και οι εχθροί τους συνασπίζονταν για να τους αποτελειώσουν.

Έναν χρόνο μετά από τη μάχη στα Λεύκτρα, ο Επαμεινώνδας και οι Θηβαίοι εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, επικεφαλής ενός μεγάλου συνασπισμού στον οποίο συνέπρατταν πάνδημοι οι Αρκάδες, οι Ηλείοι και οι Αργείοι. Συνολικώς μετείχαν περίπου 70.000 άνδρες, οπλίτες και ελαφρά οπλισμένοι, αλλά επίσης και άοπλοι με αποκλειστικό σκοπό την αρπαγή. Οι εχθροί έφτασαν στην ατείχιστη Σπάρτη και απειλούσαν την ίδια της την ύπαρξη. Για πρώτη φορά οι Σπαρτιάτισσες είδαν με τα μάτια τους εχθρικό καπνό. Η πόλη ήταν ανάστατη, και οι αρχές αναγκάστηκαν να εκτελούν τους συνωμότες, ακόμη και όταν ήταν πολίτες, χωρίς δίκη. Πολλοί περίοικοι και είλωτες δραπέτευαν προς τον εχθρό. Χωρίς συμμάχους και χωρίς δικούς της οπλίτες, η πόλη κατέφυγε για βοήθεια στους εσωτερικούς της εχθρούς, τους είλωτες. Έξι χιλιάδες δήλωσαν πρόθυμοι να συνδράμουν με δέλεαρ την ελευθερία τους, αλλά και αυτοί πρόβαλαν περισσότερο ως απειλή παρά ως συμπολεμιστές.

Παρά τη μεγάλη υπεροχή του στρατού του, ο Επαμεινώνδας επέλεξε να μην εισέλθει στην πόλη. Ήξερε ότι οι λιγοστοί υπερασπιστές της ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν και ότι θα προξενούσαν μεγάλη ζημιά στους εισβολείς. Πέτυχε ωστόσο κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Απέσπασε από τη Σπάρτη τη Μεσσηνία και επανίδρυσε τη Μεσσήνη (αρχικά με την ονομασία Ιθώμη), που βρισκόταν στον έλεγχο των Σπαρτιατών για αιώνες. Στη νέα πόλη, που έγινε αμέσως δεκτή από τους άλλους Έλληνες ως ισότιμη, έσπευσαν να κατοικήσουν όλοι οι είλωτες της περιοχής και, μαζί με αυτούς, φυγάδες που βρίσκονταν διάσπαρτοι στη Σικελία, την Κάτω Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική. Οι κάτοικοί της ισχυρίζονταν ότι είχαν διασώσει μνήμες από το μακρινό παρελθόν και ότι μπορούσαν να επανιδρύσουν λατρείες ξεχασμένες από την εποχή της δωρικής κατάκτησης. Οι ανασκαφές φέρνουν στο φως μια πόλη σχεδιασμένη από την αρχή, με εξαίρετη οχύρωση, περίβλεπτα κτίρια και πλήθος επιγραφές.

Λίγο αργότερα ιδρύθηκε η Μεγαλόπολη, σε μια τεχνητή προσπάθεια να ενωθεί η Αρκαδία γύρω από ένα μεγάλο αστικό κέντρο που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στη σπαρτιατική επεκτατικότητα προς τον βορρά. Οι αρκαδικές πόλεις έστειλαν επίσημους οικιστές, ενώ πληθυσμοί από πολλές κώμες, που βρίσκονταν σε χαλαρή πολιτική οργάνωση στην κεντρική Αρκαδία, πείστηκαν ή εξαναγκάστηκαν να συνδράμουν το εγχείρημα με μετοικεσία. Λίγο νωρίτερα, άλλωστε, οι Αρκάδες είχαν υποστεί ατιμωτική ήττα από τους Λακεδαιμόνιους (στην πρώτη επιτυχία τους μετά τα Λεύκτρα). Η προσπάθεια πολιτικής ένωσης των διάσπαρτων οικισμών της Αρκαδίας δεν θα είχε τελεσφορήσει χωρίς τη θερμή υποστήριξη του Επαμεινώνδα.

Ο ελληνικός κόσμος βρισκόταν σε κατάσταση αναδιοργάνωσης, και όλοι όφειλαν να χαράξουν την πορεία τους με βάση τα καινούργια δεδομένα. Οι Θηβαίοι ανοίχτηκαν σε νέους πολέμους εναντίον του Αλεξάνδρου των Φερών, που είχε διαδεχθεί τον Ιάσωνα και προτιμούσε τη φιλία των Αθηναίων. Στη συνέχεια στράφηκαν για συνεργασία στον νέο βασιλιά της Μακεδονίας, τον Αλέξανδρο Β' (370-368/9), που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Αμύντα Γ'. Επιστρέφοντας στην πόλη του, ο Πελοπίδας είχε μαζί του ως όμηρο τον αδελφό του Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο (που έμελλε να γίνει και ο ίδιος βασιλιάς). Με τις επιτυχίες τους οι Θηβαίοι έγιναν συνομιλητές του Πέρση βασιλιά, που έκρινε ότι αυτοί εξυπηρετούσαν πλέον τα συμφέροντά του καλύτερα. Το 367 ο Πελοπίδας βρέθηκε στα Σούσα, όπου συμφωνήθηκε με τον Αρταξέρξη η ανανέωση της ειρήνης, αυτή τη φορά με τους όρους της Θήβας. Η Μεσσήνη, παρά τις αντιρρήσεις της Σπάρτης, αναγνωρίστηκε επίσημα ως ελεύθερη πόλη.

Οι Σπαρτιάτες συνέχισαν να δέχονται σταθερά τη συνδρομή του Διονυσίου των Συρακουσών, αλλά είχαν ανάγκη και από νέους συμμάχους. Στράφηκαν έτσι για συνεργασία στους παλαιούς, μεγάλους τους αντίπαλους. Παρά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, οι Αθηναίοι έκριναν ότι δεν τους συνέφερε η συντριβή της Σπάρτης και συμφώνησαν να τη βοηθήσουν.

Τις φιλικές σχέσεις της Αθήνας με τη Σπάρτη έσπευσε να εκμεταλλευτεί ο Διονύσιος, για να διακριθεί επιτέλους ως ποιητής. Έχοντας υποστεί πολλές αποτυχίες, το 367 βραβεύτηκε στα Λήναια για μια τραγωδία που είχε γράψει ο ίδιος. Είχε μόλις ηττηθεί για μια ακόμη φορά από τους Καρχηδόνιους, αλλά προτίμησε να εορτάσει την ποιητική του νίκη και πέθανε στο γλέντι από την υπερβολή χαρά. Για τον θάνατό του λεγόταν ότι ήταν σαν θεατρικό τέλος μιας μεγάλης τραγωδίας.

Το 364 ο Πελοπίδας νίκησε ξανά τον Αλέξανδρο των Φερών, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη. Τέτοια ήταν η δόξα του, ώστε οι Θεσσαλοί σύμμαχοι των Θηβαίων τού πρόσφεραν τη λαμπρότερη κηδεία που αξιώθηκε πολεμιστής έξω από την πόλη του. Εκτός από τους Θηβαίους, που εκδικήθηκαν σύντομα τον θάνατό του, εναντίον του Αλεξάνδρου στράφηκε λίγο αργότερα και η γυναίκα του, που τον σκότωσε μαζί με τα αδέλφια της. Τον αγώνα των Θηβαίων συνέχισε σχεδόν μόνος του ο Επαμεινώνδας.

Το 362 ο Επαμεινώνδας εισέβαλε πάλι στην Πελοπόννησο και προσπάθησε για μία ακόμη φορά να εισέλθει στην ανοχύρωτη Σπάρτη. Την πόλη έσωσε και πάλι ο Αγησίλαος, πολεμώντας τους Θηβαίους από τις στέγες των σπιτιών με τα παιδιά και τους γέροντες, και στα στενά δρομάκια με τους ελάχιστους ενήλικες που είχαν απομείνει. Ο Επαμεινώνδας νίκησε ωστόσο τους Σπαρτιάτες στη Μαντίνεια. Με το στρατόπεδο των Βοιωτών πολεμούσαν οι Ευβοείς, οι Θεσσαλοί, οι Αργείοι, οι Μεσσήνιοι και άλλοι. Με το στρατόπεδο των Σπαρτιατών πολεμούσαν οι Αθηναίοι και άλλοι. Οι Αρκάδες ήταν μοιρασμένοι. Η μάχη ήταν σκληρή, και ο Επαμεινώνδας υποχρεώθηκε να εκτεθεί προσωπικά περισσότερο από ό,τι συνηθιζόταν για στρατηγούς. Σε μια συμπλοκή τραυματίστηκε σοβαρά και αποσύρθηκε από τη μάχη. Πριν ξεψυχήσει ρώτησε, όπως όφειλε κάθε γενναίος πολεμιστής, αν είχε σωθεί η ασπίδα του· ύστερα, αν είχε κερδίσει τη μάχη.

Σε ηλικία 84 ετών ο βασιλιάς Αγησίλαος εξακολουθούσε να αγωνίζεται για να διασώσει ό,τι απέμενε από την πόλη του. Την είχε παραλάβει στη μεγαλύτερη ακμή της και την παρέδιδε ταπεινωμένη και αμελητέα. Για να εξασφαλίσει χρήματα, επέλεξε να συνδράμει ως μισθοφόρος τον Αιγύπτιο στρατηγό Τάχω, που εξακολουθούσε να πολεμά τον Πέρση βασιλιά. Η υπόθεση δεν εξελίχθηκε καλά, και ο Αγησίλαος αναγκάστηκε να προσχωρήσει στο στρατόπεδο του στασιαστή Νεκτάναβη, που αυτοαναγορεύτηκε βασιλιάς της Αιγύπτου. Έστω και έτσι, συγκέντρωσε κάποια χρήματα, που εκείνη την εποχή ήταν εντελώς απαραίτητα στην πόλη του. Δεν πρόλαβε ωστόσο να τα παραδώσει ο ίδιος, καθώς πέθανε στο δρόμο της επιστροφής το 360, έχοντας βασιλέψει για 40 χρόνια. Τον επόμενο χρόνο πέθανε και ο Αρταξέρξης Β' ύστερα από 46 χρόνια στην εξουσία. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ώχος, που πήρε και αυτός το όνομα του πατέρα του και βασίλεψε ως Αρταξέρξης Γ' (359-338).

Μετά από τη μάχη στα Λεύκτρα, ο Ξενοφών υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον Σκιλλούντα. Η σχέση του με τους Αθηναίους είχε πλέον αποκατασταθεί και μπορούσε να επιστρέψει στην πόλη του - μολονότι ενδέχεται να προτίμησε την Κόρινθο ως τόπο μόνιμης διαμονής. Στη μάχη της Μαντίνειας, όπου οι Αθηναίοι πολέμησαν στο πλευρό των Σπαρτιατών, σκοτώθηκε ο γιος του Γρύλλος, πολεμώντας γενναία με προτροπή του πατέρα του. Ο Ξενοφών συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Σε μία από τις εργασίες του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Πόροι ἤ Περὶ προσόδων υπέδειξε στους Αθηναίους με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να αυξήσουν τα έσοδά τους.

Στους συνεχείς πολέμους της εποχής οι περισσότερες ελληνικές πόλεις είχαν εξαντλήσει τα αποθέματά τους. Για να καλύψουν τις πιεστικές ανάγκες τους στρέφονταν όλο και συχνότερα στον Πέρση βασιλιά, όπως επίσης στη λεηλασία και στον εξανδραποδισμό των εχθρών τους. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρίσκονταν διαθέσιμοι ως δούλοι σε αφθονία ύστερα από κάθε σχεδόν πολεμική σύγκρουση. Ο Ξενοφών πίστευε ότι η Αθήνα όφειλε να αναζητήσει μονιμότερες λύσεις για την ανόρθωση των οικονομικών της. Ιδιαίτερο βάρος απέδωσε στην εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου. Όπως θυμούνταν οι πάντες, με το αργυρομετάλλευμά τους οι Αθηναίοι είχαν ναυπηγήσει τον στόλο της Σαλαμίνας και είχαν χρηματοδοτήσει τα δημόσια οικοδομήματα στην Πεντηκονταετία.

Η πόλη αποκόμιζε έσοδα από τα μεταλλεία ενοικιάζοντας τις γαίες σε ιδιώτες. Αυτοί με τη σειρά τους έκαναν τις αναγκαίες επενδύσεις για να ανακαλύπτουν νέες φλέβες μεταλλεύματος και για την εξόρυξη του αργύρου. Τα κέρδη που απέμεναν ήταν δικά τους. Οι εύποροι Αθηναίοι πάλι, που δεν επιθυμούσαν να έχουν τη φροντίδα τέτοιου είδους εργασιών, αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη με άλλο, ασφαλέστερο τρόπο. Προμηθεύονταν με τα κεφάλαιά τους μεγάλους αριθμούς δούλων, τους οποίους μίσθωναν στους διαχειριστές των μεταλλείων με την ημέρα. Ο στρατηγός Νικίας, για παράδειγμα, που χάθηκε στη Σικελική Εκστρατεία, διέθετε 1.000 τέτοιους δούλους· άλλοι είχαν 600, άλλοι 300.

Οι συνθήκες εργασίας των δούλων σε τέτοιου είδους εργασίες ήταν πολύ σκληρές. Στις ανθυγιεινές σήραγγες των μεταλλείων του Λαυρίου, με τον τεχνητό φωτισμό και τον ανεπαρκή αερισμό, το προσδόκιμο ζωής των δούλων ήταν πολύ χαμηλό. Οι συνεχείς απώλειες έπρεπε να καλύπτονται με νέες αγορές. Ελπίδες για απελευθέρωση δεν υπήρχαν. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το Λαύριο είχε βρεθεί απροστάτευτο και χιλιάδες δούλοι κατάφεραν να δραπετεύσουν. Πολλοί συνελήφθησαν και ξαναπουλήθηκαν στη Θήβα σε χαμηλές τιμές, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της πόλης. Μετά τον πόλεμο τα μεταλλεία υπολειτουργούσαν.

Ο Ξενοφών ήταν της γνώμης ότι η εκμετάλλευση των μεταλλείων στο Λαύριο μπορούσε να τεθεί σε νέα βάση. Τα αποθέματα έμοιαζαν αστείρευτα, αλλά δεν υπήρχαν ιδιώτες πρόθυμοι να προβούν στις αναγκαίες επενδύσεις. Η δική του πρόταση ήταν να αναλάβει η πόλη τον ρόλο των ιδιωτών. Οι δούλοι θα έπρεπε να αγοραστούν από το δημόσιο ταμείο και να πολλαπλασιάζονται, μαζί με τα έσοδα. Επίσης, τις δαπάνες για αναζήτηση μεταλλεύματος, που δεν ήταν πάντα επικερδείς, όφειλαν να τις αναλάβουν οι δέκα φυλές. Για μεγαλύτερη μάλιστα ασφάλεια, οι δούλοι έπρεπε να στιγματίζονται με τη σφραγίδα του δημοσίου, ώστε να μην τολμά κανείς να τους σφετεριστεί.

Κάθε πόλη αποτελείται από οικογένειες

Η πόλη είναι ένα πλήθος από οικογένειες και γη και ιδιόκτητες περιουσίες που παρέχει αυτάρκεια για την καλή ζωή.

Έτσι συνόψιζε ένας συγγραφέας του ύστερου 4ου αιώνα την κυρίαρχη πολιτική άποψη των αρχαίων Ελλήνων. Και διευκρίνιζε: «μέρη του οίκου είναι οι άνθρωποι και τα αποκτήματα». Οἰκονομία -κυριολεκτικά η διευθέτηση (νομή) του οἴκου- σήμαινε την επιστήμη της ορθής διαχείρισης του νοικοκυριού. Στην αρχαιότητα οἶκος ήταν το σύνολο των έμβιων και άψυχων όντων που συναπάρτιζαν μια οικογένεια και την περιουσία της. Αυτός ήταν ο βασικός πυρήνας της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Στην περιουσία περιλαμβάνονταν όχι μόνο το σπίτι (οἰκία), τα έπιπλα, τα καλλιεργημένα κτήματα και τα ζωντανά, αλλά επίσης οι οικόσιτοι δούλοι. Όλα αυτά υπήρχαν προς χάριν της καλής ζωής των ελεύθερων μελών. Ελεύθερα μέλη του οίκου ήταν οι σύζυγοι και τα τέκνα - και όποιος παππούς ή γιαγιά τυχόν ζούσε μαζί τους. Αδιαμφισβήτητος όμως αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας-πατέρας, που ονομαζόταν κύριος (σε σχέση με όλα τα μέλη) και δεσπότης (σε σχέση ειδικά με τους δούλους).

Η χρηστή διαχείριση του οίκου απαιτούσε καταμερισμό των εργασιών μεταξύ των συζύγων, επίβλεψη των τέκνων και εποπτεία του υπόδουλου υπηρετικού προσωπικού. Απαιτούσε, επίσης, την καθημερινή συντήρηση όλων των μελών με τροφή και την προστασία τους κάτω από μια στέγη.

Γενικά, η διαφοροποίηση των ρόλων ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα σε μια αρχαιοελληνική οικογένεια ήταν μεγάλη. Αντικατοπτριζόταν μάλιστα στην ίδια την αρχιτεκτονική του σπιτιού. Τα δωμάτια της συζύγου και των λοιπών γυναικών (γυναικωνῖτις), όπου έμεναν και τα παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ήταν διαχωρισμένα από τους χώρους των ανδρών (τον ἀνδρῶνα), εκεί όπου μπορούσε ο κύριος του οίκου να δέχεται τους φίλους του και να οργανώνει συμπόσια. Η γυναίκα ήταν υπεύθυνη για όσα συνέβαιναν μέσα στο σπίτι και ο άνδρας πρωτοστατούσε στις εξωτερικές εργασίες. Αυτός εκπροσωπούσε την οικογένεια στην κοινωνία: έκανε τις αναγκαίες οικονομικές συναλλαγές, παρουσιαζόταν στο δικαστήριο και την Εκκλησία του Δήμου, καλλιεργούσε τα κτήματα, προμηθευόταν σκεύη και εργαλεία, έφερνε τις πρώτες ύλες της τροφής και της ένδυσης. Η γυναίκα ήταν αρμόδια για την παρασκευή του φαγητού (σιτίον, δηλαδή ξηρά τροφή) και των ρούχων. Το άλεσμα των δημητριακών και το ζύμωμα του -συχνότατα κριθαρένιου- ψωμιού, το μαγείρεμα της όποιας συνοδείας του (ὄψον, δηλαδή ό,τι τρώγεται μαζί με το ψωμί), η ύφανση χιτώνων και κλινοσκεπασμάτων στον αργαλειό, το συγύρισμα και η καθαριότητα του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών μέχρι την ηλικία των επτά ετών ήταν δικές της ευθύνες, που τις διεκπεραίωνε είτε με τη βοήθεια δούλων είτε μόνη της.

Στις σχετικά εύπορες οικογένειες, όπου ένας αριθμός δούλων αρκούσε για το μεγαλύτερο μέρος των χειρωνακτικών εργασιών, η πιο έμπιστη δούλη αναλάμβανε τον ρόλο της οικονόμου. Ονομαζόταν ταμία. Αυτή είχε την επιστασία των υπόλοιπων δούλων που έμεναν στο σπίτι, των οἰκετῶν -άλλοι ακολουθούσαν τον άνδρα στα κτήματα ή έμεναν μόνιμα εκεί- και αυτή φρόντιζε για την αποθήκευση και συντήρηση των προϊόντων στους χώρους της οικίας. Επιτηρήτρια της οικονόμου ήταν η σύζυγος. Αντίστοιχα, ο άνδρας μπορούσε να ορίσει κάποιον ἐπίτροπον ως επιστάτη των δούλων στα κτήματα.

Τα αγαθά έρχονται στο σπίτι, κατά κύριο λόγο, από του άντρα τις πράξεις, ενώ τα περισσότερα καταναλώνονται με τις μετρημένες ενέργειες της γυναίκας.

Γράφει ο Ξενοφών στον Οἰκονομικόν του, το πρώτο σωζόμενο σύγγραμμα οικιακής οικονομίας.

Την έντονη διαφοροποίηση των ρόλων ανάμεσα στα φύλα ενδυνάμωνε η πεποίθηση ότι η κυριότερη κοινωνική λειτουργία της γυναίκας είναι η τεκνοποιία, ότι στον γάμο βρίσκει η ίδια την ολοκλήρωσή της και ότι η φύση την έχει φτιάξει έτσι, ώστε να προτιμά τον κλειστό και προφυλαγμένο χώρο του σπιτιού από την εκτεθειμένη σε κίνδυνους υπαίθρια χώρα. Ό,τι ήταν ο πόλεμος και η προετοιμασία του για τον άνδρα, ήταν για τη γυναίκα η εγκυμοσύνη, η γέννα και η ανατροφή των παιδιών. Ειδικά ο τοκετός, με τους σοβαρούς κινδύνους που περιλάμβανε λόγω της περιορισμένης τεχνικής γνώσης και της άγνωστης ακόμη καισαρικής τομής, αντιμετωπιζόταν ως το πεδίο όπου οι γυναίκες δίνουν τις δικές τους σπουδαίες μάχες. Ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό εγκύων πέθαινε κατά τη γέννα, ιδιαίτερα εξαιτίας της κακής θέσης του εμβρύου στη μήτρα. Στη Σπάρτη, αναγράφονταν στους τάφους μόνο τα ονόματα αυτών των γυναικών, όπως ακριβώς επιτρεπόταν η αναγραφή του ονόματος μόνο για όσους οπλίτες σκοτώθηκαν στη μάχη. Ο λεγόμενος «όμορφος θάνατος» των Σπαρτιατών πολεμιστών είχε το αντίστοιχό του στις βίαιες ωδίνες της γέννας. Οι φυσιολογικοί θάνατοι των υπολοίπων δεν είχαν τίποτε ένδοξο για να είναι άξιοι μνήμης.

Αναμφίβολα η σωματική άσκηση των κοριτσιών και το γεγονός ότι τεκνοποιούσαν σε μεγαλύτερη ηλικία μείωνε στη Σπάρτη τις περιπτώσεις θανάτου κατά τον τοκετό. Αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου, όπου η δημόσια γύμνωση και εκγύμναση ελεύθερων γυναικών ήταν αδιανόητη, τα αδύνατα σώματα αρκετών νεαρών συζύγων δεν άντεχαν τη δοκιμασία της γέννας. Η βοήθεια που μπορούσε να παράσχει μια έμπειρη μαία δεν ήταν πάντοτε αρκετή.

Στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας το δέρμα μιας ευυπόληπτης γυναίκας έπρεπε να είναι λευκό από τη σκιατραφία. Το ίδιο χαρακτηριστικό στον άνδρα ήταν δείγμα επονείδιστης θηλυπρέπειας και απολιτικής βαρβαρότητας. Στα αγγεία και στα επιζωγραφισμένα αγάλματα, η χρωματική διάκριση ήταν ιδιαίτερα τονισμένη: κατάλευκες οι γυναίκες (όπως και οι κάθε λογής βάρβαροι), μαυρισμένοι από την έκθεση στον μεσογειακό ήλιο οι άνδρες (και οι μεγάλοι ήρωες του παρελθόντος).

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεώρησαν τον άνδρα και τη γυναίκα ως συμπληρωματικά αντίθετα, η σωστή εναρμόνιση των οποίων παράγει οικογενειακή σταθερότητα και πολιτική ισορροπία. Ο διαχωρισμός των σφαιρών δράσης για τα δύο φύλα υπήρξε σαφέστατος: το μέσα, το κλειστό, το περιορισμένο, προστατευμένο και ιδιωτικό ήταν ο χώρος του θηλυκού, ενώ το έξω, το ανοιχτό, το υπαίθριο, δημόσιο και εντέλει πολιτικό ήταν ο χώρος του αρσενικού.

Φυσικά η αντίθεση αυτή δεν ίσχυε πλήρως στην πραγματικότητα. Το ιδανικό της ελεύθερης γυναίκας που δεν βγαίνει από το σπίτι της παρά μόνο για να μετάσχει σε κάποια ιερά πανήγυρη ή εορτή μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας. Οι πολλές άλλες γυναίκες, είτε πολίτιδες είτε μέτοικοι, ήταν αναγκασμένες να βοηθούν τους συζύγους τους στις αγροτικές και λοιπές εργασίες και να πωλούν διάφορα προϊόντα (λουλούδια, μέλι, οπωροκηπευτικά, άνθινα στεφάνια, κορδέλες) στη δημόσια αγορά. Οι γυναίκες αυτές υπολείπονταν από το πρότυπο της λευκής ομορφιάς, αλλά, αν πιστέψουμε τον Αριστοφάνη, δεν αισθάνονταν ιδιαίτερα μειονεκτικά. Από την άλλη μεριά, οι αστές των καλών οικογενειών, που μπορούσαν πράγματι να ανταποκρίνονται στο ιδανικό της κοινωνίας τους, είχαν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εκλέγονται ιέρειες και να πρωτοστατούν στις θρησκευτικές τελετές των θηλυκών θεοτήτων.

Μετά την κριτική αποτίμηση της ιστορικής πραγματικότητας από τους σοφιστές, το ζήτημα της φύσεως τέθηκε με μεγαλύτερη οξύτητα. Κάποιοι είχαν αρνηθεί να δεχτούν ότι όλες οι παραπάνω διαφορές στους κοινωνικούς ρόλους ανδρών και γυναικών ή δούλων και ελευθέρων προέρχονταν από τη φύση. Ορισμένες ήταν το αποτέλεσμα σύμβασης (νόμου) και καταναγκασμού (βίας) - ισχυρίζονταν. Οι εθνογραφικές γνώσεις πολυταξιδεμένων ανθρώπων, όπως του Ηροδότου, μπορούσαν να κλονίσουν την εδραιωμένη πεποίθηση για τη φυσικότητα των ελληνικών θεσμών. Μέσα στον ίδιο τον ελληνικό χώρο υπήρχε επίσης το αντιπαράδειγμα της Σπάρτης: κορίτσια που χαίρονταν τον ήλιο και την άσκηση με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από οπουδήποτε αλλού. Ακόμη και αν οι γυναίκες ήταν, όπως κάποιοι άρχιζαν τώρα να πιστεύουν, ικανές για πολύ περισσότερα επιτεύγματα από όσα η πόλη συνήθως απαιτούσε από αυτές, η ίδια η βιολογική διαφοροποίηση των φύλων υποδείκνυε διαφορετικές λειτουργίες και, κατά συνέπεια, διακριτές αρετές. Η φυσική ανομοιότητα απέκλειε κάθε λόγο για κοινωνική εξομοίωση ή ισότητα:

Νομίζω ότι οι θεοί, γυναίκα μου, δημιούργησαν με περίσκεψη μεγάλη αυτό το ζεύγος που αποκαλούμε θηλυκό και αρσενικό, για να επωφελείται στον μέγιστο βαθμό από τη συνύπαρξη. Και εξηγούμαι. Τα φύλα υπάρχουν για να δίνουν απογόνους και να μην εκλείπει το είδος. Επίσης, ο άντρας και η γυναίκα αποκτούν με τον τρόπο αυτό μέλη ικανά για να τους φροντίσουν στα γεράματα. Μάλιστα, επειδή η ζωή των ανθρώπων δεν είναι, όπως των άλλων ζώων, στο ύπαιθρο αλλά χρειάζεται στέγη, […] ο θεός, νομίζω, έφτιαξε ευθύς εξαρχής τη φύση της γυναίκας κατάλληλη για τα εσωτερικά έργα, ενώ του άντρα για τα εξωτερικά. Με άλλα λόγια, ο θεός διευθέτησε έτσι το σώμα και την ψυχή του άντρα ώστε να αντέχει τα κρύα και τις ζέστες και τις πεζοπορίες και τις εκστρατείες και του ανέθεσε αυτές τις υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ στη γυναίκα έδωσε ασθενέστερο σώμα, της επέβαλε τις εσωτερικές δουλειές […] και της χάρισε μεγαλύτερη στοργή και αγάπη για τα βρέφη και […] περισσότερο φόβο. Στον άντρα, αντίθετα, έδωσε ο θεός μεγαλύτερο θάρρος, επειδή γνώριζε ότι όποιος είναι υπεύθυνος για τα εξωτερικά έργα θα χρειαστεί να υπερασπιστεί το δίκιο του απέναντι σε αυτόν που τον αδικεί.

Με αυτά τα λόγια παρουσιάζει ο Ξενοφών έναν χρηστό Αθηναίο πολίτη να διαπαιδαγωγεί τη νεαρή σύζυγό του.

Τη φαινομενική ή ουσιαστική υποταγή της γυναίκας στον άνδρα της, που αποτελούσε το ιδανικό όλων των αρχαίων πόλεων, βοηθούσε η σημαντική διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους συζύγους. Ιδανικά, ο γαμπρός ήταν τριάντα ετών και η νύφη δεκαπέντε, αλλά τα χρόνια που τους χώριζαν στην πραγματικότητα μπορούσαν να είναι πολύ περισσότερα. Ο ίδιος ο γάμος δεν ήταν παρά μια υπόθεση ανδρών. Ο επίδοξος σύζυγος ζητούσε από τον πατέρα της μελλόνυμφης την κόρη του, όταν αυτή βρισκόταν σε προεφηβική ηλικία. Οι δύο άνδρες συμφωνούσαν με μια αμοιβαία υπόσχεση (ἐγγύην) που επικυρωνόταν, όταν πλησίαζε η κόρη σε γόνιμη ηλικία, με την εγκατάστασή της στο σπίτι του συζύγου. Η εγκατάσταση ονομαζόταν συνοίκησις.

Οι παράγοντες που κυρίως καθόριζαν τον γάμο ήταν ο πλούτος και η κοινωνική θέση των δύο οικογενειών. Η ομορφιά του νεαρού κοριτσιού, όπως και οι συνθήκες ανατροφής του, είχαν οπωσδήποτε σημασία, αλλά δεν αποτελούσαν κυρίαρχο κριτήριο στην επιλογή. Σε μια ελεύθερη αγορά προσφοράς και ζήτησης οι δυνατότητες απότομης κοινωνικής ανόδου μέσω του γάμου ήταν μάλλον περιορισμένες και η ταξική συμβατότητα πρακτικά είχε τον πρώτο λόγο στη σύναψη της συμφωνίας. Ωστόσο, μαρτυρούνται μεμονωμένες περιπτώσεις ταξικά ασύμβατων γάμων, ιδίως όταν η νύφη παντρευόταν για δεύτερη φορά, λόγω διαζυγίου ή θανάτου του πρώτου συζύγου της.

Ο πατέρας της νύφης είχε την υποχρέωση να δώσει στην κόρη του προίκα. Συνήθως δίνονταν κινητά αγαθά (σκεύη, ρούχα, έπιπλα κτλ.), αλλά η προίκα μπορούσε να περιλαμβάνει και γη. Ο άνδρας αναλάμβανε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του και να συνευρίσκεται μαζί της για την απόκτηση νόμιμων τέκνων. Η διατήρηση της γενιάς και του ονόματος της οικογένειας, η μεταβίβαση της περιουσίας σε άρρενα τέκνα και η φροντίδα κατά τη γεροντική ηλικία από νόμιμα παιδιά ήταν οι κύριοι στόχοι του γάμου. Η ερωτική ζωή των καλῶν κἀγαθῶν, όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλούνται οι εύποροι και μορφωμένοι πολίτες, δεν περιοριζόταν στον οίκο. Εκτός από τους δούλους, υπήρχαν επίσης εταίρες, παλλακίδες και κοινές πόρνες. Βεβαίως, οι θρυλικές αντιδράσεις της Κλυταιμνήστρας και της «βάρβαρης» Μήδειας στις προκλητικές συμπεριφορές των συζύγων τους υπενθύμιζαν ότι υπήρχαν όρια τα οποία δεν ήταν συνετό να παραβιάζονται. Μέχρι και ο πανίσχυρος Δίας προσπαθούσε να προφυλαχθεί από την οργή της απατημένης Ήρας.

Η τελετή του γάμου διαρκούσε τρεις μέρες και ήταν ιδιωτική υπόθεση των δύο οικογενειών. Την πρώτη μέρα η νύφη αφιέρωνε τα παιδικά παιχνίδια της στην Άρτεμη, την παρθένα θεότητα των δασών. Από εδώ και στο εξής θα εγκατέλειπε οριστικά την άγρια θεά, μαζί με την παρθενία, για να βρεθεί κάτω από την προστασία της Ήρας Τελείας, θεάς του γάμου, της Εστίας, που προστάτευε την οικογενειακή φωτιά, και της Δήμητρας, που χάριζε γονιμότητα. Μόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και στους θηριώδεις πόνους του τοκετού θα ξανάβρισκε η παντρεμένη γυναίκα τη θεά της παιδικής της ηλικίας (που ονομαζόταν τώρα Άρτεμις Λοχία), μαζί με την Ειλείθυια, προστάτιδα των ωδίνων. Τη δεύτερη μέρα, ύστερα από το γαμήλιο γεύμα που παρέθετε ο πατέρας της νύφης στο σπίτι του, οδηγούσαν την κοπέλα, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο, στο σπίτι του γαμπρού και τελούσαν ενώπιόν του τα ἀποκαλυπτήρια. Την επόμενη και τελευταία μέρα της τελετής η νύφη δεχόταν στη νέα της κατοικία τα γαμήλια δώρα συγγενών και φίλων και προετοιμαζόταν για την επόμενη φάση της ζωής της. Ανάλογα με τη θέση του στην κοινωνία και την οικονομική επιφάνειά του, ο πατέρας της νύφης μπορούσε να παραθέσει γαμήλιο τραπέζι στον δῆμον όπου ανήκε.

Η τριήμερη τελετή του γάμου ήταν, εκτός από γιορτή, επίσης μια διαβατήρια τελετή για την ενηλικίωση της νύφης. Η κοπέλα δεν άλλαζε μόνο κύριον και τόπο κατοικίας. Άλλαζε πρωτίστως θέση στην κοινωνία. Από παρθένα και κόρη, που ήταν έως τότε, γινόταν τώρα γυναίκα, και σε λίγους μήνες θα φανέρωνε την ιδιότητα της μητέρας. Η στειρότητα ήταν η μεγαλύτερη μομφή για μια γυναίκα, γιατί σήμαινε αδυναμία να επιτελέσει τον κυριότερο ρόλο που της είχε αναθέσει η φύση και η πόλη.

Η γέννηση, όπως και ο θάνατος, αντιμετωπιζόταν με δέος. Μια έκφραση του σεβασμού απέναντι στην ακατάληπτη δύναμη που φέρνει στο φως νέες υπάρξεις ήταν η θεώρηση του τοκετού και της λοχείας ως φάσεων που προκαλούν μόλυνση - ιδίως σε όσους δεν συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία. Οι άνδρες χρειάζονταν μεγαλύτερη προφύλαξη, διότι ήταν ευκολότερα θύματα της δυναμικής αυτής έξαρσης της ζωής. Η επαφή τους με το νεογέννητο και τη λεχώνα σύζυγο απαιτούσε τελετουργικούς καθαρμούς. Την κλασική περίοδο έγιναν προσπάθειες να διαδοθεί η καινοφανής ιδέα ότι ο άνδρας είναι ο αληθινός γεννήτορας του βρέφους και ότι η γυναίκα παρέχει μόνο τον απαραίτητο τόπο για την ανάπτυξη του ανδρικού σπόρου με τροφή. Όμως η παλαιά (και φυσικότερη) πεποίθηση ότι το νεογνό ανήκει ουσιαστικά στη μητέρα παρέμενε ισχυρή. Η απόσπασή του από αυτή και το καλωσόρισμά του στον ευρύτερο χώρο του οίκου έπρεπε να γίνεται τελετουργικά.

Η ένταξη του νεογέννητου βρέφους στους κόλπους της οικογένειας ήταν μια ιδιωτική υπόθεση, που συνέβαινε με θρησκευτική σοβαρότητα. Την πέμπτη μέρα μετά τη γέννηση, ο πατέρας έτρεχε, με το βρέφος στην αγκαλιά και ίσως γυμνός, γύρω από την εστία του σπιτιού, ζητώντας την ευμένεια των θεών και παρακαλώντας την Εστία, θεά του οίκου, να το δεχτεί. Η μητέρα ήταν παρούσα και ίσως συμμετείχε τρέχοντας και αυτή. Η τελετή ονομαζόταν ἀμφιδρόμια, είχε τη μορφή υιοθεσίας και ήταν παρόμοια με αυτή που τελούσαν για να δεξιωθούν στο σπιτικό έναν νεοαποκτηθέντα δούλο. Το γεγονός σηματοδοτούσε την απόφαση των γονέων να αναθρέψουν το παιδί, αντί να το απορρίψουν εκθέτοντάς το στους δρόμους. Κατόπιν οι συγγενείς έφερναν γενέθλια δώρα. Σε μια άλλη ιδιωτική τελετή, που γινόταν πέντε μέρες μετά, οι γονείς έδιναν όνομα στο ανώνυμο νεογνό. Το πρώτο αγόρι της οικογένειας έπαιρνε κατά κανόνα το όνομα του παππού του. Έτσι έκλεινε ο τριμερής κύκλος φυσικής αναγέννησης (πατέρας-γιος-εγγονός), καθώς είχε αποδειχθεί η γονιμική δύναμη του γιου. Για τα επόμενα επτά χρόνια της ζωής του το παιδί θα συναναστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες: τη μητέρα του, τη βάγια-τροφό (αν υπήρχε) και τις δούλες του σπιτιού.

Στις ιωνικές πόλεις η καταγραφή των αρρένων τέκνων στους καταλόγους της φρατρίας γινόταν μια φορά τον χρόνο, κατά την τρίτη μέρα της εορτής των Απατουρίων (Οκτώβριος-Νοέμβριος). Η μέρα ονομαζόταν κουρεῶτις. Όλα τα μέλη της φρατρίας, σε μια κοινή σύναξη, ανέφεραν στους επικεφαλής (φράτορας) τα νέα μέλη. Ο πατέρας ή ένας εκπρόσωπός του ορκιζόταν ότι το αγόρι ήταν νόμιμο τέκνο που είχε προέλθει από κανονικό γάμο με ελεύθερη πολίτιδα και, αν δεν εκφραζόταν αντίρρηση, το νέο μέλος εγγραφόταν στη φρατρία. Δεν είναι σαφές αν η ίδια διαδικασία ίσχυε για τα κορίτσια.

Όπως είναι αναμενόμενο για κοινότητες παραδοσιακού τύπου, όπου μόνο τα άρρενα τέκνα αποτελούν πλουτοπαραγωγικές μονάδες, ενώ τα κορίτσια απαιτούν προίκα για να παντρευτούν και ζημιώνουν οικονομικά την πατρική περιουσία, η έκθεση των θηλέων βρεφών ήταν ένα αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο και αποτελούσε λύση ανάγκης για τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις. Προστατευμένα μέσα σε μια χύτρα, τα εκτεθειμένα βρέφη αφήνονταν στην τύχη τους κοντά στο σπίτι που γεννήθηκαν. Η έκθεσή τους ονομαζόταν χυτρισμός. Αν δεν πέθαιναν επιτόπου, το μέλλον τους καθοριζόταν από τον περαστικό. Μπορούσαν να καταλήξουν υιοθετημένα σε μια άτεκνη οικογένεια, να πουληθούν ως δούλοι ή να βρεθούν τελικά σε κάποιο πορνείο.

Στον χώρο του αγοραίου έρωτα η πλούσια Κόρινθος, με τη μεγάλη εμπορική κίνηση και τους πάμπολλους ξένους ναυτικούς, κρατούσε τα πρωτεία. Αλλά και του Πειραιά η φήμη δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Από τις πόρνες, που συνήθως προστατεύονταν από κάποιον μαστροπό και ήταν εγκατεστημένες σε μια από τις κακόφημες και πολυσύχναστες συνοικίες, η πόλη εισέπραττε φόρο. Αν δεν ήταν, όπως συνέβαινε συχνά, δούλες, αλλά ελεύθερες ή απελεύθερες που είχαν μετοικήσει στην Αθήνα, η πόλη εισέπραττε επίσης τον νόμιμο ετήσιο φόρο που πλήρωναν όλοι οι μέτοικοι (μετοίκιον), και που ανερχόταν στις δώδεκα δραχμές για τους άνδρες και στις έξι για τις γυναίκες. (Μισή δραχμή ήταν το χαμηλότερο ημερομίσθιο στην Αθήνα της κλασικής εποχής.) Κανένας περιορισμός δεν επιβαλλόταν στην ελεύθερη αγορά της σωματικής ηδονής, όταν επρόκειτο για δούλους ή ξένους. Αλλά αν κάποιος οδηγούσε στην πορνεία το αρσενικό ή θηλυκό τέκνο μιας οικογένειας ελεύθερων πολιτών, τότε η τιμωρία του ενόχου ήταν βαρύτατη. Η πόλη ενδιαφερόταν, πάνω απ᾽ όλα, για την προστασία των πολιτών της. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της μοιχείας, που ήταν έγκλημα σε όλες τις ελληνικές πόλεις.

Αυστηρά μιλώντας, μοιχεία ήταν η ερωτική συνεύρεση με μια ελεύθερη παντρεμένη γυναίκα. Γενικότερα, όμως, κάθε μορφή γενετήσιας επαφής με την κόρη, μητέρα ή αδελφή ενός πολίτη, ακόμη και σε περίπτωση χηρείας της, αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο αυστηρό τρόπο. Στην πραγματικότητα, η πράξη αποτελούσε βαρύτατη προσβολή κατά της τιμής του κυρίου της και εντασσόταν στα εγκλήματα αλαζονείας (ὑβριστικά), όπως ήταν και η χειροδικία προς ελεύθερο πολίτη. Στην Αθήνα, αν ο κύριος έπιανε τον εραστή τη στιγμή της πράξης μέσα στο ίδιο του το σπίτι, είχε το δικαίωμα να τον θανατώσει. Αυτή ήταν μία από τις λίγες περιπτώσεις αυτοδικίας που επέτρεπε, στο πνεύμα της παλαιάς νομοθεσίας του Δράκοντα, η νεότερη του Σόλωνα. Παρόμοια ήταν η εκτέλεση του διαρρήκτη που είχε πιαστεί επ᾽ αυτοφώρω. (Η τιμωρία ενός λωποδύτη που είχε δράσει σε δημόσιο χώρο ήταν ηπιότερη.) Τα εγκλήματα αυτά παραβίαζαν, με τον πλέον κατάφωρο τρόπο, τον ιδιωτικό χώρο των πολιτών. Η αδυναμία, λόγω αμέλειας ή δειλίας, να υποστηρίξει κάποιος αποτελεσματικά τον οίκο του επέφερε τη μείωση της υπόληψής του στα μάτια των συμπολιτών.

Η θανάτωση του μοιχού επιτρεπόταν, μόνο εφόσον ο ίδιος είχε ομολογήσει το έγκλημά του - πράγμα σχεδόν αυτονόητο όταν συλλαμβανόταν επ᾽ αυτοφώρω, δεδομένου ότι ο μόνος αποδεκτός τρόπος να καταπραΰνει τον θυμό του προσβληθέντος συζύγου ήταν να προτείνει αμέσως χρηματική αποζημίωση. Αν η πληγωμένη τιμή του συζύγου δεν έμενε ικανοποιημένη από την πρόταση, ο μοιχός μπορούσε να θανατωθεί επιτόπου. Λίγες τέτοιες θανατώσεις συνέβησαν στην Αθήνα της κλασικής εποχής. Από έναν λόγο του διάσημου ρήτορα Λυσία, που ήταν γιος πλούσιου μέτοικου από τις Συρακούσες, μαθαίνουμε ότι η εφαρμογή της αυτοδικίας μπορούσε κάποτε να οδηγήσει τον αυτουργό στο δικαστήριο με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Συνηθέστερη ήταν λοιπόν η παρουσίαση του μοιχού ενώπιον των αρχόντων, οι οποίοι, αν ομολογούσε, τον έδιναν αμέσως στον απατηθέντα σύζυγο για να τον κακοποιήσει όπως ήθελε, χωρίς όμως να χρησιμοποιεί αιχμηρά αντικείμενα. Στις άλλες περιπτώσεις ακολουθούσαν την κανονική διαδικασία της δίκης. Αυτά ίσχυαν στην Αθήνα, για την οποία οι σωζόμενοι δικανικοί λόγοι μάς πληροφορούν καλύτερα. Αλλού, όπως για παράδειγμα στη δωρική Γόρτυνα της Κρήτης, η χρηματική αποζημίωση του προσβληθέντος ήταν το μοναδικό νόμιμο τίμημα, ενώ στη Λοκρίδα ο μοιχός έπρεπε να τιμωρηθεί με τύφλωση.

Η παγιωμένη πεποίθηση ότι η γυναίκα ήταν κατώτερο ον με ενδιάθετη ροπή προς τη φιληδονία έριχνε όλη την ευθύνη για τη μοιχεία στον άνδρα που αποφάσισε να την αποπλανήσει, έχοντας επίγνωση της αδικίας που θα διέπραττε. Οι ελληνικές πόλεις εκτός από τη Σπάρτη αντιμετώπιζαν τις γυναίκες ως διά βίου ανήλικες, παιδιά που έχουν συνεχώς ανάγκη από επίβλεψη. Η τιμωρία ήταν, κατά συνέπεια, ηπιότερη για τη γυναίκα που είχε δεξιωθεί τον παράνομο εραστή. Η συνηθισμένη τιμωρία της ήταν η υποχρεωτική απαγόρευση της συμμετοχής της στις θρησκευτικές εορτές της πόλης και η αποπομπή της από τον οίκο, δηλαδή η διάζευξη. Όποιος πολίτης αρνιόταν να αποπέμψει τη σύζυγο που είχε προσβάλει την τιμή του μπορούσε να τιμωρηθεί ο ίδιος με ἀτιμίαν, δηλαδή με απώλεια των πολιτικών του δικαιωμάτων, ενώ κάθε πολίτης που έβλεπε μοιχαλίδα να παραβαίνει τη θρησκευτική απαγόρευση μπορούσε να επέμβει βίαια. Αιτία των πάντοτε αυστηρών κυρώσεων κατά της μοιχείας ήταν η αγωνία των ανδρών για τη γνησιότητα των τέκνων τους. Η μοιχεία διασάλευε τη θεσπισμένη νομιμότητα.

Από την πλευρά των ανδρών, ο γάμος μπορούσε να διαλυθεί τόσο εύκολα όσο είχε ξεκινήσει. Χωρίς καμία ιδιαίτερη αιτιολόγηση της στάσης του, ο σύζυγος μπορούσε να αποπέμψει τη γυναίκα του, με την υποχρέωση να επιστρέψει την προίκα που είχε λάβει. Αυτή ήταν η συνηθέστερη μορφή διαζυγίου και ονομαζόταν ἔκπεμψις. Αλλά και ο πατέρας της κόρης μπορούσε να ζητήσει πίσω τη θυγατέρα του για τρεις λόγους: αν ο σύζυγος τη μεταχειριζόταν άσχημα, αν έφθειρε αδικαιολόγητα την προίκα της ή αν (συνηθέστερα) ήταν η μοναδική κληρονόμος της πατρικής περιουσίας και η ίδια δεν είχε γιο. Αυτή η περίπτωση διαζυγίου ονομαζόταν ἀφαίρεσις. Δικαίωμα είχε και η ίδια η σύζυγος να εγκαταλείψει τον οίκο της, αφού πρώτα ζητούσε σχετική άδεια από τον επώνυμο άρχοντα. Η διαδικασία ονομαζόταν ἀπόλειψις. Η τελευταία δυνατότητα ήταν η πιο σπάνια και δεν κέρδισε την ανοχή της κοινωνίας. Η ανδρική νομοθεσία, πάντως, την είχε προβλέψει.

Οι οικονομικές προτεραιότητες του αρχαιοελληνικού και ιδιαίτερα του αθηναϊκού γάμου, για τον οποίο είμαστε πολύ καλύτερα πληροφορημένοι, φαίνονται στην περίπτωση της ἐπικλήρου, της μεγαλύτερης κόρης σε οικογένεια χωρίς άρρενα τέκνα. Η επίκληρος ήταν αναγκαστικά η κληρονόμος της πατρικής περιουσίας. Αν κατά τον θάνατο του πατέρα της ήταν ανύπαντρη, είχε την υποχρέωση να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή από την πλευρά του πατέρα της, συχνότατα τον θείο της, άλλοτε τον πρώτο εξάδελφό της. Αν ήταν ήδη παντρεμένη αλλά χωρίς αρσενικό παιδί, τότε ο ενδιαφερόμενος συγγενής μπορούσε, με τη διαδικασία της ἀφαιρέσεως, να ζητήσει τη διάζευξή της για να τη νυμφευτεί ο ίδιος. Μόνο εφόσον είχε ήδη αποκτήσει αγόρι διατηρούσε χωρίς αντεκδικήσεις τη συζυγική της κατάσταση. Στην αθηναϊκή νομοθεσία η γυναίκα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα για τη μεταβίβαση της περιουσίας από τον πατέρα της σε κάποιο άλλο αρσενικό μέλος της οικογένειας, αλλά όχι ως ιδιοκτήτρια η ίδια. Η επίκληρος είχε, συνεπώς, πιο περιορισμένες δυνατότητες επιλογής στην προσωπική της ζωή από τις υπόλοιπες ελεύθερες γυναίκες.

Μια πολυσυζητημένη ρήση ενός ρήτορα επιχειρούσε να καθορίσει αυτάρεσκα τη λειτουργία των γυναικών στη ζωή ενός εύπορου πολίτη:

Τις εταίρες τις έχουμε για ξεχωριστές απολαύσεις, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματός μας και τις συζύγους για να αποκτούμε νόμιμα τέκνα και να διαθέτουμε έμπιστη φύλαξη των σπιτικών μας.

Στο παραπάνω χωρίο, που αποτελεί μέρος ενός δικανικού λόγου, ο συγγραφέας επικαλείται το κοινό αίσθημα. Όλοι θα συμφωνούσαν για τον ρόλο των συζύγων. Οι εταίρες ήταν αρκετά καλλιεργημένες, ειδικά στη μουσική και τον χορό, και οι υπηρεσίες που πρόσφεραν, συνήθως σε πολύ υψηλές τιμές, δεν περιορίζονταν μόνο στη σωματική επαφή. Αλλά για όλους, εκτός από τους εξαιρετικά πλούσιους, μια βραδιά με εταίρες στον ανδρώνα του σπιτιού ενός φίλου αποτελούσε τη σπάνια εξαίρεση και όχι τον κανόνα της ερωτικής ζωής. Τα συμπόσια των εύπορων αστών, στα οποία εμφανίζονταν αυλητρίδες και ορχηστρίδες εταίρες αλλά ποτέ ελεύθερες γυναίκες, διοργανώνονταν για να εορταστεί μια νίκη ή κάποιο άλλο χαρμόσυνο γεγονός και δεν αποτελούσαν καθημερινότητα. Αντίθετα, καθημερινότητα μπορούσε να αποτελέσει η συνοίκηση ενός άνδρα με μια παλλακίδα μέσα στο ίδιο σπίτι όπου ζούσαν η νόμιμη σύζυγος και τα παιδιά του.

Ο αγοραίος έρωτας με πόρνες δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στις ανώτερες τάξεις, εκτός αν επρόκειτο για μια εξαιρετικά σαγηνευτική εταίρα - και υπήρξαν αρκετές τόσο ονομαστές, ώστε η φήμη τους ξεπέρασε τα όρια της πόλης όπου εργάζονταν. Οι επισκέψεις στους οίκους ανοχής και οι επαφές με κοινές γυναίκες προορίζονταν για τους πολλούς. Άλλωστε κόστιζαν μόνο ένα ή δύο οβολούς. Οι ἄριστοι καταδίκαζαν τον λεγόμενο πάνδημον έρωτα όχι ως ηθικά μεμπτό αλλά ως αισθησιακά ανεπαρκή. Ο έρωτας των πορνείων λειτουργούσε στο επίπεδο της σωματικής εκτόνωσης και δεν μπορούσε να παράσχει ανώτερη ψυχοσωματική εξύψωση. Την πληρέστερη αυτή λειτουργία είχαν επωμιστεί οι εταίρες, που μπορούσαν να μισθωθούν για μια βραδιά, μια ολόκληρη βδομάδα ή έναν μήνα, ή ακόμη και να εξαγοραστούν διά βίου.

Λέγεται ότι η Φρύνη, μια διάσημη εταίρα από τις Θεσπιές που διέμενε στην Αθήνα, στο πλαίσιο της εαρινής προετοιμασίας για την ελευσίνια μύηση μπήκε στη θάλασσα γυμνή. Στο θέαμα του κορμιού της ο Κολοφώνιος Απελλής, ο διασημότερος ζωγράφος της εποχής, εμπνεύστηκε έναν πίνακα με θέμα την αναδυόμενη Αφροδίτη. Ο Αθηναίος Πραξιτέλης, ένας από τους μεγαλύτερους γλύπτες της αρχαιότητας, ήταν εραστής της ίδιας εταίρας και τη χρησιμοποιούσε ως μοντέλο. Φημολογείται, μάλιστα, ότι από αυτή εμπνεύστηκε το άγαλμα της Κνιδίας Αφροδίτης, ένα ονομαστό γλυπτό κατασκευασμένο περίπου το 350, που παρουσίαζε τη θεά γυμνή τη στιγμή του λουτρού της, και το οποίο είναι σήμερα γνωστό χάρη στα πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα. Ο Αθηναίος ρήτορας Υπερείδης, για να πετύχει την αθώωση της ίδιας εταίρας από την κατηγορία της εισαγωγής νέων θεοτήτων στην Αθήνα -μια γραφὴν ἀσεβείας που είχε κατατεθεί από προηγούμενο εραστή της- τράβηξε, κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα, τον χιτώνα της πελάτισσάς του και έδειξε, ενώπιον του πολυπληθούς δικαστηρίου, το γυμνό στήθος της (Κακριδής 3.6.Α [σ. 147]). Το τέχνασμα επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, και η Φρύνη αθωώθηκε.

Οι ιστορίες αυτές, μεταγενέστερες και ενδεχομένως πλαστές, εκφράζουν την ελληνική στάση απέναντι στη σωματική ομορφιά: πέρα από τη σαρκική επιθυμία, αλλά με αυτή ως κινητήριο δύναμη, το έκπαγλο κάλλος δρούσε ανατατικά στην ψυχή του ορώντος, διότι κατά βάθος αποτελούσε ιδίωμα της ίδιας της θεότητας.

Το εγχείρημα του Πραξιτέλη ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο. Όλες οι γυναικείες θεότητες, μετά το 600, παριστάνονταν ντυμένες. Κάποιες, όπως χαρακτηριστικά η Νίκη του Παιωνίου στην Ολυμπία, μπορούσαν να έχουν ενδύματα τόσο λεπτά και διάφανα, ώστε να διαγράφεται θελκτικά το σώμα πίσω από αυτά. Καμία όμως δεν ήταν ολόγυμνη. Η αιδημοσύνη των γυναικών είχε προβληθεί στις θεές - ακόμη και στη θεά του έρωτα. Αλλά με την Αφροδίτη της Κνίδου τα πράγματα άλλαξαν. Τώρα το γυναικείο σώμα μπορούσε να φανεί ακάλυπτο, όπως το ανδρικό. Η αλλαγή αυτή δεν σηματοδοτούσε βελτίωση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία· αλλά υποδείκνυε μια μεγαλύτερη ευαισθησία για το καθαρά γυναικείο κάλλος. Οι αρχαϊκές κόρες βασίζονταν κυρίως στην ανδρική σωματική διάπλαση με την προσθήκη ορισμένων γυναικείων χαρακτηριστικών, όπως το στήθος. Στην αλλαγή που εγκαινίασε ο Πραξιτέλης οι καλλιεργημένες εταίρες, οι μόνες γυναίκες με πραγματική ελευθερία κινήσεων και επιλογών στην αρχαιότητα, πρέπει να συνέβαλαν ουσιαστικά. Η Φρύνη κατέληξε να θεωρείται επίγεια φανέρωση της ίδιας της Αφροδίτης.

Ενώ οι μύθοι ανέφεραν από παλαιά έρωτες θεών για νεαρά αγόρια (Δίας και Γανυμήδης, Ποσειδών και Πέλοψ, Απόλλων και Υάκινθος), η μορφή της λεγόμενης «ελληνικής παιδεραστίας» δεν είναι γνωστή στα ομηρικά έπη. Ορισμένες πηγές αποδίδουν στο ιδιότυπο αυτό φαινόμενο δωρική καταγωγή και εντοπίζουν τις απαρχές του στη Σπάρτη και την Κρήτη. Τον 6ο αιώνα παρουσιάζεται, πάντως, διαδεδομένο στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας - και όχι μόνο τις δωρικές. Στην αποδοχή του θεσμού συνέβαλαν η χαμηλή κοινωνική θέση της γυναίκας και το ιδανικό της πολεμικής αρρενωπότητας, που συνδύαζε σωματική λειτουργικότητα, δύναμη και καθαρές γραμμές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο έρωτας αυτός ήταν απαγορευμένος στους δούλους.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η φυσική έλξη προς το άλλο φύλο δεν αποτελεί πρόσκομμα για εκδήλωση ερωτικής επιθυμίας προς μέλη του ίδιου φύλου. Πίστευαν, επίσης, ότι η επιθυμία αυτή εκδηλωνόταν μονομερώς, από την πλευρά ενός ώριμου άνδρα προς έναν αρκετά νεότερο έφηβο και, αν προέκυπτε σχέση, αυτή δεν θα ήταν συναισθηματικά αμοιβαία - τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο. Ο ώριμος άνδρας ονομαζόταν ἐραστής και ο νεότερος ἐρώμενος ή παιδικά. Την ερωτική επιθυμία βίωνε μόνο ο εραστής. Ο ερωμένος, ναρκισσευόμενος από το ερωτικό βλέμμα του εραστή, μπορούσε να θαυμάζει την ωριμότητα, την ανδρεία και τη σοφία του εραστή και να ανταποδίδει τον έρωτα με εκτίμηση και φιλία. Η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στα μέλη, η συμβατότητα της σχέσης αυτής με τον γάμο και η συνηθισμένη διακοπή της μετά την ενηλικίωση του ερώμενου αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παιδεραστίας.

Θεωρητικά, οι σχέσεις αυτές είχαν κυρίως παιδαγωγικό χαρακτήρα. Η κοινωνική αποδοχή τους βασιζόταν στη βοήθεια που παρείχαν για την ωρίμανση των νέων. Στην Κρήτη, χαρακτηριστικά, ο εραστής με τον ερώμενο απομακρύνονταν μέσα στην άγρια φύση των δασών και των ορέων για δύο μήνες και ζούσαν μαζί βίο απολίτιστο. Μετά την πάροδο του διμήνου και την επιτυχή λήξη της δοκιμασίας, ο νέος μπορούσε πλέον να ενταχθεί στο σώμα των πολιτών. Παρόμοιες μαρτυρίες υπάρχουν για τη Σπάρτη. Η παιδεραστία, όπως γινόταν αντιληπτή, εξομάλυνε τη μετάβαση από τον γυναικείο χώρο του σπιτιού και των γυναικών στον ανοιχτό χώρο των ανδρικών συγκρούσεων και της ωριμότητας.

Παρά την αποδοχή των παιδεραστικών σχέσεων, η διατήρηση του παθητικού ρόλου κατά την ωριμότητα και η αποφυγή του γάμου προς χάριν ομοφυλοφιλικού δεσμού ήταν, σε διάφορες πόλεις, αντικείμενα κριτικής. Ο Αριστοφάνης, που δεν χάνει ευκαιρία να διακωμωδήσει ως κιναίδους διάφορους νεωτερίζοντες συμπατριώτες του, απηχούσε το κοινό αίσθημα της εποχής για την κατακριτέα εκθήλυνση ορισμένων ανδρών. Η κατηγορία αφορούσε κυρίως την ηδυπάθεια. Από την πλευρά του νόμου, ο ελεύθερος ενήλικας που αποφάσιζε να εκπορνευτεί για χρηματικό όφελος διακινδύνευε τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του (ἀτιμίαν), που ήταν η αυστηρότερη ποινή μετά τη θανατική. Στον αγοραίο έρωτα μπορούσαν να εργάζονται μόνο όσοι δεν ήταν κύριοι του εαυτού τους. Η σχέση των ερωτικών δεσμών με τον πόλεμο φανερώνεται άλλωστε και στον ἱερὸν λόχον της Θήβας.

Γενικά, οι διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης των εφήβων ακολουθούν ένα τριμερές σχήμα (α) απόσπασης από την κοινότητα, (β) απομόνωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα, και (γ) επανένταξης με νέα ιδιότητα. Η κεντρική φάση της απομόνωσης αποτελούσε τον συμβολικό θάνατο του παλαιού εαυτού, ώστε η ανάληψη του νέου ρόλου να ολοκληρώνεται δίχως ψυχικές παλινδρομήσεις και επιπλοκές.

Οι Αθηναίοι έφηβοι, όταν γίνονταν δεκαοκτώ ετών, υπηρετούσαν ένοπλοι για δύο χρόνια την πατρίδα τους μέσα στα σύνορα της Αττικής. Με το πέρας της περιόδου αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη-οπλίτη, που μπορεί να συμμετάσχει στην Εκκλησία του Δήμου και να πολεμήσει εκτός συνόρων. Ο όρκος που σηματοδοτούσε τη μετάβαση στο νέο κοινωνικό καθεστώς έχει διασωθεί:

Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά όπλα ούτε θα εγκαταλείψω τον παραστάτη της φάλαγγας σε όποια σειρά κι αν στοιχηθώ. Θα υπερασπιστώ τα ιερά και τα όσια και δεν θα παραδώσω την πατρίδα μου μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη, και μόνος μου και από κοινού με όλους τους άλλους. Θα υπακούω στις εντολές όσων διατάζουν με φρόνηση και θα υπηρετώ τους θεσπισμένους νόμους και όσους άλλους θεσπιστούν με φρόνηση στο μέλλον. Αν κάποιος τους παραβιάζει, θα αντιδράσω, και μόνος μου και από κοινού με όλους τους άλλους, και θα τιμώ τα πάτρια ιερά. Μάρτυρές μου οι θεοί Άγλαυρος, Εστία, Ενυώ, Ενυάλιος Άρης και Αθηνά Αρεία, Ζευς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη, Ηρακλής, και όρια της πατρίδας μου το σιτάρι και το κριθάρι και τα αμπέλια και οι ελιές και οι συκιές.

Η εκτός του οίκου δραστηριότητα πλουτισμού ονομαζόταν γενικά χρηματισμός ή χρηματιστική (εννοείται: ἐπιστήμη). Όταν όμως κάποιος χρησιμοποιούσε το χρήμα ως αυταξία και αποσκοπούσε στην αύξηση του πλούτου, όχι ως μέσο για την καλή ζωή αλλά ως σκοπό, τότε η χρηματιστική επιστήμη ονομαζόταν καπηλική. Όλοι οι μεταπράτες, ανεξάρτητα από το βεληνεκές των δραστηριοτήτων τους, μπορούν να θεωρηθούν κάπηλοι, αλλά ο όρος αναφερόταν ειδικά στους μικροπωλητές της αγοράς. Όσοι αντίθετα ασχολούνταν με τη χονδρική μεταπώληση και τη διακίνηση των αγαθών σε μεγάλες αποστάσεις ονομάζονταν ἔμποροι.

Οι οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη και καλύτερη ήταν η γεωργία. Σε μια κατά κύριο λόγο αγροτική οικονομία, κάτω από τον γενικό τίτλο της γεωργίας μπορούν να ενταχθούν δραστηριότητες που σχετίζονται με τη γη αλλά δεν είναι κυριολεκτικά γεωργικές. Τέτοιες ήταν η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία και η υλοτομία. Το κυνήγι, ιδίως των μεγάλων θηραμάτων, ήταν περισσότερο άθλημα των ευπόρων παρά καθημερινή ενασχόληση, και η αλιεία, αν και αυτόνομη δραστηριότητα για ορισμένους, μπορούσε επίσης να ασκείται ερασιτεχνικά. Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε όλες τις χειρωνακτικές και βιοτεχνικές εργασίες, όπως ήταν η αγγειοπλαστική, η οπλοποιητική, τα εργαστήρια κατασκευής επίπλων, εργαλείων ή μουσικών οργάνων, τα ναυπηγεία και τα ορυχεία. Τελευταία κατηγορία ήταν αυτή των συναλλαγών. Οι διακινητές, οι μεταπράτες, οι ναυτικοί, οι μικροπωλητές και οι έμποροι ανήκαν σε αυτήν.

Η γεωργία και οι συναφείς ενασχολήσεις έχαιραν σχετικής εκτίμησης. Αντίθετα με τις χειρωνακτικές εργασίες των εργαστηρίων και των τεχνών, που χαρακτηρίζονταν βαναυσικαί και, τουλάχιστον στη θεωρία, δεν ταίριαζαν σε ελεύθερο πολίτη, η γεωργία κρατούσε τους αγρότες στο ύπαιθρο, γύμναζε ολόκληρο το σώμα και βελτίωνε το ψυχικό φρόνημα. Η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, μέχρι και το 80%, ασχολούνταν με τη γεωργία υπό την ευρεία της έννοια. Αυτή αποτελούσε το θεμέλιο της αρχαίας οικονομίας.

Τα τρία βασικά καλλιεργούμενα είδη της αρχαιότητας ήταν τα δημητριακά (σῖτος), τα αμπέλια και οι ελιές. Είτε ως σιτάρι (πυροί) είτε, συνηθέστερα, ως κριθάρι (κριθαί) τα δημητριακά παρείχαν τη βάση της καθημερινής διατροφής. Από αυτά παρασκευαζόταν όχι μόνο το ψωμί, αλλά και διάφοροι χυλοί και γλυκά (πλακοῦντες). Από τα σταφύλια έβγαινε το κρασί και από τις ελιές το λάδι, ως απαραίτητα διατροφικά συμπληρώματα. Όσπρια, οπωροκηπευτικά και καρποφόρα δέντρα (μηλιές, αχλαδιές, αμυγδαλιές, κερασιές, συκιές, ροδιές, κυδωνιές) καλλιεργούνταν επίσης. Τα εσπεριδοειδή ήταν άγνωστα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αβγά και το μέλι πολύ διαδεδομένα, η κρεοφαγία σπάνια και εορταστική. Σε γενικές γραμμές, οι αρχαίοι είχαν διατροφικές συνήθειες υπαγορευόμενες από το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν και ακολουθούσαν μια μεσογειακή δίαιτα που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες. Οι αγρότες εξαναγκάζονταν σε μόνιμη διαβίωση σε ορισμένο τόπο και το γεγονός αυτό έθεσε τις ρίζες της πολιτικής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η καλλιέργεια των σιτηρών, δώρο της Δήμητρας, θεωρήθηκε ως απαρχή της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Ο μέσος κλήρος γης ενός οπλίτη στην Αθήνα του 5ου αιώνα υπολογίζεται γύρω στα 50 στρέμματα. Τα μεγάλα κτήματα δεν ξεπερνούσαν τα 300 στρέμματα. Φυσικά υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με την πόλη και την ιστορική περίοδο. Πολλοί, λόγω κακής διαχείρισης, αμέλειας ή άσχημων καιρικών συνθηκών, κατέληξαν ακτήμονες, αλλά γενικά η απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς ιδιοκτήτες γης δεν ήταν τεράστια. Οι μικροκαλλιεργητές φρόντιζαν τα χωράφια μόνοι τους (αὐτουργοί). Για τους άλλους η βοήθεια δούλων ήταν επιβεβλημένη, ιδιαίτερα στις περιόδους της συγκομιδής.

Οι λεγόμενες «βαναυσικές» τέχνες θεωρούνταν ανθυγιεινές. Έσχατο όριο εξαθλίωσης του ανθρώπου ήταν η εξόρυξη μεταλλεύματος μέσα σε σκοτεινές και υγρές σύραγγες. Ωστόσο, και άλλα επαγγέλματα, όπως αυτό του σιδερά, που αναγκαζόταν να εργάζεται σε κλειστό χώρο, δίπλα στη φωτιά και τον πυρακτωμένο σίδηρο -εδώ ο όρος βάναυσος κυριολεκτεί-, δεν αντιμετωπίζονταν πολύ καλύτερα. Η κύρια μομφή κατά των βαναυσικών (ή ἀναγκαίων) τεχνών δεν ήταν τόσο η χειρωναξία, όσο η καθιστική στάση και ο περιορισμός του σώματος σε ορισμένες μόνο κινήσεις.

Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, που ήταν και εδώ η εξαίρεση στον γενικό κανόνα των ελληνικών πόλεων, το ποσοστό τεχνιτών ίσως άγγιξε το ένα τρίτο του πληθυσμού των πολιτών - πέρα από τους μέτοικους και τους δούλους. Κάποια εργαστήρια ήταν κανονικά εργοστάσια, με μηχανές τα χέρια του ανελεύθερου πληθυσμού. Το εργαστήριο ασπίδων του μέτοικου από τις Συρακούσες Κέφαλου, πατέρα του Λυσία, αριθμούσε 120 δούλους, ενώ ο πατέρας ενός μεταγενέστερου Αττικού ρήτορα, του Δημοσθένη, διέθετε δύο βιοτεχνίες (κρεβατιών και μαχαιριών) με 20 και 30 εργάτες αντίστοιχα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, παρά τα όσα ισχυρίζονταν οι αριστοκράτες της εποχής, πολλοί χειρώνακτες ήταν υπερήφανοι για τα «βάναυσα» επιτεύγματα των χεριών τους.

Για τη διακίνηση των γεωργικών και βιοτεχνικών αγαθών και των πρώτων υλών (ξύλου, μετάλλου, λίθων) οι αρχαίοι χρησιμοποιούνταν υποζύγια στη στεριά και φορτηγά πλοία (ὁλκάδας) στη θάλασσα, που ακολουθούσαν παράκτιες (κυρίως) και διαπόντιες πορείες, καθορισμένες από την εμπειρία αιώνων (ὑγρὰ κέλευθα). Ο τύραννος Διονύσιος, για παράδειγμα, διέταξε να μεταφέρουν μεγάλη ποσότητα ξυλείας από τα δάση της Αίτνας και της Κάτω Ιταλίας στις Συρακούσες, χρησιμοποιώντας τους δύο αυτούς τρόπους. Τα ζωτικής σημασίας σιτηρά εισάγονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα από τον Εύξεινο Πόντο, τη Σικελία και την Αίγυπτο, όταν οι διαθέσιμες ποσότητες τοπικής παραγωγής δεν επαρκούσαν.

Οι συναφείς με το εμπόριο δραστηριότητες είχαν το προσόν ότι μπορούσαν να κάνουν κάποιον πλούσιο μέσα σε λίγο χρόνο. Δεν δημιουργούσαν όμως νέα προϊόντα. Το γεγονός αυτό ήταν αιτία να θεωρούνται ενασχολήσεις που συγγενεύουν με την κλοπή. Ο Κερδώος Ερμής, εξάλλου, προστάτης των εμπόρων, είχε από παιδική ηλικία αποδείξει την επιτηδειότητά του κλέβοντας τα βόδια του Απόλλωνα. Από την άλλη, τα μεταπρατικά επαγγέλματα εξανάγκαζαν τον έμπορο να γίνει δέσμιος της πελατείας του. Η συμπεριφορά του όφειλε να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του αγοραστή, και ο ελεύθερος χρόνος του ήταν περιορισμένος. Ο έμπορος δεν είχε την αυτονομία και τη σχολήν (δηλαδή χρόνο διαθέσιμο για ελευθέριες δραστηριότητες) που ταίριαζε στον ελεύθερο πολίτη. (Οι παραγωγοί, πάντως, που πωλούσαν μόνοι τα προϊόντα τους, σε σπίτια, κτήματα ή την κεντρική αγορά της πόλης, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν έμποροι.)

Η αξιολογική διάκριση που έκαναν οι αρχαίοι της κλασικής εποχής στο ζήτημα της εργασίας ήταν αρκετά διαφορετική από τη σημερινή. Αντί να χωρίζουν τους ανθρώπους σε εργατικούς και φυγόπονους, εργαζόμενους και ανέργους, χώριζαν τις ίδιες τις δραστηριότητες ανάλογα με τον σκοπό που εξυπηρετούν. Πόνος ήταν κάθε μορφή εργασίας που είχε υπαγορευτεί από την ανάγκη επιβίωσης, ἔργον κάθε δραστηριότητα που αποσκοπούσε στην καλή ζωή. Γενικά, ο βιοπορισμός ήταν πόνος, ενώ η πολιτική, η προετοιμασία για τον πόλεμο, η γενική επίβλεψη καλλιεργειών και το ενδιαφέρον για τη γνώση χαρακτηριζόταν ως έργα. Ἄσχολοι ήταν όσοι δεν είχαν χρόνο για να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο πέρα από τα αναγκαία προς το ζην. Σε ακραία διατύπωση, ο πόνος ταίριαζε στους δούλους και το ἔργον στους ελεύθερους πολίτες.

Οι Έλληνες αξιοποίησαν το νομισματικό σύστημα ως διεθνές μέσο εκτίμησης των αξιών και των εμπορικών συναλλαγών. Ενώ η ανταλλακτική οικονομία διατηρήθηκε σε πολλές πόλεις για τις μικρής κλίμακας καθημερινές συναλλαγές, το εμπόριο σταδιακά προσανατολίστηκε προς τη νομισματική οικονομία, που παρείχε περισσότερες δυνατότητες και μεγαλύτερη ευελιξία. Από τον πρώιμο 6ο αιώνα, ορισμένες ελληνικές πόλεις άρχισαν να σφραγίζουν μετρημένες ποσότητες ευγενούς μετάλλου με κάποιο έμβλημά τους και να δημιουργούν έτσι νομίσματα. Από τη διαδικασία αυτή κέρδιζαν τα δημόσια ταμεία, γιατί η πραγματική αξία του μετάλλου ήταν λίγο μικρότερη από την αγοραστική. Έβγαιναν, όμως, ωφελημένοι και οι ιδιώτες, διότι με τη χρήση νομισμάτων αποσοβούσαν τον κίνδυνο εξαπάτησης που μπορούσε να προκύψει από τη νόθευση του μετάλλου ή το σφαλερό ζύγισμα. Στο τέλος του ίδιου αιώνα οι περισσότερες πόλεις είχαν υιοθετήσει τη συνήθεια κοπῆς (χτυπήματος), και τα ελληνικά νομίσματα μπορούσαν να βρεθούν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, όπως και σε μέρη της Εγγύς Ανατολής. Λόγω της πολυμορφίας των ελληνικών νομισμάτων προέκυψε η ανάγκη ανταλλαγής τους και κατά συνέπεια ένα νέο επάγγελμα, αυτό του τραπεζίτη.

Η επινόηση του νομίσματος ανήκει στους Λυδούς. (Προϋποτύπωσή της βρίσκουμε στα μεταλλικά σταθμά της Μεσοποταμίας, που όμως δεν έφεραν σφραγισμένες παραστάσεις.) Την ιδέα ακολούθησαν γρήγορα οι πόλεις της Μικράς Ασίας, καθώς και οι Πέρσες, που κατέκτησαν την αυτοκρατορία του Κροίσου. Αλλά η μεγάλη ανάπτυξη και διάδοση του νομισματικού συστήματος συνδέεται άρρηκτα με την άνθηση του εμπορίου, όπου οι Έλληνες, οι Φοίνικες και οι Ετρούσκοι διέπρεπαν ήδη.

Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα ήταν φτιαγμένα από μείγμα χρυσού και αργύρου (ἥλεκτρον). Κατόπιν, τα δύο μέταλλα διαχωρίστηκαν στη νομισματοκοπία. Ο άργυρος, αν και ευτελέστερος, κατέληξε να αποτελεί το μέταλλο αναφοράς για τον καθορισμό των τιμών. Το ἀργύριον έγινε συνώνυμο του νομίσματος. Η σχέση του αργύρου με τον χρυσό ποίκιλλε ανάλογα με την περίοδο και μπορούσε να διακυμανθεί από 1/17 έως 1/10 (όπου και σταθεροποιήθηκε τον 3ο αιώνα). Τα χάλκινα νομίσματα, που πρωτοκυκλοφόρησαν τον 5ο αιώνα για μικρές συναλλαγές και χρήση μόνο εντός των συνόρων της πόλης, είχαν πολύ μεγαλύτερη αγοραστική αξία από την αξία του μετάλλου τους - όπως τα σημερινά χαρτονομίσματα. Έθεταν έτσι το ζήτημα της ανθρώπινης σύμβασης στις αξίες. Η λέξη νόμισμα δήλωνε ήδη σχέση με τον νόμον.

Από τον 4ο αιώνα τα αγαθά άρχισαν να υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση τη νομισματική τους αξία και η οικονομία μπήκε στη φάση της νομισματοποίησης, ακόμη και όταν δεν γινόταν χρήση μετρητών. Η παλαιά μέθοδος των ανταλλαγών εξακολούθησε για καιρό, αλλά με αναφορά πλέον των τιμών προς το νόμισμα. Τα υλικά αντικείμενα, τα χρηστικά αγαθά και οι περιουσίες έπρεπε πλέον να μεταφράζονται σε αφηρημένες αξίες. Από την εξέλιξη αυτή προέκυψε η έννοια και η πρακτική της πίστωσης και το πρώτο τραπεζικό σύστημα. Όσοι είχαν συσσωρεύσει κινητή περιουσία σε μετρητά μπορούσαν να δανείζουν με τόκο, για να καλύψουν απροσδόκητα έξοδα ή τολμηρές επιχειρήσεις άλλων. Το επιτόκιο βρισκόταν γύρω στο 12%. Οι πρώτες αυτές τράπεζες ανήκαν σε ιδιώτες. (Από τον 3ο αιώνα, κάποια πανελλήνια ιερά με συσσωρευμένο πλούτο ακολούθησαν το παράδειγμα της τραπεζικής πίστωσης με χαμηλότερο επιτόκιο.) Στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος βρίσκουμε μια έκφραση των πολύπλοκων σχέσεων ανάμεσα στη δημόσια πολιτική απόφαση (κοπή νομισμάτων) και την ιδιωτική πρωτοβουλία (εμπόριο, τράπεζες).

Το πρώτο δημοσιονομικό σύγγραμμα που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα είναι οι Πόροι του Ξενοφώντα. Για την ανόρθωση των οικονομικών της Αθήνας ο συγγραφέας προτείνει μια σειρά από τολμηρά μέτρα, όπως την κατάργηση του φόρου των μετοίκων και της υποχρέωσής τους να συστρατεύονται με τους οπλίτες, τη βελτίωση του κύρους των ξένων εμπόρων μέσα στην πόλη, τη διευκόλυνση των διαδικασιών φορολόγησης και εκφόρτωσης των εισαγόμενων αγαθών, την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με δέλεαρ το αμεσότερο κέρδος και την αγορά δημόσιων φορτηγών πλοίων και δούλων για εκμίσθωση σε ιδιώτες. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η ευμάρεια μιας πόλης δημιουργεί μεγαλύτερη ανάγκη για ρευστό, καθώς αυξάνουν οι καταναλωτικές απαιτήσεις. Οι άνδρες -υπογραμμίζει- επιθυμούν όμορφα όπλα, γρήγορα άλογα και πολυτελείς κατοικίες, οι γυναίκες ακριβά φορέματα και κοσμήματα. Στο σύγγραμμα διατυπώνεται ευκρινώς ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης στον καθορισμό των τιμών της αγοράς.

Μια εράσμια χάρη έβαλε το χέρι της

Μετά τον θάνατο του Διονυσίου το 367, τύραννος στις Συρακούσες έγινε ο γιος του, ο Διονύσιος ο νεότερος. Οι διαρκείς πόλεμοι είχαν εξαντλήσει την πόλη και ολόκληρη τη Σικελία, ενώ οι Καρχηδόνιοι ανέμεναν πάντα την κατάλληλη στιγμή να επανέλθουν δυναμικά. Ο Διονύσιος ο νεότερος απέφυγε, όσο μπορούσε, τους πολέμους και κράτησε την εξουσία για δέκα χρόνια, με σύμβουλο τον θείο του Δίωνα, που είχε βαθιά φιλοσοφική κατάρτιση. Όταν κατάλαβε ότι ο Δίων είχε την πρόθεση και το κύρος να καταλύσει το τυραννικό πολίτευμα, τον ανάγκασε να φύγει από την πόλη. Από την εξορία ο Δίων συγκέντρωσε στρατό και, ύστερα από πολλές δυσκολίες, ανέτρεψε τον Διονύσιο. Δολοφονήθηκε ωστόσο λίγα χρόνια αργότερα και οι Συρακούσες πέρασαν μια περίοδο αστάθειας. Έτσι το 346 ο Διονύσιος κατάφερε να επιστρέψει και να γίνει πάλι τύραννος των Συρακουσών. Αυτή τη φορά τον επιβουλεύτηκε ο τύραννος των Λεοντίνων Ικέτης, που κατέλαβε την πόλη και τον υποχρέωσε να καταφύγει στην οχυρωμένη ακρόπολη. Με δύο πλέον τυράννους να ερίζουν για κυριαρχία, οι Συρακούσιοι ζήτησαν τη βοήθεια της Κορίνθου, ελπίζοντας ότι η μητρόπολή τους θα τους βοηθούσε να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Οι Κορίνθιοι έσπευσαν να ανταποκριθούν και επέλεξαν στρατηγό τον Τιμολέοντα, έναν επιφανή πολίτη που εχθρευόταν φανερά τα τυραννικά πολιτεύματα, στον οποίο έδωσαν μια μικρή δύναμη. Ο Τιμολέων, καθώς λεγόταν, δέχτηκε διότι η θέση του ήταν επισφαλής. Είχε πρόσφατα δολοφονήσει τον αδελφό του, που επιχειρούσε να γίνει τύραννος στην Κόρινθο, και βρισκόταν ήδη υπό κατηγορία. Η συμφωνία ήταν ότι, εάν κατάφερνε να επιβληθεί και να κυβερνήσει δίκαια τις Συρακούσες, οι συμπολίτες του ήταν αποφασισμένοι να τον ανακηρύξουν τυραννοκτόνο. Εάν όμως κυβερνούσε με πλεονεξία, θα τον καταδίκαζαν ως αδελφοκτόνο. Φτάνοντας στη Σικελία το 344, ο Τιμολέων βρήκε υποστηρικτή μόνο τον Ανδρόμαχο, τύραννο της μικρής πόλης του Ταυρομενίου, αλλά δεν έχασε καιρό και με ελάχιστες δυνάμεις ανέλαβε το έργο που του είχε ανατεθεί. Μπροστά στη νέα απειλή, ο Ικέτης ζήτησε τη συνδρομή των Καρχηδονίων, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία που περίμεναν.

Η κατάσταση στις Συρακούσες ήταν δραματική. Η πόλη βρισκόταν στα χέρια ενός ξένου τυράννου, το λιμάνι στην εξουσία των Καρχηδονίων και η ακρόπολη στον έλεγχο του Διονυσίου. Η συνδρομή που περίμεναν οι πολίτες από την Κόρινθο είχε έρθει, αλλά ήταν παντελώς ανεπαρκής. Ο Τιμολέων ωστόσο επέδειξε εξαίρετη ανδρεία και στρατηγική ευφυΐα. Θαύμαζε άλλωστε και ακολουθούσε το παράδειγμα του Επαμεινώνδα. Με μια αιφνιδιαστική επίθεση έτρεψε σε φυγή τις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του Ικέτη και πρόβαλε ως ελπίδα για ολόκληρο το νησί. Η μία μετά την άλλη, οι σικελικές πόλεις έσπευδαν να συνεργαστούν μαζί του. Το σημαντικότερο ήταν ότι ο Διονύσιος, που βρισκόταν πλέον σε απελπιστική κατάσταση, του παρέδωσε την ακρόπολη των Συρακουσών.

Οι Έλληνες είδαν τότε να παίζεται μια πραγματική τραγωδία. Από τύραννος της ισχυρότερης και ενδοξότερης πόλης την εποχή εκείνη, ο Διονύσιος έχανε την εξουσία για δεύτερη φορά. Όλη του η οικογένεια είχε ατιμαστεί και θανατωθεί. Και αυτός, εξόριστος στην Κόρινθο, τριγύριζε στις ταβέρνες και περνούσε τις ώρες του στα μυροπωλεία, πίνοντας και αντιδικώντας με τις γυναίκες του δρόμου. Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως ασχολία του ήταν να διδάσκει τις τραγουδίστριες της πόλης και να συζητά μαζί τους γύρω από τα θεατρικά άσματα και την αρμονία του μουσικού μέλους. Αυτές μόνο τις γνώσεις, που είχε προφανώς λάβει από τον πατέρα του, μπορούσε πλέον να αξιοποιεί.

Στο μεταξύ η τύχη συνέχισε να χαμογελά στον Τιμολέοντα. Στις Συρακούσες, με πρόσκληση του Ικέτη, οι Καρχηδόνιοι είχαν εισέλθει για πρώτη φορά μαζικά στην πόλη, με 150 πλοία και 60.000 άνδρες. Από εκεί ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν τον Τιμολέοντα. Βλέποντας ωστόσο τον στρατό να αναχωρεί, η φρουρά της ακρόπολης, που είχε παραδοθεί από τον Διονύσιο στους Κορίνθιους, επιτέθηκε και κατέλαβε μέρος της πόλης. Ταυτοχρόνως έφταναν και ενισχύσεις από την Κόρινθο. Οι Καρχηδόνιοι απελπίστηκαν και επέστρεψαν στον τόπο τους. Στην κρισιμότερη μάχη, ο Τιμολέων έτρεψε σε φυγή τον κατά πολύ υπέρτερο στρατό του Ικέτη και έγινε κύριος των Συρακουσών. Ένα από τα πρώτα του μελήματα ήταν να κατεδαφίσει τα οχυρά των τυράννων στην ακρόπολη και στη θέση τους να οικοδομήσει δικαστήρια. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε απαρχή της ελευθερίας. Στη συνέχεια προσκλήθηκαν όσοι Συρακούσιοι είχαν εγκαταλείψει την πόλη και όσοι άλλοι Έλληνες επιθυμούσαν να εγκατασταθούν ως άποικοι. Οι Συρακούσες έγιναν και πάλι μια πολυπληθής και ευημερούσα πολιτεία.

Βλέποντας τον Τιμολέοντα να εδραιώνεται στις Συρακούσες και να αποκτά αίγλη σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλης της Σικελίας, οι Καρχηδόνιοι αποφάσισαν να επέμβουν για να εκδιώξουν ολοκληρωτικά τους Έλληνες από το νησί. Αποβιβάστηκαν λοιπόν με 200 πλοία και 70.000 άνδρες. Τέτοιος ήταν ο τρόμος που προκάλεσαν, ώστε ο Τιμολέων δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει περισσότερους από 5.000 πολεμιστές για να τους αντιμετωπίσει. Ωστόσο, καθώς οι Καρχηδόνιοι με τους συμμάχους τους διάβαιναν έναν ποταμό, ενώ μαινόταν καταιγίδα και έπεφτε χαλάζι, ο Τιμολέων επιτέθηκε και πέτυχε μια συντριπτική νίκη. Λέγεται ότι από την πλευρά των Καρχηδονίων χάθηκαν 10.000 άνδρες. Για τρεις ημέρες οι Έλληνες συγκέντρωναν τα λάφυρα, μέχρι να βρουν χρόνο για να στήσουν το τρόπαιο της νίκης.

Αδιαφιλονίκητος πλέον ο Τιμολέων ανέτρεψε τις τυραννίες σε όλη τη Σικελία και εγκατέστησε δημοκρατικά πολιτεύματα. Έχοντας παραμείνει στην εξουσία λιγότερο από οκτώ χρόνια, και καθώς το φως του τον εγκατέλειπε, παραιτήθηκε και αποσύρθηκε. Αλλά οι Συρακούσιοι συνέχισαν να τον τιμούν και να τον συμβουλεύονται έως τον θάνατό του. Ο μόνος τύραννος που ο Τιμολέων ανέχτηκε και δεν ανέτρεψε ήταν ο Ανδρόμαχος του Ταυρομενίου, που τον είχε ενισχύσει στο δύσκολο ξεκίνημα της πορείας του. Και σε αυτό ακόμη στάθηκε τυχερός. Ο γιος του τυράννου, ο Τίμαιος, έγινε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της εποχής του και δόξασε στο έργο του τον Τιμολέοντα όσο κανένας άλλος (Κακριδής 4.5.Β [σ. 207]). Ο Τίμαιος είχε σπουδάσει στην Αθήνα στη σχολή του Ισοκράτη και ήταν ο πρώτος που χρονολόγησε τα γεγονότα με τις Ολυμπιάδες. Το έργο του έχει χαθεί, αλλά πολλές από τις πληροφορίες του για τον Τιμολέοντα τις διέσωσε ο Πλούταρχος.

Εγκωμιάζοντας την ορθή φιλοσοφία

Ο Λυσίας ως μέτοικος δεν είχε πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα και, συνεπώς, δεν μπορούσε να μιλήσει στην Εκκλησία του Δήμου ή στα δικαστήρια. Μπορούσε όμως να μισθώνει τα αντικείμενα της τέχνης του σε όσους αναγκάζονταν ή ήθελαν να αγορεύσουν δημόσια. Γρήγορα απέκτησε ιδιαίτερη φήμη ως συντάκτης δικανικών λόγων (Κακριδής 3.6.Α [σ. 140-141]). Η επιτυχία του προερχόταν από τη μεγάλη ικανότητά του να μιμείται την ομιλία των απλών ανθρώπων και ταυτόχρονα να την εξωραΐζει, προσθέτοντας ευφωνία στη σειρά των λέξεων και δομή στη διάρθρωση των επιχειρημάτων. Ήταν επίσης εξαιρετικός στη συναισθηματική κινητοποίηση του ακροατηρίου. Οι λόγοι του θαυμάστηκαν για την επιμελημένη απλότητα με την οποία ηθογραφείται ο ομιλητής, τη σαφήνεια της διήγησης, την κυριολεξία στην έκθεση των συλλογισμών και τη συγκινητική ατμόσφαιρα που μεταδίδουν.

Όταν αργότερα συστηματοποιήθηκε η ρητορική τέχνη, έγινε φανερό ότι η πειστικότητα ενός ρητορικού λόγου κρίνεται τεχνικά σε τρεις τομείς: στην αξιοπιστία ή φερεγγυότητα του ομιλητή (ἦθος), στην ποιότητα των επιχειρημάτων του (πρᾶγμα) και στη συγκίνηση που προκαλούν τα λόγια του στους αποδέκτες (πάθος). Αυτός ήταν ο κατεξοχήν χώρος της ρητορικής ως τέχνης και ονομαζόταν ἔντεχνοι πίστεις. Αλλά ο ομιλητής μπορούσε επίσης να αναγνώσει νόμους ή ιδιωτικά συμβόλαια, να φέρει μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας, να παράσχει τους δούλους του για βασανισμό (προκειμένου να θεωρηθεί αξιόπιστη η μαρτυρία τους) ή να καλέσει σε αντιπαράθεση τον αντίδικό του. Επειδή αυτές οι αποτελεσματικές μέθοδοι αφορούσαν την προσκόμιση στοιχείων και δεδομένων ευνοϊκών για την υπόθεση, αλλά δεν ήταν μέρος της τέχνης του ρήτορα ως συντάκτη λόγων, ονομάζονταν ἄτεχνοι πίστεις. Ο Λυσίας υπήρξε ένας από τους πρώτους άριστους χειριστές και των δύο μέσων. Το παράδειγμά του ακολούθησαν πολλοί άλλοι.

Η αρχαία λογοτεχνική κριτική χώρισε τα ύφη του έντεχνου λόγου σε τρεις γενικές κατηγορίες: το υψηλό, το μέσο και το χαμηλό. Η ταξινόμηση δεν ήταν αξιολογική. Ένας συγγραφέας μπορούσε να είναι καλός ή κακός χρήστης οποιουδήποτε τύπου. Ο Θουκυδίδης θαυμάστηκε για το υψηλό του ύφος. Ο Λυσίας ήταν άριστος χρήστης άλλοτε του χαμηλού και άλλοτε του μέσου ύφους.
Οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονταν συχνά στις πράξεις και στα κατορθώματά τους. Στις δημόσιες εμφανίσεις τους μπορούσαν να επικαλούνται ανερυθρίαστα την αξία του προσώπου και της οικογένειάς τους και τη μεγάλη προσφορά τους στην πόλη. Σπάνια όμως κατέγραφαν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και τις συγκινητικές λεπτομέρειες του βίου τους - εκτός αν βρίσκονταν στο δικαστήριο και ήθελαν να επηρεάσουν τους δικαστές. Τότε μπορούσαν να φέρουν ολόκληρη την οικογένειά τους (γυναίκα και παιδιά), προκειμένου να προκαλέσουν τον οίκτο των κριτών. Στις άλλες περιπτώσεις, αν χρειαζόταν να αναφέρουν κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, το έκαναν σε τρίτο πρόσωπο δίχως ιδιαίτερο συναισθηματισμό. Ως προς αυτό ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών ακολουθούσαν το παλαιό παράδειγμα του Ησιόδου.

Ωστόσο, η δύναμη της κατακτημένης γνώσης μπορούσε να σπάσει το φράγμα της φυσικής συστολής. Στην αγωνιώδη προσπάθεια ορθής περιγραφής και ερμηνείας των φαινομένων του κόσμου και της ιστορίας τόσο οι γιατροί και οι φιλόσοφοι όσο και οι ιστορικοί και οι ποιητές εξέφραζαν έντονα την προσωπική τους εκτίμηση για τις κρυμμένες αιτίες και τους αφανείς λόγους, δηλώνοντας σε πρώτο πρόσωπο, ρητά και υπερήφανα, με ποιους από τους προγενεστέρους τους, σε ποια σημεία και γιατί διαφωνούν. Οι εσωτερικές συγκινήσεις και διακυμάνσεις της ψυχής ήταν πολύ ανθρώπινα πράγματα για να βρουν έκφραση στον προφορικά ή γραπτό λόγο που προοριζόταν για την αιωνιότητα. Απέναντι στην ασημαντότητα του ατομικού βίου και των συγκινησιακών μεταπτώσεών του ορθωνόταν το μεγαλείο του έργου που ξεπερνά τη χρονική φθορά.

Το πρώτο γνήσια αυτοβιογραφικό κείμενο που μας διέσωσε η αρχαιότητα είναι η Έβδομη επιστολή του Πλάτωνα. Το κείμενο διαπνέεται από έναν τόσο προσωπικό τόνο, που δεν μοιάζει με κανένα προγενέστερο ή σύγχρονό του έργο. Σε προχωρημένη ηλικία και απαλλαγμένος από το βάρος της δημοσίευσης, ο συγγραφέας έκανε μια εκ βαθέων εξομολόγηση της απογοήτευσης που αισθάνθηκε για την πολιτική κατάσταση της Αθήνας και για την αναξιοκρατία που μάστιζε όλες συλλήβδην τις ελληνικές πόλεις. Μίλησε επίσης για την απόφασή του να αδιαφορήσει για την πρακτική πολιτική και να ασχοληθεί με την ὀρθήν φιλοσοφίαν, δηλαδή την έγκυρη θεωρητική γνώση που προηγείται της πράξης. Γράφει συγκεκριμένα:

Όταν ήμουν νέος, είχα την επιθυμία, όπως και πολλοί άλλοι, να ασχοληθώ με την πολιτική (τὰ κοινὰ τῆς πόλεως). Αποφάσισα, λοιπόν, να το κάνω, ευθύς μόλις ενηλικιωθώ και γίνω κύριος του εαυτού μου. Τότε, όμως, συνέβησαν οι ακόλουθες αλλαγές στα πολιτικά πράγματα της πόλης μου.

Επειδή πολλοί ήταν δυσαρεστημένοι και λοιδορούσαν το πολίτευμα, έγινε πραξικόπημα υπό την αρχηγία 51 ανδρών. Έντεκα πήγαν στην Αθήνα, άλλοι δέκα στον Πειραιά, ως επικεφαλής των οικονομικών και διοικητικών αναγκών της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι τριάντα έγιναν άρχοντες με απόλυτη εξουσία. Από αυτούς κάποιοι έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί δικοί μου και με παρακίνησαν από την αρχή να συμπορευτώ μαζί τους - όπως και θα μου ταίριαζε. Αν αναλογιστεί κανείς το νεαρό της ηλικίας μου, καθόλου περίεργο δεν ήταν που πίστεψα ότι ίσως λύτρωναν την πόλη από την αδικία και την οδηγούσαν, με σωστή διακυβέρνηση, σε έναν δίκαιο τρόπο ζωής. Περίμενα, λοιπόν, με αγωνία να δω τι θα κάνουν. Όμως μέσα σε ελάχιστο χρόνο οι άνθρωποι αυτοί έκαναν το προηγούμενο πολίτευμα να λάμπει σαν χρυσός μπροστά τους. […]

Ύστερα από λίγο χρόνο, η εξουσία των τριάκοντα κατέρρευσε και μαζί τους κατέρρευσε και το πολίτευμα που είχαν εγκαθιδρύσει. Συνέχισε, ωστόσο, να με μαγνητίζει η επιθυμία να ασχοληθώ με τα κοινά και την πολιτική - αν και με μικρότερη ένταση τώρα. Πολλά στοιχεία θα έκαναν κάποιον να απογοητευτεί σε μια τόσο ταραγμένη εποχή όπου οι αντεκδικήσεις συχνά ξεπερνούσαν τα όρια. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι πολιτικοί εξόριστοι που ανέτρεψαν το πολίτευμα των τριάκοντα έδειξαν μετριοπάθεια και επιείκεια. […]

Ενώ είχα ξεκινήσει με όρεξη μεγάλη για την πολιτική και για τη δράση, καθώς παρατηρούσα όλες αυτές τις αλλαγές που έφερναν τα πάνω κάτω, άρχισε να με πιάνει πραγματικός ίλιγγος. Βεβαίως δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η κατάσταση. Ιδίως το θέμα του πολιτεύματος με απασχολούσε έντονα. Ανέμενα όμως με υπομονή την κατάλληλη στιγμή να δράσω. Τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλες συνολικά οι πόλεις είχαν άσχημη διακυβέρνηση, γιατί η νομοθεσία τους βρισκόταν σε κατάσταση τόσο άθλια που δεν επιδεχόταν την παραμικρή θεραπεία, αν δεν γινόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια που να έχει ως βοηθό της και την τύχη. Έτσι, αναγκάστηκα να καταφύγω στον λόγο και να επαινώ την ορθή φιλοσοφία, αφού μέσα από αυτή -θεώρησα- μπορεί κανείς να διακρίνει όλα τα δίκαια πράγματα και στον πολιτικό και στον ιδιωτικό τομέα. Και δεν θα σταματήσουν ποτέ οι συμφορές των ανθρώπινων γενεών -συμπέρανα-, αν δεν αναλάβουν την πολιτική εξουσία όσοι ορθά φιλοσοφούν ή αν οι άρχοντες των πόλεων, από κάποια θεία βουλή οδηγημένοι, δεν συμβεί να φιλοσοφήσουν αληθινά.

Ο Πλάτων γεννήθηκε το 427 στην Αθήνα (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 7 [σ. 110-135]). Ήταν ο τρίτος γιος μιας πλούσιας αστικής οικογένειας που είχε σημαντικό παρελθόν δύο αιώνων στα πολιτικά πράγματα της πόλης. Ειδικά από την πλευρά της μητέρας του, το οικογενειακό δέντρο του Πλάτωνα έφτανε μέχρι τον μεταρρυθμιστή νομοθέτη Σόλωνα. Ο σημαντικός αυτός οίκος δεν ήταν διόλου παρηκμασμένος. Ο σοφιστής και θεατρικός συγγραφέας Κριτίας, ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους του ολιγαρχικού πραξικοπήματος των Τριάκοντα τυράννων, ήταν πρώτος εξάδελφος της μητέρας του Πλάτωνα. Ο Χαρμίδης, ένα άλλο μέλος της ίδιας ομάδας, υπήρξε αδελφός της. Αυτούς εννοεί ο συγγραφέας της επιστολής πίσω από την αόριστη δήλωση των συγγενών που τον παρακινούσαν να αναλάβει πολιτική δράση.

Σε νεαρή ηλικία ο Πλάτων γνωρίστηκε με τον Σωκράτη. Στα γυμναστήρια, στην αγορά και στα σπίτια των πλούσιων Αθηναίων γνώρισε επίσης τη διδασκαλία όσων ξένων σοφών έρχονταν στην Αθήνα για να διδάξουν. (Η ριζική διαφοροποίηση του Σωκράτη από το κίνημα των υπόλοιπων σοφιστών είναι, σε μεγάλο βαθμό, δικό του επίτευγμα.) Ο Αθηναίος σοφός άσκησε έντονη γοητεία πάνω στον νεαρό Πλάτωνα -όπως και σε πολλούς άλλους νέους της εποχής- όχι μόνο με την ευφυΐα και την επιχειρηματολογική δεινότητά του, αλλά και με την απαρασάλευτη ηθική στάση του απέναντι στον θάνατο. Όλοι οι νέοι του σωκρατικού κύκλου επιθυμούσαν γνώση πληρέστερη από αυτή των ποιητών και των ρητόρων, γνώση που να μπορεί όχι μόνο να πείσει τους άλλους αλλά επίσης να εξηγήσει ικανοποιητικά την ανθρώπινη συμπεριφορά και, αν ήταν δυνατό, να τη βελτιώσει.

Όπως είχε άσπονδους εχθρούς, ο Σωκράτης είχε επίσης πιστούς ακόλουθους και φίλους. Μετά από τον θάνατο του δασκάλου τους ορισμένοι εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στα γειτονικά Μέγαρα. Κάποιοι πήγαν ύστερα στην Κυρήνη, άλλοι στην Ηλεία, άλλοι στην Ερέτρια. Οι περισσότεροι κατέληξαν στα μέρη καταγωγής τους. Αφού είχαν χάσει τον δάσκαλό τους, είχε εκλείψει και ο λόγος παραμονής τους στην Αθήνα. Οι καλύτεροι και πιο ενθουσιώδεις μαθητές, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ίδρυσαν σχολές φιλοσοφίας και άρχισαν να γράφουν διαλόγους σε πεζό λόγο με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη (Κάλφας & Ζωγραφίδης κεφ. 9 [σ. 157-162]). Έτσι, δημιουργήθηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, ένα εντελώς καινούργιο λογοτεχνικό είδος που ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ποίηση δίχως μέτρο. Οι διάλογοι αυτοί ονομάστηκαν σωκρατικοί λόγοι. Από το θέατρο το νέο είδος είχε αντλήσει τον διαλογικό χαρακτήρα, από την πραγματική ζωή τους χαρακτήρες και την πεζολογία. Οι σωκρατικοί λόγοι δεν ήταν πιστή καταγραφή αληθινών συζητήσεων αλλά δημιουργική ανάπλαση της πραγματικότητας, δηλαδή λογοτεχνία.

Οι σωκρατικοί συγγραφείς κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της ιστορικής αληθοφάνειας. Στόχος τους ήταν να πείσουν ότι αυτοί, και όχι οι ανταγωνιστές τους, διατηρούσαν την αυθεντική διδασκαλία του Σωκράτη. Οι αποκλίσεις στην ηθογράφηση και την επιχειρηματολογία του κοινού δασκάλου ήταν πράγματι μεγάλες. Αυτός που είχε την τόλμη να αναγνωρίζει την άγνοιά του και διακήρυττε δημόσια ότι δεν είχε τίποτε θετικό να διδάξει, μόνο να απορήσει και να μάθει από τη συζήτηση με άλλους, είχε κατορθώσει, με την εκπληκτική ειρωνεία του, να μεταδώσει στους φίλους που τον ακολουθούσαν μια τόσο διαφορετική εικόνα του προσώπου του και της αποστολής του, ώστε, όταν ο ίδιος εξέλιπε, εκείνοι δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν τη μορφή του στις εικόνες των συναδέλφων τους και άρχισαν να ερίζουν μεταξύ τους. Υπήρξαν τόσες ψυχικές αναπαραστάσεις του Σωκράτη όσοι ήταν και οι μαθητές του. Κάπως λιγότερες ήταν οι λογοτεχνικές του εικόνες. Η ιστορία διέσωσε, σε υπολογίσιμη έκταση, μόνο αυτές του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα. Αν δεν ήταν οι καλύτερες και πιστότερες, σίγουρα ήταν αυτές που κέρδισαν τους περισσότερους οπαδούς στο αναγνωστικό κοινό των επόμενων αιώνων.

Ανάμεσα σε εκείνους που εγκατέλειψαν αηδιασμένοι την Αθήνα μετά την εκτέλεση του Σωκράτη ήταν και ο Πλάτων. Φεύγοντας από τα Μέγαρα λέγεται ότι πήγε στην Κυρήνη, ότι επισκέφθηκε τις κοινότητες των Πυθαγορείων στην Κάτω Ιταλία και ότι κατέληξε στην Αίγυπτο. Τελικά επέστρεψε στην Αθήνα. Σε επόμενο ταξίδι προορισμός του ήταν οι Συρακούσες, που τις κυβερνούσε ο τύραννος Διονύσιος Α'. Εκεί ο σαραντάχρονος Πλάτων γνώρισε τον εικοσάχρονο Δίωνα και συνδέθηκε στενά μαζί του. Από την επαφή αυτή αναδύθηκε η ελπίδα ότι ίσως οι ιδέες πολιτικής αναμόρφωσης που σχεδίαζε μπορούσαν κάποτε να βρουν πρακτική εφαρμογή.

Οι συνθήκες, όμως, δεν ήταν ακόμη κατάλληλες. Παρά τις ποιητικές φιλοδοξίες του τυράννου, ο Πλάτων αισθάνθηκε ότι στην αυλή του μπορούσε να βρει κανείς μόνο τρυφή και καλοπέραση. Τελικά συγκρούστηκε με τον Διονύσιο και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στις Συρακούσες. Η επιστροφή του στην Αθήνα υπήρξε ένας οδυσσειακός νόστος. Λέγεται ότι πουλήθηκε δούλος και ότι τελικά ανέκτησε την ελευθερία του, όταν κάποιος γνώριμός του, κατά τύχη παρών στην Αίγινα όπου είχε καταλήξει, τον εξαγόρασε αντί σημαντικού ποσού. Έτσι βρέθηκε πίσω στη γενέθλια πόλη.

Όταν είκοσι χρόνια αργότερα ο Διονύσιος πέθανε και την εξουσία ανέλαβε ο συνονόματος αλλά πολιτικά άπειρος γιος του, ο Δίων κάλεσε τον Πλάτωνα πάλι στη Σικελία για να διδάξει αυτοπροσώπως τον νεαρό μονάρχη. Αν ο Διονύσιος Β' κατόρθωνε να φιλοσοφήσει αληθινά, τότε με τη πολιτική δύναμη που διέθετε θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα την ιδανική πολιτεία που σχεδίαζε ο Πλάτων. Ο φιλόσοφος δέχτηκε την πρόσκληση, αλλά το σχέδιο απέτυχε οικτρά. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Δίωνα, διαβλέποντας τη δύναμη που θα αποκτούσε ο ίδιος αν ο τύραννος ασπαζόταν τις πλατωνικές ιδέες, κατόρθωσαν να τον δυσφημήσουν τόσο πολύ, ώστε να πετύχουν την εξορία του. Ο Πλάτων εγκατέλειψε άπραγος τις Συρακούσες. Δεν απογοητεύτηκε όμως εντελώς. Λίγα χρόνια αργότερα ξαναπήγε, για τρίτη φορά, στην ισχυρή πόλη της Σικελίας. Ο αγαπημένος Δίων είχε θεωρήσει και πάλι τις συνθήκες ευνοϊκές για την πολιτική αναμόρφωση της πόλης. Η προσπάθεια δεν είχε, όμως, ούτε αυτή τη φορά τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το πλατωνικό πολιτικό ιδεώδες δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί επί γης. Ωστόσο, η έμπρακτη εμμονή του φιλοσόφου να υλοποιήσει τις ιδέες του δείχνει πόσο απείχε ο πολιτικός στοχασμός του από το πνεύμα της ουτοπίας.

Αμέσως πριν από το πρώτο ή ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο ταξίδι στη Σικελία, ο Πλάτων ίδρυσε στην Αθήνα μια σχολή. Ήταν η πρώτη οργανωμένη και νομικά κατοχυρωμένη σχολή φιλοσοφίας στην αρχαιότητα. Μέχρι τότε οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι σοφιστές δημιουργούσαν κύκλους μαθητών που κατόπιν διέδιδαν παραλλαγές της διδασκαλίας τους, χωρίς κάποια θεσμική οργάνωση. Οι «σχολές» αυτές δήλωναν όμοιες τάσεις έρευνας και δημιουργικής παραγωγής, δηλαδή ένα κοινό πνεύμα, το οποίο αναπτυσσόταν από τη φυσική έλξη και διάθεση μίμησης που ασκεί η λάμψη ενός σπουδαίου δασκάλου. Οι κύκλοι αυτοί έπαιρναν το όνομά τους από τον δάσκαλο ή τον τόπο (πυθαγόρειοι, ελεάτες, αναξαγόρειοι, σωκρατικοί κλπ.). Ο Πλάτων όμως ίδρυσε μια επίσημη σχολή, το νομικό καθεστώς της οποίας οριζόταν ως θίασος (λατρευτικός κύκλος) προς τιμήν των Μουσών, και έδρα είχε το ίδιο το σπίτι του ιδρυτή. Πολύ κοντά βρισκόταν η Ακαδήμεια, ένα από τα τρία γυμνάσια της Αθήνας. Λόγω της τοπικής αυτής εγγύτητας -που ήταν αναντίρρητα ηθελημένη, αφού φιλοσοφικές συζητήσεις διεξάγονταν κυρίως στα γυμνάσια, εκεί που αθλούνταν καθημερινά οι πλούσιοι νέοι- η πλατωνική σχολή κατέληξε να γίνει γνωστή με το ίδιο όνομα. Οι γιατροί είχαν ήδη παρόμοιες οργανωμένες αδελφότητες. Αλλά αυτοί ήταν ειδικευμένοι ερευνητές των νόσων και της υγείας. Με την ίδρυση της Ακαδήμειας (ή Ακαδημίας, όπως έχει καθιερωθεί), ο Πλάτων δημιούργησε έναν νέο θεσμό οργανωμένης έρευνας, συζήτησης και προβληματισμού πάνω στα μεγάλα πολιτικά, ηθικά, κοσμολογικά και μεταφυσικά ζητήματα, ο οποίος επρόκειτο να έχει μεγάλη ιστορία - και όχι μόνο στην αρχαιότητα. Οι απαρχές του πανεπιστημίου, ως θεσμοθετημένου χώρου ελεύθερης έρευνας και διδασκαλικής δράσης, ανιχνεύονται εδώ. Ωστόσο, επειδή στην αρχαία νομοθεσία δεν υπήρχε η έννοια της συλλογικής ευθύνης, υπεύθυνος για τη λειτουργία της σχολής πρέπει να ήταν ο ίδιος ο Πλάτων. Μετά τον θάνατό του, αρχηγός της σχολής εκλέχθηκε από τα μέλη ο Σπεύσιππος, ανεψιός του ιδρυτή από την αδελφή του. Όταν απεβίωσε και αυτός, τη διεύθυνση ανέλαβε ο Ξενοκράτης. Δημιουργήθηκε έτσι μια διαδοχή που έμελλε να έχει μακρά διάρκεια και να ονομαστεί, αργότερα, χρυσῆ σειρά.

Κατά τον 5ο αιώνα οι ελληνικές πόλεις υπολογίζεται ότι υπερέβαιναν τις χίλιες. Η πολυμορφία ήταν αναπόφευκτη. Όλες είχαν, βεβαίως, τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του ελληνικού τρόπου ζωής: ναούς, στοές, γυμνάσια, αγορά, τόπο συνέλευσης των πολιτών και, από τον 4ο αιώνα, θέατρο. Η ρυμοτομία ήταν, ωστόσο, σε όλες αυθόρμητη και άναρχη. Κεντρικός πολεοδομικός σχεδιασμός δεν υπήρχε. Η διαμόρφωση του εδάφους καθόριζε τη θέση των δημόσιων κτιρίων στο κέντρο της πόλης. Γύρω από αυτό το σημείο αναφοράς, που σηματοδοτούσε τον χώρο του πολιτικού βίου, αναπτύσσονταν σταδιακά οι ιδιωτικές κατοικίες των πολιτών, αφήνοντας για τη μετακίνηση στενούς και τεθλασμένους δρομίσκους. Τα νερά της βροχής από τις στέγες των σπιτιών έτρεχαν σε ανοιχτούς υπονόμους. Για τα όρια της ιδιοκτησίας και παρόμοιες διεκδικήσεις γειτόνων, οι διαφωνίες λύνονταν τοπικά και κατά περίπτωση και, αν έφταναν στα δικαστήρια, με τη χρήση μαρτύρων.

Ο Ιππόδαμος, ένας αρχιτέκτονας από τη Μίλητο γεννημένος στην αρχή του 5ου αιώνα, ήταν ο πρώτος Έλληνας που παρουσίασε ρυμοτομικό σχέδιο. Στον πολεοδομικό σχεδιασμό που πρότεινε τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια θα απάρτιζαν οικοδομικά τετράγωνα, καθώς οι προσχεδιασμένοι δρόμοι της πόλης θα τέμνονταν κάθετα. Το σχέδιο υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους και εφαρμόστηκε για την ανάπτυξη του Πειραιά. Ο ίδιος σχεδίασε την ορθογώνια ρυμοτομία των Θουρίων, της αθηναϊκής αποικίας στην Κάτω Ιταλία, ίσως και της Ρόδου. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Ιππόδαμου κτίστηκε και η νέα πολιτεία της Μεσσήνης, όταν η Μεσσηνία απελευθερώθηκε από τους Σπαρτιάτες με τη συνδρομή των Θηβαίων. Ωστόσο, ο Ιππόδαμος δεν ήταν ένας πολεοδόμος με τη σημερινή, εξειδικευμένη έννοια του όρου. Ήταν, όπως μαθαίνουμε από τις πηγές, ο πρώτος πολιτικός στοχαστής ο οποίος, χωρίς να έχει πολιτευτεί ή νομοθετήσει, ασχολήθηκε θεωρητικά με το πρόβλημα της άριστης πολιτείας. Το ρυμοτομικό σχέδιο του Πειραιά και των Θουρίων ήταν μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας πολιτικού σχεδιασμού.

Ως προς το μέγεθος της άριστης πόλης, ο Ιππόδαμος πίστεψε ότι δέκα χιλιάδες πολίτες ήταν αρκετοί. Αυτούς τους χώρισε σε τρεις κατηγορίες: σε τεχνίτες, γεωργούς και πολεμιστές. Με όμοιο τρόπο διαίρεσε τη γη σε τρία μέρη: την ιερή, τη δημόσια και την ιδιωτική. Η πρώτη θα ήταν αφιερωμένη στους θεούς, η τελευταία μοιρασμένη εξίσου στους γεωργούς.

Όπως φαίνεται από την κριτική που ασκεί ο Αριστοτέλης, η πρόταση δεν ήταν επεξεργασμένη στις λεπτομέρειές της. Για παράδειγμα, δεν ήταν σαφές αν οι ίδιοι οι πολεμιστές ή κάποια τέταρτη μερίδα του πληθυσμού θα καλλιεργούσαν τη δημόσια γη που θα έτρεφε τους υπερασπιστές της πόλης. Αν ο Ιππόδαμος εννοούσε ότι οι γεωργοί, εκτός από τη δική τους, θα είχαν την υποχρέωση να καλλιεργούν και τη δημόσια γη, τότε ποιος ήταν ο λόγος να μην αυξηθεί το μέγεθος των κλήρων της ιδιωτικής γης και να απαλειφθεί εντελώς η δημόσια; Επίσης, οι άοπλοι τεχνίτες και γεωργοί θα γίνονταν σχεδόν δούλοι όσων έφεραν όπλα, αφού αναγκαστικά οι άρχοντες της πόλης θα έπρεπε να εκλέγονται από την κατηγορία των οπλιτών. Αλλά με αυτή τη διευθέτηση, ήταν ασαφές τι τελικά θα καθιστούσε τους γεωργούς και τους τεχνίτες πολίτες, αφού δεν θα είχαν τη δυνατότητα ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων.

Η κριτική του Αριστοτέλη δείχνει ξεκάθαρα πόσο ρεαλιστικός ήταν ο πολιτικός στοχασμός στην Ελλάδα. Η άριστη πολιτεία, όποια μορφή και αν είχε, θα έπρεπε να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη και, για να το πετύχει αυτό, όφειλε να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και όχι οποιαδήποτε αβάσιμη εξιδανίκευσή τους. Το ζήτημα δεν ήταν πώς τάχα θα έπρεπε να φέρονται οι άνθρωποι, αλλά πώς όντως ενεργούν. Ο πολιτικός στοχασμός οδηγούσε αναπόφευκτα στην επιστήμη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Έθετε, επίσης, το πρόβλημα των δυνατοτήτων και των ορίων της παιδείας. Έτσι αντιλήφθηκε το θέμα και ο Πλάτων.

Ο Πλάτων κατανόησε ότι υπάρχει βεβαίως κοινή φύση σε όλους τους ανθρώπους (και εξαιτίας αυτής μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά των άλλων), αλλά ότι οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως μονάδες. Ορισμένες διαφορές καθορίζονται από το φύλο, άλλες από την ηλικία, άλλες από τον τρόπο αγωγής. Υπάρχουν, όμως, και φυσικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους ίδιου φύλου και ίδιας ηλικίας και όμοιας αγωγής που δεν μπορούν να εξηγηθούν τόσο απλά. Ο ένας έχει, από νεαρή ηλικία, έφεση στη μουσική και το τραγούδι, ο άλλος στις κατασκευές, ο τρίτος γεννιέται με ανεπτυγμένη κτητικότητα, ο τέταρτος κάνει αλλόκοτες ερωτήσεις για την προέλευση του κόσμου που φέρνουν σε αμηχανία τους γονείς του, ο πέμπτος δείχνει ακατανόητη επιθετικότητα. Οι τάσεις αυτές είναι εμφανείς σε κάθε παιδί και φαίνεται να είναι δοσμένες από τη φύση. Ο πολιτικός φιλόσοφος που θέλει να αναμορφώσει την κοινωνία δεν μπορεί να τις αγνοήσει.

Ύστερα από πολλή σκέψη, ο Πλάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι μετέχουμε ψυχικά σε όλες τις συμπεριφορές των συνανθρώπων μας, ακόμη και στις πιο εγκληματικές, αλλά δεν μετέχουμε στον ίδιο βαθμό. Η ατομική ψυχολογία είναι μια συγκεκριμένη σχέση, ένας λόγος, ανάμεσα στα μέρη της ψυχής. Στις επιμέρους υποδιαιρέσεις τους οι τάσεις της ανθρώπινης ψυχής ενδέχεται να είναι περισσότερες από τρεις, αλλά μπορούν να ταξινομηθούν γενικά στις εξής σφαίρες ενεργειών: στο μέρος που υπολογίζει και σκέφτεται (λογιστικόν), στο μέρος που θίγεται από τις προσβολές των άλλων, αμύνεται για τα δίκαιά του και επιτίθεται όταν ασφυκτιά από τους περιορισμούς που του έχουν τεθεί (θυμικόν), και στο μέρος που επιθυμεί τη σωματική ευχαρίστηση με κάθε είδους απολαύσεις (ἐπιθυμητικόν). Κατά τον Πλάτωνα, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεπτυγμένα τα τρία αυτά μέρη στον ίδιο βαθμό. Οι εντάσεις και οι δυσλειτουργίες στις πόλεις προέρχονται από την αναντιστοιχία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη θέση που κατέχει μέσα στην κοινωνία. Έτσι όμως δημιουργείται αδικία, και η αδικία προκαλεί αναγκαστικά διενέξεις. Δικαιοσύνη τελικά -συμπέρανε ο Πλάτων- είναι να κάνει ο καθένας αυτό για το οποίο είναι κατάλληλα φτιαγμένος. Και επειδή το λογιστικό μέρος είναι φτιαγμένο από τη φύση για να άρχει και τα άλλα δύο μέρη, ως υποδεέστερα, για να υπακούουν, θα ήταν λογικό να δημιουργηθούν τρεις διαβαθμισμένες τάξεις στην κοινωνία, από τις οποίες η μία θα κυβερνά, η άλλη θα υπερασπίζεται την πόλη και η τρίτη θα παράγει τα απαραίτητα τρόφιμα και λοιπά αγαθά από τη γη και τις αναγκαίες τέχνες.

Η ένταξη των ανθρώπων σε μία από αυτές τις τάξεις θα γινόταν με βάση τη φυσική τους προδιάθεση και, λόγω κληρονομικότητας, θα μπορούσε να είναι σχετικά σταθερή. Ωστόσο, η αναβάθμιση ή ο υποβιβασμός ενός μέλους, ανάλογα με την αξία ή την απαξία του, θα έπρεπε να μείνουν ανοιχτές δυνατότητες της πολιτείας. Παρά την όποια κανονικότητα, η φύση ενίοτε αποτυγχάνει στους στόχους της και άλλοτε κάνει θαυμαστά άλματα. Η δημόσια εκπαίδευση θα αναλάμβανε τον ρόλο της εμπέδωσης των ταξικών διαφορών στη συνείδηση του πληθυσμού. Στον πλατωνικό σχεδιασμό οι γυναίκες προβλεπόταν να έχουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και προσφορά στην κοινωνία τους από την παραδοσιακή μητρότητα. Η σπαρτιατική πολιτική πρακτική επηρέασε οπωσδήποτε τον Πλάτωνα.

Η τριμερής αυτή διάκριση της κοινωνίας θυμίζει σε κάποια σημεία την παλαιότερη πρόταση του Ιππόδαμου. Όμως εδώ, εκτός από τις διαφορές, οι λεπτομέρειες για την επίτευξη του σχεδίου έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας. Ο Πλάτων κατέγραψε αυτές τις απόψεις στον εκτενέστερο διάλογο των ώριμων χρόνων του, την Πολιτεία, ένα ογκώδες και σημαντικό έργο. Εκεί παρουσιάζεται ο Σωκράτης να συνομιλεί με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του ίδιου του συγγραφέα (προς χάριν της αληθοφάνειας της συζήτησης) και να εκθέτει την πλατωνική διδασκαλία σε αδρές και εύληπτες γραμμές. Ο Πλάτων επανήλθε στο ίδιο θέμα κατά τα γηρατειά του με ένα ακόμη ογκωδέστερο έργο, τους Νόμους. Εδώ η συζήτηση ανάμεσα σε έναν Σπαρτιάτη, έναν Κρητικό και έναν ανώνυμο Αθηναίο είναι ακόμη πιο λεπτομερής και πραγματιστικά προσηλωμένη στις επιμέρους ρυθμίσεις που θα πρέπει να ισχύουν στην άριστη πόλη. Για πρώτη φορά ο Πλάτων, γέρος πια, άφησε πίσω από το προσωπείο του ανώνυμου Αθηναίου συζητητή να διαφανεί η προσωπική του συμβολή στο ζήτημα της πολιτείας και της νομοθεσίας της. Η ορμή και η απογοήτευση των νεανικών χρόνων θα έβρισκαν την όψιμη πλήρωσή τους.

Μέχρι και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, η έννοια και το περιεχόμενο της φιλοσοφίας δεν είχαν παγιωθεί. Φιλοσοφία σήμαινε, γενικά, φιλομάθεια και πνευματική καλλιέργεια. Ο όρος αναφερόταν ειδικά στην ικανότητα επιτυχούς διάρθρωσης και διατύπωσης σημαντικών σκέψεων με έντεχνη χρήση του λόγου.

Ένας λίγο πρεσβύτερος συμπολίτης του Πλάτωνα, ο Ισοκράτης (436-338), είχε μαθητεύσει στον Γοργία και ανέπτυσσε, την ίδια ακριβώς περίοδο, το δικό του πρόγραμμα εκπαίδευσης των νέων και ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ισοκράτη ήταν ανταγωνιστικό προς το πλατωνικό και είχε στόχευση αμεσότερα πολιτική.

Ο Ισοκράτης είχε ένα σαφές σχέδιο για το πώς μπορεί να αναπτυχθεί η συνολική προσωπικότητα του νέου:

Πρώτα πρώτα αυτός που θέλει να συνθέσει, προφορικά ή γραπτά, λόγους άξιους για έπαινο και τιμή δεν είναι δυνατόν να ασχοληθεί με μικρές και ιδιωτικές υποθέσεις αντεγκλήσεων και αντιδικίας, αλλά θα πρέπει να ενδιαφερθεί για τα μεγάλα και ευγενή και σπουδαία θέματα, αυτά που προάγουν τους ανθρώπους και σχετίζονται με τα κοινά, δηλαδή τα δημόσια πράγματα. Αν δεν βρει τέτοια θέματα, τίποτε δεν θα καταφέρει. Στη συνέχεια, από τις πράξεις που υποστηρίζουν το θέμα του θα επιλέξει να αναπτύξει τις πιο κατάλληλες και συμφέρουσες για την προοπτική του. Όποιος συνηθίζει να σκέφτεται τέτοιες σπουδαίες πράξεις, να τις εξετάζει από κάθε πλευρά και να τις αξιολογεί, θα αποκτήσει (όχι μόνο τώρα σε σχέση με τον λόγο που συνθέτει, αλλά και στο μέλλον για ζητήματα άλλα) την ίδια αντιληπτική ικανότητα, ώστε τελικά να αναπτυχθούν μαζί οι δυνάμεις της όμορφης ομιλίας και της φρόνιμης σκέψης. Τέλος, είναι προφανές ότι όποιος θέλει να πείσει τους άλλους δεν θα παραμελήσει ο ίδιος την αρετή, αλλά θα εστιάσει όλες τις δυνάμεις του νου του εκεί, για να κερδίσει τη λαμπρότερη από τους συμπολίτες του δόξα.

Τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν στο μέσον του 4ου αιώνα, όταν ο Ισοκράτης ήταν ήδη 83 ετών. Με αφορμή μια προσωπική αντιδικία σχετική με τα έξοδα κάποιας δημόσιας λειτουργίας, ο ρήτορας, σκηνοθετώντας την απολογία του, συνόψισε ολόκληρη την προσφορά του στην παιδεία και την πολιτική της Αθήνας.

Το βάθρο του πολιτικοεκπαιδευτικού προγράμματος του Ισοκράτη ήταν η πίστη στη βαθιά ενότητα του ανθρώπου. Ενώ είναι εμπειρικά σαφές ότι τα λόγια βρίσκονται συχνά σε διαφωνία με τα έργα και ότι, πίσω από την ομιλία, είναι κρυμμένες οι αληθινές σκέψεις και τα συναισθήματα του ομιλητή, ο Ισοκράτης θεώρησε ότι η κατάλληλη παιδεία θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αξιοζήλευτη ενότητα σκέψεων, λόγων και έργων. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτό δεν είναι αναγκαίο -ισχυριζόταν- να ξεκινήσει κανείς από τις ίδιες τις κρυμμένες σκέψεις και να επιχειρήσει την αναμόρφωσή τους. Αντίθετα με τον Πλάτωνα, που πίστευε ότι χωρίς μια γνώση δομημένη στέρεα μέσα στη ψυχή κανένα έργο και κανένας λόγος δεν έχουν αληθινή αξία, ο Ισοκράτης θεώρησε ότι η σωστή καλλιέργεια του λόγου συμπαρασύρει με θετικά αποτελέσματα τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση.

Η εξαγγελλόμενη παιδεία του Ισοκράτη (ἡ ἀληθὴς φιλοσοφία, όπως την ονόμαζε ο ίδιος) βρισκόταν πολύ κοντά στο πνεύμα των σοφιστών και εκείνης της παραδοσιακής παιδείας που εστιαζόταν στην ανάγνωση της ποίησης και την αξία της απομνημόνευσης εκτενών κειμένων. Ο Ισοκράτης, που είχε διακριθεί ως νέος στη δικανική ρητορική, απέρριψε τις ιδιωτικές υποθέσεις ως ακατάλληλες για την ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση των μαθητών του και ενθάρρυνε την ανάπτυξη θεμάτων και λόγων αληθινά πολιτικών, δηλαδή συμβουλευτικών και επιδεικτικών. Επίσης, απέρριψε τις φυσικές έρευνες για τα θεμέλια της πραγματικότητας, δηλαδή την κοσμολογία σε όλες της τις εκφάνσεις, καθώς και τις αυστηρά λογικές συζητήσεις για τη σχέση γλώσσας και πραγματικότητας. Κατά τη γνώμη του, ενώ οι μελέτες αυτές αρχικά οξύνουν την ευφυΐα και την επιχειρηματολογική δεινότητα των μαθητών, αν παραταθούν για πολύ, καταλήγουν να μην προσφέρουν τίποτε πιο ουσιαστικό από την υιοθέτηση ενός πνεύματος άσκοπης και ατελέσφορης εριστικότητας. Η μέθοδος της αντιλογίας ήταν απλό μέσο για την επίτευξη του μόνου αξιόλογου σκοπού: της ηθικής και πολιτικής ολοκλήρωσης του ανθρώπου μέσα από τον λόγο. Όσους δεν συμφωνούσαν με το εκπαιδευτικό πρόγραμμά του, αλλά επιδίδονταν στις -κατά τη γνώμη του- άσκοπες έρευνες περί φύσης και λογικής, ο Ισοκράτης τους αποκαλούσε «σοφιστές». Μέγιστο σοφιστή θεωρούσε τον Πλάτωνα.

Ενώ ο Πλάτων προβληματιζόταν πάνω στο θέμα του ορθού πολιτεύματος και κατέληξε να πιστεύει ότι μια γνήσια πολιτική αναμόρφωση απαιτεί την ανάληψη της εξουσίας από τους πραγματικούς γνώστες-φιλοσόφους, ο Ισοκράτης, πιο προσγειωμένος, αποδεχόταν την πολιτική κατάσταση του τόπου και της εποχής του και καλούσε τους νέους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, εμπνεόμενοι από ένα όραμα πολιτικής και στρατιωτικής ενότητας των Ελλήνων εις βάρος των Περσών. Αυτό το ανέφικτο, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όραμα το είχε πρώτος εξαγγείλει ο Γοργίας με έναν διάσημο λόγο που εκφώνησε στην Ολυμπία στο πλαίσιο των αγώνων του 392. Πρότυπό του ήταν αναμφίβολα οι ελληνικές επιτυχίες στους Περσικούς Πολέμους. Όμως, οι επιτυχίες εκείνες ήταν αμυντικές και προήλθαν από τον φόβο υποδούλωσης. Για μια κοινή ελληνική επεκτατική πολιτική έναντι των Περσών χρειαζόταν ομόνοια και ομογνωμία τέτοια που οι ελληνικές πόλεις δεν είχαν γνωρίσει ποτέ στην ιστορία τους. Ο τόσο έντονος τοπικισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να παραμεριστεί με πολιτική πειθώ: μπορούσε μόνο να κατασταλεί με τη βία.

Το δέκατο τρίτο θεϊκό άγαλμα

Ο Ξενοφών τελείωσε την αφήγηση των Ελληνικών του με τη μάχη της Μαντίνειας. Η έκβαση των γεγονότων τού φάνηκε ιδιαίτερα προβληματική. Δεν ήταν καν σαφές, κατά τη γνώμη του, ποιοι ήταν οι νικητές και ποιο το όφελος που αποκόμισαν από τη νίκη τους. Αντί να βρεθεί νέος ηγεμόνας για την Ελλάδα, είχε δημιουργηθεί μεγαλύτερη ἀκρισία (αβεβαιότητα) και ταραχή. Δύο χρόνια αργότερα είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται εξελίξεις που κανείς δεν είχε προβλέψει, αλλά που έμελλε να ανατρέψουν όλα τα δεδομένα. Το 360 στον θρόνο της Μακεδονίας ανέβηκε ο Φίλιππος Β' (360-336) σε συνθήκες πολύ δυσμενείς. Ο αδελφός του Περδίκκας Γ' (365-360) είχε σκοτωθεί πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών μαζί με 4.000 Μακεδόνες στρατιώτες, και το μέλλον του βασιλείου προδιαγραφόταν ζοφερό.

Οι Μακεδόνες είχαν εμφανιστεί στην ελληνική ιστορία τόσο ξαφνικά και απροσδόκητα, ώστε για το παρελθόν τους, την κοινωνική τους οργάνωση και τον πολιτισμό τους πολύ λίγα ήταν γνωστά. Γράφοντας τον 5ο αιώνα, ο Ηρόδοτος ήταν πεπεισμένος ότι οι βασιλείς τους κατάγονταν από το Άργος - μια παράδοση χάρη στην οποία ονομάζονταν Αργεάδες. Μάλιστα, αφηγείται μια ιστορία σύμφωνα με την οποία όταν αμφισβητήθηκε η καταγωγή του βασιλιά Αλεξάνδρου Α' (περ. 495 - περ. 450/440), που ήθελε να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οργανωτές τους, οι ἑλλανοδίκαι, αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό του ότι ήταν Έλληνας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει (προφανώς από τον ίδιο τον βασιλικό οίκο), μολονότι υποταγμένος στους Πέρσες, ο Αλέξανδρος διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Αθηναίους. Στην κρίσιμη μάχη των Πλαταιών τον εμφανίζει μάλιστα να τους δίνει αυτοπροσώπως χρήσιμες συμβουλές. Για τον ρόλο του αυτό ο Αλέξανδρος έμεινε στην ιστορία ως φιλέλλην.

Το βασίλειο των Μακεδόνων βασιζόταν στο ιππικό, όπου στρατεύονταν οι αριστοκράτες ἑταῖροι του βασιλιά, και το πολύ πιο αδύναμο πεζικό των πεζεταίρων. Αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η απουσία αυτοδιοικούμενων πόλεων. Για την επέκταση της Μακεδονίας και τη δράση των βασιλέων της στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου κάνει λόγο ο Θουκυδίδης. Βασιλιάς των Μακεδόνων ήταν τότε ο γιος του Αλεξάνδρου, ο Περδίκκας Β' (περ. 450/440-413). Ασκούσε την κυριαρχία του σε μια πολύ μεγάλη περιοχή, αλλά στην Άνω Μακεδονία υπήρχαν ακόμη ημιαυτόνομοι βασιλείς. Τα φρούρια ήταν λιγοστά και η άμυνα απέναντι στους Θράκες επιδρομείς δύσκολη. Ο γιος του Περδίκκα, ο Αρχέλαος (413-399), χάραξε δρόμους και οργάνωσε τον στρατό. Επιπλέον, απέδωσε μεγάλη σημασία στο ιππικό και τον οπλισμό. Την περίοδο της βασιλείας του έγιναν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, όσα δεν είχαν γίνει στα χρόνια των οκτώ προκατόχων του.

Ο Αρχέλαος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και για τον ελληνικό πολιτισμό. Προσκάλεσε στην αυλή του τον ζωγράφο Ζεύξη και ποιητές, επιφανέστερος από τους οποίους ήταν ο Ευριπίδης. Στη Μακεδονία, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνέθεσε μια τραγωδία για να τιμήσει έναν υποτιθέμενο πρόγονο του Αρχέλαου, που καταγόταν από τον Ηρακλή, καθώς και τις Βάκχες, με θέμα τη λατρεία του Διονύσου, για την οποία ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως οι Μακεδόνες. Μετά τη δολοφονία του Αρχέλαου η Μακεδονία πέρασε βαθιά κρίση, από την οποία ξαναβγήκε πια στα χρόνια του Φιλίππου Β'. Ακόμη και στα χρόνια του Φιλίππου, πάντως, η θέση των Μακεδόνων στον κόσμο των Ελλήνων παρέμενε αμφισβητούμενη, και οι εχθροί τους μπορούσαν με ευκολία να τους αποκαλούν βαρβάρους. Αλλά και μετά την κυριαρχία τους, στις ιστορικές αφηγήσεις διατηρείται συνήθως η διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων.

Μόλις ανέλαβε τη βασιλεία, ο Φίλιππος Β' αντιμετώπισε με επιτυχία τους Ιλλυριούς, τους Παίονες και τους Θράκες, με τους οποίους συνέπρατταν οι Αθηναίοι. Αμέσως μετά άρχισε να επιβάλλεται σε ελληνικές πόλεις. Οι επιτυχίες αυτές, και μάλιστα η κατάκτηση ολόκληρης της Θράκης, του έδωσαν τον έλεγχο σε χρυσοφόρα μεταλλεία και σε σιτοπαραγωγικές περιοχές καθώς και πρόσβαση στο εμπόριο του βόρειου Αιγαίου.

Πολλές ελληνικές πόλεις αντιλήφθηκαν από νωρίς την απειλή, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιδράσουν δυναμικά. Η Σπάρτη, μετά την ήττα στα Λεύκτρα, ήταν εξαιρετικά αποδυναμωμένη. Η Θήβα και η Αθήνα πάλι είχαν εμπλακεί σε σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους, η πρώτη για τον έλεγχο των Δελφών και η δεύτερη για τον έλεγχο της συμμαχίας της. Συνδυάζοντας πυγμή και διπλωματία, ο Φίλιππος αναμείχθηκε σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις. Διέθετε άλλωστε μεγάλο και αποτελεσματικό στρατό.

Στην οργάνωση του στρατού ο Φίλιππος εμπνεύστηκε από τις καινοτομίες του Ιφικράτη και του Επαμεινώνδα. Από τον πρώτο πήρε την ιδέα να εφοδιάσει τους στρατιώτες του με ένα μακρύ δόρυ που ονομάστηκε σάρισα. Τον χειρισμό της καθιστούσε ευχερέστερο μια μικρή ασπίδα, που κρεμόταν με ιμάντα και άφηνε ελεύθερα τα χέρια, καθώς και ο ελαφρύτερος αμυντικός οπλισμός. Από τον δεύτερο πήρε την ιδέα να διατάξει τη μακεδονική φάλαγγα με βάθος πολύ περισσότερων σειρών από ό,τι συνηθιζόταν και να της δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στη μάχη. Το σημαντικότερο ίσως ήταν ότι η δράση του πεζικού συνδυάστηκε οργανικά με αυτή του ιππικού. Και τα δύο σώματα υποστηρίζονταν από Θράκες ακοντιστές, τους Αγριάνες, από Κρήτες τοξότες και από μισθοφόρους πελταστές. Στο σώμα των πεζεταίρων προστέθηκαν και οι ὑπασπισταί, επίλεκτοι άνδρες που περιέβαλλαν τον βασιλιά.

Τον αμεσότερο κίνδυνο τον διέτρεχαν οι Αθηναίοι. Τα συμφέροντά τους εκείνη την εποχή τούς υποχρέωναν να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή όσα συντελούνταν στο βόρειο Αιγαίο. Εκεί κρινόταν το μέλλον της συμμαχίας τους και κυρίως η τροφοδοσία τους με σιτάρι από τον Ελλήσποντο. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται πολύ σοβαρή το 357, όταν ο Φίλιππος κατέλαβε την Αμφίπολη, την οποία διεκδικούσαν οι ίδιοι, και ταυτοχρόνως ξεσπούσε συμμαχικός πόλεμος, με την αποστασία της Χίου, της Ρόδου, της Κω και του Βυζαντίου από τη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία. Οι Αθηναίοι είχαν στρατηγούς τον Ιφικράτη, τον Τιμόθεο και τον Χάρη, αλλά όταν οι δύο πρώτοι έπεσαν σε δυσμένεια, τις στρατιωτικές υποθέσεις ανέλαβε μόνος του ο τελευταίος. Για την εξασφάλιση χρημάτων ο Χάρης συμμετείχε στην εξέγερση ενός σατράπη εναντίον του Πέρση βασιλιά. Όταν όμως ο Αρταξέρξης Γ' Ώχος έστειλε πρεσβεία απειλώντας τους Αθηναίους, αυτοί αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν τον στρατηγό τους και να τερματίσουν άδοξα τον συμμαχικό πόλεμο. Στο μεταξύ ο Φίλιππος συνέχιζε τη νικηφόρο πορεία του, κατακτώντας την Ποτείδαια, τη Μεθώνη, τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια.

Αντιμέτωποι με τα νέα δεδομένα, οι πολιτικοί της Αθήνας προβληματίστηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσαν επιβεβλημένες ήταν η έλλειψη πόρων. Μετά από μια σειρά αποτυχιών, ο Εύβουλος και οι συνεργάτες του ανέλαβαν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των οικονομικών της πόλης. Για ένα διάστημα έπεισαν τους Αθηναίους ότι το συμφέρον τους απαιτούσε ειρήνη. Ο Ισοκράτης πάλι είδε στο πρόσωπο του Φιλίππου τον άνδρα που μπορούσε να ενώσει τους Έλληνες και να επιλύσει τα κοινωνικά και πολιτικά τους προβλήματα εκστρατεύοντας εναντίον των Περσών. Ο ρήτορας Αισχίνης προέκρινε διπλωματικές λύσεις στις σχέσεις της πόλης με τον Φίλιππο (Κακριδής 3.6.Α [σ. 146-147]). Ορισμένοι ρήτορες, ωστόσο, με κύριο εκπρόσωπο τον Δημοσθένη, θεωρούσαν ότι ο Φίλιππος συνιστούσε τόσο μεγάλη απειλή για την ελευθερία των Αθηναίων, ώστε χρειαζόταν κάθε είδους συνεργασία και συστράτευση για την αντιμετώπισή του (Κακριδής 3.6.Α [σ. 144-146]). Ακόμη και τα χρήματα του Πέρση βασιλιά μπορούσαν να γίνουν, και γίνονταν, δεκτά. Για αρκετά χρόνια οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτικών ήταν οξύτατες και βίαιες.

Αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα σε μια αμυντική και μια επιθετική πολιτική, οι Αθηναίοι δεν κατόρθωσαν το 349 ούτε να βοηθήσουν την Όλυνθο, που ήταν ο βασικός τους σύμμαχος και η σημαντικότερη πόλη στη Χαλκιδική, ούτε να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους στην Εύβοια. Η Όλυνθος κατελήφθη και κατεδαφίστηκε από τον Φίλιππο, ενώ η Εύβοια αποσπάστηκε από την Αθηναϊκή Συμμαχία.

Ο Φίλιππος είχε στο μεταξύ διευρύνει την επιρροή του προς την κεντρική Ελλάδα. Από το 357 είχε ξεσπάσει ένας ακόμη αιματηρός και πολυετής πόλεμος, που ονομάστηκε Γ' Ιερός Πόλεμος, επειδή το επίδικο θέμα ήταν ο έλεγχος των Δελφών. (Είχαν προηγηθεί άλλοι δύο, ο ένας στα χρόνια του Σόλωνα και ο άλλος πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.) Η νέα διαμάχη ξεκίνησε όταν οι Φωκείς καταδικάστηκαν για καταπάτηση ιεράς γης. Το υπέρογκο πρόστιμο επιδικάστηκε από τους ἱερομνήμονας των Αμφικτυόνων. Σε Αμφικτυονικό Συνέδριο, δηλαδή σε μόνιμο σύνδεσμο για τη διαχείριση του ιερού, αντιπροσωπεύονταν οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί αλλά και άλλες ισχυρές πόλεις. Οι Φωκείς αντέδρασαν και κατέλαβαν τους Δελφούς. Οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί ανέλαβαν την εκδίωξή τους και σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες, αλλά οι Φωκείς, με τα χρήματα του ιερού, κατάφεραν να ξαναοργανώσουν έναν μεγάλο μισθοφορικό στρατό.

Οι Φωκείς, με την υποστήριξη των Αθηναίων και των Σπαρτιατών, συμμάχησαν με τους τυράννους των Φερών και επιχείρησαν να καταλάβουν ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αντιμέτωπους ωστόσο δεν βρήκαν μόνο τους Θηβαίους, τους Λοκρούς, την πλειονότητα των Θεσσαλών και τους Περραιβούς, αλλά και τον Φίλιππο. Προσκεκλημένος το 353 από τους Θεσσαλούς αριστοκράτες, τους Αλευάδες, ο βασιλιάς των Μακεδόνων πέτυχε ολοκληρωτική νίκη. Άφησε στο πεδίο της μάχης περισσότερους από 6.000 νεκρούς και διέταξε τον πνιγμό των περίπου 3.000 αιχμαλώτων ως ιερόσυλων. Για τον ρόλο του αυτό πέτυχε να εκλεγεί τον επόμενο χρόνο ἄρχων ή ταγός της Θεσσαλίας. Ο Ιερός Πόλεμος όμως συνεχίστηκε και οι ανασυγκροτημένοι Φωκείς αναζήτησαν βοήθεια από τον Αρταξέρξη, ο οποίος την πρόσφερε με προθυμία.

Το 346 οι Αθηναίοι ήταν πλέον εξαντλημένοι και θεώρησαν αναγκαία μια ειρήνη με τον Φίλιππο. Ήταν πρόθυμοι να του αναγνωρίσουν τη θέση που ήδη κατείχε, ώστε να αποτρέψουν την επέκτασή του νοτιότερα. Ακόμη και ο Δημοσθένης ήταν σύμφωνος. Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε μαζί με τον Αισχίνη και τον Φιλοκράτη, το όνομα του οποίου δόθηκε στη συμφωνία. Ταυτοχρόνως διευθετήθηκε οριστικώς και ο Ιερός Πόλεμος. Οι Φωκείς τιμωρήθηκαν σκληρά και διασκορπίστηκαν σε χωριά. Επιπλέον, οι ψήφοι τους στην Αμφικτυονία δόθηκαν στον Φίλιππο. Με τη συνεργασία των Θεσσαλών, ο Φίλιππος απέκτησε πλέον τον απόλυτο έλεγχο και του μαντείου. Αν ο πρόγονός του Αλέξανδρος Α' είχε πετύχει να γίνει δεκτός στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτός πέτυχε να πρωταγωνιστήσει σε βασικές θρησκευτικές υποθέσεις των Ελλήνων. Ανέλαβε μάλιστα να οργανώσει τα Πύθια μαζί με τους Βοιωτούς και τους Θεσσαλούς. Έτσι, στα μάτια πολλών Ελλήνων εμφανιζόταν και ως ευσεβής υπερασπιστής των ιερών τους.

Για λίγα χρόνια ο Φίλιππος ήταν απασχολημένος με τους παλαιούς εχθρούς των Μακεδόνων, τους Ιλλυριούς· επιπλέον, με την αναδιοργάνωση της Θεσσαλίας και με στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Θράκη. Το 340 βάδισε εναντίον της Περίνθου στην Προποντίδα. Στη διάρκεια της πολιορκίας στράφηκε και εναντίον του Βυζαντίου, που ενίσχυε του Περίνθιους. Οι ενέργειές του αυτές τον έφεραν σε σύγκρουση με τους Πέρσες. Η επέκτασή του στη Θράκη είχε ανησυχήσει τον μεγάλο βασιλιά, που έδωσε εντολή να ενισχυθεί η πολιορκημένη πόλη. Στην περιοχή έσπευσαν και οι Αθηναίοι. Τα ζωτικά τους συμφέροντα ήταν πλέον σε σοβαρότατο κίνδυνο, καθώς υπήρχε φόβος ο ανεφοδιασμός τους σε σιτηρά να βρεθεί στον έλεγχο των Μακεδόνων. Έκριναν άλλωστε ότι η ειρήνη είχε παραβιαστεί. Ο Φίλιππος αναγκάστηκε έτσι να υποχωρήσει και να λύσει την πολιορκία. Ήταν όμως αποφασισμένος να διευθετήσει οριστικά το ελληνικό ζήτημα εξουδετερώνοντας την Αθήνα.

Το 338 η είδηση ότι ο Φίλιππος πλησίαζε στην Αττική έσπειρε τον τρόμο στους Αθηναίους. Οι πολίτες συγκεντρώθηκαν για συνεδρίαση πριν ακόμη τους καλέσουν οι άρχοντες. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν αντιδικίες μεταξύ των ρητόρων. Οι πάντες έστρεψαν το βλέμμα στον Δημοσθένη. Έχοντας μόλις δύο μέρες στη διάθεσή του, αυτός έσπευσε στη Θήβα και έπεισε τους Βοιωτούς να αναλάβουν μαζί την αναχαίτιση του Φιλίππου. Αμέσως άρχισαν οι πολεμικές προετοιμασίες στη Χαιρώνεια, όπου οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν όλες τους τις δυνάμεις (πανδημεί) για να σώσουν την πατρίδα τους. Παρομοίως έπραξαν οι Θηβαίοι.

Οι μεγάλοι στρατηγοί της Αθήνας ήταν πλέον νεκροί και ο μόνος που είχε απομείνει, ο Χάρης, ασφαλώς δεν ήταν ισάξιος του Φιλίππου. Η αναμέτρηση ήταν σφοδρή και μεγάλης διάρκειας. Έως ένα σημείο ο αγώνας ήταν μάλιστα αμφίρροπος. Αλλά η αποφασιστική παρέμβαση του νεαρού Αλεξάνδρου, του γιου του Φιλίππου, έκρινε, καθώς λεγόταν, το αποτέλεσμα. Περισσότεροι από 1.000 Αθηναίοι έπεσαν νεκροί και περίπου 2.000 αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Βοιωτών ήταν μεγαλύτερες. Ο Φίλιππος έστησε το τρόπαιό του θριαμβευτής.

Η Θήβα τιμωρήθηκε σκληρά και αναγκάστηκε να δεχτεί μακεδονική φρουρά και την επιβολή μιας φιλομακεδονικής ολιγαρχίας. Η Αθήνα όμως είχε ακόμη λίγες μέρες περιθώριο να προετοιμάσει την άμυνά της. Σε συνθήκες πανικού οι πάντες έσπευδαν πίσω από τα τείχη. Για τις ανάγκες του πολέμου αξιοποιήθηκαν ακόμη και όσα πολύτιμα αντικείμενα βρέθηκαν στους ιδιωτικούς τάφους του Κεραμεικού. Με την απώλεια τόσων ανδρών στη Χαιρώνεια, οι συνθήκες ήταν απελπιστικές, αλλά οι Αθηναίοι αποφάσισαν να υποστούν την υπέρτατη θυσία.

Αντιμέτωπος με τέτοιες πρωτοφανείς προετοιμασίες, ο Φίλιππος επέλεξε να προσφέρει στους Αθηναίους πολύ ευνοϊκούς όρους ειρήνης. Η συμμαχία τους έπρεπε να διαλυθεί, αλλά η πόλη θα παρέμενε ελεύθερη, διατηρώντας το δημοκρατικό πολίτευμα. Επιπλέον, οι αιχμάλωτοι αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι και οι νεκροί αποδόθηκαν για ταφή. Ο Φίλιππος σχεδίαζε άλλωστε ήδη την περσική εκστρατεία του, και οι Αθηναίοι, που εχθρεύονταν τους Πέρσες, ήταν μια πολύ χρήσιμη δύναμη. Ανακουφισμένοι, οι Αθηναίοι έσπευσαν να αποδεχθούν τους όρους των Μακεδόνων. Το όραμα του Ισοκράτη για μια κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών ήταν πλέον εφικτό, αλλά όχι με τους όρους που εκείνος ήλπιζε. Σύμφωνα με μια παράδοση, μετά από τη μεγάλη ήττα της πόλης του πέθανε από ηθελημένη ασιτία. Τον επιτάφιο για τους νεκρούς της Χαιρώνειας ανέλαβε να εκφωνήσει ο Δημοσθένης.

Οι παλαιοί ηγέτες της πόλης τραβήχτηκαν ταπεινωμένοι στο περιθώριο και παραχώρησαν την ηγεσία στον Λυκούργο. Εκείνη την εποχή ήταν ο μόνος ικανός να ανορθώσει την κατεστραμμένη οικονομία της πόλης - κάτι που η Αθήνα είχε απόλυτη ανάγκη. Τέτοια ήταν η επιτυχία του στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, ώστε η πόλη γνώρισε μια ακόμη περίοδο δημιουργικής δραστηριότητας. Μεταξύ άλλων άρχισαν να οικοδομούνται νέα λαμπρά κτίρια, ενώ μπήκαν οι βάσεις για καλύτερη οργάνωση του στρατού. Ο μεγάλος γλύπτης της εποχής, ο Λύσιππος, ανέλαβε να κατασκευάσει ανδριάντα του Σωκράτη. Στις δύσκολες περιστάσεις οι Αθηναίοι ζητούσαν με τον τρόπο αυτό συγνώμη για την καταδίκη του.

Την ίδια χρονιά που η μάχη της Χαιρώνειας έκρινε τις υποθέσεις των Ελλήνων, στη Σικελία πέθαινε τιμημένος ο Τιμολέων και στην Ιταλία ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος Γ' (360-338). Είχε βασιλέψει για 23 χρόνια, κρατώντας τη Σπάρτη μακριά από όλες σχεδόν τις κρίσιμες αποφάσεις. Καθώς ο Φίλιππος κυριαρχούσε στην Ελλάδα, αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας στο πλευρό των Ταραντίνων, που ήταν άποικοι της Σπάρτης.

Τη χρονιά που ο Φίλιππος επέβαλε την κυριαρχία του στον ελληνικό κόσμο με τη νίκη του στη Χαιρώνεια, ο βασιλιάς της Περσίας Αρταξέρξης Γ' Ώχος έπεφτε θύμα αυλικής συνωμοσίας. Τη διακυβέρνηση της μεγάλης αυτοκρατορίας ανέλαβε ο γιος του Αρσής (338-335) σε συνθήκες ιδιαίτερα απαιτητικές. Η Αίγυπτος, για παράδειγμα, κατάφερε να ελευθερωθεί από τον περσικό ζυγό.

Ο Φίλιππος άδραξε την ευκαιρία και το 337, σε κοινό συνέδριο των Ελλήνων (πλην των Λακεδαιμονίων) που συνήλθε στην Κόρινθο, εξελέγη ἡγεμών και στρατηγὸς αὐτοκράτωρ, δηλαδή στρατηγός με απόλυτη εξουσία, για να ηγηθεί σε κοινό αγώνα εναντίον της Περσίας. Στόχος, όπως διακηρύχθηκε, ήταν η εκδίκηση για τη βεβήλωση των ελληνικών ιερών το 480· απαραίτητη προϋπόθεση, η ειρήνη μεταξύ των ελληνικών πόλεων και η διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Απαγορεύονταν ρητώς οι δημεύσεις περιουσιών, ο αναδασμός της γης και η παραγραφή των χρεών (βασικά αιτήματα των κατώτερων τάξεων) καθώς και η απελευθέρωση των δούλων με στόχο την κοινωνική αλλαγή. Χωρίς χρονοτριβή, οι Μακεδόνες στρατηγοί Άτταλος και Παρμενίων στάλθηκαν στην Ασία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο με 10.000 άνδρες. Κεντρικό σύνθημα ήταν η απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων.

Τον επόμενο χρόνο, με την ευκαιρία του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας, ο Φίλιππος διοργάνωσε μεγάλη γιορτή. Στην πομπή που οδηγούσε στο θέατρο παρήλασαν και τα αγάλματα των θεών, με δέκατο τρίτο το δικό του. Διεκδικούσε πλέον για τον εαυτό του μια θέση πλάι στους μεγάλους θεούς. Ο ίδιος εμφανίστηκε με λευκό ιμάτιο, αλλά, καθώς βάδιζε σε κάποια απόσταση από τους σωματοφύλακές του, δολοφονήθηκε.

Ο Φίλιππος παρέλαβε μια Μακεδονία που αγωνιζόταν για την επιβίωσή της και την παρέδωσε κυρίαρχη στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου και έτοιμη να αναμετρηθεί με τη μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Με τις στρατιωτικές του νίκες και τη διπλωματία του δεν άλλαξε μόνο την πορεία της ιστορίας αλλά και της ιστοριογραφίας. Τα επιτεύγματά του αφηγήθηκε ένας σύγχρονός του, ο Θεόπομπος ο Χίος, μαθητής του Ισοκράτη (Κακριδής 3.6.Β [σ. 159]). Το εκτενές του σύγγραμμα έχει χαθεί, αλλά και μόνο ο τίτλος του, Φιλιππικά, είναι ενδεικτικός. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος έδινε το όνομά του σε μια περίοδο της ιστορίας. Από τη νέα τροπή που είχε λάβει η ιστορία εμπνεύστηκε και ένας άλλος μαθητής του Ισοκράτη, ο Έφορος από την Κύμη (Κακριδής 3.6.Β [σ. 159-160]). Και το δικό του έργο έχει χαθεί, αλλά, καθώς ήταν η πρώτη σοβαρή και αξιόπιστη προσπάθεια συγγραφής παγκόσμιας ιστορίας, άσκησε μεγάλη επίδραση στους περισσότερους μεταγενέστερους ιστορικούς. Επρόκειτο για μια αφήγηση πολύ μακράς διάρκειας, από την εμφάνιση των Δωριέων στην Πελοπόννησο έως την κυριαρχία του Φιλίππου, σχεδόν 750 χρόνια αργότερα. Ιδιαιτέρως τον ακολούθησε και τον συμβουλεύτηκε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Σύντομα μετά τη δολοφονία του Φιλίππου δολοφονήθηκε και ο βασιλιάς της Περσίας Αρσής. Έτσι η αναμέτρηση των δύο μεγάλων δυνάμεων αναβλήθηκε.
Ο δολοφόνος του Φιλίππου εκτελέστηκε επιτόπου και δεν πρόλαβε να αποκαλύψει ούτε τα κίνητρα ούτε τους συνεργούς του. Η εξέλιξη αυτή ευνόησε πάντως τον Αλέξανδρο Γ' (336-323). Οι στρατιωτικές ικανότητες του νεαρού βασιλιά είχαν αποδειχθεί ήδη στις μάχες, αλλά η θέση του στη διαδοχή ήταν επισφαλής. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλέξανδρος εξασφάλισε την υποστήριξη του στρατού και ανέλαβε τη βασιλεία της Μακεδονίας, εξοντώνοντας όλους τους διεκδικητές της εξουσίας. Αμέσως μετά φρόντισε να εδραιώσει τη θέση του στον ελληνικό κόσμο.

Πολλοί Έλληνες αναθάρρησαν με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου και άρχισαν να προετοιμάζουν την απελευθέρωσή τους από τη μακεδονική κυριαρχία. Πρώτοι και καλύτεροι οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι, οι Αιτωλοί, οι Αμβρακιώτες, οι Αρκάδες, οι Αργείοι και οι Ηλείοι. Αλλά ο Αλέξανδρος αντέδρασε με αποφασιστικότητα και ταχύτητα - όπως έμελλε άλλωστε να κάνει σε όλη τη σύντομη ζωή του. Οι Θεσσαλοί τον αναγνώρισαν ἄρχοντα του κοινοῦ τους και, αμέσως μετά, οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στην Κόρινθο στρατηγὸν αὐτοκράτορα και του ανέθεσαν να αναλάβει την κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών. Μόνο οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν και πάλι να συμμαχήσουν. Η ιστορία τους, όπως ισχυρίστηκαν, τους απαγόρευε να συμμετάσχουν σε μια στρατιωτική επιχείρηση στην οποία δεν ήταν οι ίδιοι αρχηγοί. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Αλέξανδρος κατάφερε έτσι να κερδίσει τη θέση που κατείχε ο πατέρας του πριν από τη δολοφονία του και άρχισε να προετοιμάζει την περσική εκστρατεία του.

Στη νέα αναμέτρηση Ανατολής και Δύσης το πρώτο θύμα ήταν και πάλι ο Βορράς. Όπως ο Δαρείος ενάμιση αιώνα νωρίτερα πριν στραφεί εναντίον των Ελλήνων, έτσι και ο Αλέξανδρος, πριν διαβεί στην Ασία, φρόντισε πρώτα να εξασφαλίσει την κυριαρχία του στους ανυπότακτους λαούς που κατοικούσαν στη Θράκη έως τον ποταμό Ίστρο (Δούναβη) και πέρα από αυτόν. Καθώς όμως υπέτασσε διάφορα πολεμικά φύλα, ορισμένα από τα οποία του αντιστέκονταν σθεναρά, πληροφορήθηκε ότι οι Θηβαίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι σκοτώθηκε στις μάχες και αυτό τους έδωσε θάρρος. Οι Θηβαίοι θυμήθηκαν το παλαιό και ένδοξο σύνθημα της ελευθερίας, καθώς και τα πρόσφατα λαμπρά τους κατορθώματα, και επιχείρησαν να απαλλαγούν από τη μακεδονική φρουρά. Ο κίνδυνος να επεκταθεί η εξέγερση ήταν μεγάλος. Το 335 ο Αλέξανδρος ανέλαβε δράση με όλο του τον στρατό, περισσότερους από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.

Παρά τις υποσχέσεις που είχαν λάβει από διάφορες πόλεις, οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους Μακεδόνες μόνοι τους. Πολλοί ήταν εκείνοι που συμμερίζονταν τις ελπίδες τους, αλλά κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να σπεύσει με τον στρατό του εναντίον του Αλεξάνδρου. Στην άνιση μάχη οι Θηβαίοι αρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό, πολεμώντας με αυτοθυσία για να επαναλάβουν το ανέλπιστο επίτευγμα στα Λεύκτρα. Όταν όμως κρίθηκε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, ακολούθησε γενική σφαγή. Περισσότεροι από 6.000 Θηβαίοι σκοτώθηκαν και 30.000 αιχμαλωτίστηκαν και υποδουλώθηκαν. Η Θήβα ισοπεδώθηκε, με εξαίρεση τα σπίτια στα οποία είχε κάποτε φιλοξενηθεί ο Φίλιππος καθώς και το σπίτι του Πινδάρου. Στη μεγάλη αυτή μάχη σκοτώθηκαν 500 Μακεδόνες.

Η είδηση της καταστροφής έφτασε στην Αθήνα καθώς τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Αθηναίοι τα διέκοψαν και άρχισαν να προετοιμάζουν για μια ακόμη φορά την άμυνά τους. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος δεν τους επιτέθηκε και αρκέστηκε να ζητήσει την παράδοση των δέκα ρητόρων που τους παρακινούσαν εναντίον του. Επιφανέστεροι ανάμεσά τους ήταν ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος και ο Υπερείδης. Οι Αθηναίοι, με όση διπλωματία διέθεταν, ζήτησαν συγνώμη, στέλνοντας ως μεσολαβητές τον Δημάδη και τον Φωκίωνα, αλλά αρνήθηκαν να παραδώσουν τους πολιτικούς τους. Το αίτημά τους έγινε (ανέλπιστα) δεκτό. Ο Αλέξανδρος δεν είχε πρόθεση να καταστρέψει την Αθήνα. Βιαζόταν άλλωστε να ξεκινήσει την εκστρατεία του.

Καθώς ο Αλέξανδρος διαδεχόταν τον πατέρα του Φίλιππο, τον Πέρση βασιλιά Αρσή διαδεχόταν ένας εξάδελφός του. Ονομαζόταν Αρτασάτα ή, σύμφωνα με λιγότερο ασφαλείς μαρτυρίες, που έχουν ωστόσο καθιερωθεί, Κοδομαννός. Ως βασιλιάς έλαβε το δυναστικό όνομα Δαρείος Γ' (335-330). Πρώτο του μέλημα ήταν να υποτάξει και πάλι την Αίγυπτο, μια επιχείρηση που έφερε σε πέρας με επιτυχία. Αμέσως μετά άρχισε να αναζητά συμμάχους στην Ελλάδα εναντίον των Μακεδόνων. Ο Δαρείος, που εικονίζεται σε ρωμαϊκό ψηφιδωτό πολεμώντας, έμελλε να είναι ο τελευταίος Πέρσης βασιλιάς της δυναστείας των Αχαιμενιδών.