Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Αριστοτέλης και η φθορά σε αριστοκρατία και πολιτεία

Ο Παρθενώνας στην ΑθήναΗ αριστοκρατία είναι το πολίτευμα που την εξουσία την ασκούν οι άριστοι, δηλαδή οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί. Αυτή είναι η σημασία που δίνει ο Αριστοτέλης στον όρο κι όχι εκείνη του αριστοκράτη – ευγενή που αναδεικνύεται λόγω του πλούτου ή της καταγωγής. Όμως η αντίληψη της αριστοτελικής αξιοκρατίας, όσο κι αν στηρίζεται στο δίκαιο, δεν μπορεί παρά να πραγματωθεί ως αποκλεισμός των περισσότερων από την εξουσία. Από αυτή την άποψη είναι εύκολο να ταυτιστεί με την ολιγαρχία και κατ’ επέκταση να υφίσταται τους ίδιους κινδύνους μ’ αυτήν: «Στα αριστοκρατικά πολιτεύματα ένα σύνολο επαναστάσεων προκαλείται, επειδή λίγοι δικαιούνται πολιτικά αξιώματα, λόγος που αναφέρθηκε ήδη ότι μεταβάλλει τις ολιγαρχίες (καθώς και στα δύο πολιτεύματα οι άρχοντες είναι λίγοι, όχι όμως για τον ίδιο λόγο λίγοι). Γι’ αυτό μάλιστα δίνεται η εντύπωση ότι η αριστοκρατία είναι ολιγαρχία». (σελ. 121).

Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτει την ολιγαρχία ως διαστρέβλωση της αριστοκρατίας. Τα δύο πολιτεύματα αποτελούν ζευγάρι για το λόγο ότι η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των λίγων. Η στρέβλωση της ολιγαρχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι λίγοι που άρχουν επιλέγονται με κριτήρια τον πλούτο ή την καταγωγή, παράγοντες που όχι μόνο δεν εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση, αλλά διαμορφώνουν και το πλέγμα των συμφερόντων που καθορίζεται από τα κοινά συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών. Η αριστοκρατία, ως πολίτευμα ορθό, εγγυάται την ορθή διακυβέρνηση, δηλαδή τη διακυβέρνηση που μεριμνά για την ευτυχία της πόλης ως σύνολο, αφού οι άξιοι δεν εκπροσωπούν κάποια συγκεκριμένη τάξη, ώστε να υπηρετήσουν συμφέροντα, και συγχρόνως είναι οι πλέον κατάλληλοι για να πάρουν τις σωστότερες αποφάσεις.

Όμως, τα πολιτεύματα που κατανέμουν τα αξιώματα σε λίγους είναι αδύνατο να μην επιφέρουν τη δυσαρέσκεια των πολλών, πολύ περισσότερο, όταν αυτοί νιώθουν το ίδιο αξιόλογοι με τους λίγους που μονοπωλούν την εξουσία: «Τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, όταν υπάρχει σημαντικός αριθμός ανθρώπων που εμφορούνται από την ιδέα ότι είναι ισάξιοι με τους άρχοντες…». (σελ. 121). Και βέβαια, η αριστοκρατία προϋποθέτει τη δίκαιη επιλογή των λειτουργών της εξουσίας, δηλαδή τους πραγματικά άξιους, αφού και πάλι ξεκινούν επαναστάσεις «όταν παραγκωνίζονται από κατόχους υψηλότερων αξιωμάτων κάποιοι που είναι έξοχοι και καθόλου κατώτεροι από κανέναν σε αξία, περίπτωση του Λυσάνδρου» (αναφέρεται στο Σπαρτιάτη στρατηγό που έδωσε το τελικό χτύπημα στους Αθηναίους τερματίζοντας τον πελοποννησιακό πόλεμο), «ο οποίος παραγκωνίστηκε από τους βασιλείς». (σελ. 121 – 123). Η αξιοκρατία, ως ύψιστη δικαιοσύνη, είναι ο εγγυητής της πολιτειακής ομαλότητας δημιουργώντας το ιδανικό πολίτευμα που υπερασπίζει τα συμφέροντα ολόκληρης της πόλης κι όχι κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το γεφύρωμα των οικονομικών άκρων, σε κάθε περίπτωση, θα συμβάλει θετικά στην ενότητα της πόλης: «Επιπλέον τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, και όταν άλλοι από τους πολίτες είναι πάμφτωχοι, ενώ άλλοι έχουν μεγάλη οικονομική άνεση…». (σελ. 123).

Το πολίτευμα της πολιτείας, ως ορθή εκδοχή της δημοκρατίας (η δημοκρατία για τον Αριστοτέλη είναι διαστρέβλωση της πολιτείας), συνδυάζει στοιχεία ολιγαρχικά και δημοκρατικά εξαλείφοντας τόσο τις δημοκρατικές στρεβλώσεις (την εμφάνιση των δημαγωγών, την κατάλυση του νόμου, την κυριαρχία του όχλου), όσο και τις ολιγαρχικές (τη μετατροπή της διαχείρισης της εξουσίας σε μέσο εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, την ανάδειξη των πλουσίων σε κυρίαρχη τάξη, τον ολοκληρωτικό παραγκωνισμό των φτωχότερων στρωμάτων). Η πολιτεία είναι ο ιδανικός συνδυασμός των δύο πολιτευμάτων (ολιγαρχία – δημοκρατία), αφού δεν υποκύπτει στις επιθυμίες των πολλών καταλύοντας το νόμο (και κατά συνέπεια εξαφανίζει το δημαγωγό) ούτε αποβλέπει στα συμφέροντα των πλουσίων προκαλώντας την αγανάκτηση του λαού (καθιστά δηλαδή τη διακυβέρνηση πεδίο των ικανών κι όχι των πλουσίων) και η φιλοσοφία που ακολουθεί στην άσκηση της εξουσίας βασίζεται στα συμφέροντα της πόλης ως σύνολο. Από την άποψη αυτή μοιάζει με την αριστοκρατία: «… αυτά κυρίως επιχειρούν να συνδυάσουν και οι πολιτείες και οι περισσότερες αριστοκρατίες…». (σελ. 125). Όμως, σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της, αφού υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές: «Και σ’ αυτό πράγματι διαφέρουν οι αριστοκρατίες από τις αποκαλούμενες πολιτείες και γι’ αυτόν το λόγο οι πρώτες είναι λιγότερο ενώ οι δεύτερες περισσότερο σταθερές. Έτσι ονομάζονται αριστοκρατίες τα πολιτεύματα που κλίνουν προς την ολιγαρχία, και πολιτείες αυτά που κλίνουν προς το πλήθος, με συνέπεια τα τελευταία να είναι σταθερότερα από τα άλλα, με τη σκέψη ότι το περισσότερο είναι και ισχυρότερο και ευχαριστεί εκείνους που έχουν ισότητα μεταξύ τους, ενώ οι πλούσιοι, αν το πολίτευμα τους δώσει ανώτερες θέσεις, στρέφονται στην αδικία και στην πλεονεξία». (σελ. 125).

Το ότι και πάλι αναφερόμενος στην αριστοκρατία επικαλείται την πλεονεξία των πλουσίων (η αριστοκρατία δεν αφορά αποκλειστικά τους πλούσιους, αλλά τους άξιους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης και καταγωγής) καταδεικνύει την πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι η αξία των ανθρώπων οφείλει να προσμετρείται και περιουσιακά. Οφείλει δηλαδή ο άξιος να κατέχει και τα περισσότερα. Όμως, αυτό απέχει πολύ από την αντίληψη της εξυπηρέτησης των συμφερόντων, ως ταξικός συνασπισμός. Αυτό που μένει είναι το πάντα επίφοβο του πλούτου, που πρέπει πάση θυσία να μην μονοπωλεί τα αξιώματα, καθώς οι πλούσιοι που κατέχουν τις υψηλές θέσεις «στρέφονται στην αδικία και την πλεονεξία». Το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής ή, αλλιώς, η απαξίωση της δικαιοσύνης είναι τα προεόρτια των ταραχών: «Πολύ συχνά καταλύονται οι πολιτείες και οι αριστοκρατίες, επειδή διαστρεβλώνεται το δίκαιο μέσα στο ίδιο το πολίτευμα». (σελ. 123).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι η προϋπόθεση της πολιτειακής ομαλότητας κι εφόσον η πολιτεία και η αριστοκρατία είναι τα ορθά πολιτεύματα, που συνδυάζουν σωστά τα στοιχεία των στρεβλών πολιτευμάτων της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας, δε μένει παρά να διαπιστωθεί ότι η κατάλυση της πολιτείας και της αριστοκρατίας δεν είναι παρά η αλλοίωση που τις οδηγεί στη στρέβλωση και τις υποβιβάζει σε δημοκρατίες ή ολιγαρχίες: «Με άλλα λόγια η κατάλυση της πολιτείας αρχικά οφείλεται στον κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων, ενώ της αριστοκρατίας στον κακό συνδυασμό και αυτών των δύο στοιχείων και της αρετής, κυρίως όμως στον κακό συνδυασμό των δύο στοιχείων, και εννοώ βέβαια τη δημοκρατία και την ολιγαρχία». (σελ. 125). Το ότι η αρετή αναφέρεται πρωτίστως στην αριστοκρατία δε σημαίνει ότι δεν αφορά την πολιτεία. Αυτό που τονίζεται είναι ότι η αριστοκρατία εστιάζει στην ανάδειξη του άξιου, που καθορίζεται από την αρετή, ενώ η πολιτεία στην ανάδειξη της μεσαίας τάξης, ως εξισορροπητικό ιδανικό ανάμεσα στα άκρα του πλούτου και της φτώχειας. Αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων» είναι η αποτυχία της επιβολής της πολιτείας και της αριστοκρατίας που βαθμιαία υποβιβάζονται στις στρεβλώσεις της δημοκρατίας και ολιγαρχίας: «Γενικά, προς όποιο μέρος από τα δύο κλίνει το πολίτευμα, προς αυτή την κατεύθυνση αλλάζει κιόλας, καθώς το κάθε μέρος από τα δύο προσπαθεί να αυξήσει τις δυνάμεις του, όπως για παράδειγμα η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία, η αριστοκρατία σε δημοκρατία (γιατί οι φτωχότεροι, με την ιδέα ότι αδικούνται, μεταστρέφουν το πολίτευμα στο αντίθετο), ενώ οι πολιτείες σε ολιγαρχία (διότι το μόνο σταθερό είναι η αξιοκρατική/αναλογική ισότητα και η ιδιοκτησία)». (σελ. 125).

Η ομολογία ότι τα πολιτεύματα της αριστοκρατίας και της πολιτείας, παρόλο που έχουν την τάση να μεταβάλλονται προς την κατεύθυνση που κλίνουν, τελικά μπορούν να μεταβληθούν και προς την αντίθετη πλευρά (η πολιτεία να γίνει ολιγαρχία και η αριστοκρατία δημοκρατία), καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ατράνταχτες σταθερές μέσα στα πολιτεύματα κι ότι εν τέλει κανένα πολίτευμα δεν έχει αμιγή χαρακτήρα, αλλά όλα αποτελούν προσμείξεις που τα στρέφουν προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Επί της ουσίας το εξονυχιστικό ξεκαθάρισμα που επιχειρεί ο Αριστοτέλης στον προσδιορισμό των πολιτευμάτων δεν αφορά την κατάδειξη της εφαρμογής τους στον ένα ή τον άλλο τόπο, αλλά το διαχωρισμό των επιμέρους χαρακτηριστικών (δημοκρατικών και ολιγαρχικών), που τις περισσότερες φορές συνυπάρχουν μέσα στη διακυβέρνηση ενός τόπου. Με άλλα λόγια ο τρόπος που καθορίζονται τα πολιτεύματα μέσα στις διάφορες πόλεις αφορά περισσότερο τη γενική χροιά που αφήνουν κι όχι το απόλυτο της καθαρότητάς τους, αφού σχεδόν πάντα άλλοι θεσμοί λειτουργούν δημοκρατικά κι άλλη ολιγαρχικά μέσα στο ίδιο πολίτευμα. Ο προσδιορισμός της πολιτείας και της αριστοκρατίας (με την αριστοτελική έννοια πάντα) είναι η κατάδειξη της μείξης που πλέον διεκδικεί χειροπιαστή πολιτειακή ταυτότητα. Αυτό που μένει για τη μελέτη οποιουδήποτε πολιτεύματος, ασχέτως με τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται, είναι η αποσαφήνιση του τρόπου της λειτουργίας όλων των θεσμών, ώστε να φανερωθούν τα ολιγαρχικά και τα δημοκρατικά του στοιχεία.

Προκειμένου να καταδειχθεί η ρευστότητα των πολιτειακών μεταβολών ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα: «Το προαναφερόμενο συνέβη στους Θουρίους. Επειδή, δηλαδή, οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα, βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα, αλλά και γιατί οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα (διότι το πολίτευμα είχε αποκτήσει περισσότερο ολιγαρχικό χαρακτήρα και μπορούσαν επομένως να ικανοποιούν την απληστία τους). Από την άλλη πάλι ο λαός, αφού απέκτησε πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, επιβλήθηκε στους φρουρούς, ώσπου αναγκάσθηκαν όσοι κατείχαν κτήματα περισσότερα από τα νόμιμα να παραιτηθούν από αυτά». (σελ. 125 – 127). Παρακολουθούμε την πορεία ενός πολιτεύματος που ξεκινά με ολιγαρχικά δεδομένα, αφού «οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα» και ενώ δίνει την εντύπωση ότι προχωρά σ’ ένα δημοκρατικό άνοιγμα δίνοντας σε περισσότερους πρόσβαση στην εξουσία «βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα», τελικά αποδεικνύεται ότι η μεγαλύτερη προσβασιμότητα στα αξιώματα προέκυψε ως εξισορροπητικός παράγοντας της σκληρής ολιγαρχίας που ιδιοποιήθηκε τον πλούτο της περιοχής και ήθελε να παγιωθεί και σε πολιτικό επίπεδο: «οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα». Η αντίδραση του λαού, πέρα από δίκαιη, κρίνεται μάλλον αναπόφευκτη και τελικά βλέπουμε την πλουτοκρατία να παραιτείται από κάποιες παράλογες αξιώσεις δίνοντας χώρο σε μια δημοκρατική στροφή χωρίς όμως να μπορούμε να πούμε ότι το πολίτευμα έγινε δημοκρατικό.

Κι εδώ, πέρα από το προφανές της πολυπλοκότητας των πολιτειακών στοιχείων που συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται, γίνεται σαφές και πάλι το αδύνατο της προσέγγισης των πολιτευμάτων ως κάτι ανεξάρτητο από τη διαχείριση του πλούτου. Η ταξική πάλη είναι ο πιο βασικός παράγοντας διαμόρφωσης του πολιτεύματος και οι πολιτειακές μεταβολές δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθρέφτη των ταξικών δυνάμεων που καταφέρνουν να υπερισχύσουν σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, το σταθερότερο πολίτευμα είναι εκείνο που αναδεικνύει τη μεσαία τάξη. Γιατί η μεσαία τάξη είναι αυτή που εξισορροπεί τις συγκρούσεις των άκρων. Εξάλλου, το εύρος της μεσαίας τάξης αποδεικνύει και το μέγεθος της ισοκατανομής του πλούτου, αφού η συρρίκνωσή της δεν είναι παρά η αύξηση των περιουσιακών άκρων. Θα λέγαμε ότι η κοινωνία που αποτελείται σε απόλυτο βαθμό από μεσαίους έχει εκμηδενίσει τις ταξικές αποστάσεις, αφού δε θα υπάρχουν ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι. Κι αυτός θα έπρεπε να είναι και ο στόχος της μεσαίας τάξης.

Και βέβαια, η ίδια η χαλάρωση της επίβλεψης των πολιτευμάτων μπορεί να επιφέρει πολιτειακές μεταβολές μέσω ανεπαίσθητων θεσμικών αλλαγών, που αρχικά φαίνονται ασήμαντες και στη συνέχεια αποδεικνύονται καθοριστικές: «Πολύ συχνά μάλιστα οι αριστοκρατίες μεταβάλλονται χωρίς να γίνεται αντιληπτό, γιατί σιγά σιγά χαλαρώνουν, κάτι που αποδόθηκε προηγουμένως σε όλα γενικά τα πολιτεύματα, επειδή οι μεταβολές οφείλονται ακόμη και σε ασήμαντες αλλαγές. Με άλλα λόγια, όταν καταργούν κάποιο θεσμό του πολιτεύματος, μετά έρχεται η σειρά να μεταβάλουν ευκολότερα κάποιον άλλο, λίγο σημαντικότερο θεσμό, ώσπου αλλάζουν όλο το πολιτικό σύστημα». (σελ. 127 – 129).

Κι εδώ ακριβώς κρύβεται το εύθραυστο όλων των πολιτευμάτων, που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμα να μεταβληθούν ακόμη και με τις (φαινομενικά) πιο επουσιώδεις θεσμικές αλλαγές. Οι διαχειριστές τις εξουσίας οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σ’ αυτού του είδους τις παρεμβάσεις. Κι αν μιλάμε για δημοκρατίες, όπου ο κυρίαρχος είναι ο λαός, δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από την ακατάπαυστη λαϊκή επαγρύπνηση σχετικά με τις αποφάσεις αυτών που διαχειρίζονται την εξουσία στο όνομά του. Ο λαός που αδιαφορεί για τα πολιτικά τεκταινόμενα, που αντιλαμβάνεται την εξουσία μόνο ως πεδίο εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων και παραχωρεί τα αξιώματα με βάση ιδιωτικές υποσχέσεις είναι ιδιαίτερα επίφοβος να υποστεί τις συνέπειες μιας πολιτειακής μεταβολής (ενδεχομένως απροκάλυπτης, ενδεχομένως συγκαλυμμένης, σε κάθε περίπτωση φανερής), που κατά κανόνα θα ευνοεί τους εκάστοτε ισχυρούς Με δεδομένο ότι οι ολιγαρχίες παίζουν το παιχνίδι των πλουσίων, οι δημοκρατίες πρέπει να προασπίζουν τα συμφέροντα των φτωχών. Οι δημοκρατίες που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των πλουσίων παραχωρώντας τους απροκάλυπτα το δημόσιο πλούτο είναι προφανές ότι έχουν χάσει την ταυτότητά τους.

Γι’ αυτό και τα πολιτεύματα δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να δράσουν ανταγωνιστικά. Γιατί εκφράζουν την ταξική αντιπαράθεση που αναγκαστικά παίρνει πολιτικό περιεχόμενο. Η αριστοκρατία, ως ορθή εκδοχή της ολιγαρχίας, όσο κι αν λειτουργεί με βάση την αξία του καθενός κι όσο κι αν η αξία δεν μετριέται με τον πλούτο, τελικά προωθεί τους οικονομικά ισχυρούς στα αξιώματα, αφού, όταν όλα λειτουργούν αξιοκρατικά, οι πραγματικά άξιοι θα προκόψουν και οικονομικά – εκτός βέβαια αν δεν το επιδιώκουν. Στη Σπάρτη, όσο κι αν ο τρόπος ζωής δεν ευνοούσε την επίδειξη του πλούτου, τις μεγάλες περιουσίες τις κατείχαν λίγοι: «Ακόμη, καθώς όλα τα αριστοκρατικά πολιτεύματα είναι ολιγαρχικά, οι επιφανείς πολίτες συγκεντρώνουν μεγαλύτερη δύναμη, όπως στη Σπάρτη, όπου οι περιουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων». (σελ. 127). Αντίθετα στην Αθήνα, μολονότι η οικονομική επιφάνεια και ο τρόπος ζωής έφεραν πολλές περιπτώσεις οικονομικής επίδειξης (ο Αλκιβιάδης είναι πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα) και μολονότι υπήρχαν σοβαρές ταξικές αποκλείσεις, το δημοκρατικό πολίτευμα, με όλη του την παθογένεια, μεριμνούσε για τους φτωχότερους παρέχοντας επιχορηγήσεις προκειμένου να ενισχύσει τη συμμετοχή τους στα κοινά.

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη διαφορετικότητα της οικονομίας ανάμεσα στις δύο πόλεις. (Το θαλάσσιο εμπόριο και οι συνθήκες της αθηναϊκής συμμαχίας – ηγεμονίας, έδιναν σαφές οικονομικό προβάδισμα στην Αθήνα). Εδώ γίνεται λόγος για τον τρόπο που το πολίτευμα δίνει οικονομικές ευκαιρίες και βοήθειες επιθυμώντας να εξασφαλίσει την πολιτική συμμετοχή των πολλών. Από αυτή την άποψη δε θα μπορούσαν να μη λειτουργήσουν ανταγωνιστικά, αφού η υπεροχή ενός πολιτεύματος που βρίσκεται μακριά ή κοντά αποτελεί λόγο για να συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα. Κι αυτά είναι τα πολιτικά αίτια της αθηνοσπαρτιατικής αντιπαράθεσης: «Όλα, λοιπόν, τα πολιτεύματα καταλύονται άλλοτε από ενδογενείς παράγοντες και άλλοτε από εξωγενείς, όταν δηλαδή υπάρχει αντίθετο πολίτευμα κοντά ή μακριά αλλά ισχυρό. Αυτό συνέβαινε τον καιρό της ακμής των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να καταλύσουν τις ολιγαρχίες παντού, ενώ οι Σπαρτιάτες τις δημοκρατίες». (σελ. 129 – 131).

Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 3ος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - Σοφία και φιλοσοφία: Θαλής ο Μιλήσιος

Η «σοφία» και η «φιλοσοφία»

Η λέξη φιλοσοφία, που σημαίνει «αγάπη για τη σοφία, επιδίωξη της σοφίας», εμφανίζεται αρκετά αργά στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Απαντά σποραδικά κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. και μόνο την εποχή του Πλάτωνα, στις αρχές του 4ου αιώνα, γίνεται προσπάθεια να καθοριστεί η ακριβής σημασία και το εύρος της εφαρμογής της. Η γενική ωστόσο πεποίθηση, τόσο των αρχαίων όσο και η δική μας, είναι ότι η φιλοσοφία έχει γεννηθεί πολύ νωρίτερα, από τις αρχές ακόμη του 6ου αιώνα. Ο Αριστοτέλης θα αποδώσει τον τίτλο των πρώτων φιλοσόφων σε τρεις στοχαστές από τη Μίλητο, στον Θαλή, στον Αναξίμανδρο και στον Αναξιμένη, και έκτοτε θα τον ακολουθήσουν όλοι οι ιστορικοί της φιλοσοφίας. Στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, αρχικά στις ιωνικές αποικίες και αργότερα στις ελληνικές πόλεις της νότιας Ιταλίας, θα συντελεστεί η μετάβαση «από τον μύθο στον λόγο», η αντικατάσταση δηλαδή του μυθολογικού τρόπου σκέψης που χαρακτηρίζει την αρχαϊκή ποίηση από τον ορθό λόγο της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

Από τον Θεόφραστο, τον μαθητή του Αριστοτέλη, ξεκινά και η διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο πεποίθηση ότι οι τρεις μιλήσιοι φιλόσοφοι συνδέονται ο ένας με τον άλλο με σχέση μαθητείας. Ο Αναξίμανδρος υπήρξε μαθητής του Θαλή και ο Αναξιμένης μαθητής του Αναξίμανδρου.

Αρκετά νωρίς λοιπόν διαμορφώνεται η εικόνα της φιλοσοφίας που θα κυριαρχήσει σε όλη την αρχαία σκέψη: η φιλοσοφία γεννιέται στην Ιωνία του 6ου αιώνα, όταν ένας νέος ορθολογικός τρόπος εξήγησης της φυσικής πραγματικότητας υιοθετείται από μια ομάδα στοχαστών, όταν δημιουργείται μια πρώτη σχολή φιλοσόφων. Η φιλοσοφία είναι στενά συνδεδεμένη με τη διδασκαλία, αναπτύσσεται μέσα από την κοινή αναζήτηση δασκάλου και μαθητή.

Ιδιαίτερος φαίνεται να είναι ο ρόλος του Θαλή του Μιλήσιου σε αυτή τη θεωρητική επανάσταση. Είναι αυτός που, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, «ίδρυσε αυτή τη φιλοσοφία», όταν θεώρησε ότι πίσω από τα συνεχώς μεταβαλλόμενα φαινόμενα υπάρχει μια «αρχή» (μία φύσις, μία οὐσία) «από την οποία συνίστανται όλα τα πράγματα, από την οποία καταρχάς προήλθαν και στην οποία τελικά με τη φθορά τους θα καταλήξουν» (Μετά τα φυσικά Α 983b6-27). Κατά τον Θαλή, η σταθερή, αιώνια και αναλλοίωτη αυτή ουσία είναι το νερό. Αν η μαρτυρία του Αριστοτέλη είναι σωστή, τότε ο Θαλής δικαίως θεωρείται ο πρώτος φιλόσοφος. Η φιλοσοφία γεννιέται όταν στο μυαλό των ανθρώπων δημιουργείται η πεποίθηση ότι πίσω από το φαινομενικό χάος των γεγονότων υπάρχει μια κρυφή τάξη, μια τάξη που προέρχεται από απρόσωπες δυνάμεις. Το νερό του Θαλή είναι μια τέτοια απρόσωπη δύναμη: είναι η πρώτη φιλοσοφική έννοια.

Δυστυχώς τη σκέψη του Θαλή, όπως και όλων των πρώτων φιλοσόφων, τη γνωρίζουμε μόνο από δεύτερο χέρι. Κείμενα του ίδιου του Θαλή δεν έφτασαν ως τα χέρια μας - άλλωστε είναι εντελώς απίθανο να έγραψε οτιδήποτε ο Θαλής, αφού στην εποχή του ελάχιστοι Έλληνες μπορούσαν να διαβάσουν. Έτσι είμαστε αναγκασμένοι να ανασυνθέτουμε τη σκέψη του από πολύ μεταγενέστερες, και όχι πάντοτε αξιόπιστες, πηγές.

Ο Πλάτων, για παράδειγμα, μας μεταφέρει ένα ανέκδοτο όπου ο Θαλής εμφανίζεται ως ο τυπικός αφηρημένος φιλόσοφος: «Λένε ότι κάποτε ο Θαλής κατάφερε να πέσει σε ένα πηγάδι, καθώς προχωρούσε παρατηρώντας τα άστρα και κοιτάζοντας προς τα πάνω· τότε μια ομορφούλα και ξύπνια θρακιώτισα υπηρέτρια τον πείραξε λέγοντάς του ότι επιθυμεί να μάθει τι συμβαίνει στον ουρανό και αγνοεί το τι γίνεται πίσω του και πλάι στα πόδια του» (Θεαίτητος 174a). Σε μια ιστορία πάλι του Αριστοτέλη ο Θαλής προβλέπει από τα άστρα μεγάλη σοδειά ελιάς και καπαρώνει εγκαίρως όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου και της Χίου, θέλοντας να αποδείξει σε όσους τον περιφρονούσαν για τη φτώχεια του ότι οι φιλόσοφοι θα μπορούσαν εύκολα να πλουτίσουν αν το ήθελαν, δεν ήταν όμως αυτός ο σκοπός τους (Πολιτικά 1259a9).

Παράλληλα με την εικόνα του πρώτου φιλοσόφου, πλήθος μαρτυριών μάς ζωντανεύουν έναν διαφορετικό Θαλή, προσγειωμένο, πρακτικό και εφευρετικό. Για τους Έλληνες του 5ου αιώνα π.Χ. ο Θαλής είναι σύμβολο επινοητικότητας και πολυπραγμοσύνης, είναι ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Δεν μας είναι απολύτως σαφές τι κοινό είχαν οι επτά αυτές προσωπικότητες. Οι περισσότεροι είχαν πολιτική δράση, κάποιοι ήταν νομοθέτες, κάποιοι άλλοι υπήρξαν και ποιητές. Το σίγουρο πάντως είναι ότι από τους επτά μόνο ο Θαλής διεκδικεί τον τίτλο του φιλοσόφου. Ο σοφός προηγείται του φιλοσόφου, όπως η σοφία είναι προγενέστερη της φιλοσοφίας. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει «σοφία» την εμπνευσμένη από την Αθηνά τέχνη του ναυπηγού (Ιλιάδα Ο 411) και ο Σόλων την εμπνευσμένη από τις Μούσες ποιητική τέχνη (Ελεγ. 1.52). Στη συνάντηση του Κροίσου με τον Σόλωνα, που μας περιγράφει ο Ηρόδοτος, ο Κροίσος αναρωτιέται ποια είναι η πηγή της σοφίας του Σόλωνα και σπεύδει να τη συνδέσει αμέσως με τα πολλά ταξίδια του και την επιθυμία να δει καινούργια πράγματα (Ιστορίαι 1.30). Η «σοφία» λοιπόν της αρχαϊκής εποχής, η οποία είναι ταυτοχρόνως εμπνευσμένη από τους θεούς πρακτική δεξιότητα, χειρισμός του ποιητικού λόγου και επιτόπια έρευνα (ιστορία), κάποια στιγμή θα οδηγήσει στη «φιλοσοφία». Ο Θαλής φαίνεται να συμβολίζει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Αξίζει λοιπόν να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αν πρέπει να κατατάξουμε τον Θαλή στους σοφούς ή στους φιλοσόφους.

Η Ελλάδα και η Ανατολή

Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Θαλή. Το όνομά του συνδέθηκε πάντως με την έκλειψη ηλίου του 585 π.Χ., την οποία λέγεται ότι προέβλεψε, άρα θα πρέπει να γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια του 7ου αιώνα. Ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι 1.170) ισχυρίζεται ότι η καταγωγή των γονιών του ήταν από τη Φοινίκη· άλλωστε και ο πατέρας του, ο Εξάμυος, έχει ξενικό όνομα. Αν και η γνώμη του Ηροδότου αμφισβητείται, το σίγουρο είναι ότι ο Θαλής είχε πολλές επαφές με τους γειτονικούς ανατολικούς λαούς. Συμβούλεψε τον Κροίσο πώς να περάσει τον στρατό του από έναν αδιάβατο ποταμό, μετέφερε αστρονομικές γνώσεις των Βαβυλωνίων στην Ελλάδα, έστρεψε την προσοχή των ναυτικών στον αστερισμό της Μικρής Άρκτου, που χρησιμοποιούσαν οι Φοίνικες για τον προσδιορισμό του βορρά, ενώ επισκέφθηκε πολλές φορές την Αίγυπτο. Από τους αιγύπτιους ιερείς λένε ότι διδάχθηκε τη γεωμετρία, ενώ διετύπωσε μια εξήγηση για τις πλημμύρες του Νείλου με βάση τους βόρειους ανέμους που πνέουν στις εκβολές του και κατάφερε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων από την ισομήκη σκιά τους.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μεγάλη εκτίμηση για τη σοφία των ανατολικών λαών, και ιδίως των Αιγυπτίων. Στην Αίγυπτο τοποθετούσαν την ανακάλυψη της γραφής και της γεωμετρίας, στη Βαβυλωνία την ανακάλυψη της αστρονομίας. Έχοντας συνείδηση της αρχαιότητας των ανατολικών πολιτισμών, οι Έλληνες δεν δίσταζαν να αποδίδουν ακόμη και δικές τους θεωρίες στους Αιγυπτίους, θεωρώντας ότι έτσι οι γνώσεις αυτές αποκτούν κύρος. Ταξίδια λοιπόν στην Αίγυπτο, ταξίδια έρευνας και μαθητείας, υποτίθεται ότι έκανε κάθε έλληνας σοφός που έφερνε κάτι νέο: ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πυθαγόρας, αργότερα ο Πλάτων και ο Εύδοξος. Τις πληροφορίες αυτές πρέπει γενικά να τις αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη. Δεν έχει τόση σημασία αν ένας έλληνας φιλόσοφος επισκέφθηκε κάποτε την Αίγυπτο, όσο το να εκτιμήσει κανείς τι θα μπορούσε να έχει διδαχτεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος από τους Αιγυπτίους, με άλλα λόγια, αν οι θεωρίες του έχουν κοινότητα με ανατολικές δοξασίες, αν έχουν ενσωματώσει στοιχεία γνωστά από άλλους πολιτισμούς, αν μπορούμε να μιλήσουμε για ανατολική καταγωγή της σκέψης του.

Ειδικά για τον Θαλή, δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε τα ταξίδια του στην Αίγυπτο· και γιατί οι σχετικές μαρτυρίες είναι πολλές και λεπτομερείς, και, κυρίως, γιατί οι σχέσεις της Μιλήτου με την Αίγυπτο είναι δεδομένες. Η Μίλητος μετρά ήδη πεντακόσια χρόνια ζωής την εποχή που ζει ο Θαλής, και θα πρέπει να είναι η πιο πλούσια, η πιο κοσμοπολίτικη και η πιο ενδιαφέρουσα ελληνική πόλη του 6ου αιώνα. Ιωνική αποικία, εξελίσσεται στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της αρχαϊκής Ελλάδας και δημιουργεί με τη σειρά της τις δικές της αποικίες στα παράλια της Μεσογείου, μία από τις οποίες είναι και η Ναύκρατις στο Δέλτα του Νείλου. Επομένως, οι εμπορικές σχέσεις της Μιλήτου με την Αίγυπτο ήταν ανεπτυγμένες, πράγμα που σημαίνει ότι ένας επιφανής Μιλήσιος, όπως ο Θαλής, θα είχε πολλές ευκαιρίες να επισκεφθεί την Αίγυπτο. Για τις επαφές ωστόσο του Θαλή στην Αίγυπτο και τη δραστηριότητά του εκεί μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.

Η αλήθεια είναι ότι στις αρχές του 6ου αιώνα ένας Έλληνας είχε πολλά να διδαχτεί από τους γείτονές του. Η γραφή είχε ανακαλυφθεί από την 4η χιλιετία π.Χ. στα μεγάλα ανατολικά βασίλεια. Πάπυροι με ιατρικό περιεχόμενο χρονολογούνται από το 2300 π.Χ. στην Αίγυπτο. Η συστηματική παρατήρηση και καταγραφή των αστρονομικών φαινομένων αρχίζει στη Μεσοποταμία από το 1600 π.Χ., ενώ την ίδια εποχή καθιερώνονται τα πρώτα ακριβή ημερολόγια και επινοούνται πολύπλοκες λογιστικές μέθοδοι για τη φορολόγηση των πολιτών. Την εποχή που ο Θαλής επισκέπτεται την Αίγυπτο, η ιατρική, η αστρονομία και τα μαθηματικά έχουν ιστορία τουλάχιστον χίλιων χρόνων. Σε πρώτη ματιά η σύγκριση με τη νεανική αρχαϊκή Ελλάδα είναι συντριπτική και δικαιολογεί το δέος που αισθάνονται οι Έλληνες για την πανάρχαια Ανατολή. Αν οι πολιτισμοί αποτιμώνται με βάση το απόθεμα των εμπειρικών γνώσεων που έχουν ενσωματώσει, τότε οι αρχαίοι Έλληνες ήταν κυριολεκτικά στα σπάργανα σε σχέση με τους σύγχρονούς τους Αιγύπτιους και Βαβυλώνιους. Τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα εντοπίζονται αλλού. Οι Έλληνες διέθεταν ήδη τη νέα τους αλφαβητική γραφή, μια γραφή ορθολογική και εύκολη στην εκμάθηση, που μπορούσε να γίνει κτήμα όλου του κόσμου. Και είχαν οργανώσει τις κοινότητές τους με βάση την πόλη-κράτος, μια πολιτική δομή ασταθή και ευάλωτη σε σχέση με τις ανατολικές αυτοκρατορίες, η οποία όμως από τη φύση της οδηγούσε όλο και περισσότερους ανθρώπους στη συμμετοχή στα κοινά. Το πόσο σημαντικοί και γόνιμοι ήταν αυτοί οι παράγοντες για όλες τις πλευρές της πνευματικής και της κοινωνικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας έμελλε να αποκαλυφθεί κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Τότε θα διαμορφωνόταν βαθμιαία και η αίσθηση της υπεροχής των Ελλήνων σε σχέση με τους άλλους λαούς, που αποτυπώνεται στον χαρακτηρισμό του ξένου ως «βαρβάρου». Στην εποχή ωστόσο του Θαλή βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή αυτής της πορείας. Είχε βέβαια προηγηθεί η εντυπωσιακή εμπορική και αποικιακή ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων και είχε διαμορφωθεί η κοινή ελληνική συνείδηση μέσα από τα ομηρικά και ησιόδεια έπη, τα στοιχεία όμως αυτά δεν μπορούσαν να συγκριθούν με την αρχαιότητα, τη συνέχεια και τη συσσώρευση γνώσεων των ανατολικών πολιτισμών. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν γιατί τα ταξίδια και η γνωριμία με ξένους τόπους και ανθρώπους ήταν απαραίτητο γνώρισμα της δραστηριότητας ενός έλληνα «σοφού».

Ο Θαλής θα πρέπει να ταξίδεψε αρκετά ακολουθώντας την τάση της εποχής του και σίγουρα θα κέρδισε πολλές εμπειρίες και γνώσεις από τα ταξίδια του. Η προσοχή του λογικά στράφηκε στη γεωμετρία και την αστρονομία, στους τομείς δηλαδή εκείνους όπου οι συμπατριώτες του ήταν ακόμη πολύ πίσω. Ο θαυμασμός προς το πρόσωπό του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητά του να εφαρμόζει τις μαθηματικές του γνώσεις στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων - αυτό δείχνει και η παροιμιακή έκφραση «σωστός Θαλής» που οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν έναν εφευρετικό άνθρωπο (Αριστοφάνης, Όρνιθες 1009). Η μέτρηση του ύψους των πυραμίδων, ο υπολογισμός της ενδιάμεσης απόστασης των πλοίων στη θάλασσα, η παρατήρηση των αστερισμών και ο ακριβής προσδιορισμός του βορρά για τη ναυσιπλοΐα, ο υπολογισμός των εποχών με βάση την πορεία του Ήλιου, είναι μερικές από τις διαπιστωμένες δραστηριότητες του Θαλή. Το γεγονός ωστόσο που φαίνεται να εντυπωσίασε περισσότερο τους συγχρόνους του ήταν η πρόβλεψη της ηλιακής έκλειψης του 585 π.Χ. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ηροδότου, στη διάρκεια μιας μάχης Λυδών και Περσών η μέρα έγινε ξαφνικά νύχτα. Το φαινόμενο αυτό το είχε προβλέψει ο Θαλής· για την ακρίβεια είχε προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια ενός έτους την αναμενόμενη έκλειψη (Ηρόδοτος, Ιστορίαι1.74).

Οι ηλιακές εκλείψεις αποτελούν ένα από τα πιο σπάνια και θαυμαστά φυσικά φαινόμενα, ιδίως όταν είναι ολικές, όπως φαίνεται να ήταν η έκλειψη του 585 π.Χ. για τους κατοίκους της Ιωνίας. Η αναπάντεχη μετατροπή της μέρας σε νύχτα προκαλεί δέος στους ανθρώπους και είναι φυσικό να ερμηνεύεται ως θεϊκό σημάδι, και μάλιστα δυσοίωνο. Το πρώτο στοιχείο που μας εντυπωσιάζει στην πρόβλεψη του Θαλή είναι ότι κατάφερε να αποδεσμεύσει το αξιοπερίεργο φυσικό φαινόμενο από τη δικαιοδοσία της θεϊκής βούλησης. Και μόνο αυτό το γεγονός φανερώνει την πρόοδο προς την ορθολογική σκέψη που είχε συντελεστεί από ανθρώπους σαν τον Θαλή. Ακόμη πιο αξιοσημείωτη βεβαίως είναι η ίδια η δυνατότητα της πρόβλεψης των εκλείψεων. Στο σημείο αυτό τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Σήμερα θα λέγαμε ότι για να προβλέψει κάποιος μια έκλειψη ηλίου θα πρέπει να γνωρίζει την εξήγηση του φαινομένου - με δυο λόγια, ότι η έκλειψη συμβαίνει όταν η Σελήνη παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ήλιο και στη Γη, οπότε η σκιά της Σελήνης πέφτει σε μια περιοχή της σφαιρικής επιφάνειας της Γης. Η εξήγηση ωστόσο των εκλείψεων ήταν άγνωστη την εποχή του Θαλή, και μόνο εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, με τον Αναξαγόρα, έχουμε κάποιες ενδείξεις ότι το φαινόμενο έχει στοιχειωδώς κατανοηθεί. Για την πρόβλεψη ωστόσο των εκλείψεων υπάρχει και ένας άλλος δρόμος. Μπορεί κανείς να προβλέψει ένα φυσικό φαινόμενο, όταν αυτό ακολουθεί κάποια περιοδικότητα, ακόμη κι αν δεν μπορεί ακριβώς να το εξηγήσει. Μπορεί δηλαδή κανείς να στηριχτεί σε προσεκτικές παρατηρήσεις και να βγάλει το συμπέρασμα ότι οι εκλείψεις ακολουθούν μια πολύπλοκη αλλά σταθερή χρονική ακολουθία. Αυτός φαίνεται να ήταν ο δρόμος των Βαβυλωνίων, οι οποίοι, ακριβώς επειδή η θρησκεία τους ήταν αστρική, κατέγραφαν συστηματικά τα ουράνια φαινόμενα από πολύ παλιά και είχαν καταφέρει να προσδιορίσουν μια χρονική ακολουθία εμφάνισης των εκλείψεων. Ίσως λοιπόν και ο Θαλής να έκανε το ίδιο. Μια πρόβλεψη όμως ηλιακής έκλειψης, ορατής σε μια συγκεκριμένη περιοχή της Γης, προϋποθέτει, ακριβή γνώση της κίνησης των ουρανίων σωμάτων μετά από εμπειρικές παρατηρήσεις αιώνων, μια συστηματική εργασία που κανείς ποτέ δεν έκανε στην αρχαία Ελλάδα, όχι μόνο κατά την εποχή του Θαλή αλλά και πολύ αργότερα. Επομένως, η μόνη μας λύση, αν δεν θεωρήσουμε την όλη ιστορία της πρόβλεψης απλό παραμύθι, είναι να υποθέσουμε ότι ο Θαλής, αξιοποιώντας τις επαφές του με τους ανατολικούς λαούς, μετέφερε στους συμπατριώτες του την πρόβλεψη των βαβυλώνιων ιερέων για μια επικείμενη έκλειψη ηλίου. Με λίγη τύχη, η έκλειψη έγινε ορατή και στην περιοχή της Ιωνίας και, καθώς συνέπεσε με τη μάχη που περιγράφει ο Ηρόδοτος, συνετέλεσε στην εμπέδωση της φήμης του Θαλή.

Μπορούμε τώρα να αντιληφθούμε γιατί οι Έλληνες κατέτασσαν τον Θαλή στους Επτά Σοφούς. Ήταν πολυταξιδεμένος, πολυμαθής και πολυπράγμων. Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του σε μαθηματικές και αστρονομικές γνώσεις. Ασχολήθηκε με αξιοπερίεργα φυσικά φαινόμενα, όπως οι πλημμύρες του Νείλου, οι εκλείψεις, ο μαγνητισμός (Αριστοτέλης, Περί ψυχής 405a19), και δοκίμασε την ικανότητά του στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων. Ακόμη και τα πολιτικά ζητήματα δεν τον άφηναν αδιάφορο, αφού είχε την προνοητικότητα να συμβουλεύσει τις ιωνικές πόλεις να ενωθούν σε μία πολιτική κοινότητα για να ισχυροποιηθούν απέναντι στον μόνιμο κίνδυνο εξ ανατολών (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 1.170).

Όλα αυτά δείχνουν έναν άνθρωπο που έχει ξεφύγει από τον κλειστό κόσμο της αρχαϊκής ελληνικής σκέψης, που έχει αντιληφθεί το τι έχουν να κερδίσουν οι Έλληνες από τις επιτεύξεις των άλλων πολιτισμών και που αναζητά ορθολογικές λύσεις σε όλα τα προβλήματα. Φθάνουν όμως αυτά για να χαρακτηρίσουμε τον Θαλή φιλόσοφο;

Είναι ο Θαλής ο πρώτος φιλόσοφος;

Αναφέραμε ήδη ότι η ένταξη του Θαλή στους φιλοσόφους συνδέεται με τις θεωρίες του για το νερό. Για να εξακριβώσουμε το τι μπορεί να είπε ο Θαλής για το νερό είμαστε αναγκασμένοι να στηριχτούμε αποκλειστικά στον Αριστοτέλη. Βέβαια ο Αριστοτέλης γράφει διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα χωρίς να έχει στα χέρια του κάποιο κείμενο του Θαλή ή των άμεσων επιγόνων του, και γι᾽ αυτό είναι πολύ επιφυλακτικός όταν μεταφέρει τις απόψεις του. Ας δούμε τι λέει:

Ο Θαλής, ο ιδρυτής αυτής της φιλοσοφίας, λέει ότι η αρχή είναι το νερό (γι᾽ αυτό και υποστήριξε ότι και η Γη επιπλέει στο νερό). Θα πρέπει μάλλον να κατέληξε σ᾽ αυτή την αντίληψη επειδή παρατήρησε ότι η τροφή των πάντων είναι υγρή και ότι η ίδια η θερμότητα γεννιέται και διατηρείται ζωντανή από την υγρασία (αυτό όμως από το οποίο γεννιούνται όλα τα πράγματα, αυτό είναι και η αρχή τους). Αυτή πρέπει να ήταν η προέλευση της αντίληψής του για το νερό, και ακόμη το γεγονός ότι τα σπέρματα όλων των όντων έχουν υγρή φύση, ενώ η αρχή της φύσεως των υγρών πραγμάτων είναι το νερό.

Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά 983b20-27

Κατά τον Αριστοτέλη, λοιπόν, ο Θαλής θα πρέπει να ξεκίνησε από την παρατήρηση ότι η τροφή όλων των όντων αλλά και τα σπέρματα όλων των οργανισμών βρίσκονται σε υγρή μορφή. Αυτό όμως που κάνει τα πράγματα υγρά είναι το νερό. Άρα το νερό αποτελεί προϋπόθεση της ζωής: από το νερό γεννιούνται τα πάντα. Το νερό λοιπόν είναι η αρχή των πάντων, είναι αυτό που ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα και διατηρείται σταθερό ενώ όλα τα άλλα μεταβάλλονται. Έχοντας αντιληφθεί τη σημασία του νερού, ο Θαλής υποστήριξε επιπλέον ότι και η Γη ισορροπεί πάνω στο νερό, όπως μια ξύλινη βάρκα επιπλέει πάνω στη θάλασσα.

Ο Αριστοτέλης λοιπόν αποδίδει τρεις θέσεις στον Θαλή:

1η θέση: Τα πάντα γεννιούνται από το νερό.

2η θέση: Το νερό είναι αρχή των πάντων.

3η θέση: Η Γη επιπλέει πάνω στο νερό.

Οι τρεις αυτές θέσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι επιγραμματικές, συνοψίζουν δηλαδή σε μια σύντομη πρόταση πληθώρα πολύπλοκων φυσικών φαινομένων και διαδικασιών. Διέπονται δηλαδή από λεκτική οικονομία, και η οικονομία των λέξεων είναι συνήθως ένδειξη οικονομίας της σκέψης - στη φιλοσοφική γλώσσα αυτό ονομάζεται «αφαίρεση». Ταυτοχρόνως όμως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι τρεις αυτές θέσεις δεν είναι ισοδύναμες, δεν μας λένε το ίδιο πράγμα. Ούτε η μια προκύπτει κατ᾽ ανάγκην από την άλλη. Μπορεί δηλαδή κάποιος να φτάσει σε μία από αυτές τις θέσεις, χωρίς ποτέ να προχωρήσει στην επόμενη. Αξίζει επομένως τον κόπο να εξετάσουμε την καθεμία ξεχωριστά.

Η πεποίθηση ότι το νερό βρίσκεται στην αφετηρία της ζωής, ότι αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ζωής, μπορεί πράγματι να προέκυψε από εμπειρικές παρατηρήσεις. Όποιος ασχολείται με την καλλιέργεια της γης είναι απολύτως εξοικειωμένος με την αναγκαιότητα της ύπαρξης του νερού στη διαδικασία της βλάστησης. Σε περιοχές μάλιστα άνυδρες, όπως είναι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής γης, η σημασία του νερού είναι λογικό να υπερτονίζεται. Η ύπαρξη ενός ποταμού σε μια περιοχή αποτελούσε πάντοτε σημαντικό πλεονέκτημα, ενώ η συχνότητα της βροχής ήταν το μετεωρολογικό φαινόμενο που βρισκόταν υπό στενή παρακολούθηση. Με λίγη παρατηρητικότητα, μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη λειτουργικότητα του υγρού στοιχείου και στη διαδικασία γέννησης και αναπαραγωγής των ζωικών οργανισμών - αρκεί, για παράδειγμα, να παρατηρήσει τον οργασμό της ζωής που συντελείται σε ένα έλος. Η διαπίστωση λοιπόν ότι το νερό διευκολύνει την ανάπτυξη της ζωής προκύπτει από απλά φαινόμενα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Πόση απόσταση χωρίζει αυτή την κοινή διαπίστωση από τη θέση του Θαλή ότι τα πάντα γεννιούνται από το νερό; Ίσως όχι πολύ μεγάλη, αρκεί βεβαίως κανείς να έχει ήδη συνειδητοποιήσει την ανάγκη να βάλει σε μια χρονολογική, γενεαλογική τάξη τα υπάρχοντα πράγματα. Το να πει κανείς «χωρίς το νερό δεν υπάρχει ζωή» είναι κάτι σημαντικό, αφού προϋποθέτει μια αφαιρετική λειτουργία της σκέψης: εξάγεται ένα γενικό συμπέρασμα από ένα πλήθος διαφορετικών γεγονότων. Το να πει κανείς «τα πάντα γεννιούνται από το νερό» είναι ένα βήμα παραπέρα: το νερό δεν είναι μόνο τροφοδότης της ζωής, αλλά γίνεται και μια κοσμογονική δύναμη, είναι ο πρώτος κρίκος σε μια αλυσίδα γεννήσεων που οδηγεί στη σημερινή πραγματικότητα.

Η κοσμογονία, η τάση δηλαδή να αναχθεί η γέννηση του κόσμου σε μια πρωταρχική δύναμη, σε ένα πρωταρχικό στοιχείο ή υλικό, αποτελεί ουσιαστική πλευρά της πρώιμης φιλοσοφικής σκέψης. Μετά τον Θαλή, ο Αναξίμανδρος θα υποστηρίξει την προτεραιότητα του «απείρου», ο Αναξιμένης του αέρα, ο Ηράκλειτος της φωτιάς. Η κατάδειξη ενός πρωταρχικού υλικού, από το οποίο γεννιούνται όλα τα άλλα πράγματα, προσδίδει στην πραγματικότητα μια στοιχειώδη τάξη και οργάνωση. Η προσπάθεια αυτή των πρώτων φιλοσόφων είναι αναμφίβολα καινοτομική. Θα ήταν ωστόσο λάθος να μην επισημάνουμε ένα σημαντικό προηγούμενο. Όταν ο Ησίοδος συνθέτει την επική του Θεογονία έναν αιώνα πριν από τον Θαλή, επιδιώκει ουσιαστικά κάτι ανάλογο με τους πρώτους φιλοσόφους: θέλει να εναρμονίσει τις διάσπαρτες μυθολογικές διηγήσεις των αρχαίων Ελλήνων σε ένα συνεκτικό πλαίσιο, να βάλει τάξη στο χαοτικό σύμπαν των θεών. Και το επιτυγχάνει ακριβώς μέσω μιας συστηματικής γενεαλογίας, μιας «θεογονίας», η οποία μάλιστα ξεκινά από προσωποποιημένες φυσικές δυνάμεις (το Χάος, η Γη, ο Έρωτας) για να φτάσει χωρίς λογικά χάσματα στο γνωστό Δωδεκάθεο. Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η φιλοσοφική κοσμογονία αξιοποιεί μια γραμμή σκέψης που προϋπήρχε στην ησιόδεια θεογονία, μεταφέροντας βέβαια το βάρος από τον κόσμο των θεών στον φυσικό κόσμο. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η ανθρώπινη σκέψη δεν προχωρά με απότομα και ανεξήγητα άλματα. Ο μύθος προηγείται του λόγου, αποτελεί τη μήτρα από όπου αναδύθηκε ο λόγος. Η μετάβαση από τη μυθική στην ορθολογική σκέψη, η γέννηση της φιλοσοφίας, είναι μια περίπλοκη και αργή διαδικασία, όπου η συνέχεια συνυπάρχει με την τομή και τη ρήξη.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανό να διατύπωσε ο Θαλής τη θέση ότι τα πάντα γεννιούνται από το νερό, εγκαινιάζοντας μια κοσμογονική αναζήτηση που είναι τώρα φυσιοκρατική και όχι θεολογική. Στο νερό μπορεί όντως να έφτασε από εμπειρικές παρατηρήσεις, όπως υποθέτει και ο Αριστοτέλης, αφού την προσωπικότητα του Θαλή τη χαρακτηρίζει το πνεύμα της εμπειρικής έρευνας και της επιτόπιας παρατήρησης. Η πεποίθησή του για την πρωταρχική σημασία του νερού θα ενισχύθηκε μάλιστα σημαντικά από την επαφή του με τους ανατολικούς πολιτισμούς. Ήταν οφθαλμοφανές ότι τόσο η Αίγυπτος όσο και η Μεσοποταμία όφειλαν την ευμάρειά τους, αλλά και την επιβίωσή τους, στη σχέση τους με μεγάλους ποταμούς - με τον Νείλο στην μια περίπτωση, με τον Τίγρη και τον Ευφράτη στην άλλη. Η εξάρτηση αυτών των πολιτισμών από το νερό των ποταμών αποτυπώνεται και στους κοσμολογικούς τους μύθους, όπου γίνεται λόγος για την προΰπαρξη αρχέγονων νερών μέσα από τα οποία αναδύεται κάποια στιγμή η ξηρά. Ο Θαλής θα γνώριζε αυτούς τους μύθους, καθώς μάλιστα στα αρχαϊκά χρόνια φαίνονται να αποτελούν μέρος της κοινής κληρονομιάς των λαών της ανατολικής Μεσογείου. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνονται αποσπασματικές αναφορές σε αρχέγονα νερά, ενώ και ο Όμηρος σε δύο αινιγματικούς στίχους της Ιλιάδας (Ξ 200, 244) χαρακτηρίζει τον Ωκεανό, το μυθικό δηλαδή ποτάμι που ρέει γύρω από τη Γη, γεννήτορα των θεών και όλων των πραγμάτων.

Ανατολικές ρίζες ίσως να έχει και η αντίληψη του Θαλή ότι η Γη ισορροπεί επιπλέοντας πάνω στο νερό (η 3η θέση που προηγουμένως απομονώσαμε). Φαίνεται ότι στην Ελλάδα μια τέτοια θέση διατυπώνεται για πρώτη φορά, αφού δεν γνωρίζουμε κάποιο μυθολογικό προηγούμενο. Είναι αλήθεια ότι στα ομηρικά έπη δεν θα βρει κανείς μια συστηματική περιγραφή της μορφής του κόσμου. Ωστόσο, από διάσπαρτες αναφορές προκύπτει ότι η Γη ήταν κοινώς αντιληπτή ως ένας εκτεταμένος επίπεδος δίσκος, που περικλείεται από τον κυκλικό Ωκεανό και καλύπτεται από τον συμπαγή θόλο του Ουρανού. Η ακινησία και η σταθερότητα της Γης μάλλον θα πρέπει να είχε εκληφθεί ως αυτονόητο γεγονός που δεν χρειαζόταν εξήγηση. Πάντως βαθιά κάτω από τη Γη εκτεινόταν ο Τάρταρος, και αν η Γη χρειαζόταν ρίζες για να σταθεροποιηθεί, τότε οι ρίζες αυτές θα πρέπει να ξεκινούσαν από τον βαθύ Τάρταρο (Ησίοδος, Θεογονία 728). Στους κοσμολογικούς όμως μύθους της Ανατολής η αντίληψη ότι υπάρχουν νερά κάτω από τη Γη είναι κυρίαρχη. Στην Αίγυπτο η Γη είναι ένας δίσκος που στηρίζεται στα υποχθόνια νερά, ενώ στα βαβυλωνιακά έπη η αρχέγονη θάλασσα διατηρείται και μετά την ανάδυση της Γης για να την στηρίξει, όπως μια σχεδία επιπλέει πάνω στην επιφάνεια του νερού. Υπάρχει επομένως εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στην αντίληψη του Θαλή για τη θέση της Γης και στους ανατολικούς μύθους. Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς ότι η ομοιότητα αυτή είναι συμπτωματική, και ότι ο Θαλής έφτασε στη δική του αντίληψη από τον δρόμο της εμπειρικής έρευνας και της παρατήρησης. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν μπορούμε να φανταστούμε ποιο εμπειρικό υλικό θα στήριζε την τολμηρή σύλληψη μιας Γης η οποία επιπλέει πάνω στο νερό. Άρα είναι μάλλον πιο πιθανή η υπόθεση ότι η ιδέα αυτή έχει ανατολική προέλευση.

Ο Θαλής λοιπόν ανέδειξε τη σημασία του νερού, το διαχώρισε από τις άλλες φυσικές δυνάμεις και του απέδωσε κοσμολογική βαρύτητα, αφού, όπως είδαμε, υποστήριξε ότι τα πάντα γεννιούνται από το νερό και ότι το νερό υποβαστάζει την ακίνητη Γη. Απομένει να εξετάσουμε αν έκανε και ένα βήμα παραπέρα: αν δηλαδή θεώρησε ότι το νερό είναι η αρχή των πάντων.

Το βήμα αυτό μοιάζει σε πρώτη ματιά απλό. Έχει άραγε τόσο μεγάλη διαφορά το να πει κανείς ότι το νερό είναι η αφετηρία των πάντων από το να πει ότι το νερό είναι η αρχή των πάντων; Και όμως η διαφορά αποδεικνύεται πολύ μεγάλη. Στην ουσία είναι η διαφορά που χωρίζει την αρχαϊκή σοφία από τη φιλοσοφία.

Όταν ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι ο Θαλής είναι ο πρώτος φιλόσοφος γιατί θεώρησε ότι το νερό είναι η αρχή των πάντων, το βάρος του ισχυρισμού του δεν πέφτει στην ανάδειξη της σημασίας του νερού αλλά στη σύλληψη της έννοιας της «αρχής». Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης δεν προβάλλει την ερευνητική διάθεση του Θαλή, τη δημιουργική του σχέση με την ανατολική σοφία, το ορθολογικό πνεύμα, την εφευρετικότητα - όλες αυτές τις αξιοθαύμαστες ικανότητες που έκαναν τον Θαλή να ξεφύγει από τη μυθική σκέψη και να τονίσει την κοσμική δύναμη και τη χρονική προτεραιότητα του νερού. Ο Θαλής δικαιούται μια περίοπτη θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας απλώς και μόνο γιατί είχε την πνευματική τόλμη να συλλάβει το νερό ως «αρχή».

Η λέξη «αρχή» ανήκει στο οπλοστάσιο της φιλοσοφίας. Καθιερώνεται από τον Αριστοτέλη και αναδρομικά προβάλλεται και στους παλαιότερους φιλοσόφους. Σημαίνει τη βαθύτερη φύση, την ουσία, το κυρίαρχο στοιχείο, την αυθεντική πραγματικότητα. Στην έννοια της αρχής εμπεριέχεται και η σημασία του χρονικά πρότερου, της αφετηρίας, αυτή όμως η σημασία είναι δευτερεύουσα. «Αρχή» δεν είναι αυτό που προηγείται χρονικά, αλλά αυτό που κυριαρχεί, που αποκαλύπτει, που καθορίζει. Όταν λοιπόν κάποιος διατείνεται ότι το νερό ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα είναι η αρχή των πάντων, εννοεί ότι η οντότητα αυτή είναι η αληθινή φύση όλων των πραγμάτων, η ουσία τους, αυτό που βρίσκεται πίσω από τις συνεχείς μεταβολές των πραγμάτων. Εννοεί, με άλλα λόγια, ότι το νερό είναι τα πάντα. Η αρχή επομένως είναι η βαθύτερη πλευρά της πραγματικότητας που παραμένει σταθερή σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς. Είναι η θεμελιώδης επινόηση των φιλοσόφων στην προσπάθειά τους να προσδώσουν σταθερότητα, τάξη και νόημα στον κόσμο.

Τώρα γίνεται κατανοητή η απόσταση που χωρίζει αυτή τη συνολική ερμηνεία του κόσμου, τη φιλοσοφική σύλληψη της πραγματικότητας, από την αντίληψη ότι όλα τα πράγματα προέρχονται από ένα πρωταρχικό υλικό. Η γενεαλογική οπτική των πραγμάτων, που ξεκίνησε ως θεογονία με τον Ησίοδο και επεκτάθηκε στο πεδίο της φυσικής πραγματικότητας με τον Θαλή, αποτελεί ένα σημαντικό προστάδιο για τη φιλοσοφική κατανόηση του κόσμου· δεν ισοδυναμεί με τη φιλοσοφική κατανόηση του κόσμου. Για να περάσουμε από τη θέση «τα πάντα γεννιούνται από το νερό» στη θέση «το νερό είναι η αρχή των πάντων» απαιτείται μια επίπονη διαδικασία αφαιρετικής σκέψης, και πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε κανένα πειστήριο ότι ο Θαλής διέτρεξε αυτή την απόσταση. Τα στοιχεία μάλιστα που διαθέτουμε για τη ζωή και τη δράση του Θαλή δεν συνηγορούν προς ένα τέτοιο συμπέρασμα. Τα πολλά ταξίδια και οι γνώσεις που αποκόμισε από αυτά δεν θα τον βοήθησαν ιδιαίτερα στην πορεία προς την αφηρημένη σκέψη, αφού τίποτε ανάλογο με τη φιλοσοφία δεν υπήρξε στους πολιτισμούς της Ανατολής. Το φιλοπερίεργο πνεύμα, η εμπειρική έρευνα και η πρακτική δεξιότητα δεν είναι επίσης καθόλου βέβαιο ότι ευνοούν πάντοτε τη φιλοσοφική ανάλυση.

Ο Θαλής δεν διατύπωσε ποτέ την πρόταση «το νερό είναι αρχή των πάντων», αφού η «αρχή» είναι αριστοτελική έννοια, και άρα πολύ μεταγενέστερη. Είναι όμως απίθανο ακόμη και να σκέφτηκε το νερό ως αρχή, υιοθετώντας κάποιο άγνωστο σε μας λεξιλόγιο. Πιο λογική είναι η εκδοχή ότι ο Θαλής αντιπροσωπεύει έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον «σοφό» της αρχαϊκής Ελλάδας και στον φιλόσοφο. Ο Αναξίμανδρος, μια γενιά μετά τον Θαλή, πατάει πλέον στο ασφαλές έδαφος της φιλοσοφίας.

Αγαπάω αυτόν που…

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΝΑ ΖΟΥΝ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΑΝ ΚΑΤΑΒΑΤΕΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΒΑΤΕΣ. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ' αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΖΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ, ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι' αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΡΑΤΑΕΙ ΜΕΡΙΔΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ' τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΠΑΡΟΧΗ, που δε θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι' αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: «Είμαι ανέντιμος παίχτης;» -επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΑΕΙ ΛΟΓΙΑ ΧΡΥΣΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ, και πάντα κάνει περισσότερα απ' ό,τι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει τον Θεό του, επειδή αγαπάει τον Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΛΗΓΩΜΑ, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης, που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σαν βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ' το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ' τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.
--------------
Νίτσε "Τάδε έφη Ζαρατούστρας"

Ακροβάτες μεταξύ offline και online ζωής

Το Διαδίκτυο τείνει να γίνει δεύτερη φύση. Είναι μια προέκταση του εαυτού μας, ένα μέσο ενσωματωμένο στην εργαλειοθήκη της καθημερινής μας επιβίωσης. Μπορεί ως εργαλείο να μην έχει μεγάλη ιστορία, αλλά η διείσδυσή του σε κρίσιμα πεδία του βίου γίνεται όλο και πιο αισθητή. Το Διαδίκτυο είναι ο νέος κοινός μας τόπος, η νέα κοινή μας επικράτεια. Καθώς τώρα μπορεί καθένας μας στα χέρια του να κυκλοφορεί με μια φορητή συσκευή και να είναι διαρκώς διασυνδεδεμένος, αναδύεται στην επιφάνεια ένα νέο αίτημα, μια νέα πρόκληση.
 
Πώς θα ισορροπήσουμε την offline ζωή με την online ζωή; Πώς θα δραπετεύσουμε απ’ τις ψευδαισθήσεις που πωλούνται αφειδώς τόσο εντός όσο κι εκτός των δημοφιλών δικτύων; Είναι απαραίτητο άλλοτε να δαιμονοποιούμε κι άλλοτε να εξιδανικεύουμε τις επιλογές μας ή έχουμε κι εναλλακτικές;
 
Το βέβαιο είναι ότι στις νέες προκλήσεις δεν μπορείς να απαντάς με παλιά εργαλεία σκέψης. Ναι, θα χρησιμοποιήσω το Διαδίκτυο για να επικοινωνήσω, να ενημερωθώ, να ψυχαγωγηθώ, να εκφραστώ, ακόμα και να «χαζολογήσω», αλλά θα το πράξω με συνείδηση, με νόημα, με πνευματική εγρήγορση, με αυτεπίγνωση. Είναι τέτοια η ρευστότητα κι η πλαστικότητα του Μέσου, η δύναμή του να σε κάνει να χάνεσαι και να ξεχνιέσαι, που χρειάζεται διαρκώς να στοχάζεσαι τη θέση σου εντός του. Δεν είναι εύκολο, δεν περιέχεται στις οδηγίες χρήσης του. Ακόμα και η πιο αθώα καθημερινή πλοήγηση στο Διαδίκτυο, με τη μονότονη περιοδικότητα και κανονικότητά της, μπορεί να προσδώσει στον χρήστη χαρακτηριστικά επίκτητης προσωπικότητας ή, αλλιώς, αυτό που ο καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφροντ, Elias Abejaoude, αποκαλεί «ηλεκτρονική προσωπικότητα».
 
Η ηλεκτρονική προσωπικότητα δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα. Προκύπτει απ’ την εικονική περιήγηση του χρήστη στο Διαδίκτυο και φέρει συγκεκριμένες παθογένειες, οι οποίες αν δεν αντιμετωπιστούν, καταλήγουν σε παθολογίες. Καθώς όμως βρισκόμαστε σε μια εν εξελίξει κατάσταση, καμία σχετική ασθένεια δεν έχει το κατάλληλο φάρμακο. Στο βιβλίο του «Virtually you: The traits of e-personality» (Norton, 2011), ο Abejaoude αποφαίνεται ότι οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν οικειοθελώς σ’ ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα, του οποίου τα αποτελέσματα δεν είναι κανείς σε θέση να γνωρίζει σήμερα. Επομένως, μπορεί τώρα η συνετή στάση να είναι μια πιο κριτική συμμετοχή.
 
Για να εξασφαλίσουμε ένα ικανό επίπεδο ψυχικής και πνευματικής υγείας και να αντισταθμίσουμε τα ελλείμματα που προκαλούνται απ’ την εκτεταμένη χρήση του Διαδικτύου, θα χρειαστεί να αντισταθούμε σε πολύ ανθρώπινες παρορμήσεις, έχοντας πάντα στο μυαλό μας ότι στο Διαδίκτυο ικανοποιούμε πραγματικές ανάγκες κι επιθυμίες. Ο Abejaoude, περιγράφοντας τα ανησυχητικά χαρακτηριστικά της ηλεκτρονικής προσωπικότητας, προτείνει μια σύγχρονη μορφή «γνώθι σαυτόν». Πιο συγκεκριμένα, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε μια σειρά πυρηνικών ιδιοτήτων του είδους μας, οι οποίες πυροδοτούνται και μεγεθύνονται μέσω της συμμετοχής μας στα διαδικτυακά μέσα, όπως: η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, ο ναρκισσισμός, η καθημερινή μνησικακία, οι ψυχαναγκασμοί, ο εθισμός, η ανωριμότητα, οι επιδερμικές σχέσεις, η αυταπάτη της γνώσης, η απώλεια της ιδιωτικότητας.
 
Πώς θα αυτοθεραπεύσουμε την ψευδαίσθηση του μεγαλείου που μας προσφέρει η απόκτηση δημόσιου βήματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Με την ταπεινότητα, με την επίγνωση ότι η γνώμη του άλλου είναι εξίσου βαρύνουσα και σοβαρή. Με την ενσυναίσθηση θα αμβλύνουμε πολύ και τις υπόλοιπες παθογένειες που αφορούν την έλλειψη φυσικής επαφής με τον άλλον. Μπαίνοντας συνειδητά στη θέση του άλλου, μειώνουμε τις πιθανότητες να υποκύψουμε στην επιδειξιομανία και τον κυνισμό, ενώ απομακρυνόμαστε κι απ’ την κοινότοπη τάση να φερόμαστε με σκληρότητα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε.
 
Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους ψυχαναγκασμούς που μας επιβάλλει η διαδικτυακή χρήση με ελεγχόμενη αυτοσυγκράτηση, καθορισμένες «δίαιτες» και «ψηφιακές αποτοξινώσεις». Πιθανώς έτσι να αντιμετωπίσουμε την «υπερσύνδεση», τους αφόρητους περισπασμούς και τον εθισμό στο Διαδίκτυο, ο οποίος βέβαια προβάλλεται δυσανάλογα περισσότερο ως αποσταθεροποιητικός παράγων της προσωπικότητας, ενώ η καλπάζουσα ανωριμότητα, ο πειρασμός του τρολαρίσματος, η ένδεια της γλώσσας, η επιρρέπεια στη χαμέρπεια κι η αυταπάτη της γνώσης παρουσιάζονται ως ελάσσονες ή παρεμπίπτουσες πτυχές, κάτι σαν παράπλευρες αλλά ανεκτές απώλειες. Για όλα αυτά το πιστοποιημένο φάρμακο είναι η μελέτη, η επαφή με το διαφορετικό, η νοηματοδότηση των σχέσεών μας και της επαφής μας με τον κόσμο.
 
Αν με ρωτήσετε πόσο συχνά πρέπει να αναρτάτε στο Facebook ή τι θα ήταν καλύτερα να μοιράζεστε ώστε να μην απολέσετε οριστικά την ιδιωτικότητά σας, θα σας πρότεινα να υιοθετήσετε τον κανόνα των 50 ευρώ.
 
Καθώς η χρήση των ψηφιακών μέσων είναι πολύ φθηνή, είναι εύκολο να ευτελίζεται η ύπαρξή μας εντός τους. Δώστε αξία σ’ αυτό που είστε αλλά και στους άλλους με τους οποίους σχετίζεστε, και γίνετε πιο εκλεκτικοί στη δημόσια παρουσίας σας, θέτοντας στον εαυτό σας το απλό ερώτημα «αν χρειαζόταν να πληρώσω 50 ευρώ για να κάνω αυτή την ανάρτηση, θα την έκανα;».

Το παραμύθι μιας αλήθειας

sheep-herds-around-the-world-20Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.

Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:
«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».
 
Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο. Ας πούμε πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, τα πρόβατα ήταν ανήσυχα, και κάθε φορά που τα έβγαζαν από το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα, το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
 
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…
Τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;»….

«Έχεις πεθάνει για μένα!»: Μπορεί το μυαλό να πατήσει delete;

 Το 2004 ο Μισέλ Γκοντρί σκηνοθέτησε την «αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού» (Eternal Sunshine of the Spotless Mind), την ιστορία του Τζόελ και της Κλεμεντίν οι οποίοι μετά από ένα επίπονο χωρισμό αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν μια καινούργια τεχνολογία η οποία τους επιτρέπει να διαγράψουν όλες τις μνήμες της σχέσης τους. Η ζωή όμως τους φέρνει εκπλήξεις…

Δεν θα πω παραπάνω πράγματα για την συγκεκριμένη ταινία για να δώσω την ευκαιρία σε όποιον θέλει, να την δει, να την απολαύσει και να εκπλαγεί. Θα μιλήσω όμως για κάτι που ακούω συχνά «δεν με επηρεάζει, έχει πεθάνει για μένα». Όταν ρωτάω τι ακριβώς σημαίνει αυτή η έκφραση, ακούω διάφορες απαντήσεις με πιο συχνές το «σημαίνει ότι δεν μπορεί να με επηρεάσει πια», το «σημαίνει ότι έχω ξεχάσει τα πάντα γύρω από την σχέση μας» και το «σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρει πια ότι και να συμβεί».

Μπορεί όμως κάτι τέτοιο να είναι εφικτό; Μπορεί να είναι αυτή η λύση στην προσπάθειά μας να προχωρήσουμε μετά από ένα διαζύγιο ή χωρισμό; Μπορούμε πραγματικά να κάνουμε μια διαγραφή της μνήμης μας και να προχωρήσουμε;

Μια απλή απάντηση είναι φυσικά και όχι. Είναι εύκολο να πιστεύουμε ότι «πεθαίνοντας» έναν/μια πρώην σύντροφό μας θα απελευθερωθούμε και θα συνεχίσουμε την ζωή μας ομαλά. Ξεχνάμε όμως ή αγνοούμε, ότι η σχέση μας με ανθρώπους που έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο στην ζωή μας συνεχίζονται ακόμα και μετά τον αληθινό θάνατο. Φροντίζουμε τους νεκρούς μας φτιάχνοντας για αυτούς ταφικά μνημεία, τους θυμόμαστε με θρησκευτικές τελετές, κρατάμε πράγματα για να τους έχουμε κοντά μας, μιλάμε για αυτούς, ανακαλούμε μνήμες με διάφορες αφορμές (τοποθεσίες, ταινίες, τραγούδια, φαγητά, ατάκες…). Ακούμε την προτρεπτική ή επικριτική φωνή των γονέων μας, αλλά και λειτουργούμε με τρόπο τέτοιο ώστε να τους ικανοποιήσουμε ή να τους δείξουμε την επαναστατικότητά μας ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατό τους. Αλήθεια πιστεύετε ακόμα ότι ο θάνατος είναι το τέλος μιας σχέσης;

Είναι λοιπόν το λιγότερο άτοπο να πιστεύουμε ότι βάζοντας στην κατηγορία των «νεκρών» τον/την πρώην σύντροφό μας απαλλασσόμαστε από όλα αυτά που μας ανάγκασαν να πούμε το «έχει πεθάνει για μένα».

Από την άλλη αν ξεφύγουμε λίγο από τις λέξεις και δούμε το θέμα σαν μια προσπάθεια ολικής διαγραφής της μνήμης μας για κάποιο συγκεκριμένο άτομο, πρέπει να απαντήσουμε σε μια κρίσιμη ερώτηση. Τι ακριβώς θέλουμε να ξεχάσουμε; Τι ακριβώς πιστεύουμε ότι αν διαγράψουμε από την μνήμη μας θα προχωρήσουμε με την ζωή μας;

Να ξεχάσουμε όλες τις κακές στιγμές; Τότε θα έχουμε μείνει μόνο με καλές μνήμες, οπότε γιατί να διαχωριστούμε από κάτι που μας προσφέρει μόνο καλές αναμνήσεις; Να ξεχάσουμε όλες τις καλές στιγμές; Τότε θα έχουμε μείνει μόνο με τις κακές αναμνήσεις, αδικώντας έτσι τον εαυτό μας και ουσιαστικά κατηγορώντας τον για τις επιλογές του, τον χρόνο και την ενέργεια που ξόδεψε αφού στον τελικό απολογισμό έχουμε μόνο μείον.

Να ξεχάσουμε τα πάντα –συναισθήματα, σκέψεις, εμπειρίες- είτε θετικά είτε αρνητικά; Τότε έχουμε μείνει στάσιμοι, χωρίς καμία νέα πληροφορία που θα εμπλουτίσει τον συναισθηματικό, νοητικό, βιολογικό κόσμο μας, καταδικασμένοι ουσιαστικά να κάνουμε ξανά τα ίδια λάθη.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι όχι μόνο δεν μπορούμε να κάνουμε το μυαλό μας να πατήσει delete, να «πεθάνουμε» έναν άνθρωπο και τις αναμνήσεις του αλλά ακόμα και αν μπορούσαμε θα ήταν λάθος για την δική μας ανάπτυξη και συνέχεια. Οι αναμνήσεις μας, τα συναισθήματά μας, οι συνδέσεις που κάνουμε με άλλα άτομα είτε έχουν θετικό είτε αρνητικό πρόσημο, είναι τα στοιχεία αυτά που τελικά διαμορφώνουν το ατομικό μας σύστημα. Τα στοιχεία του χαρακτήρα μας, που μας βοηθούν να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε να προσαρμοζόμαστε να επιβιώνουμε εν τέλει ως ατομικά συστήματα.

Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να ξεχάσουμε, εγώ θα πρότεινα ακριβώς το αντίθετο. Να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε όλες τις καλές στιγμές, όλες τις κακές στιγμές, όλα τα συναισθήματα και τις νέες εμπειρίες που βιώσαμε μέσα σε μια σχέση, να αναλογιστούμε τι πήγε σωστά και τι πήγε λάθος. Να μάθουμε από τα λάθη μας, τους συμβιβασμούς μας, να μάθουμε και να προχωρήσουμε ολίγον τι σοφότεροι, πιο έμπειροι και πιο έτοιμοι να κάνουμε νέες συνδέσεις με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

sxeseis2_thumb[2]Όταν μια μεγάλη αλήθεια παραχρησιμοποιείται, εύκολα μπορεί να απορριφθεί ως κοινοτοπία. Αυτό ισχύει και για τη ρήση «Κάνε στους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν οι άλλοι σε σένα».
      
Αν έχουμε βαρεθεί να ακούμε αυτή τη συμβουλή, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μονολεκτικά το νόημά της με τη λέξη «ανιδιοτέλεια», «ενδιαφέρον», «ενσυναίσθηση» ή «αγάπη». Όπως κι αν εκφράσουμε την ιδέα, θα εξακολουθήσει να αποτελεί  τη βάση κάθε θετικής διαδραστικής συμπεριφοράς. Όταν φερόμαστε όπως θα θέλαμε να μας φέρονται, δημιουργούμε τουλάχιστον μια βάση για να συμβιώνουμε ειρηνικά. Απ’ αυτή την πολύ στέρεη αφετηρία, μπορούμε να συμφωνήσουμε να συνεργαστούμε, να προσαρμοστούμε και να μοιραστούμε.

Αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχει τόση αντιπαλότητα, δόλος και φόβος στον κόσμο, αλλά δεν εξετάζουμε τη δική μας συμπεριφορά ως μέρος της απάντησης. Εάν μπορούμε μόνο να θυμόμαστε ότι κάθε άτομο που συναντάμε δίνει τη δική του μάχη για επιβίωση και αγάπη κι ότι αξίζει την όποια καλοσύνη έχουμε να προσφέρουμε, είναι βέβαιο ότι θα κάνουμε αυτό που μας αναλογεί για να απαλύνουμε, έστω μια στάλα, τον πόνο και τη δυστυχία αυτού του κόσμου.

Παππούς, γιαγιά: Γιατί θεωρούνται οι ψυχολογικοί γονείς του παιδιού

Η λαϊκή ρήση λέει «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου», ωστόσο ποιο είναι άραγε ένα λειτουργικό μοντέλο σχέσης παππούδων και εγγονιών; Η σχέση ενός παιδιού με τον παππού και τη γιαγιά αποτελεί μία από τις πολύ σημαντικές σχέσεις που θα επηρεάσουν την μετέπειτα εξέλιξή του. Οι παππούδες μπορούν να προσφέρουν σε ένα παιδί αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς, συντροφιά, καθοδήγηση και σύνδεση με τις ρίζες και την ιστορία της οικογένειας.

Ωστόσο πολύ συχνά η καθημερινή συνύπαρξη καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια και ασαφείς τους ρόλους με αποτέλεσμα τα παιδιά να μπερδεύονται ή να λειτουργούν χειριστικά. Η συμβολή των παππούδων στο μεγάλωμα των εγγονιών τους μπορεί να είναι τεράστια, ιδίως όταν βοηθούν στην ανατροφή και τη φύλαξή τους. Ωστόσο θα πρέπει να είναι σαφές (καταρχάς ανάμεσα στους ενήλικες) ότι την πρωταρχική ευθύνη των παιδιών την έχουν οι γονείς τους. Άρα οι γονείς είναι εκείνοι που θα χαράξουν την «στρατηγική» μεγαλώματος των παιδιών τους με βάση τις αρχές τους και οι παππούδες θα πρέπει να είναι υποστηρικτικοί και να λειτουργούν συνεργατικά. Από την άλλη πλευρά είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι ο ρόλος που εκείνοι επιτελούν είναι διαφορετικός από αυτό των γονέων. Οπότε το «κανάκεμα» προς τα εγγόνια τους είναι αναμενόμενο και αποδεκτό, όταν αυτό δεν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα οι γονείς θέλουν να μεταδώσουν στα παιδιά τους.

Η σωστή τήρηση των ορίων και των ρόλων μέσα στην οικογένεια βοηθάει στη δημιουργία και διατήρηση ενός θετικού κλίματος και στην προαγωγή των σχέσεων. Άρα μέσα σε αυτά τα πλαίσια το να συνεισφέρουν οι παππούδες στο μεγάλωμα των εγγονιών τους αναπτύσσει τη σχέση με τα δικά τους παιδιά και επιπλέον τους αναζωογονεί αλλά και για τα εγγόνια η επαφή με τους παππούδες προσφέρει ένα υγιές μοντέλο που σχετίζεσθαι.

Για να επιτευχθεί, λοιπόν, η καλή ισορροπία στις σχέσεις παππούδων-εγγονιών χρειάζεται:
-Να είναι ξεκάθαρος ο ρόλος που έχουν οι παππούδες στη ζωή των παιδιών.
-Να υπάρχει σύμπνοια ανάμεσα σε γονείς και παππούδες ως προς τον τρόπο ανατροφής των παιδιών.
-Οι παππούδες να μην είναι παρεμβατικοί ως προς τους γονείς και το πώς ασκούν το ρόλο τους αλλά και οι γονείς να μη θεωρούν αυτονόητη τη βοήθειά τους στη φροντίδα των παιδιών.
-Οι παππούδες να θέτουν όρια στα εγγόνια τους και να μην ενδίδουν σε κάθε απαίτησή τους και επιπλέον να τηρούν όσο αυτό είναι δυνατό το πρόγραμμα που βάζουν οι γονείς τους.

Να θυμάστε ότι τα όρια δεν τίθενται για να κάνουν τις ανθρώπινες σχέσεις πιο απόμακρες και αποστασιοποιημένες, αλλά ουσιαστικά για να τις προασπίζουν και να προσφέρουν στα παιδιά ασφάλεια και σταθερότητα.

«Τσιρότο» διορθώνει τη ζημιά στην καρδιά ύστερα από έμφραγμα

Ερευνητές στις ΗΠΑ δοκίμασαν με επιτυχία σε πειραματόζωα ένα πρωτοποριακό εμφυτεύσιμο επίθεμα («τσιρότο»), το οποίο βοηθά σημαντικά στην αποκατάσταση της ζημιάς που παθαίνει η καρδιά ύστερα από ένα έμφραγμα.

Οι έως τώρα δοκιμές σε ποντίκια και χοίρους δείχνουν ότι το εμποτισμένο με πρωτεΐνες επίθεμα ενθαρρύνει την ανάπτυξη νέων υγιών κυττάρων στην καρδιά και μειώνει τις ουλές σε αυτήν εξαιτίας του εμφράγματος. Όσο μεγαλύτερη είναι η ζημιά στην καρδιά λόγω του εμφράγματος, τόσο λιγότερο αποτελεσματικά θα λειτουργεί αυτή στη συνέχεια.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ισπανικής καταγωγής αναπληρώτρια καθηγήτρια παιδιατρικής καρδιολογίας Πιλάρ Ρουίζ-Λοθάνο του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», εξέφρασαν την αισιοδοξία τους ότι κάποια στιγμή στο μέλλον το επίθεμα θα φέρει επανάσταση στην καρδιολογία.

Το ελαστικό επίθεμα από κολλαγόνο εμποτίζεται με την πρωτεϊνη Fstl1 και στη συνέχεια επικολλάται στην καρδιά του ζώου που έχει υποστεί το έμφραγμα. Η πρωτεΐνη αργά απελευθερώνεται και βοηθά την καρδιά να αποκατασταθεί.

Δύο εβδομάδες μετά την εμφύτευση του επιθέματος, όπως έδειξαν τα πειράματα, η καρδιά είναι σε θέση να αναγεννήσει τα κύτταρα του καρδιακού μυ, καθώς και νέα αιμοφόρα αγγεία, ενώ γενικότερα αντλεί καλύτερα το αίμα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, προτού δεχτούν το επίθεμα στην καρδιά τους, πολλά ζώα ήσαν τόσο άρρωστα, που ήσαν υποψήφια για μεταμόσχευση καρδιάς.

Η ελπίδα των επιστημόνων είναι ότι κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και στους ανθρώπους που έχουν μεν επιζήσει από έμφραγμα, όμως έχουν υποστεί σοβαρή καρδιακή βλάβη. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν μερικά χρόνια αργότερα, λόγω καρδιοπάθειας που έχουν αναπτύξει.

Προτού πάντως γίνουν οι πρώτες κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, κάτι που αναμένεται να συμβεί το 2017, θα προηγηθούν μελέτες σε μεγαλύτερα ζώα.

AΓΩΝΙΣΤΕΣ ΝΑΙ, ΘΥΜΑΤΑ OXI

“Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άτομο και σ’ έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής αντιμετωπίζει τα πάντα ως πρόκληση, ενώ ένα συνηθισμένο άτομο τα θεωρεί ευλογία ή κατάρα”.---
Carlos Castaneda



Η ζωή άλλοτε είναι υπέρ μας και άλλοτε κατά.
Και κάποιες φορές ίσως νιώθουμε ολόκληρο τον κόσμο εναντίον μας.
Το θετικό είναι ότι ο τρόπος διαχείρισης είναι δική μας απόδοση: μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο θύμα ή τον πολεμιστή.
Κι αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο.

Η πρόκληση βρίσκεται στην ώριμη αντιμετώπιση και τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε θύμα του κόσμου να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πραγματικά ο κόσμος.
Αν προηγουμένως έχουμε αξιολογήσει σωστά τι σημαίνει για τον καθένα από μας καλή και τι κακή ζωή.

Ο Carl Jung έγραψε “η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή ζωή και μια κακή ζωή είναι πόσο καλά μπορείς να διασχίσεις μια φωτιά”.
Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είπε ότι “δεν υπάρχει τίποτα είτε καλό ή κακό, αλλά είναι η σκέψη που το κάνει έτσι”.
Συνεπώς η διάθεση και η στάση μας απέναντι στα πράγματα, τα σημασιοδοτούν ως ευχάριστα ή δυσάρεστα.
Το θύμα περπατά μέσα στη φωτιά, κλαίγοντας για τον πόνο και θρηνώντας για τα σημάδια του.
Ο πολεμιστής μαθαίνει μέσα από τη φωτιά και διδάσκεται από τον πόνο και στη συνέχεια τον χρησιμοποιεί ως σκαλοπάτι για μια υψηλότερη κατάσταση της συνείδησης, θεωρώντας τα σημάδια του τρόπαια.

Κατά την Elizabeth Gilbert “η καταστροφή είναι ένα δώρο, είναι ο δρόμος για την αλλαγή”.
Ο πολεμιστής εξελίσσεται μέσα από τις δυσκολίες, επιλέγει ανάμεσα στο θάρρος και τη δειλία.
Η δειλία ίσως είναι ευκολότερη, αλλά οδηγεί στη θυματοποίηση.
Το θάρρος είναι πάντα πιο δύσκολο αλλά ταυτόχρονα μια μεγάλη επιβράβευση.
Να ελπίζουμε για το καλύτερο αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο.
Όσο κι αν ακούγεται εύκολο στη θεωρία, στην πράξη δεν είναι!
Η αδικαιολόγητα υψηλή προσδοκία είναι ένας από τους κύριους λόγους.

Το σύμπαν όμως δεν είναι σχεδιασμένο για να ταιριάζει με τις προσδοκίες μας.

Ο David McRaney είπε πως “δεν μπορείς να βελτιώσεις τα πράγματα που αγαπάς αν ποτέ δεν επιτρέπεις να είναι ατελή.
Πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μην είναι τέλειοι.
Και αυτό σημαίνει να παραιτηθούμε από τις προσδοκίες μας.“
Όσο αποπροσανατολιστικά, δύσκολα ή ταπεινωτικά μπορεί να είναι τα λάθη μας” κατά την Katheryn Schultz, “είναι τελικά εκείνα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε”.
Αν ο μεγαλύτερος εχθρός της φαντασίας είναι η προσδοκία και ο μεγαλύτερος σύμμαχος είναι ο αποπροσανατολισμός, τότε είναι ζήτημα λογικής να “σπάσουμε” τον φαύλο κύκλο του να είμαστε τα θύματα, συμβιβαζόμενοι με την πιθανή σύγχυση και την αβεβαιότητα, αναμιγνύοντάς τες με παράλογες προσδοκίες ώστε να βελτιωθεί η φαντασία μας.

Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό θα οδηγηθούμε σε άγχος.
Αν όμως το καταφέρουμε τότε θα είμαστε ευχαριστημένοι από την κάθε στιγμή αντί να υποφέρουμε από ματαιωμένες προσδοκίες.
Έτσι η ψυχή ανθίζει και καρποφορεί ανεξάρτητα από τις προσδοκίες του εγώ μας.
Το να πούμε όμως “ναι” στην ψυχή δεν είναι ένας εύκολος στόχος για κανέναν.
Η Marianne Williamson γράφει πως “βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς, είναι ότι είμαστε ισχυροί πέρα από το μέτρο”.
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό είναι αλήθεια.
Όλοι γνωρίζουμε πως είμαστε πιο ισχυροί από ό, τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας.
Ο φόβος μας παραλύει με δύο τρόπους, είτε ως θύματα είτε ως εν δυνάμει πολεμιστές.
Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε βασίσει την ταυτότητά μας με την ταύτιση με κάποια εξουσία, οπότε η ελευθερία προκαλεί άγχος.
Έτσι αποκρύπτουμε τον ισχυρό πολεμιστή και την ίδια στιγμή θυματοποιούμαστε, ανακουφίζοντας έτσι τον εαυτό μας από το άγχος που έρχεται με την αληθινή ελευθερία.
Είναι μια εντυπωσιακή πτυχή της ανθρώπινης φύσης.
Έτσι, δεν θα πρέπει να ανησυχούμε για τα παιδιά που φοβούνται το σκοτάδι, αλλά περισσότερο για τους ενήλικες οι οποίοι φοβούνται το φως.

Εν τέλει ο πόνος προκαλείται όταν επιθυμούμε η παροδικότητα του κόσμου να είναι μόνιμη.
Όπως Neil Gaiman έγραψε “κόλαση είναι κάτι που κουβαλάς μαζί σου, όχι κάποιο μέρος όπου πηγαίνεις”. Η μόνη κόλαση είναι η εξωπραγματική προσδοκία.
Αν θυσιάσουμε την ανάγκη για μονιμότητα και αγκαλιάσουμε την περιπέτεια και την απρόσμενη αλλαγή, τότε θα καταφέρουμε να διαφεύγουμε από την “κόλαση”.
Ας ξεφύγουμε από την τυραννία του γραμμικού και ας ανακαλύψουμε τον κύκλο.
Ας απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τα νεκρό βλέμμα του θύματος που εμπεριέχει και εξαπάτηση, και την υποσυνείδητη επιθυμία να προσαρμόσουμε τα πάντα στα δικά μας “θέλω”.
Ας προχωρήσουμε με ανοικτό βλέμμα του πολεμιστή και την ολιστική επιθυμία να ενώσει ανθρώπους και φύση.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι ευκολότερο, και όμως, φαίνεται πως τελικά είναι πολύ δύσκολο.

Άσφαλτος σκέτο... σφουγγάρι - Απορροφά 4.000 λίτρα νερό σε 1 λεπτό

Έχουμε συνηθίσει με την πρώτη μεγάλη βροχή οι δρόμοι να μετατρέπονται σε ποτάμια και να προκαλούνται συχνά ανυπολόγιστες ζημιές. Αν και η έλλειψη αντιπλημμυρικής προστασίας αποτελεί βασικό λόγο για τη συχνότητα του φαινομένου στην Ελλάδα,...
σίγουρα και τα ίδια τα υλικό των δρόμων, που είναι στρωμένοι με απλή άσφαλτο, οδηγούν σε εικόνες σαν και αυτή:

Τί θα γινόταν όμως αν η ίδια η άσφαλτος απορροφούσε το νερό;

Η βρετανική εταιρεία Lafarge Tarmac έχει αναπτύξει μια νέα άσφαλτο που μπορεί να απορροφήσει γρήγορα μεγάλες ποσότητες νερού, αποφεύγοντας την ολισθηρότητα.

Η εταιρεία επισημαίνει τα προβλήματα των ευαίσθητων περιοχών με ισχυρές βροχοπτώσεις και πλημμύρες. Για αυτό το σκοπό, ανέπτυξαν αυτή την πίσσα που διαθέτει σύστημα αποστράγγισης και απορροφά 4000 λίτρα νερού σε 1 λεπτό.
 
*Βέβαια χρειάζονται και συνολικά έργα για την περαιτέρω διαχείριση των ομβρίων υδάτων.


Οι Αρχαίοι Έλληνες και η μέθη - Τα 10 στάδια της οινοποσίας

 Οι λιτοδίαιτοι και ακοινώνητοι Σπαρτιάτες είχαν και ένα προτέρημα: δεν έπιναν πολύ. Αντίθετα, οι υπόλοιποι Έλληνες, περήφανοι για τα κρασιά τους, ήταν -κατά γενική ομολογία- γερές κρασοκανάτες.

Στο βιβλίο του των «Νόμων», ο Πλάτων γράφει: «Στους Σπαρτιάτες δεν πρόκειται ποτέ να δεις κάποιον να κυκλοφορεί πιωμένος. Γιατί αυτός, κι αν ακόμα προφασιστεί ότι τιμά τον Διόνυσο, δεν πρόκειται να γλιτώσει τη μεγάλη τιμωρία».

Αυτή η παράδοξη για τους υπόλοιπους Έλληνες συμπεριφορά άρεσε ιδιαίτερα στον... Πλάτωνα, ο οποίος ήταν λιτοδίαιτος κι εγκρατής μέχρι υπερβολής.

Έτσι συγκρατημένοι στο κρασί ήταν και οι Πέρσες. Ο Ηρόδοτος λέει: «Οι Πέρσες πίνουν αρκετό κρασί, αλλά δεν επιτρέπεται να χάνουν τον έλγχό τους και να μη συμπεριφέρονται κόσμια εξαιτίας του ποτού».

Ο Μνησίθεος γράφει: «Οι θεοί έμαθαν το κρασί στους ανθρώπους και είναι μεγάλο αγαθό, αλλά για τους μετρημένους ανθρώπους, που κάνουν σωστή χρήση. Είναι πολύ επικίνδυνο για όσους πίνουν χωρίς σύνεση».

Προφανώς, ήταν συνηθισμένο οι καλεσμένοι να ξεπερνούν τα όρια της ευπρέπειας και να πίνουν πολύ.

Ο Εύβουλος, λοιπόν, διαβάθμισε τα στάδια της οινοποσίας και της μέθης ως εξής:

«Τρεις μόνο κρατήρες έχω και ανακατεύω το κρασί για τους σώφρονες:
Τον πρώτο για την υγεία.
Τον δεύτερο για τον έρωτα και την απόλαυση.
Τον τρίτο για τον ύπνο. Μόλις πιουν οι καλεσμένοι, επιστρέφουν στο σπίτι τους.
Ο τέταρτος δεν μας ανήκει, γιατί είναι για ύβρεις.
Ο πέμπτος για θόρυβο.
Ο έκτος για τρίκλισμα.
Ο έβδομος για να πέφτεις.
Ο όγδοος για μηνύσεις.
Ο ένατος για κακία.
Ο δέκατος για μανία».

Γι' αυτούς λοιπόν, τους μη σώφρονες, διηγείται ο Τίμαιος ο Ταυρομενίτης μια ευτράπελη ιστορία:

«Στον Ακράγαντα ένα σπίτι λέγεται "Τριήρης". Κάποιοι νέοι μέθυσαν τόσο πολύ στο σπίτι αυτό, ώστε νόμισαν ότι είναι σε πλοίο και ότι έχει ξεσπάσει θαλασσοταραχή. Και τόσο παρασύρθηκαν, που άρχισαν να πετούν από τα παράθυρα σκεύη του σπιτιού, όπως πετούν πράγματα στη θάλασσα για να ελαφρύνει το καράβι, γιατί έτσι νόμισαν πως τους πρόσταξε ο κυβερνήτης.

Μαζεύτηκαν τότε πολλοί άνθρωποι κι έπαιρναν ό,τι πετούσαν από τα παράθυρα οι νέοι αυτοί.
Την επόμενη μέρα, που ήρθαν οι κύριοι του σπιτιού, οι νέοι ήσαν ακόμα τόσο μεθυσμένοι, που είπαν ότι λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής αναγκάστηκαν να πετάξουν τα περιττά φορτία στη θάλασσα.

Ένας μάλιστα απ' αυτούς είπε: "Εγώ, κύριοι Τρίτωνες, φοβήθηκα τόσο πολύ, που πήγα και κρύφτηκα στο αμπάρι του καραβιού".

Αυτοί τους συγχώρησαν και τους συμβούλευσαν να μην πίνουν τόσο πολύ. Και οι νέοι, όλο ευγνωμοσύνη, τους είπαν: "Αν μπορέσουμε να πιάσουμε λιμάνι και σωθούμε από την άγρια θάλασσα, θα σας ανακηρύξουμε σωτήρες και θα σας τιμάμε μαζί με τους θεούς της θάλασσας"».

Τροφή δίχως Σκέψη

Τι είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να τρώει αλόγιστα, υπερβολικά και χωρίς να πεινάει;

Γιατί είναι αδύνατον να χάσουμε κιλά ενώ σχεδόν λιμοκτονούμε;

Γιατί υπάρχουν τόσα φαγητά γύρω μας ενώ τα περισσότερα απ’ αυτά όχι μόνο δεν κάνουν για τροφή, αλλά βρωμίζουν ακόμη και τα σκουπίδια;

Φάγατε ποτέ το τελευταίο κομμάτι ξεραμένου, μπαγιάτικου κέικ, παρόλο που ήταν σαν πριονίδι με μυρωδιά σοκολάτας; Αποτελειώσατε ποτέ ένα ένα πιάτο με τηγανίτες πατάτες, παρόλο που είχαν κρυώσει και ήταν υπερβολικά μαλακές; Γιατί συνεχίζουμε να καταβροχθίζουμε φαγητό που δεν έχει καν ωραία γεύση;

Τρώμε υπερβολικά γιατί γύρω μας υπάρχουν σημάδια που μας προτρέπουν να φάμε. Απλώς δεν είναι στη φύση μας να σταματάμε έπειτα από κάθε μπουκιά και να σκεπτόμαστε αν χορτάσαμε. Καθώς τρώμε αλόγιστα ψάχνουμε για σημάδια ότι φάγαμε αρκετά. Πάρτε για παράδειγμα το ποπκορν του σινεμά. Δεν υπάρχει η σωστή ποσότητα ποπκορν να φάτε. Δεν υπάρχουν κανόνες ή οδηγίες του ΕΟΦ. Οι άνθρωποι τρώνε όσο θέλουν, ανάλογα με το πόσο πεινούν και το πόσο ωραία γεύση έχει. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται.

Καθένας από μας τρώει, όσο τρώει, κυρίως λόγω του περιβάλλοντος του. Τρώμε πολύ λόγω πείνας, αλλά και λόγω της οικογένειας και των φιλών μας, των συσκευασιών και των πιάτων, των ονομάτων και των αριθμών, των προϊόντων και των χρωμάτων, των σχημάτων και των οσμών, των ντουλαπιών και των σκευών. Η λίστα είναι σχεδόν τόσο ατελείωτη όσο και αόρατη.

Αόρατη;

Οι περισσότεροι από μας έχουν την ατυχία να μην γνωρίζουν τι επηρεάζει τη ποσότητα του φαγητού που καταναλώνουν. Δεκάδες μελέτες χιλιάδων ανθρώπων, όπως οι περισσότεροι από εμάς, πιστεύουν ότι η ποσότητα όσων τρώμε καθημερινά καθορίζεται κυρίως από το πόσο πεινάμε, πόσο μας αρέσει το φαγητό και ποια διάθεση έχουμε. Όλοι θεωρούμε ότι είμαστε πολύ έξυπνοι για να ξεγελαστούμε από τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Αυτό ακριβώς κάνει το αλόγιστο φαγητό τόσο επικίνδυνο. Σχεδόν ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει στα αλήθεια, όπως φυσικά ούτε και τι ποσότητες τρώμε, αλόγιστα και χωρίς να πεινάμε αληθινά.

Τι θα συνέβαινε όμως αν μπορούσαμε να ξέραμε γιατί τρώμε αυτά που τρώμε; Θα μπορούσαμε να καταναλώνουμε λιγότερο, πιο υγιεινό φαγητό και να το απολαμβάνουμε πολύ περισσότερο.

Το φαγητό είναι μια μεγάλη απόλαυση της ζωής, όχι κάτι με το όποιο θα πρέπει να συμβιβαστούμε. Απλώς χρειάζεται να αλλάξουμε το περιβάλλον μας, ώστε να λειτούργει υπέρ του τρόπου ζωής μας και όχι εναντίων του.

Όλοι μας έχουμε ακούσει για την αδελφή της εξαδέλφης κάποιου, που ακολούθησε μια αυστηρή δίαιτα, έχασε πολλά κιλά διατήρησε το βάρος της σταθερό, κέρδισε το Λόττο και έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα. Ξέρουμε όμως ότι για πολλούς ανθρώπους που άρχισαν μια δίαιτα και την παράτησαν αποθαρρημένοι ή έχασαν κιλά και μετά πήραν περισσότερα. Πράγματι εκτιμάται ότι πάνω από το 95% των ανθρώπων που χάνουν κιλά από μια αυστηρή δίαιτα τα παίρνουν ξανά.

Οι περισσότερες δίαιτες είναι δίαιτες στέρησης. Περιορίζουμε ή αποκλείουμε κάτι από την διατροφή μας με την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο μεταβολισμός μας και θα χάσουμε ποιο γρήγορα κιλά. Δυστυχώς, οι δίαιτες στερήσεων δεν αποδίδουν για 3 λόγους:

1. Το σώμα μας τις πολεμάει
2. Ο εγκέφαλος μας τις πολεμάει
3. Το καθημερινό μας περιβάλλον τις πολεμάει

Εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης έκαναν το σώμα μας πολύ έξυπνο για να ξεγελαστεί με το κόλπο «θα φάω μόνο μια σαλάτα». Ο μεταβολισμός του σώματος μας είναι αποτελεσματικός. Όταν έχει άφθονη τροφή να κάψει ανάβει το καζάνι και καίει γρηγορότερα τα αποθέματα λίπους. Όταν έχει λιγότερη τροφή να κάψει, κλείνει το καζάνι και καίει πιο σιγά και λιγότερο αποτελεσματικά. Αυτή η αποτελεσματικότητα βοήθησε τους προγόνους μας να επιζήσουν από λιμούς και βαρείς χειμώνες.

Άρα κάθε δίαιτα στέρησης είναι αποτυχημένη από προγραμματισμό επιβίωσης μας εκατομμυρίων χρόνων.

Όλοι οι σύγχρονοι διαιτολόγοι και η ΛΟΓΙΚΗ λέει, ότι ΤΕΛΟΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΙΤΕΣ αν θέλουμε να χάσουμε κιλά.

Επιβάλλεται πλέον μια ισορροπημένη διατροφή, με υγιεινά φαγητά, σε λογικές ποσότητες.

>Ισορροπία
>Ποιότητα
>Ποσότητα

Η τριλογία της καλής υγείας και της ευτυχούς ζωής.

Πιο απλό δεν γίνεται.

Δεν είναι ο εγκέφαλος, αλλά το έντερο που «επιλέγει» τι θα φάτε

Νομίζετε ότι εσείς ορίζετε την όρεξη και το βάρος σας; Νέα έρευνα δείχνει ότι ίσως και να μην είστε εσείς που επιλέγετε τις τροφές, που βάζετε στο πιάτο σας, αλλά τα δισεκατομμύρια των βακτηρίων που βρίσκονται στο έντερο σας.
Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι το μικροβίωμα του εντέρου συμβάλλει στην πέψη των τροφών και στην τόνωση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τώρα, φαίνεται ότι τα βακτήρια αυτά διαμορφώνουν και τις προτιμήσεις σας για ορισμένα φαγητά, ώστε να καταναλώνετε τα θρεπτικά συστατικά, που χρειάζονται για να επιβιώσουν, αντί για κάποια άλλα, που θα μπορούσατε να επιλέξετε.

Αυτό είναι το συμπέρασμα αναθεώρησης επιστημονικών μελετών, που συμπεριλαμβάνουν εργαστηριακές δοκιμές σε ανθρώπινα κύτταρα και βακτήρια του εντέρου, καθώς και παρατηρήσεις της ανθρώπινης διατροφής και συμπεριφοράς. Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι διαφορετικά είδη βακτηρίων χρειάζονται διαφορετικά θρεπτικά συστατικά.

Για παράδειγμα, ορισμένα βακτήρια προτιμούν τα λίπη, ενώ άλλα τα σάκχαρα.
Έτσι, ενώ εσείς θέλετε να χάσετε μερικά κιλά, περιορίζοντας π.χ. τα λιπαρά, τα βακτήρια του εντέρου αποφασίζουν το αντίθετο, προκαλώντας σας μια ακαταμάχητη λαχτάρα για λιπαρά τρόφιμα.

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι τα βακτήρια πετυχαίνουν το σκοπό τους με το να απελευθερώνουν χημικές ουσίες στο έντερο, οι οποίες επιδρούν στην όρεξή σας. Τα σήματα αυτά μπορούν να επηρεάσουν το σώμα και τη συμπεριφορά σας, καθώς το έντερο συνδέεται στενά με τον εγκέφαλο και το ορμονικό σας σύστημα.

Με τον τρόπο αυτό, μπορούν να μεταβάλλουν τους υποδοχείς της γεύσης, παράγοντας ουσίες που σας κάνουν να νιώθετε άσχημα όταν τρώτε τρόφιμα, που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν, και απελευθερώνοντας ορμόνες που ενεργοποιούν το «σύστημα ανταμοιβής» στον εγκέφαλο, όταν τρώτε τα αγαπημένα τους θρεπτικά συστατικά.

Έλεγε ο Νίτσε -ο πολύ παρεξηγημένος αυτός συγγραφέας- ότι «έχει μεγάλη σημασία για τη μοίρα ενός λαού και της ανθρωπότητας το ξεκίνημα της κουλτούρας από τη σωστή θέση – όχι από την “ψυχή” (όπως πίστευε η μοιραία δεισιδαιμονία των κληρικών και των ημικληρικών): η σωστή θέση είναι το σώμα, η χειρονομία, η δίαιτα, η φυσιολογία. Τα υπόλοιπα έπονται … Γι’ αυτό τον λόγο οι Έλληνες παραμένουν το πρώτο πολιτιστικό γεγονός της Ιστορίας: ήξεραν, έκαναν αυτό που έπρεπε και ο χριστιανισμός, που περιφρονούσε το σώμα, ήταν η μεγαλύτερη ατυχία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα».

Όσο αξιωματικά ή αυθαίρετα κι αν ακούγονται όλα αυτά, εμπεριέχουν εντούτοις μια πικρή δόση αλήθειας. Ο πολιτισμός απουσιάζει από τις ανοιξιάτικες εορταστικές ημέρες. Η νηστεία, θαυμάσια ευκαιρία για μια επιστροφή στις χαμένες -φτωχές- γεύσεις, έχει καταντήσει ένας υπερκορεσμός θαλασσινών εδεσμάτων. Αποδεικνύεται έτσι ότι δεν κυκλοφορεί μέσα μας ως ιερονομική υγεία αλλά σαν μια ευτελισμένη συνήθεια που ουδόλως λαμβάνει υπ’ όψιν το ανθρώπινο σώμα.

Η τέτοιου είδους νηστεία περιφρονεί το σώμα, το οποίο μάταια αναζητεί μια λύτρωση από την καθημερινή σαρκοφαγία και τη συνακόλουθη ταλαιπωρία των κυττάρων του. Άρα περιφρονούμε τον τόπο κατοικίας μας, την κάθε μέρα μας, το κάθε βήμα μας, την ανάσα μας. Εμείς οι αλίμονοι, οι έρημοι και μόνοι μέσα στη βεβαιότητα της ομάδας μας, της ιδεολογικής μας οικογένειας, του κομματικού μας καθοδηγητισμού. Εμείς οι ίδιοι επιδιδόμαστε σε χυδαία συμπεριφορά απέναντι στο σώμα που διαθέτουμε. Είναι φρίκη, αλλά αυτό κάνουμε.

Για τούτο και χάνουμε τη σωστή θέση ως λαός και ως χώρα• βεβιασμένες χειρονομίες, απνευστί βηματισμός, λάγνος (ακόμη) καταναλωτισμός. Ατσούμπαλοι στη διάχυση των βλεμμάτων, κούτσουρα στον χορό, ανεπίδεκτοι γενικά της κουλτούρας του σώματος, ευεπίφοροι όμως σε οισοφαγικές, τερψιλαρύγγιες γεύσεις ποσοτήτων. Οι πλείστοι ακούμε τη λέξη νηστεία και γελάμε. Θα ’πρεπε ίσως να το ξανασκεφτούμε όσο γελοίο κι αν μάς φαίνεται. Στο μυαλό επικρατεί η γελοιότητα, όχι στο σώμα, όσο αντιφατικό και παράδοξο κι αν ακούγεται. Οι επιθυμίες γεννάνε τη νοσηρότητα, επιθυμίες που είναι καρπός εκπαίδευσης και όχι απόρροια της γλώσσας του σώματος.

Ανθρώποις γίγνεσθαι οκόσα θέλουσιν ουκ άμεινον (δεν είναι και το πιο φρόνιμο να πραγματοποιούνται όλες οι επιθυμίες του ανθρώπου), έλεγε ο οξύνους Ηράκλειτος, ο ίδιος που διαπίστωνε ότι οι πολλοί κεκόρηνται όκωσπερ κτήνεα (το πλήθος χορταίνει σαν τα κτήνη). Φαντάζουν μια ωραία πρόκληση τούτες οι μέρες για μια εισδοχή στον αντικαταναλωτισμό. Ο ίδιος φιλόσοφος προσπάθησε να πείσει τους κακομαθημένους Εφέσιους ότι μπορούν να ζήσουν με λίγο κριθάρι.

Μάταιος κόπος. Κοντά δυο χιλιετίες τώρα το σώμα περιφρονείται και φταίει ο χριστιανισμός γι’ αυτή την ατιμωτική απέναντι στο σώμα στάση μας.

Προσδιορίζοντας την έννοια του “τώρα”

“Το μέλλον σε λίγο θα γίνει παρελθόν, ενώ το παρελθόν πριν από λίγο ήταν μέλλον. Το παρόν, είναι απλά η ενδιάμεση κατάσταση μηδενικού χρόνου και κίνησης, αποτελώντας για μας τη μοναδική πραγματικότητα.”

Ο άνθρωπος μέσα από τις αισθήσεις του, αντιλαμβάνεται και κατανοεί πλήρως την απόσταση η οποία ξεκινά από το σώμα του και περιλαμβάνει ολόκληρο τον εξωτερικό του χώρο πέρα μακριά από αυτόν έως τα πέρατα του κόσμου, τον ουρανό και το βαθύ διάστημα. Ενώ όμως όταν εξετάζει τον χώρο, αυτός του γίνεται αντιληπτός, την ίδια στιγμή του είναι δύσκολο να τον κατανοήσει ως χρόνο και να τον ταυτίσει χρονικά με κάποια διάρκειά του.

Όμως ο αστρικός χώρος -διότι για αυτόν μιλάμε-, είναι το χωροχρονικό πεδίο εκείνο, όπου ενώ ο χώρος του αποτελεί το αισθητό εξωτερικό μας περιβάλλον του ουρανού και του βαθέως διαστήματος, συγχρόνως ταυτίζεται και με το αισθητό μέρος του χρόνου το οποίο αντιστοιχεί γραμμικά, με το γνωστό σε μας παρελθόν. Αν και ισχυριζόμαστε όμως οι περισσότεροι ότι αντιλαμβανόμαστε το χρόνο, ελάχιστοι είναι ίσως εκείνοι που μπορούν πράγματι να τον προσδιορίσουν στο βάθος του.

Το χρόνο, έχουμε συνηθίσει να τον αντιλαμβανόμαστε στα τρία του μεγέθη τα οποία ορίζουμε ως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αν και αρκετοί ίσως έχουν διαβάσει ή ακούσει, ότι ο χρόνος στην ουσία δεν υπάρχει έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε εμείς γραμμικά, όπως επίσης ότι είναι διττός, δηλαδή συμπεριφέρεται με μια διπλή μορφή ή έννοια, λίγοι ίσως επίσης μπορούν να το κατανοήσουν όλο αυτό στις λεπτομέρειές του. Όμως θεωρώ, ότι η δυσκολία να κατανοήσουμε το χρόνο σε αυτές τις νέες για εμάς βαθύτερες προσεγγίσεις, βασίζεται στην δυσκολία να αποδεχθούμε ότι το ανθρώπινο σώμα και άρα ο άνθρωπος ως βιολογικό όν, ζει και υπάρχει στην πραγματικότητα του αισθητού κόσμου, μονάχα στο παρόν του ‘τώρα’. Δεν ζει ούτε στο παρελθόν του, αλλά ούτε και στο μέλλον του. Το σώμα μέσα από τη μνήμη θυμάται τις στιγμές που έζησε στο παρελθόν του και υποθέτει αυτές που θα ζήσει στο μέλλον του. Όμως το ίδιο ως υλική βιολογική οντότητα, είναι αδύνατον να εισέλθει ποτέ μέσα σε αυτές τις διαστάσεις του χρόνου. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό στην αρχή να κατανοήσουμε πρώτα από όλα και σε όλο το βάθος και την ουσία του, τι σημαίνει ακριβώς ‘τώρα’.

Χρονικά, το “τώρα” ορίζεται ως ο μηδενικός χρόνος. Αυτό σημαίνει ότι στο ‘τώρα’, δεν υπάρχει χρόνος, δηλαδή η χρονική διάρκεια που υπάρχει το κάθε ‘τώρα’ στο παρόν, είναι μηδενική. Κι αυτό είναι το πρώτο το οποίο θα πρέπει να κατανοήσουμε και να αντιληφθούμε. Αν μπορούσαμε να το φωτογραφίσουμε, αυτό που θα λαμβάνατε θα ήταν μια τρισδιάστατη φωτογραφία του σύμπαντος, η οποία να περιέχει μέσα της τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας σώματος. Μια τέτοια φωτογραφία αντιστοιχεί σε μια μηδενικής διάρκειας στιγμή, όπου -στην ουσία- τα πάντα εμφανίζονται ακίνητα, στη θέση στην οποία βρίσκονται τη δεδομένη στιγμή που θα τραβήξουμε τη φωτογραφία. Δεν υπάρχει κίνηση δική μας, ούτε των κυμάτων, των φύλλων των δένδρων, των πουλιών, των αυτοκινήτων, των αεροπλάνων, ή του κάθε τι. Η κίνηση στο ‘τώρα’ είναι ανύπαρκτη και απολύτως μηδενική, όπου τα πάντα είναι ακίνητα παντού στο σύμπαν. Κι αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο το οποίο θα πρέπει να κατανοήσουμε και να αντιληφθούμε σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε ‘τώρα’. Έτσι λοιπόν στο ‘τώρα’, δεν υπάρχει χρόνος και δεν υπάρχει κίνηση.

Όλο αυτό όμως που περιγράψαμε, αποτελεί την ολογραφική απεικόνιση μιας στιγμιαίας αισθητής πραγματικότητας. Η τρισδιάστατη αυτή φωτογραφία ολόκληρου του σύμπαντος μέσα στο οποίο υπάρχουμε κι εμείς ως σώμα, αποτελεί το ολόγραμμα του σύμπαντος μιας αισθητής τέτοιας στιγμής. Αυτό το ακίνητο και μηδενικού χρόνου ολόγραμμα όμως, είναι και η μοναδική πραγματικότητα στην οποία υπάρχουμε κι εμείς ως βιολογικές οντότητες κι αυτή είναι η μοναδική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Τίποτε άλλο. Μονάχα αυτή η κατάσταση γίνεται σε μας αισθητή ως το σύνολο του κόσμου. Και τότε, πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε τα πάντα σε κίνηση και σε ροή, να διέπονται από αυτό που ονομάζουμε γραμμικό χρόνο;

Ο χρόνος είναι φαινομενικός και δημιουργείται από την φαινομενική κίνηση των πραγμάτων. Σε κάθε διαφορετικό τέτοιο ολόγραμμα αισθητής εμπράγματης στιγμής , τα πάντα μέσα του βρίσκονται ακίνητα αλλά σε διαφορετική θέση ή κατάσταση. Από το ένα ολόγραμμα στο άλλο, η κορυφή του κύματος της θάλασσας έχει μετατοπιστεί λίγο πιο πέρα, το φύλλο του δέντρου, ο καρπός μαζί με το βραχίονα του χεριού μας ή ο μηρός μας, το πουλί που υπάρχει πάλι αλλά βρίσκεται ελάχιστα χιλιοστά μακρύτερα από ότι προηγουμένως και ούτω καθεξής. Έτσι αν αφαιρέσεις το κάθε αυτόνομο τέτοιο ολόγραμμα εντελώς από εκεί που υπήρχε και στη θέση του βάλεις ένα άλλο ως επόμενο και πάλι το ίδιο, εναλλάσσοντάς τα το ένα μετά το άλλο στη σειρά με πραγματικά αστραπιαία ταχύτητα, οι αισθήσεις του σώματός μας δεν θα μπορέσουν να αντιληφθούν την αλλαγή τους αυτή, αλλά θα θεωρήσουν ότι τα πάντα κινούνται μέσα σε μια γραμμική διάρκεια χρόνου. Δεν θα αντιληφθούν δηλαδή ότι αυτό που αλλάζει είναι ολόκληρο το σύμπαν και το περιεχόμενό του, με κάποιο άλλο σε διαφορετική θέση πραγμάτων, αλλά θα αποδεχθεί ότι τα πάντα κινούνται. Κάτι φυσικά που δεν αντιστοιχεί με την εμπράγματη πραγματικότητα.

Έτσι λοιπόν, εφόσον εμείς ως υλικές βιολογικές υπάρξεις ζούμε μονάχα στο παρόν, κατανοώντας το ως ‘την πραγματικότητά μας’, οι υπόλοιπες γνωστές σε μας διάρκειες του παρελθόντος και του μέλλοντος υπάρχουν στο αθέατο μέρος του κόσμου, σε αυτό που ονομάζουμε ‘αστρικό χώρο’. Το ίδιο το υλικό βιολογικό μας σώμα δηλαδή, παραμένει πάντοτε έξω από τον αστρικό, σε αυτό το ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στο μέλλον και το παρελθόν, το οποίο ως χώρο το ονομάζουμε αισθητή στιγμιαία πραγματικότητα και ως χρόνο το ονομάζουμε παρόν. Έτσι, ως παρελθόν ονομάζουμε ολόκληρο το σύμπαν το οποίο προηγήθηκε του παρόντος ‘τώρα’ και ως μέλλον ολόκληρο το σύμπαν το οποίο πρόκειται να συμβεί.

Παρελθόν δηλαδή θεωρούμε όλες εκείνες τις ολογραφικές στιγμιαίες πραγματικότητες οι οποίες προηγήθηκαν αυτής που ζούμε ακριβώς τώρα, ενώ μέλλον όλες αυτές οι οποίες θα έρθουν μετά από τώρα. Ενώ όμως το παρόν το ζούμε τώρα και το παρελθόν μπορούμε να το ταυτοποιήσουμε με όλο αυτό το εξωτερικό μας περιβάλλον και το βαθύ διάστημα το οποίο έχουμε ήδη ζήσει, το μέλλον ως χώρο και χρόνο είναι δύσκολα να το προσδιορίσουμε. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αντιληπτό μονάχα φιλοσοφικά, μαθηματικά ή μεταφυσικά, αν εισέλθουμε με κάποιο τρόπο μέσα στον αστρικό χώρο και παραμείνουμε συνειδητοί ακριβώς στο όριό του με το παρόν.

Θα πρέπει δηλαδή εδώ, να προσπαθήσουμε με κάποιο τρόπο να κατανοήσουμε, ότι όλο αυτό το στιγμιαίο παρόν που ζούμε σε κάθε ‘τώρα’, υλοποιείται στιγμιαία και αμέσως μετά εξαφανίζεται για να πάρει τη θέση του το επόμενο, το οποίο περιέχει τα πάντα μέσα -που περιείχε και το προηγούμενο-, σε διαφορετική όμως θέση, έτσι ώστε σε μας η εναλλαγή να φαίνεται ως κίνηση. Όπως ακριβώς οι εικόνες στα frames μιας κινηματογραφικής ταινίας, μόνο που εδώ, αυτά τα frames είναι τρισδιάστατα και μέσα σε αυτά βρισκόμαστε και εμείς ως σώματα. Όλα αυτά όμως τα στιγμιαία ολογράμματα που εμφανίζονται στο παρόν μας ως πραγματικότητα, δεν δημιουργούνται ως δια μαγείας ξαφνικά, αλλά προϋπάρχουν μέσα στο μέλλον από το οποίο αναδύονται συνεχώς, ενώ αφού λάβουν υλική μορφή στο ‘τώρα’, περνούν με την ίδια ταχύτητα στο παρελθόν όπου και απομακρύνονται με την ίδια σειρά. Γραμμικά, όλο αυτό μπορούμε να το περιγράψουμε με ευκολία, ως μια άπειρου σε μήκος σειρά από ολογραφικές στιγμιαίες πραγματικότητες, αναλογικά όπως μια απέραντη σειρά από τα βαγόνια ενός πελώριου σε μήκος τρένου. Κάθε βαγόνι και μια δική μας χρονική τέτοια στιγμή.

Στο συνειδητό διαλογισμό -μια κατάσταση κατά την οποία παραμένουμε συνειδητοί απολύτως στο παρόν-, μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή της παρατήρησής μας προς το αόρατο μέρος του κόσμου, πετυχαίνοντας μια στιγμιαία ή διαρκή θέαση εκείνου του χώρου του, ο οποίος αποτελεί το μέλλον και το παρελθόν του. Από το σημείο και την κατάσταση αυτή δηλαδή, μπορούμε να παρατηρούμε τον κόσμο -και τον χρόνο- ως χώρο. Να παρατηρήσουμε -σε γραμμική ή ολογραφική μορφή- τον αόρατο διαστασιακό χώρο να διαχωρίζεται σε μέλλον και παρελθόν, ενώ συγχρόνως και τα δύο να παραμένουν το ένα μέσα και γύρω από το άλλο, αντιλαμβανόμενοι έτσι τη χωρική διττότητα του χρόνου: Το μέλλον σε λίγο θα γίνει παρελθόν ενώ το παρελθόν πριν από λίγο ήταν μέλλον: Η φράση αυτή είναι απολύτως σωστή. Το κάθε παρελθόν προϋπάρχει ως μέλλον και ετοιμάζεται να γίνει παρόν ώστε αμέσως μετά να γίνει το παρελθόν για το οποίο μιλάμε. Εμείς ως υλικό, βιολογικό σώμα, ενώ βρισκόμαστε στο παρόν, μπορούμε να παρατηρήσουμε μέσα στον αστρικό, τον εαυτό -των προηγούμενων στιγμών- μας να οδηγείται προς το παρελθόν του, ενώ την ίδια στιγμή να μας πλησιάζει ο εαυτός μας ο οποίος ακόμη δεν έχει υπάρξει ως χρονική στιγμιαία πραγματικότητα, αλλά πρόκειται να υλοποιηθεί ως παρόν. Να βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας όπως ήταν χτες και την ίδια στιγμή να την παρατηρούμε όπως θα είναι αύριο. Αυτή τη ζωή, του παρόντος σώματος.

Ενώ όμως όλο αυτό το περιγράφουμε γραμμικά, στην πραγματικότητα το παρελθόν, περνά πάλι μέσα και γύρω από το μέλλον, με ένα τρόπο που μοιάζει με αναδίπλωση, όπου οι δύο αυτές διαστάσεις -ενώ κινούνται σε αντίθετη φορά η μία μέσα στην άλλη-, παραμένουν συνεχώς, εντελώς διαχωρισμένες μεταξύ τους. Για αυτό σε μας το παρελθόν συνεχίζει να αποτελεί τον εξωτερικό μας χώρο και το βαθύ διάστημα, ενώ το μέλλον τον εσωτερικό μας. Κι αυτός ο εσωτερικός μελλοντικός κόσμος, προέρχεται, συμβαίνει και υπάρχει έτσι στην κυριολεξία. Ο διαχωρισμός αυτός του μέλλοντος από το παρελθόν, επιτυγχάνεται με την διαφορετική συχνότητα και ενεργειακή ταχύτητα που έχει ο ένας έναντι του άλλου. Οι ολογραφικές μορφές οι οποίες υπάρχουν στο παρελθόν, έχουν απολέσει ένα μεγάλο μέρος της εσωτερικής τους ενέργειας κατά την υλοποίησή τους σε μορφή στο παρόν. Έτσι τα ολογράμματα αυτά κινούνται με πολύ χαμηλότερες εσωτερικές ταχύτητες από εκείνα του μέλλοντος. Με τον τρόπο αυτό, η κάθε ενεργειακή κατάσταση και μορφή, ενώ μπορεί να αλληλεπιδρά με όλες τις άλλες σε μέλλον και παρελθόν, η ίδια είναι αδύνατον να μεταπηδά από τη μια διάσταση στην άλλη. Κάθε χρονική στιγμιαία πραγματικότητα δηλαδή η οποία έχει υλοποιηθεί στο ‘τώρα’ και έχει περάσει στο παρελθόν, ενώ διέρχεται γύρω από το μέλλον και αλληλεπιδρά ενεργειακά μαζί του, είναι αδύνατον να μεταπηδήσει η ίδια ή μέρος της, ώστε να περάσει και να υλοποιηθεί ξανά στο ίδιο παρόν. Παρόλα αυτά, κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να πειραματίζονται για να καταφέρουν να επιτύχουν ακριβώς το αντίθετο.