Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ηθική και νομιμότητα του έρωτα, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα

Το εγκώμιο του Παυσανία
 
Αφού ολοκληρώνεται το εγκώμιο του Φαίδρου, ακολουθούν κάποιοι που ο αφηγητής του Συμποσίου δεν καλοθυμάται, κι ύστερα τον λόγο παίρνει ο Παυσανίας (ο ειδικός στα νομικά της παρέας και μάλλον εραστής του Αγάθωνα), που διαφοροποιεί τον Έρωτα σε δύο κατηγορίες. Καμία πράξη από μόνη της δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσχημη, αλλά εξαρτάται από τα κίνητρα και τη μορφή της (μια από τις γενικές θέσεις του Σωκράτη). Άρα και ο έρωτας πρέπει να διαχωρίζεται σε ωραίο και άσχημο.
 
Η επιβεβαίωση έρχεται μέσα από τον μύθο και τη σύνδεση του θεού Έρωτα με την Αφροδίτη, αφού Αφροδίτη χωρίς Έρωτα δε νοείται. Αφού λοιπόν υπάρχουν δύο Αφροδίτες, αναγκαστικά θα υπάρχουν και δύο Έρωτες. Η μία Αφροδίτη είναι η Πάνδημη (κόρη του Δία και της Διώνης) και η άλλη η Ουρανία (κόρη του Ουρανού, χωρίς μητέρα). Ο Έρωτας της Πάνδημης είναι ο έρωτας των παρακατιανών, αυτών που ερωτεύονται στην τύχη αγόρια και γυναίκες, που αισθάνονται έλξη για τα σώματα περισσότερο από ό,τι για τις ψυχές, και μάλιστα για άτομα κατώτερου πνευματικού επιπέδου. Χωρίς λοιπόν να ενδιαφέρονται για το αν αυτά που κάνουν είναι για το καλό ή για το κακό, αφήνονται στην τύχη, και αυτό οφείλεται στο ότι η Πάνδημη Αφροδίτη είναι νεότερη από την Ουρανία, και στο ότι η σύλληψή της έγινε από αρσενικό και θηλυκό μαζί. Όπως ο Φαίδρος, ο Παυσανίας θεωρεί πως η αρχαιότητα ενός θεού του δίνει αξία (αργότερα θα δούμε τον Αγάθωνα να λέει το αντίθετο), πως αυτό από μόνο του είναι απόδειξη της ανωτερότητας ενός θεού από έναν άλλο. Και όπως και σε άλλους πολιτισμούς και άλλες θρησκείες (όπως και στον Χριστιανισμό), η συμμετοχή δύο γονέων στη γέννηση της θεότητας θεωρείται μολυσματική, ή καλύτερα, η απουσία του ενός γονέα θεωρείται απόδειξη καθαρότητας και αρετής. Όμως, ενώ συνήθως η παρθενογένεση σημαίνει απουσία πατέρα (έστω ανθρώπινου), όπου αυτή συνεπάγεται κάποια χαρίσματα του γόνου (και την έχουν αξιωθεί όχι μόνο θεοί όπως ο Ιησούς αλλά και άνθρωποι, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Τζένγκις Χαν), εδώ έχουμε μιαν αντιστροφή, αφού κατά τη γέννηση αξιώνεται απουσία της μητέρας.
 
 
Επειδή λοιπόν δεν συμμετείχε θηλυκό στη σύλληψη της Ουρανίας, αλλά μόνο ο Δίας, γιαυτό και ο Ουράνιος Έρωτας είναι ο έρωτας προς τα αγόρια. Όσοι εμπνέονται από αυτόν, «στρέφονται προς το αρσενικό, που από τη φύση του είναι προικισμένο με περισσότερη ρώμη και περισσότερο νου»σελ.117 (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κείμενο γράφτηκε σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν μορφώνονταν). Αλλά και από αυτούς που εμπνέονται από αυτόν, δεν είναι όλοι ενάρετοι, γιατί κάποιοι στρέφονται προς παιδιά, ενώ άλλοι προς νέους, «που το μυαλό τους αρχίζει να ωριμάζει, πράγμα που συμπίπτει με την ώρα που φυτρώνει στα μάγουλα το πρώτο χνούδι» (να παρατηρήσουμε κι εδώ ότι δεν πρέπει να μας ξενίζει το νεαρό της ηλικίας στην συγκεκριμένη αυτή αναφορά, αφού στην αρχαία Ελλάδα και οι γυναίκες θεωρούνταν φυσιολογικό να παντρεύονται από τα 14 τους χρόνια). Όσοι ερωτεύονται αυτούς (τους νέους, όχι τα παιδιά) είναι έτοιμοι για κοινή παντοτινή συμβίωση και δεν θα κοροϊδέψουν τον νέο εκμεταλλευόμενοι την ανωριμότητά του. Οι άλλοι, που δεν έχουν ανώτερο ήθος, σπαταλούν ενέργεια σε αστάθμητες και απρόβλεπτες σχέσεις που κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν την εξέλιξη των παιδιών και αν θα υιοθετήσουν ανώτερη ή κατώτερη ζωή σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Προτείνει μάλιστα «να απαγορευτεί με νόμο η σύναψη ερωτικών σχέσεων με παιδιά» (πάντα εννοώντας αυτά που δεν έχουν βγάλει το πρώτο χνούδι στα μάγουλα). Η απονομιμοποίηση είναι απαραίτητη, γιατί οι «αγοραίοι» αυτοί εραστές έχουν γίνει η αιτία να διαβληθεί εξολοκλήρου ο έρωτας για νέους και να θεωρούν κάποιοι αξιοκατάκριτη την αφοσίωση στον νέο εραστή. Όμως «πώς είναι δυνατόν μια πράξη που εκδηλώνεται με τρόπο ευπρεπή και νόμιμο, να επισύρει την κατάκριση;»σελ.117.
 
Ενώ λοιπόν στην Αθήνα και στην Σπάρτη το θέμα του έρωτα θεωρείται εξ ορισμού περίπλοκο, άλλες πόλεις το βλέπουν πολύ απλοϊκά, και γιαυτό οι νόμοι τους είναι κακοί. Στην Ήλιδα και στη Βοιωτία «ο ισχύων κανόνας προβλέπει ότι είναι ωραίο να ενδίδει ο νέος στην επιθυμία του εραστή, πράγμα που κανείς, νέος ή ηλικιωμένος, δε θα χαρακτήριζε πρόστυχο». Ο Παυσανίας λέει πως αυτό συμβαίνει επειδή οι εκεί πολίτες δεν μπορούν να χειριστούν ικανοποιητικά τον λόγο, και άρα δεν θέλουν να «υποβάλλονται στον κόπο» να πείθουν οι εραστές τον νέο για τις καλές προθέσεις τους, αφού δεν είναι καλοί σε αυτό. Γιαυτό υπάρχει και η καθόλα αποδοχή των ερωτικών σχέσεων. Αντιθέτως, στην Ιωνία οι ερωτικές σχέσεις (με παιδιά αλλά και με νέους) θεωρείται ντροπή, εξαιτίας του αυταρχικού καθεστώτος, όπως ντροπή θεωρούνται και η φιλοσοφία και η επίδοση στον αθλητισμό. «Πιστεύω πως δε συμφέρει στους εξουσιαστές να διαθέτουν οι υπήκοοί τους υψηλά φρονήματα, ούτε και να καλλιεργούν ισχυρούς φιλικούς και κοινωνικούς δεσμούς, σαν αυτούς που σφυρηλατεί ο έρωτας, όπως άλλωστε η φιλοσοφία και η άθληση. Κι αυτό οι τύραννοι το έχουν συνειδητοποιήσει μέσα από την ίδια τη ζωή»σελ.117. Σαν παράδειγμα ο Παυσανίας φέρνει τους Τυραννοκτόνους, Αριστογείτονα και Αρμόδιο, που όταν στέριωσαν από έρωτα κατέλυσαν την εξουσία των τυράννων.
 
Όπου λοιπόν καθιερώθηκε αδιακρίτως ως προστυχιά η αφοσίωση του νέου στον εραστή, αυτό έγινε εξαιτίας της ηθικής κατωτερότητας των αρχόντων και της ανανδρίας των αρχομένων, και όπου θεωρήθηκε ανεπιφύλακτα ωραία, έγινε από την διανοητική οκνηρία των νομοθετών. Όπως είδαμε και στον λόγο του Φαίδρου, οι άνθρωποι αποφεύγουν τις αδικίες και προβαίνουν σε πράξεις αρετής πιο πολύ χάρη στη συντροφικότητα (και ακόμα περισσότερο χάρη στον έρωτα) παρά χάρη στα ιδανικά ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Άρα, σύμφωνα με όσα μας λέει ο Παυσανίας, αν οι πολίτες αφεθούν να γνωρίζουν ελεύθερα ο ένας τον άλλον, να επιχειρούν να γίνονται οι καλύτεροι που μπορούν και θέλουν να γίνουν, να αθλούνται και να φιλοσοφούν, δηλαδή να βελτιώνουν νου και σώμα αν αφεθούν λοιπόν να ερωτεύονται ελεύθερα δε θα μείνει χώρος για τους τυράννους να ζητάνε θυσίες από τον λαό και την πλήρη αφοσίωση των υπηκόων τους. Αυτός ο ελεύθερος έρωτας, με όσα συνεπάγεται και όσα απαιτεί (τιμή και αυτοθυσία, ειλικρίνεια και ορθό λόγο), θα καταπνίξει τα κάλπικα ιδανικά, θα υπερνικήσει ακόμα και τα ενάρετα, και θα αποτρέψει την εκμετάλλευση από τον άρχοντα. Πραγματικός έρωτας χωρίς ελευθερία και αυτονομία δε νοείται.
 
Στην Αθήνα, συνεχίζει ο Παυσανίας, ο κώδικας ερωτικής συμπεριφοράς είναι πιο προχωρημένος από αλλού, κάτι που οφείλεται στις κοινές αντιλήψεις των συμπολιτών του: Πρώτον, κοσμιότερη επιλογή θεωρείται να ερωτεύεται κανείς στα φανερά παρά στα κρυφά, και μάλιστα τα πιο ευγενή και σημαντικά πρόσωπα, ασχέτως του πόσο ευπαρουσίαστα είναι. Δεύτερον, ο εραστής ενθαρρύνεται και η ερωτική επιτυχία θεωρείται τιμή ενώ η αποτυχία εξευτελισμός. Εδώ προφανώς εννοείται όχι η εφήμερη επιτυχία μιας ερωτικής επιδίωξης, αλλά το ταίριασμα με αυτόν που αληθινά αρμόζει στον επίδοξο εραστή. Τρίτον, ο εραστής έχει την ελευθερία, στην προσπάθειά του να κατακτήσει έναν νέο, να προβεί στα πιο εξωφρενικά καμώματα και σε γελοία τερτίπια, χωρίς εξευτελισμό, και μάλιστα με επιβράβευση. Για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός της κατάκτησης ενός νέου, ούτε εχθροί ούτε φίλοι θα του συγχωρούσαν συμπεριφορές όπως αυτές του εραστή, που ικετεύει και θερμοπαρακαλεί, παίρνει ταπεινωτικούς όρκους, ξαγρυπνά μπροστά σε πόρτες και ξεπέφτει σαν δούλος τόσο που ούτε δούλοι θα καταδέχονταν, με τους μεν να τον κατηγορούν για κολακεία και δουλική συμπεριφορά, ενώ τους δε να τον νουθετούν και να ντρέπονται για λογαριασμό του. Αν σκοπός κάποιου ήταν να αφαιρέσει χρήματα από άλλο, να επιδιώξει αξιώματα ή να ασκήσει επιρροή, όλα αυτά θα ήταν ανεπίτρεπτα, αλλά ο άτυπος νόμος αφήνει τον εραστή να τα κάνει σαν να έκανε κάτι υπέροχο, χωρίς τον κίνδυνο κατάκρισης. Τέταρτο, ακόμα και επίορκος να γίνει κάποιος, αν το κάνει επειδή είναι ερωτευμένος, ο κόσμος θεωρεί ότι και οι θεοί θα τον συγχωρήσουν. Θεοί και άνθρωποι φαίνεται να έχουν παραχωρήσει στον εραστή απεριόριστα δικαιώματα, και μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στην Αθήνα ο πραγματικός έρωτας «θεωρείται υπέροχο πράγμα»σελ.121, και μάλιστα ασχέτως σε ποιο φύλο απευθύνεται.
 
 Όταν όμως ο έρωτας είναι χυδαίος, γονείς και φίλοι του νέου προσπαθούν να τον προστατέψουν από τον επίδοξο εραστή. Χυδαίος ή πρόστυχος, είναι ο έρωτας ο στραμένος στο σώμα και όχι στην ψυχή. Ο χυδαίος αυτός εραστής είναι αναγκαστικά και άπιστος, αφού ο έρωτας για το σώμα, η ομορφιά του οποίου είναι εφήμερη, θα χαθεί μόλις το σώμα φθαρθεί. Ενώ ο εραστής με ήθος μένει πιστός μια ζωή, αφού θα είναι σαν οι δύο να ενώθηκαν αξεδιάλυτα. Ο περίγυρος του νέου λοιπόν προσπαθεί να αποφεύγονται οι χυδαίοι εραστές και να βρίσκουν ανταπόκριση οι ευπρεπείς, γιαυτό και ενθαρρύνονται μέσα από δοκιμασίες και αγώνες, για να διαπιστώνεται σε ποια κατηγορία όντως ανήκουν. Και γιαυτό κρίνεται πρόστυχο να ενδίδει κάποιος πολύ γρήγορα, αφού ο χρόνος είναι η καλύτερη δοκιμασία γνησιότητας.
 
Έτσι, αν κάποιος εραστής έχει αποδείξει ότι έχει καλό σκοπό, και αν ο ερωμένος επιλέξει εθελοντικά να «υποδουλωθεί» σε αυτόν, περιμένοντας ότι από εκείνον θα βελτιωθεί σε κάποιον πνευματικό ή αισθητικό τομέα, αυτό δεν αποτελεί ούτε εξευτελισμό ούτε κολακεία, αλλά είναι όφελος και για τους δύο. Οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου είναι σαφείς: «ο πρώτος προσφέρει νόμιμα οποιαδήποτε ερωτική εκδούλευση στον αφοσιωμένο ερωμένο και ο δεύτερος εξυπηρετεί νόμιμα τον εραστή που ενδιαφέρεται για την ηθική και πνευματική του προαγωγή. Αν ο πρώτος μπορεί να συμβάλει στην καλλιέργεια της φρόνησης και τη συγκρότηση του νέου, και αν ο δεύτερος θέλει να πλουτίσει την παιδεία και τις γνώσεις του, τότε και μόνο τότε, αφού οι αρχές τους συμπίπτουν, καταξιώνεται η αφοσίωση του νέου στον εραστή, σε καμιά άλλη περίπτωση. Με αυτές τις προϋποθέσεις και να πέσει κανείς θύμα απάτης δεν είναι ντροπή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όμως, είτε εξαπατηθεί είτε όχι, ο εξευτελισμός είναι δεδομένος»σελ.125. Αν κάποιος ερωμένος ικανοποιεί τον εραστή επειδή τον νομίζει πλούσιο ενώ δεν είναι, και αργότερα εξαπατηθεί μην λαμβάνοντας χρήματα, στα οποία αποκλειστικά απέβλεπε, τότε η ντροπή πέφτει και στους δύο. Στον έναν γιατί εξαπάτησε με την επίφαση πλούτου και στον άλλο γιατί έδειξε ότι θα έκανε τα πάντα για τα χρήματα. Αν από την άλλη, κάποιος νέος δοθεί σε εραστή για τα πνευματικά του χαρίσματα, που τελικά αποδειχτεί ότι δεν έχει, η ντροπή ανήκει μόνο στον εραστή, γιατί ο νέος αποδείχτηκε θύμα, και έδειξε ότι είναι έτοιμος να προσφέρει τα πάντα για να γίνει καλύτερος και να κατακτήσει την αρετή.
 
Όπως έλεγε και ο Σωκράτης, η αδικία βλάπτει περισσότερο αυτόν που την πράττει παρά τον αδικημένο. Ο αδικημένος θα δεχτεί άμεσο πλήγμα στο παρόν, αλλά σε βάθος χρόνου θα βγει κερδισμένος γιατί θα έχει δείξει τον πραγματικό του εαυτό. Κανένας αγώνας για σοφία δεν στερείται κινδύνων, και οι προδοσίες δείχνουν την αρετή αυτού που τις δέχεται, καθότι μόνο αυτός που είναι διατεθειμένος να ριψοκινδυνέψει για να αποκτήσει την αρετή, και είναι άρα ευάλωτος σε κινδύνους, θα κερδίσει εμπειρίες και γνώσεις που θα τον πλησιάσουν στον στόχο του. «Είναι γενναιότερο και ωραιότερο ναδικηθείς παρά ναδικήσεις, να εξαπατηθείς παρά να εξαπατήσεις» όπως έγραψε ο Συκουτρής στην Ηρωική Αντίληψη Της Ζωής.
«Άρα, τίποτα δεν είναι πιο αξιέπαινο από το να ανταποκρίνεται κανείς στον πόθο για χάρη της αρετής. Αυτός είναι ο αυθεντικός Έρωτας της Ουρανίας Αφροδίτης, ένας έρωτας ουράνιος και ανεκτίμητος για τις πολιτείες και τους πολίτες, αφού προάγει την αρετή τόσο των εραστών όσο και των ερωμένων»σελ.125.
 
Αν σήμερα όλα αυτά μας ακούγονται σε πρώτη ανάγνωση ξένα ή απαρχαιωμένα, ακόμα και σοκαριστικά ή και, για κάποιους, «επικίνδυνα», δεδομένης της έμφασης που δίνεται στην ομοφυλοφιλία, αυτό πιστεύω οφείλεται περισσότερο στο ότι δεν έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τον έρωτα, παρά στον, φαινομενικό μόνο, προοδευτισμό των λεγομένων του Παυσανία. Ο Παυσανίας εγκωμιάζει τον έρωτα γενικά, όχι συγκεκριμένα τον ομοφυλοφιλικό, τον οποίο καταλήγει να επαινεί αποκλειστικά, επειδή ο διαχωρισμός που κάνει στον έρωτα είναι πρωτίστως ηθικός. Γιατί μόνο ο ενάρετος έρωτας (που είναι και ο μόνος αυθεντικός) θα ωφελήσει τους ερωτευμένους για να τους οδηγήσει στην πνευματική ανόρθωση. Η θέση της γυναίκας όμως στην αρχαία Ελλάδα κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν, με ελάχιστες να μορφώνονται και άρα να περνάνε την παραπάνω δοκιμασία του άξιου εραστή που έχει σκοπό τη βελτίωση του πνεύματος των ερωτευμένων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο έρωτας μεταξύ των δύο φύλων μπορεί να νοηθεί από τον Παυσανία μόνο ως σαρκική έλξη*. Ο μόνος λόγος τελικά που ξεχωρίζει ηθικά τον ομοφυλοφιλικό έρωτα είναι περιστασιακός και όχι ουσιαστικός.
 
Στην πραγματικότητα όμως, ο Παυσανίας αποδεικνύεται, στον σημερινό αναγνώστη, αρκετά συντηρητικός, αφού αναδεικνύει ως άξιους «πολιορκούμενους» ερωμένους, αυτούς που αρνούνται την ερωτική σχέση μέχρι ο επίδοξος εραστής να αποδείξει την ποιότητά του, μέσα από δοκιμασίες και με την πάροδο του χρόνου, που θα φανερώσουν αν έχει καλό σκοπό ή όχι. Προδίδεται έτσι η αντίληψή του για τον έρωτα, σαρκικό ή πνευματικό, πως είναι κάτι «ιερό», που αν δεν γίνει με το κατάλληλο άτομο, οι συμμετέχοντες κατά κάποιον τρόπο θα μολυνθούν, όχι απλά χάνοντας την ευκαιρία μιας πιο ουσιαστικής σχέσης, αλλά αμαυρώνοντας τον εραστή και ταυτόχρονα τον ερωμένο κατά την ερωτική πράξη. Τι πιο μακρινό από τη σημερινή αντίληψη του γρήγορου έρωτα και της συλλογής «εμπειριών», μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος σύντροφος που θα επιβεβαιώσει την προσπάθεια και θα χαρίσει «ευδαιμονία», όπως κι αν την εννοεί ο καθένας; Το μοναδικό προκλητικό της οπτικής του Παυσανία τελικά, είναι το πόσο εύκολα και άμεσα μεταφέρει τη συζήτηση στον ομόφυλο έρωτα, όταν διαπιστώνει την αδυναμία του ενός φύλου να ανταποκριθεί στα δικά του πρότυπα. Τι προκλητικό υπάρχει όμως σε αυτό; Μόνο ο άκρατος συντηρητισμός θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στη δυσαρέσκεια, όταν έρχεται αντιμέτωπος με μία τόσο ιδεαλιστική ή ιδανική (τελικά ρομαντική) εικόνα του έρωτα.
---------------------
* Θα μπορούσαμε εδώ βέβαια να κατηγορήσουμε τον Παυσανία με χαρακτηρισμούς όπως «σεξιστής» ή και «μισογύνης», και για την αποτυχία του να εντοπίσει το προφανές, ότι ο μόνος λόγος που οι γυναίκες της εποχής ήταν αμόρφωτες, ήταν άνδρες όπως ο ίδιος που δεν αναγνώριζαν το αυτονόητο της ισότητας των δύο φύλων αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας του Συμποσίου χρησιμοποιεί γυναικείο πρόσωπο, τη Διοτίμα, για να δώσει το τελευταίο εγκώμιο του κειμένου, που καθορίζει και οριστικοποιεί τη συζήτηση.
-------------------
Χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Δημήτρη Κοσμά από το:
Πλάτωνος Συμπόσιον (εκδ. Γνώση, 2011)
Για ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν:
Δημήτρης Σαραντάκος Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες; (εκδ. Γνώση, 2010)
Alfred-Edward Taylor Πλάτων, ο Άνθρωπος και το Έργο του (εκδ. ΜΙΕΤ, 2009)
Ησίοδος Θεογονία

Τα ομηρικά έπη και η ιστορία

Εξαιρετικά πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα είναι και η σχέση των δύο ομηρικών επών με την ιστορία. Τόσο η Ιλιάδα όσο και η Οδύσσεια προϋποθέτουν τον τρωικό πόλεμο, επεισόδιο που για τους αρχαίους Έλληνες θεωρούνταν αυθεντικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυθεντικότητα δεν σημαίνει ακριβή γνώση των ιστορικών γεγονότων, αλλά περισσότερο ό,τι οι αρχαίοι νόμιζαν ως πραγματικό γεγονός. Στη νεότερη εποχή παρόμοιες αντιλήψεις ενισχύθηκαν, έπειτα μάλιστα από τις ανασκαφές του αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν (Heinrich Schliemann, 1822-1890) και πολλών διαδόχων του στην Τροία (σημερινό Χισαρλίκ της ΒΔ Τουρκίας) και στην κυρίως Ελλάδα (Μυκήνες, Πύλος).
 
Υποστηρίχθηκε έτσι η άποψη ότι οι επονομαζόμενοι στα δύο ομηρικά έπη ως Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί, που προέρχονταν από έναν παλαιότερο ένδοξο πολιτισμό, τον μυκηναϊκό (1600-1200 π.Χ.), κυρίευσαν με πολιορκία μια πόλη στην περιοχή του Ελλησπόντου, την Τροία, η οποία βρέθηκε να έχει καταστραφεί από φωτιά (περίπου 1100-1200 π.Χ.). Στο μεταξύ, η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β το 1952 από τους Μάικλ Βέντρις (M. Ventris) και Τζον Τσάντγουικ (J. Chadwick), γλώσσας της μυκηναϊκής εποχής και πρώιμης μορφής της ελληνικής, που συντηρήθηκε στο ονοματολόγιο των δύο ομηρικών επών, ενίσχυσε την υπόθεση ότι μέσα από τη μακρά ποιητική παράδοση των δύο ομηρικών επών διασώθηκαν γεγονότα της ένδοξης μυκηναϊκής περιόδου. Η ένδοξη αυτή εποχή παύει να υπάρχει γύρω στο 1200, για να ακολουθήσει η παρακμή, η περίοδος των λεγόμενων «σκοτεινών χρόνων» (1100-800 π.Χ.), που συνδέεται με την κάθοδο των Δωριέων στον ελλαδικό χώρο.
 
Ως προς το ζήτημα της ιστορικότητας του τρωικού πολέμου, μέχρι και σήμερα, αρχαιολόγοι, ιστορικοί και φιλόλογοι, στηριζόμενοι τόσο σε αρχαιολογικά ευρήματα στον λόφο του σημερινού Χισαρλίκ όσο και σε σχετικά επιγραφικά και ιστορικά δεδομένα, επιχειρούν να συνδυάσουν το «όνειρο της Τροίας», που κέντρισε τη φαντασία ποιητών και καλλιτεχνών μετά τον Όμηρο, με την «πραγματική» ύπαρξη της πόλης των Χετταίων Βιλούσα (Wilus[s]a και Taruwisa/Trus[w]isa) -σημαντικό κέντρο εμπορίου που ταυτίζεται με την ομηρική πόλη Ἴλιος/Τροία- ενώ το εθνώνυμο Αχιγιάβα (Ahhiyawa) των χεττιτικών πηγών συνδέεται με τη χώρα των Αχαιών του Ομήρου, οι οποίοι επιτέθηκαν στην Τροία. Το συμπέρασμα είναι διπλό: το σκηνικό της ομηρικής αφήγησης είναι ιστορικό, και ο τρωικός πόλεμος εξαιρετικά πιθανός - που σημαίνει ότι πρέπει να πάρουμε τον Όμηρο στα σοβαρά.
 
Για τις προηγούμενες απόψεις έχουν διατυπωθεί οι επόμενες επιφυλάξεις. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν είναι, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, τόσο επαρκή και διαφωτιστικά, ώστε να αποδεικνύεται η βέβαιη εμπλοκή των μυκηναίων Αχαιών στην καταστροφή της Τροίας· πόσο μάλλον όταν η χρονολογία παρακμής των Μυκηνών και η καταστροφή της Τροίας χρονολογικά γειτονεύουν. Από την άλλη μεριά, η αναφορά λέξεων, κυρίως ονομάτων, της γραμμικής Β στα ομηρικά έπη δεν αποτελεί για πολλούς ειδικούς ικανό και ακλόνητο αποδεικτικό στοιχείο, για να εμπιστευθεί κάποιος και τα ίδια τα ιστορούμενα γεγονότα των δύο επών στις λεπτομέρειές τους. Εξάλλου, υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση (περίπου τετρακοσίων χρόνων) ανάμεσα στα δύο ομηρικά έπη και στην καταστροφή της Τροίας. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν η παράδοση των γεγονότων της μυκηναϊκής εποχής εκτιμηθεί συνεχής, έχει αναμφισβήτητα στο μεταξύ υποστεί μέσα στα έπη παραμορφώσεις, επεκτάσεις, επανερμηνείες, μετασχηματισμούς και προσαρμογές στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής του ποιητή.
 
Εξάλλου, η Οδύσσεια, καθώς επεκτείνεται στις θαλασσινές περιπλανήσεις ενός ήρωα, όπου προβάλλουν η σχεδόν απόκοσμη γεωγραφία και πολλά μαγικά και τερατικά στοιχεία, είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να σχετίζεται άμεσα με την ιστορική πραγματικότητα. Σε σχέση με τον κλειστό κάπως ορίζοντα της Ιλιάδας, που αναφέρεται σε θρύλους ηρώων σε δεδομένο κάπως χώρο και χρόνο, το οδυσσειακό έπος ανοίγεται στον κόσμο της νοβελιστικής περιπέτειας και του παραμυθιού. Σημαντικά όμως στοιχεία του πολιτισμού, της οικονομίας και της πολιτικής, που συντηρούνται στα δύο έπη, συγχρονίζονται με την εποχή της σύνθεσής τους. Οι λεγόμενοι «σκοτεινοί χρόνοι», με τους αποικισμούς, την ακμή του θαλάσσιου εμπορίου και την περιφερειακή κοινωνική οργάνωση σε κοινότητες, από τις οποίες θα προκύψουν σύντομα οι πόλεις-κράτη, δεν εκτιμώνται σήμερα ως πλήρης παρακμή αλλά ως μεταβατική εποχή. Στο πλαίσιό της η αντιμετώπιση των νέων συνθηκών επέβαλε, μέσω της νέας αριστοκρατικής τάξης που είχε διαδεχθεί τους μυκηναίους βασιλείς, την αναζήτηση δρόμων επικοινωνίας με την παράδοση. Τέλος, τα δύο ομηρικά έπη είναι έργα λογοτεχνίας και όχι ιστορίας ή χρονογραφίας. Μ᾽ αυτή την έννοια, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι τόσο λειψά παραδείγματα ιστορίας όσο έργα ποιητικής δημιουργίας, τα οποία, μέσα από μια πανελλήνιου χαρακτήρα προοπτική, διηγούνται το πώς οι Έλληνες του 8ου αι. π.Χ. έβλεπαν το ένδοξό τους παρελθόν.
 
Ύφος και γλώσσα
Η γλώσσα των ομηρικών επών είναι κράμα λέξεων, δομών και διαλεκτικών τύπων από διαφορετικές περιοχές και βαθμίδες της μακραίωνης εξέλιξης της ελληνικής από τη μυκηναϊκή εποχή μέχρι περίπου το 700 π.Χ. Στον κορμό της η γλώσσα των επών είναι ιωνική, περιέχει όμως και αιολικούς τύπους (βλ. διεξοδικότερα, Α.-Φ. Χριστίδης 2005, κεφ. 8 κ.ε.). Συντηρούνται επίσης πολλοί αρχαϊσμοί, με τις τεχνητές τους προσαρμογές, που ανάγονται σε πολύ παλαιότερες περιόδους, όταν οι διάλεκτοι δεν είχαν ολότελα διαφοροποιηθεί. Πρόκειται επομένως για μείγμα τόπων από διαφορετικές διαλέκτους ή διαφορετικές βαθμίδες της εξέλιξης των διαλέκτων αυτών, το οποίο δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά και διαμιάς, αλλά καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο της προφορικής παράδοσης (βλ. και παρακάτω).
 
Ο έντονα πολυδιαλεκτικός χαρακτήρας της ομηρικής γλώσσας την καθιστά λίγο πολύ τεχνητή, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα επικοινωνίας σε δεδομένο τόπο και συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ήταν βέβαια οικεία στον ποιητή και στο ακροατήριό του, την ίδια στιγμή όμως διαφοροποιούνταν σημαντικά από τις τρέχουσες γλωσσικές χρήσεις της εποχής. Και όμως, πλάι στο παραδοσιακό ηρωικό ύφος, συχνά κάνουν την εμφάνισή τους λέξεις και εκφράσεις της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση η γλώσσα των δύο ομηρικών επών είναι ειδικού τύπου, με δικό της αναμφισβήτητα κώδικα, η οποία όμως μπορούσε να εκσυγχρονίζεται και να εξελίσσεται, ενσωματώνοντας τύπους από σύγχρονες διαλέκτους και παρακολουθώντας τους μηχανισμούς της λογοτεχνικής γλώσσας της εποχής. Σε μεταγενέστερα χρόνια, εξαιτίας της ακτινοβολίας που απέκτησαν τα έπη, η γλώσσα τους καθιερώθηκε ως «λογοτεχνική διάλεκτος».
 
Η μακραίωνη καλλιέργεια της γλώσσας των δύο επών στο πλαίσιο της προφορικής επικής παράδοσης της προσδίδει χαρακτήρα τυπικό. Ο τυπικός χαρακτήρας στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε στερεότυπα μερίδια λόγου (λέξεις-φράσεις-στίχους και θέματα), που διευκολύνουν το έργο της σύνθεσης. Στη σχηματική τους διαίρεση δύο είναι οι βασικοί τύποι της γλώσσας των επών: ο εκφραστικός και ο θεματικός. Ο πρώτος, ο εκφραστικός τύπος ή «λογότυπος», περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες, ονοματικές ή ρηματικές, φράσεις (λ.χ. θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας· ὣς φάτο = έτσι μίλησε), ακόμη και ολόκληρους στίχους (τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά). Ο δεύτερος τύπος, ο θεματικός, αποδίδει τον παραδοσιακό όρο «θέμα» και περιλαμβάνει: (α) επαναλαμβανόμενες, μικρής σχετικά έκτασης, δραστηριότητες (ικεσία, θυσία, οπλισμός), που ονομάζονται και «τυπικές σκηνές»· (β) ιστορίες με έναν παραδοσιακό θεματικό πυρήνα (λ.χ. το θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας)· (γ) τις δομές των εκτενών παραδοσιακών ιστοριών (λ.χ. ένας ήρωας εξαφανίζεται, προκαλώντας οδύνη στους οικείους του, και τελικά επιστρέφει)· (δ) τα «μεγαθέματα» (όπως ο πόλεμος, η ομιλία και ο νόστος), που συγκροτούν την πλοκή εκτενών παραδοσιακών ιστοριών στο σύνολό τους.
 
Οι στερεότυπες φράσεις εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τις ανάγκες της προφορικής, έμμετρης σύνθεσης. Το επικό μέτρο ήταν προσωδιακό. Στηριζόταν δηλαδή στη διαδοχή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ρυθμική μονάδα του αρχαϊκού έπους είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος.
 
Σύνθεση, εκφορά, μετάδοση
Στον διαλεκτικό, εν μέρει τεχνητό, χαρακτήρα της γλώσσας των επών, μαζί με την τυπολογία και το μέτρο, συνέβαλε καθοριστικά και το γεγονός ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ανήκουν στον κορμό της παραδοσιακής προφορικής ποίησης. Προφορικότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι ένα παραδοσιακό τραγούδι συντίθεται, απαγγέλλεται και μεταδίδεται προφορικά. Ως προς την προφορική απαγγελία και τη μετάδοση των δύο ομηρικών επών δεν τίθεται μάλλον ζήτημα, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό υλικό που διαθέτουμε σήμερα δείχνει ότι το σύνολο της πρώιμης, επικής και λυρικής, ποίησης εκτελείται και κυκλοφορεί προφορικά έως και τον 5ο αι. π.Χ. Σήματα εξάλλου προφορικής εκτέλεσης ενός τραγουδιού συντηρούνται κυρίως μέσα στην Οδύσσεια με τις συνοπτικές αοιδές του Φήμιου στην Ιθάκη και του τυφλού Δημοδόκου στη Σχερία. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα της προφορικής σύνθεσης των δύο ομηρικών επών, το οποίο και περιπλέκεται, δεδομένου ότι το αλφάβητο εγκαινιάζεται στον ελλαδικό χώρο το νωρίτερο στις αρχές του 8ου αι. π.Χ.
 
Την άποψη ότι τα ομηρικά έπη έχουν συντεθεί προφορικά, δίχως την οποιαδήποτε υποστήριξη της γραφής, εισηγήθηκε γύρω στα τέλη με αρχές της δεκαετίας του 1930 ο αμερικανός ερευνητής Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry, 1902-1935), ο οποίος συγκρότησε τη λεγόμενη «θεωρία της προφορικής σύνθεσης». Σύμφωνα μ᾽ αυτή τη θεωρία, η σύνθεση ενός προφορικού τραγουδιού γίνεται τη στιγμή που αυτό εκφέρεται από τον αοιδό μπροστά στο ακροατήριο, με βάση τον απομνημονευτικό αυτοσχεδιασμό, πάνω σ᾽ ένα πλούσιο, παραδοσιακό και τυπικό υλικό σε λέξεις, φράσεις, στίχους και θέματα. Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της προφορικής σύνθεσης παίζει ο δακτυλικός εξάμετρος, καθώς στις μετρικές του υποδοχές προσαρμόζονται κατάλληλα οι παραδοσιακοί λογότυποι, κοινό κτήμα των ποιητών που δρουν σε μια δεδομένη παράδοση. Από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αοιδού προορίζεται για ακροατές και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό, οι έτοιμες φράσεις, με τα ποικίλα διαλεκτικά τους χαρακτηριστικά που προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες μετρικές υποδοχές, αποδεικνύονται χρήσιμες και άκρως λειτουργικές στη διαδικασία της σύνθεσης. Η όλη προφορική διαδικασία σύνθεσης εφαρμόστηκε σε έρευνες που έκανε ο Πάρυ και στη συνέχεια ο μαθητής του Άλμπερτ Λορντ (Albert B. Lord), σε ομάδες βάρδων σε περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας· από εκεί μεταφέρθηκε ως ερμηνευτικό σχήμα που θα μπορούσε να εξηγήσει τη σύνθεση των ομηρικών επών.
 
Η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συνέβαλε καθοριστικά στη μελέτη της φύσης της γλώσσας των επών. Εξήγησε σε πολλά σημεία τον διαλεκτικό και ειδικό της χαρακτήρα, διαφώτισε τη λειτουργία του μέτρου, και φάνηκε, στην αρχή τουλάχιστον, ότι έλυσε και το περίφημο ομηρικό ζήτημα, καθώς λεξιλογικά στοιχεία των επών, που αποδίδονταν σε διαφορετικούς ποιητές ή σε διαφορετικά στρώματα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, θεωρήθηκαν ότι προέρχονται από το πλούσιο υλικό της προφορικής παράδοσης.
 
Στα μεταγενέστερα χρόνια η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συστηματοποιήθηκε, αλλά και τροποποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται τάσεις πιο σύνθετες ή συνδυαστικές. Ο πλήρης, κατ' αρχάς, διαχωρισμός ανάμεσα στην προφορική και στη γραπτή σύνθεση των ομηρικών επών θεωρείται σήμερα κάπως μηχανιστικός ή απλουστευτικός. Υποστηρίζεται, για παράδειγμα, ότι ένας πεπειραμένος και δεξιοτέχνης αοιδός μπορούσε, εκτός από το να αυτοσχεδιάζει, να συνθέτει ατομικά, λίγο πριν από την απαγγελία, το παραδοσιακό του τραγούδι. Μπορούσε ακόμη να στοχάζεται και να απομνημονεύει όχι μόνο τυπικές λέξεις, φράσεις και στίχους, αλλά και τεχνικές, θέματα και σχέσεις μεταξύ φράσεων, στίχων και θεμάτων, ώστε το αποτέλεσμα της σύνθεσής του να τρέπεται από εφήμερο ψυχαγωγικό έργο σε μνημειακή, ολοκληρωμένη ποιητική σύνθεση. Ακόμη, η παρουσία ενός κεντρικού σχεδίου (με αρχή, μέση και τέλος), αλλά και οι σύνθετες τεχνικές που εφαρμόζονται στα ομηρικά έπη μάς υποχρεώνουν να δεχθούμε ότι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν προϊόντα απρόσωπων απαγγελιών και, προπάντων, να συντεθούν σε περιβάλλον όπου δεν υπήρχε η γραφή. Με δεδομένη μάλιστα την άποψη ότι, στην αρχή τουλάχιστον της εμφάνισής της, η γραφή όχι μόνο δεν εξαφανίζει τον προφορικό λόγο, αλλά υποστηρίζει την κυκλοφορία του, το ενδεχόμενο τα δύο ομηρικά έπη να έχουν συντεθεί με την υποστήριξή της είναι εξαιρετικά πιθανό. Κρίνεται έτσι φρονιμότερη η υιοθέτηση της άποψης ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μόνον ως προς την καταγωγή τους είναι προφορικά έπη.
 
Στο ζήτημα του χρόνου της καταγραφής των επών και πάλι οι γνώμες διχάζονται: οι πιστοί οπαδοί της προφορικής σύνθεσης υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος δεν γνώριζε γραφή, υπαγόρευσε όμως τα έργα του σε εγγράμματους ομοτέχνους του ή γραφείς, ώστε το έργο του να αποκτήσει διαχρονική σημασία. Άλλοι υιοθετούν την πιο ελκυστική υπόθεση ότι το αλφάβητο λειτούργησε, νωρίς ήδη, ως μέσο διατήρησης της μνημειακής επικής ποίησης. Αυτό πάντως που έχει σημασία είναι ότι, ανεξάρτητα από την πρώιμη ή μεταγενέστερη καταγραφή τους, τα δύο ομηρικά έπη συνέχισαν να μεταδίδονται προφορικά. Μέχρι που τον 6ο αι. π.Χ., σύμφωνα με μεταγενέστερες πηγές, την εποχή του Σόλωνα, του τυράννου Πεισιστράτου ή του γιου του Ίππαρχου, δημιουργείται το πρώτο «κλασικό» γραπτό κείμενο του Ομήρου, προκειμένου να χρησιμοποιείται από τους ραψωδούς που απήγγελλαν τα δύο έπη στα Παναθήναια.
 
Ως προς το παραδοσιακό υλικό των επών, τους λογοτύπους, σήμερα γίνεται δεκτό ότι, εκτός από τη μετρική τους χρησιμότητα, που διευκολύνει αναμφισβήτητα το έργο της σύνθεσης, διαθέτουν ποιητικό νόημα και σημασία ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα. Όταν, για παράδειγμα, ο γέροντας Πρίαμος γονυπετής φιλάει τα αντροφόνα χέρια του Αχιλλέα, η φράση χεῖρας […] | ἀνδροφόνους (Ω 478-479) δεν είναι μόνο μετρικά χρήσιμη και τυπική, αλλά διαθέτει ιδιαίτερη λειτουργική σημασία. Επομένως, το ποιοι λογότυποι θα χρησιμοποιηθούν σε μια δεδομένη αφηγηματική περίσταση δεν καθορίζεται μόνο από τους μετρικούς λόγους αλλά και από το παραδοσιακό νόημα των λογοτυπικών συνδυασμών, που έρχονται από τη μακρά προφορική παράδοση. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι τυπικές ονοματικές φράσεις πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς και πολύμητις Ὀδυσσεύς έχουν την ίδια μετρική αξία. Κι όμως, τα δύο ονόματα δεν ανταλλάσσουν ποτέ τους οικείους προσδιορισμούς τους: το πολύμητις δηλαδή δεν εμφανίζεται ποτέ δίπλα στον Αχιλλέα, ούτε το πόδας ὠκὺς ως συνοδευτικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα.
 
Τέλος, την ίδια αντιστοιχία και ευελιξία προς το περιεχόμενο παρουσιάζουν και οι θεματικοί τύποι (οι τυπικές σκηνές και τα θέματα), που χρησιμεύουν στη σύνθεση των επών στο σύνολό τους. Παρατηρείται δηλαδή ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, οι τυπικές σκηνές και τα θέματα μπορεί να παραλλάσσονται, να συμπτύσσονται ή να επεκτείνονται, ενώ απόμακρες τυπικές δραστηριότητες (για παράδειγμα, οι ικεσίες του Χρύση και του Πριάμου στην αρχή και στο τέλος της Ιλιάδας) μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους. Γενικότερα, μορφή και νόημα στα ομηρικά έπη βρίσκονται σε στενή σχέση και συνεχή επικοινωνία.
 
Η πρόσληψη της επικής διήγησης
Το αφηγηματικό υλικό της προφορικής επικής ποίησης απαρτίζεται σε μεγάλο μέρος της από παραδοσιακά θέματα, τα οποία ήταν ήδη γνωστά στον ακροατή. Οικείο και επίσης γνωστό ήταν το μέσο, η λογοτυπική δηλαδή γλώσσα του εξάμετρου στίχου. Το ερώτημα κατ᾽ επέκταση που τίθεται είναι με ποια κριτήρια το ακροατήριο εκτιμούσε ως εξαιρετική ή υψηλή την επίδοση ενός αοιδού, ο οποίος χειριζόταν ένα θέμα γνωστό και οικείο ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή του.
 
Από τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν οι εσωτερικοί ακροατές της Οδύσσειας τα τραγούδια των αοιδών, κυρίως του Δημοδόκου, διαπιστώνεται ότι βασικό κριτήριο ήταν ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο χειριζόταν ο αοιδός το παραδοσιακό του υλικό. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ένας δεξιοτέχνης αοιδός, προκειμένου να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των ακροατών στην παρακολούθηση της διήγησης, μπορούσε, και έπρεπε, να χειρίζεται με άνεση και ευελιξία την παραδοσιακή γλώσσα· να παρουσιάζει δικαιολογημένη την εξέλιξη της επικής δράσης και να οργανώνει με οικονομημένο τρόπο τα ιστορούμενα γεγονότα· ακόμη, να είναι σε θέση να συντάσσει τη διήγηση με ενάργεια, παραστατικότητα και αληθοφάνεια· τέλος, να προκαλεί την ένταση και την αδημονία του ακροατή για το πώς θα εξελιχθούν τα δρώμενα.
 
Στη σύνθεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αναγνωρίζονται τα προηγούμενα χαρακτηριστικά σε σημαντικό βαθμό. Και στα δύο έπη εντοπίζονται ίχνη από μυθολογικά ή νοβελιστικά θέματα, συνδεδεμένα σε άλλα έργα με διαφορετικούς ήρωες (θέμα της οργής, νόστοι, κατάβαση στον Άδη). Απαντούν επίσης υπαινιγμοί σε μυθολογικά κατορθώματα ηρώων (λ.χ. η Αργοναυτική εκστρατεία) ή παλαιές έριδες των ολυμπίων θεών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη θεϊκή τάξη και να εδραιώσουν την ιεραρχία τους. Γίνονται τέλος αναφορές σε θέματα του τρωικού πολέμου και των γεγονότων που τον ακολούθησαν (στην κρίση του Πάρη, στη συγκέντρωση του στόλου και των αρχηγών στην Αυλίδα, στην άλωση της Τροίας, στον θάνατο του Αχιλλέα, στη μελλοντική αναχώρηση του Οδυσσέα από την Ιθάκη). Όλα αυτά τα θέματα σε μεγάλο μέρος τους φιλοξενούνται στο κύριο υλικό των μεταγενέστερων αποσπασμάτων του επικού κύκλου (Κύπρια, Αιθιοπίς, Νόστοι, Τηλεγόνεια).
 
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι το πλούσιο αυτό παραδοσιακό υλικό δεν περνάει στα δύο έπη αυτούσιο, αλλά με υπαινικτικό και άκρως επιλεκτικό τρόπο, προκειμένου να εξυπηρετήσει, σε μια νέα πλέον προοπτική, τις ανάγκες της αφηγηματικής πλοκής των δύο επών. Προπάντων, το παραδοσιακό υλικό στα ομηρικά έπη (σε αντίθεση προς τα αποσπάσματα του επικού κύκλου όπου τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, δίχως η αφήγηση να επικεντρώνεται σ᾽ έναν ξεχωριστό ήρωα) οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό θεματικό άξονα (τη μῆνιν στην Ιλιάδα και τον νόστο στην Οδύσσεια) και έναν βασικό πρωταγωνιστή (τον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα). Την άρτια οργάνωση του υλικού των δύο ομηρικών επών έναντι των υπολοίπων του επικού κύκλου τονίζει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.1): «[…] και σε τούτο ο Όμηρος είναι θεσπέσιος, όταν τον συγκρίνουμε με τους άλλους. Δηλαδή δεν καταπιάστηκε να κάμει ποίημα ολόκληρο τον τρωικό πόλεμο, αν και έχει αρχή και τέλος. Αν το έκαμε, ο μύθος θα ήταν μεγάλος και όχι ευσύνοπτος. Αν πάλι είχε μικρότερο μέγεθος ο πόλεμος, τότε θα ήταν πάρα πολύ περίπλοκος εξαιτίας της ποικιλίας των γεγονότων. Τώρα όμως, αφού ο Όμηρος διάλεξε ένα μέρος, από τα υπόλοιπα χρησιμοποιεί πολλά σαν επεισόδια, όπως τον κατάλογο των πλοίων [ραψ. Β] και άλλα επεισόδια με τα οποία ποικίλλει το ποίημα.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Η «πρωτοτυπία» έτσι στη σύνθεση της αφηγηματικής ύλης των δύο ομηρικών επών έγκειται όχι, όπως συμβαίνει λίγο πολύ σήμερα, στην απομάκρυνση του ποιητή από την παράδοση, αλλά ακριβώς στον συνεχή και δραστήριο συναγωνισμό του με αυτήν, την οποία και εξελίσσει με την περίτεχνη αναδιαμόρφωση των παραδοσιακών θεμάτων.
 
Τέλος, από τη στιγμή που ο ακροατής γνωρίζει λίγο πολύ την εξέλιξη του μύθου των δύο επών, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται από την ίδια την έκβαση των συμβάντων στον τρόπο εξέλιξης της αφηγηματικής πλοκής. Συγκεκριμένα, πώς θα εξελιχθεί η ιλιαδική βουλή του Δία ή ποια μέσα θα χρησιμοποιήσει ο Οδυσσέας για να επιστρέψει στην πατρίδα του και να εξοντώσει τους μνηστήρες της γυναίκας του. Ο επιδέξιος χειρισμός του αφηγηματικού προγράμματος προϋποθέτει τη χρήση διηγητικών τεχνικών όπως είναι η επιβράδυνση, η αναδρομή, η προοικονομία, η έκπληξη και η αγωνία για ό,τι πρόκειται να συμβεί. Ο ποιητής όμως ποτέ δεν αποκαλύπτει με πληρότητα τους στόχους της αφήγησής του. Έτσι, την ίδια στιγμή που ένα στοιχείο αποκαλύπτεται, ένα άλλο με έξυπνο τρόπο αποκρύπτεται. Αποτέλεσμα: ο ακροατής γνωρίζει το γενικό σχέδιο της δράσης, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πορεία της.
 
Ιλιάδα και Οδύσσεια: αναλογίες και διαφορές
Καίρια ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο επών (λ.χ., ποιο από τα δύο έπη προηγείται και ποιο ακολουθεί; ανήκουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στον ίδιο ή σε διαφορετικό ποιητή; οι ομοιότητες στη γλώσσα και στα παράλληλα θέματα είναι προϊόντα απευθείας μίμησης του ενός έπους από το άλλο ή θα πρέπει να αναχθούν στην προφορική παράδοση;) δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με βέβαιο και κατηγορηματικό τρόπο. Παρ' όλα αυτά, με βάση χαρακτηριστικές ενδείξεις, μερικές από τις οποίες σχολιάζονται στη συνέχεια, γίνεται δεκτό σήμερα από πολλούς ομηριστές ότι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, που σημαίνει ότι προϋποθέτει την Ιλιάδα, συχνά τη «μιμείται» και σκόπιμα τη συναγωνίζεται. Μια τέτοια σχέση προϋποθέτει ότι τα δύο έπη παρουσιάζουν προφανείς αναλογίες αλλά και χαρακτηριστικές διαφορές.
 
Στην κάπως άνιση έκταση των δύο επών -η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 και η Οδύσσεια από 12.110 στίχους- αντιστοιχεί το διαφορετικό θεματικό τους περιβάλλον. Η Ιλιάδα είναι κυρίως πολεμικό και δραματικό ποίημα, ενώ η Οδύσσεια, δίχως να αποκλείει τα πολεμικά επεισόδια, όπως είναι η «Μνηστηροφονία», παραμένει κατά βάση μεταπολεμικό έπος, του νόστου και της επανένωσης με τους οικείους. Στη συμπληρωματικού τύπου αυτή αντίθεση υπεισέρχονται άλλες ειδικότερες. Στην Ιλιάδα δεσπόζει η προβολή της αγριότητας της μάχης και των συνεπειών της, ενώ, παρά το συμφιλιωτικό της επιλογικό μέρος ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, πάνω από τα κεφάλια των ηρώων αιωρούνται η απειλή του θανάτου και η άλωση της Τροίας. Ο μύθος της Οδύσσειας εξελίσσεται πιο αισιόδοξα: η αναρχία και η αταξία, που κυριαρχούν στην Ιθάκη κατά το διάστημα της απουσίας του Οδυσσέα, τερματίζονται με τον νόστο του πρωταγωνιστή της, ο οποίος τιμωρεί τους μνηστήρες της Πηνελόπης και αναγνωρίζεται από τον γιο, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του. Η συμφιλίωση που επιβάλλεται από τους θεούς ανάμεσα στον Οδυσσέα, στους συμμάχους του και στους συγγενείς των εξοντωμένων μνηστήρων στο τέλος της Οδύσσειας είναι ασφαλώς πιο αισιόδοξη από ό,τι η μάλλον πένθιμη της Ιλιάδας. Τέλος, ο επιλογικός ορίζοντας και των δύο επών παραμένει ανοιχτός: στην Ιλιάδα εκκρεμεί η συνέχιση του πολέμου με τα δραματικά του παρεπόμενα, ενώ στην Οδύσσεια ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από την Πηνελόπη σκιάζεται από τις νέες περιπέτειες που περιμένουν τον σύζυγο από μια δεύτερη αποδημία.
 
Και στα δύο έπη, εκτός από τις ισχυρές, παθολογικές και άνισες, σχέσεις ανάμεσα σε συμπολεμιστές και εταίρους, τονίζεται το σύνθετο πλέγμα των στενών οικογενειακών δεσμών (Πηλέας-Θέτιδα και Αχιλλέας· Πρίαμος-Εκάβη και Έκτορας-Ανδρομάχη-Αστυάναξ· Λαέρτης-Αντίκλεια και Πηνελόπη-Οδυσσέας-Τηλέμαχος). Ο επιτονισμός αυτός, κυρίως στην Οδύσσεια, επιτυγχάνεται με την αντιπαράθεση ανάμεσα σε έμπιστα ζεύγη (Οδυσσέας-Πηνελόπη), σε παρασυζυγικά (Ελένη-Πάρης), σε άπιστα (Αγαμέμνονας-Κλυταιμνήστρα) ή κάπως ψυχρά (Μενέλαος-Ελένη). Ο πόλεμος στην Ιλιάδα διαλύει κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις -η συμφιλίωση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο είναι ασφαλώς λαμπρή εξαίρεση-, ενώ στην Οδύσσεια ο νόστος, παρά την απώλεια των εταίρων, τις εδραιώνει.
 
Οι σχέσεις ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, στον άντρα και στη γυναίκα, στους επώνυμους ήρωες και στο ανώνυμο πλήθος στο πολεμικό σκηνικό της Ιλιάδας είναι περιορισμένες και δεδομένες. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι σχέσεις μεταξύ των θνητών διευρύνονται με την αναβαθμισμένη εκπροσώπηση των γυναικών, των απλών ανθρώπων και των δούλων. Σκηνές της καθημερινής ζωής αφθονούν στην Οδύσσεια, ενώ στην Ιλιάδα μετατοπίζονται στον χώρο της παρομοίωσης. Το πολιτικό στοιχείο αναδεικνύεται περισσότερο στην Οδύσσεια από ό,τι στην Ιλιάδα, όπου το μένος του πολεμιστή αποκλείει κατά κανόνα τη διαπραγμάτευση. Η ορθή κρίση και η συμβουλή στο πλαίσιο της συνέλευσης, και θεσμοί, όπως η φιλοξενία, συντηρούνται επίσης στην Ιλιάδα, έρχονται ωστόσο σε δεύτερη μοίρα.
 
Ανάλογα προβάλλονται και οι διαφορετικές αξίες που στηρίζουν την ιδεολογία των δύο επών. Το θέμα της τιμής του Αχιλλέα στην Ιλιάδα αντιπαραβάλλεται στον αγώνα που δίνει ο Οδυσσέας για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του στην Οδύσσεια. Η κατάκτηση του κλέους (φήμης και δόξας) αφορά και στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές των επών. Όμως, ενώ για τον ιλιαδικό πολεμιστή το κλέος συνδέεται με τον θάνατό του στο πεδίο της μάχης και τη στέρηση του νόστου, στην Οδύσσεια το κλέος του πρωταγωνιστή της προϋποθέτει την έξοδο από τον θάνατο -χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Νέκυια»- και εδραιώνεται με την επιστροφή στην πατρίδα του.
 
Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια οι βασικοί πρωταγωνιστές της, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, αποσύρονται στην αρχή, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, από το προσκήνιο της αφηγηματικής δράσης, επιτρέποντας έτσι σε άλλους ήρωες (στον Αγαμέμνονα, στον Διομήδη, στον Πάτροκλο στην Ιλιάδα· στον Τηλέμαχο στην Οδύσσεια) να τους υποκαταστήσουν, όχι όμως και με αποτελεσματικό τρόπο. Η απουσία των δύο ηρώων από τα αφηγηματικά δρώμενα προκαλεί αναπόφευκτα βάσανα και οδύνη στους συμπολεμιστές και στην οικογένειά τους. Καθυστερημένα Αχιλλέας και Οδυσσέας, έχοντας απαρνηθεί ο πρώτος άδοξη ζωή και νόστο, ο δεύτερος τη φυλακισμένη αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ, επιστρέφουν τελικά στο προσκήνιο της δράσης και εκδικούνται τους μισητούς εχθρούς τους: τον Έκτορα ο Αχιλλέας· τους μνηστήρες ο Οδυσσέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο κεντρικά φονικά επεισόδια εμφανίζονται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
 
Ανάμεσα ωστόσο στους δύο ήρωες υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές: ο Αχιλλέας είναι πιο αυθόρμητος, ευθύς στα λόγια και ήρωας της βίας, του πάθους και της πράξης. Ο Οδυσσέας είναι πιο επιφυλακτικός και ικανός ρήτορας, ήρωας κατεξοχήν της πανουργίας και του δόλου. Το ήθος και των δύο αντιστοιχεί στη διαφορετική θεματολογία και ιδεολογία των δύο επών: στη βία της ιλιαδικής ανοικτής μάχης, όπου η τιμή του πολεμιστή επιβάλλει την αντιμετώπιση του αντιπάλου σώμα με σώμα, αντιβάλλονται η εφαρμογή της οδυσσειακής ενέδρας, η χρήση του αντιηρωικού τόξου από τον Οδυσσέα στη μνηστηροφονία, τα πλανερά λόγια ή και το ψέμα. Από τον τραγικό κόσμο της Ιλιάδας περνάμε στον κατεξοχήν ειρωνικό της Οδύσσειας, όπου η εξέλιξη της δράσης, μέσω κυρίως των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων του πρωταγωνιστή της, στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στην άγνοια και στη γνώση, στην αποκάλυψη και στην απόκρυψη, στον λόγο και στην πράξη.
 
Χαρακτηριστική είναι επίσης και στα δύο έπη η παρουσία και εμπλοκή των θεών και δαιμόνων στον χώρο των θνητών. Γενικά, ο κόσμος των αθανάτων Ολυμπίων στα δύο έπη αντιπαρατίθεται έντονα προς τον κόσμο των θνητών. Για παράδειγμα, οι έριδες για τους πρώτους παίρνουν τις διαστάσεις της παρωδίας και του κωμικού, ενώ για τους δεύτερους έχουν τραγικές συνέπειες. Στην Ιλιάδα οι θεοί παρουσιάζονται πιο συχνά με τα ελαττώματα των ηρώων -για παράδειγμα ερίζουν εξαιτίας τους- μοιρασμένοι στα αντίπαλα στρατόπεδα, παρεμβαίνουν περισσότερο και πιο συχνά στον χώρο των θνητών και συμβάλλουν, καθοριστικά και με ύπουλο τρόπο, στον θάνατο συμπαθητικών ηρώων (του Πατρόκλου και του Έκτορα). Αντίθετα στην Οδύσσεια οι θεοί εμπλέκονται λιγότερο και αραιότερα στην αφηγηματική δράση -κατεξοχήν ο Δίας και η Αθηνά, και σποραδικά ο Ερμής- και επεμβαίνουν κυρίως όταν πρόκειται να αποκαταστήσουν τη δικαιοσύνη στον χώρο των θνητών. Καταδικάζουν την αλαζονεία του Αιγίσθου και των μνηστήρων και επιβάλλουν το δίκιο, μαζί με το αίσιο τέλος του οδυσσειακού έπους, μέσω της παρέμβασης της θεάς Αθηνάς. Αν και στο οδυσσειακό έπος ο Ποσειδώνας, εχθρός του Οδυσσέα, καθυστερεί τον νόστο του, η γενικότερη, πιο εξελιγμένη, ηθική και θεοδικία που παρουσιάζει η Οδύσσεια έναντι της Ιλιάδας, αποδίδεται στον μεταγενέστερο χρόνο της σύνθεσής της.
 
Γενικότερα, η Οδύσσεια φαντάζει σε πολλά της σημεία ἐπίλογος της Ιλιάδας (Λογγίνος, 1ος αι. μ.Χ., Περί Ύψους 9.12). Ο θάνατος του Αχιλλέα, ο δούρειος ίππος και η άλωση της Τροίας, η επιστροφή της Ελένης, η δολοφονία του Αγαμέμνονα, τα βάσανα και οι περιπλανήσεις του νόστου των Αχαιών εμφανίζονται, έμμεσα ή άμεσα, στην Οδύσσεια, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το οδυσσειακό έπος, αν και δεν αναφέρεται ρητά σε επεισόδια του ιλιαδικού, το αγνοεί πλήρως.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο συντάσσεται το αφηγηματικό υλικό στα δύο έπη, ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.2) αναφέρει: «Έτσι, και τα ποιήματά του [ενν. ο Όμηρος] το ένα, την Ιλιάδα, το σύνθεσε απλό και γεμάτο παθήματα, και την Οδύσσεια, τη σύνθεσε περίπλοκη (γεμάτη αναγνωρίσεις από την αρχή έως το τέλος) και με χαρακτήρες.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Εξειδικεύοντας κάπως την «απλή» σύνθεση, θα λέγαμε ότι η σύνταξη της αφηγηματικής δράσης της Ιλιάδας, δίχως να στερείται τη συμμετρία στη σύνθεση (που εξασφαλίζεται με παραλληλισμούς και αντιθέσεις), είναι γραμμική και προοδευτική: αρχίζει με τη σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα, εξελίσσεται με τον θάνατο του Πατρόκλου, κορυφώνεται με την εξόντωση του Έκτορα και κατευθύνεται, στον χώρο πλέον του μεταϊλιαδικού μύθου, προς τον θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Έναντι της κάπως απλούστερης δομής της Ιλιάδας η αντίστοιχη της Οδύσσειας αποδεικνύεται πράγματι συνθετότερη και πολύπλοκη. Ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η αφηγηματική δράση του οδυσσειακού έπους επιτρέπει την απότομη εναλλαγή των σκηνών και τη συχνότερη μετατόπιση των αφηγηματικών δρωμένων στον χώρο και στον χρόνο. Κυρίαρχο αφηγηματικό τέχνασμα οι «Απόλογοι» του Οδυσσέα, στο πλαίσιο των οποίων το έπος απλώνεται στον κόσμο του παραμυθιού. Εδώ τα γεγονότα μπορεί να φαίνονται «λιγότερο πιθανά» από ό,τι οι ηρωικές μάχες της Ιλιάδας, υψώνονται ωστόσο στη σφαίρα της αφηγηματικής τέχνης και, γενικότερα, της καλλιτεχνικής φαντασίας. Στην Ιλιάδα οι διεξοδικές πρωτοπρόσωπες διηγήσεις ηρώων είναι περιορισμένες και λειτουργούν συχνά ως μυθολογικά παραδείγματα που αποσκοπούν στην παραίνεση ενός ήρωα για να δράσει.
 
Γενικότερα, η Οδύσσεια μας δίνει μια πιο παραστατική, έναντι της Ιλιάδας, εικόνα για την αφηγηματική τέχνη και την ποίηση ειδικότερα. Αν και στα δύο έπη οι Μούσες είναι που υποστηρίζουν το έργο του αφηγητή στη διήγηση, η Οδύσσεια παρουσιάζει όχι μόνο τον βασικό της πρωταγωνιστή ως δεξιοτέχνη αφηγητή, αλλά διαθέτει επώνυμους και δεξιοτέχνες αοιδούς, τον Φήμιο στην Ιθάκη και τον Δημόδοκο στη Σχερία, με ιδεατούς ακροατές τους απόκοσμους Φαίακες. Η αφηγηματική δράση στην Ιλιάδα είναι καθοριστικά ριζωμένη στην πραγματικότητα του πολέμου και στο αναπότρεπτο του θανάτου. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι ήρωες βρίσκουν συχνά την ευκαιρία να μετατρέπουν τα βάσανα της ζωής τους σε ιστορίες που τέρπουν και θέλγουν. Και τα δύο ωστόσο έπη εδραιώθηκαν στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία όχι τόσο εξαιτίας των αναλογιών και των διαφορών που παρουσιάζουν μεταξύ τους, αλλά επειδή έθεσαν με καίριο τρόπο κρίσιμα προβλήματα του ανθρώπου, τα οποία προσπάθησαν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν.

Ζήσε

Ζήσε τη ζωή σου μαζί με ανθρώπους που χαίρονται με τις χαρές σου, λυπούνται με τις λύπες σου. Με αυτούς που εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους με πράξεις σεβασμού προς εσένα. Με όσους ενδιαφέρονται να σχετιστούν μαζί σου, όχι για εκείνα που θα αποκομίσουν από σένα, αλλά γιατί εκτιμούν καθετί που μοιράζεσαι μαζί τους. Όπου η ευγνωμοσύνη τους σε κάνει να θέλεις να τους προσφέρεις ολοένα και περισσότερα, γνωρίζοντας με βεβαιότητα, πως ακόμα κι αν σταματήσεις για ένα διάστημα να το κάνεις, για λόγους πέρα από τη θέλησή σου, εκείνοι θα συνεχίσουν να σε εκτιμούν και να σε σέβονται.

  Με τους ανθρώπους που προστατεύουν τα συναισθήματά τους για σένα και δεν αφήνουν τους φόβους τους να αλώσουν την αγάπη τους και τις γνώμες των άλλων να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη τους σε σένα. Με εκείνους που οι αλήθειες που σου εκφράζουν αφορούν στα συναισθήματά τους για τις συμπεριφορές σου και όχι στις κρίσεις τους για την προσωπικότητά σου και που η συγγνώμη τους εκφράζει τη μεταμέλειά τους. Με εκείνους που εναρμονίζονται με τις ιδέες σου και οι διαφωνίες τους εκφράζονται με τρόπο που δεν σε ακυρώνει, αλλά με επιχειρήματα και σεβασμό στην εξέλιξή σου.

 Με αυτούς που οι αρχές τους διαπνέονται από τα ίδια ιδεώδη με τα δικά σου. Όπου η ηθική τους δεν προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ανάγκες τους αποσκοπώντας να σε χρησιμοποιήσουν ή από τις προκαταλήψεις τους που εξυπηρετούν τη βιτρίνα τους, αλλά διαμορφώνεται από την αγάπη και το σεβασμό στον εαυτό τους και σε σένα. Με όσους δίνουν καθημερινά τις προσωπικές τους μάχες με τα εσωτερικά τους «τέρατα» για να μην πληγώσουν την αγάπη που νιώθουν για σένα και ξεριζώνουν κάθε αγριόχορτο που φυτρώνει είτε μέσα τους είτε στο περιβάλλον τους και το οποίο παρεμποδίζει την καλλιέργεια της αγάπης τους.

 Με αυτούς που βροντοφωνάζουν την επιθυμία τους για να σε διεκδικήσουν και στη συνέχεια βουτούν στην ψυχή σου αγγίζοντάς σε με άηχους τρόπους, που εκκωφαντικά δονούν στην καρδιά σου, κρατώντας γεμάτο το περιεχόμενο της και συμπαγές το περίβλημα της. Αυτούς αξίζει να τους κρατήσεις στη ζωή σου και να τιμήσεις την αγάπη τους σα φυλαχτό! Οι υπόλοιποι ας είναι απλοί διερχόμενοι.

Το κλειδί της ευτυχίας

Ο μύθος λέει ότι πριν ακόμα υπάρξει η ανθρωπότητα, μαζεύτηκαν διάφορα τελώνια για να σκαρώσουν μια φάρσα. Λέει ένα από αυτά: «Πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο να έχουν τόσες αρετές και τόσες δυνατότητες. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να τους είναι πιο δύσκολο να πάνε μπροστά. Να τους γεμίσουμε διαστροφές κι ελαττώματα… Αυτό θα τους καταστρέψει».

Το μεγαλύτερο στα χρόνια τελώνιο, λέει:
«Προβλέπεται να έχουν ελαττώματα και διπροσωπία αλλά αυτό θα τους κάνει απλώς πιο ολοκληρωμένους. Νομίζω οτι πρέπει να τους στερήσουμε κάτι που, όπως και να ’ναι θα τους κάνει να ζουν κάθε μέρα κι από μια καινούργια πρόκληση».
«Τι πλάκα θα ’χει!!!» είπαν όλα μαζί.

Αλλά ένα νεαρό και πονηρό τελώνιο, από μια γωνιά, σχολιάζει: «Πρέπει να τους πάρουμε κάτι σημαντικό… αλλά τί;»

Μετά από πολλή σκέψη, το μεγαλύτερο αναφωνεί: «Το βρήκα! Θα τους πάρουμε το κλειδί της ευτυχίας».
«Θαυμάσια… φανταστική… καταπληκτική ιδέα!» φωνάζουν τα τελώνια χορεύοντας γύρω από ένα τεράστιο καζάνι.

Το γέρικο στοιχειό συνεχίζει: «Το πρόβλημα είναι πού να το κρύψουμε για να μη μπορέσουν να το βρουν».

Το πρώτο τελώνιο ξαναπαίρνει το λόγο: «Να το κρύψουμε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού του κόσμου».

Αμέσως, όμως, ένα άλλο τελώνιο απαντά: «Όχι. Μην ξεχνάτε πως θα έχουν δύναμη και θα είναι πεισματάρηδες. Εύκολα, κάποια στιγμή, μπορεί ν’ ανέβει κάποιος και να το βρει, κι άμα το βρει ένας θ’ ακολουθήσουν όλοι, και τότε πάει, τελείωσε η πρόκληση».

Ένα τρίτο τελώνιο προτείνει: «Να το κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας».

Ένα τέταρτο, παίρνει το λόγο και απαντά: «Όχι. Θυμηθείτε πως είναι περίεργοι. Κάποια στιγμή θα κατασκευάσουν μια συσκευή για να μπορούν να κατεβαίνουν στο βυθό, και τότε θα το βρουν πολύ εύκολα».

Το τρίτο τελώνιο λέει: «Να το κρύψουμε σε έναν πλανήτη μακριά από τη Γη».

Οι άλλοι όμως απαντούν: «Όχι. Μη ξεχνάς την ευφυία τους. Μια μέρα, κάποιος θα κατασκευάσει ένα πλοίο με το οποίο θα μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες και θα το ανακαλύψουν».

Ένα γέρικο τελώνιο που είχε μείνει μέχρι τώρα σιωπηλό κι αφουγκραζόταν τις προτάσεις των άλλων, σηκώνεται, πάει στο κέντρο και λέει: «Νομίζω πως ξέρω που πρέπει να το βάλουμε για να μην μπορέσουν πραγματικά να το βρουν. Πρέπει να το βάλουμε εκεί που δεν θα έψαχναν ποτέ».

Γυρνάνε όλοι έκπληκτοι και ρωτάνε μ’ ένα στόμα: «Πού;»

Το γέρικο τελώνιο απαντά: «Θα το κρύψουμε μέσα τους… πολύ κοντά στην καρδιά τους…»
Τα χειροκροτήματα πολλαπλασιάζονται, κι αρχίζουν να γελάνε όλα μαζί:
«Χα.. χα.. χα..! Θα ψάχνουν να το βρουν απ’ έξω, απελπισμένοι, και δεν θα ξέρουν πως το έχουν συνεχώς μαζί τους».

Ο νεαρός σκεπτικιστής σημειώνει:
«Οι άνθρωποι θα έχουν βαθιά επιθυμία να γίνουν ευτυχισμένοι, κι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ένας αρκετά σοφός ώστε να ανακαλύψει που βρίσκεται το κλειδί. Και τότε, θα το πει σε όλους».
«Μπορεί να γίνει κι έτσι» λέει το πιο ηλικιωμένο τελώνιο, ωστόσο, οι άνθρωποι θα έχουν επίσης μια έμφυτη δυσπιστία για τα πιο απλά πράγματα. Αν ποτέ υπάρξει αυτός ο άνθρωπος και αποκαλύψει πως το μυστικό κρύβεται μέσα στον καθένα… κανένας δεν θα τον πιστέψει».

ΑΓΑΠΗ…

 Η πραγματική ελευθερία είναι η ελευθερία να είμαστε ευτυχισμένοι και να νιώθουμε αγάπη άσχετα με το τι συμβαίνει και με το τι κάνουν οι άλλοι.

Το να περιγράψουμε την αγάπη σημαίνει ότι την περιορίζουμε.

Όπως δεν μπορούμε να δούμε τον άνεμο, δεν μπορούμε να δούμε και την αγάπη, αλλά αντιλαμβανόμαστε τα αποτελέσματά της.

Ποιες θα μπορούσαν να είναι κάποιες ιδιότητες ή ενδείξεις της αγάπης;

Το να αγαπάμε τον εαυτό μας είναι προϋπόθεση του να αγαπάμε τους άλλους

Αγάπη είναι:

• Όταν νιώθουμε χαρά, ειρήνη και ευγνωμοσύνη απλώς με το να σκεφτόμαστε ή να ερχόμαστε σε επαφή με αυτούς που αγαπάμε.

• Όταν χαιρόμαστε για κάποιον για την πρόοδο που κάνει στη ζωή χωρίς να νιώθουμε ζήλια ή πόνο, ακόμα κι όταν μας ξεπερνάει

• Όταν σεβόμαστε τις ανάγκες των άλλων, τους φόβους, τις αδυναμίες, τη δύναμη, τις αρετές και τις ιδιότητές τους

• Όταν επικοινωνούμε με αλήθεια και ακεραιότητα

• Όταν δεν ανταγωνιζόμαστε και δεν εμποδίζουμε και όταν χαιρόμαστε που κάποιος τα έχει καταφέρει ακόμα και χωρίς τη δική μας βοήθεια.

• Όταν τηρούμε τις συμφωνίες που κάνουμε

• Όταν συγχωρούμε

• Όταν αισθανόμαστε ενότητα και ειρήνη με τους άλλους

Να ρίχνεις άγκυρα, σημαίνει να επιλέγεις ν’ αράξεις…

… αν όχι σε Λιμάνι… τότε πού;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως όταν τόλμησα να αρθρώσω τη φράση:
“Αυτόν επιλέγω, νιώθω ασφάλεια μαζί του, είναι το Λιμάνι μου”, έλαβα την απάντηση από τον καθηγητή μου, ψυχίατρος καλή του ώρα…

“Μα ποιος σου είπε ότι Εσύ χρειάζεσαι λιμάνι;”, αφήνοντάς με εμβρόντητη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την αίσθηση. Μου πήρε καιρό βέβαια για να καταλάβω τι σήμαιναν τα λόγια του… ζούσα στην ψευδαίσθηση της επιλογής μου…

Ας μιλήσουμε λοιπόν για επιλογές, συνειδητές και ασυνείδητες.
Καθημερινά καλούμαστε να επιλέξουμε μεταξύ καταστάσεων, συνθηκών, προσώπων και αντικειμένων που μας προσφέρονται ή που διεκδικούμε στη ροή τους, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουμε εξ αρχής τις προδιαγραφές. Όλη μας η ζωή είναι επιλογές.

Όσο και να διαφωνείς, επιλέγω σημαίνει συγκρούομαι. Αναπόφευκτα, εντοπίζονται αντιθέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, που γεννάνε σύγχυση και δυστυχία, ενώ για να δραπετεύσει κανείς από αυτή τη συνθήκη, παράγει αφοσίωση σε διάφορα μοτίβα, βαφτίζοντάς τα πραγματικές ανάγκες.
Δύο λέξεις στροβιλίζουν στο μυαλό μου: σημαίνον και σημαινόμενο, δύο όροι που συνθέτουν το “εσωτερικό” ενός σημείου, ενός πυρήνα, τον “μεσολαβητή”, εκείνο το κενό μεταξύ του μηνύματος και της ερμηνείας… το πέρασμα από τη φαντασίωση, στο υλικό σχήμα που συνθέτει την επιλογή.

Το σημαίνον είναι με βάση τον Saussure το υλικό όχημα του νοήματος. Με άλλα λόγια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το σημαινόμενο αποτελεί τα συνειδητά και, εν γένει, εξωτερικά χαρακτηριστικά του σημείου, τα οποία και αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις. Το σημαινόμενο είναι το νόημα και πιο συγκεκριμένα οι ερμηνείες που ενδεχομένως κρύβει μέσα του ένα σημείο. Σε αντίθεση με το σημαίνον, το σημαινόμενο είναι μια νοηματική κατασκευή και όχι ένα υλικό αντικείμενο.

Στη σημειολογία, η έννοια του “νόμου” παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, όπως θα μπορούσε άλλωστε και στη ζωή. Όπως ακριβώς οι άνθρωποι μπορούν να παίξουν ένα παιχνίδι μαζί, μόνο εφόσον κατέχουν τους νόμους του, έτσι και μπορούν να επικοινωνήσουν και να καταλάβουν ο ένας τον άλλο, μόνο εφόσον κατέχουν τους νόμους του παιχνιδιού της γλώσσας και των σημειωτικών κανόνων.

Όπως παίζουμε με τις λέξεις που μας κατακλύζουν τον τελευταίο καιρό: αριστερά-δεξιά, καλό-κακό, σωστό-λάθος, ναι-όχι, ασφάλεια-καταστροφή, φόβος-συγκίνηση. Λέξεις που εγείρουν τη προσοχή του θεατή-ακροατή και τον καλούν στο παιχνίδι. Χαρακτηριστικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής, είναι η έννοια του χρόνου… επέλεξε τώρα που προλαβαίνεις, τώρα που είσαι νέος και μπορείς, επέλεξε το σωστό για σένα. Όλα γύρω μας κινούνται με γρήγορους ρυθμούς και η ταχύτητα είναι συνεχώς παρούσα μέσα από το σήκωμα της σκόνης και του ίχνους που μένει πίσω στην επιλογή μας.

Κι όμως…
Ο άνθρωπος φαίνεται σαν χαμένος και δυσκίνητος σε αντίθεση με το χάος και την αέναη κίνηση και ροή γύρω του. Βιώνει το περιβάλλον του με επιφυλακτικότητα και δυσπιστία, κάνει αργές και σταθερές κινήσεις. Γιατί ξέρει ότι το παραμικρό λάθος θα του κοστίσει ακριβά. Προσπαθεί να βρει λύση, έχει υπομονή και επιμονή. Κι αν η ζωή πατά σε φιλοσοφικές θεωρίες όπως η ιδέα της αέναης κίνησης και μεταβολής των πραγμάτων, που διατύπωσε πρώτος ο Ηράκλειτος, το στοιχείο της ελεύθερης επιλογής, το ρίσκο του τυχαίου, το απρόβλεπτο, που έχουν και αυτά φιλοσοφικές προεκτάσεις, όπως η θεωρία του χάους, κουμπώνουν απόλυτα στην πραγματικότητα.

Κοινωνικά θέματα όπως είναι το στάτους και η καταξίωση, η παράβαση και η τήρηση, η απόλαυση και ο πειρασμός, η αλήθεια και η συγκάλυψη, η τάξη και η αταξία, ο φόβος και η επιθυμία, προσελκύουν την προσοχή μας στον αγώνα της επιβίωσης και μας καλούν στο παιχνίδι.
Κι εκεί, μέσα σε όλο αυτό το χαμό, εσύ θεωρείς ότι καλείσαι να επιλέξεις.

… πες μου ειλικρινά, πιστεύεις ότι έχεις αυτή την πολυτέλεια, όταν η τράπουλα είναι εξαρχής σημαδεμένη;

Ακόμη κι όταν η μη επιλογή, είναι επιλογή…
Δεν υπάρχει δεδομένη ελευθερία στην επιλογή. Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί, σύμφωνα με την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου. Η επιλογή σου δυναμώνει, χωρίς εξαίρεση, αυτή τη διαμόρφωση, δίχως έξοδο ασφαλείας.
Η επιλογή γεννάει πάντα κάτι… τι δεν καταλαβαίνεις;

Παρακολούθησέ την και θα έχεις επίγνωση αυτού που πραγματικά συμβαίνει.

Παρακολούθησέ την και θα δεις να καραδοκεί, να απαιτεί, να επιμένει, να εκλιπαρεί και πριν το καταλάβεις, θα βρίσκεσαι πιασμένος στο δίχτυ των αναπόφευκτων υποχρεώσεων, ευθυνών και απογνώσεων που φέρνει.

Εσύ είσαι εκείνος που κάνει τις επιλογές, εσύ είσαι εκείνος που σταμάτησε και να τις κάνει, που συμβιβάστηκε.

Κάθε επιλογή βρίσκεται εξαρχής συμβατικά στο γνώριμο πεδίο σου.
Η δράση φέρνει αντίδραση… στο άγνωστο ή στα γνώριμα, τυχαία ή σχεδιασμένα… σε κάθε σημείο… ασταμάτητα στο ταξίδι

Αν είναι κάτι που μου είπε να διαλέξω… να μοιραστούμε αυτή τη Θάλασσα μαζί…
… κι ακούω τη Φωνή σου…

ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΧΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ...

«ΑΝ ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΤΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ,

ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ,

ΟΧΙ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ...

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΞΥΠΝΗΤΟΙ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ,

ΜΕ ΜΑΤΙΑ ΑΝΟΙΧΤΑ`

ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΑΤΕ ΚΑΛΑ.

ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΠΛΟ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΤΡΟΠΟ`

 ΓΙΑ ΑΠΛΑ ΚΑΙ

ΣΠΟΥΔΑΙΑ «ΠΡΑΓΜΑΤΑ»,

ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΑΝΑΛΟΓΙΣΘΕΙΤΕ ΠΟΤΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΒΙΟ`

ΜΕ ΜΑΤΙΑ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΑ ΚΑΙ ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΙΟ ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΜΟΙΟΜΕΓΕΘΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ...»

ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ...

Έτσι! Φρόντισε και σήμερα να είσαι αυτό που πράγματι είσαι, εμπιστέψου τη φωνή της καρδιάς σου, πάρε ψαλίδι, πάρε μαχαίρι, χρησιμοποίησε τα δόντια σου τα κοφτερά, τα χέρια της ψυχής σου που είναι δυνατά και κόψε επιτέλους τα σχοινιά με τα οποία είναι δεμένος ο εαυτός σου. Βγάλε το περιτύλιγμα που η κοινωνία με το ζόρι σου έχει φορέσει λες κι είσαι πακέτο έτοιμο να παραδοθείς…

Βγάλε τα ψηλοτάκουνα γυναίκα, βάλε της αυθεντικότητάς σου το βραχιολάκι μόνο γύρω απ’ το γυμνό αστράγαλό σου και ελεύθερα πια περπάτα. Έχεις σαπούνι, έχεις νερό, ξέβαψε αυτό το δήθεν απ’ τα χείλη, απ’ τη ματιά σου και άσε τον άντρα εκείνον που δεν αντέχει την ψευτιά, σε ένα πρόσωπο που βασιλεύει η αλήθεια να χαθεί.

Χαλάρωσε άντρα τη σφιχτά δεμένη γραβάτα στο λαιμό σου, μη φράζεις το δρόμο στις λέξεις που τόσο ανάγκη έχει να εκφράσει η καρδιά σου.

 Βγάλε τα γνήσια γυαλιά σου και άσε ολόγυμνη, μέσα από ένα δάκρυ, να δει η γυναίκα τη γνησιότητά σου. Ποιος σου ΄πε πως πέφτεις στα μάτια της αν κλάψεις; Πως παύεις να είσαι δυνατός;

Σταμάτα να ακολουθείς τα βήματά της, τα βήματά του, ήρθε η ώρα για ένα αντίο αν η ατμόσφαιρα στο δρόμο που σε οδηγεί δεν είναι οικεία και φιλική για το όνειρο το δικό σου. Το ξέρεις, αργά ή γρήγορα, θα γίνει η ατμόσφαιρα και μέσα σου αποπνιχτική και εχθρική και όσο κι αν αγαπάς, δε θα αντέξεις. Πάρτε τα χέρια σας επιτέλους και ο δυο, πάνω απ΄την πόρτα που επιμένετε με τόσο ζόρι να ανοίξετε. Γεννηθήκατε για να πετύχετε, για να ευτυχήσετε. Μπορείτε να τη σπάσετε αν πάρετε φόρα, να της ανοίξετε τρύπα να περάσετε, αλλά αφού με το πόμολο δεν ανοίγει, αφού το κλειδί που έχετε δεν κάνει, αφού κανείς δε σας ανοίγει γιατί χάνετε το χρόνο σας; Γιατί θέλετε σώνει και καλά να συνθλίψετε τον εαυτό σας, να του προκαλέσετε μόνιμες πια παραμορφώσεις; Δεν έχει μία, δεν έχει δυο πόρτες μόνο η ζωή, έχει πολλές που οδηγούν στην ευτυχία. Αυτή δεν ανοίγει εύκολα για να σας προστατεύσει. Δε θέλει η ζωή να ζήσετε μέσα σε ακόμα μία θρυμματισμένη πραγματικότητα, γι αυτό συχνά βάζει εμπόδια. Είναι για αλλαγή πορείας, είναι μεγάλες ευκαιρίες, είναι για προστασία. Είναι ξεκάθαρα μηνύματα, ακόμα και από πόρτες, που με κλειστό το στόμα το φωνάζουν και κάποιες μάλιστα το γράφουν…