Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Αρχές Ηγεσίας κατά Πλάτωνα

ΠΛΑΤΩΝΕνώ ο Πλάτων είναι σαφής και συγκεκριμένος για τις αρετές του ηγέτη, που αφορούν και τον κάθε άνθρωπο, για τις αρχές της ηγεσίας δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τις αρετές, οπότε αφήνεται στον μελετητή του να συμπεράνει αυτές μέσα από τις βασικές φιλοσοφικές σκέψεις του, που έχει διατυπώσει για διάφορα άλλα θέματα. Όσον αφορά όμως την τέχνη της ηγεσίας, ασχολείται ιδιαίτερα στο έργο του με τον τίτλο«Πολιτικός», την οποία τέχνη ταυτίζει με την επιστήμη και ως πρώτη τέτοια επιστήμη στην ιεραρχία αυτών θεωρεί κατ’ αρχή την πολιτική και αμέσως μετά από αυτήν την στρατηγική. Εφόσον γνωρίσαμε τις θεμελιώδεις αρετές κατά τον Πλάτωνα και αυτές όπως είδαμε κατά σειρά προτεραιότητας είναι: η φρόνηση, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία, θα προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε και να καταγράψουμε και τις αρχές της ηγεσίας, σύμφωνα πάλι κατά κύριο λόγο, με τις σκέψεις του Πλάτωνα, αφού πρώτα γίνει κάποια σύντομη αναφορά στην εξελικτικότητα των απόψεών του για τη δυνατότητα διδαχής αυτών των αρχών και της επιστήμης της ηγεσίας.

Το Χάρισμα και η Επιστήμη της Ηγεσίας
Το θέμα εάν ο ηγέτης γεννιέται ή γίνεται μας έχει απασχολήσει και πάλιν, με το ίδιο πνεύμα όμως θα προσπαθήσουμε να εμπλουτισθούν αυτές οι άλλες σκέψεις και με τις παρούσες του Πλάτωνα, οι οποίες, όπως και οι προηγούμενες, ακολουθούν μία εξελικτική πορεία, ανάλογα προφανώς με την ηλικία του, αλλά και με τις συνθήκες κάθε χρονικής περιόδου. Έτσι στα πρώϊμα έργα του, όπως είναι αυτό που αναφέρεται στον «Μένωνα», υποστηρίζει ότι οι αρετές και η επιστήμη της ηγεσίας δεν είναι διδακτές, καθόσον δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι δάσκαλοι για να τις διδάξουν. Αλλά και διότι θεωρεί την ορθή γνώμη ισάξια με την επιστήμη, όταν η καθεμία επεξεργάζεται το δικό της έργο κατά αποτελεσματικό τρόπο, θέλοντας προφανώς ο Πλάτων να τονίσει ότι για τον ηγέτη πρωταρχικό προσόν για τις σωστές αποφάσεις του είναι η ορθογνωμία και δευτερευόντως έρχεται η επιστήμη στην αντιμετώπιση των ποικίλων θεμάτων της ηγεσίας του. Προς επιβεβαίωση αυτών των απόψεών του ο Πλάτων επικαλείται τον Περικλή, τον Θεμιστοκλή και τους άλλους ικανούς άρχοντες των Αθηνών, οι οποίοι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη επιστήμη, ώστε να ηγούνται της πόλης με τόσο μεγάλη επιτυχία.

Την ίδια γνώμη, ότι η ηγετική τέχνη δεν διδάσκεται και δεν μεταφέρεται σε άλλους ανθρώπους, ο Πλάτων θα επαναλάβει στο διάλογό του με τον «Πρωταγόρα», ο οποίος βέβαια είχε αντίθετες απόψεις περί του θέματος, σαν γνήσιος σοφιστής που ήταν, δίδοντας πρωταρχική σημασία στην πειθώ του λόγου και της διδασκαλίας. Ενώ ο Πλάτων, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, θα επικαλεσθεί τις περιπτώσεις εκείνες που οι άρχοντες προκειμένου να αποφασίσουν για κάποιο θέμα που έχει σχέση με τη διοίκηση της πόλης, δέχονται τις συμβουλές οποιουδήποτε πολίτη, αδιακρίτως αν είναι κτίστης, χαλκωματάς ή βυρσοδέψης, έμπορος ή πλοίαρχος, πλούσιος ή φτωχός, ευγενής ή ταπεινός, αρκεί να έχει ορθογνωμία και το θάρρος να συμβουλεύει και ας μην είχε κάποιο δάσκαλο επί των διοικητικών θεμάτων της πόλης. Μάλιστα, θα συμπληρώσει ο Πλάτων, επειδή δεν διδάσκεται από ορισμένους η επιστήμη αυτή της διοίκησης δεν είναι ούτε ισχυρή, ούτε ηγεμονική, αλλά ούτε και αρχηγική.

Ετσι και εδώ στις απόψεις του περί της διδαχής ή όχι της ηγετικής επιστήμης ο Πλάτων εξελίσσεται και στο πλέον ώριμο έργο του, που είναι η «Πολιτεία», προτείνει τον φιλόσοφο-άρχοντα της πόλης, στον οποίον δεν αρκούν μόνον η ευγενής φύση και τα θεϊκά ηγετικά χαρίσματα αυτού, αλλά πρέπει επιπροσθέτως, οι προοριζόμενοι για ηγετικούς ρόλους στην πόλη, να δέχονται την αρίστη αγωγή στη ψυχή, στο σώμα και στο πνεύμα, όπως αναλυτικά αυτή καθορίζεται από τον ίδιο στην «Πολιτεία» του. Ενώ δεν θα παραλείψει στον «Αλκιβιάδη» να διορθώσει προηγούμενες άλλες απόψεις του, δηλώνοντας ότι αυτός που πράγματι κατέχει την επιστήμη της ηγεσίας, έχει συγχρόνως και τη δύναμη να μεταδώσει αυτή και σε άλλους κατάλληλους στη φύση για ηγέτες.

Με το ίδιο επίσης πνεύμα θα μιλήσει ο Πλάτων όπως είδαμε και στον «Πολιτικό», έργο κατ’ εξοχήν αφιερωμένο στην επιστήμη και στην τέχνη της ηγεσίας και στο οποίο πάλι τονίζει την αξία απόκτησης αυτής της επιστήμης από άτομα που έχουν από τη φύση τους τη θεία δωρεά του «βασιλικού γένους», δηλαδή το χάρισμα να είναι ηγέτες και η οποία δωρεά υπάρχει στους ανθρώπους ανεξάρτητα εάν είναι άρχοντες ή απλοί πολίτες. Διότι τη«βασιλική» αυτή τέχνη, δηλαδή την πρώτη και αρχηγική ανάμεσα σε όλες τις άλλες τέχνες, ούτε το πλήθος των πλουσίων, ούτε και όλοι οι πολίτες ανεξαιρέτως θα μπορέσουν ποτέ να λάβουν και να χαρούν ως πολιτική επιστήμη, καθόσον αυτή είναι «βασιλική» τέχνη και ανήκει μόνο στους εκλεκτούς ανθρώπους του «βασιλικού γένους», στους οποίους ταιριάζει. Αυτή όμως η αρχηγική επιστήμη και τέχνη είναι μία και έχει αρχές και κανόνες οι οποίοι με ευελιξία μπορούν να προσαρμόζονται σε οποιαδήποτε μορφή διοίκησης, είτε αυτή αφορά τη φροντίδα της πόλης, οπότε καλείται πολιτική επιστήμη, είτε αφορά την οικονομία και αποτελεί την οικονομική επιστήμη και τέχνη.

Απαραίτητο είναι όμως ο κάθε άρχοντας να κατέχει αυτή τη επιστήμη και την τέχνη της ηγεσίας, ώστε στη διοίκησή του να είναι αυτάρκης και να μην εξαρτάται από τις συμβουλές των άλλων για θέματα της διοίκησής του. Αυτές οι τελευταίες σκέψεις του Πλάτωνα, με κάποια ελεύθερη απόδοση, θα μπορούσαν να διατυπωθούν και ως εξής: Ενας άλλος επιστήμων ο οποίος είναι είτε οικονομολόγος, είτε νομικός ή μηχανικός κλπ και ο οποίος είναι κατάλληλος εκ φύσεως και επιδιώκει ηγετικούς ρόλους, πρέπει συγχρόνως να κατέχει και την τέχνη της διοίκησης, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στα ηγετικά επιστημονικά του καθήκοντα. Ποια είναι η μορφή αυτής της τέχνης της ηγεσίας, ο Πλάτων σαφώς περιγράφει αυτή στον «Πολιτκό» και την αποδίδει με μία συνοπτική εικόνα παρομοιάζοντας αυτή με την κατάλληλη πλοκή του στημονιού και του υφαδιού, από την οποία παράγεται ένα ολοκληρωμένο υφαντό και το οποίο θα μπορούσε να είναι και το έργο του αποτελέσματος μίας καλής ηγεσίας με εφαρμογή των αρχών της.

Αρχές οι οποίες, όπως κατέληξε ο Πλάτων, δύνανται να διδάσκονται μόνον από αυτούς που κατέχουν την επιστήμη και να τις δέχονται άνθρωποι οι οποίοι είναι εκ φύσεως προορισμένοι για ηγέτες. Αυτή η αρχή, αποτελεί και δίκαιον κατά τον Πλάτωνα, δηλαδή ο καθένας να κάνει στην πόλη αυτό που ταιριάζει από τη φύση του, δεχόμενος την ανάλογη επιστήμη και τέχνη για αυτόν τον σκοπό. Κατόπιν όλων αυτών, εύλογη είναι η απορία, ποιες άραγε αρχές ηγεσίας θα ήθελε ο Πλάτων να διδάξει, ώστε οι αποφάσεις του ηγέτη να είναι ευεργετικές για την κοινωνία που διοικεί και μεριμνά; Αν και στα πολιτικά έργα του Πλάτωνα, αλλά και στα άλλα, καταγράφεται μεγάλος αριθμός αρχών και κανόνων ηγεσίας, στη παρούσα εργασία θα επιδιωχθεί να ανασυρθούν οι θεμελιωδέστερες από αυτές, οι οποίες ταιριάζουν περισσότερο στο θέμα μας και οι οποίες θα μπορούσαν να είναι:
 
Η Διαλεκτική
Προσδιορίζει αυτή δε ο Πλάτων ως αρχή και τέχνη ταυτοχρόνως, της οποίας έργον είναι η έρευνα ότι ουσιαστικά το «αυτό» δεν μπορεί να είναι το «έτερον» και το ανάπαλιν το «έτερον» δεν μπορεί να ταυτίζεται με το «αυτό». Ακόμα αρχή της διαλεκτικής στην έρευνά της είναι να προσδιορίζεται η αληθινή ουσία των πραγμάτων και όχι αυτή που δεν υπάρχει. Με αυτές τις σκέψεις του ο Πλάτων οριοθετώντας τη διαλεκτική καθορίζει και τους στόχους αυτής, οι οποίοι δεν μπορούν να είναι άλλοι από τον διαχωρισμό των πραγμάτων και την ανεύρεση της ουσίας αυτών, την ανακάλυψη της αλήθειας που υπάρχει μέσα σε αυτά.

Διότι υπάρχουν πράγματα που έχουν φυσικές ομοιότητες μεταξύ τους, οι οποίες γίνονται εύκολα αντιληπτές με τις αισθήσεις και τις οποίες δεν είναι δύσκολο να τις φανερώσουν, σε αυτούς που ήθελαν να τις παρατηρήσουν και να τις μελετήσουν, χωρίς να κουράσουν τα «μυαλά» τους. Υπάρχουν όμως και όντα πολύ πιο μεγάλα και πολύ πιο πολύτιμα, τα οποία δεν έχουν αισθητές εικόνες για να δώσουν στους ανθρώπους τη σαφή και άμεση γνώση, η οποία θα ικανοποιούσε τη ψυχή αυτών που ερευνούν, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις και μόνο για την περιέργειά τους. Αυτά τα όντα είναι νοητά, πανέμορφα και μέγιστα και αποκαλύπτουν την αληθινή εικόνα τους στους ερευνητές μόνο με τη λογική επεξεργασία και με τίποτε άλλο. Αυτή όμως η έρευνα των πραγμάτων με το νου, με τη διάνοια και το «λόγο», δεν μπορεί να ολοκληρώσει το έργο από μόνη της, χωρίς τη συμμετοχή των εμπειριών των αισθήσεων στην αποκάλυψη της αλήθειας ή στη λήψη μίας ορθής απόφασης από τον ηγέτη.

Γι’ αυτό και ο Πλάτων, χωρίς να εγκαταλείπει και τη μέθοδο των συγκρίσεων των μεγεθών και των σχέσεων των πραγμάτων μεταξύ τους προκειμένου να βρεθεί το πρέπον με μία εύκολη και γρήγορη διαδικασία, συνιστά επιμόνως ως πρώτο σκοπό τον διεξοδικό διάλογο και κατά προτίμηση τη διαιρετική μέθοδο για την ανεύρεση της αλήθειας ή για την ορθή απόφαση του ηγέτη. Μάλιστα να υποχρεώνονται οι συμμετέχοντες σε αυτούς τους διαλόγους να εκθέτουν τις απόψεις τους σύντομα και με επιχειρήματα, καθιστώντας έτσι αυτούς επιτήδειους στη διαλεκτική τέχνη και ικανούς ώστε να φέρνουν την αλήθεια σε πλήρες φως. Περιγραφή μίας διαλεκτικής διαδικασίας, η οποία δε διαφέρει και μάλλον προσομοιάζει με αυτόν τον μηχανισμό λειτουργίας ενός επιτελείου στις εκτιμήσεις των καταστάσεων και των συγκρίσεων των παραγόντων μεταξύ τους, προκειμένου ο ηγέτης να λάβει ορθές αποφάσεις με θετικά αποτελέσματα. Μία επεξεργασία η οποία θα είναι κατ’ εξοχήν νοητική, πλην όμως θεμελιώνεται επάνω στις πραγματικές εμπειρίες των αισθήσεων, όπως από τον Πλάτωνα και από τον προγενέστερό του Δημόκριτο διακηρύσσεται αλλά και σήμερα για κάθε θέμα εφαρμόζεται, είτε αυτό είναι πολιτικό, είτε επιχειρησιακό, είτε ηθικό ή επιστημονικό.

Όπως έγινε αντιληπτό από τα μέχρις εδώ εκτεθέντα, ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί τη διαλεκτική μόνο για την αποκάλυψη της αλήθειας η οποία υπερβαίνει την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά χρησιμοποιεί αυτή και για αποφάσεις πρακτικής σημασίας, γι’ αυτό και στους Πλατωνικούς διαλόγους από τους συνομιλητές εκτίθενται όλες οι δυνατές πλευρές ενός θέματος προκειμένου να φωτισθεί όλη η αλήθεια και να ληφθούν ορθές αποφάσεις για κάποιο θέμα. Για το λόγο αυτό ο Πλάτων επιλέγει τους συνομιλητές του στους διαλόγους ανάλογα με το χαρακτήρα τους, προκειμένου να παρουσιάζονται οι εμπειρίες τους, οι οποίες, όπως δέχεται και η σύγχρονη ψυχολογία, έχουν σχέση με τη φύση και τα ενδιαφέροντα κάθε προσωπικότητας. Αυτή δε η επιλογή των συνομιλητών εκ μέρους του Πλάτωνα ταυτοχρόνως σημαίνει ότι ο φιλόσοφος γνώριζε την ανθρώπινη αδυναμία του νου να συλλάβει συνολικά την όλη αλήθεια και ότι ο κάθε νους έχει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει μόνο μέρος αυτής ανάλογα με τη φύση και τα ενδιαφέροντα της κάθε προσωπικότητας.

Βεβαίως από αυτούς τους διαλόγους και προκειμένου να εξυπηρετήσουν το σκοπό τους εξυπακούεται και θεωρείται αυτονόητο ότι ο κάθε συνομιλητής, για να είναι αληθινός μέτοχος του διαλόγου, οφείλει να εγκαταλείπει τις προσωπικές του ακαμψίες και να είναι και ό ίδιος διαλεκτικός αποδεχόμενος τον ορθότερο λόγο των άλλων συνομιλητών του ή την ορθότητα του συμπεράσματος στο οποίο ο διάλογος καταλήγει. Ειδάλλως, όπως και ο ίδιος ο Πλάτων λέει: η διαφωνία στους διαλόγους είναι έργο αφρόνων ανθρώπων. Απεναντίας όμως ένας κανονικός διάλογος καλλιεργεί τη φιλία και την ενότητα μεταξύ των συνομιλητών, παρέχοντας συγχρόνως την ικανοποίηση στον καθένα για τη συμμετοχή του στην αποκάλυψη της αλήθειας, ή τη λήψη σωστών αποφάσεων, όπως προκύπτουν από αυτόν τον διάλογο. Χάριν αυτών των ευεργετημάτων του διαλόγου, ο Πλάτων κατακρίνει τους προσωκρατικούς φυσικούς φιλοσόφους διότι στις διδασκαλίες τους χρησιμοποιούν κατά τρόπο δογματικό και αριστοκρατικό τον μονόλογο.

Θέση και πρακτική του Πλάτωνα σε όλα τα έργα του, που αποκαλύπτουν μεν ότι η διαλεκτική του αποτελεί μία εξελικτική συνέχεια της «μαιευτικής» μεθόδου του δασκάλου του Σωκράτη, αλλά συγχρόνως είναι καθαρά αποδεικτική της ανοικτής δημοκρατικής συνείδησης του Πλάτωνα, ανεξαρτήτως των πολιτικών του φιλοσοφικών θέσεων τις οποίες εξέφρασε στη πορεία της ζωής του χάριν μίας αρμονικής πολιτείας. Επίσης αυτή τη βαθειά δημοκρατική συνείδηση αποκαλύπτει ο Πλάτων όταν θεωρεί και συνιστά την διαλεκτική ως την πλέον κατάλληλη μέθοδο και στην παιδεία, προφανώς ως καλύτερο εργαλείο για την καλλιέργεια της νόησης, για τη ψυχική ικανοποίηση των μαθητών στην παραγωγή γνώσης, αλλά ταυτοχρόνως και για την καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης στους μαθητές.

Η τέχνη όμως της Πλατωνικής διαλεκτικής, όπως καθαρά φαίνεται μέσα από τους διαλόγους του, κινείται προς δύο κατευθύνσεις μεθοδολογίας, προς την επαγωγική συνθετική διαδικασία και προς την παραγωγική διαιρετική προκειμένου να προσδιορισθεί ουσία ενός θέματος, με προτίμηση του Πλάτωνα, όπως είδαμε, στην διαιρετική μεθοδολογία έρευνας. Αυτή όμως την αρχή και την τέχνη της διαλεκτικής, ως κατ’ εξοχή μεθοδολογία η οποία αναλύει και εκτιμά παράγοντες και συνθέτει συμπεράσματα προς αποκάλυψη της αλήθειας πέραν της εμπειρίας και πρακτικής για τη λήψη ορθών αποφάσεων, ο Πλάτων διαχωρίζει από τη ρητορική, την οποία θεωρεί ως τέχνη του λόγου μόνο για να πείθει.

Χαρακτηρίζει «βασιλικούς άνδρες» τους ρήτορες, αλλά δεν θεωρεί αυτούς επιστήμονες, οι οποίοι ερευνούν τα θέματα διαλεκτικά. Χαρακτηρισμός ο οποίος δηλώνει συγχρόνως τη ξεχωριστή αξία της ρητορικής ως τέχνη του λόγου και η οποία απαραίτητα πρέπει να συνοδεύει και τη διαλεκτική προκειμένου να μεταδίδει την αλήθεια, η οποία προέκυψε από την έρευνά της, αν και κατά τον Πλάτωνα, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του, η αλήθεια αυτή καθαυτή έχει την ικανότητα να πείθει. Θέτει όμως ο Πλάτων σε κάποια ξεχωριστή θέση τη ρητορική από τη διαλεκτική, διότι προφανώς θεωρεί αυτή να ασχολείται με τα φαινόμενα επιφανειακά πράγματα και όχι με την ουσία αυτών, καθόσον το κύριο ενδιαφέρον της ρητορικής είναι πώς θα πεισθούν οι άλλοι. Επομένως, κατά τον Πλάτωνα, η ρητορική κινείται στο ευλογοφανές και όχι για το αληθινό, όπως συμβαίνει με τη διαλεκτική. Ετσι, σαν κατάληξη, σύμφωνα με τις Πλατωνικές απόψεις, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ένας ηγέτης πρέπει να αποφασίζει ως ένας διαλεκτικός επιστήμονας και ως ένας ρήτορας να πείθει τους άλλους για την ορθότητα της απόφασής του. Επί πλέον δε, για την ικανότητα του ηγέτη ο Πλάτων θα πει: «εάν κάποιος άλλος δύναται να αντιλαμβάνεται το πράγμα και ως σύνολο και αναλυμένο στα μέρη του, τον ακολουθώ κατά πόδας στα ίχνη του σαν να ήταν Θεός».
 
Το Μέτρο
Συνέπεια της διαλεκτικής αρχής και τέχνης θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αυτή του μέτρου, προκειμένου οι αποφάσεις του ηγέτη να εξασφαλίζουν και να διατηρούν την αρμονία και την ενότητα σε άνισες και αντιτιθέμενες καταστάσεις μέσα στη πόλη ή και σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα την οποία διοικούν, για να μη καταστραφεί ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο από αυτές τις καταστάσεις. Εργο πολύ δύσκολο κατά τον Πλάτωνα, ώστε να βρεθεί το μέτρο ανάμεσα στις αντιτιθέμενες συνθήκες, γι’ αυτό και παρομοιάζει την ανεύρεση και την εφαρμογή αυτής της αρχής με την υφαντική τέχνη, του στημονιού και του υφαδιού. Διότι, όπως θα επιβεβαιώσει και ο ίδιος ο Ηράκλειτος, κάθε αλαζονική υπέρβαση των ορίων του μέτρου και των ηθικών αξιών δεν αποτελεί μόνον ύβριν, αλλά θεωρείται και μεγάλη πηγή διαταραχής του πολιτικού βίου και εάν ήθελε συμβεί κάτι τέτοιο θα τρέχουμε να τη σβήσουμε περισσότερο από ότι σε μία πυρκαγιά.

Με ανάλογο πνεύμα και πολύ έντονα μάλιστα θα μιλήσει για την αξία του μέτρου και της μεσότητας ο Δημόκριτος, χάριν της κοινωνικής ισορροπίας, αλλά και της ευδαιμονίας του ιδίου ανθρώπου, αποφεύγοντας να επιδιώκει την απόκτηση αγαθών πέραν από τις δυνατότητές του. Την αξία της μεσότητας θα επαναλάβει επίσης ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, ο οποίος θα ορίσει αυτή ως μέτρο σε κάθε υπέρβαση και έλλειψη, τόσο στις πολιτικές πράξεις των αρχόντων, όσο και στις ηθικές πράξεις κάθε ανθρώπου χάριν της ευδαιμονίας του και την οποία θα επιτύχει όταν η αρχή της μεσότητας στους λόγους και στις πράξεις μας γίνει καθημερινή συνήθεια.μΑλλά για να δοθεί η απάντηση του μέτρου, θα πει ο Πλάτων, πρέπει πρώτα-πρώτα να εξετασθεί, έστω και γενικά, η σχέση της υπερβολής και της έλλειψης, έτσι ώστε να μπορούμε να επαινούμε για την ορθότητα του μέτρου και να κατακρίνουμε την υπερβολή ή το αντίθετό της. Και πάλι όμως, για να συμβεί αυτό, δεν πρέπει να αρκούμεθα απλώς στη σύγκριση των σχέσεων μεταξύ των μεγεθών των πραγμάτων, ποιό είναι μεγαλύτερο και ποιό το μικρότερο, αλλά η σύγκριση και των δύο πρέπει να γίνεται ως προς την ουσία η οποία προσδιορίζει το μέτρο της σύγκρισης.

Αυτή η ως προς την ουσία του μέτρου σύγκριση των πραγμάτων, φαίνεται ότι αποτελεί και φυσικό νόμο. Έτσι, εκείνο το πράγμα το οποίο ξεπερνά τη φύση του μέτρου, είτε στη συνομιλία μας είτε στις πράξεις μας, είναι η καλύτερη σύγκριση η οποία δείχνει καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των αγαθών και των κακών πραγμάτων. Να γιατί όλες οι τέχνες και οι επιστήμες αυτού του είδους, δηλαδή του λόγου και της πράξης, θεωρούνται ότι προσέχουν το περισσότερο και το λιγότερο από το μέτρο, όχι ως κάτι το οποίο δεν υπάρχει, αλλά ως μία αυστηρή πραγματικότητα, η οποία προστατεύει τα λόγια και τις πράξεις μας, με αποτέλεσμα κατ’ αυτό τον τρόπο η αρχή του μέτρου να σώζεται και να εφαρμόζεται ώστε οι τέχνες με τις επιστήμες να απεργάζονται έργα καλά και αγαθά.

Έτσι λοιπόν, χάριν των καλών και αγαθών έργων, τα οποία είναι και η ουσία του μέτρου, πρέπει υποχρεωτικά η υπερβολή και η έλλειψη, το μεγαλύτερο και το μικρότερο και όλα τα παρόμοια μεγέθη, να γίνουν σύμμετρα, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά επίσης και ως προς το μέτρο το οποίο εκφράζει την δική τους κανονικότητα. Έργο πολύ δύσκολο και κοπιαστικό, λέει ο Πλάτων, αλλά είναι αναγκαίο και δίκαιο να τίθεται αυτή η αρχή του μέτρου, για να μας δείξει ποιά είναι η καθαυτή ακρίβεια. Τη ξεχωριστή αυτή τεχνική για την ανεύρεση του μέτρου ο Πλάτων αναγάγει στη μετρητική η οποία δύναται να έχει εφαρμογή σε όλες τις επιστήμες και τέχνες.

Συνίσταται δε αυτή στη συνεχή διαίρεση των ανομοίων ειδών και πραγμάτων μέχρι να κλείσει μέσα σε μία ομοιότητα όλα τα συγγενή στοιχεία και συμπεριλάβει αυτά στην ουσία ενός είδους, η οποία θα αποτελεί και το μέτρο σύγκρισης των διαφόρων μεγεθών μεταξύ τους. Αυτή η μετρητική τέχνη του Πλάτωνα χρησιμοποιείται σήμερα από τις Ενοπλες Δυνάμεις στις εκτιμήσεις των καταστάσεων των πολεμικών επιχειρήσεων προκειμένου να ληφθεί η ορθή απόφαση, διαιρώντας και συγκρίνοντας όλους τους παράγοντες τόσο μεταξύ τους, όσο και ως προς το μέτρο που εκφράζουν οι δικές μας δυνατότητες. Αλλά αυτή η ίδια αρχή αποτελεί και τη μεθοδολογία για όλες τις άλλες επιστήμες και τέχνες, όπως λέει ο Πλάτων, προκειμένου να ληφθεί η σωστή απόφαση τόσον από τον ηγέτη, όσο και από τον επιστήμονα για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Τέλος, από όσα περί της αρχής του μέτρου αναφέρθηκαν, για την επιτυχία της όλες οι αρετές του ηγέτη έχουν τη δικιά τους συμμετοχή, κυρίως όμως ταιριάζει η αρχή της σωφροσύνης, ως η πλέον κατάλληλη για την εξασφάλιση της αρμονίας στο κοινωνικό σύνολο σε αντιτιθέμενες καταστάσεις και η οποία μπορεί να συμβεί από μία καλή της αρχής του μέτρου διακυβέρνηση.
 
Η Ενότητα
Αυτή επίσης η αρμονία στην κοινωνία επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της ενότητας μεταξύ των πολιτών εκ μέρους των ηγετών. Ετσι, εκτός από αρχή, η ενότητα αναδεικνύεται και ως ένας από τους βασικούς σκοπούς της ηγεσίας, για την επιτυχία του οποίου ο Πλάτων πάλι συνιστά την ίδια, όπως και για τις άλλες αρχές της ηγεσίας, την τέχνη του στημονιού και υφαδιού, μέσω των οποίων υφαίνεται το ύφασμα σε ένα ενιαίο δημιούργημα, όσο διαφορετικά και αν είναι τα συμπλεκόμενα στοιχεία του υφάσματος.

Πρέπει όμως να τονισθεί ότι, πέραν των άλλων διοικητικών πράξεων, η ενότητα των πολιτών κατ’ αρχήν απορρέει από το ήθος της προσωπικότητας αυτού του ίδιου του ηγέτη και το οποίον ήθος του, κατά τον Πλάτωνα, χαρακτηρίζεται από τις θεμελιώδεις αρετές: της φρόνησης, της σωφροσύνης, της δικαιοσύνης και της ανδρείας. Αλλά παράλληλα με το χάρισμα των αρετών ο ηγέτης πρέπει να έχει μία πλούσια μόρφωση σε όλο το φάσμα των επιστημών και κυρίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες ψυχολογίας και κοινωνιολογίας, ώστε να μπορεί να απευθύνεται κατά τον αρμόζοντα τρόπο στο νου και στη ψυχή των πολιτών συμφιλιώνοντας αυτούς, σύμφωνα με την τέχνη της υφαντικής του Πλάτωνα. Εάν όμως η παιδεία έχει μεγάλη αξία για τον ηγέτη, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει για τους ίδιους τους πολίτες χάριν της μεταξύ τους ενότητας, διότι μόνον αυτή με τη βοήθεια της μουσικής έχει το προνόμιο της δύναμης να εντυπώνει τη συμφιλιωτική συνείδηση στους πολίτες, λαμβάνοντας την κατάλληλη γι’ αυτό το σκοπό αγωγή.

Θεωρεί βέβαια ο Πλάτων βασικό παράγοντα για την ενότητα των πολιτών την κατάλληλη αγωγή αυτών, αλλά δεν διαφεύγει της προσοχής του η ποιότητα των φιλικών δεσμών που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων, παρατηρώντας ότι οι φιλικοί δεσμοί ανάμεσα στους κακούς μεταξύ τους, αλλά και μεταξύ κακών και αγαθών, δεν είναι σταθεροί. Οπότε σε αυτούς του κακούς πολίτες είναι αμφίβολα και τα αποτελέσματα της κατάλληλης αγωγής και προκύπτει η ανάγκη εφαρμογής των νόμων, προκειμένου από το φόβο των συνεπειών αυτών να διατηρείται η κοινωνική γαλήνη, όπως φαίνεται από τη νομολογία του Πλάτωνα. Ενώ απεναντίας δεν έχουν ανάγκη της επίβλεψης των νόμων οι αγαθοί χαρακτήρες, στους οποίους η ευγένεια είναι έμφυτη και συμπληρώνεται με την κατάλληλη αγωγή, οι δε φιλικοί δεσμοί παραμένουν σταθεροί ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους.

Αλλά εάν πρόκειται για ενάρετους ανθρώπους, όσον ανόμοιοι και αν είναι στο χαρακτήρα τους και όσον αντίθετες τάσεις και ιδεολογίες αν έχουν μεταξύ τους, ο σύνδεσμος που τους ενώνει είναι θειότερος, από αυτόν μεταξύ των φαύλων, θα πει ο Πλάτων. Προφανώς υπ’ αυτή την έννοια της ανάπτυξης φιλικών δεσμών, έστω και αν είναι αντίθετα κατά τα άλλα, δέχεται και ο Ηράκλειτος την ενότητα των αντιθέτων, που φέρουν αρμονία στη φύση, αλλά και στην κοινωνία, ενώ κυρίως, όπως είναι γνωστό, τα αντίθετα κατά τον Ηράκλειτο μόνο συγκρούσεις και πολέμους προκαλούν. Με το αυτό πνεύμα και ο Αριστοτέλης αποφθεγματικά θα πει ότι: «Το όμοιο τέρπει και το ανόμοιο συμπληρώνει», ανάμεσα στις διανθρώπινες σχέσεις.

Ανεξάρτητα όμως από την ανάλυση του Πλάτωνα για την ανάπτυξη και τη διατήρηση των φιλικών δεσμών μεταξύ των κακών και αγαθών, μεταξύ των ευγενών και των αγενών πολιτών, υποχρέωση του ηγέτη είναι, χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμη της τέχνης του, να διατηρεί σε ενότητα αυτά τα αντίθετα στοιχεία χάριν της ευδαιμονίας όλου του κοινωνικού συνόλου. Αυτή την ενότητα μέσα στην πόλη ο Πλάτων δεν την εξασφαλίζει με την κοινοκτημοσύνη των αγαθών, όπως έχει παρεξηγηθεί, αλλά αυτή επιτυγχάνεται με τη φυσική αρχή της δικαιοσύνης. Και ως τέτοια ο Πλάτων θεωρεί την ενασχόληση του κάθε πολίτη μέσα στην πόλη με ένα μόνο επάγγελμα , αυτό για το οποίο η φύση του έχει δώσει την πιο μεγάλη επιτηδειότητα, αυτό δηλαδή το οποίο του ταιριάζει στη φύση και επομένως του ανήκει.

Ακόμα δίκαιο είναι να κοιτάζει ο καθένας τη δική του δουλειά και να μην ανακατεύεται σε πολλές άλλες. Επομένως κάθε εκτροπή και υπέρβαση από αυτή την αρχή της δικαιοσύνης θεωρείται από τον Πλάτωνα μεγίστη βλάβη για την πόλη και ορθά δύναται να χαρακτηρισθεί ως κακουργία υψίστου βαθμού σε βάρος της ενότητας των πολιτών μέσα στην πόλη. Ο συντονισμός όμως να ασχολείται ο καθένας στην πόλη με το επάγγελμα που ταιριάζει στη φυσική του επιτηδειότητα, αρχή η οποία σήμερα αποτελεί τη σύγχρονη σχολή ψυχολογίας του Καρόλου Γιούνγκ, ανήκει στον κάθε ηγέτη και ιδιαίτερα στην πολιτεία με την εφαρμογή του επαγγελματικού προσανατολισμού. Μία αρχή από την οποία ο κάθε πολίτης θα αισθάνεται ικανοποιημένος, αλλά και στην πολιτεία θα υπάρχει πρόοδος, ευημερία και επί πλέον θα διατηρείται η αρμονία και η ενότητα στο σύνολο της κοινωνίας.

Δικαίως αυτή τη λειτουργία της αρχής της δικαιοσύνης για την κοινωνία παρομοιάζει ο Πλάτων σε προσωπικό επίπεδο με τη διαιρετότητα της ψυχής:το επιθυμητικό, το θυμοειδές και το λογικό, όταν η κάθε λειτουργία έχει το δικό της ρόλο, πλην όμως συντονίζονται από το λογικό, ώστε η κάθε προσωπικότητα να παρουσιάζει αρμονικά την ενιαία ενότητά της ως οντότητα. Αλλά εάν για τον Πλάτωνα η αρχή της δικαιοσύνης, ως ανωτέρω, εξασφαλίζει την ενότητα των πολιτών και την αρμονία μέσα στην πόλη, για τον Αριστοτέλη αυτά τα αγαθά της κοινωνίας επιτυγχάνονται περισσότερο με τη φιλία, διότι αυτή είναι συγγενέστερη με την ομόνοια και εχθρικότερη προς τη διχόνοια, ενώ σήμερα ενδιαφερόμεθα και μετριέται μεταξύ των πολιτών δυστυχώς η ιδεολογική πολιτική πόλωση. Την αξία καλλιέργειας της φιλίας μεταξύ των πολιτών, χάριν της ενότητας της κοινωνίας ως συνόλου, που περισσότερο από κάθε άλλη εποχή είναι σήμερα αναγκαία, τονίσθηκε, όπως είδαμε, από τον Πλάτωνα και ιδιαίτερα από τον Αριστοτέλη, αλλά και πριν από αυτούς επίσης από τον Δημόκριτο χάριν του κοινωνικού «ευεστώ». Μεταξύ των άλλων για τη φιλία ο Δημόκριτος είπε επιγραμματικά: Η φιλία ενός συνετού ανθρώπου είναι πολύ καλύτερη από τη φιλία όλων μαζί των μη συνετών και ότι η μετά των φαύλων συναναστροφή πολλαπλασιάζει την προς την κακία φυσική προδιάθεση των ανθρώπων.

Γι’ αυτούς τους λόγους, ο ίδιος, όπως και ο Πλάτων, χάριν επίσης του κοινωνικού «ευεστώ» θεωρεί απαραίτητη την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών, αλλά και τη μόρφωσή τους για να μη πολλαπλασιάζεται η προς την κακία φυσική προδιάθεση των ανθρώπων, η οποία επί του ασφαλούς οδηγεί στην καταστροφή της κοινωνικής αρμονίας και ενότητας. Όπως είδαμε, μεγάλη είναι η σημασία η οποία από τους φιλοσόφους προσδίδεται στην αξία της ενότητας στην πόλη, έτσι ώστε τελικά ο Πλάτων διερωτώμενος να πει: Τι τέλος πάντων μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως μέγιστο αγαθό σχετικά με την οργάνωση και τους στόχους μίας πόλης και ποιο ως μέγιστο κακό; Γνωρίζουμε λοιπόν να υπάρχει κανένα μεγαλύτερο για την πόλη και την κοινωνία της κακό, από εκείνο που την διασπά και από μία που είναι την κάνει πολλά κομμάτια ή μεγαλύτερο αγαθό από εκείνο, που την δένει μαζί και την κάνει μία;
 
Η Πρωτοβουλία και ο Νόμος
Το αντιφατικό αυτό διώνυμο των αρχών της ηγεσίας αφενός μεν της ανάπτυξης πρωτοβουλίας εκ μέρους του ηγέτη και αφετέρου της πειθαρχίας αυτού στους νόμους, θα επιδιωχθεί να παρουσιασθεί ακολουθώντας για το θέμα αυτό το εξελικτικό σκεπτικό του Πλάτωνα στο έργο του «Πολιτικός» σε ελεύθερη απόδοσή του. Εισέρχεται λοιπόν ο Πλάτων στην ανάπτυξη των σκέψεών του αναγνωρίζοντας ότι η επιστήμη διακυβέρνησης των ανθρώπων είναι η πλέον δύσκολη και συγχρόνως η πλέον σημαντική, που μπορεί κάποιος να αποκτήσει. Και με αυτό το δεδομένο αρχίζει να ερευνά το θέμα διερωτώμενος μήπως δεν χρειάζονται να υπάρχουν οι νόμοι και είναι προτιμότερο να άρχει μόνον ο ενάρετος και επιστήμονας άρχοντας. Ως παράδειγμα της ορθότητας αυτού του ισχυρισμού επικαλείται τους γιατρούς οι οποίοι εκδίδουν συνταγές για να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους βασιζόμενοι στην επιστήμη τους και μόνον, ανεξάρτητα εάν υπάρχουν ή όχι νόμοι, εάν είναι πλούσιοι ή φτωχοί οι ασθενείς τους, θεραπεύοντας μάλιστα αυτούς αδιακρίτως, είτε με τη θέλησή τους, είτε χωρίς αυτή.

Άκόμα για τον ίδιο σκοπό επικαλείται το παράδειγμα του κυβερνήτη, ο οποίος προσηλωμένος στο συμφέρον του πλοίου και των επιβατών του, έχοντας την επιστήμη και την τέχνη του ως νόμο, χωρίς να υπάρχουν γραπτοί νόμοι, σώζει όλους αυτούς που διακινδυνεύουν μαζί του από την θαλασσοταραχή.  Έτσι ο Πλάτων καταλήγει στο πρώτο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο και αποκλειστικά σωστό μέσα στην πολιτεία να υπάρχουν αληθινοί και όχι φαινομενικά επιστήμονες ως άρχοντες, είτε άρχουν σύμφωνα με τους νόμους ή χωρίς νόμους, είτε με τη θέληση ή παρά τη θέληση των αρχομένων, είτε είναι φτωχοί, είτε είναι πλούσιοι.Με αυτές τις σκέψεις του ο Πλάτων μέχρις εδώ, έδειξε ότι θέτει τον ενάρετο και επιστήμονα ηγέτη να έχει την πρωτοβουλία των αποφάσεών του, όχι μόνο για εκείνα τα θέματα για τα οποία οι νόμοι απουσιάζουν, αλλά κι γι’ αυτά που υπάρχουν νόμοι, αρκεί οι αποφάσεις τους να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για το κοινωνικό σύνολο.

Βέβαια ο Πλάτων δεν παύει να θεωρεί την ηγεσία του άρχοντα πολύ οδυνηρή και τολμηρή χωρίς νόμους, αλλά το θέμα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και αξίζει ακόμα περισσότερο να ερευνηθεί.
Στη συνέχεια της έρευνάς του για το ίδιο θέμα, επικαλείται το επιχείρημα της ανομοιότητας των ανθρώπων και των περιπτώσεων των πράξεων αυτών, ενώ ο νόμος ως ανθρώπινο έργο δεν μπορεί να έχει απόλυτο και διαχρονικό χαρακτήρα ώστε να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις και για όλους τους χρόνους. Όπότε η τυφλή εφαρμογή αυτού του νόμου, μοιάζει με τον αυθάδη και αμαθή άνθρωπο ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανένα να κάνει κάποιο ενάντιο από αυτό που έχει αποφασίσει, ούτε επιτρέπει καμιά ερώτηση, ακόμα και αν έχει να προτείνει κάτι το καλύτερο από την εντολή που αυτός έδωσε.

Αλλά και ο νομοθέτης είναι αδύνατον να κάθεται κάθε στιγμή κοντά σε κάθε πολίτη και να του ορίζει ακριβώς τι οφείλει να κάνει, όσον άριστος επιστημονικά και αν είναι. Υστερα από αυτή τη δεύτερη έκθεση των απόψεών του ο Πλάτων στο ερώτημα για την αναγκαιότητα να υπάρχουν νόμοι, όταν μάλιστα διαπιστώθηκε ότι δεν είναι ένα τέλειο ανθρώπινο έργο, καταλήγει προοδευτικά στο άλλο συμπέρασμα: Ότι ο νομοθέτης θα θέσει και θα συντάξει εκείνους τους νόμους οι οποίοι ταιριάζουν στην πλειονότητα των πολιτών και στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ώστε συνολικά να αφορούν και τον καθένα χωριστά και για τις περιπτώσεις εκείνες οι οποίες δεν μπορούν να συμπεριληφθούν σε αυτούς τους γραπτούς νόμους, η αρχή της δικαιοσύνης να επαφίεται στα αρχαία έθιμα των προγόνων, παραμένοντας έτσι για αυτές τις άγραφες περιπτώσεις στην πρωτοβουλία του ενάρετου επιστήμονα ηγέτη.

Στη συνέχεια πάλι της έρευνάς του ο Πλάτων για το θέμα των πρωτοβουλιών εκ μέρους του επιστήμονα ηγέτη, θέτει εκείνη τη διάσταση του θέματος που αφορά την αλλαγή των νόμων.

Και εδώ επικαλείται το παράδειγμα των γιατρών, αλλά και των γυμναστών, οι οποίοι με μόνη δύναμη την επιστήμη τους αλλάζουν τις συνταγές χάριν της βελτίωσης της υγείας των ασθενών τους, μάλιστα ορισμένες φορές και χωρίς τη θέλησή τους. Ενώ όμως φέρει αυτό το παράδειγμα για τις αλλαγές των νόμων προς το καλύτερο, συγχρόνως δηλώνει ότι ούτε για αστείο να φαντασθεί κάποιος ότι μπορεί να συμβαίνει παρόμοια κατάσταση για τα νομοθετήματα, διότι η πλειονότητα των πολιτών θέλει και τη δική τους συγκατάθεση για αυτές τις περιπτώσεις. Αφου ο Πλάτων συνέκρινε και ζύγισε αμφότερες τις πλευρές του θέματος της αλλαγής των νόμων, παραμένει στην αξία της πρωτοβουλίας του ηγέτη για αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον θα φέρει δικαιότερους και ωφελιμότερους για την κοινωνία νόμους, έστω και αν υποχρεωθεί να παραβεί τους γραπτούς νόμους και τα πάτρια έθιμα. Μπορεί να κατηγορηθεί για πολλά σε αυτές τις περιστάσεις ο ηγέτης, δεν θα κατηγορηθεί όμως ότι αδίκησε και ότι έκανε κακό στην κοινωνία.

Σε αυτή τη φάση για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων καταλήγει ο Πλάτων λέγοντας, ότι οι σωστοί άρχοντες μπορούν να τα κάνουν όλα χωρίς να κινδυνεύουν να πέσουν σε πλάνη, εφόσον μπορούν να φυλάγουν ένα μεγάλο κανόνα: Να απονέμουν σε κάθε ευκαιρία στου πολίτες τελειότατα δικαιοσύνη με νου και επιστήμη και να είναι ικανοί να σώζουν αυτούς και να τους καθιστούν από χειρότερους καλύτερους. Όπως φάνηκε καθαρά από όλες τις μέχρις εδώ έρευνες, ο Πλάτων απέδειξε ότι προσδίδει πρωτεύουσα αξία στις πρωτοβουλίες του επιστήμονα και ενάρετου ηγέτη, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν νόμοι, εφόσον βέβαια οι πρωτοβουλίες του αυτές πρόκειται να κάνουν καλό στο κοινωνικό σύνολο. Από το σημείο όμως αυτό η έρευνά του για την πρωτοβουλία και την πειθαρχία του ηγέτη στους νόμους παίρνει μία άλλη στροφή, προκειμένου να καταλήξει στο τελικό και οριστικό του συμπέρασμα, το οποίο αφορά και την πειθαρχία όλων στους ισχύοντες νόμους. Η στροφή αυτή των σκέψεών του αρχίζει με τις αμφιβολίες του κατά πόσον υπάρχει αυτός ο τέλειος ηγέτης, ο οποίος να διαθέτει όλα αυτά τα θεϊκά χαρίσματα.

Αλλά και επειδή οι γιατροί μπορούν να φθάσουν στο σημείο να φονεύουν ακόμα και τους ασθενείς τους για να πάρουν χρήματα, οι δε κυβερνήτες πλοίων επίσης να μηχανεύονται διάφορους δόλους και να διαπράττουν κακουργήματα με τα ίδια κίνητρα, ακόμα και οι άρχοντες για να μην εκτρέπονται κάνοντας κακό αντί του καλού στην πόλη, ως επίσης και οι δάσκαλοι που διδάσκουν να μη περιφρονούν τους νόμους πρέπει, λέει ο Πλάτων, να θεσπισθούν νόμοι, οι οποίοι θα υπαγορεύουν τις υποχρεώσεις τους και όποιος παραβαίνει αυτούς να τιμωρείται με βαρύτατες ποινές και πρόστιμα.

Στη σύνταξη αυτή των νόμων συμμετέχουν όλες οι επαγγελματικές ομάδες, ώστε οι νόμοι να είναι δικαιότεροι και ωφελιμότεροι για το κοινωνικό σύνολο και οι άρχοντες εκλέγονται ή κληρώνονται από όλες τις κοινωνικές ομάδες χωρίς διαχωρισμούς, εισάγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων στον «Πολιτικό» του όσο το δυνατό δικαιότερες αρχές λειτουργίας μιάς ευνομούμενης Δημοκρατίας.
Συνεχίζοντας δε ο Πλάτων το σκεπτικό του σε αυτή την τελική στροφή των απόψεών του για την πειθαρχία πλέον στους νόμους, λέει: ότι εάν πρώτο μέλημα του νομοθέτη είναι η σύνταξη αρίστων νόμων, το δεύτερο, μετά από αυτό, το οποίο έχει να κάνει, είναι να επαγρυπνά ώστε να μην αφήνει μήτε ένα άτομο μήτε ένα πλήθος να πράττει οτιδήποτε ενάντια στους νόμους, που έχουν συνταχθεί, όπως είδαμε, κατά τον πλέον δίκαιο τρόπο από όλες τις επαγγελματικές ομάδες. Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο νόμος θεωρείται απαρχαιωμένος και ξεπερασμένος από τα πράγματα δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με την τελική θέση του Πλάτωνα, ούτε ο άρχοντας να παραβαίνει αυτόν, διότι η ζημιά η οποία προκαλείται στο κοινωνικό σύνολο είναι μεγαλύτερη από αυτή η οποία συμβαίνει με την ισχύ του παλαιού νόμου. Παράδειγμα ιστορικό αφοσίωσης στους νόμους αποτελεί η αποδοχή της άδικης καταδίκης του σε θάνατο εκ μέρους του δασκάλου του Σωκράτη, ο οποίος δεν διέφυγε αυτόν παρά τις προτροπές των μαθητών του, διότι αισθανόταν χρέος να πειθαρχήσει στους νόμους, όσον άδικοι και αν ήταν και αφορούσαν την ίδια τη ζωή του, εφόσον δεν συνετέλεσε και ο ίδιος εγκαίρως στη δικαιότερη αλλαγή τους.

Ο Πλάτων και στο καταληκτικό της ζωής του έργο, τους «Νόμους», παραμένει σταθερός στις προηγούμενες τελικές θέσεις του για την αφοσίωση στους νόμους, καθιστώντας αυτούς ισχυρότερους από τους άρχοντες και από αυτούς πλέον εξαρτά τη σωτηρία ή την καταστροφή της πολιτείας και της κοινωνίας γενικότερα. Καταλήγει πλέον στο οριστικό του συμπέρασμα ότι όταν στην πολιτεία οι άρχοντες πειθαρχούν στους νόμους και οι νόμοι είναι κυρίαρχοι των αρχόντων, οι δε άρχοντες δούλοι των νόμων, τότε στην πολιτεία και στην κοινωνία όλη έρχονται όλα τα αγαθά του Θεού. Αλλά παραλλήλως αναγνωρίζει και την αναγκαιότητα να συμπληρώνονται και να εκσυγχρονίζονται οι νόμοι, προκειμένου αυτοί πάντοτε να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία και να μη γίνονται οι νόμοι αιτία στάσεων και καταστροφών στην πόλη. Γι’ αυτούς του λόγους επιβάλλεται κατά τον Πλάτωνα οι αλλαγές στους νόμους, όσο δύσκολο και αν είναι για τους άρχοντες-ηγέτες αυτό το έργο.

Γεγονός είναι ότι ο Πλάτων υπήρξε ένας εξελικτικός στις πολιτικές του απόψεις φιλόσοφος, διότι σε κάθε εποχή η κυρίαρχη συνείδησή του ήταν η σωτηρία της πόλης και η ενότητα της κοινωνίας. Αυτή η εξελικτική πορεία των σκέψεών του μεταξύ των πρωτοβουλιών και της απόλυτης πειθαρχίας στους νόμους, φάνηκε και στην παραπάνω συνοπτική έκθεση των απόψεών του από την έρευνά του για το θέμα αυτό στο έργο του ο «Πολιτικός» και στο οποίο ναι μεν καταλήγει οριστικά στο συμπέρασμα της απόλυτης εφαρμογής των νόμων σε άρχοντες και απλούς πολίτες, πλην όμως δεν παύει να είναι καταγεγραμμένες με ισχυρή επιχειρηματολογία και η αξία των πρωτοβουλιών εκ μέρους του επιστήμονα ενάρετου ηγέτη, εφόσον πρόκειται να ωφελήσουν την κοινωνία. Μία πρωτοβουλία την οποία δείχνει να σέβεται και ο Αριστοτέλης, ο οποίος αν και υποστηρίζει και αυτός την απόλυτη εφαρμογή των νόμων, εισάγει όμως την αρχή της επιεικίας για ελάχιστες και ορισμένες περιπτώσεις και για τις οποίες βέβαια το επιεικές είναι υπέρτερον του δικαίου, διότι ο νόμος έχει γενικές διατάξεις.

Η Αρχή της επιείκιας, η οποία έχει και σήμερα εφαρμογή στην απόδοση της δικαιοσύνης, όπως εξακολουθεί να ισχύει και η αρχή της πρωτοβουλίας εντός όμως των πλαισίων της πειθαρχίας στους νόμους και στους κανόνες λειτουργίας της ευνομούμενης κοινωνίας. Ετσι σύμφωνα με τη στρατιωτική αντίληψη, ως πρωτοβουλίες του ηγέτη θεωρούνται εκείνες οι πράξεις του οι οποίες δεν καθορίζονται από τους νόμους και τις διαταγές, αλλά απορρέουν από το προς εκτέλεση έργο του ηγέτη και είναι σύμφωνες με το πνεύμα των νόμων και των διαταγών. Η πρωτοβουλία καλλιεργείται ως αρετή στους ηγέτες, πλην όμως απαιτείται από αυτούς να έχουν εφευρετικότητα, προβλεπτικότητα και τόλμη, προσόντα ανάλογα με αυτά τα οποία ο Πλάτων πρεσβεύει για τον επιστήμονα και ενάρετο άρχοντα γι’ αυτές τις περιπτώσεις της πρωτοβουλίας. Απεναντίας στην παιδεία των στρατιωτικών ηγετών τονίζεται με έμφαση ότι η αδράνεια και η απραξία λόγω έλλειψης νόμων και διαταγών δεν δικαιολογούνται για τον ηγέτη.

Έτσι λοιπόν σήμερα οποιοσδήποτε λειτουργός της πολιτείας και ιδιαίτερα οι ηγέτες αυτής, καλούνται στα καθήκοντά τους να εφαρμόζουν αυτό το διώνυμο της αρχής, αφενός μεν της απόλυτης πειθαρχίας προ στους ισχύοντας νόμους και αφετέρου της ανάπτυξης πρωτοβουλιών εκεί που ο νόμος δεν προβλέπει για κάποιες περιπτώσεις, προκειμένου η πολιτεία και γενικότερα η κοινωνία να λειτουργεί ομαλά, αρμονικά και προοδευτικά, χωρίς τριβές, εμπόδια και οπισθοδρομήσεις. Όσον όμως και αν είναι διακριτά τα όρια μεταξύ της πειθαρχίας και της πρωτοβουλίας, δεν παύει να εμπεριέχουν ασάφεια, ώστε ορθά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως αντιφατικές αρχές και δικαίως η αξία ενός ηγέτη κρίνεται σε αυτές τις οριακές θέσεις, όταν ενεργεί όχι προς ίδιον όφελος, αλλά προς όφελος της πόλης, όπως ο Πλάτων έλεγε και ως εξ αυτού η απόφαση του ηγέτη σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτεί επιστήμη και αρετές.

Τέλος, ιδιαίτερα ασχοληθείς ο Πλάτων με την πολιτική φιλοσοφία, κατ΄ εξοχήν επιστήμη της ηγεσίας, δεν παύει σε όλα τα παρόμοια έργα του νατονίζει με έμφαση για την αρμονική λειτουργία της πόλης, αφενός την αξία των αρίστων νόμων οι οποίοι να αποβλέπουν στο καλό και μόνο του κοινωνικού συνόλου και αφετέρου στην επιλογή και στην εκλογή των κατάλληλων επιστημόνων και ενάρετων αρχηγών, οι οποίοι να διακατέχονται από τη συνείδηση και μόνο προσφοράς προς την κοινωνία και όχι προς εξυπηρέτηση προσωπικών ωφελειών και επιδιώξεων, τότε λειτουργεί ομαλότερα και το διώνυμο των αρχών της πρωτοβουλίας και της πειθαρχίας στους νόμους.

«Μήνιν άειδε θεού»;...

«Θεομηνία», «βιβλική καταστροφή», «εκδίκηση της φύσης»... Κατά την πάγια συνήθειά μας, για να περιγράψουμε τις καταστροφικές πλημμύρες και τις παντός είδους καταστροφές που μας πλήτουν σπεύδουμε στην αποθήκη των στερεοτύπων. Δεν μας ωθεί μονάχα η αμηχανία στη χρήση των κλισέ. Δεν είναι αυθόρμητη η κίνησή μας αυτή. Και την υστεροβουλία της έχει και την πολιτική της διάσταση. Και τούτο επειδή μιλώντας για «βιβλική καταστροφή» (υπονοώντας δηλαδή τη δράση ενός εκδικητή Θεού που αποφασίζει σωφρονιστικούς κατακλυσμούς), για «θεομηνίες» (και πάλι εδώ εννοείται ένας θεός τιμωρός) ή για «εκδίκηση της φύσης» (εν προκειμένω λειτουργεί ένας ανθρωπομορφικός παγανισμός, ανιμισμός ή ό,τι άλλο ταιριαστό με πρωιμότατα στάδια του ανθρώπινου πολιτισμού, όταν τα έμφρονα δίποδα πλάσματα, σήκωναν μοιρολατρικά τα χέρια), δεν σκοπεύουμε να περιγράψουμε απλώς το φαινόμενο (μια πυρκαγιά ή μια πλημμύρα), αλλά να το ερμηνεύσουμε.

Και το ερμηνεύουμε με τον πιο βολικό για τις ευθύνες μας τρόπο, δηλαδή με τον πλέον ανεύθυνο τρόπο: μοιρολατρικά, παραιτούμενοι απ’ όλα όσα έχει κατακτήσει ο πολιτισμός στους τομείς της πρόβλεψης, της πρόληψης, του σχεδιασμού, της έγκαιρης αντιμετώπισης κι όλων εκείνων για τα οποία επιλέγουμε πολιτικούς, ψηφίζουμε, αναθέτουμε ευθύνες, εκχωρούμε εξουσία σε κυβερνήτες που, πριμοδοτημένοι από την κοινωνική απορρύθμιση, παραδίδει ο ένας στον άλλον τη σκυτάλη της πνευματικής νωθρότητας.

«Θεομηνία» λοιπόν; Δηλαδή το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναπλάσουμε το ομηρικό «μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος», να το αναδιατυπώσουμε στη μορφή «μήνιν άειδε, θεά, του θεού του ανθρωποβόρου»; Αλλά ποιου θεού η μήνις, η μνησίκακη οργή, θα έβαζε στόχο τα δάση και τα ποτάμια, τα χωριά και τις πόλεις; Αν ως θεό εννοούμε, αυτολατρευόμενοι, τη δίποδη αφεντιά μας, κι αν με τη φόρμουλα «εκδίκηση της φύσης» θέλουμε απλώς να πούμε ότι εμείς που σακατέψαμε τη φύση από την απληστία μας, την μπαζώσαμε, τη δομήσαμε και την οικοδομήσαμε δίχως σχέδιο, πρόνοια και δικαίωμα, πληρώνουμε τώρα τα επίχειρα, τότε έχει καλώς. Δηλαδή, έχει κακώς, κάκιστα.

Να ενοχοποιούμε οτιδήποτε το υπερβατικό, τη θεότητα της πιστεώς μας ή μια ανθρωπόμορφη Φύση, δεν είναι απλώς μια πράξη αυτοαθωωτική. Είναι αυτοκαταστροφική. «Εφόσον φταίνε υπέρτερες δυνάμεις, εμείς τι να μπορέσουμε και γιατί να προσπαθήσουμε, αφού ό,τι κακό είναι να συμβεί, θα συμβεί, όπως λέει ο αμάχητος νόμος του Μέρφι;» Κι έτσι, μ’ αυτό το συχωροχάρτι που μας δωρίζει η ανευθυνότητά μας, φροντίζουμε να ξανασυμβεί όντως, και μάλιστα στη δεινότερη εκδοχή του, ό,τι είναι δυνατόν να συμβεί αμβλυμένο, αντιμετωπίσιμο. Διότι, προφανώς, κανείς μηνίων θεός δεν πάει να φτιάξει το αυθαίρετό του στην Πεντέλη και καμία εκδικήτρια φύση δεν μπαζώνει ρέματα ούτε αφήνει επί χρόνια τα καμένα έρμαια της νεροποντής.

Η αληθινή καταγωγή των Ιουδαίων μέσα απο τον Πλούταρχο και την ελληνική γραμματεία

Οι ανθρωποθυσίες της Κρόνιας λατρείας και η εγκατάστασή της στα (Ιερο)Σόλυμα
 
Στην αυγή της «επίσημης» καταγεγραμμένης ιστορίας (δηλ. περίπου στην τέταρτη χιλιετία π.Χ.) οι Έλληνες -αφού συνήλθαν από τις καταστροφές που τους προξένησε ο μεγάλος κατακλυσμός (ο οποίος εξαφάνισε στο βυθό του Αιγαίου τον εξελιγμένο πανάρχαιο Ελληνικό πολιτισμό της Αιγηίδος)- εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο. Διοικητικό και πολιτισμικό κέντρο αναδείχθηκε τότε η Κρήτη, η οποία, στηριζόμενη στην ναυτική της υπεροπλία, επανένωσε μέσω των θαλασσίων οδών τους διεσπαρμένους σε Ευρώπη, Ασία και Β. Αφρική εναπομείναντες Έλληνες, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω του εμπορίου την ευκαιρία για πολιτισμική αναγέννηση και των υπολοίπων λαών.

Ο ηγέτης της Κρήτης Μίνωας αναγνωρίστηκε πρώτος μεταξύ των Ελλήνων βασιλέων και ηγεμόνων. Παράλληλα ο ίδιος φρόντισε για την επέκταση της εξουσίας του και σε εδάφη μη Ελληνικά, δημιουργώντας νέες αποικίες κοντά στις πληγείσες και αδύναμες πλέον προκατακλυσμιαίες Ελληνικές εστίες της Μικράς Ασίας, της μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου, φθάνοντας ακόμα και μέχρι την Ιρλανδία σύμφωνα με Ιρλανδικές παραδόσεις των Δρυΐδων.

Παρά την προσπάθεια του Μίνωα να ενδυναμώσει τον Ελληνισμό, από νωρίς εκδηλώθηκε έντονη συνωμοτική αντίδραση και αντίσταση στο έργο του. Αυτή προέρχονταν από τους οπαδούς της παλαιάς Κρόνιας τυραννίας, η οποία είχε ηττηθεί στον πόλεμο του Δία κατά των υιών του Κρόνου Τιτάνων (Τιτανομαχία). Οι Κρόνιοι μεταξύ άλλων ευθύνονται και για τον παγκόσμιο-εμφύλιο πόλεμο Αιγαίων και Ατλάντων το 9.500 π.Χ. (η χρονολογία αυτή δίνεται από τον Πλάτωνα στον «Τίμαιο»). Ο πόλεμος αυτός είχε λήξει με την ήττα και καταστροφή της Κρόνιας Ατλαντίδος.

Αν και είχαν νικηθεί κατά κράτος από τις Διογενείς δυνάμεις, οι λειτουργοί και οπαδοί του Κρόνου συνέχισαν να αντιμάχονται «υπογείως» όσους βίωναν και εξάπλωναν την κοσμοθεωρία που είχε εγκαθιδρύσει ο Ζευς ως οικουμενικός βασιλέας. Η ιδεολογία του Διός κατά την πάροδο των αιώνων εξελίχθηκε, για να καταλήξει σε ότι ονομάζουμε σήμερα Ελληνισμός.

Ο Μίνως λοιπόν σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα ήταν ένας ηγέτης που άνηκε στο στρατόπεδο των Διογενών, όπως μαρτυρεί και ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψωδία T, στοίχος 179): «Πόλη μεγάλη είναι η Κνωσός της Κρήτης, όπου ο Μίνωας, του Δία συνομιλητής, βασίλευε εννέα χρόνια«. Άρα ο Μίνως, και λόγω αξιώματος, ήταν ο κυριότερος εχθρός των Κρονίων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη η περίοδος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εποχή της μεγάλης σύγχυσης, εφ” όσον ο κόσμος είχε προέλθει από μία παγκόσμια καταστροφή. Φυσικά στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκονταν η ανθρωπότητα, που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά από περίπου 4 χιλιετίες ημιάγριας κατάστασης. Ωστόσο καθ΄ όλη τη μακρά αυτή περίοδο βαρβαρότητας η απαραίτητη σπερματική γνώση (μαγιά) για την παλινόρθωση του πολιτισμού είχε σωθεί από τα ιερατεία του Διός στις βιβλιοθήκες των ναών, όπως ομολογεί στον Τίμαιο του Πλάτωνας ο αιγύπτιος ιερέας Σόγχιτος απευθυνόμενος στον Σόλωνα.

Οι Κρόνιοι από την άλλη μεριά δεν παρέδωσαν τα όπλα. Προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το χάος που επικράτησε εξαιτίας του κατακλυσμού, ώστε να επιβάλουν δια της πλαγίας οδού (δηλ. μέσω της θρησκείας) την τυραννία τους στους δυστυχείς ανθρώπους. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας ήταν οι ανθρωποθυσίες, και αυτή είναι μία πληροφορία που την αντλούμε από τον Πλούταρχο. Βεβαίως τα ιερατεία του Διός δεν έμειναν αδρανή. Οι τιμωρίες για τους οπαδούς του Κρόνου ήταν υποδειγματικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του Λυκάωνος, βασιλιά της Αρκαδίας. Ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά» του καταγράφει το περιστατικό: «Κατά τη γνώμη μου ο Λυκάων ήταν σύγχρονος με τον βασιλιά των Αθηναίων Κέκροπα, όμως οι δύο τους δεν υπήρξαν εξίσου συνετοί στην αναζήτηση του καλύτερου τρόπου λατρείας: ο Κέκρωψ ονόμασε πρώτος τον Δία ύπατο (ύψιστο θεό) και έκρινε, πως δεν είναι σωστό να θυσιάσει ζωντανή ύπαρξη και πρόσφερε στο βωμό γλυκίσματα του τόπου, που τα ονομάζουν πελάνους ακόμα και τώρα οι Αθηναίοι. Ο Λυκάων όμως έφερε πάνω στο βωμό του Λύκαιου Δία ανθρώπινο βρέφος και θυσίασε το βρέφος, για να βρέξει το βωμό με αίμα» (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, «Αρκαδικά»,VIII, 2, 3-3.1).

Μετά την βεβήλωση του βωμού ο Ζευς τιμώρησε τον Λυκάωνα και τον μεταμόρφωσε σε λύκο. Ο Παυσανίας, όπως φαίνεται και από το κείμενο, επιδοκιμάζει τον Διογενή Κέκρωπα τον οποίο αποκαλεί συνετό στην αναζήτηση του σωστότερου τρόπου λατρείας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η αντιπαράθεση Κρονίων και Διογενών συνεχίστηκε με την μορφή σύγκρουσης ιερατείων που πρέσβευαν την μία ή την άλλη κοσμοθεωρία.

Η ίδρυση των (Ιερο)Σολύμων από Κρόνιους
Η άνοδος του Μίνωα στον θρόνο της Κρήτης σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για τους οπαδούς του Κρόνου, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Σαρπηδόνα, αδερφό του Μίνωα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει: «Όταν τα παιδιά της Ευρώπης, ο Σαρπηδών και ο Μίνως, μάλωσαν για την βασιλεία και επικράτησε ο Μίνωας, ο Σαρπηδών έφυγε μαζί με τους συντρόφους του. Οι εξόριστοι έφθασαν στην Μιλυάδα της Ασίας, όπου σήμερα κατοικούν οι Λύκιοι. Τότε λέγονταν Μιλυάδα και οι Μιλύες λέγονταν Σόλυμοι. Βασιλιάς ήταν ο Σαρπηδών…» («Κλειώ», 173).

Όπως λεει ο Ηρόδοτος, η εξέγερση των Κρονίων με ηγέτη των Σαρπηδόνα απέτυχε. Ο Μίνωας τους εξόρισε στην Μέση Ανατολή όπου και πήραν το όνομα Σόλυμοι, ίδρυσαν την πόλη Σόλυμα και ανακήρυξαν τον Σαρπηδόνα βασιλιά τους. Ότι οι Σόλυμοι, ο λαός του Σαρπηδόνα, ήταν λάτρες του Κρόνου, μας το λέει ο Πλούταρχος: «Πράγματι πληροφορούμαι, ότι οι Σόλυμοι, οι γείτονες των Λυκίων, τιμούσαν ιδιαίτερα τον Κρόνο….» (Πλούταρχος, «Hθικά», «Περί των Εκλελοιπότων Χρηστηρίων», 421D).

Ότι ίδρυσαν εκείνοι την πόλη Σόλυμα το πληροφορούμαστε από τον Ιουδαίο ιστορικό και ραβίνο Ιώσηπο: «….επειδή επί της εποχής του Αβραάμ, του προγόνου μας, η πόλη λέγονταν Σόλυμα. Πολλοί λένε, ότι και ο Όμηρος την αποκαλεί Σόλυμα. Την δε προσωνυμία «Ιερο-» οι Εβραίοι έβαλαν αργότερα. Ήταν κατά την εποχή που με τη στρατιά του Ιησού (του Ναυή) κατά των Χαναναίων και του πολέμου, κατά τον οποίο οι Χαναναίοι κράτησαν (την πόλη), που (ο Ιησούς) κατένειμε στους Εβραίους, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να διώξουν (τους Χαναναίους) από τα Ιεροσόλυμα, μέχρι που την πολιόρκησε ο Δαυίδ….» (Ιώσηπος, «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», Ζ,3,10-25).

Οι Κρόνιοι με ηγέτη τον Σαρπηδόνα δεν ξέχασαν ποτέ το μίσος για τους Διογενείς. Σύντομα απώλεσαν και κάθε στοιχείο Ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η επόμενή τους κίνηση ήταν, να αναζητήσουν συμμάχους ομοϊδεάτες ανάμεσα στα βαρβαρικά φύλα που τους περιτριγύριζαν. Αυτοί βρέθηκαν στο σημιτικό βασίλειο των Ακαδίων, στην Μεσοποταμία, που είχε δημιουργηθεί πάνω στα ερείπια της Μινωικής Σουμερίας. Οι Ακάδιοι είχαν δύο κυρίαρχους αρσενικούς θεούς: τον «Ένκυ» και τον «Ενλίλ». Αμφότεροι άνηκαν στο πάνθεον των Αννουνάκι. Ο Ένκυ σύμφωνα με τον σερ Λώρενς Γκάρντνερ είναι ο θεός που οι Εβραίοι ονόμαζαν «Άδον» ή «Κύριο», δηλαδή «ο καλός θεός», ο Ενλίλ ήταν ο θεός Τυφών, που κατάστρεψε τις Ελληνικές πολιτείες των Σοδόμων και των Γομόρρων, και τον γνωρίζουμε ως Γιαχβέ, δηλαδή «ο κακός θεός». Ο τελευταίος, ο Ενλίλ-Γιαχβέ, ταυτιζόταν με τον Σεθ ή Σετ των Αιγυπτίων, δηλαδή τον Τιτάνα Τυφώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τα Διονυσιακά του Νόννου, όταν ο Κρόνος και οι Τιτάνες νικήθηκαν από τους Ολύμπιους , ο Τυφών αντεπαναστάτησε κατά του Διός. Ο πόλεμος θεών και Τιτάνων επαναλήφθηκε σε δεύτερο γύρο. Τελικά οι Έλληνες Ολύμπιοι στέφθηκαν ξανά νικητές. Ο Τυφών-Ενλίλ-Γιαχβέ-Σεθ, όπως αντιλαμβανόμαστε ήταν ο διάδοχος του Κρόνου στην ηγεσία των Τιτάνων. Στην ουσία όμως Κρόνος και Τυφών ταυτίζονται, γεγονός που θα αποδειχθεί παρακάτω από τα αρχαία κείμενα.

Η συμμαχία Κρονίων και σημιτικών φυλών
Οι Χαλδαίοι-Ακάδιοι πρέπει να καλοείδαν την συμμαχία με τους Σολυμίτες. Είναι η εποχή, που ο μάγος Αβραάμ από την πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας περιφέρεται στην περιοχή της Φιλισταίας (Παλαιστίνης) κατασκοπεύοντας τις Μινωικές αποικίες, ενώ η δράση του φθάνει και μέχρι την Αίγυπτο, όπου υπήρχε κρυφό μεν αλλά ισχυρό ιερατείο του Τυφώνος. Ο Αβραάμ και οι δικοί του ονομάστηκαν Εβραίοι, λέξη που σημαίνει «περιπλανώμενοι″. Πράγματι σκοπός της ομάδος αυτής δεν ήταν να στεριώσει κάπου, αλλά να αναγνωρίσει το έδαφος για την εισβολή που θα επακολουθούσε, και γι′ αυτό το λόγο έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Κρόνια παράταξη ετοιμαζόταν πυρετωδώς για την αντεπίθεσή της. Σκοπός ήταν να καταληφθεί πρώτα η Αίγυπτος και κατόπιν η Παλαιστίνη-Φιλισταία. Παράλληλα η επιμειξία Κρονίων Ελλήνων και σημιτικών φυλών δημιούργησε τον πειρατικό λαό των Φοινίκων οι οποίοι, σύμφωνα με τον Πλούταρχο («Περί Δεισιδαιμονίας» 171Β) ήταν Κρόνιοι. Η ναυτική ικανότητα του λαού αυτού επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την εισβολή στην κυρίως Ελλάδα, πράγμα που το είδαμε να γίνεται πράξη αιώνες μετά, κατά την διάρκεια των Μηδικών πολέμων.

Η Αίγυπτος λοιπόν δεν ήταν εύκολος στόχος. Η χώρα αυτή την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και σύμμαχος της Μινωικής ομοσπονδίας. Αποφασίστηκε λοιπόν να αλωθεί από τα μέσα. Η εβραϊκή βίβλος με γλαφυρές περιγραφές αναφέρει, ότι οι Αιγύπτιοι είχαν αιχμαλωτίσει τους Εβραίους που ζούσαν εντός της επικράτειάς τους, επειδή τους φοβούνταν.

Η εξέγερση του ιερέα Οσαρσήφ, δηλαδή του Μωυσή (σύμφωνα με τα «Αιγυπτιακά» του Μανέθωνα), είχε ως σκοπό την επιβολή της Κρόνιας (Τυφών-Σεθ) λατρείας στην Αίγυπτο. Οι ταραχές ξέσπασαν, μόλις αποκαλύφθηκε ότι ο Οσαρσήφ ήταν ένας «μεμιασμένος» ιερέας (με την λέξη αυτή να σημαίνει, ότι ο Μωυσής είχε τελέσει ανθρωποθυσία εντός του ναού: βλ. Και Ι.Φουράκη, «η πρώτη σύγκρουση Ελλήνων-Εβραίων», σελ.80). Η ανθρωποθυσία έχει ήδη αναφερθεί ότι ήταν χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας. Ο φόνος αυτός επιβεβαιώνεται και στο κεφάλαιο β′ της « εξόδου», στα χωρία ια-ιε, όπου διαβάζουμε: «Αμέσως εφόνευσεν (ο Μωησής) αυτόν (τον Αιγύπτιο) και τον έχωσε εις την άμμον ».

Τα γεγονότα από εδώ και μετά είναι πολύ-λίγο γνωστά. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί του Οσαρσήφ-Μωυσή έχασαν τον πόλεμο και εξορίστηκαν από την Αίγυπτο. Πέρασαν στη χερσόνησο του Σινά και ονομάστηκαν Ισραήλ, δηλαδή: «Ο λαός του θεού» (Ηλ). Όχι όμως οποιουδήποτε θεού, αλλά του Κρόνου, εφ” όσον ξέρουμε, ότι: «Κρόνον τοίνυν οι Φοίνικες Ηλ προσαγορεύουσιν…» (Ερενίου Φίλωνος, «φοινικική ιστορία», απόσπασμα καταχωρημένο στο Δ΄ βιβλίο, κεφάλαιο Ζ΄, του έργου «Ευαγγελική προπαρασκευή» του Ευσέβιου Καισαρείας).

Η αποτυχία στην Αίγυπτο δεν πτόησε το Κρόνιο ιερατείο. Οι Αιγύπτιοι εξόριστοι (Ισραηλίτες) συμμάχησαν με τους Έλληνες Σόλυμους (Ιουδαίους) και υπό το γενικό όνομα Εβραίοι (έτσι τους ήξεραν οι Κρήτες της Φιλισταίας) ξεκίνησαν το θεάρεστο έργο της γενοκτονίας των Διογενών Ελλήνων: «Δια τούτο τάδε λέγει ο κύριος. Ιδού εγώ εκτείνω την χείρα μου επί τους αλλοφύλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν» (Ιεζεκιήλ, ΚΕ΄, στ΄).

Η Κρόνια λατρεία στον Πλούταρχο
Ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς ήταν αρχιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς. Από την θέση του αυτή συχνά καταφέρθηκε κατά της δεισιδαιμονίας και των υπολοίπων της Κρόνιας λατρείας. Ο ίδιος θεωρούσε την Κρόνια λατρεία βάρβαρη, ανθελληνική και επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Από τον Πλούταρχο γνωρίζουμε, ότι οι Φοίνικες λάτρευαν τον Κρόνο και του πρόσφεραν ανθρωποθυσίες: «Πέρασε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην Καρχηδόνα, επειδή ο Κρόνος δέχεται μεγάλες τιμές…» (Πλούταρχος, «Ηθικά», «Περί του Εμφαινομένου προσώπου τω Κύκλω της Σελήνης», 942C).

«Δεν θα ήταν πιο ωφέλιμο για τους Καρχηδόνιους να πάρουν εξ αρχής ως νομοθέτη τον Κριτία ή τον Διαγόρα και να μην πιστεύουν στην ύπαρξη κανενός θείου πνεύματος ή θεού, από το να κάνουν θυσίες σαν και αυτές που πρόσφεραν στον Κρόνο; Δεν θα ήταν αυτά, όπως αναφέρει ο Εμπεδοκλής, μιλώντας για εκείνους που θυσίαζαν ζωντανά πλάσματα: «σηκώνει ο πατέρας τον αγαπητό του γιο, που έχει αλλάξει στη μορφή, και κάνοντας προσευχή τον σφάζει, ο ανόητος», αλλά με γνώση και συνείδηση πρόσφεραν οι ίδιοι θυσία τα παιδιά τους, ενώ οι άτεκνοι αγόραζαν από τους φτωχούς παιδιά και τα έσφαζαν σαν αρνιά ή σαν μικρά πουλιά, ενώ η μητέρα στέκονταν πλάι αυστηρή και χωρίς να θρηνεί. Αν όμως στέναζε ή δάκρυζε, στερούνταν την τιμή, αλλά και το παιδί της δεν γλίτωνε την θυσία. Μπροστά μάλιστα από το άγαλμα όλη η περιοχή γέμιζε από θορύβους, καθώς άρχιζαν να παίζουν τους αυλούς και να χτυπούν τα τύμπανα, για να μην ακούγεται η βοή των θρήνων. Αν ωστόσο γίνονταν άρχοντές μας οι Τυφώνες ή οι Γίγαντες, διώχνοντας τους θεούς, με ποιες άραγε θυσίες θα ευχαριστούνταν ή ποιες άλλες ιεροτελεστίες θα απαιτούσαν;» (Πλούταρχος, «Ηθικά», «Περί Δεισιδαιμονίας», 171Β -Α).

Η περιγραφή της ανθρωποθυσίας των Φοινίκων προς τιμή του Κρόνου, που μας δίνει ο Πλούταρχος, είναι κάτι παραπάνω από ανατριχιαστική. Στην τελευταία πρόταση μάλιστα ταυτίζει την λατρεία του Κρόνου με εκείνη του Τυφώνος. Μάλιστα στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» (365 Α) ο ίδιος θεωρεί τον Τυφώνα υιό του Κρόνου: «Είναι δε τέκνα ο Τυφών και ο Νέφθυς του Κρόνου».

Ο Τυφών κατά τον Πλούταρχο είναι ο γενάρχης των Ιουδαίων: «Ορισμένοι πάλι, που λένε ότι εφτά μέρες κράτησε η φυγή του Τυφώνος πάνω σε γάιδαρο μετά την μάχη και, όταν αυτός σώθηκε, γέννησε τον Ιεροσόλυμο και τον Ιουδαίο, είναι ολοφάνερο με βάση αυτό, ότι ανάμειξαν στο μύθο Ιουδαϊκά στοιχεία» («Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 363C).

Ο Τυφών είχε ως σύμβολό του τον γάιδαρο: «Νομίζουν επίσης, ότι ο γάιδαρος, όπως είπαμε, είναι όμοιος με τον Τυφώνα…«. Γνωρίζουμε από τον Απίωνα, ότι μέσα στα «Άγια των Αγίων» του ναού του Σολομώντα υπήρχε ένα ομοίωμα του γαϊδάρου, στο οποίο οι ιερείς του Ισραήλ πρόσφεραν θυσίες. Φυσικά ο γάιδαρος αυτός ήταν ο Σεθ ή Σετ (Τυφών). Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος προσπάθησε να διαψεύσει τις καταγγελίες του Απίωνος: «Μέσα στον ναό αυτόν ο Απίων είχε το θράσος να υποστηρίζει, ότι οι Ιουδαίοι διατηρούν το κεφάλι ενός γαϊδάρου, ότι λατρεύουν αυτό το ζώο και υποκλίνονται μπροστά του με μεγάλο σεβασμό. Το γεγονός που αναφέρει έχει σχέση με την λεηλασία του ναού από τον Αντίοχο τον Επιφανή, όταν ανακαλύφθηκε ένα κεφάλι φτιαγμένο από χρυσό μεγάλης αξίας. Για το θέμα αυτό ήθελα πρώτα να πω, ότι, ακόμα και αν είχαμε ένα τέτοιο λατρευτικό αντικείμενο, ένας Αιγύπτιος είναι ο τελευταίος που θα μπορούσε να μας κατηγορήσει. Γιατί ο γάιδαρος δεν είναι χειρότερος από τις γάτες, τα τραγιά και τα υπόλοιπα πλάσματα, που στη χώρα του περνιούνται για θεοί» (Ιώσηπος, «Κατ” Απίωνος», λόγος Β”, 80-82). Επίσης στο ίδιο έργο ο Ιώσηπος απαντά στις κατηγορίες του Απίωνα ότι οι Ιουδαίοι θυσίαζαν Έλληνες και μετά τους έτρωγαν, ορκιζόμενοι αιώνιο μίσος προς τον Ελληνισμό.

Στα «Συμποσιακά» του Πλουτάρχου γίνεται δια στόματος Λαμπρία αναφορά σε τιμές που αποδίδουν οι Ιουδαίοι στον γάιδαρο: «Όχι βέβαια, είπε ο Λαμπρίας παίρνοντας τον λόγο, αλλά κρατιούνται οι Ιουδαίοι μακριά από το λαγό λόγω της ομοιότητάς του με το ζώο που τιμούν περισσότερο απ” όλα… πράγματι ο λαγός μοιάζει με γάιδαρο…» (Πλούταρχος «Συμποσιακά», βιβλίο τέταρτο, πρόβλημα Ε, 670 Ε).

Αλλά και η μέρα λατρείας του Γιαχβέ, το Σάββατο, ήταν η μέρα αφιερωμένη στον Κρόνο. Οι μέρες έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του πλανήτη της πρώτης ώρας τους σύμφωνα με τάξη αντίστροφη αυτής των πλανητών. Για παράδειγμα, εάν η πρώτη ώρα μιας μέρας ήταν η ώρα του Ήλιου, η πρώτη ώρα της δεύτερης μέρας σύμφωνα με τον χωρισμό σε 12 ώρες θα ήταν της Σελήνης κ.ο.κ. Στις λατινογενείς ονομασίες ακολουθείται η αρχή αυτή. Έτσι η Κυριακή είναι η «Sun-day», μέρα του Ήλιου. Η δική μας Δευτέρα είναι η μέρα της Σελήνης (Luna): Lunedi και στα Αγγλικά M(o)on-day. Έτσι φθάνουμε στο Σάββατο, την έβδομη ημέρα, που είναι αφιερωμένη στον Κρόνο (Saturnus): στα Αγγλικά «Satur-day». Ένα ακόμα αποδεικτικό στοιχείο είναι το πρώτο συνθετικό «Σατ-» στην λατινική ονομασία του Κρόνου, το οποίο είναι πολύ κοντά στην Αιγυπτιακή ονομασία του Τυφώνος, δηλαδή του «Σετ». Τέλος και στις σύγχρονες Σατ-ανιστικές τελετές, όπου η μαγεία ασκείται και μέσω της «Σολομωνικής», η ανθρωποθυσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της τελετής.

Κατάλοιπο της ανθρωποφαγίας είναι η επιβίωση της περιτομής και η ''θεία κοινωνία'' (θεοφαγία) στους εβραιοχριστιανούς κληρονόμους τους!  

Oι σκέψεις, και ο νόμος της Έλξης

Όλοι μας δουλεύουμε με μιαν ασύλληπτου μεγέθους δύναμη. Όλα στο σύμπαν είναι φτιαγμένα από ενέργεια ακόμα κι εμείς! Είμαστε σαν μαγνήτες και η μία ενέργεια έλκει την άλλη.

Οτιδήποτε υπάρχει στο μυαλό σας...αυτό ακριβώς θα έλξετε. Δημιουργείτε και έλκετε αυτό που σκέφτεστε πιο πολύ. Το δυνατότερο και ισχυρότερο είδος ενέργειας είναι γνωστό στο Σύμπαν ως...σκέψη!

Κάθε σκέψη έχει μια συχνότητα. Οι σκέψεις στέλνουν μαγνητική ενέργεια και έλκουν το όμοιο. Και οι σκέψεις υλοποιούν!

Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τί δε θέλουν... οπότε έλκουν ακριβώς το ίδιο. Η προσκόλληση της σκέψης σε δυνατά αισθήματα (θετικά ή αρνητικά), επιτυγχάνει την δημιουργική διαδικασία.Θυμηθείτε ότι έλκετε αυτό που σκέφτεστε.

Επιλέξτε τις σκέψεις σας προσεκτικά! Έχετε προσέξει πως εκείνοι που μιλούν περισσότερο για αρρώστιες τις έχουν; Κι εκείνοι που μιλούν περισσότερο για ευημερία την έχουν…;

Οι σκέψεις δημιουργούν αισθήματα. Οτιδήποτε αισθάνεστε αυτή τη στιγμή...είναι η απόλυτη αντανάκλαση εκείνου που βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης! Και έλκετε ακριβώς αυτό που αισθάνεστε…

Τα χαρούμενα αισθήματα έλκουν περισσότερες χαρούμενες καταστάσεις.

Μπορείτε να αισθάνεστε οτιδήποτε αυτή τη στιγμή. Το Σύμπαν θα ανταποκριθεί στην ιδιότητα των αισθημάτων σας. Και σε οτιδήποτε εστιάζεστε με σκέψεις και αισθήματα...αυτό θα έλξετε στη ζωή σας.

Θυμηθείτε...! Εσείς δημιουργείτε το δικό σας σύμπαν καθώς προχωράτε. Οπότε είναι σημαντικό να αισθάνεστε καλά. Η ζωή γίνεται απίστευτη όταν συνειδητά εφαρμόζετε τον Νόμο της Έλξης.

Στο Σύμπαν αρέσει η ταχύτητα. Μη καθυστερείτε, μην αμφιβάλλετε. Ακολουθείστε την παρόρμηση και τη διαίσθησή σας... Δράστε! Και το Σύμπαν ανάλογα θα πράξει...ειδικά και μόνο για σας!

Να είσαστε ευγνώμων... κι έτσι θα έλξετε περισσότερα πράγματα στη ζωή σας. Οραματιστείτε τί θέλετε... και νιώσετε το αίσθημα ότι το έχετε ήδη. Εστιαστείτε στο αποτέλεσμα και αφήστε τον τρόπο υλοποίησης στο Σύμπαν. Οι επιστήμονες έχουν αποδείξει πως η θετική σκέψη είναι εκατοντάδες φορές δυνατότερη από την αρνητική.

Κάθε φορά που έχετε μιαν αρνητική σκέψη... εν-θυμηθείτε αμέσως μιαν όμορφη ανάμνηση ή ένα σημαντικό πρόσωπο στη ζωή σας.

Κανένας άλλος δεν μπορεί να σκεφτεί ή να αισθανθεί για εσάς, μόνο εσείς!

Μη σπαταλάτε ενέργεια σε αρνητικές σκέψεις... Εστιάστε μόνο σε αυτό που θέλετε. Μη σκέφτεστε αυτά που δε θέλετε...αλλά αυτά που επιθυμείτε. Να σκέφτεστε τί σας δημιουργεί χαρά καθώς αυτό θα ανυψώσει την δόνησή σας άμεσα.

Επιλέξτε να μείνετε στην υψηλή δόνηση και θέστε έναν τόσο μεγάλο στόχο που θα μπορούσε να σας αφήσει άφωνους με την ολοκλήρωσή του. Να οραματίζεστε τον στόχο σας κάθε μέρα. Είσαστε ο μόνος που μπορεί να δημιουργήσει την πραγματικότητά σας.

Θυμηθείτε: οι σκέψεις υλοποιούνται... Πάντα να σκέφτεστε θετικά!
Δράστε τώρα και απολαύστε τη ζωή σας. Απελευθερώστε τον εαυτό σας.

Το κλέος του Τηλεμάχου: αναζήτηση και νόστος

Από την εξέλιξη και την έκβαση του νόστου του Οδυσσέα εξαρτάται το κλέος τόσο του γιου του Τηλεμάχου όσο και της γυναίκας του Πηνελόπης. Πρώιμα στο έπος η Αθηνά-Μέντης, έχοντας εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του Δία για την απελευθέρωση του Οδυσσέα από τα δεσμά της Καλυψώς, δηλώνει στον πατέρα της το διπλό της σχέδιο: θα κατέβει στην Ιθάκη, προκειμένου να δώσει αφενός μένος στον Τηλέμαχο (α 89, πρβ. Ε 2), ώστε ο νεαρός ήρωας να βάλει τέρμα στην καταχρηστική συμπεριφορά των μνηστήρων, και αφετέρου να τον στείλει στην Πελοπόννησο για να πληροφορηθεί την τύχη του πατέρα του (α 93-95):
Κι ακόμη στη Σπάρτη θα τον στείλω και στις μεγάλες αμμουδιές
της Πύλου, να μάθει, αν κάπου ακούσει, τον νόστο του πατέρα του -
έτσι θα κατακτήσει φήμη [κλέος] στους ανθρώπους, που λαμπρή [ἐσθλόν] θα μείνει.
 
Λίγο αργότερα, στην Ιθάκη, η μεταμορφωμένη θεά παροτρύνει τον ήρωα να αναλάβει το έργο της εκδίκησης ακολουθώντας το παράδειγμα του Ορέστη (α 298-300):
Ή μήπως και δεν άκουσες πόσο μεγάλη δόξα [κλέος], πανανθρώπινη,
κατέκτησε ο θείος Ορέστης, αφότου σκότωσε τον πατροκτόνο του,
τον δόλιο Αίγισθο, εκείνον τον φονιά του ξακουστού [κλυτοῦ] πατέρα του.
Έτσι, καλέ μου, σε βλέπω ωραίο και αψηλό·
δείξου κι εσύ πως είσαι παλληκάρι, να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές.
 
Το αναλογικό προς του Ορέστη κλέος ἐσθλόν του Τηλεμάχου (α 298, πρβ. 95, γ 78), συναρτάται με το κλέος-φήμη, τα νέα που θα ακούσει ο νεαρός ήρωας στην Πελοπόννησο (γ 83, πρβ. α 283 = β 217) για τον νόστο του πατέρα του (α 94 = β 360). Όπως προκύπτει και από τις αντιδράσεις των δικών του, της Ευρύκλειας (β 361-370), της Πηνελόπης (δ 703-767), του Οδυσσέα (ν 416-419), του Εύμαιου (ξ 178-182) αλλά και των μνηστήρων (δ 638-640, 663-664), το ταξίδι του ήρωα θα μπορούσε να θεωρηθεί «ηρωικό» κατόρθωμα, καθώς με την αποδημία του αντιμετωπίζει την ενέδρα των μνηστήρων και συναντά επιφανείς ήρωες του ιλιαδικού πολέμου, που τον αναγνωρίζουν ως άξιο γιο του Οδυσσέα. Αναζητώντας κάποια είδηση-κλέος για την τύχη του πατέρα του, ο γιος, όπως αποκαλύπτει η Αθηνά αργότερα στον Οδυσσέα (ν 415, 422), κατακτά το δικό του κλέος, όνομα και ηρωική ταυτότητα. Υπ᾽ αυτή την έννοια, το παραδειγματικό κλέος του Ορέστη -«πλασματικό» ασφαλώς από την πλευρά της θεάς που το υπόσχεται στον Τηλέμαχο- είναι καλοδεχούμενο, στον βαθμό που, αβοήθητος και απελπισμένος ο νεαρός ήρωας, όχι μόνο δεν ξέρει ποιος είναι ο πατέρας του (α 215-216) αλλά πιστεύει πως, εξαιτίας της άδοξης εξαφάνισής του, έχει μείνει ο ίδιος δίχως κλέος (α 237-241).
 
Η εξάρτηση του εκδικητικού κλέους του Τηλεμάχου από το κλέος-είδηση για τον νόστο του Οδυσσέα δραματοποιείται στην Πύλο. Εδώ ο Νέστορας, κλείνοντας τη διήγηση της ιστορίας του οίκου των Ατρειδών, προτρέπει, όπως η Αθηνά-Μέντης στην πρώτη ραψωδία, τον άλκιμο ήρωα να ακολουθήσει το παράδειγμα του γιου του νεκρού Αγαμέμνονα (γ 199-200 = α 301-302). Ο Τηλέμαχος όμως, ταλαντευόμενος ανάμεσα στην κρυφή ελπίδα και στη φανερή απογοήτευση, διαχωρίζει τη δική του θέση (γ 202-209):
Ω Νέστορα, γιε του Νηλέα, δόξα λαμπρή των Αχαιών,
εκείνος πολύ καλά εκδικήθηκε, γι᾽ αυτό θα διαλαλούν
οι Αχαιοί παντού το κλέος του [κλέος εὐρύ], και θα το τραγουδούν
οι άνθρωποι στο μέλλον.
Μακάρι και σ᾽ εμένα τόση δύναμη να ᾽διναν οι θεοί,
που να μπορούσα να τους τιμωρήσω τους μνηστήρες
για τη βαριά παρανομία τους - αυτούς που μηχανεύονται εναντίον μου
ακόλαστα έργα, υβριστικά.
Αλλά οι θεοί δεν όρισαν μια τέτοια τύχη και σ᾽ εμένα -
μήτε σ᾽ εμένα μήτε στον πατέρα μου. Και πρέπει τώρα
να υποφέρω το κακό υπομένοντας.
 
Ο νεαρός ήρωας, αν και επιδοκιμάζει το αοίδιμο κλέος που κατέκτησε ο Ορέστης, ο ίδιος εννοεί πως δεν θα μιμηθεί τη δόξα του, καθώς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους αλαζονικούς μνηστήρες. Με χαρακτηριστική μάλιστα ειρωνεία ο λόγος της διάζευξής του με τον Ορέστη αποδίδεται στους θεούς, που δεν όρισαν όχι μόνο στον ίδιο αλλά ούτε και στον πατέρα του τέτοια τύχη. Μοναδική και απεγνωσμένη λύση για τον νεαρό ήρωα απομένει η υπομονή και η αναμονή - χαρακτηριστικές ιδιότητες του εξαφανισμένου πατέρα του. Εξάλλου, ο νεαρός ήρωας πιστεύει ότι ο πατέρας του, με τη θέληση των θεών, έχει χαθεί, επομένως δεν πρόκειται ούτε αυτός να αναλάβει το έργο της εκδίκησης. Η επέκταση του παραδείγματος του Ορέστη προς τον Οδυσσέα ως εκδικητή ενισχύει, με αρνητικό αλλά και ειρωνικό τρόπο, την αλληλεξάρτηση του κλέους του Τηλεμάχου από τον νόστο του πατέρα του, προοικονομώντας τη συνεργασία τους στη μνηστηροφονία, που προς το παρόν εκφράζεται με τη μορφή της ανεκπλήρωτης επιθυμίας.

Ο ΣΤΕΝΤΩΡ

Στην ιστορία μας ο Στέντορας (Στέντωρ) ήταν ένας ήρωας του Τρωικού Πολέμου, που αναφέρεται στην Ιλιάδα. Ο Στέντορας είχε ευεργετηθεί από τη θεά `Ήρα με το χάρισμα να έχει πολύ δυνατή φωνή, που ισοδυναμούσε με φωνή 50 ανδρών, γι' αυτό και χαρακτηρίζεται με το επίθετο «χαλκεόφωνος». Ακόμα και σήμερα, η φράση «Στεντόρεια φωνή» σημαίνει τη μέγιστη σε ένταση φωνή. Θεωρείται ότι ο Στέντορας καταγόταν από τη Θράκη ή, σύμφωνα με αρχαίο (αλλά «ανώνυμο») σχολιαστή του Ομήρου, από την Αρκαδία: «Αρκάς το γένος, ερίσας δε προς τον Ερμήν περί μεγαλοφωνίας εφονεύθη υπ' αυτού.»

Δηλαδή ο Στέντορας είχε την ανοησία να προκαλέσει τον Ερμή να παραβγούν ποιος δηλαδή θα φώναζε δυνατότερα. Ο Στέντορας νικήθηκε και την ήττα του την πλήρωσε με την ζωή του.

Ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, πέθανε από την προσπάθεια να φωνάξει ακόμα πιο δυνατά. (Αριστοτέλης: Πολιτικά Ζ - Ρισπέν: Ελληνική Μυθολογία).

Του αποδίδεται η φράση: «Αιδώς Αργείοι.» (Ντροπή σας, δεν ντρέπεστε καθόλου;)
Φράση που φώναξε ο Στέντορας στην προσπάθειά του να παρακινήσει τους Αργείους να δείξουν θάρρος στον αγώνα εναντίον των Τρώων, μετά την αποχώρηση του Αχιλλέα από τη μάχη.

Η αναφορά του Ομήρου για τον ήρωα:

«… εστάθη αυτού κι εκραύγασεν η Ήρα η λευκοχέρα,
με την φωνήν του Στέντορος που χάλκιν’ είχε στόμα.
Κι εφώναζ’όσο δεν μπορούν άνδρες ομού πενήντα:
«Ντροπή, Αργείοι θαυμαστοί στην όψιν, αλλ’ αχρείοι.
Στον πόλεμον όσο έρχονταν ο θείος Αχιλλέας,
την πύλην την Δαρδανικήν δεν διάβαιναν οι Τρώες
ποτέ. Τόσο της λόγχης του το βάρος ετρομάζαν.
τώρ’ απ’ την πόλιν τους μακράν σας πολεμούν στα πλοία.».
Ιλιάδα - Ε΄, 784 – 791

….. κι εμείς, «μιμούμενοι» τον ήρωα της ιστορίας μας, ας προσπαθήσουμε με την Στεντόρεια πλέον φωνή μας, να στείλουμε το μήνυμα στα μιάσματα που μας κυβερνούν: ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ!!!

Η ευτυχία κατά τον Επίκουρο

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Επίκουρος (341 π.Χ. – 270 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και ότι ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή, η οποία ονομαζόταν Κήπος του Επίκουρου. Θεωρείται μια από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνικής φιλοσοφίας.
Ο Επίκουρος πίστευε πως η ευτυχία μπορεί να κατακτηθεί μέσω ορισμένων βασικών αποκτημάτων. Ποια είναι όμως αυτά; Ακολουθεί η επικούρεια λίστα αποκτημάτων :

Ι. Φιλία
Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 306 π.Χ., ο Επίκουρος στην ηλικία των 35, επέλεξε μια ασυνήθιστη κατοικία. Εντόπισε μια μεγάλη οικία λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, στον δήμο της Μελίτης, μεταξύ αγοράς και λιμανιού στον Πειραιά, και μετακόμισε εκεί με μια παρέα φίλων. Ο Επίκουρος παρατήρησε ότι: «Από όσα παρέχει η σοφία για την ευτυχία της ζωής συνολικά, το κατά πολύ πιο σημαντικό είναι η απόκτηση φίλων».

Τέτοια ήταν η προσήλωση του στην ευχάριστη παρέα, ώστε ο Επίκουρος συνιστούσε να προσπαθεί κανείς να μην τρώει ποτέ μόνος: «Προτού φας ή πιεις οτιδήποτε, σκέψου προσεκτικά με ποιον τρως ή πίνεις παρά τι τρως και τι πίνεις: το να τρέφεσαι χωρίς κάποιο φίλο θυμίζει τη ζωή λέοντα ή λύκου».

Δεν υπάρχουμε παρά μόνο αν υπάρχει κάποιος που διαπιστώνει την ύπαρξη μας, όσα λέμε δεν έχουν νόημα μέχρι να τα καταλάβει κάποιος. Ο Επίκουρος, διακρίνοντας την κρυφή μας ανάγκη, αναγνώρισε πως μια χούφτα πραγματικοί φίλοι μπορούσαν να παρέχουν την αγάπη και το σεβασμό που πιθανόν να μην επιτύγχανε μια ολόκληρη περιουσία.

ΙI. Ελευθερία
Ο Επίκουρος και οι φίλοι του εισήγαγαν μια δεύτερη ριζοσπαστική καινοτομία. Προκειμένου να μην αναγκάζονται να δουλεύουν για άτομα που δεν συμπαθούσαν και να είναι υπόλογοι σε δυνητικά ταπεινωτικές ιδιοτροπίες, αποσύρθηκαν από τις εμπορικές δραστηριότητες των Αθηνών («πρέπει να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από το κάτεργο της καθημερινής ρουτίνας και της πολιτικής») και ξεκίνησαν κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ακριβέστερα ως κοινόβιο, αποδεχόμενοι έναν απλούστερο τρόπο ζωής με αντάλλαγμα την ανεξαρτησία.

Θα διέθεταν λιγότερα χρήματα αλλά δε θα αναγκάζονταν ποτέ ξανά να ακολουθήσουν τις διαταγές απεχθών ανωτέρων. Έτσι αγόρασαν έναν κήπο κοντά στο σπίτι, άρχισαν να καλλιεργούν διάφορα λαχανικά και αγκινάρες. Διαιτολόγιο όχι πολυτελές, ούτε άφθονο, αλλά γευστικό και θρεπτικό.

ΙΙΙ. Σκέψη
Υπάρχουν ελάχιστες καλύτερες γιατρειές για το άγχος από τη σκέψη. Γράφοντας ένα πρόβλημα ή αναφέροντάς το σε μια κουβέντα, επιτρέπουμε να αναδειχθούν οι ουσιαστικές πλευρές του. Και γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του, απομακρύνουμε, αν όχι το ίδιο το πρόβλημα, τουλάχιστον τα δευτερεύοντα, επιβαρυντικά χαρακτηριστικά του: τη σύγχυση, τη μετατόπιση, την έκπληξη.
Στον Κήπο -όπως έγινε γνωστή η κοινότητα του Επίκουρου- η διαδικασία της σκέψης ενθαρρυνόταν ιδιαίτερα. Πολλοί από αυτούς τους φίλους ήταν συγγραφείς. Στα κοινά δωμάτια του σπιτιού στη Μελίτη και στον κήπο με τα λαχανικά, πρέπει να υπάρχουν συνεχείς ευκαιρίες για την εξέταση προβλημάτων με ανθρώπους ευφυείς που συμμεριζόταν τα ίδια ιδανικά.
Ο Επίκουρος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ώστε εκείνος και οι φίλοι του να μάθουν να αναλύουν τις αγωνίες τους με το χρήμα, την αρρώστια, τον θάνατο και το υπερφυσικό. Αν κάποιος σκεφτόταν λογικά το θέμα της θνησιμότητας, θα μπορούσε, όπως υποστήριζε ο Επίκουρος, να συνειδητοποιήσει ότι μετά το θάνατο δεν υπήρχε τίποτα πέρα από τη λήθη, και πως «αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το’χουμε δίπλα μας δεν μας ενοχλεί».
Είναι άσκοπο να θορυβείται κανείς προκαταβολικά για μια κατάσταση που δεν θα βιώσει ποτέ:«Γιατί τίποτα μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς.»
Η νηφάλια ανάλυση ηρεμούσε το μυαλό. Απέτρεπε τους φίλους τους Επίκουρους από το να ρίχνουν κλεφτές ματιές στις δυσκολίες που θα τους στοίχειωναν στο αστόχαστο περιβάλλον πέραν του Κήπου.
Φυσικά ο πλούτος είναι απίθανο να κάνει κάποιον δυστυχή. Όμως ο πυρήνας του επιχειρήματος του Επίκουρου είναι πως αν διαθέτουμε χρήματα δίχως φίλους, ελευθερία και μια μοναδική ανάλυση της ζωής μας, δεν θα είμαστε ποτέ αληθινά ευτυχισμένοι. Και αν τα διαθέτουμε αλλά στερούμαστε πλούτου, δεν θα είμαστε ποτέ δυστυχισμένοι.
Για να τονίσει τι είναι απαραίτητο για την ευτυχία και τι θα μπορούσε να αποποιηθεί δίχως ιδιαίτερη στεναχώρια κάποιος που στερείται την ευμάρεια λόγω κοινωνικής αδικίας ή οικονομικών δυσκολιών, ο Επίκουρος διαίρεσε τις ανάγκες μας σε τρεις κατηγορίες : Από τις επιθυμίες, ορισμένες είναι φυσικές και αναγκαίες, ορισμένες είναι φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και, τέλος, ορισμένες άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες.

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ
Φυσικά και αναγκαία
Φίλοι / Ελευθερία / Σκέψη
Φυσικά και όχι αναγκαία
Μεγάλο σπίτι / Ιδιωτικά λουτρά / Συμπόσια / Υπηρέτες / Ψάρι, κρέας
Ούτε φυσικά, ούτε αναγκαία
Φήμη / Εξουσία
Ο τριμερής διαχωρισμός του Επίκουρου υπονοούσε – καίρια για όσους δεν μπορούν να βγάλουν χρήματα ή φοβούνται μην τα χάσουν – ότι η ευτυχία βασιζόταν σε ορισμένα περίπλοκα ψυχολογικά αγαθά αλλά ήταν σχετικά ανεξάρτητη από τα υλικά, πέρα από τα μέσα για την αγορά μερικών ζεστών ενδυμάτων, μιας κατοικίας και τροφής – μια ομάδα προτεραιοτήτων σχεδιασμένη να προκαλέσει σκέψεις σε όσους είχαν εξισώσει την ευτυχία με την πραγμάτωση μεγάλων οικονομικών σχεδίων, και τη δυστυχία με το φτωχικό εισόδημα.
"Μια σκέτη σούπα σου δίνει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη."
"Τίποτα δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο που δεν ικανοποιείται με τα λίγα."
"Δεν ελευθερώνουν τη ψυχή από την ταραχή και δεν φέρνουν την αληθινή χαρά τα αμέτρητα πλούτη."
Δίνοντας έμφαση στις πολυτέλειες και στα πλούτη, και σπάνια στη φιλία, στην ελευθερία και στη σκέψη. Η κυριαρχία της κενοδοξίας δεν είναι συμπτωματική. Οι εμπορικές επιχειρήσεις έχουν συμφέρον να αλλοιώσουν την ιεράρχηση των αναγκών μας, να προωθήσουν ένα υλικό όραμα του καλού και να υποβαθμίσουν κάποιο δυσπώλητο. Και ο τρόπος να μας δελεάσουν είναι μέσα από την ύπουλη διασύνδεση των περιττών αντικειμένων με όσες άλλες μας ανάγκες έχουμε ξεχάσει.

Οι άνθρωποι δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σχεδόν πάντα θλιμμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι…
Βαθιά ασυνείδητα διακατέχονται από την πεποίθηση ότι τίποτα δεν έχει νόημα στην ζωή τους, παρατηρώντας πως εξελίσσεται το δράμα της.
Αναζητούν διεξόδους και όταν τούτοι δεν καταφέρνουν να τους δείξουν την έξοδο από την δυσαρέσκεια, σε βάθος χρόνου απογοητεύονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι δεν φταίνε οι διέξοδοι, αλλά οι προσδοκίες τους.
Υπάρχει πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους κλέψει την χαρά και την αγάπη της κάθε στιγμής, πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους ανατρέψει προθέσεις και όνειρα…
Γκρινιάζουν για όσα δεν καταφέρνουν, για όσα δεν μπορούν να λάβουν, για όσα είναι οι άλλοι…
Γυρνάνε γύρω γύρω από μια ματαιότητα και έτσι δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, μα ούτε βαθιά Ζωντανοί είναι…

Ψάχνουν να βρουν ένα σκοπό, μα αυτός δεν βρίσκεται σχεδόν ποτέ… Και αν βρεθεί δεν καταφέρουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για την Ζωή σε βάθος χρόνου.
Προσπαθούν να γεμίσουν την ζωή τους με παρέες και συναναστροφές, με επιβεβαιώσεις και αποδοχές, μα ούτε αυτές οι «επιτυχίες» τους δημιουργούν μέσα τους την αίσθηση του Αιώνιου. Τρομάζουν εύκολα… και επικρίνουν ακόμα ευκολότερα. Απομονώνονται μετά…
Δεν επιτρέπουν στον Εαυτό τους να φωτίσει τα σκοτάδια τους και να τα μεταβάλλει στην αιώνια φλόγα του Ζωντανού Πνεύματος, που περιλαμβάνει και δεν απομονώνει…
Παραιτούνται ευκολότερα από όσο είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν, γιατί δεν ξέρουν για ποιο πράγμα αξίζει κανείς να πολεμήσει, όταν όλα γύρω τους έχουν ματαιωθεί… Και απλά περιμένουν να αλλάξει η ζωή τους…
Μερικές φορές ο άνθρωπος θέλει την αλλαγή, αρκεί να μην αλλάξει ο ίδιος…
Αλήθεια, είναι τόσα λίγα αυτά που προκαλούν πραγματική θλίψη… Όλα τα άλλα είναι πληγωμένος εγωισμός και έλλειψη βαθιάς Πίστης στο Αιώνιο…
Οι άνθρωποι, λένε, δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους.
Αλλά ποιος το συνειδητοποιεί αυτό? Μόνο το ξέρει… όμως είναι διαφορετικό το «γνωρίζω» από το «συνειδητοποιώ»… απέχουν μεταξύ τους μια Αιωνιότητα, ενώ ο νους στριφογυρίζει εκεί γύρω στον χρόνο του πριν και του μετά, γιατί του λείπει η συνειδητή παράδοση στο Αιώνιο Τώρα…
Ο Εαυτός μας έχει Αγάπη για το Κόσμο, από τον οποίο τον κρατάει σε απόσταση ένα «εγώ» που βιώνει απόγνωση, ζώντας μέσα σε έναν απελπισμένο προγραμματισμό. Πως μπορεί να ζει κανείς μισός και να είναι ευτυχισμένος?
Θέλω να τους φωνάξω… καμιά φορά… Ξέρω όμως ότι δεν θα έχει νόημα… Μόνος του το αποφασίζει κανείς να Ζήσει και να ολοκληρωθεί.
Μόνος του θα νιώσει την αλήθεια ότι ολοκλήρωση δεν είναι να κάνεις παιδιά, σπίτια, περιουσίες και να πεθάνεις…
Στο «ιστορικό» του καθενός μας καταγράφεται σαν ολοκλήρωση, το πόσες φορές ήσουν αληθινά Άνθρωπος, το πόσες φορές πολέμησες με την κοσμική ματαιότητα, ευγνωμονώντας την Ζωή και όσα είσαι μέσα σ’ αυτήν, το πόσες φορές συνέπλευσες με την Αρμονία και το πόσες φορές τίμησες την Αιωνιότητά σου.

Η ΨΎΧΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΘΕΟΤΗΤΑ

Αν το να φροντίζεις και να προστατεύεις την ψυχή σου πληγώνει τον εγωισμό των άλλων, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τους αγαπάς, δεν νοιάζεσαι για αυτούς, δεν τους φροντίζεις. Αντίθετα, προστατεύοντας την δική σου ψυχή, βοηθάς ταυτόχρονα και τους άλλους στην πνευματική τους ανάπτυξη, τους προστατεύεις από τα εγωκεντρικά τους χαρακτηριστικά, τους δίνεις ένα πνευματικό λάκτισμα. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν προδίδονται αν διατηρήσεις την ατομικότητά σου.

Αγαπώ και τιμώ την ύπαρξή μου, σημαίνει ότι αγαπάς και φροντίζεις τον εαυτό σου χωρίς άσκοπες θυσίες προς άλλους, χωρίς να χρειάζεται να γίνεσαι ο κυματοθραύστης των αρνητικών τους ενεργειών, χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνεσαι έρμαιο στα εγωιστικά τους κομμάτια. Αγαπώ και τιμώ την ύπαρξή μου, σημαίνει ότι δεν προδίδεις την τελειότητα της ύπαρξής σου επιτρέποντας τους άλλους να σε θεωρούν ‘’ως δεδομένο στη ζωή τους’’ επειδή τους αγαπάς, τους φροντίζεις και σέβεσαι τα όρια τους.

 Η ψυχή δεν μπορεί να ισορροπήσει αν θυσιάσεις την ατομικότητά σου στο βωμό της ενότητας. Η ελευθερία, η ειλικρίνεια, η διάκριση, το όρια, είναι τα στοιχεία που την αναζωογονούν.

Οφείλεις να τιμάς την ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ της ψυχής σου. Η ψυχή είναι μια θεότητα που επιβάλλεται να της αποδίδεται: αγάπη, τιμή, σεβασμός, αποδοχή, φροντίδα, προστασία. Έτσι θα παραμείνει για πάντα ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΑ ΦΩΤΕΙΝΗ.

Θα εκπλαγείς

 Αν μπορούσες να αισθανθείς την ευρυχωρία του ουρανού
και τη δραματική ομορφιά των σύννεφων που αλλάζουν σχήμα
αν μπορούσες να αισθανθείς την σκοτεινή μεγαλοπρέπεια των βουνών
και την ήρεμη ευαισθησία των δέντρων

Αν μπορούσες να αισθανθείς ότι ο κόσμος δεν είναι μηχανικός και αδρανής
αλλά απόλυτα ζωντανός με δύναμη ψυχής
και αν μπορούσες να αισθανθείς αυτή τη δύναμη μέσα σου, σαν την ουσία της ύπαρξής σου
και έτσι να νοιώσεις ότι δεν είσαι αποκομμένος τελικά
αλλά μέρος αυτής της μαγικής κοινωνίας

Τότε, η ανησυχία και η δυσαρέσκεια σου θα σταματούσαν.
Η αίσθηση της απογοήτευσης και του κενού
η λαχτάρα σου για επιτυχία και δύναμη
η πείνα σου για αγάπη και επιβεβαίωση
η ανάγκη σου για παρεκτροπή και περιπέτεια
η επιθυμία σου να κατέχεις και να κατακτήσεις -
αυτά τα τρελά χαρακτηριστικά απλά θα εξαφανίζονταν
όπως οι πόνοι της πληγής που έχει επουλωθεί.

Μια μέρα θα εκπλαγείς
με το πόσο εύκολο είναι να είσαι ζωντανός
και πόσο σωστό είναι να είσαι στον κόσμο

Πώς ξεπερνιέται η μοναξιά;

Κάποιες φορές η μοναξιά είναι χρήσιμη. Για περισυλλογή, ανασύνταξη δυνάμεων, χαλάρωση. Όταν όμως γίνεται μόνιμη κατάσταση στη ζωή μας ή στην καρδιάς μας, είναι βασανιστική.

Η μοναξιά είναι μια έννοια που υποδηλώνει ότι νιώθουμε διαχωρισμένοι κι αποκομμένοι από τους άλλους σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Είναι ένα φαινόμενο πολυδιάστατο, που εκδηλώνεται και βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα

Εάν αισθάνεσαι μόνος/η, ίσως να σκέφτεσαι ότι:
Δεν έχεις ουσιαστικούς δεσμούς με τους ανθρώπους γύρω σου.
Κανείς δεν σε νοιάζεται πραγματικά.
Οι γύρω σου σε αγνοούν.
Δεν μπορείς να συνδεθείς με τους άλλους σε συναισθηματικό επίπεδο.
Σε έχουν εγκαταλείψει.

Ίσως επίσης περνάς μια δύσκολη φάση στη ζωή σου όπου:
Δεν έχεις κάποιον/α σύντροφο ή φίλους.
Είσαι μόνος/η λόγω περιστάσεων και νιώθεις άβολα με αυτό.
Ως ένα βαθμό η μοναξιά είναι μια φυσιολογική κατάσταση, μέρος της διαδικασίας ωρίμανσής μας. Μένουμε μόνοι για πρώτη φορά ως βρέφη αλλά και κατά τη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι περίοδοι απομόνωσης και συντροφικότητας εναλλάσσονται διαρκώς. Είναι λοιπόν η μοναξιά μια εμπειρία εξισορρόπησης ανάμεσα στην αναζήτηση της οικειότητας και στην αποδοχή ότι η απομόνωση είναι μέρος της ζωής. Βέβαια συχνά μπορεί να νιώθουμε ότι ο κύκλος αυτός είναι δύσκολος. Τότε ίσως σκεφτόμαστε ότι οι άλλοι δεν μας αγαπούν, ότι είμαστε αποκομμένοι, διαχωρισμένοι ή αγνοημένοι. Μέσα μας υπάρχει το βάρος της μοναξιάς.

Γιατί κάποιοι τη βιώνουν πιο έντονα;
Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί λόγοι που κάποιοι άνθρωποι βιώνουν τη μοναξιά πιο έντονα από κάποιους άλλους. Κατ’ αρχάς, η μοναξιά μπορεί να είναι περιστασιακή, να έχει προκληθεί δηλαδή από εξωτερικά γεγονότα: Ένας χωρισμός, μια απώλεια, μια σχέση που μας αφήνει ανικανοποίητους, ο σύγχρονος ρυθμός ζωής, μια δραστική αλλαγή περιβάλλοντος όπως η μετανάστευση σε μια ξένη χώρα μπορεί να προκαλέσουν ή να εντείνουν τη σκέψη ότι είμαστε μόνοι. Πέρα όμως από περιστασιακούς λόγους η μοναξιά μπορεί να είναι και μια διαρκής εσωτερική κατάσταση, η οποία να μη συνδέεται με εξωτερικά γεγονότα. Οι λόγοι για τους οποίους η μοναξιά μπορεί να έχει παγιωθεί ως εσωτερική κατάσταση είναι διαφορετικοί για τον καθένα. Συχνά οι ρίζες της μπορεί να βρίσκονται στην παιδική ηλικία, ειδικά όταν αισθανόμαστε ότι δεν είχαμε αγαπηθεί ως παιδιά ή εάν είχαμε ζήσει εμπειρίες εγκατάλειψης και απόρριψης. Έτσι ίσως κουβαλάμε αυτόν τον φόβο της απόρριψης και ως ενήλικοι και απομονωνόμαστε για να προστατευτούμε. Άλλες φορές, κάποιες εμπειρίες της μετέπειτα ζωής, όπως συνεχείς απογοητεύσεις στις σχέσεις, μπορεί να οδηγήσουν σε απογοήτευση και απομόνωση.
Επίσης είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι και κάποιες ψυχικές διαταραχές μπορεί να δημιουργήσουν τάση για απομόνωση και συνεπώς να επιφέρουν μοναξιά. Για παράδειγμα, στην κοινωνική φοβία το άτομο πιστεύει ότι κρίνεται διαρκώς από τους άλλους και αποφεύγει τις κοινωνικές δραστηριότητες από φόβο ότι θα ντροπιαστεί. Στην κατάθλιψη μπορεί και πάλι να υπάρξει απομόνωση για διαφορετικούς λόγους.

Επτά βήματα για να μη νιώθεις μόνος/η

Αναλογίσου: Πώς θα ήταν τα πράγματα, τι θα σκεφτόσουν και πώς θα ένιωθες εάν δεν ήσουν μόνος/η; Εάν ένα πρωί ξυπνούσες και διαπίστωνες ότι δεν νιώθεις πλέον μοναξιά, ποιες αλλαγές θα είχαν γίνει στη ζωή σου; Ο οραματισμός είναι το πρώτο βήμα για να αποκτήσουμε σαφή εικόνα του τι ακριβώς θέλουμε να επιτύχουμε.

Αγάπησε και φρόντισε τον εαυτό σου. Εάν εσύ ο/η ίδιος/α δεν αγαπάς τον εαυτό σου, θα είναι δύσκολο να νιώσεις και να πιστέψεις ότι οι άλλοι σε αγαπούν, ακόμα κι αν πραγματικά σε αγαπούν. Εάν έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάνεις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό σου. Προσπάθησε να αλλάξεις τις σκέψεις αυτές αναγνωρίζοντας τα θετικά σου στοιχεία και προσπαθώντας να βελτιώσεις ό,τι χρειάζεται βελτίωση, χωρίς να κρίνεις αυστηρά τις ατέλειές σου.

Θυμήσου ποιες είναι οι αξίες σου και αναρωτήσου κατά πόσο ζεις σύμφωνα με αυτές, καθώς και σε ποιο βαθμό τις γνωστοποιείς στους άλλους. Επίσης μην ξεχνάς να φροντίζεις τον εαυτό σου με σωστή διατροφή, ξεκούραση και διασκέδαση.

Προσπάθησε να βρεις διάφορες ομάδες (χορού, κεραμικής, ζωγραφικής ή άλλης δημιουργικής απασχόλησης) από την τοπική κοινότητα, στις οποίες θα μπορούσες να συμμετάσχεις. Έτσι, σιγά-σιγά, μπορείς να αποκτήσεις έναν κύκλο γνωριμιών με κοινά ενδιαφέροντα. Το δυσκολότερο κομμάτι σε αυτές τις δραστηριότητες είναι η απόφαση να ξεκινήσεις καθώς και οι πρώτες φορές. Εάν μετά τις πρώτες φορές συνεχίσεις να αισθάνεσαι άβολα, τότε θα μπορούσες να δοκιμάσεις μια διαφορετική ομάδα ή δραστηριότητα.

Επανασυνδέσου με παλιούς φίλους. Ίσως είχες κάποιους φίλους στο παρελθόν με τους οποίους περνούσες καλά, αλλά έχασες επαφή με τα χρόνια. Δοκίμασε να επικοινωνήσεις μαζί τους κι ίσως διαπιστώσεις ότι ενδιαφέρονται κι εκείνοι να ανακτήσουν επαφή μαζί σου.

Ενίσχυσε τους οικογενειακούς σου δεσμούς. Συχνά οι οικογενειακές σχέσεις αποδυναμώνονται με τον χρόνο είτε λόγω των πολλών υποχρεώσεων και του σύγχρονου ρυθμού ζωής είτε λόγω άλλων παραγόντων. Εάν αισθάνεσαι ότι το να έρθεις πιο κοντά στην οικογένειά σου είναι κάτι που μπορεί να σε βοηθήσει, τότε δοκίμασε να αυξήσεις την επαφή με τους οικείους σου.

Ασχολήσου με τον εθελοντισμό. Ο εθελοντισμός είναι ένας εξαιρετικός τρόπος όχι μόνο για να γνωρίσεις καινούργιους ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, αλλά και για να ενισχύσεις τον σύνδεσμό σου με την ευρύτερη κοινότητα μέσω της προσφοράς.

Εάν αισθάνεσαι έντονο άγχος με την κοινωνική συναναστροφή, εάν μέσα σου επικρατεί αρνητικότητα και θλίψη που σε απομονώνει ή εάν νιώθεις πληγωμένος/η από εμπειρίες του παρελθόντος , θα μπορούσες να ζητήσεις τη βοήθεια ενός ψυχολόγου προκειμένου να επεξεργαστείς και να αντιμετωπίσεις αυτά τα συναισθήματα».

Εραστής της απουσίας σου

‘’ Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δε βρήκε πού να καρφωθεί’’ Τάσος Λειβαδίτης

Μια πεταμένη κουβέρτα στην άκρη του καναπέ. Ατμόσφαιρα βαριά από καπνό και κλεισούρα. Μια τηλεόραση ανοιχτή με τον ήχο χαμηλωμένο. Κάτι ρούχα να χάνονται σε ένα κορμί ,που έχει αρχίσει να λιώνει πάνω στο μαξιλάρι και στο ένα χέρι το κινητό τηλέφωνο και στο άλλο το σταθερό. Κάπου υπάρχει κάποιο μπουκάλι με ποτό είτε χρησιμοποιημένο είτε απλά θεατής του πόνου. Όχι του σωματικού, μα ενός άλλου πανανθρώπινου και αιώνιου…

Η παραπάνω εικόνα είναι μια εικόνα που έπλασε το μυαλό μου σκεφτόμενος τη λέξη χωρισμός , ή καλύτερα το βίωμα του χωρισμού. Ποια λέξη θα έβαζα δίπλα στη λέξη χωρισμός ; Πόνος. Στην αρχική του φάση τουλάχιστον. Γιατί ο χωρισμός, όπως κάθε ανθρώπινη κατάσταση είτε ψυχική είτε σωματική περνάει από πολλά στάδια μέχρι να εκπνεύσει , αν εκπνεύσει.

Πολύ συνοπτικά θα αναφέρουμε τα στάδια που περνά κάποιος κατά τη διάρκεια του χωρισμού. Αρχικά είναι το στάδιο της της άρνησης, μετά του θυμού, ύστερα το στάδιο του παζαρέματος ,κατά το οποίο προσπαθούμε να βρούμε μια μέση οδό με τον συντροφό μας για να μη γίνει πράξη ο χωρισμός . Το τέταρτο στάδιο είναι η κατάθλιψη και τέλος η αποδοχή.

Ο TOM ODELL στο τραγούδι «Another Love» μας μιλά για όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν μπορούν να φτάσουν στο στάδιο της αποδοχής, που όχι μόνο πόνεσαν βαθειά από έναν χωρισμό , αλλά πως η σκιά του τους ακολουθεί και στις μετέπειτα σχέσεις. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό ; Τι ενεργοποιεί το βιώμα του χωρισμού;

Σύμφωνα με έρευνα που έκανε ο ψυχολόγος Edward Smith ο εγκέφαλός μας τείνει να αντιλαμβάνεται τον πόνο του χωρισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνεται το σωματικό πόνο ! Είναι πολύ πιθανόν αυτό να οφείλεται σε εξελικτικούς λόγους. Ο πόνος εξυπηρετεί στο να κάνει αισθητή την παρουσία σωματικού κινδύνου στο άτομο, έτσι ώστε να μπορέσει να προστατεύσει τον εαυτό του. Το άτομο επεξεργάζεται το χωρισμό όπως θα επεξεργαζόταν ένα τραυματικό γεγονός!

Αυτή την επεξεργασία ενός μετατραυματικού γεγονότος εξιστορεί και ο Odell, που δεν τον αφήνει να αφεθεί στη νέα του σχέση, καθώς οι πληγές απ’την προηγούμενη υπάρχουν ακόμα. Νιώθει συναισθηματική αναπηρία, όχι γιατί η συναισθηματική του νοημοσύνη είναι χαμηλή, αλλά γιατί υπέστη ευνουχισμό, γιατί τα θραύσματα απ’τα γυαλιά που έσπασαν μετά από εκείνο το τελεσίδικο ‘’χωρίζουμε’’ του χάραξαν βαθειά πληγή στη ψυχή του .

Μπορούμε άραγε να πούμε στον Odell να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν και να χαράξει καινούργια πορεία στις ερωτικές του σχέσεις , να γίνει πιο γρήγορος απ’τη σκιά του σκοτωμένου έρωτά του και να τρέξει μακριά μπαίνοντας στο φως ;

Ναι , μπορούμε , σαφώς και μπορούμε να του πούμε πολλά, να προτρέψουμε για ανασυγκρότηση εαυτού και πρόταξη της λογικής… Κάτι μου λέει όμως ότι αν δεν θελήσει ο ίδιος και ο κάθε ένας που είναι στη θέση του να προχωρήσει η απάντησή του θα είναι αυτή :
‘’I wanna cry and I wanna love
But all my tears have been used up
On another love, another love ‘’

Τοξική Κουλτούρα (Toxic Culture)

Η Αισθητικοποίηση της τηλεοπτικής Βίας Απειλεί τους Εγκεφάλους μας!

«Μια εικόνα της τηλεόρασης, σε αντιδιαστολή με τη λεπίδα της γκιλοτίνας, είναι δύο και τρεις και τέσσερις φορές πιο κοφτερή». Daniel Schneidermann

Το μέλλον του Δυτικού πολιτισμού στοιχειώνεται πάντα από τα οράματα των «προφητών» του. Πριν από μισό αιώνα περίπου ο Τζορτζ Όργουελ οραματίστηκε έναν δυστοπικό κόσμο-φυλακή, ενώ ο Άλντους Χάξλεϊ έναν «ουτοπικό» κόσμο-παρωδία. Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα φαίνεται πως οδεύουμε περισσότερο προς το όραμα του Χάξλεϊ, παρά προς εκείνο του Όργουελ. Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν ζουν υπό την εξουσία του πόνου, της βίας και του ολοκληρωτισμού, όπως προέβλεψε ο Όργουελ, αλλά είναι έρμαια των απολαύσεων και της αισθητικοποίησης των πάντων. Η σκλαβιά του μέλλοντος λέγεται τηλεοπτική απόλαυση: κρατώντας το τηλεκοντρόλ νομίζουμε πως ελέγχουμε την τηλεόραση αλλά στην ουσία εκείνη είναι που μας ελέγχει, μας λούζει με εικόνες και μας ναρκώνει.

Ζώντας σ’ ένα πολιτισμό, που πρέπει να είναι ναρκωμένος για να μπορεί ν’ αντέξει τον ίδιο τον εαυτό του, ο άνθρωπος έχει καταφύγει σε διάφορα τεχνάσματα για να μεθοδεύσει τη διανοητική του φυγή. Η αισθητικοποίηση του κόσμου είναι ένα από αυτά. Σύμφωνα με τον μεταμοντέρνο Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Μπωντριγιάρ: «Το μέγα επίτευγμα της Δύσης είναι μάλλον η αισθητικοποίηση του κόσμου, η κοσμοπολίτικη σκηνοθεσία του, η εικονοθέτηση του, η σημειολογική του οργάνωση». Ακόμη και το πιο περιθωριακό, το πιο κοινότυπο και το πιο άσεμνο πράγμα, αισθητικοποιέιται, κουλτουροποιείται και μουσιοποιείται. Η βία δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αισθητική υπεραξία της είναι απαραίτητη για το Σύστημα. Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μια ζωή βουτηγμένη στη δυστυχία, σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν γνωρίζουν το μέγεθος της δυστυχίας τους, η τηλεοπτική βία, λειτουργώντας καθαρτικά και εκτονωτικά, τους δίνει την ψευδαίσθηση της επανάστασης, τους απελευθερώνει από την ανάγκη να εκφράσουν βίαια τα αδιέξοδα τους. Κοντολογίς η «τοξικότητα» της τηλεοπτικής βίας αναισθητοποιεί τους τηλεθεατές, τους κάνει πιο παθητικούς και πειθήνιους υποτελείς του Συστήματος.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΧΟΝΔΡΕΜΠΟΡΙΟ ΕΦΙΑΛΤΩΝ
Πριν ωστόσο η βία φωλιάσει στις τηλεοπτικές μας οθόνες και γίνει έτσι διανοητικός μας συγκάτοικος, είχε ήδη κυριαρχήσει στην «ασημένια οθόνη των ονείρων», στον κινηματογράφο. Όταν εμφανίστηκε, στις αρχές του 20ου αιώνα, η νέα τέχνη του κινηματογράφου, ήταν μια «τέχνη των πληβείων», που προοιώνιζε τη βαρβαρότητά μας. Γεννήθηκε στο περιθώριο, σε άνδρα κλεφτών, και ταξινομήθηκε εξ’ αρχής στις πανηγυρικές διασκεδάσεις. Αυτό το, ύποπτο και ανυπόληπτο για την καθωσπρέπει τάξη της Βικτωριανής εποχής, φαινόμενο της έβδομης τέχνης ήταν προικισμένο τρομακτικές δυνατότητες: «Κινηματογράφος, τι υπέροχο εργαλείο προπαγάνδας για πώληση προϊόντος κάθε είδους!», είχε προβλέψει από το μακρινό ακόμη 1898 ο Ζωρζ Μελιές. Και δεν είχε καθόλου άδικο.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο κινηματογράφος χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση κρατικής προπαγάνδας και πολιτικής, νέων προϊόντων και ιδεών, φτάνοντας στο σημείο να στοιχειώσει ακόμη και το φαντασιακό της ανθρωπότητας. Χρησιμοποιήθηκε για να διαχειριστεί και να μεταλλάξει τους καταχωνιασμένους φόβους και τα συγκαλυμμένα άγχη της ανθρωπότητας, κάνοντας πάντα τις κρίσεις να δουλεύουν για λογαριασμό του. Έτσι, στην κλειστοφοβική και αδιέξοδη δεκαετία του 1930, όταν οι άνθρωποι του Μεσοπολέμου αισθάνονταν απελπισμένοι από τη ζοφερή τους πραγματικότητα κι εγκατέλειπαν την πίστη στον ορθολογισμό βυθιζόμενοι σ’ έναν κόσμο αποκρυφισμού και ψευδαισθήσεων, ο κινηματογράφος παρήγαγε μια σειρά από ταινίες τρόμου π.χ. Δράκουλας (1931),Φρανκεστάιν (1931), Δρ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ (1931), Η Μούμια (1932), Η Νήσος του Δρ Μορό (1933) κ.α., που γέμισαν τις κινηματογραφικές αίθουσες, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια σειρά από νέα φετίχ. Στα τρομακτικά πρόσωπα του Φρανκεστάιν, της Μούμιας, του Νοσφεράτου, του Δράκουλα και του Κινγκ Κονγκ, εξορκίστηκαν οι φόβοι των θυμάτων της κρίσης, που προτίμησαν να αποσυρθούν σ’ ένα κόσμο κινηματογραφικών ψευδαισθήσεων για ν’ αποφύγουν μια μέτρια και οδυνηρή καθημερινότητα.
Το φαινόμενο αυτό επαναλήφθηκε και την δεκαετία του 1970, όταν η πετρελαϊκή κρίση, η οικονομική ύφεση, η ήττα στο Βιετνάμ, τα σκάνδαλα (π.χ. Γουότεργκεϊτ), οι πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, δημιούργησαν μια παρακμιακή ατμόσφαιρα, την οποία και το Χόλιγουντ εκμεταλλεύτηκε έντεχνα δημιουργώντας μια σειρά ταινιών τρόμου και καταστροφής (π.χ. Εξορκιστής, Τα Σαγόνια του Καρχαρία, Μέτεορ, Σεισμός κ.α.) , οι οποίες έδωσαν διέξοδο στους φόβους και στα καταπιεσμένα άγχη της εποχής. Στην πραγματικότητα ο εξορκιστής ιερέας της ομώνυμης ταινίας δεν εξόρκιζε το «διάβολο» που είχε καταλάβει το σώμα ενός μικρού κοριτσιού, αλλά τους μαζικούς φόβους μιας γενιάς που είχε χάσει την ελπίδα για το μέλλον.
Τέλος, κατά την «αποκαλυπτική» δεκαετία του 1990, όταν η ανασφάλεια και ο τρόμος επέστρεψαν μαζί με μια διάχυτη παράνοια για το επικείμενο «Τέλος του Κόσμου», το Χόλιγουντ λειτούργησε και πάλι εξορκιστικά –γεμίζοντας βεβαίως και τα ταμεία του με δισεκατομμύρια δολάρια– παράγοντας μια σειρά από ταινίες καταστροφής και συντελειολογίας (π.χ. Τιτανικός, Αρμαγεδδών, Ολέθρια Σύγκρουση, Το Ξέσπασμα, Μέρα Ανεξαρτησίας, The Matrix κ.α.), που λειτούργησαν ως «σύγχρονα ομοιώματα των εξαφανισμένων μας τελετουργιών εξορκισμού», σύμφωνα με την έκφραση του Ιγνάσιο Ραμονέ. Μ’ αυτό τον τρόπο ο κινηματογράφος και ιδιαίτερα οι παραγωγοί και οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ έγιναν, από έμποροι ονείρων, χονδρέμποροι εφιαλτών, μιας και είναι γνωστό πως «ο φόβος πουλάει».

Η ΒΙΑ ΚΑΤΑΚΤΑ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ
Αποτελεί κοινό μυστικό πως οι περισσότερες ταινίες του Χόλιγουντ χρησιμοποιούν την καταστροφή, τον τρόμο, το θάνατο και τη βία, ως εισιτήρια για μια σίγουρη εμπορική επιτυχία. Ειδικότερα η βία αποτελεί συχνά το «σκληρό νόμισμα» πολλών σκηνοθετών και παραγωγών του Χόλιγουντ, που εθίζουν το κοινό τους στην αρρωστημένη αισθητική της.
Στις ταινίες του Χόλιγουντ η βία βοηθά στη μετάδοση ανατρεπτικών ιδεών και αυτές οι ανατρεπτικές ιδέες με τη σειρά τους συμβάλλουν στην αποδοχή της βίας ως κάτι το αναπόφευκτο. Δείτε για παράδειγμα την ταινία The Matrix, η υπερπραγματικότητα της οποίας μας χαρίζει ανοσία απέναντι στην υπερβολική βία της. Έτσι, το μακελειό των αστυνομικών στην είσοδο του αστυνομικού κτιρίου όπου κρατείται ο Μορφέας, δεν είναι πραγματικό (τίποτε άλλωστε τον κόσμο του Matrix δεν είναι πραγματικό), άρα δικαιολογείται. Οι αστυνομικοί μοιάζουν με ανώνυμους στόχους ενός βιντεοπαιχνιδιού. Έτσι η σφαγή τους από τον «Εκλεκτό» Νιο (Κιάνου Ριβς) και την Τρίνιτι (Κάρι-Αν Μος) δεν προκαλεί ιδιαίτερη συγκίνηση στο κοινό, μιας και οι αστυνομικοί είναι απλώς «σκλάβοι του Matrix» κι επομένως αναλώσιμοι. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: στον εικονικό κόσμο τουMatrix όλα επιτρέπονται. Για τολμήστε όμως να εγκατασταθείτε στην «έρημο του πραγματικού», στο μη εικονικό «κρεατοχώρο» (meatspace) μας!
Μια άλλη ταινία όπου η βία αισθητικοποιείται, παράγωντας μάλιστα ανατρεπτικά πολιτικά μηνύματα και αντικουλτούρα, είναι το Fight Club (1998). Ο πρωταγωνιστής της ταινίας (Έντουαρτ Νόρτον) είναι μια σχιζοφρενική προσωπικότητα: την ημέρα εργάζεται ως υπάλληλος σε μια ευυπόληπτη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ τις νύκτες παρασκευάζει «φυσικά» σαπούνια από ανθρώπινο λίπος που κλέβει από τους σκουπιδοτενεκέδες των κλινικών λιποαναρρόφησης. Την ημέρα είναι ένας εκκολαπτόμενος γιάπης με σικ ντύσιμο και χάι τεκ διαμέρισμα, ενώ τη νύκτα μεταμορφώνεται σε αναρχικό τρομοκράτη, που έχει μετατρέψει μια εγκαταλελειμμένη τρώγλη σε παράνομο εργαστήριο-κρησφύγετο. Κάποια στιγμή όμως αυτές οι δύο προσωπικότητες συγκρούονται βίαια, με αποτέλεσμα ο ήρωας να δέρνει δημοσίως και μέχρι τελικής πτώσεως τον ίδιο του τον εαυτό! Το περίεργο είναι πως το παράδειγμα του βρίσκει πολλούς μιμητές –χαμένες ψυχές που αναζητούν διέξοδο από την «κρεατομηχανή» του αμερικανικού καπιταλισμού– κι έτσι δημιουργούνται «μυστικές λέσχες πυγμαχίας», όπου οι καταπιεσμένοι Αμερικανοί άνδρες βγάζουν τα απωθημένα τους ξεσπώντας βίαια και δέρνοντας μέχρι θανάτου ο ένας στον άλλον. Παρά την απερίγραπτη βία όμως, όλοι όσοι συμμετέχουν στο Fight Club αισθάνονται πιο ευτυχισμένοι, πιο ελεύθεροι, πιο ζωντανοί, πιο «άνδρες» και σύντομα αρχίζουν να αποκτούν όρεξη για τρομοκρατική δράση. Σταδιακά αυτές οι μυστικές λέσχες πυγμαχίας μετατρέπονται, υπό την καθοδήγηση του Έντουαρτ Νόρτον, σε μια παράνομη τρομοκρατική οργάνωση που στοχεύει να επιφέρει καίρια πλήγματα στη ραχοκοκαλιά του Συστήματος. Και αυτό συμβαίνει στο τέλος της ταινίας, όταν παρανοϊκός πρωταγωνιστής αυτοκτονεί, αφού πρώτα προλαβαίνει να δει το «τέλος του κόσμου»: την ανατίναξη των μεγαλύτερων ουρανοξυστών, που είναι έδρες τραπεζών και πολυεθνικών εταιρειών –κάτι που φαίνεται σήμερα σαν μια κακόγουστη φάρσα, σαν προφητεία της 11η Σεπτεμβρίου του 2001.
Κάπου κάπου όμως η κινηματογραφική βία λειτουργεί και διδακτικά. Στην ταινίαΑποκάλυψη Τώρα (1979) ο Φράνσις Κόπολα παρουσίασε την υπέρτατη βία του πολέμου του Βιετνάμ ως το τελευταίο σκαλοπάτι της παρακμής, ως την «καρδιά του σκότους» (άλλωστε η ταινία δεν είναι παρά μια παραλλαγή του βιβλίου Η Καρδιά του Σκότους (Heartof Darkness –1902) του πολωνοβρετανού συγγραφέα Joseph Conrad), που έχει πάρει αποκαλυπτικές διαστάσεις σαρώνοντας τον δήθεν ηρωισμό πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η αμερικανική ισχύ. Η ταινία Αποκάλυψη Τώρα είναι ένα μυητικό ταξίδι στο σκότος που κρύβουμε μέσα μας –το ανέβασμα του ποταμού είναι ένα συμβολικό και αρχετυπικό, κατά Καρλ Γιουγκ, ταξίδι προς τα σκοτεινά ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής– και ταυτόχρονα ένα βάρβαρο ρέκβιέμ του πολέμου του Βιετνάμ. Ο συνταγματάρχης Κουρτς (Μάρλο Μπράντο) αυτή η «παρεξηγημένη μεγαλοφυΐα», δεν ήταν παρά μια ψυχή που «μόνη της μέσα στη ζούγκλα είχε κοιτάξει μέσα της κι είχε τρελαθεί…» Ο Κουρτς είναι αυτός στον οποίο φανερώθηκαν οι «δυνάμεις του σκότους», που αντλούνται μέσα από το βασίλειο των απελευθερωμένων ενστίκτων. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε άλλωστε εύκολα τις τελευταίες λέξεις που ξεστόμισε ο ετοιμοθάνατος συνταγματάρχης Κουρτς: «Η Φρίκη! Η Φρίκη!»…

Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ «ΠΟΛΙΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΑΠΕ»
Μπορεί ο κινηματογράφος να σαγήνευσε τα πλήθη, να δημιούργησε στρατιές ηρώων και εφιαλτών για να στοιχειώσουν το φαντασιακό μας, εντούτοις η τηλεόραση ήταν εκείνη που εισέβαλε στα σπίτια μας, ακόμη και στις πιο ιδιωτικές περιοχές του μυαλού μας, μολύνοντας το με άχρηστες διαφημίσεις, φθηνές πληροφορίες και Τοξική Κουλτούρα(Toxic Culture). Κατά κοινή παραδοχή η τηλεόραση άλλαξε τα δεδομένα της επικοινωνίας, καταργώντας σε μεγάλο βαθμό την ιδιωτικότητα αλλά και την πνευματική μας αυτοτέλεια. Με άλλα λόγια συνέβαλλε καθοριστικά στη μετατροπή μας από άτομα σε μάζα, σ’ εκείνο το ανώνυμο και χειραγωγήσιμο κοπάδι που ονομάζεται «τηλεοπτικό κοινό».
Η θεαματική είσοδος της τηλεόρασης στα σπίτια μας οδήγησε σε μαζικό ανεγκεφαλισμό, στη χειραγώγηση των μαζών και στη συνειδησιακή υποταγή μας. Όσο πιο ψηλότερα πετούσαν οι τηλεοπτικοί δορυφόροι, τόσο πιο χαμηλότερα έπεφτε η κουλτούρα μας. Η τηλεόραση, που εκπέμπει μηνύματα από το πουθενά και σε κανένα συγκεκριμένα, δεν μεταδίδει μηνύματα με νόημα, αλλά ελκυστικές, γρήγορες και συναρπαστικές εικόνες, που δεν προβληματίζουν αλλά εθίζουν σε μια οπτική απόλαυση, που είναι διανθισμένη στην «αισθητική» της βίας.
Η τηλεόραση μας σφυροκοπεί ανελέητα με εικόνες, επιφανειακές πληροφορίες και διαφημιστικά σποτ, που τελικά μας μετατρέπουν σε παθητικούς «πολίτες του καναπέ» και σε ψυχαναγκαστικούς καταναλωτές άχρηστων προϊόντων. Μας μεταμορφώνουν σε χειραγωγίσιμους πολίτες-ψηφοφόρους, σε πειθήνιους υπαλλήλους και σε αφηνιασμένους καταναλωτές. Μέχρι να πάει στο σχολείο ένα μέσο Ελληνόπουλο έχει παρακολουθήσει 5.000 ώρες τηλεθέασης, ενώ μέχρι να τελειώσει το λύκειο έχει παρακολουθήσει 20.000 ώρες τηλεθέασης, στη διάρκεια των οποίων έχει δει περισσότερα από 1.000.000 διαφημιστικά μηνύματα. Δεν είναι πλέον οι γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά η τηλεόραση, που εμφυτεύει τις καταναλωτικές και τις αισθητικές αξίες στα παιδιά. Σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις ο πραγματικός «γονέας» που ανατρέφει τα παιδιά είναι η τηλεόραση και όχι οι φυσικοί τους γονείς.
Οι σημερινοί γονείς έχουν απωλέσει σε μεγάλο βαθμό τον έλεγχο της ανατροφής των παιδιών τους. Δεν ελέγχουν πλέον το επικοινωνιακό περιβάλλον τους, ούτε και τις ροές πληροφοριών που βομβαρδίζουν τον ευαίσθητο, ακόμη και στις ιδανικότερες συνθήκες, παιδικό εγκέφαλο. Καθόλου παράξενο που τα σημερινά παιδιά έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν το θάνατο και τη βία ως μορφές τηλεοπτικής διασκέδασης.

Η ΤΟΞΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!
Σε πολλά πράγματα η Αμερική προαναγγέλλει το αύριο μας. Ειδικά σε ζητήματα μαζικής κουλτούρας, που αποτελεί και το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν των ΗΠΑ. Είναι σημαντικό λοιπόν να θυμόμαστε πως η πατρίδα του Χόλιγουντ, του σύγχρονου τηλεοπτικού μάρκετινγκ, των βιντεοκλίπ και του διαδικτύου υπήρξε και το πρώτο θύμα της Τοξικής Κουλτούρας. Το γεγονός αυτό δεν άφησε ασυγκίνητους τους επιστήμονες, που έσπευσαν να το μελετήσουν. Εδώ και αρκετά χρόνια μια σειρά από συγκλονιστικές μελέτες έδειξαν αύξηση της «τοξικότητας» στην αμερικάνικη κουλτούρα. Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει πως η mainstream κουλτούρα των ΗΠΑ έχει εμποτιστεί και «μολυνθεί» ανεπανόρθωτα από την Τοξική Κουλτούρα, η οποία προέρχεται από την «αισθητική» της βίας στην τηλεόραση, στις ταινίες, στη μουσική και στα βιντεοπαιχνίδια.
Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η διάχυση της Τοξικής Κουλτούρας στα ευρύτερα στρώματα του αμερικανικού πληθυσμού, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την εκτόξευση της χρήσης των νόμιμων και παράνομων ψυχοτρόπων ουσιών, την αύξηση των προβλημάτων που σχετίζονται με την παχυσαρκία και τις ψυχοσωματικές ασθένειας, καθώς και τη γενική αίσθηση του κυνισμού που αναπτύσσεται στην αμερικανική κουλτούρα. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται, δυστυχώς, και στην Ελλάδα.
Αυτό δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Όλοι είμαστε συνένοχοι και θύματα της Τοξικής Κουλτούρας. Για παράδειγμα: Σε ποια ηλικία δολοφονήσατε για πρώτη φορά κτηνωδώς έναν εικονικό χαρακτήρα σε βιντεοπαιχνίδι; Γνωρίζετε μήπως ποια είναι η μέση ηλικία ενός παιδιού στην Ελλάδα όταν κτυπά, καταστρέφει και σκοτώνει χαρακτήρες σ’ ένα βιντεοπαιχνίδι; Είναι υπερβολικά μικρή. Σχεδόν ούτε έξι χρονών…
Έχουμε αποδεχθεί την εικονική βία ως μια μορφή διασκέδασης για τα παιδιά μας, που εκτίθενται σ’ αυτή μέσα από τα τηλεοπτικά προγράμματα, από τη μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια κι από τον κινηματογράφο. Τα ραδιόφωνα, τα βιντεοκλίπ, το ΜTV κ.α., έχουν βρει τρόπους να στέλνουν τα «τοξικά» τους μηνύματα κατ’ ευθείαν μέσα στα σπίτια μας, για να διασκεδάσουν εμάς και τα απιδιά μας. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο μεγαλύτερη καταστροφή, τόσο το καλύτερο! Όσο περισσότερη βία, τόσο πιο διασκεδαστική!

ΒΙΑ, ΣΕΞ ΚΑΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ: ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ «ΤΟΞΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ»
Κι επειδή η βία και το σεξ συνδέονται, τα παιδιά μας μαθαίνουν να θεωρούν το πρόωρο και βίαιο σεξ ως κάτι το αποδεκτό. Άλλωστε στην εποχή μας υπάρχει εύκολη πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό. Διαμέσου του διαδικτύου οι σημερινοί έφηβοι μπορούν να δουν σχεδόν κάθε σεξουαλική πράξη που υπάρχει, πατώντας απλώς ένα κλικ στο πληκτρολόγιο τους. Οι πρώτες σκληροπυρηνικές εικόνες σεξουαλικών πράξεων δεν εμφυτεύονται πλέον στα εφηβικά μυαλά μέσα σε ημισκότεινες κινηματογραφικές αίθουσες, κάτι που προϋποθέτει βέβαια και ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία, αλλά μέσα από τις οθόνες των υπολογιστών που βρίσκονται μέσα στα δωμάτια τους. Η εικονική επαφή με το σεξ είναι πλέον μοναχική υπόθεση.
Η Τοξική Κουλτούρα ενοχοποιείται και για την προώθηση της χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ από τη νεολαία. Αρκετά δημοφιλή τραγούδια ενθαρρύνουν τον αλκοολισμό, το κάπνισμα τσιγάρων και τη χρήση ναρκωτικών. Παιδιά όλων των ηλικιών και οικονομικής κατάστασης χρησιμοποιούν κάθε νέο ναρκωτικό που είναι στη μόδα, όπως π.χ. το Ice και το Ecstasy. Τα ναρκωτικά εμφανίζονται έτσι ως η απάντηση στα προβλήματα μιας «τοξικής κοινωνίας».

Ο ΕΘΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΤΟΞΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί μια κοινωνία στον εθισμό στην Τοξική Κουλτούρα; Ας δούμε για παράδειγμα την ελληνική κοινωνία. Επιφανειακά τα πράγματα δείχνουν «φυσιολογικά». Οι περισσότεροι Έλληνες ζουν «τακτοποιημένες» ζωές, μέσα σε «τακτοποιημένα» διαμερίσματα, ακολουθώντας «τακτοποιημένα» ωράρια και «καθωσπρέπει» συμπεριφορές… Τα πράγματα όμως δεν είναι αυτό που φαίνονται με την πρώτη ματιά. Μια δεύτερη, πιο διεισδυτική ματιά αποκαλύπτει την ελληνική «έρημου του πραγματικού»: Οι περισσότεροι Έλληνες αισθάνονται παγιδευμένοι σε μια ανένδοτη καθημερινότητα, παγιδευμένοι για ώρες σε στενάχωρα γραφεία, σε μποτιλιαρίσματα και στις ουρές των τραπεζών και των δημόσιων υπηρεσιών. Αισθάνονται καταδικασμένοι σε άχαρες δουλειές, υπακούοντας σε νευρωτικά αφεντικά, ενώ τον ελεύθερο χρόνο τους καυγαδίζουν με τις/τους υστερικούς συζύγους ή κάνουν τηλεοπτικό ζάπινγκ βουλιάζοντας, στεγνοί από ζωτική ενέργεια, στους όλο και πιο αναπαυτικούς καναπέδες τους. Αισθάνονται άδειοι σ’ ένα κόσμο που στερείται ολοένα και περισσότερο τη Φύση, τα δένδρα και τα ζώα, τα ανοικτά τοπία και τους ανοικτούς ορίζοντες.
Όπως παλιότερα ο φασισμός –μια πρώιμη εκδοχή της Τοξικής Κουλτούρας– κατάφερε να αγγίξει τις χορδές των σεξουαλικά και ψυχολογικά καταπιεσμένων ατόμων, έτσι και στις μέρες μας η Τοξική Κουλτούρα χαϊδεύει τα μυαλά των υπερτροφικών καταθλιπτικών και εγωπαθών υπάρξεων, που σέρνονται στους δρόμους των ελληνικών πόλεων συναναστρεφόμενοι με τις αντανακλάσεις τους. Η Τοξική Κουλτούρα είναι ουσιαστικά η εξέλιξη της απελπισίας ενός καταθλιπτικού και πνευματικά αποστεωμένου λαού, που εξιτάρεται μόνον με την υπερβολική τηλεοπτική βία ή τον άκρατο καταναλωτισμό. Είναι η κατάρρευση των αξιών της ηγεμονικής κουλτούρας. Μιας κουλτούρας που στην Ελλάδα ήταν πάντα ηθικοπλαστική δίνοντας έμφαση στο καθήκον –με άλλα λόγια συντηρητική. Η Τοξική Κουλτούρα δεν προάγει την ηθική ευαισθησία, αλλά περισσότερο αποτελεί μια αδέξια κριτική της μετανεωτερικότητας. Δεν αποτελεί απάντηση στην λεγόμενη «κρίση της μετανεωτερικότητας», αλλά περισσότερο μια εικονική απόδραση από τη «ζοφερή τεχνολογική πραγματικότητα», την «κοινωνία των κινδύνων» και το φόβο του μέλλοντος. Είναι το τελευταίο καταφύγιο των ανθρώπων που, αδυνατώντας να ζήσουν τη ζωή, τη βιώνουν ως εμπειρία και μάλιστα τηλεοπτική…