Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ

 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, περ. 500-400 π.Χ.           

Όσοι είναι δυσαρεστημένοι με τη μοναρχία την αποκαλούν τυραννία, όσοι είναι δυσαρεστημένοι με την αριστοκρατία την αποκαλούν ολιγαρχία. Επίσης, όσοι αισθάνονται αδικημένοι σε μια δημοκρατία την αποκαλούν αναρχία.  ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ, Λεβιάθαν, 1651


Οι συζητήσεις περί διακυβέρνησης και κράτους ανάγονται στις απαρχές της σωζόμενης ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή γύρω στο 700 π.Χ. Αυτό που με απασχολεί εδώ ωστόσο είναι ένας στενότερος και ακριβέστερος ορισμός των πολιτικών θεωριών με την πλήρη έννοια του όρου, σύμφωνα με τον οποίο «αποτελούν γενικά αρθρωμένες, συστηματικές και σαφείς εκδοχές των άναρθρων, περισσότερο ή λιγότερο συστηματικών και έμμεσων ερμηνειών, μέσω των οποίων οι απλοί άνθρωποι κατανοούν την εμπειρία των πράξεων των άλλων με έναν τρόπο που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιδράσουν με τις δικές τους πράξεις» (MacIntyre 1983).
 
Η στιγμή που χωρίζει αυτή την αρθρωμένη, θεωρητική συστηματοποίηση από την έμμεση, πρακτική ερμηνεία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά το terminus post quern (η παλαιότερη δυνατή ημερομηνία επινόησής της) ήταν η πρωτοποριακή πνευματική δραστηριότητα, από το πρώτο μισό του έκτου αιώνα π.Χ. κι έπειτα, της σχολής ιστορίας της Μιλήτου (ιστορίη στην ιωνική διάλεκτο, δηλαδή «έρευνα»), η οποία εκπροσωπείται κυρίως από τους Μιλήσιους Θαλή, Αναξιμένη και Αναξίμανδρο. Στον Όμηρο συναντήσαμε ένα είδος πολιτικής σκέψης, αλλά όχι και μια πόλιν που θα παρείχε το πλαίσιό της. Στον Ησίοδο συναντήσαμε τόσο την πόλιν όσο και μια πιο εξελιγμένη μορφή – και με ακριβέστερη έννοια – πολιτικής σκέψης. Οι απαρχές της μετάβασης από την πολιτική σκέψη στη θεωρία μπορούν ίσως να εντοπιστούν στον Αθηναίο Σόλωνα γύρω στο 600 π.Χ. (βλ. Vlastos 1946· Irwin 2005 και Lewis 2006), αν και αυτός κοιτάζει προς τα πίσω και όχι μπροστά, εν μέρει για πνευματικούς, εν μέρει για πολίτικους λόγους. Η αποφασιστική εξέλιξη ωστόσο ήρθε με την πνευματική και συμβολική μεταμόρφωση που συνδέεται με το λεγόμενο ιωνικό διαφωτισμό του έκτου αιώνα π.Χ.
 
Αυτό που «ερευνούσαν» εκείνοι οι Ίωνες στοχαστές ήταν ο μη ανθρώπινος «φυσικός» κόσμος, και το έκαναν θέτοντας το ερώτημα ποιο ήταν το θεμελιώδες συστατικό όλης της ορατής ύλης. Ήταν, όχι τυχαία, ένας άλλος Ίωνας από τη Μίλητο, ο Εκαταίος, αυτός που γύρω στο 500 π.Χ. έκανε το επόμενο βήμα, εφαρμόζοντας τη σκέψη και τη μέθοδο της σχολής της Μιλήτου στο νέο θέμα: το ανθρώπινο γένος και τις ιστορίες που λέγονταν για το παρελθόν του ανθρώπου. Ο περίπλοκος μετασχηματισμός της συνείδησης που συνεπαγόταν το σύνολο των ερευνών τους οδήγησε σε μια νέα, μη μυθική λογική και στη γένεση της ιστορικής σκέψης. Με λίγα λόγια, προκλήθηκε μια κρίση, που επηρέασε τόσο τις παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας, όσο και τις παραδοσιακές αξίες που τις συνόδευαν. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας στην επέλευση μιας σειράς βαθιών αλλαγών στη θεωρία και την πράξη της πολιτικής (με την ευρύτατη έννοια) στην Ελλάδα της ύστερης αρχαϊκής εποχής: από το μύθο στο λόγο, από την ανταλλαγή δώρων στη θεσμοθετημένη πολιτική ανταλλαγή, από την κατανόηση του θεού στην κατανόηση του ανθρώπου, από το συγκεκριμένο στον αφηρημένο συλλογισμό και από το άγραφο στο γραπτό δίκαιο. Συνοψίζοντας: από μια πόλη θεών στην πόλη της λογικής (Vernant 1957· πρβλ. Lloyd 1979: κεφ. 4).

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί εύλογα ότι το 500 π.Χ. τα παλιά πρότυπα κατανόησης του κόσμου των θεών και του, όλο και πιο διακριτοί, κόσμου των ανθρώπων δεν ίσχυαν πια· η «κανονική επιστήμη», ως είχε, δεν μπορούσε πια να δώσει απαντήσεις. Συνέβη, λοιπόν – και έπρεπε να συμβεί -, μια πνευματική επανάσταση, η οποία όχι μόνο προηγήθηκε μιας πολιτικής επανάστασης, αλλά την επίσπευσε: η επανάσταση της δημοκρατίας ή, καθώς ο όρος αυτός δεν είχε επινοηθεί ακόμα (κεφάλαιο 5), της ισονομίας. Η πρώτη διακριτή ένδειξη της αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτικής επανάστασης και πνευματικής επανάστασης βρίσκεται στην πολιτικής προέλευσης μεταφορά της ισονομίας του Αλκμαίωνα του Κροτωνιάτη (Rahe 1992: 208-9· βλ. επίσης Vlastos 1953, 1964). Το γεγονός ότι ο Αλκμαίωνας καταγόταν από τον Κρότωνα της νότιας Ιταλίας δείχνει ότι το πνευματικό κίνημα στο οποίο απευθύνεται είχε εξαπλωθεί από την ελληνική ανατολή στην ελληνική δύση.
 
Κεντρική θέση σε αυτή την επαναστατική διαδικασία καταλάμβανε αυτό που ο Βερνάν (στο Vernant και Vidal-Naquet 1988) αποκάλεσε «τραγική στιγμή» στην Αθήνα: οι παλιοί μύθοι για θεούς και ήρωες υποβάλλονταν σε μια δημοκρατικής έμπνευσης εκ νέου ανάγνωση, μέσα στο πλαίσιο ενός επαναστατικού είδους, της τραγωδίας. Η αθηναϊκή τραγωδία, ως μορφή τέχνης με θρησκευτικές επιρροές, ανάγεται στο τρίτο τέταρτο του έκτου αιώνα π.Χ., όταν την εξουσία κατείχε μια τυραννική δυναστεία, αλλά μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα ότι τα Μεγάλα ή εν Άστει Διονύσια, η ετήσια θρησκευτική γιορτή, προσέλαβαν το χαρακτήρα ενός δημοκρατικού φεστιβάλ τραγωδίας γύρω στο 500 π.Χ. Δηλαδή αμέσως μετά την πνευματική-πολιτική επανάσταση του Κλεισθένη – ή, καλύτερα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Τα βασικά στοιχεία των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη αποτυπώθηκαν στο κεφάλαιο 5. Ένας περαιτέρω εκδημοκρατισμός των πολιτικών θεσμών της Αθήνας πραγματοποιήθηκε τις δεκαετίες του 480 και του 460 π.Χ. Τον τελευταίο προώθησε ο Περικλής μαζί με το μεγαλύτερο σε ηλικία συνεργάτη του, τον Εφιάλτη (που δολοφονήθηκε από φανατικούς νεοδημοκράτες). Μπορεί να διαπιστωθεί μια στενή σχέση, κυρίως μέσω της σταδιοδρομίας του Αισχύλου, ανάμεσα στην εξέλιξη της Αθήνας ως δημοκρατίας και την εξέλιξη της πολιτικής σκέψης πάνω στη σκηνή του θεάτρου.
 
Οι Πέρσες του Αισχύλου παρουσιάστηκαν την άνοιξη του 472 π.Χ. με τη χορηγία, όπως σημειώσαμε, του νεαρού Περικλή, ο οποίος δεν είχε ασχοληθεί ακόμα με την πολιτική. Πρόκειται για την αρχαιότερη τραγωδία που σώζεται ως τις μέρες μας. Μεταξύ πολλών άλλων, περιέχει ένα μακροσκελή και λεπτό συλλογισμό πάνω στις βασικές διαφορές ανάμεσα στην απολυταρχία και το είδος δημοκρατικής αυτοδιακυβέρνησης με το οποίο όλο και περισσότερο εξοικειώνονταν οι Αθηναίοι. Ο Πέρσης βασιλιάς παρουσιάζεται ως μια τυραννική μορφή, με την έννοια ότι δεν είναι υπόλογος, ούτε τυπικά ούτε άτυπα, απέναντι σε εκείνους που εξουσιάζει απολυταρχικά. Μια δεκαετία αργότερα, στις Ικέτιδες (463 π.Χ.), ο Αισχύλος εκθέτει ένα συλλογισμό πάνω στη βασιλεία από ελληνική οπτική γωνία. Ο Πελασγός της μυθικής εποχής, βασιλιάς του Άργους, ο οποίος μεταμορφώνεται με μαγικό τρόπο σε βασιλιά- πολίτη, δηλώνει, πριν πάρει μια σημαντική πολιτική απόφαση, ότι πρέπει να αναμένει τη Συνέλευση του Άργους να αποφασίσει με ψηφοφορία. Η φράση του Αισχύλου δήμου κρατούσα χειρ (στ. 604) μόλις που αποφεύγει ένα χονδροειδή αναχρονισμό. Αφού οι απλοί πολίτες της δημοκρατικής Αθήνας το 463 π.Χ. έπαιρναν όλες τις αποφάσεις για τη δημόσια πολιτική σηκώνοντας το δεξί τους χέρι στην Εκκλησία του Δήμου, η φράση δήμου κρατούσα χειρ πλησιάζει τόσο στη λέξη «δημοκρατία» (νεολογισμό τότε) όσο θα επέτρεπε το είδος (Meier 1993). Μετά από πέντε χρόνια, το 458 π.Χ., η σπουδαία τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου ασχολήθηκε με το ανθρώπινο σε αντιδιαστολή με το θείο, το προσωρινό σε αντιδιαστολή με το αιώνιο και τη δικαιοσύνη, δραματοποιώντας τα εγκαίνια του Αρείου Πάγου ως δικαστηρίου που δίκαζε υποθέσεις ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γεγονός που μετατόπιζε την ευθύνη για την τιμωρία του ενόχου από την οικογένεια του θύματος στην πολιτική κοινότητα. Στην Αθήνα, από το 450 π.Χ. και μετά, μπορεί λοιπόν να τεκμηριωθεί «μια συνειδητή πολιτική ανάλυση και σκέψη… διαρκής, έντονη και δημόσια» (Finley 1983: 123).
 
Ο Αισχύλος παρέμεινε ένας δραματουργός, όχι πολιτικός θεωρητικός. Θεωρητικός σε ακόμα μικρότερο βαθμό ήταν ο σύγχρονός του Πίνδαρος, ο λυρικός ποιητής από τη Θήβα (πεθ. το 447 π.Χ.). Σε ένα ποίημά του ωστόσο, στο οποίο μιλάει ποιητικά για την τριπλή διάκριση της εξουσίας, δείχνει ότι η πολιτικοποίηση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας και ποίησης ήταν έτοιμη να οδη­γήσει στη γένεση της πολιτικής θεωρίας ως χωριστού υπο-κλάδου της ιστορίας. Αυτό το τελευταίο κρίσιμο βήμα πραγματοποιήθηκε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του Ηρόδοτου, ο οποίος πιθανώς «δημοσίευσε» τις Ιστορίες του γύρω στο 425 π.Χ. Το terminus ante quem (η νεότερη δυνατή ημερομηνία) για την εμφάνιση της ελληνικής πολιτικής θεωρίας υπό την πλήρη έννοια του όρου θεωρώ ότι είναι ο «Περσικός Διάλογος» του Ηρόδοτου (3.80-2· παράρτημα 1.2), στα νοήματα και τις συνεκδοχές του οποίου θα επικεντρωθεί κυρίως το υπόλοιπο μέρος αυτοί του κεφαλαίου.
 
Ο σύγχρονός του αλλά μεγαλύτερος σε ηλικία Ιππόδαμος, και αυτός όχι τυχαία από τη Μίλητο, είχε εφαρμόσει κυριολεκτικά στην πράξη τη θεωρία της ισότητας που κήρυσσε. Είναι ο αρχαιότερος γνωστός συγγραφέας μιας ιδανικής πολιτικής ουτοπίας (βλ. κεφάλαιο 9), αλλά επίσης του παράγγειλαν να αναπλάσει τον Πειραιά, το επίνειο της Αθήνας, γύρω στο 450 π.Χ. Άλλος ένας στοχαστής τον οποίο προσέλκυσε η Αθήνα -σαφής απόδειξη της κεντρομόλου δύναμής της ως επίκεντρου μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας, με την πολιτιστική αλλά και τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική έννοια- ήταν ο Πρωταγόρας, σχεδόν σύγχρονος του Ηρόδοτου, ο οποίος, όπως και ο Δημόκριτος, καταγόταν από τα Άβδηρα. Του παράγγειλαν να συντάξει νόμους για τη νέα αποικία των Θουρίων στη νότια Ιταλία, με χορηγία από την Αθήνα γύρω στο 444/3 π.Χ. και, όπως θα δούμε, μέσω αυτών των νόμων έδωσε στους Θούριους ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
 
Ο Πρωταγόρας ήταν ηγετική μορφή ανάμεσα στους αποκαλούμενους «αρχαίους» Σοφιστές. Αυτοί οι Σοφιστές (με κεφαλαίο «Σ»), που σχεδόν κανένας τους δεν ήταν από την Αθήνα, όπως ο Πρωταγόρας, ήταν ένα κίνημα – όχι μια σχολή – σκέψης. Κάποιοι είχαν γενικές γνώσεις και κάποιοι ειδικεύονταν σε έναν ιδιαίτερο τομέα γνώσης ή σκέψης. Όλοι πάντως ήταν -ή ισχυρίζονταν πως ήταν- ειδικοί στη διδασκαλία της σοφίας υπό κάποια έννοια: της γνώσης, γενικά, ή μιας συγκεκριμένης ικανότητας ή τεχνικής (Stuwe and Weber 2004: κείμενο 2). Φαίνεται ότι, αρχικά, σοφιστής (ουσιαστικό αρσενικού γένους που προέρχεται από το ρήμα σοφίζομαι) σήμαινε απλά «σοφός άνδρας» έτσι χαρακτηρίζεται ο Σόλωνας από τον Ηρόδοτο (1.30), για παράδειγμα. Τον καιρό του Πλάτωνα (περ. 428-347 π.Χ.), όμως, συχνά χρησιμοποιούσαν τον όρο για να δηλώσουν κάποιον που μετέδιδε ψεύτικες ή πλαστές γνώσεις, κάποιον που ισχυριζόταν ότι ήταν ικανός να διδάξει την αληθινή σοφία αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν ένας τσαρλατάνος, ένας απατεώνας διανοούμενος. Πράγματι, χάρη κυρίως στον Πλάτωνα, όπως αποδεικνύει το περίφημο εξηκοστό έβδομο κεφάλαιο της Ιστορίας της Ελλάδας του Τζορτζ Γκρόουτ (1846-1856), επικράτησε η αρνητική έννοια της λέξης σοφιστής, και μάλιστα όχι μόνο στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στις ευρωπαϊκές γλώσσες που προήλθαν από τα αρχαία ελληνικά ή δανείστηκαν λέξεις από αυτά. Εξ ου, για παράδειγμα, οι αναμφίβολα αρνητικές λέξεις «sophistry» και «sophistical» της αγγλικής γλώσσας και η διφορούμενη «sophisticated».
 
Παρ’ όλα αυτά, δε συμμερίζονταν όλοι οι Αθηναίοι την αρνητική άποψη του Πλάτωνα για όλους τους Σοφιστές. Η Αθήνα, η «πόλη των λέξεων» (όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο Σάιμον Γκόλντχιλ, 1988: κεφ. 3), ήταν γεμάτη αγορές στις οποίες διεξάγονταν δημόσιες συζητήσεις. Το Θέατρο του Διονύσου, το οποίο τίμησαν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης (χωρητικότητας περίπου δεκαπέντε χιλιάδων ατόμων) εξυπηρετούσε αυτό το σκοπό, όπως και η Εκκλησία του Δήμου (συνήθως περίπου έξι χιλιάδες παριστάμενοι) και τα δικαστήρια (που αποτελούνταν από ενόρκους, απλούς πολίτες που επιλέγονταν με κλήρωση). Αν μπορούμε να πιστέψουμε τον Κλέωνα του Θουκυδίδη στη δημόσια συζήτηση για τη Μυτιλήνη του 427 π.Χ. (3.37), μεταξύ άλλων πηγών, στους απλούς Αθηναίους άρεσε επίσης να ακούν ανεπίσημες δημόσιες συζητήσεις μεταξύ των Σοφιστών, όπου το αποτέλεσμα θα ήταν καθαρά η προσωπική απόλαυση ή επιμόρφωση, όχι η δημόσια δράση με τη μορφή λήψης αποφάσεων. Ανάμεσα σε αυτές τις συζητήσεις, επίσημες ή ανεπίσημες, δημόσιες ή ιδιωτικές, υπάρχει ένα είδος που ενδιαφέρει άμεσα την πραγμάτευση του θέματός μας: η συζήτηση για το ποια ήταν η καλύτερη μορφή κράτους, ποιοι νόμοι ήταν καλύτεροι και ποια πρόσωπα ήταν τα καταλληλότερα για να κυβερνούν.
 
Η αρχαιότερη εκδοχή τέτοιων συζητήσεων διασώζεται στον Ηρόδοτο, και υπάρχουν τόσο τυπικοί όσο και ουσιαστικοί λόγοι για να υποθέσει κανείς ότι πίσω από τουλάχιστον ένα τμήμα εκείνου του «Περσικού Διαλόγου» (3.80-2) βρισκόταν η σκέψη -όπως και αν εκφραζόταν- του Πρωταγόρα από τα Άβδηρα. Ο Πρωταγόρας είναι γνωστό ότι έγραψε αντιλογίες, θεωρητικές συζητήσεις μεταξύ δύο προσώπων, από τις οποίες σώζεται ένα απαξιωμένο, ανώνυμο δείγμα, γνωστό ως Δισσοί Λόγοι. Ο λόγος του Ηρόδοτου στη διατηρημένη λογοτεχνική μορφή του είναι μια λογομαχία μεταξύ τριών συνομιλητών, δεν εμπίπτει στην κατηγορία των δισσών λόγων, αν και κάθε μεμονωμένη ομιλία παίρνει τη μορφή μιας πρωταγόρειας αντιλογίας και στρέφεται κυρίως εναντίον μιας από τις άλλες δύο ομιλίες, όχι εναντίον και των δύο.
 
Ο Ηρόδοτος ζητάει από τους ακροατές και τους αναγνώστες του να πιστέψουν ότι πρόκειται για εκδοχή μιας αυθεντικής ιστορικής συζήτησης, η οποία αρχικά έλαβε χώρα στα Σούσα ανάμεσα σε τρεις Πέρσες αριστοκράτες γύρω στο 522 π.Χ. Είναι σίγουρα απίστευτο αυτό που ζητάει. Όπου και αν το τοποθετήσει κανείς και όποτε και αν το χρονολογήσει, το υποτιθέμενο πρωτότυπο της εκδοχής του Ηρόδοτου, αν όντως υπήρχε ένα πραγματικό πρωτότυπο γραπτό ή προφορικό, στη μορφή στην οποία σώζεται φαίνεται να θεωρεί δεδομένη την εμφάνιση της δημοκρατίας ως «τρίτου πόλου» μετά την εξουσία του ενός και την εξουσία των ολίγων. To terminus post quem θα πρέπει επομένως να είναι το 500 π.Χ. ή μια όχι πολύ προγενέστερη χρονολογία, κάτι που είναι απόλυτα συμβατό με την κοινή χρήση του βασικού εννοιολογικού όρου ισονομία τόσο στη λογοτεχνική συζήτηση, όσο και στην αθηναϊκή πραγματικότητα μετά τον Κλεισθένη (βλ. παρακάτω).
 
Πίσω από τον «Περσικό Διάλογο» βρίσκεται ένας εκπληκτικός αλλά απατηλά απλός υπαινιγμός: ότι όλες οι συντεταγμένες πολιτείες πρέπει να σχηματίζουν είδη εντασσόμενα κατ’ αρχήν σε μια από μόλις τρεις κατηγορίες: εξουσία του ενός, εξουσία των ολίγων ή εξουσία όλων των πολιτών. Αυτή είναι μια όμορφη και γόνιμη υπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό πεδίου και οικονομίας που διακρίνει την κορυφαία ελληνική θεωρητική σκέψη. Αυτό σηματοδοτεί τη «στιγμή» της πρώτης εμφάνισης της ελληνικής -ή, μάλλον, όλης- της πολιτικής θεωρίας αυτής καθαυτής. Η τραγωδία, η επινίκια ποίηση, η επιδεικτική ρητορική και η ιστορία του πέμπτου αιώνα π.Χ. «παράγουν» όλες πολιτική σκέψη υπό μία έννοια, ακριβώς όπως έκαναν πριν από αυτές η επική και η λυρική ποίηση της αρχαϊκής περιόδου. Ο «Περσικός Διάλογος» ωστόσο, διαποτισμένος καθώς είναι από το σοφιστικό λόγο, προχωρεί ως προς την ποιότητα σε ένα διαφορετικό και ανώτερο επίπεδο πολιτικής σκέψης σε σχέση με οτιδήποτε υπήρχε μέχρι τότε, όσον αφορά την αφαίρεση και την εκζήτηση: στο επίπεδο της καθαρής θεωρίας.
 
Έστω κι έτσι, η φύση της αλλαγής κινδυνεύει να περιγράφει παραπλανητικά. Όλη η ελληνική πολιτική γλώσσα παρέμενε πάντα συνειδητά και εσκεμμένα «αξιακά φορτισμένη»· δε γινόταν ούτε καν μια κίνηση προς το -πιθανότατα απραγματοποίητο – ιδανικό της κατά τον Βέμπερ wertfrei («απαλλαγμένης από αξία») πολιτικής «επιστήμης», εδώ ή αλλού. Θα περιοριστώ μόνο σε ένα, χαρακτηριστικό, παράδειγμα. Ο πρώτος ομιλητής στη συζήτηση είναι ο Οτάνης (βλ. το παράρτημα 1.2 για πλήρη μετάφραση). Αν και τάσσεται καθαρά υπέρ της δημοκρατίας -μάλιστα σε μια πολύ ριζοσπαστική ή ακραία μορφή – δε χρησιμοποιεί τον όρο δημοκρατία, παρόλο που ο ίδιος ο Ηρόδοτος τη χρησιμοποιεί αλλού (6.131.1), συμπεριλαμβανομένου αυτού που πίστευε ότι ήταν ένας περσικός σύνδεσμος (6.43). Γιατί ο Οτάνης δεν τη χρησιμοποιεί; Μια ένδειξη μας δίνει ο ίδιος ο Ηρόδοτος, όταν βάζει τον Οτάνη να συνηγορήσει υπέρ της ισονομίας και να ισχυριστεί ότι αυτή – όχι η δημοκρατία – έχει «το ωραιότερο όνομα». Γιατί, ανεξαρτήτως του ποιος ακριβώς έπλασε πρώτος τη λέξη δημοκρατία και του γιατί και πότε άρχισε να χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα στην Αθήνα, η λέξη αυτή ανέκαθεν επιδεχόταν δυνητικά αρνητική ερμηνεία από ετυμολογική άποψη.
 
Η λέξη δήμος δηλαδή στα μάτια ενός μέλους της κοινωνικής και οικονομικής ελίτ δε σήμαινε μόνο ή απλά «λαός» (όλος ο λαός, το σώμα των πολιτών ως σύνολο), αλλά επίσης – ή μάλλον – τις μάζες, τους φτωχούς, την πλειονότητα των πολιτών που ανήκαν στις χαμηλότερες τάξεις. Σε συνδυασμό με το κράτος, που είχε μια λανθάνουσα σωματικά ενεργή έννοια «ελέγχου» της εξουσίας (ή εκείνων που δε διέθεταν εξουσία), η λέξη δημοκρατία μπορούσε επομένως να ερμηνευτεί αρνητικά (από έναν αντιδραστικό Έλληνα αντιδημοκράτη) ότι παραπέμπει κατά κάποιο τρόπο στη λενινιστική φράση «η δικτατορία του προλεταριάτου». Ήταν, λοιπόν, πολύ καλύτερα για τον Οτάνη να αποφύγει να παραδώσει έναν πιθανό γλωσσικό όμηρο στην τύχη και να συνηγορήσει – όπως πράγματι κάνει – υπέρ ενός προγράμματος το οποίο συνοψιζόταν σε μια λέξη που είχε εγγενώς θετική απόχρωση. Γιατί όλοι οι λογικά σκεπτόμενοι Έλληνες θα συμφωνούσαν ασφαλώς ότι η ισονομία – η ισότητα απέναντι στους νόμους- ήταν από μόνη της ένα ιδανικό που άξιζε να επιλέξει κανείς. Η όποια διαφωνία θα αφορούσε μάλλον το ποιοι ακριβώς έπρεπε να θεωρούνται «ίσοι» και πώς. Φαίνεται ότι, με αυτή τη θετική έννοια, η ισονομία ήταν το σύνθημα που συνδέθηκε δημόσια με τη δημοκρατική πολιτική επανάσταση στην Αθήνα το 508/7 π.Χ. (κεφάλαιο 5).
 
Εν συντομία, λοιπόν, η μη χρήση από τον Οτάνη της λέξης δημοκρατία δε λέει τίποτα για το αν ή όχι η λέξη είχε ήδη επινοηθεί, είτε κατά τη χρονολογία της συζήτησης (δε θα μπορούσε, αφού η συζήτηση διεξήχθη γύρω στο 522 π.Χ.) είτε κατά το χρόνο που ο Ηρόδοτος έγραψε τη δική του εκδοχή της συζήτησης (σχεδόν σίγουρα έτσι ήταν, έστω και αν η πρωτότυπη ομιλία του Οτάνη ανάγεται στο 450 π.Χ. ή και λίγο νωρίτερα). Από την άλλη, λέει τα πάντα για τις συγκεκριμένες απηχήσεις βασικής, αξιακά φορτισμένης και ουσιαστικά αμφισβητούμενης πολιτικής ορολογίας.
 
Ένα άλλο στοιχείο του «Περσικού Διαλόγου», όπως παρουσιάζεται από τον Ηρόδοτο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι το εξής: η επιτήδευση της διττής επιχειρηματολογίας (βλ. παράρτημα 1.2 για λεπτομέρειες). Μόνο μετά τα κείμενα του Πλάτωνα, η φιλοσοφία, περιλαμβανομένης της πολιτικής φιλοσοφίας, αναπτύχτηκε ως μια ολοκληρωμένη και εξειδικευμένη τέχνη, αν και υπήρχε ακόμα άφθονος χώρος για ανταγωνιστικά επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα ως προς το τι λογιζόταν πραγματικά ως σοφία. (Να πώς η λέξη σοφιστής κατέληξε να προκαλεί υποτιμητικούς συνειρμούς.) Ο «Περσικός Διάλογος» παρ’ όλα αυτά κατορθώνει να προηγηθεί της πιο εκτενούς ανάλυσης από τον Πλάτωνα της ανάπτυξης και του εκφυλισμού του πολιτεύματος, βάζοντας κάθε ομιλητή να επιχειρηματολογήσει υπέρ αυτής που θεωρεί την καλύτερη και πιο πειστική εκδοχή της μορφής πολιτεύματος που προτιμάει και %ατά αυτής που θεωρεί τη χειρότερη και λιγότερο πειστική.
 
Ο Οτάνης, λοιπόν, επιχειρηματολογεί κατά της απολυταρχίας (της μη υπόλογος τυραννίας, της χειρότερης μορφής εξουσίας του ενός) και υπέρ της ισονομίας (της καλύτερης και πιο δίκαιης μορφής εξουσίας απ’ όλους τους πολίτες). Τόσο ο Μεγάβυζος όσο και ο Δαρείος επιχειρηματολογούν κατά της εξουσίας του όχλου (της χειρότερης μορφής εξουσίας απ’ όλους τους πολίτες, αφού οι μάζες είναι οι «χειρότεροι» άνθρωποι και παίρνουν τις «χειρότερες» αποφάσεις). Ενώ, όμως, ο Μεγάβυζος τάσσεται υπέρ της αριστοκρατίας (της καλύτερης μορφής εξουσίας των ολίγων – οι «άριστοι» άνθρωποι θα παίρνουν, φυσικά, «άριστες» αποφάσεις), ο Δαρείος προβάλλει επιχειρήματα και κατά αυτής της μορφής και υπέρ της νόμιμης μοναρχίας (της καλύτερης μορφής εξουσίας του ενός – δηλαδή του ενός προφανώς «άριστου» άνδρα). Ο Δαρείος βέβαια όχι μόνο έχει τον τελευταίο λόγο, και υπό αυτή την έννοια «κερδίζει» τη συζήτηση, αλλά πρέπει να την κερδίσει, αφού – ιστορικά μιλώντας- έγινε πράγματι Μέγας Βασιλεύς της Περσίας το 522 π.Χ., έβαλε τέλος σε μια περίοδο χάους και σύγχυσης σε μεγάλα τμήματα της Περσικής αυτοκρατορίας και έγινε ο δεύτερος ιδρυτής της (μετά τον Κύρο το Μέγα).

Ο Μακιαβέλι για τις θρησκείες

Αν κι ο Μακιαβέλι δεν έγραψε ειδικά για θρησκευτικά ζητήματα, οι Ιησουίτες μοναχοί έκαψαν τα βιβλία του σε δημόσια πυρά κι ο πάπας συμπεριέλαβε τα έργα του στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων («Index Librorum Prohibitorum»)
 
Αυτά συνέβησαν πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Μ. κι ασφαλώς έχουν την εξήγησή τους. Όπως προκύπτει από τα γραπτά του, ο Μ. δεν είναι γενικώς αντίθετος με τις θρησκείες, ούτε βεβαίως με τον Χριστιανισμό. Ο αντικληρικαλισμός του, η πολεμική του δηλαδή εναντίον του παπικού κλήρου, δεν έχει θεολογικά ή δογματικά κίνητρα αλλά πολιτικά. Αντίστοιχα, η καλυμμένη συμπάθειά του για τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων εντάσσεται επίσης στο πολιτικό του πρόγραμμαΌπως είναι γνωστό, διακηρυγμένος στόχος του μακιαβελικού στοχασμού είναι η απελευθέρωση της Ιταλίας από τους «βαρβάρους». Στον Ηγεμόνα, και περισσότερο στις Διατριβές, ο Μακιαβέλι περιγράφει ένα κράτος, μια ισχυρή εξουσία δηλαδή που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας αυτό το στόχο. Ωστόσο, ποτέ δεν φαντάζεται ποτέ ότι θαναλάβει ο ίδιος το ρόλο του Ηγεμόνα, ούτε γενικότερα του πολιτικού ηγέτη της φλωρεντινής δημοκρατίας. Καθώς πολλές πόλεις της Ιταλίας έχουν υποκύψει σε ξένους εισβολείς, η σκέψη του Μακιαβέλι είναι προσανατολισμένη μάλλον στην εμπειρία και την πράξη παρά στη θεωρία κι όλοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την πολιτική εξετάζονται από μια τέτοια σκοπιά. Εξαρχής, έχει σημασία να διαχωρίσουμε τη θρησκεία από τους πολιτικούς εκφραστές της επί γης: χωρίς να μπαίνει σε θεολογικές ή άλλες μεταφυσικές συζητήσεις, ο Μακιαβέλι αποδέχεται το απλό γεγονός ότι όλες οι κοινωνίες που εμφανίστηκαν στην ιστορία συγκροτήθηκαν με τη θρησκεία ως ένα από τα βασικά, δομικά τους στοιχεία· είτε λοιπόν αναφερόμαστε στην λεγόμενη παγανιστική ειδωλολατρική παράδοση είτε στον χριστιανισμό της εποχής του Πάπα, οι άνθρωποι υπήρξαν πιστοί, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, κι αυτό είχε κάθε φορά ταποτελέσματά του. Αυτά συνέβησαν περίπου μέσα σε πέντε χιλιάδες χρόνια: «Στους φιλοσόφους που μας λένε πως ο κόσμος στάθηκε αιώνιος, μπορεί, θαρρώ, ναποκριθεί κανένας ότι, αν σταλήθεια ήταν τόσο παλιός, λογικά θα περιμέναμε να υπάρχει κάποιο σημάδι παλιότερο από πέντε χιλιάδες χρόνια· όμως τούτα τα χνάρια των καιρών τα βλέπουμε ναφανίζονται από διάφορες αιτίες, που άλλες τους έρχονται απτους ανθρώπους κι άλλες από τον ουρανό.»
 
Για τον Μακιαβέλι, η θρησκεία, αδιάφορο ποιά ακριβώς, πρέπει να υποτάσσεται στο κράτος και να υπηρετεί τους σκοπούς του, δηλαδή την ελευθερία και την επιβίωση, με οποιοδήποτε μέσο. Από εδώ πηγάζει και η θρυλούμενη ανηθικότητα του Ιταλού στοχαστή, που διαχωρίζει ξεκάθαρα την πολιτική από την ηθική και τις εξετάζει ως διαφορετικά πεδία. Ο Μακιαβέλι δεν οραματίζεται γενικώς ένα συγκεντρωτικό κράτος που θα καταπίεζε τους πολίτες, όπως έσπευσαν πολλοί να τον κατηγορήσουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Αντιθέτως, θεωρεί ότι η δημοκρατία, ως καθεστώς που σέβεται τα στοιχειώδη δικαιώματα του λαού, είναι ο μόνος τρόπος οργάνωσης του κράτους που εξασφαλίζει την ελευθερία του. Οι θρησκείες, όπως και οι γλώσσες, δεν είναι θεόσταλτες αλλά δημιουργήματα των ανθρώπων: «Απτους ανθρώπους έρχονται οι αλλαγές της θρησκείας και της γλώσσας. Γιατί, όταν πρωτοφανερώνεται μια καινούρια διδαχή, δηλαδή μια καινούρια θρησκεία, η πρώτη της έγνοια είναι να ξεριζώσει την παλιά, για νανεβεί το δικό της κύρος· κι αν τυχόν οι ιδρυτές της νέας θρησκείας μιλούνε γλώσσα διαφορετική, τότε εύκολα αφανίζουνε και την παλιά θρησκεία. Αυτό το καταλαβαίνεις άμα σκεφτείς πως φέρθηκε η χριστιανική θρησκεία στην ειδωλολατρική: κατήργησε όλους τους θεσμούς κι όλες τις τελετουργίες της, κι έσβησε κάθε αχνάρι της αρχαίας θεολογίας. Όμως, δεν τα κατάφερε να σβήσει πέρα για πέρα τις ειδήσεις για τις λαμπρές πράξεις των ανδρών της ειδωλολατρίας, κι αυτό γίνηκε γιατί κράτησε τη λατινική γλώσσα, πράγμα που τόκαμε από ανάγκη, αφού σαυτή τη γλώσσα έπρεπε να γράψει τον καινούριο της νόμο.»
 
Η θρησκευτική ηθική, με τη γενική έννοια του «καλού» και του «δέοντος», επηρεάζει ασφαλώς τη συμπεριφορά των ανθρώπων, ακόμα κι όταν οι διακηρύξεις της παραβιάζονται στην πράξη φανερά. Οι νόμοι λόγου χάρη, αν θεωρήσουμε ότι έχουν θεία προέλευση και δεν είναι κατασκευές των ανθρώπων, φαίνεται να γίνονται πιο σεβαστοί, εφόσον επικυρώνονται από τη βούληση του θεού· βεβαίως, προκύπτει το εύλογο ερώτημα, γιατί οι θεοί έδωσαν τόσο διαφορετικούς νόμους, σε διαφορετικούς λαούς, σε όλες τις εποχές;
 
Όπως και να έχουν τα πράγματα, όπως όλα τανθρώπινα, έτσι και οι θρησκείες αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο· οι αλλαγές αυτές απασχολούν τον Μακιαβέλι στο βαθμό που σχετίζονται με βασικές θέσεις του για την πολιτική και κυρίως με την ισχύ ενός κράτους και την ανεξαρτησία του· όπως ξέρουμε, στα 1494, ξένα στρατεύματα έχουν κατακλύσει την Ιταλία και η παπική εξουσία ως πολιτική αρχή αποδείχτηκε ανίκανη να τα σταματήσει·  η εκτεταμένη διαφθορά του ανώτερου κλήρου είναι επίσης πασίγνωστη· κατά τον Μακιαβέλι, αυτό που κράτησε όρθια τη θρησκεία μέχρι τις μέρες του ήταν η «ανανέωσή» της, η επιστροφή στις παλιές αρχές της, όπως εκφράστηκε με τα πολυάριθμα θρησκευτικά τάγματα του Αγίου Φραγκίσκου και του Αγίου Δομίνικου:
 
«Όσο για τις θρησκείες τώρα, απτο παράδειγμα της δικής μας βλέπουμε πως η ανανέωση είναι απαραίτητη, γιατί η δική μας θρησκεία θάχε για τα καλά αφανιστεί, αν δεν την είχε ξαναφέρει στις αρχές της ο Άγιος Φραγκίσκος και ο Άγιος Δομίνικος. Αυτοί, με τη φτώχεια και με το παράδειγμα της ζωής του Χριστού, την αναστήσανε ξανά μέσα στο νου των ανθρώπων, όπου βρισκόταν σβησμένη κιόλας· και τόσο ισχυρά σταθήκανε τα καινούρια τάγματα που ιδρύσανε αυτοί, που εξαιτίας τους δε ξεθεμέλιωσε τη θρησκεία η αισχρότητα των ιεραρχών και των αρχηγών της. Αυτά τα τάγματα, ζώντας φτωχικά και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του κόσμου με την εξομολόγηση και το κήρυγμα, του δώσανε να καταλάβει πως είναι κακό να κακολογείς τον κακό αφέντη, ενώ το σωστό είναι να ζεις υπακούγοντάς τον, κι αν σφάλλει, ναφήσεις τον Θεό να τον δικάσει: γιαυτό κι οι κακοί κάνουνε το χειρότερο που τους περνάει από το χέρι, αφού δε φοβούνται μια τιμωρία που δεν τη βλέπουνε κι ούτε την πιστεύουν. Τούτη η ανανέωση λοιπόν κράτησε κι ακόμα κρατεί ορθή τη σημερινή θρησκεία.»
 
Στη διάρκεια των λεγόμενων Νέων Χρόνων του Διαφωτισμού, επιχειρείται ένας συστηματικός διαχωρισμός της θρησκείας από ορισμένους τουλάχιστον τομείς των εγκόσμιων υποθέσεων, με την πρόθεση να χτυπηθεί η φεουδαρχία και το πολιτικό κατεστημένο, που στήριζαν σε σημαντικό βαθμό την κυριαρχία τους στους μηχανισμούς της εκκλησίας και της θρησκείας· διότι, αν οι νόμοι της πολιτείας ήταν θέλημα κι εντολή του θεού, οι θρησκευτικοί ηγέτες αποκτούσαν κύρος κι εξουσία σημαντική οι φανατικοί Ιησουίτες το αντιλήφθηκαν αυτό πολύ καλά. Όποιος ήταν εναντίον τους μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί «όργανο του διαβόλου», με τις ανάλογες συνέπειες· τέτοιες σκέψεις, όσο κι αν ακούγονται σήμερα υπερβολικές, οδήγησαν στην πυρά χιλιάδες ανθρώπους, κι όποιος καλοεξετάσει τα πράγματα εύκολα διαπιστώνει ότι και σήμερα ισχύουν ανάλογα παραδείγματα: ο φανατικός που τινάζει στον αέρα έναν κινηματογράφο γεμάτο κόσμο πολύ συχνά πιστεύει ότι αγωνίζεται δίκαια εναντίον των «εχθρών» του, πραγματικών ή φανταστικών, και είναι βέβαιος όχι μόνο για το ακαταλόγιστο των πράξεών του, αλλά και για μια θέση στον παράδεισο της θρησκείας του. Όποια λοιπόν κι αν είναι η θρησκευτική πίστη των ανθρώπων μιας πολιτείας, αυτό που ενδιαφέρει τον Μακιαβέλι είναι αν η πίστη αυτή τούς κάνει πολίτες ικανούς και πρόθυμους να πολεμήσουν, κι αν χρειαστεί να πεθάνουν για την πατρίδα τους: «Μεγάλο ρόλο έπαιζε στο φρόνημα των αρχαίων στρατιωτών η θρησκεία και ο όρκος που δίνανε σαν πηγαίνανε να στρατευτούν· γιατί στο κάθε τους παραστράτημα τους απειλούσανε όχι μονάχα τα κακά που θα μπορούσαν να φοβούνται απτους ανθρώπους, μα κι όσα μπορούσανε να περιμένουν απτο Θεό. Αυτό, μαζί μάλλα πράγματα θρησκευτικά πολλές φορές ευκόλυνε στους αρχαίους πολέμαρχους την κάθε τους επιχείρηση, και το ίδιο θάκανε και πάντα, όπου φοβούνται και κρατούνε τη θρησκεία.»
 
Οι επιδέξιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες ήξεραν επίσης τη σημασία της θρησκείας για το φρόνημα των στρατιωτών τους: Ο Σερτώριος έκανε τάχα ότι μιλάει με μιαν ελαφίνα σταλμένη απτο Θεό, που του έταζε τη νίκη, ο Σύλλας παρίστανε ότι κουβεντιάζει μένα είδωλο απτο ναό του Απόλλωνα, άλλοι είπανε πως στον ύπνο τους φανερώθηκε ο Θεός και τους παρότρυνε να πολεμήσουν, ενώ ο ο Κάρολος Ζ, της Γαλλίας ο βασιλιάς έλεγε πως συσκέφτεται με μια κόρη σταλμένη απτο Θεό, που τη λέγανε Παρθένα της Γαλλίας· κι αυτό στάθηκε η αιτία της νίκης.
 
Αξίζει να σημειώσουμε μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις αρχαίες θρησκευτικές αντιλήψεις και στον χριστιανισμό, την οποία επισημαίνει εύστοχα ο Φλωρεντινός φιλόσοφος: η ελληνική και η ρωμαϊκή θρησκεία έχουν στο επίκεντρό τους το ζήτημα της τιμής και του πολέμου, της μάχης, του αγώνα και της προσωπικής διάκρισης, ενώ γενικά ο χριστιανισμός εμφανίζεται ως θρησκεία της ταπεινότητας, και της ανοχής. Με άλλα λόγια, ο αρχαίος βλέπει εκδίκηση, εκεί που ο Χριστιανός βλέπει συγχώρεση· το «ου φονεύσεις» είναι αδιανόητο για έναν Έλληνα ή Ρωμαίο της κλασικής εποχής: το ήθος είναι πολεμικό και η κλίμακα των αξιών ριζικά διαφορετική. Η ανδρεία, η γενναιότητα, η αρετή και η σωματική ρώμη βρίσκονται, τουλάχιστον θεωρητικά, στον αντίποδα των χριστιανικών αρετών: «Αν τώρα ρωτήσουμε για ποιό τάχα λόγο οι λαοί αγαπούσανε πιότερο στους αρχαίους εκείνους καιρούς τη λευτεριά παρά σήμερα, πιστεύω πως αυτό γίνεται για τον ίδιο λόγο που σήμερα κάνει τους ανθρώπους λιγότερο γενναίους· και λέω ότι αυτός ο λόγος είναι πως η σημερινή αγωγή μας είναι αλλιώτικη από την αρχαία, εξαιτίας που και η θρησκεία μας είναι αλλιώτικη από τη δική τους.»
 
Ο ειδωλολάτρης λογαριάζει τις τιμές αυτού του κόσμου, ο Χριστιανός ελπίζει σε μιαν άλλη ζωή: «Γιατί, αφού η δική μας θρησκεία μάς έδειξε ποιά είναι η αλήθεια κι ο δρόμος ο σωστός, μας κάνει να ψηφάμε λιγότερο τις τιμές τους κόσμου, ενώ οι ειδωλολάτρες που τις είχανε περί πολλού και τις βλέπανε σαν το ύψιστο αγαθό, ήσανε πιο ζωντανοί στις πράξεις τους.»
 
Και λίγο παρακάτω:
«Κι έξω απαυτό, η αρχαία θρησκεία καλοτύχιζε μοναχά τους ανθρώπους που ήσαν φορτωμένοι με δόξα εγκόσμια, καθώς η πολέμαρχοι ή οι ηγεμόνες. Η δική μας θρησκεία δοξάζει πιότερο τους ταπεινούς και στοχαστικούς ανθρώπους παρά τους ενεργητικούς, κι ύστερα, το ύψιστο αγαθό το βλέπει στην ταπεινοσύνη, στη χαμοζωή και στην περιφρόνηση των ανθρώπινων, ενώ η αρχαία τόβλεπε στην μεγαλοσύνη της ψυχής, στη δύναμη του κορμιού και σό,τι άλλο μπορεί να κάμει τον άνθρωπο όσο παίρνει γερότερο.»
Είναι γνωστό ακόμη, πως ένας από τους βασικούς λόγους των χριστιανικών διώξεων ήταν η έμπρακτη άρνηση των πρώτων Χριστιανών να πολεμήσουν για τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, τηρώντας ίσως κατά γράμμα τις ευαγγελικές ρήσεις· μια τέτοια αντιπολεμική στάση, εκ των πραγμάτων, υπονόμευε ανοιχτά την ίδια την ύπαρξη και την ακεραιότητα του ρωμαϊκού κράτους και δεν ήταν μόνο ζήτημα δογματικό, όπως συχνά παρουσιάζεται· ομοίως, λίγους αιώνες αργότερα ο μοναστικός θρησκευτικός ζήλος στάθηκε ολέθριος για το Βυζάντιο: δεκάδες χιλιάδες άλκιμοι μοναχοί ξημεροβραδιάζονταν άπραγοι στα μοναστήρια, ενώ ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας έφθινε δημογραφικά και ξένοι μισθοφόροι υπεράσπιζαν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
 
Η αγριότητα των μαχών φαίνεται και στις θρησκευτικές τελετές των αρχαίων ας μην ξεχνάμε ότι υπήρχαν κάμποσοι «θεοί του πολέμου»: «Αυτό μπορείς να το δεις και σε πολλούς θεσμούς, πιάνοντας από τη μεγαλοπρέπεια των δικών τους θυσιών κι απτην ταπεινότητα των δικών μας, όπου βλέπεις τελετές πιότερο αβρές παρά μεγαλόπρεπες, κι όχι κάποια πράξη άγρια ή γενναία. Μα εκεί όχι μονάχα δεν έλειπε απτις τελετουργίες η επισημότητα κι η μεγαλοπρέπεια, παρά από πάνω γινότανε κι η θυσία, πράξη πνιγμένη στο αίμα και την αγριότητα, αφού σφάζονταν κοπαδιαστά τα ζωντανά· κι η θέα τούτη, όντας από μοναχή της τρομαχτική, έκανε και τους ανθρώπους παρόμοιους.»
 
Ασφαλώς, φιλάνθρωποι προβληματισμοί δεν εμπόδισαν λ.χ. τους Χριστιανούς σταυροφόρους να ρημάξουν την ανατολική χριστιανοσύνη στα 1204, ούτε η περιβόητη «ανοχή» του Ισλάμ σταμάτησε τους θρησκευτικούς πολέμους εναντίον των απίστων. Έτσι κι αλλιώς, ο Μακιαβέλι θεωρεί όχι απλώς δεδομένο αλλά και αναπόφευκτο τον πόλεμο των κρατών μεταξύ τους: οι πόλεμοι κάθε είδους είναι φαινόμενα που παρατηρούνται σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας· τα παραδείγματα είναι αμέτρητα: κι αν δεν αρχίσει ένα κράτος τον πόλεμο, επειδή είναι τάχα φιλειρηνικό, θα τον ξεκινήσουν οι γείτονές τουΑν και ο Μακιαβέλι παραμένει δογματικά μάλλον αδιάφορος, θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός ερμηνεύεται λανθασμένα, όταν πρόκειται για την υπεράσπιση της πολιτείας:
«Κι αν η δική μας θρησκεία σού ζητάει κι αυτή νάχεις μέσα σου δύναμη, τη θέλεις πιότερο για να μπορείς ναντέξεις κάτι δυνατό, παρά για να το κάμεις εσύ. Φαίνεται λοιπόν πως ο κόσμος κατάντησε αδύναμος από τούτον εδώ τον τρόπο που ζει, κι έτσι απόμεινε λεία έτοιμη για τους κακούργους, που μπορούνε να τόνε κουμαντάρουνε με την ησυχία τους, βλέποντας πως οι άνθρωποι, για να πάνε στον Παράδεισο, πιο πολύ έχουνε το νουν τους ναντέξουνε τα χτυπήματα, παρά να τα εκδικηθούνε. Και μόλο που νομίζει κανένας πως εδώ απογυναικώθηκε ο κόσμος και ξαρματώθηκε ο ουρανός, ωστόσο πιο πολύ φταίει το δίχως άλλο η χαυνότητα των ανθρώπων, που εξηγήσανε τη θρησκεία μας σύμφωνα με την άπραγη ζωή κι όχι σύμφωνα με την αξιοσύνη.»
-------------------
Ο Νικολό Μακιαβέλι (ιταλικά: Niccolò di Bernardo dei Machiavelli) (3 Μαΐου 1469 21 Ιουνίου 1527), ήταν Ιταλός διπλωμάτης, πολιτικός στοχαστής και συγγραφέας.

Ο Νίτσε για τη λησμονιά

λύκοςΗ Γενεαλογία της Ηθικής είναι ένα πολεμικό έργο του Φρειδερίκου Νίτσε, που άσκησε σημαντική επίδραση στην ιστορία των ιδεών του 20ου αιώνα. Όλες σχεδόν οι φιλοσοφικές τάσεις, θέλοντας και μη, αναγκάστηκαν να τοποθετηθούν πάνω στα ερωτήματα που έθεσε με συγκλονιστικό τρόπο ο Γερμανός φιλόσοφος. Μεταξύ άλλων, η ομολογημένη και ρητή πολεμική πρόθεση του Νίτσε έχει ως στόχο της την λεγόμενη ηθική των δούλων, η οποία αντιπαρατίθεται πολλαπλώς στην ηθική των κυρίων. Οι όροι δούλος και κύριος αναφέρονται στην κατοχή και την αίσθηση της δύναμης, της ισχύος: ο αδύναμος είναι «δούλος», αφού δεν μπορεί να είναι δυνατός, ενώ ο κύριος, ο κάτοχος της δύναμης, περιφρονεί την ηθική του δούλου και προτάσσει μια εγωιστική, προσωπική ηθική, ριζικά διαφορετικήΣτη Γενεαλογία της Ηθικής διαβάζουμε:
«Πραγματικά, στους φιλόσοφους είναι κάτι το εντελώς καινούρ­ιο αυτή η προτίμηση, αυτή η υπερβολική και εντελώς σύγχρονη εκτίμηση του οίκτου: ως τα τώρα, οι φιλόσοφοι συμφωνούσαν ως προς την α ρ ν η τ ι κ ή αξία του οίκτου. Φτάνει να αναφέ­ρω τον Πλάτωνα, τον Σπινόζα, τον Λα Ροσφουκώ και τον Καντ, αυτά τα τέσσερα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πνεύματα, που όμως συμφωνούσαν σένα σημείο: στην περιφρόνηση του οί­κτου.»
«To να μη μπορούν να πάρουν για πολύ καιρό στα σο­βαρά τους εχθρούς τους, τα ατυχήματα τους, κι ακόμα και τα ανοσιουργήματα τους, είναι το χαρακτηριστικό σημάδι των ισχυρών φύσεων, που βρίσκονται στην πληρότητα της ανά­πτυξής τους και που έχουν υπεραφθονία από πλαστική, ανανεω­τική και θεραπευτική δύναμη, που φτάνει στο σημείο να φέρνει τη λησμονιά.»
Νίτσε
Ας πούμε, οι έννοιες του οίκτου και της λύπησης ήταν όχι μόνο ξένες στην ηθική των αρχαίων Ελλήνων αλλά και απολύτως καταδικαστέες. Η αρχαία, ελληνική και ρωμαϊκή, αρετή για τον Νίτσε ήταν καθαρά πολεμική. Επιδίωκε την προσωπική προβολή, την νίκη, τη διάκριση και την κατάκτηση: ποτέ δεν θα καταδεχόταν να προκαλέσει τον οίκτο ή έστω την συμπόνια των εχθρών. Βασικά ανθρώπινα συναισθήματα εξετάζονται λοιπόν απαυτή τη σκοπιά: το ίδιο συναίσθημα δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο στον δούλο και στον κύριο. Η μνησικακία είναι χαρακτηριστικό των αδύναμων φύσεων. Ο Μιραμπώ, Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας, δεν ήταν σε θέση να συγχωρήσει, επειδή ξεχνούσε:
«Ένα καλό παράδειγμα πάνω σαυτό, από τον σύγχρονο κόσμο, είναι ο Μιραμπώ, που δε θυμόταν oύτε τις βρι­σιές, ούτε τις παλιανθρωπιές, που του έκαναν, και που δεν μπο­ρούσε να συγχωρήσει, μόνο και μόνο γιατί ξεχνούσε. Ένας τέ­τοιος άνθρωπος, με ένα πέταγμα ξεφορτώνεται από πάνω του πολλά σκουλήκια, που σάλλους μένουν μόνιμα μέσα τους- μόνο σαυτούς είναι δυνατό να υπάρξει η αληθινή «αγάπη για τους εχθρούς», αν υποθέσουμε πώς είναι δυνατό να υπάρξει στη γης.»
 
Οι λεγόμενες ισχυρές φύσεις ασχολούνται συνήθως με πιο σοβαρά και συναρπαστικά πράγματα: το να θυμάσαι αιωνίως και να μισείς, να ετεροκαθορίζεσαι δηλαδή αρνητικά, να γκρινιάζεις και να θεωρείς τους άλλους υπεύθυνους για την κακή σου τύχη, είναι χαρακτηριστικό των δούλων. Η δύναμη είναι κάτι φυσικό και η φύση δεν μπορεί να είναι ούτε ηθική ούτε ανήθικη: ο λύκος δεν μπορεί ηθικά να κατηγορηθεί γιατί είναι λύκος -αυτό θα ήταν πραγματικά αστείο ακόμη και για τα πρόβατα.

Σενάρια και αυτοεκπληρούμενες προφητείες: πόσο εμποδίζουν την καθημερινότητα μας;

Luck_by_Raghda86
Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να οργανώσουν το βράδυ της προηγούμενης μέρας τι θα κάνουν την επόμενη μέρα. Πολλές φορές αν δεν οργανώσουν και την τελευταία λεπτομέρεια δεν “επιτρέπουν” στον εαυτό τους να ησυχάσει και να κοιμηθεί.

Η μεγαλύτερη παγίδα στην οποία πέφτουν είναι, στην προσπάθεια τους να είναι προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο, να σκέφτονται κάθε πιθανό σενάριο που μπορεί να συμβεί και πώς θα το αντιμετωπίσουν. Είναι όμως αυτό τελικά βοηθητικό ή μήπως βάζει επιπλέον εμπόδια στην καθημερινότητα μας;

Ένα πολύ χαρακτηριστικό ανέκδοτο που χρησιμοποιώ στις συνεδρίες μου είναι το ανέκδοτο με το γρύλο: “Ένας άντρας μέσης ηλικίας μένει ξαφνικά από λάστιχο στην μέση του πουθενά. 1 χιλιόμετρο πιο κάτω βλέπει ένα σπίτι το οποίο είχε φως και συνεπώς ήταν η μόνη του ελπίδα ο ένοικος του σπιτιού να έχει γρύλο, ώστε να του δανείσει για να μπορέσει να φτιάξει το αυτοκίνητο να φύγει. Αποφασίζει λοιπόν, αν και ήταν αργά το βράδυ, να περπατήσει μέχρι εκεί και να του χτυπήσει το κουδούνι ζητώντας του βοήθεια. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, καθώς είναι και αγχώδης εκ φύσεως, κάνει διάφορα σενάρια με το μυαλό του στο πώς θα ζητήσει τον γρύλο, τι μπορεί να του απαντήσει ο ένοικος του σπιτιού, αν θα αντιδράσει αρνητικά καθώς η ώρα ήταν ακατάλληλη κλπ. Φτάνοντας λοιπόν στον πόρτα του σπιτιού και μετά τα τόσα αρνητικά σενάρια που είχε σκεφτεί, του ανοίγει ένας καλοσυνάτος γεράκος και ο άντρας αντί να του πει τι ήθελε του λέει: “Δεν μας παρατάς εσύ κι ο γρύλος σου!”

Το παραπάνω ανέκδοτο είναι χαρακτηριστικό του πώς λειτουργούν τα σενάρια που προσπαθούμε να κάνουμε. Τα σενάρια που πλάθουμε στο μυαλό μας, έχουν ως αποτέλεσμα να μας κάνουν να δαπανάμε πολύ ενέργεια και στο τέλος της ημέρας να νιώθουμε εξαντλημένοι. Το να προσπαθούμε να προβλέψουμε κάθε πιθανό σενάριο, μας βάζει σε έναν φαύλο κύκλο συνεχούς ματαίωσης, καθώς απρόοπτα μπορούν να συμβούν και επιπλέον εξαντλεί όλη μας την ενέργεια με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες που τυχαίνουν. Επιπλέον, μια ακόμα παγίδα είναι η αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ξεκινάμε την ημέρα μας αγχωμένοι και τελικά διαπιστώνουμε ότι συνεχώς όλο και κάτι θα συμβεί.

Το να διαπιστώνουμε τέτοια δυσλειτουργικά μοτίβα στην καθημερινότητα μας, είναι και το κλειδί για να τα αλλάξουμε! Συνήθως αυτές οι διαδικασίες είναι ασυνείδητες και γίνονται αυτόματα στο μυαλό μας. Όταν γίνουν συνειδητές, τότε ο φαύλος κύκλος της ματαίωσης θα σπάσει και σχεδόν “μαγικά” θα δούμε την καθημερινότητα μας να αλλάζει!

Όσοι στη ζωή τους ευχαριστιούνται με το μέτριο

Όσοι στη ζωή τους ευχαριστιούνται με το μέτριο, είναι γελασμένα, καημένα και υποψήφια χαμένα κορμιά της ζωής. Η ζωή δε χαρίζεται σε κανέναν και χαρίζει μόνο σε όσους την καταλάβουν. Σ’ όσους την πάρουν στα σοβαρά, γελώντας μαζί της, με τα στραβά και τα ίσια της. Σε όσους ξυπνούν και κοιμούνται, προκαλώντας την ασύστολα.

Αυτό το τελευταίο κυρίως. Όσοι συμπεριφέρονται με ένα γλυκό θράσος της ζωής τους, έχουν να παίρνουν πολλά απ’ αυτήν. Κι όσοι φτάσουν να πάρουν τα πολλά, τότε το μέτριο το βάζουν στην άκρη, πίνουνε σκέτο ή γλυκό ακόμη και τον καφέ τους, και βάζουν μπουρλότο σε οτιδήποτε χλιαρό και νερόβραστο υπάρχει στο βιος τους. Άπαξ και φτάσει κανείς να γευτεί τα ψηλά, να γνωριστεί με το «όλα» και να μιλήσει έστω και για λίγο με το απόλυτο, τότε φοράει στο χαμόγελό του, το ζουρλομανδύα της τρέλας και μπαίνει σε mode «πανηγυρικοί εορτασμοί νύχτωσε-ξημέρωσε»!

Τέτοια πανηγύρια δεν τα χάνει, και κυρίως δεν τα ξεχνά κανείς. Τα πιάνει από το χέρι, κι απ’ το λαιμό άμα λάχει, και χορεύει μαζί τους μέχρι τελικής πτώσεως. Άμα αξιωθεί κανείς να πάει ψηλά, πολύ ψηλά, δεν καταδέχεται ξανά το «έτσι κι έτσι». Αλί και τρεις αλί αν καταδεχτεί το χλιαρό ξανά στη ζωή του. Σκόντο στη ζωή δεν επιτρέπεται. Κι άμα σε κάποια φάση η πτήση ξεκινήσει την προσγείωσή της, στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα, τότε τα πράγματα είναι απλά και συγκεκριμένα.

Αναμένουμε. Στωικά και κυρίως δημιουργικά. Όσο βρισκόμαστε σε στάση αναμονής, έχουμε χρόνο να ανασυνταχθούμε, να αναθεωρήσουμε και να δημιουργήσουμε. Γιατί η δημιουργία δεν περιμένει κανέναν και τίποτα. Εξάλλου, η γονιμότητα, σε κάθε έκφανσή της, ειν’ εκεί για να μας θυμίζει την ανθρωπίλα μας. Για να της δίνει αξία και να την κρατά ζωντανή. Και όπως πολύ ορθά λένε, βρίσκει αυτή τη στάση αναμονής μας, την καλύτερη περίοδο για να ευδοκιμήσει, να πάρει σάρκα και οστά και να στεφθεί πρωταγωνιστής της ζωής μας.
Μέχρι το επόμενο πανηγύρι.

Μέχρι να βρεθεί το επόμενο «όλα», που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Και θα μας κάνει να νιώσουμε ότι μαζί του, η πτήση θα’ ναι ξανά και αυστηρά προς ουρανό μεριά. Και τότε, δε θα’ χουμε ανάγκη να δημιουργήσουμε, να φιλοσοφήσουμε ή να εκφραστούμε. Θα εκφραζόμαστε ούτως ή αλλιώς. Θα έχουμε απασχολημένο το νου και πιθανότατα και την καρδιά, με τον πιο όμορφο τρόπο. Θα ζούμε στιγμές που θα καταγραφούν στη δική μας ιστορία, και που αργότερα, σαν μούσες ολόκληρες, θα εμπνεύσουν τη δημιουργία που θα ξανακτυπήσει την πόρτα μας.

Και κάπως έτσι, το μέτριο, θα ανήκει απλά στο παρελθόν. Το μπρόκολο θα βράζει σε ξένα σπίτια. Στο δικό μας, θα’ ναι στην είσοδο, χειμώνα-καλοκαίρι, κρεμασμένος ο ζουρλομανδύας. Έτοιμος να τον φορέσουμε όποτε μας χτυπάει την πόρτα η επόμενη τρέλα της ζωής μας.

Όταν η ωραία Ελένη λατρεύτηκε ως θεά "Κουροτρόφος" και "Δενδρίτης"

Την τραγικότητα του ρόλου της γυναίκας που "έστειλε" χιλιάδες άνδρες να πολεμήσουν στον δεκαετή πόλεμο της Τροίαςόλοι τον γνωρίζουμε. Η ωραία Ελένη μισήθηκε, υμνήθηκε κατηγορήθηκε και ενέπνευσε. Όμως αυτό που διαφεύγει από την ιστορία στις αναφορές της σε αυτήν, είναι ότι η ωραία Ελένη λατρεύτηκε ως θεά στην Λακωνία και την Ρόδο.

  Στη Λακωνική Θεράπνη είχε ναό και ο λαός πίστευε πως προστάτευε ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά ως θεά Κουροτρόφος. Ας αναφέρουμε μια χαρακτηριστική ιστορία που μας αφηγείται ο Ηρόδοτος:
Η γυναίκα του Αρίστωνα του βασιλιά της Σπάρτης όταν ήταν ακόμα μωρό, ήταν φοβερά άσχημη, και οι γονείς της, από πλούσια και αρχοντική γενιά το είχαν μεγάλο καημό. Βλέποντας την αγιάτρευτη θλίψη των γονέων, η παραμάνα του μωρού αποφάσισε να το φέρνει κάθε μέρα στην Θεράπνη, στο ιερό της Ελένης. Εκεί έστεκε μπροστά στο άγαλμα της και την ικέτευε να γλιτώσει το παιδί από την κατάρα της τόσης ασχημίας.

Μια μέρα, την ώρα που έβγαινε από τον ναό, την πλησίασε μια άγνωστη γυναίκα και την ρώτησε τι κρύβει στην αγκαλιά της.-"Ένα παιδί" της αποκρίθηκε -"Δείξε μου το, θέλω να το δω"- "Όχι", είπε η παραμάνα "οι γονείς του με έχουν προστάξει να μη το δείχνω σε κανέναν"

Η επιμονή όμως της Ελένης- γιατί αυτή ήταν η άγνωστη- να ιδεί το μωρό ήταν μεγάλη, και η παραμάνα, στο τέλος της το ξεσκέπασε. Τότε η θεά χάιδεψε το κεφάλι του μωρού, και είπε πως μεγαλώνοντας θα γίνει η πιο ωραία κοπέλα της Σπάρτης. Και έτσι έγινε. Το άσχημο μωρό με τα χρόνια έγινε τόσο όμορφη γυναίκα που προκάλεσε τον έρωτα του βασιλιά Αρίστωνα, που την παντρεύτηκε αφού πρώτα την χώρισε με πονηριά από τον πρώτο της άνδρα.
Άλλες λακωνικές μαρτυρίες σχετίζουν την Ελένη με την δεντρολατρεία.Το ίδιο γινότανε και στην Ρόδο όπου η θεά είχε την προσωνυμία Δενδρίτις.
Άραγε πως συνδέεται το προσωνύμιο Δενδρίτης με την Ελένη την Αριάδνη την Ηριγόνη και τον θεό Διόνυσο;

 Όταν καθιερώθηκε η λατρεία του Διόνυσου στην Αττική είθισται στο κέντρο των αμπελιών, συνήθως σε ένα πεύκο, να κρεμούν τα προσωπεία του, τα οποία καθώς περιστρέφονταν με τον άνεμο, λέγεται πως γονιμοποιούσαν τα κλήματα σε όποια κατεύθυνση κοίταζαν. Είναι πιθανόν όμως σε ακόμη παλιότερες εποχές να κρεμούσαν από τα οπωροφόρα δέντρα κούκλες αφιερωμένες στις θεές της γονιμότητας Αριάδνη ή Ελένη και τα προσωπεία του Διόνυσου να τα "διαδέχθηκαν" μιας και ο Διόνυσος απεικονίζονταν ως νέος μακρυμάλης.

Μια τέτοια κούκλα παρουσιάζεται κρεμασμένη από οπωροφόρο δέντρο στο περίφημο χρυσό δαχτυλίδι από τον θησαυρό της Ακρόπολης των Μυκηνών. Η δεντρολατρεία είναι θέμα πολλών μυκηναϊκών έργων τέχνης. Έτσι συναντάμε στον μύθο την Αριάδνη, θεά της Κρήτης να απαγχονίζεται μόνη της όπως έκανε και η Ηριγόνη της Αττικής, η Άρτεμις η απαγχονισμένη, που είχε ιερό στην Κονδυλαία της Αρκαδίας και τέλος η ωραία Ελένη η Δενδρίτις που είχε ιερό στην Ρόδο και λέγεται πως την είχε απαγχονίσει η Πολυξώ.

Η Ελένη των λιόδεντρων, η δενδρίτις τιμήθηκε με πλήθος γονιμικά αφιερώματα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως έχουμε να κάνουμε με μια παλιά ,ίσως προελληνική θεότητα.

Το μεγάλο ερωτηματικό είναι όμως που, πότε, και γιατί η θεά υποβιβάζεται στον μύθο και γίνεται η γυναίκα του Μενέλαου, που αρπάζεται από τον Πάρη και προκαλεί έναν μεγάλο πόλεμο. Κάποιος ποιητής είχε επινοήσει βέβαια τον μύθο αυτόν, για ποιο λόγο όμως αποφάσισε να δώσει στην κλεμμένη βασίλισσα το όνομα της θεάς Ελένης δεν θα το μάθουμε ίσως ποτέ.

Επίσης για την ιστορία, είναι εξίσου σημαντικό να αναφερθεί πως στην Θεράπνη, μαζί με την Ελένη λατρευόταν και ο Μενέλαος στο ίδιο ιερό, που στα Αλεξανδρινά μάλιστα χρόνια λεγόταν Μενελάϊον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι και ο Μενέλαος σε χρόνια παλιά θα πρέπει να ήταν θεός, υποβιβασμένος αργότερα σε ήρωα. Πιο πιθανόν είναι ο επικός μύθος που τον είχε συνδέσει με την Ελένη, έγινε αφορμή να λατρευτεί και αυτός δίπλα στην γυναίκα του.

Μπορεί να αλλάξει ο άνθρωπος;

Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Χρειάζεται να προσδιοριστεί με σαφήνεια η λέξη «αλλάζει» ώστε να καταλήξουμε σ? ένα συμπέρασμα. Αυτός είναι ο στόχος του κειμένου, καθώς επίσης και η διατύπωση μια σωστής επιχειρηματολογικά άποψης.

Αλλάζω σημαίνει προκαλώ μια αλλαγή στον εαυτό μου και πλέον διαφέρω από την προηγούμενη κατάστασή μου. Στην γλώσσα της Ψυχολογίας η μεταμόρφωση αυτή συνδέεται με το μυαλό και τον ψυχισμό του ανθρώπου. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αυτή παραπέμπει σε διαφοροποιήσεις μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος ως προς :

Α) τον τρόπο σκέψης(νόηση)
Β) τον τρόπο συμπεριφοράς(πράξη)
Γ) την αντίληψη
Δ) την διαχείριση των συναισθημάτων.

Επιπλέον, το νόημα της λέξης «αλλαγή» μπορεί να αφορά αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά την διάρκεια της εφηβείας ή των γηρατειών. Π.χ. σωματικές αλλαγές ή βιολογικές-ορμονικές αλλαγές.
Επομένως, με βάση τις δυο τοποθετήσεις παραπάνω οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε σε τι ακριβώς καλούμαστε να απαντήσουμε όταν μας ρωτάνε αν αλλάζει ο άνθρωπος.

Παρακάτω λοιπόν θα αναπτύξω μια απάντηση στο ερώτημά μας με βάση την πρώτη τοποθέτηση, καθώς η δεύτερη θαρρώ πως είναι ξεκάθαρη.

Αρχικά θέλω να σκεφτείτε τι είναι ο άνθρωπος.

Ο άνθρωπος είναι ένα έλλογο ον, εγκεφαλικά
ανεπτυγμένο, εκ φύσεως κοινωνικό και ικανό να σκέφτεται, να αισθάνεται και να επικοινωνεί με τον έναρθρο λόγο. Από την ημέρα της γέννησης του μέχρι και την τελευταία μέρα στην ζωή, ο άνθρωπος δεν παύει να εξελίσσεται διότι ποτέ δεν μένει στάσιμος. Τι εννοώ «στάσιμος»;
Σύμφωνα με τους Αναπτυξιακούς Ψυχολόγους, τα παιδιά διανύουν μια σειρά από στάδια ώστε να φτάσουν στην ενηλικίωση. Τα στάδια αυτά διαφέρουν είτε ως προς τους μηχανισμούς άμυνας που χρησιμοποιούνται κάθε φορά για την προσαρμογή στο περιβάλλον είτε ως προς τη γνωστική, συναισθηματική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.

Μετά την ενηλικίωση η εξέλιξη συνεχίζεται : σχολείο, σπουδές, αλλαγή κατοικίας, φυγή το εξωτερικό, γάμος-οικογένεια κτλ. Οι συνθήκες ζωής αλλάζουν, τα συνηθισμένα γίνονται ασυνήθιστα, τα εύκολα δύσκολα και ούτω καθεξής. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι η ζωή του ανθρώπου βρίσκεται σε διαρκή κίνηση με αποτέλεσμα να τον παρασύρει στους γρήγορους ρυθμούς της. Είναι λογικό και επόμενο να αλλάζει ο άνθρωπος στην προσπάθεια του να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Έπειτα, κατά τη διάρκεια της ζωής μας τυχαίνει να βιώνουμε πολλές συγκινησιακές καταστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από έντονη συναισθηματική φόρτιση και έλλειψη ψυχραιμίας και λογικής σκέψης. Τέτοιες καταστάσεις μπορεί να είναι μια ερωτική απογοήτευση ή η προδοσία από φίλη/φίλο μέχρι κάποιο ατύχημα(εργατικό, αυτοκινητιστικό) ή ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου.

Σαφώς, ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει διαφορετικά ό,τι του συμβαίνει και δίνει όση προσοχή και σημασία θέλει. Από αυτό εξαρτάται και το μέγεθος της επίδρασης που θα ασκηθεί πάνω του. Αλλά σας ρωτώ : Πως γίνεται ένας άνθρωπος που παραλίγο να μείνει παράλυτος ή που έμεινε ΝΑ ΜΗΝ ΑΛΛΑΞΕΙ; Πως γίνεται ένα παιδί που έχασε τους γονείς του ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ «ΙΔΙΟ»; Πως γίνεται ένας γονιός που έχασε το παιδί του ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ όπως ήταν;

Ανάλογα λοιπόν και με τα βιώματα και τις εμπειρίες του καθενός διακρίνουμε το αν και κατά πόσο μπορεί να αλλάξει. Η αλλαγή μπορεί να είναι είτε μικρή είτε μεγάλη, είτε σοβαρή είτε λιγότερο σοβαρή… Πάντα όμως παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας!
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν υποστηρίζω πως είναι εύκολο ή ανώδυνο να αλλάξει κάποιος. Για να μεταβληθεί ένα σύνολο χρειάζονται πολλές προσπάθειες και μεγάλη αντοχή. Επίσης μια αλλαγή δεν τείνει πάντα προς το καλύτερο, αλλά και προς το χειρότερο. Όπως και να χει, αν είμαστε αποφασισμένοι, αισιόδοξοι και ανοιχτόμυαλοι και με την κατάλληλη βοήθεια όπου είναι αναγκαίο, το αποτέλεσμα θα είναι ευνοϊκό για εμάς.

Συμπερασματικά, πιστεύω πως ο άνθρωπος αλλάζει γιατί όσο ζει μαθαίνει. Μέσα από τα σωστά και τα λάθη, τις νίκες και τις ήττες, την αγάπη και τον πόνο… Από όλες τις εμπειρίες του, από κάθε άνθρωπο που συναντάει και θα συναντήσει… ΜΑΘΑΙΝΕΙ. Επεξεργάζεται τα νέα δεδομένα, αποδέχεται την όποια κατάσταση, ανανεώνεται και αναπτύσσει ένα νέο προφίλ.

Σκεφτείτε τον εαυτό σας ένα, δύο, τρία χρόνια πριν… Ήσασταν όπως είστε τώρα;
Ποια είναι η δική σας άποψη;
Σας ευχαριστώ.

Την τελειότητα που ζητάς, αγάπη μου, εγώ δεν την έχω…

Τελειώνει το καλοκαίρι σιγά σιγά και εμείς ψάχνουμε ακόμα τις ισορροπίες μας.
Αναζητάμε τα βήματά μας, τα πατήματά μας κι άλλοτε μας οδηγούν στα σύννεφα κι άλλοτε σε μονοπάτια επίπονα.
Βάζουμε στο ζύγι εγωισμό και περηφάνεια, παρελθόν και παρόν, θέλω και πρέπει, φως και σκοτάδι και στο τέλος μένουμε αποκαμωμένοι, άλλες φορές μόνοι κι άλλες αγκαλιασμένοι σε ένα αχώριστο μαζί.

Κι είναι κι εκείνες οι φορές που ο πόνος δεν μπορεί να ειπωθεί.
Είναι εκείνες οι φορές που σπάω την εικόνα μου μπροστά σου. Με τσαλακώνω και με κάνω χίλια κομμάτια.
Χίλια αληθινά κομμάτια, το καθένα πιο αληθινό από το άλλο.
Χίλια ατελή κομμάτια μου να σου συμπληρώνουν τα κομμάτια της εικόνας που ζητάς. Της τέλειας εικόνας που εσύ νομίζεις πως είμαι κι εγώ τόσο πεισματικά αρνούμαι.

Την τελειότητα που αναζητάς εγώ δεν την έχω.

Δεν συναντήθηκα ποτέ μαζί της. Δεν ήπιαμε ποτέ ένα ποτήρι κρασί μια νύχτα αξημέρωτη.
Γιατί να ξέρεις, εκείνες τις νύχτες που δεν ξημερώνουν, μέσα στο σκοτάδι με το φως να το δίνουν μόνο τα φώτα του δρόμου, εκείνες τις νύχτες γνωρίζεις τον άλλο.

Σου μίλαγα μια τέτοια νύχτα για το παρελθόν. Με ρώταγες και σου απάνταγα. Χωρίς φόβο, χωρίς στεγανά, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Σου απάνταγα στα γιατί, στα πώς και τα τι και στα αράδιαζα μπροστά σου χωρίς να μου περάσει μια στιγμή η σκέψη πως θα μπορούσες να τα χρησιμοποιήσεις εναντίον μου.
Αυτό το σοκ τελικά ήταν το ισχυρότερο.
Και μέρες μετά, σαν να συνέρχομαι από το μετατραυματικό σοκ της ψυχής μου, κάθομαι στην ίδια γωνιά και σε κοιτάω ήρεμα.
Λίγο πριν αφήσω την γωνιά αυτή κενή, θα ?θελα να ξέρεις πως για κάθε μια από τις επιλογές μου, από την καλύτερη μέχρι τη χειρότερη, είμαι περήφανη.
Δεν σου απολογήθηκα για καμία.
Κι αν σου άπλωσα τα κομμάτια του puzzle δεν ήταν για να κρίνεις, αλλά για να καταλάβεις.
Να καταλάβεις, πως απέναντί σου είμαι εγώ, που επιλέγω να περάσω μια νύχτα με πανσέληνο παίζοντας μπιρίμπα στο μπαλκόνι μου, παρά να αμοληθώ σε αμμουδιές και ειδυλλιακά τοπία.

Είμαι εγώ, που επέλεγα να σπάω το γυαλί κι όχι να το ραγίζω.
Όλα ή τίποτα.
Απλά.
Κι ας σήμαινε πόνο. Κι ας σήμαινε κομμάτια κομμένα.
Το γυαλί το έκανα πάντα χίλια κομμάτια, για αν μην μπορεί να ξανακολλήσει.
Είμαι εγώ, που προτίμησα να μην γίνω ποτέ εκείνη η κλασική μαμά αλλά να περνάω το Σαββατοκύριακο με τα παιδιά μου στο γήπεδο και στο cinema.
Είμαι εγώ, που δεν φοβήθηκα το «μόνη μαμά» μπροστά στο νευρωτική δυστυχισμένα συμβιβασμένη.
Είμαι η ίδια, που δεν ονειρεύτηκα ποτέ νυφικό και φρου φρου γάμου, αλλά το έζησα.
Με τόλμη και θάρρος. Γιατί αυτό που έρχεται μπροστά σου να το ζήσεις, ακόμα κι αν δεν το ονειρεύτηκες ποτέ, πρέπει να τολμήσεις να το ζήσεις. Και το σωστό και το λάθος.
Μέχρι την τελευταία του σταγόνα.

Είμαι εγώ που σε ονόμασα «θάλασσα» και σε άφησα να ταξιδεύεις τα κομμάτια μου χωρίς να σε ρωτήσω τον προορισμό. Δεν είχε ποτέ σημασία ο προορισμός. Σημασία είχε το ταξίδι, το μαζί.
Είμαι εγώ, που επέλεξα να περπατήσω πάνω στ?αγκάθια και να γεμίσω σημάδια αλλά να μην πονέσουν εκείνοι που αγαπάω.

Γιατί έτσι αγαπάνε οι ατελείς άνθρωποι.
Απόλυτα. Και κάνουν λάθη. Και πληγώνουν και πληγώνονται.
Αλλά αγαπάνε.
Και προστατεύουν. Και δίνονται.

Μπορεί να μην σου κάνει αυτός ο τρόπος, αλλά αυτός είναι ο δικός μου ο τρόπος. Και δεν θα τον αλλάξω. Γιατί πρέπει να ξέρεις, πως ο καθένας έχει δικαίωμα να αγαπά με τον τρόπο του.
Γιατί την τελειότητα που ψάχνεις εγώ την απέρριψα πριν καν την συναντήσω.
Και μέσα από τα λάθη και τις απώλειες κράτησα τα πολύτιμά μου. Δεν κράτησα αντικείμενα, δεν κράτησα ιδιοκτησίες.
Έκανα κτήμα μου τις μνήμες και περιουσία μου τις στιγμές.
Όλες τις στιγμές. Δεν τις βάφτισα τελειότητα, δεν τις πέρασα από φίλτρο για να στρογγυλέψουν τις γωνιές τους.
Κι έτσι σου τις έδωσα στα χέρια σου.

Κι αν τώρα κοιτάς και δεν μπορείς να τις δεις, είναι επειδή τις μνήμες, τις στιγμές και τις ψυχές, αν δεν τις αγαπήσεις αληθινά, αν δεν τις αγγίξεις πραγματικά, κρύβονται για να προστατευτούν.
Κι αρκεί πάντα μια αγκαλιά, που δεν θα στη ζητήσουν, για να ξαναφανερωθούν…