Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Εγκώμιο Της Εκλεπτυσμένης Τεμπελιάς

tempelia2
Στη θεωρία που σφυρηλατήθηκε σχετικά μ’ αυτήν, η τεμπελιά ωφελήθηκε πολύ από την αυξανόμενη δυσμένεια, στην οποία περιέπεσε η εργασία. Η καθημερινή εργασιακή αποκτήνωση, έχοντας για μεγάλο διάστημα αναγορευθεί σε αρετή από την μπουρζουαζία που αποκόμιζε τα οφέλη και από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, στις οποίες διασφάλιζε την υπεραξία της εξουσίας τους, τελικά κατέληξε να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.
Ωστόσο, η εκτίμηση την οποία καυχιέται ότι έχει κερδίσει η τεμπελιά, δεν έχει πάψει διόλου να υποβαθμίζεται από τη σχέση σύζευξης που, εξομοιώνοντας ηλιθιωδώς τα ζώα με ότι πιο αξιοκαταφρόνητο έχουν οι άνθρωποι, συνεχίζει να συνδέει το τζίτζικα με το μέρμηγκα. Θέλουμε δε θέλουμε, η τεμπελιά παραμένει δέσμια της εργασίας την οποία απορρίπτει, εγκωμιάζοντάς την.
Η πρώτη σκέψη, όταν πρόκειται να μην κάνεις τίποτα, δεν είναι πως αυτό είναι αυτονόητο; Αλίμονο, μέσα σε μια κοινωνία που μας διχάζει ακατάπαυστα, πώς είναι δυνατόν να πλησιάσουμε τον εαυτό μας απρόσκοπτα; πώς να βολευτούμε χωρίς δυσκολία, σ’ αυτή την ευλογημένη κατάσταση όπου δεν βασιλεύει παρά η ραθυμία της επιθυμίας;
Μήπως τα πάντα δεν βρίσκονται σε κίνηση για να ταράξουν, με τα καλύτερα επιχειρήματα του καθήκοντος και της ενοχής, τη γαλήνια ώρα της ηρεμίας όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου; Ο Γκεόργκ Γκρόντεκ αντιλαμβανόταν ορθά, στην τέχνη τού να μην κάνεις τίποτα, το σημάδι μιας συνείδησης πραγματικά απελευθερωμένης από τους πολυάριθμους καταναγκασμούς, που από τη γέννηση ως το θάνατο μετατρέπουν τη ζωή σε μια φρενήρη παραγωγή του τίποτα.
Είμαστε τόσο ζυμωμένοι με το παράδοξο, ώστε η τεμπελιά δεν αποτελεί θέμα στο οποίο δε θα μπορούσαμε να επεκταθούμε απλά, όπως θα το απαιτούσε η φύση, με την προϋπόθεση ότι και η φύση θα μπορούσε να προσεγγισθεί με αμεσότητα.
Η εργασία εκφύλισε την τεμπελιά. Την έκανε πουτάνα της, την ίδια στιγμή που η πατριαρχική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή. Την έντυσε γελοία με τις υποκρισίες της, όταν το νεκροτομείο των εκμεταλλευτριών κοινωνικών τάξεων συνταύτιζε την εργασιακή δραστηριότητα με την μοναδική χειρωνακτική παραγωγή.
Τι ήταν όλοι αυτοί οι ισχυροί, οι μονάρχες, οι αριστοκράτες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι, αν όχι εργάτες του πνεύματος, επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως «είχαν τρελάνει»; Αυτή η ραθυμία για την οποία κόμπαζαν οι πλούσιοι και η οποία τρέφει ανά εκατό χρόνια τη μνησικακία των καταπιεσμένων, μου φαίνεται ότι απέχει αρκετά από την ειδυλλιακή κατάσταση της τεμπελιάς.
Πώς καμαρώνουν όλοι αυτοί οι κενόδοξοι αριστοκράτες, καιροφυλακτώντας την παραμικρή παράλειψη, την αυστηρή τήρηση των τύπων, επιφυλακτικοί απέναντι στους δούλους που κρύβουν τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνησή τους κάτω από τη δουλοπρέπεια, εκτός κι αν πρόκειται να τους βάλουν να δοκιμάσουν πρώτοι τα φαγητά που έχουν καρυκεύσει με τις βασκανίες της ζήλιας και της εκδίκησης. Τι κουραστική που είναι αυτή η τεμπελιά και πόση δουλικότητα υπάρχει στη συνεχή τέρψη μιας κατά παραγγελία φιλοφροσύνης!
Θα μπορούσαμε να πούμε για τον τύραννο ότι, τουλάχιστον δροσίζεται από την ευχαρίστηση να τον υπακούουν; Δεν υπάρχει πιο άθλια ευχαρίστηση απ’ αυτή, που με αντίτιμο τη δυσαρέσκεια των άλλων, αφήνει στο στόμα την πικρή γεύση που προκαλεί! Θα συμφωνούσαμε ότι το να κρατιέται κανείς, μ’ αυτό τον τρόπο, υπεράνω των ποταπών ασχολιών, δεν έχει καμία σχέση με την ξεκούραση και διόλου δεν ευνοεί την ευχάριστη κατάσταση του να μην κάνεις τίποτα.
Αναμφίβολα, ο επιχειρηματίας, το αφεντικό, ο γραφειοκράτης, δεν ασχολούνται, έξω από την εργασία τους, με έναν οικιακό τρόπο ζωής, που είναι περισσότερο κουραστικός παρά άνετος. Δεν ξέρω αν αναζητούν τη μοναξιά του νομάρχη στους κάμπους αλλά όλα φανερώνουν σ’ αυτούς μια τάση προς τη διασκέδαση παρά προς την τεμπελιά. Δεν είναι εύκολο να διακόψει κανείς τον ρυθμό που τον σπρώχνει από το εργοστάσιο στο γραφείο, από το γραφείο στο Χρηματιστήριο και από τη σύσκεψη μετά γεύματος στο γεύμα μετά συσκέψεως. Ο χρόνος που ξαφνικά αδειάζει από την νομισματική λογιστική του, είναι χρόνος νεκρός, μόλις που υπάρχει. Πέρα από την αίσθηση της ηθικής, πρέπει να έχει χάσει κανείς και την αίσθηση της αποδοτικότητας για να προσποιείται ανερυθρίαστα ότι μπορεί να εισέλθει και να βολευτεί σ’ αυτόν.
Λένε για τον ύπνο ότι είναι ένα πραγματικό φάρμακο γι’ αυτόν που ρίχνεται καθημερινά σε ένα αγώνα δρόμου ενάντια στο χρόνο. Αλλά ποιος θα τολμήσει, σ’ ένα πόλεμο, όπου ανά πάσα στιγμή είναι εκτεθειμένος στη φωτιά που τρέφεται από τον ανταγωνισμό, να σηκώσει τη λευκή σημαία για μια στιγμή ανάπαυλας; Μας έχουν επαναλάβει αρκετές φορές το καταστροφικό παράδειγμα των «ηδονών της Καπούης» όπου ο Αννίβας, υποκύπτοντας άγνωστο σε ποιό μάγεμα των αισθήσεων, χάνει για πάντα τη Ρώμη αλλά και τα οφέλη από τις κατακτήσεις του.
Είναι προφανές: σε ένα κόσμο όπου τίποτα δεν αποκτιέται χωρίς την εργασία της δύναμης και της πανουργίας, η τεμπελιά είναι μια αδυναμία, μια βλακεία, ένα σφάλμα, ένας λανθασμένος υπολογισμός. Δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε παρά αλλάζοντας σύμπαν, δηλαδή ύπαρξη. Αυτά συμβαίνουν
Με διαβεβαιώνουν πως ένας διευθυντής τράπεζας, βρέθηκε μια μέρα κατεστραμμένος, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους και ντροπιασμένος. Μια γωνιά στην εξοχή τον υποδέχεται. Καλλιεργεί λίγες κληματαριές. Ένας λαχανόκηπος, μερικές κότες και η φιλία των γειτόνων αρκούν για τις ανάγκες του. Αρχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά πράγματα: τη δύση του ήλιου, το παιγνίδισμα του φωτός κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη γεύση του ψωμιού που ζύμωσε και έψησε, το τραγούδι των βατράχων, το συναρπαστικό σχήμα της ορχιδέας, τις ονειροπολήσεις της γης την ώρα της πρωινής ή της εσπερινής δροσιάς. Η αποστροφή για μια ύπαρξη αναλωμένη μέσα στην άγνοια του εαυτού του, του πρόσφερε μια θέση στο σύμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να μάθει πώς να την κατακτήσει..
Ο δρόμος δεν είναι τόσο εύκολος. Για να τον ξαναβρείτε, δεν αρκεί ο αποκλεισμός σας από έναν κόσμο που σας αποκλείει από τον εαυτό σας. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνεργος που να μην γινόταν ποιητής του μέλλοντος.
Ο άνεργος, τις περισσότερες φορές, δεν ανήκει στον εαυτό του, συνεχίζει να ανήκει στην εργασία. Αυτό που τον κατέστρεψε, ρίχνοντάς τον στην αλλοτρίωση του εργοστασίου ή του γραφείου, συνεχίζει να τον ροκανίζει εξωτερικά, σαν τον πόνο ενός κομμένου μέλους του σώματος. Όπως και ο εκμεταλλευτής έτσι και ο εκμεταλλευόμενος δεν έχει διόλου την ευκαιρία να αφιερωθεί ανεπιφύλακτα στις ηδονές της τεμπελιάς.
Σίγουρα υπάρχει πονηριά στο να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερα για ένα αφεντικό, να σταματάς όταν γυρνά την πλάτη, να σαμποτάρεις τις αλυσίδες παραγωγής και τις μηχανές, να ασκείς την τέχνη της δικαιολογημένης απουσίας. Η τεμπελιά διαφυλάσσει εδώ την υγεία και προσδίδει στην ανατροπή έναν ευχάριστα τονωτικό χαρακτήρα. Σπάζει την ανία της δουλικότητας, αναιρεί τις διαταγές, εκδικείται το χρόνο για τις οκτώ ώρες που αφαιρεί από τη ζωή σας και που κανένας μισθός δεν θα επιτρέψει να ανακτήσετε. Με άγρια μανία ξεκλέβει κι άλλα λεπτά από το ρολόι ελέγχου που, τεμαχίζοντας την ημέρα, αυξάνει τα κέρδη του αφεντικού.
Ναι, αλλά το ερώτημα παραμένει: μπορούμε να αντλήσουμε ανεπιφύλακτα οποιαδήποτε απόλαυση, όταν αυτό προϋποθέτει την καταστροφή της απόλαυσης του άλλου; Θέλεις να σε υπακούουν; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει και προχωρώ στην ζωντανή απόδειξη, αρνούμενος τη δύναμή σου επάνω μου, συντρίβοντας αυτή την εξουσία που τη θεωρείς, αν όχι αιώνια, τουλάχιστον μακρόχρονη.
Ευγενής ασχολία η ανατροπή της ποταπής εργασίας, αναμφίβολα, αλλά η δουλειά δουλειά! Να λοιπόν κι εσείς, σαν το αφεντικό το οποίο παραμονεύει τον κλέφτη υπηρέτη, τεμπελιάζετε παραμονεύοντας το αφεντικό, για να το κλέψετε καλύτερα. Η τεμπελιά δεν είναι νοητή όταν γίνεται στα κρυφά. Χρειάζεται άνεση, όπως στον έρωτα. Όποιος είναι στην τσίλια, δεν ζει καθόλου, ή ζει μετρίως.
Και επιπλέον, πόση πικρία, να μην μπορείς να καταστρέψεις, όσο ύπουλα επιθυμείς, τον ηδονισμό των εκμεταλλευτών, όσο μέτριος κι αν είναι! «Εμείς δουλεύουμε κι αυτοί γεμίζουνε τις μπάκες τους», λέει το τραγούδι. Αλλά όπως και οι άσεμνοι παπάδες τους οποίους ο παλιός αντικληρικαλισμός κατηγορούσε ότι έχουν βυθιστεί στην ακολασία, οι ηδονισμός δεν θα ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει στη ζωή τους οι εκμεταλλευτές, αν ο φόβος των εκμεταλλευομένων δεν τους είχε καταδικάσει σε βιαστικούς και κρυφούς ψυχαναγκασμούς; Το προνόμιο των προλετάριων που χειραφετούνται και από την εργασία που τους μισθοδοτεί και απ’ αυτούς που καρπώνονται την υπεραξία της, είναι ακριβώς η προσέγγιση της απόλαυσης του εαυτού τους και του κόσμου.
Η απόλαυση και η συνείδησή της, που ακονίζεται για να την τελειοποιήσει, κατέχουν επαρκώς τη γνώση για να απελευθερωθούν απ’ ότι τις περιορίζει ή τις διαφθείρει. Ρωτήστε αυτούς που μαθαίνουν να αλληλοαγαπιούνται!
Ότι ισχύει για την αγάπη ισχύει και για την τεμπελιά και την απόλαυσή της. Συχνά απατόμαστε. Ένα ρεπορτάζ για κάποιους ακτήμονες βραζιλιάνους αγρότες, ενώ μεγάλες εκτάσεις παρέμεναν ακαλλιέργητες στα χέρια των ιδιοκτητών, μοναδική έγνοια των οποίων ήταν πώς να τις κρατήσουν υπό την ιδιοκτησία τους, τους εμφάνιζε σε μια μεγάλη πορεία της μιζέριας, να κραδαίνουν σταυρούς, με τους παπάδες επικεφαλής, αφού η Εκκλησία τους προσέφερε καθημερινά ένα νερομπούλι από ρύζι και φασόλια. Χάριν της αντικειμενικότητας της πληροφόρησης, παρεμβαλλόταν, σύμφωνα με τους κανόνες του μοντάζ, ένα συμπόσιο όπου οι ιδιοκτήτες γης, τρώγοντας άφθονα λουκάνικα και αρνίσια μπουτάκια, κραύγαζαν για τα δικαιώματά τους και διαμαρτύρονταν για τις επιθέσεις που δέχονταν, θεωρώντας τους εαυτούς τους θύματα.
Ανάμεσα στη μιζέρια των τρομαγμένων προκρίτων και την ευσπλαχνία των ακτή μόνων, θα λέγαμε ότι οι πρώτοι δεν απολαμβάνουν τη γη τους, γιατί το μόνο που έχουν είναι η ιδιοκτησία και οι δεύτεροι, στους οποίους θα ταίριαζε η απόλαυση της γης αυτής, δεν είναι καν σε θέση να απολαύσουν οτιδήποτε.
Η κατάσταση δεν είναι τόσο παλιά όσο φαίνεται. Η Ευρώπη βλέπει σήμερα μια γραφειοκρατική τάξη να στραγγίζει τα χρήματα από τα συρτάρια του Κεφαλαίου, προσπαθώντας να τα κάνει να καρποφορήσουν σε κλειστό κύκλωμα, χωρίς να επενδύει σε καινούργιους τρόπους παραγωγής. Και οι προλετάριοι, που τους διδάξαμε ότι το προλεταριάτο δεν υπάρχει πια, διαμαρτύρονται για την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας ότι ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας και τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας και ότι δεν αυξάνει, με άμεσα κέρδη, τον όγκο του χρήματος που είναι στην υπηρεσία της παγκόσμιας κερδοσκοπίας.
Από εδώ και πέρα, η μόνη αναγνωρισμένη αξία της εργασίας περιορίζεται στο να εγγυηθεί ένα μισθό σε όσο το δυνατόν περισσότερους και μια υπεραξία στη διεθνή γραφειοκρατική ολιγαρχία. Ο πρώτος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά και σε υπηρεσίες μιας αυξανόμενης μετριότητας, το δεύτερο επενδύεται σε χρηματιστηριακές κερδοσκοπίες που προσδίδουν στην οικονομία ένα χαρακτήρα όλο και πιο παρασιτικό.
Έχει τόσο καλά εδραιωθεί η συνήθεια του να αποδέχεσαι οποιαδήποτε εργασία και να καταναλώνεις οτιδήποτε για να αντισταθμίσεις το ισοζύγιο των αγορών που κυβερνά τις μοίρες σαν την παλιό φάντασμα της Θείας Πρόνοιας, ώστε το να κάθεσαι σπίτι σου αντί να συμμετέχεις στη φρενίτιδα που καταστρέφει το σύμπαν, θεωρείται, περιέργως, σκανδαλώδες.
Ένας απ’ αυτούς τους υπουργούς, των οποίων η διοικητική μηχανή, στα χνάρια του γιγαντιαίου οικιακού εξοπλισμού που επιβαρύνει την παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης, καταβροχθίζοντας δισεκατομμύρια, δεν φοβήθηκε να καταγγείλει, με τη συναίνεση των διαχειριστών της πληροφόρησης, τους νέους προνομιούχους που είναι οι επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, οι συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, αυτοί που έχουν δωρεάν ιατρική μέριμνα, με λίγα λόγια οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τον ύπνο τους, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κοιμούνται με ένα αφεντικό πάνω απ’ το κεφάλι τους, το χρήμα του οποίου δεν σταματά να αυγατίζει.
Το ότι υπάρχουν προλετάριοι, έστω και εν δυνάμει επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, που συναινούν κρυφά στον εννοιολογικό ανασχηματισμό των λέξεων τις οποίες έχει οικειοποιηθεί η εξουσία, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της αγελαίας ηλιθιότητας. Πάνω απ’ την τεμπελιά πλανιέται μια τέτοια ενοχή που λίγοι τολμούν να τη διεκδικήσουν σαν σωτήρια ανάπαυλα, η οποία μας επιτρέπει να συγκρατηθούμε και να μη βαδίσουμε άλλο στα χνάρια του παλιού κόσμου.
Ποιος από τους κοινωνικά επιχορηγούμενους θα ισχυρισθεί ότι ανακαλύπτει στην ύπαρξη, πλούτη που οι περισσότεροι τα γυρεύουν εκεί που δεν υπάρχουν; Δεν βρίσκουν καμιά χαρά στο να μην κάνουν τίποτα, δεν έχουν διάθεση να επινοήσουν, να δημιουργήσουν, να ονειρευτούν, να φανταστούν. Συχνά ντρέπονται για την έλλειψη μιας μισθωτής αποκτήνωσης, που θα τους στερούσε τη γαλήνη που τώρα διαθέτουν αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν.
Η ενοχή μειώνει και διαστρέφει την τεμπελιά, εμποδίζει τη χαρισματικότητά της, την απογυμνώνει από το νόημά της. Υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από τις απεργίες για να ανασταλεί αυτός ο χρόνος όπου ο καθένας τρέχει και δε φτάνει, κοπιάζει για να γίνει αυτό που αποστρέφεται και να μη γίνει αυτό που θα επιθυμούσε, περιμένοντας τη σύνταξη, την αρρώστια και το θάνατο να βάλουν τέλος στην κούρασή του;
Η οριστική διακοπή της εργασίας θα επέτρεπε να διαδοθεί η καλή συνείδηση της τεμπελιάς, να ενθαρρυνθεί αυτή η σωτήρια ανάπαυση που θα μας γλίτωνε από πολλά ιατρικά έξοδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη φαντασία. Θα σταυρώσουμε τα χέρια, θα μπορούσαν να πουν οι σιδηροδρομικοί, θα αποκαταστήσουμε τη χαριστικότητα του χρόνου και του χώρου και, για την αναψυχή σας θα λειτουργήσουμε τα τραίνα ώστε να μπορείτε να διασχίζετε δωρεάν ολόκληρη τη Γαλλία. Θα συνεχίζατε καταλαμβάνοντας εργοστάσια και γραφεία; Εμπρός λοιπόν! Ίσως έτσι θα έβλεπαν μερικοί ότι η τεμπελιά είναι πιο δημιουργική από την εργασία.
Αλλά όχι! Το να παραδεχθούμε ότι η απεργία είναι γιορτή, αποτελεί ύβρη απέναντι σ' αυτούς που επιμένουν να βρίσκουν αξιοπρέπεια στην σκλαβιά της εργασίας. Μέσα στην τάξη των πραγμάτων που μας κυβερνούν, η απεργία οφείλει να είναι μια κατάρα, όπως η τεμπελιά. Παίρνουμε μια βιαστική ανάσα φρέσκου αέρα πριν ακολουθήσουμε και πάλι, θαρραλέα, το δρόμο της διαφθοράς και της μόλυνσης.
Τη δικαιούμασταν τη σύνταξη, αναστενάζουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που δικαιούμαστε, σύμφωνα με τη λογική της αποδοτικότητας, έχει ήδη πληρωθεί στο δεκαπλάσιο. Μη θαρρείτε πως η σύνταξη προσφέρει επιτέλους ένα καταφύγιο σ’ αυτή την ξεκούραση που είναι σίγουρα το πιο άνισα κατανεμημένο πράγμα στον κόσμο.
Μήπως συγχέετε την τεμπελιά με την κούραση; Δεν μιλώ καν γι’ αυτό το τέλος της ύπαρξης, που ονομάζεται, κυνικά, δημιουργικό, κατά το οποίο, σαράντα χρόνια καθημερινής καταπόνησης συνεχίζουν να αποτυπώνουν το ρυθμό, έτσι που η ζωή ξεφεύγει απ’ όλες τις μεριές και οι μέρες προκαταβάλλονται στο λογιστήριο του θανάτου. Η τεμπελιά, στην οποία διοχετεύεται ξαφνικά το φορτίο των επιθυμιών, απαγορευμένων επί σαράντα εβδομαδιαίες ώρες υποχρεωτικής παρουσίας στο εργοστάσιο ή το γραφείο, δεν είναι παρά μια θλιβερή εκτόνωση, η επιτάχυνση για να προλάβουμε την καθυστέρηση, η ορμή του δεμένου σκύλου που ξαφνικά ελευθερώνεται.
Η τεμπελιά, εν συντομία, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε καλύτερα από ότι η γυναίκα στο παρελθόν και γνωρίζουμε καλά πόσο επηρεάζεται το παρόν από το παρελθόν, τουλάχιστον κατά τα εννέα δέκατα. Όταν η αρσενική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή, του χαρτογιακά ή του εργατοτεχνίτη, δεν είναι επειδή ακριβώς την ταύτιζε με την τεμπελιά; Μιλώντας, ώστε να μη λέει τίποτα, απασχολούμενη ώστε να μην ασχολείται με τίποτα, διατηρούσε την κατωτερότητά της επειδή απείχε από την οικονομία, όντας αποκλεισμένη από το μεγάλο και σωτήριο έργο του πλουτισμού που ανήκε αποκλειστικά στην ανδρική δύναμη. Όσο βέβαια δεν ήταν ακόμα καιρός να γίνει μητέρα και να παράγει παιδιά για το εργοστάσιο και τη στρατιωτική δόξα.
Άχρηστη και κενόδοξη, έπρεπε να την «πηδάνε», όπως ακριβώς η εργασία βιάζει την τεμπελιά. Εξόριστη, όπως ο άνεργος, από τη μηχανή που παράγει κέρδος, δεν αποκόμιζε από τον ελεύθερο χρόνο της παρά τη σκιά της κακής της μοίρας. Ούτε δικαιώματα, ούτε απόλαυση μονάχα τύψεις και αμαρτίες.
Πώς να βρεις ανάπαυση σε μια απραξία που στη χειρότερη περίπτωση είναι χυδαιότητα και στην καλύτερη, πρόσχημα; Γιατί, όπως η εργασία ταυτιζόταν με τη δύναμη, η τεμπελιά εξευτελιζόταν σαν μια νοσηρή αδυναμία. Βάσει μιας διεστραμμένης λογικής, συνηθισμένης στον παλιό κόσμο, η εξάντληση από την εργασία αποτελούσε δείγμα υγείας, ενώ το ευχάριστο αραλίκι αποκάλυπτε κάποιο νοσηρό σύμπτωμα. Τόσο αφόρητο είναι το βάρος της εργασίας πάνω στη ζωή, ώστε, με εξαίρεση τη μανία για κάθε είδους δραστηριότητα, χρήσιμη ή άχρηστη, φαίνεται ότι δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο. Η τεμπελιά είναι ένα κενό, όταν σκύβεις από πάνω του, κοιτάζεις την άβυσσο και η άβυσσος, όπως μας διαβεβαίωνε ο Νίτσε, κοιτάζει εσένα.
Αφού απέδειξε ότι δεν είχε καμία υπόσταση έξω από την εργασία, την καταπίεση, την ανατροπή, την ενοχή, την εκτόνωση, την αδυναμία που την χαρακτήριζε, το συμπέρασμα ότι δεν είχε καμία αξία, είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων.
Απ’ αυτό το τίποτα, ο Αλμπέρ Κοσερύ δημιούργησε ένα απολαυστικό διήγημα. Το βιβλίο του, Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας, μας βάζει κρυφά στο σπίτι ενός χωριού. Οι κάτοικοι του σπιτιού συναγωνίζονται σε επινοητικότητα για να καταφέρουν να κοιμηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο. Πρέπει να ματαιώσουν τη συνωμοσία του εξωτερικού κόσμου, να ξεγελάσουν τη διεστραμμένη έλξη που ασκεί καμιά φορά η εργασία πάνω σ’ αυτούς που είχαν την τύχη να την αγνοούν. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η ατμόσφαιρα δεν έχει να κάνει ούτε με γαλήνη ούτε με ιλαρότητα. Μια ανησυχητική λαύρα κυριαρχεί στην αυστηρή διευθέτηση της ησυχίας. Το άγχος παραμονεύει ανάμεσα σε δυο ροχαλητά. Ίσως να πηγάζει πολύ περισσότερο από την κούραση της απραξίας παρά από μια ενδεχόμενη ανατροπή της λεπτής ισορροπίας του τίποτα.
Γιατί εδώ η τεμπελιά δεν είναι παρά η ματαιότητα ενός ύπνου χωρίς όνειρα. Είναι η εκδίκηση ενάντια στην απουσία ζωής, το κλείσιμο ενός υπαρξιακού λογαριασμού που δολοπλοκεί με το θάνατο. Διεκδικείτε το δικαίωμα του να μην είστε τίποτα σε ένα σύμπαν που σας έχει ήδη καταδικάσει στην ανυπαρξία. Αυτό είναι υπερβολικό ή όχι αρκετό.
Σίγουρα, υπάρχει κάποια ευχαρίστηση στο να μη δουλεύεις για κανένα, να μην επιθυμείς κανενός είδους πλουτισμό, να εκδηλώνεις ήσυχα την κοινωνική αχρηστία σου σε ένα κόσμο όπου μια μανιώδης δραστηριότητα, τις περισσότερες φορές, καταλήγει ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα.
Ωστόσο, το ίδιο το περιεχόμενο της τεμπελιάς δεν είναι δεδομένο. Η ευθραυστότητα της την προδιαθέτει στους χειρισμούς εκείνου που θέλει να επωφεληθεί. «Υπάρχει εξίσου τεμπελιά και αδυναμία στο να επιτρέπεις να σε κυβερνούν» παρατηρούσε ο Λα Μπρυγιέρ.
Οι νωθροί έχουν μια τάση να προτιμούν την αδικία από την αταξία. Οι φροντίδες που απαιτούν τα προνόμια της πνευματικής υπνηλίας και της απραξίας δεν προϋποθέτουν μιαν απόλυτη υποταγή στην τάξη των πραγμάτων; Το να εξαγοράζεις την ανάπαυση με υποταγή, είναι μια ποταπή εργασία. Υπάρχει πολύ ομορφιά στην τεμπελιά για να την βάλουμε στην υπηρεσία των πελατειακών σχέσεων.
Στο Παλέρμο, καθώς περνούσε μια διαδήλωση ενάντια στη Μαφία, ένας νεαρός φώναζε αγανακτισμένος: «Είναι τρελοί! Χωρίς τη Μαφία, ποιος θα μας βοηθήσει;» Ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Το να είσαι μια νύμφη υπό το βλέμμα του Αλλάχ και μέσα στη μιζέρια του κόσμου, βοηθά την εξουσία του εμπορίου.
Αν η τεμπελιά συμβιβαζόταν με την απάθεια, την υποταγή, το σκοταδισμό, δεν θα αργούσε να μπει στα προγράμματα του Κράτους που, προσβλέποντας στην κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδρύουν ιδιωτικούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς για να τα αναπληρώσουν: ένα σύστημα επαιτείας, όπου θα εξαφανιστούν οι διεκδικήσεις οι οποίες, πράγματι, έχουν πάρει υπάκουα ρυτό το δρόμο, αν κρίνουμε από τις τελευταίες δημόσιες ικεσίες πάνω στο ίδιο τροπάρι: «δώστε μας λεφτά!».
Η φθίνουσα οικονομία, έχοντας μετατραπεί σε επιχείρηση μαφιόζικου τύπου, δεν θα μπορούσε να συνυπάρξει παρά με μια τεμπελιά κενή από κάθε ανθρώπινο περιεχόμενο.
Είναι ίσως καιρός να το αντιληφθούμε, η τεμπελιά είναι το χειρότερο ή το καλύτερο των πραγμάτων, ανάλογα με το αν υπεισέρχεται σε ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα ή στην προοπτική όπου θέλει να είναι τα πάντα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν γνώρισε παρά μια ύπαρξη αλλοτριωμένη, μπασταρδεμένη, υποταγμένη σε συμφέροντα χωρίς να έχει καμία από τις επιθυμητές σχέσεις με τις ελπίδες που θα ήταν φυσικό να της προσφέρουν.
Γιατί να εκπλαγούμε, όταν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με το ον που αυτοαποκαλείται ανθρώπινο και το οποίο αναλώνει το πιο σημαντικό κομμάτι του χρόνου του για να αποδείξει πόσο λίγο ανθρώπινο είναι. Αυτό δεν εμποδίζει τις επιθυμίες, ούτε τη δύναμη της φαντασίας με την οποία η ιστορία καταφέρνει πολύ περισσότερα από το να αναπληρώσει τις σκληρές πραγματικότητές της: σκιαγραφεί τις αλλαγές που τόσοι κρυφοί πόθοι ζητούν από τα βάθη της ψυχής τους.
Τότε είναι που η τεμπελιά φανερώνει τον πλούτο της. Αυτή δεν δημιούργησε ένα σύμπαν, δεν επεξεργάστηκε ένα πολιτισμό; Ευτυχισμένη γη της επαγγελίας όπου, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, τα πιο ορεκτικά πιάτα κοσμούν τα τραπέζια, όπου τα ποτά ρέουν άφθονα σε μια απίστευτη ποικιλία, όπου, χάριν μιας φύσης εν αφθονία, οι εκστατικές στιγμές του έρωτα προσφέρονται πίσω απ’ τις λόχμες.
Ανάμεσα στους πιο ειρηνικούς λαούς της γης βασιλεύει μια γοητευτική ραθυμία. Αρκεί να απλώσεις το χέρι ή να ανοίξεις το στόμα για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις της γεύσης και της απόλαυσης.
Στη γη της επαγγελίας, η αφθονία είναι φυσική, η καλοσύνη έμφυτη, η αρμονία καθολική. Τίποτα, από το μύθο του Χρυσού Αιώνα μέχρι τον Φουριέ, δεν εξύμνησε καλύτερα τα όνειρα του σώματος και της γης, τις μυστικές και χαρούμενες συμφωνίες που συνέθετε μια λογική επιμελώς προφυλαγμένη από τον ορθολογισμό του εργασιακού αναβρασμού, της παραγωγικής μιζέριας και του ανταγωνιστικού φανατισμού.
Πρέπει να ανακαλέσουμε την ανάμνηση μιας αόριστης εποχής, προγενέστερης του αγροτικού πολιτισμού μας, ο οποίος γονιμοποιεί τη γη με τον ιδρώτα και το αίμα πριν τη στειρώσει για να αποκομίσει περισσότερα χρήματα; Οι αλυσίδες της εργασίας και του πολεμικού ανταγωνισμού, που δίνουν ρυθμό στο μακάβριο χορό του εμπορευματικού πολιτισμού, εξιδανίκευσαν · με ευκολία τις κοινωνίες που ξέφευγαν από τέτοια επικίνδυνα προνόμια.
Σίγουρα, αλλά η ειδυλλιακή αυτή ουτοπία ανταποκρίνεται αρκετά, αν κρίνουμε από τις μελέτες των προϊστορικών τοποθεσιών και των κοινοτήτων όπου η περισυλλογή καρπών, το ψάρεμα και το κυνήγι σαν συμπλήρωμα, ύφαιναν ανάμεσα στους άνδρες, τις γυναίκες, τα ζώα, την φυτική γονιμότητα και τη γη δεσμούς ισότιμους, ειρηνικούς και λιγότερο καταπιεστικούς σε σχέση με τον αγροτικό σφετερισμό όπου η εκμετάλλευση της φύσης επέφερε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Ας το παραδεχθούμε, τουλάχιστον, κάθε φορά που ανακαλύπταμε τον συμπαθή άγριο, χρειαζόταν να χαμηλώσουμε τον τόνο των ύμνων κατά μία τρίτη. Σε σχέση με τις υποδειγματικές συμπεριφορές, οι «Χιβάρος» και οι «Νταγιάκι» συχνά ήταν ανώτεροι απ’ τους «Τρομπριανούς». (Οι Χιβάρος και οι Νταγιάκι ήταν άγριες φυλές του Περού και του Βόρνεο.Οι Τρομπριανοί ήταν φιλειρηνικοί κάτοικοι των νησιών Τρόμπριαν της Μελανησίας)
Και όταν το μοντέλο έτερπε την καρδιά μας, τι αποκομίζαμε εκτός από λίγη ακόμα νοσταλγία; Δεν υπάρχει καμιά επιστροφή στο παρελθόν έξω από την εκνευριστική στειρότητα της νοσταλγίας.
Το όνειρο της γης της επαγγελίας δεν έχει σχέση με αυτή την οπισθοδρομική χαύνωση. Ακριβώς επειδή είναι σκανδαλωδώς εξωπραγματικό, επιθυμεί να ενταχθεί στο πεδίο του πραγματικού. Διαισθανόμαστε ότι ο φυσικός πλούτος προσφέρεται σ’ αυτόν που τον ζητά χωρίς να θέλει να τον λεηλατήσει ή να τον βιάσει. Ένας άνεμος πνέει, λες και έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και του ατόμου, ο άνεμος της άσβεστης επιθυμίας για αρμονία με τα όντα και τα πράγματα, τόσο απλά παρών σε όλες τις εποχές.
Η εποχή που τα ζώα μιλούσαν, που τα δέντρα μοίραζαν αφειδώς σοφές συμβουλές, που ακόμα και τα αντικείμενα είχαν ζωή, αποτελεί πραγματικότητα για το παιδί. Ο τεμπέλης ανακαλύπτει τη μαγεία της, στο βάθος μιας ραθυμίας που του θυμίζει συγκεχυμένα την προγεννητική του ύπαρξη, τότε που το σύμπαν της μήτρας, η κοιλιά της μητέρας, προσέφερε αγάπη, τροφή και στοργή. «Ποιές ολέθριες συνθήκες, αναρωτιέται, μας εμποδίζουν να ξαναδώσουμε στη φύση τον προορισμό της ως μητέρα τροφοδότρια;»
Ο κερδοσκοπικός εξορθολογισμός της εργασίας, μάταια αντιμετώπισε το ερώτημα ως ανύπαρκτο και μη τεθέν. Ο τεμπέλης γνωρίζει, ότι μέσα στη χαρούμενη διάθεση που τον αποσπά από τον πολυάσχολο κόσμο των επιχειρήσεων, το όνειρό του δεν έχει απογυμνωθεί από το νόημα και τη δύναμή του.
Ανάμεσα σ’ αυτόν και τον περιβάλλοντα χώρο, η ρεμβώδης ανεμελιά αρκεί για να υφάνει τον ιστό κάποιων λεπτών σχέσεων. Αντιλαμβάνεται χίλιες παρουσίες στο χορτάρι, στα φύλλα, σε ένα σύννεφο, σ’ ένα άρωμα, σ’ ένα τοίχο, σ’ ένα έπιπλο, σε μια πέτρα. Ξαφνικά, τον καταλαμβάνει η επιθυμία να επανασυνδεθεί με τη γη μέσω των εσώτατων νευρικών ινών της ζωής.
Βρίσκεται σε ενότητα με το ζων, μέσα στη religio, έννοια αντίθετη με τη θρησκεία που αλυσοδένει τη γη στον ουρανό και το σώμα στις απαιτήσεις του θείου πνεύματος. Σε αντίθεση με τον μυστικιστή, που είναι εξόριστος από τις αισθήσεις του εξαιτίας της αυτοπεριφρόνησης, ο τεμπέλης αποκαθιστά την υλικότητα της ζωής -τη μόνη που υπάρχει- μέσα στο σύμπαν από το οποίο δημιουργείται: τον αέρα, τη φωτιά, το νερό, τη γη, το ορυκτό, το φυτικό, το ζωικό και το ανθρώπινο που κληρονόμησε απ’ όλα αυτά τον δημιουργικό του χαρακτήρα.
Κάτω από τη φαινομενική νωχέλεια του ονείρου ξυπνά μια συνείδηση που το καθημερινό σφυροκόπημα της εργασίας αποκλείει από την κερδοσκοπική πραγματικότητά του. Δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιο είδος ανιμισμού, θρησκευτική ανοησία όπου το πνεύμα επιχειρεί να οικειοποιηθεί τα γήινα στοιχεία λες και δεν είναι αυτάρκη. Απορρέει απλώς από την ενέργεια την οποία επανοικειοποιείται το σώμα που αναπαύεται.
Για να προσεγγίσει η τεμπελιά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, δεν αρκεί να αρνείται την πανταχού παρούσα επιθυμία για εργασία, χρειάζεται να υπάρχει καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή. Πρέπει το σώμα, του οποίου αποτελεί ένα απ’ τα προνόμια, να επανακατακτηθεί σαν πεδίο των επιθυμιών, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται οι ερωτευμένοι τη στιγμή που κάνουν έρωτα.
Τόπος και χρόνος των επιθυμιών, να τι διεκδικεί να είναι αυτή η τεμπελιά, σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς, τόσο αντίθετης με την τεμπελιά της καρδιάς, στην οποία προσπαθεί να την περιορίσει το συνηθισμένο κοινωνικό παζάρι. Η γλυκύτητα του λιβαδιού, η γαλήνη του κρεβατιού βρίθουν από ένα πλήθος επιθυμιών που αποσκοπούν στην ευτυχία και που οι καταναγκασμοί τις απωθούσαν, τις σακάτευαν, τις αποδεκάτιζαν και τις μεταμφίεζαν με θανατηφόρα νοήματα.
Η γη της επαγγελίας αποκτά ένα σκοπό στην πρόταση: όλα είναι στη διάθεση εκείνου που μαθαίνει να επιθυμεί αέναα. Το «κάνε ότι επιθυμείς» είναι ένα λεπτό λουλούδι που δεν ζητά παρά να μεγαλώσει και να ομορφύνει. Η βαναυσότητα των ανυπόφορων συνθηκών που ωστόσο ανεχόμαστε, μας προστάζει να το παραμελήσουμε, λες και επείγει να μην είμαστε ο εαυτός μας, να μην ανήκουμε ποτέ στον εαυτό μας.
Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα. Μην ελπίζετε να σας παραχωρηθεί από τα αφεντικά σας ή από τους θεούς τους. Την προσεγγίζουμε, όπως το παιδί, μέσω μιας φυσικής τάσης να αναζητούμε την απόλαυση και να παρακάμπτουμε ότι της εναντιώνεται. Πρόκειται για κάτι απλό που η ώριμη ηλικία διαπρέπει στο να το περιπλέκει.
Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος -λες και το πνεύμα δεν είναι η αλλοτριωμένη μορφή της συνείδησης του σώματος.
Η κατανόηση του εαυτού μας που απαιτεί η τεμπελιά, δεν είναι άλλη από την κατανόηση των επιθυμιών τις οποίες έχει ανάγκη ο μικρόκοσμος του σώματος για να απελευθερωθεί από την εργασία που το εμποδίζει εδώ και αιώνες.
Γιατί, μέσα στο πλήθος των ευχών και των επιθυμιών που κατακλύζουν τον τεμπέλη, ο οποίος αποφάσισε επιτέλους να μην ανήκει παρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να παρεισφρήσει τίποτα!
Τόση είναι η δύναμη των επιθυμιών όταν ξαναβρεθούν, για να το πούμε έτσι, σε μια ελεύθερη κατάσταση, ώστε κυριεύονται από την αυταπάτη ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο προς όφελος τους και άμεσα. Η παλιά μαγεία στοιχειώνει, πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, τις πτυχές της συνείδησης.
«Υπάρχει η μακραίωνη πίστη», γράφει ο Κάμπελ Μπόνερ, «ότι ένα άτομο, που έχει διδαχθεί τη διαδικασία προσέγγισης, μπορεί να θέσει σε κίνηση μυστηριώδεις δυνάμεις, ικανές να επηρεάσουν τη θέληση κάποιου άλλου και να υποτάξουν τα συναισθήματά του στις επιθυμίες του τελετουργού. Αυτές οι δυνάμεις μπορούν να ενεργοποιηθούν με λόγια, συγκεκριμένα τελετουργικά και αντικείμενα που διαθέτουν κάποια θεωρούμενη μαγική δύναμη». Και ο Γιάκομπ Μπέμε, παρατηρεί ακόμα πιο εύστοχα: «Η μαγεία είναι η μητέρα του όντος, όλων των όντων, αφού δημιουργείται από μόνη της και ενυπάρχει στην επιθυμία. Η πραγματική μαγεία δεν είναι ένα ον, είναι η επιθυμία, το πνεύμα του όντος». (Erklarung von seeks Punkteri).
Ο 18ος αιώνας διατήρησε κάποια ίχνη αυτής της «τεμπελιάς που κινεί ανεμόμυλους», την οποία αναφέρει ο Ζωρζ Σεχαντέ. Μια αίρεση υποστηρίζει πράγματι: «Δεν πρέπει να δουλεύουμε ποτέ με τα χέρια, αλλά να προσευχόμαστε συνεχώς και, αν οι άνθρωποι προσεύχονται μ’ αυτό τον τρόπο, η γη θα αποδώσει χωρίς καλλιέργεια, πολύ περισσότερους καρπούς απ’ ότι αν είχε καλλιεργηθεί».
(Το αναφέρει ο Η. Grundmann στο Religiose Bewegungen in Mittelalter, εκδ. Hildesheim, 1961).
Για το ότι το εγχείρημα αυτό δεν άφησε στην ιστορία κάποια απτή απόδειξη της αποτελεσματικότητάς του, ευθύνεται πολύ λιγότερο η αναρμοδιότητα του Θεού προς τον οποίο απευθύνονταν οι προσευχές ή ίσως και κάποιος λανθασμένος τρόπος προσέγγισης απ’ ότι η ίδια η προσφυγή στην προσευχή, αφού τον να εξαρτάσαι από κάποιον άλλο για να επιτύχεις την τόσο διακαώς επιθυμητή ανεξαρτησία, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την θέλησή σου και εκπληρώνει λίγες από τις επιθυμίες σου.
Το σύμπαν των επιθυμιών είναι γεμάτο από παγίδες αυτού του είδους. Υπεισέρχονται πολλοί καταναγκασμοί, απαγορεύσεις, απωθήσεις, αυτοματισμοί έτσι ώστε να απαιτείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγρήγορση.
Γνωρίζουμε τον ινδιάνικο διδακτικό μύθο. Ένας άνθρωπος είχε ξαπλώσει στη σκιά ενός δέντρου φημισμένου για τη μαγική του δύναμη. Καθώς το έδαφος του φάνηκε κάπως σκληρό, ευχήθηκε να ξαπλώσει πιο αναπαυτικά, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένα πολυτελές κρεβάτι.
Στη συνέχεια του ήρθε η επιθυμία ενός πλούσιου γεύματος και τότε εμφανίστηκε ένα τραπέζι, στολισμένο με τα πιο διαλεκτά πιάτα.
«Η ευτυχία μου θα ολοκληρωνόταν, σκέφτηκε, αν είχα στο πλάι μου μια κοπέλα χαριτωμένη και έτοιμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου». Η κοπέλα εμφανίστηκε αμέσως και ανταποκρίθηκε στον έρωτά του.
Καθώς όμως δεν ήταν συνηθισμένος σε μια τόσο μεγάλη ευτυχία, δεν μπόρεσε να αποφύγει έναν αδικαιολόγητο φόβο. Φοβούμενος ότι θα χάσει μέσα σε μια στιγμή μια τόσο τέλεια τύχη, φαντάστηκε ότι μια τίγρη όρμησε από το δάσος. Η τίγρη εμφανίστηκε και του έσπασε το σβέρκο.
Μια επιθυμία μπορεί να κρύβει μιαν άλλη, ακριβώς αντίθετη. Στην τεμπελιά μένει να μάθει ότι δεν πρέπει να φοβάται τίποτα και, κυρίως, την ίδια.
Χρειάζονται μεγάλες προσπάθειες για να είναι κανείς ανεπιφύλακτα ο εαυτός του. Δεν είναι ότι απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, όμως και τα πιο απλά πράγματα δεν φανερώνονται εύκολα στα ταραγμένα μυαλά. Η παιδικότητα της τέχνης δεν κατακτιέται παρά μέσω της τέχνης του να ξαναγίνεις παιδί. Ο εκφυλισμός έχει κάνει μεγάλες προόδους, δήλωνε ένας τεμπέλης, απολαμβάνοντας το τραγούδι του Μπρυάν «Le lezard» και τον αθάνατο στίχο του «Δεν μπορώ να εργαστώ, ποτέ δεν έμαθα». Προσέθετε: μας έχουν τόσο καλά προδιαθέσει να εργαστούμε, ώστε το να μην κάνεις τίποτα απαιτεί σήμερα κάποια εκπαίδευση.
Τη στιγμή της αυξανόμενης ανεργίας, το να διδάσκεις την τεμπελιά θα ήταν γοητευτικό, αν δεν εναπόκειτο στον καθένα να καλλιεργήσει, χωρίς τη βοήθεια των άλλων, μια τόσο λεπτή, ξεχωριστή και προσωπική επιστήμη.
Κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει την ευτυχία του (και ακόμα ευκολότερα την κακοτυχία του) παρά μόνον ο ίδιος. Ισχύει για τις επιθυμίες ότι ισχύει και για την materia prima από την οποία ο αλχημιστής προσπαθεί να εξάγει τη φιλοσοφική λίθο. Αποτελούν μια αξία αυθύπαρκτη και δεν μπορούμε να εξάγουμε απ’ αυτές παρά μόνον εκείνο που βρίσκεται μέσα τους. Αντιθέτως, το σημαντικό είναι η εκλέπτυνση.
Η τεμπελιά στην ακατέργαστη μορφή της είναι σαν ένα καρύδι που το τρώμε χωρίς να βγάλουμε το τσόφλι. Την επιθυμούμε αμόλυντη από τις συνηθισμένες διαστροφές της εργασίας, την ενοχή, την εκτόνωση και τη δουλικότητα, για να τη γευθούμε σε όλο της το μεγαλείο. Να την επαναφέρουμε στη φυσική της κίνηση που θα την κάνει αυτό που είναι πραγματικά, δηλαδή, μια στιγμή της απόλαυσης του εαυτού και, εν ολίγοις, μια δημιουργία.
Ο εθισμός στις ανέσεις που προσφέρει η εργασία, περισσότερο σκιασμένες παρά υπογραμμισμένες από το εφήμερο και που γρήγορα μας τις κλέβουν, μας έχει στερήσει από την εμπειρία της προσπάθειας και της εκλέπτυνσης. Οι απολαύσεις, σε ότι αυθεντικό διαθέτουν, δεν είναι ούτε καρπός ενός καπρίτσιου της τύχης ή του Θεού, ούτε η ανταμοιβή μιας εξουθενωτικής εργασίας. Προσφέρονται ανάλογα με το πώς τις παίρνουμε. Η χαρά με την οποία μας γεμίζουν είναι η χαρά με την οποία τις προσεγγίζουμε.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το Μεγάλο Έργο το οποίο αναζητούσε καθημερινά με πάθος και υπομονή ο αλχημιστής: η επιμονή της επιθυμίας να αποτινάζει ότι τη διαφθείρει να εκλεπτύνεται ασταμάτητα μέχρι να πετύχει αυτή τη χάρη που μετατρέπει σε χρυσό τον μόλυβδο της μιζέριας, του θανάτου και της πλήξης.
Όταν η τεμπελιά δεν θα τρέφει παρά την επιθυμία να ικανοποιεί τον εαυτό της, θα περάσουμε σε έναν πολιτισμό όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι το προϊόν μιας εργασίας που παράγει το απάνθρωπο.

Μήπως ο θεός μισεί τους ανάπηρους;

Όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, ο θεός (και οι παραφυάδες αυτού: Ιησούς, Μαρία, άγιοι, αγίες, γέροντες, παρατρεχάμενοι κ.ο.κ.) γιατρεύει τακτικά ασθένειες! Ακούμε και διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά για «ιατρικά θαύματα», ο τάδε καρκινοπαθής προσευχήθηκε και έγινε καλά, ο άλλος είχε φυματίωση και τώρα είναι δια θεϊκής παρεμβάσεως περδίκι, ο τρίτος κτλ. κτλ. Να μην αναφέρω τώρα όλες τις ασθένειες, δεδομένου ότι για κάθε μία υπάρχει άγιος που τη γιατρεύει, μερικοί έχουν δε αρμοδιότητα για πολλές ασθένειες.

Και πώς πετυχαίνεται αυτό; Απλά, διά της προσευχής:

Aν ζητήσετε κάτι στ' όνομά μου, εγώ θα το κάνω (Ιωάννης, 14, 14)
Zητάτε και θα σας δοθεί (Ματθαίος 7, 7)
Αν έχετε πίστη ... τίποτε δε θα είναι αδύνατο για σας (Ματθαίος 17, 20)
Όλα όσα ζητάτε όταν προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα λαβαίνετε και θα σας δοθούν (Μάρκος 11, 24)
 
Έχει τεθεί όμως το ερώτημα (σίγουρα από άπιστο και άθρησκο, ίσως και δωδεκαθεϊστή!): Γιατί γιατρεύει ο θεούλης μόνο τέτοιες ασθένειες, για τις οποίες αγνοούμε αν πράγματι είχαν εκδηλωθεί στον ασθενή και δεν ξέρουμε αν τελικά ιάθηκαν, ενώ παράλληλα δεν βοηθάει επίσης κάποιον που υπέστη ακρωτηριασμό, από ατύχημα ή από αναγκαία ιατρική επέμβαση; Θα μπορούσε π.χ. ένας ανάπηρος πολέμου που έχασε ένα πόδι, να το αποκτήσει κάποια στιγμή εκ νέου, μετά από εντατική προσευχή! Για την πατρίδα το έχασε, ο θεούλης υποστηρίζει τους ήρωες, όπως μαθαίνουμε από τα σχολικά βιβλία και διαπιστώνουμε στις σχολικές και άλλες πατριωτικές εκδηλώσεις! Ή κάποιος άλλος να ξαναβγάλει τα δόντια που έχασε, είτε σε ατύχημα, είτε λόγω γήρατος (και μου κουνιέται επικίνδυνα ένα δόντι!), είτε να ξαναβγάλει μαλλιά, βρε αδελφέ — βαρύτατη ασθένεια πρέπει να είναι και η απώλειά των τριχών! Χμ;

Γιατί οι προσευχές και τα ευχέλαια δεν ικανοποιούν το αίτημα των αναπήρων, παρά μόνο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, τις άλλες εξωτερικά αφανείς και αναπόδεικτες ασθένειες;; Δεν είναι αρκετά πιστοί οι ανάπηροι; Σε όλο τον κόσμο, δεν βρέθηκε ούτε ένας επαρκώς πιστός, ώστε να ξαναβγάλει πόδι, χέρι, δόντια, πνευμόνι, σπλήνα, συκώτι, μάτι, στομάχι κ.ο.κ.; Υπάρχει κάποιο σχέδιο του θεού που αποκλείει μερικές ασθένειες ή αναπηρίες; Τα λόγια των ευαγγελιστών είναι απόλυτα όμως, δεν αποκλείουν τίποτα, φτάνει να πιστεύεις και θα γίνει αυτό σε τούτη τη ζωή!

Έχει να κάνει μήπως αυτό το κενό στις θαυματουργές ιάσεις με αξιολογική κατάταξη των ασθενειών και αναπηριών, όπου οι αναπηρίες θεωρούνται ασήμαντα περιστατικά; (οι ανάπηροι, οι φαφούτηδες και οι φαλακροί έχουν άλλη άποψη, βέβαια!)

Μήπως δεν θέλει ο θεός να βοηθήσει τους ανάπηρους; Αποκλείεται, γιατί είναι πανάγαθος!
Μήπως δεν μπορεί ο θεός να δημιουργήσει νέα πόδια, δόντια, μαλλιά κ.ο.κ. σε όσους προσεύχονται σ' αυτόν; Αδύνατον, αφού είναι παντοδύναμος!

Μήπως, λέω μήπως, αγνοεί ο θεός ότι υπάρχουν άνθρωποι με τέτοιες ανάγκες και οι ίδιοι ελπίζουν ματαίως; Ούτε σκέψη, είπαμε ο θεός είναι παντογνώστης!

Μήπως, τελικά, μισεί ο θεός τους αναπήρους, γι' αυτό δεν τους βοηθάει, ενώ «βοηθάει» (καλά, λέμε τώρα!) τους καρκινοπαθείς, τους τυφλούς, τους χωλούς και άλλους αναξιοπαθούντες ή, ακόμα ακόμα, ανασταίνει και νεκρούς;
 

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι δεν επιτρέπεται να παίρνεις τοις μετρητοίς τις υποσχέσεις που δίνονται στα ευαγγέλια· μια ηθικοπλαστική διήγηση είναι όλα αυτά! Σωστό κι αυτό, δεν χρειάζεται να είναι όλα αληθή όσα περιγράφονται εκεί. Αλλά, αφού καμία από τις εξαγγελίες που προαναφέρθηκαν (σε 4 διαφορετικά σημεία, υπάρχουν κι άλλα!) δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ, κανείς και ποτέ δεν γλίτωσε από την αναπηρία του, μήπως (ρωτάω: μήπως!) και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στα «ιερά βιβλία» είναι ιστορίες για ανασφαλείς και προβληματικούς ανθρώπους που γαντζώνονται σε λόγια και δημιουργούν στο μυαλό τους ψευδείς ελπίδες;

Θα μου πείτε, εσένα τι σε νοιάζει που κάποιοι πιστεύουν σε θαύματα και τέρατα; Σωστό, αλλά αυτοί ακριβώς οι πιστοί δημιουργούν ομάδες πίεσης και προσπαθούν να επιβάλλουν σε μένα και σ' όλη την κοινωνία, συχνά σε όλο τον κόσμο, αυτά που οι ίδιοι πιστεύουν και που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν! Πώς τα επιβάλλουν; Με το νηπιοβαπτισμό, με τα σχολικά βιβλία, με τα μαθήματα προσηλυτισμού στις τάξεις, με τους υποχρεωτικούς εκκλησιασμούς, με τα θρησκευτικά σύμβολα σε δημόσιους χώρους, με τις εκπομπές χωρίς αντίλογο από τις κρατικές τηλεοράσεις, με τις εθνικές γιορτές και παρελάσεις που συνδιοργανώνουν με το στρατό και άλλους κρατικούς φορείς, με την κατευθυνόμενη ψήφο τους, με το εμπόριο ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζονται με σκοτεινό τρόπο, με χρήματα του δημοσίου κτλ. κτλ.

Για να διερευνηθεί αυτό το σημαντικό θεολογικό και ιατρικό ζήτημα, δημιουργήθηκε από εμβριθείς μελετητές ένας ιστότοπος στο Internet με τίτλο:

Why won't God heal Amputees?

Διαβάστε εκεί και πάρτε τις δέουσες απαντήσεις, εγώ δεν έχω την απαραίτητη θεολογική παιδεία για να απαντήσω σε τέτοια προχωρημένα θέματα! Ξέρω όμως ότι οι ευγενείς αναγνώστες μου γνωρίζουν πολλά μυστικά πάνω σ' αυτό το θέμα και θα σπεύσουν να τα αποκαλύψουν εδώ!

 
Κι αυτό το πρόβλημα πάλι η επιστήμη θα το λύσει κάποια στιγμή, με τα βλαστοκύτταρα! Θα βάζεις βλαστοκύτταρο στη λακκούβα από το δόντι που έφυγε και σε μερικούς μήνες, τσουπ, ένα νέο δοντάκι... Θα βάζεις βλαστοκύτταρο δίπλα στην ξεχαρβαλωμένη καρδιά σου και, σε λίγο καιρό, να η νέα καρδιά, έτοιμη να αντέξει αναβάσεις σε βουνά και δρόμους αντοχής και έρωτες διαρκείας...

Επιβίωση

Τον ρωτήσαμε τι θέλει από τη ζωή του, τι ονειρεύεται. Μας απάντησε πως δεν θέλει τίποτα, πως θέλει απλά να επιβιώσει!

Διερωτώμαι γιατί. Γιατί να θέλει να επιβιώσει; Ποιος είναι ο λόγος; Για να αποφύγει το θάνατο; Γιατί φοβάται αυτό που δεν ξέρει. οπότε «επιλέγει» τη μια και μοναδική επιλογή που βλέπει: την επιβίωση;

Και τι είναι η «επιβίωση»; Τρώω, κοιμάμαι, δουλεύω, πληρώνω λογαριασμούς και φροντίζω όσο μπορώ να μην πηγαίνω κόντρα στις αρχές; Δεν ξέρω… ίσως ο καθένας να θέτει δικά του, παρόμοια όμως, περιεχόμενα στο «επιβιώνω». Μα, μου φαίνονται όλα εξ’ ίσου ανιαρά, ανώφελα και περιοριστικά.

Μπορεί να το κάναμε αυτό στο παρελθόν. Να ήταν δικαιολογημένο. Να μην ξέραμε τίποτ’ άλλο. Όμως δικαιούμαστε/δικαιολογούμαστε τώρα να μην ξέρουμε; Έχουμε την πολυτέλεια να συνεχίζουμε να ζούμε όπως ζούσαμε τις τελευταίες δεκαετίες; Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, τόσο καθημερινά και όπου το αύριο είναι τόσο άγνωστο, τόσο ρευστό, δικαιούμαστε να παραμένουμε στην «επιβίωση»;

Ήταν σκυθρωπός, σαν να είχε ένα πέπλο να σκίαζε την όρασή, το Είναι του. Ήταν διεκπεραιωτικός, σαφής, χωρίς καμία επιπλέον, «άσχετη» κουβέντα, κάνοντας πιστά τη «δουλειά» του, στην προσωρινή γνωριμία μας. Η χαρά έλειπε παντελώς, όχι μόνο από το πρόσωπό του μα και από τη ζωή του, την ψυχή του. Ήταν ολοφάνερο.

Σίγουρα δεν συμπλήρωνε τις προδιαγραφές για νευρωτικό ή καταθλιπτικό, σύμφωνα με τα συμπτώματα που έχει ανάγκη η ψυχιατρική. Μα φανερά απουσίαζε από τη ζωή του, φανερά παρατημένος, δεν είχε λόγο να ζει! Και δεν ήταν/είναι ο μόνος!

Και δεν έχει σημασία πόσα έχει, τι δουλειά κάνει, τι έχει καταφέρει….τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από τον τρόπο που κοιτάει με τα μάτια του νου γιατί η καρδιά κλείνει, όταν ο νους επιβάλλει την περιοριστική θέασή του.

Δεν είπα τίποτα, δεν σχολίασα την απάντησή του. Έφυγα…μου μύριζε θάνατος και δεν είχα καμία δουλειά εκεί.

Πώς να του πω πως πεθαίνει καθημερινά, πως κάθε στιγμή και κάθε αναπνοή του είναι ήδη μια δήλωση θανάτου. Δεν έχει σημασία πότε ή πώς θα έρθει ο βιολογικός θάνατος που τόσο φοβάται…. Τόσο πολύ που τρέμει να ζήσει! Πανικοβάλλεται να χαρεί, ούτε λόγος ν’ αφεθεί. Όσο φοβάται τόσο προσπαθεί να ελέγχει. Όσο προσπαθεί να ελέγχει, τόσο χάνονται αυτά που κρατάει σφικτά, μέσα από τα χέρια του.

Έφυγα, όχι γιατί μπορεί να με επηρεάσει, όχι γιατί φοβάμαι το σκοτάδι του, όχι γιατί μπορεί να με τραβήξει μέσα του. Έφυγα γιατί δεν με έβλεπε καν, δεν άκουγε οτιδήποτε άλλο πέρα από τις βέβαιες προσταγές του νου του και των φοβιών του. Δεν είχε νόημα η παραμονή μου.

Είναι αυτός ο κόσμος του και τον σέβομαι εφόσον θέλει να τον αντιλαμβάνεται και να τον ενισχύει. Έχω καιρό παραιτηθεί από την ουτοπία πολλών λατρειών του «φωτός» (ψεύτικο φως αλλά δεν το αντιλαμβάνονται) ν’ αλλάξουν τον κόσμο, να φέρουν τον παράδεισο στη γη, να νικήσουν το σκοτάδι, να επικρατήσει η ειρήνη….και ό,τι άλλο προσφέρει η ουτοπία που αντίστοιχα θέλουν να πιστεύουν…για να επιβιώνουν κι αυτοί. Άλλωστε, έχω περάσει απ’ όλα αυτά τα μονοπάτια του πειρασμού. Κάποια μοιάζουν φανερά πιο ελκυστικά από άλλα. Δεν παύουν να είναι όμως κατασκευασμένες πραγματικότητες που κρύβουν την αλήθεια.

Ποια είναι η Αλήθεια; Αυτή φανερώνεται μόνο σε όσους έχουν το θάρρος να την αποκαλύψουν, σε όσους έχουν παραιτηθεί από τη δική τους εκδοχή της αλήθειας, σε όσους έχουν την τόλμη να «αφήσουν τα πάντα πίσω τους» για να βρίσκονται μέσα στην Αλήθεια, που έχει τάξη, νόμους, νόημα και σκοπό…

ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ" ΑΙΣΧΥΛΟΥ

Υπόθεση:

 Ο απείθαρχος Τιτάνας Προμηθέας, αμφισβητεί την εξουσία του Δία, χαρίζοντας τη φωτιά στους ανθρώπους. Η τιμωρία θα είναι αμείλικτη. Με διαταγή του πατέρα των θεών θα δεθεί σ’ έναν άγριο βράχο, στα πέρατα του κόσμου. Ωστόσο εκείνος δεν θα σταματήσει να καταφέρεται κατά της εξουσίας, εξαγριώνοντας τον Δία, ο οποίος τον καταποντίζει στον Τάρταρο.

Τραγωδία με φιλοσοφικό και πολιτικό υπόβαθρο, το ποιητικό αριστούργημα του Αισχύλου μιλά για την ελεύθερη βούληση και την αμφισβήτηση της εξουσίας. Ο Προμηθέας κραυγάζει πως η αμφισβήτηση της εξουσίας είναι πάντα, ένα ρήγμα, ένα άλμα, ένα δημιουργικό ξέσπασμα της ελεύθερης βούλησης - χωρίς τακτικούς ελιγμούς, χωρίς «στρατηγικούς» περιορισμούς και γίνεται έτσι η πρώτη φωνή στην ανθρώπινη Ιστορία που δηλώνει ευθαρσώς: Είμαι ρεαλιστής, γιατί ζητώ το αδύνατο. Και το ζητώ, χωρίς άλλον λόγο από τον εαυτό μου.

_______________

Μια τελευταία υπενθύμιση πριν περάσω στο έργο: υπήρχε στην Αθήνα, και απ’ ό, τι φαίνεται στην Αθήνα και μόνο, η λατρεία του Προμηθέα.[1] 0 Προμηθέας δεσμώτης είναι πιθανώς ένα από τα τελευταία έργα του Αισχύλου (525-456) και παίχθηκε μετά τους Επτά επί Θήβας (ανέβηκαν το 467), ίσως σε κάποια στιγμή χρονικά κοντά με την Ορέστεια, που θεωρείται συχνά ως το απόγειό του έργου του, και που παρουσιάστηκε το 468. Το έργο ήταν μέρος μιας τριλογίας. Γνωρίζουμε τους τίτλους των άλλων δύο έργων: Προμηθέας πυρφόρος και Προμηθέας λυόμενος. Μπορούμε, σύμφωνα με αυτό, να φανταστούμε μια «φυσική» σειρά. Πρώτος ο Προμηθεύς «πυρφόρος» (δίνει τη φωτιά στους ανθρώπους), στη συνέχεια «δεσμώτης» (τιμωρείται από τον Δία) και τέλος «λυόμενος» (όπου θα είχαμε την τελική συμφιλίωση). Διαθέτουμε ένα αρχαίο σχόλιο που φαίνεται να μην αποδέχεται αυτή τη διάταξη, αλλά σε ό, τι με αφορά δεν το θεωρώ αποφασιστικό. Εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα που μας αφορά είναι προφανώς η εικόνα του Προμηθέα και οι σημασίες που παρουσιάζονται στο έργο.

Όπως ξέρετε, το επίθετο «προμηθεϊκός» αποτελεί τρέχοντα όρο στους νεότερους χρόνους. Η σημασία του παραπέμπει στην εξέγερση του Προμηθέα εναντίον του Δία, σύμφωνα με μια ανάγνωση του έργου που βλέπει σε αυτό τη μόνιμη καταγγελία της εξουσίας, πράγμα που ενόχλησε έντονα τους φιλολόγους, διότι θέτει υπό αμφισβήτηση μια κυρίαρχη ιδέα για τη φιλοσοφία και τη θεολογία του Αισχύλου, που βασίζεται ουσιαστικά στην Ορέστεια. Η ιδέα αυτή ερμηνεύει το σύνολο των τραγωδιών του ως βαθμιαία διαδικασία κάθαρσης της αρχαϊκής θρησκείας μέσω της δημιουργίας της μορφής του Δία ως πηγής δικαιοσύνης και αμεροληψίας. Θα μπαίναμε στον πειρασμό να δούμε εδώ μια απλή προβολή, όπως συμβαίνει με άλλους φιλολόγους που καταφέρνουν να βρουν το Θεό των χριστιανών (τον δικό τους Θεό) στους συγγραφείς της ειδωλολατρικής Αρχαιότητας - ιδιαίτερα στον Πλάτωνα. Πράγμα εξάλλου σχετικά εύκολο, διότι τελικά η φιλοσοφία του ήταν η μήτρα όλων όσων βρίσκουμε ως ορθολογική θεολογία στο χριστιανισμό. Παρ’ όλ’ αυτά πολλοί σημαντικοί φιλόλογοι ήταν προφανώς πανευτυχείς να συναντήσουν έναν πρόγονο του Θεού των χριστιανών στη μορφή του Δία. Μπορούμε πράγματι να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα της Ορέστειας με αυτή την οπτική. Όχι βέβαια ως αναγγελία του χριστιανισμού, αλλά ως σκιαγράφηση μιας ήδη υπάρχουσας τάσης στους προσωκρατικούς, όπως στον Ξενοφάνη ή τον Ηράκλειτο, και η οποία αποσπάται από την κοινή παράσταση των θεών (με τις ιστορίες των εγκλημάτων τους, των μοιχειών κ.λπ.) και τους αναγάγει σε κάτι διαφορετικό, και ίσως σε έναν μοναδικό θεό. Ακόμη μία φορά, έχουμε εδώ την ασυγκράτητη τάση προς μια ενωτική οντολογία, ένα στοιχείο της οποίας είναι ο μονοθεϊσμός.

Ωστόσο, δεν βρίσκουμε τίποτε από όλα αυτά στον Προμηθέα δεσμώτη, αντιθέτως μάλιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει μια πολύ εύκολη λύση, την οποία δεν παρέλειψαν να την προτείνουν και σε αυτή την περίπτωση. Πρόκειται για τη διατύπωση υποψίας σχετικά με την αυθεντικότητα του κειμένου που ενοχλεί. Υποστηρίχθηκε, πράγματι, ότι ο Αισχύλος δεν μπορεί να είναι ο συγγραφέας αυτής της τραγωδίας, μιας και δεν συνάδει με τη θεολογία του.(ε)Ευτυχώς η θέση αυτή δεν επικράτησε. Ένα πράγμα είναι σίγουρο κατ’ εμέ: η μορφή και η γλώσσα του έργου που είναι υπέροχες δηλώνουν μια συγγένεια, μια προφανή ταυτότητα ουσίας με τα στοιχεία που βρίσκουμε στις άλλες τραγωδίες του Αισχύλου. Θα ισχυριζόμουν ευχαρίστως ότι ο Προμηθέας είναι η κορυφή της ποιητικής τραγικής γλώσσας. Οι αντιρρήσεις υποχωρούν προβάλλοντας το γεγονός ότι καθώς το έργο έπρεπε να είναι το πρώτο (ή ίσως το δεύτερο) μιας τριλογίας που κατέληγε σε συμφιλίωση, η διαμάχη με τον Δία αναγκαστικά ξε- περνιόταν, καθώς ο Δίας εξελισσόταν τελικά σε ηθικά αποδεκτή μορφή. Είναι δυνατό, και μάλιστα πολύ πιθανό. Αλλά το ζήτημα δεν βρίσκεται εδώ. Έχετε παρά ταύτα ένα έργο ολοκληρωτικά εστιασμένο στην καταγγελία της στυγνότητας του Δία, της αδικίας του, του μίσους του για τους ανθρώπους, της τυραννίας που ασκούσε - και της στυγνότητας και αδικίας κάθε εξουσίας. Ας πάρουμε ένα σημείο αναφοράς: ας υποθέσουμε μάλιστα ότι στο επόμενο έργο ή στο μεθεπόμενο η τραγωδία καταλήγει σε συμφιλίωση. Μπορείτε να φανταστείτε ένα χριστιανικό έργο του οποίου το πρώτο ή το δεύτερο μέρος θα συνίστατο σε μια σειρά από κατάρες εναντίον του Θεού, επαναλαμβάνοντας και εξωθώντας στα άκρα τις εκφράσεις του Ιώβ, κατηγορώντας αδιάκοπα το Θεό ως άδικο, στυγνό, εγωκεντρικό, αυθαίρετο και ούτω καθεξής; Είναι απολύτως αδιανόητο, ακόμη κι αν σε μια τρίτη φάση μάς έδειχνε έναν «αληθινό» πατέρα Θεό, δίκαιο, ελεήμονα κ.λπ. Ε, λοιπόν, τη στιγμή που ο Αισχύλος ανεβάζει την τριλογία του, οι σημασίες αυτές μπορούν να παρουσιαστούν δημόσια, χωρίς να προκαλέσουν κανένα σκάνδαλο — και αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει. Προϊόν της σκέψης, οι σημασίες αυτές εκφράστηκαν, έγιναν δεκτές και βρίσκονται προφανώς σε βαθιά αρμονία με το στοιχείο που, ανεξάρτητα από τον Προμηθέα, διακρίναμε την περασμένη χρονιά ως το κεντρικό στοιχείο των ελληνικών φαντασιακών σημασιών.

Θα εξετάσω τώρα πιο λεπτομερειακά τους πυρήνες των σημασιών που παρουσιάζονται στο έργο, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται καθόλου για θέσεις, αλλά μάλλον για πόλους, για σχήματα που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τον κόσμο, να του δώσουμε νόημα, για σχήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται τα πάντα. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον πέντε. Το πρώτο αφορά στη θρησκεία, και ιδιαίτερα τον πρόσκαιρο χαρακτήρα της θεότητας. Το δεύτερο αρνείται στην εξουσία κάθε ηθική διάσταση, κάθε χαρακτήρα δικαιοσύνης: η εξουσία - θεία εν προκειμένω - είναι η εξουσία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να λεχθεί επ’ αυτού. Μπορεί μάλιστα να τη βρει κανείς άδικη, αυτό όμως εμφανίζεται μέσα από την οπτική ενός συγκεκριμένου ατόμου (εδώ του Προμηθέα). Τρίτον, έχουμε μια ολόκληρη σειρά θεωρήσεων πάνω στη φύση της εξουσίας γενικά, που εξετάζονται μέσω της κατεξοχήν εξουσίας, δηλαδή της εξουσίας του Δία. Ο τέταρτος πυρήνας αφορά στην ουσία της ανθρωπότητας. Εδώ παρεμβάλλεται το περίφημο απόσπασμα του Προμηθέα για τις τέχνες που έδωσε στους ανθρώπους και όλα όσα τους έμαθε, πράγμα που βεβαίως θέτει το ερώτημα: τι σημαίνει, μέσα στην προοπτική αυτού που ονόμασα αναδυόμενη συνείδηση της αυτοσυγκρότησης της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι αυτός που έδωσε όλα αυτά είναι ο Προμηθέας; Τέλος βρίσκουμε την αντίθεση της καθαρής βίας, της ωμής βίας από τη μια μεριά, και της σκέψης από την άλλη. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ένα μεθοδολογικό πρόβλημα, που προηγείται από κάθε ανάλυση απολύτως. Θα ήταν βεβαίως όχι μόνο επικίνδυνο, αλλά εντελώς καταδικαστέο να αποσπάσουμε μερικές φράσεις από ένα κείμενο για να τους προσδώσουμε μια σημασία ανεξάρτητα από το σύνολο του οποίου αποτελούν μέρος. Πράγματι, μια σε βάθος εργασία θα απαιτούσε συγκεκριμένη ανάλυση του Προμηθέα, κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε. Θα σας παρουσιάσω απλώς ένα είδος θεματικής ανθολογίας του έργου, μια συλλογή αποσπασμάτων και προτάσεων. Αλλά στην πραγματικότητα δεν έχω αμφιβολίες επ’ αυτού. Είναι για μένα προφανές ότι τα αποσπάσματα αυτά υποστηρίζονται από το υπόλοιπο κείμενο και ότι από μεθοδολογική άποψη είναι απολύτως πειστικά λόγω του πλήθους τους και της συχνότητάς τους. Τα θέματα για τα οποία θα μιλήσω επανέρχονται διαρκώς.

Σχετικά με τον πρόσκαιρο χαρακτήρα του θείου ή ακριβέστερα των θεών ξαναβρίσκουμε το παλιό θέμα της διαδοχής των θεοτήτων στην εξουσία, και κατά συνέπεια τον μεταβατικό χαρακτήρα αυτής της εξουσίας. Ο Ουρανός υποσκελίζεται από τον Κρόνο, ο Κρόνος από τον Δία κ.λπ. Το πρώτο κείμενο που έχουμε για αυτό το θέμα είναι φυσικά η Θεογονία του Ησιόδου. Το κείμενο αυτό αντιστοιχεί βαθύτατα στην περίφημη φράση του Αναξίμανδρου [Σημ. Περιθ.: ο Αναξίμανδρος τοποθετείται ανάμεσα στον Ησίοδο και τον Αισχύλο, ο μόνος δε που το ξεχνάει είναι ο Heidegger] που σχολιάσαμε πέρυσι,[2] σύμφωνα με την οποία «όλα τα όντα οφείλουν να πληρώσουν τα μεν στα δε δίκην καιτίσιν, ποινή και αποζημίωση, για την αδικία τους», η αδικία δε είναι στην περίπτωση αυτή το απλό γεγονός της ύπαρξής τους.

Στην περίπτωση των θεοτήτων, γνωρίζουμε καλά ποια είναι η αδικία τους, η ὕβρις τους, διότι κάθε γενιά αρνείται να παραχωρήσει τη θέση της στη νεότερη και προσπαθεί να την καταστρέψει - αυτό αληθεύει τόσο για τον Ουρανό, όσο και για τον Κρόνο. Υπάρχει βεβαίως στην ελληνική κοινωνία μια πίστη, μια λαϊκή ευσέβεια: οικοδομούνται ναοί, λατρεύονται οι θεοί, τους προσφέρονται θυσίες. Και στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο επίπεδο της πίστης, που δεν διαχωρίζεται από αυτή, βρίσκουμε την παραπάνω άποψη για τους θεούς. Πρόκειται για δύο στοιχεία που μπορεί να φανούν - και είναι πράγματι - αντιφατικά, πλην όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Ο προσωρινός χαρακτήρας της θείας εξουσίας ισχύει επίσης και για τον Δία. Πρόκειται για την έμφυτη, την εγγενή τάξη του κόσμου, και από την άποψη αυτή δεν έχει πολύ σημασία αν το δεύτερο ή το τρίτο μέρος της τριλογίας παρουσίαζε μια τελική συμφιλίωση, διότι η εξουσία του ίδιου του Δία είναι σαφώς καταδικασμένη να εκλείψει. Αυτό λέγεται στους στίχους 164-165* από το χορό των Ωκεανίδων: ο Δίας δεν θα πάψει να κάνει κακό «πριν κάποιος άλλος, με ένα τέχνασμα, καταλάβει τον ανίκητο του θρόνο», την ανώτατη εξουσία. Έτσι και ο Προμηθέας, σε μία από τις απειλητικές του προφητείες που επανέρχονται συνεχώς στη διάρκεια του έργου, λέει για τον Δία (στ. 166-177): «θα έχει σίγουρα την ανάγκη μου, αυτός, ο πρώτος των μακαρίων, για να του δείξω τη νέα βουλή της μοίρας που θα του στερήσει το σκήπτρο του και τις τιμές του... και αυτό, δεν θα το αποκαλύψω πριν δεχτεί να ξεπληρώσει αυτή την προσβολή που μου επιβάλλει». Μπορούμε να παραθέσουμε πολλά άλλα αποσπάσματα. Στίχοι 189-190: ο Δίας θα επανέλθει με ευνοϊκότερες διαθέσεις μετά από το πλήγμα που τον περιμένει.

Ο Προμηθέας αναγγέλλει (στ. 756) ότι μια μέρα ο Δίας θα πέσει από την τυραννίδα του -στη γλώσσα των τραγικών, η λέξη αυτή υποδηλώνει την απόλυτη εξουσία-, ότι η βασιλεία του δεν θα διαρκέσει για πολύ ακόμη (στ. 939-940). Λέει δε αλλού (στ. 516) ότι ο Δίας πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες με την αλάνθαστη μνήμη και από τις Μοίρες «με τις τρεις μορφές» (ο Αισχύλος χρησιμοποιεί εδώ μια εκπληκτική έκφραση: Μοῖραι τρίμορφοι - πράγμα που σημαίνει επίσης τη Μοίρα που έχει τρεις μορφές). Και όταν ο χορός τον ρω­τά: μήπως ο Δίας είναι πιο αδύναμος από τις Μοίρες και τις Ερινύες; Απαντά ότι κανείς, ούτε ο Δίας ούτε οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξεφύγει από την πεπρωμένην του. Αυτή ακριβώς η Μοίρα, ή Ανάγκη, τοποθετημένη πάνω από τη θεία εξουσία, συνθλίβει ό, τι υπάρχει και επιτρέπει την έλευση του καινούργιου. Το ξαναβρίσκουμε αυτό στον τελευταίο διάλογο (στ. 944-1039) ανάμεσα στον Ερμή και τον Προμηθέα. Θυμάστε ότι ο Προμηθέας είχε περιγράψει στην Ιώ όσα την περίμεναν και της είχε αναγγείλει, προκειμένου να την παρηγορήσει για τα μελλοντικά της βάσανα, ότι ένας από τους απογόνους της, μετά από πολλές γενιές, θα ερχόταν να τον ελευθερώσει και ταυτόχρονα να κλονίσει την εξουσία του Δία. Οι Ολύμπιοι το άκουσαν αυτό και έστειλαν τον Ερ­μή στον Προμηθέα για να μάθουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Ο Ερμής προσπαθεί να κάνει τον Προμηθέα να μιλήσει απειλώντας τον ο Προμηθέας αρνείται και το έργο τελειώνει με την πραγματοποίηση των απειλών του Ερμή, ένα είδος κατακλυσμού με κεραυνούς και αστραπές, όπου η γη σχίζεται και καταπίνει τον Προμηθέα κάτω από τα κομμάτια του βουνού στο οποίο τον είχε δέσει στην αρχή ο Ήφαιστος εκτελώντας τις διαταγές του Κράτους και της Βίας, της Ισχύος και της Βίας (και όχιPouvoir, εξουσία και Force, βία, όπως μεταφράζει ο Mazon). Επομένως, σε αυτό τον τελευταίο διάλογο, ο Προμηθέας βεβαιώνει (στ. 958-959) ότι η εξουσία του Δία, η τρίτη κατά σειρά, θα πέσει όπως και οι προηγούμενες, αἴσχιστα καί τάχιστα, σύντομα και πολύ άσχημα, ότι η τυραννία του θα τελειώσει.

Έχουμε λοιπόν εδώ έναν πρώτο πυρήνα σημασιών, οι οποίες είναι ευρύτατα παρούσες σε όλη τη μυθολογία. Ο Προμηθέας τις επαναλαμβάνει με ιδιαίτερη ένταση, συνοδεύοντάς τες με αυτή την εκπληκτική φράση που θα μας επιτρέψει να περάσουμε στο δεύτερο θέμα. Είναι στην αρχή του έργου, όταν το Κράτος λέει (στ. 49-50): ἅπαντ' ἐπράχθη πλήν θεοῖσι κοιρανεῖν/ἐλεύθερος γάρ οὔτις ἐστί πλήν Διός. «Τα πάντα ρυθμίστηκαν, τακτοποιήθηκαν - settled, θα λέγαμε στα Αγγλικά -, εκτός από τη διακυβέρνηση των θεών». Όλα τα άλλα παγιώθηκαν από καταβολής χρόνου: ο ρόλος κάθε θεότητας, η ανάπτυξη των φυτών, η αντιστοίχιση του τάδε δένδρου στην τάδε νύμφη κ.λπ. Παραμένει ένα μόνο ακαθόριστο στοιχείο, κορυφαίο, το στοιχείο του θεοῖσι κοιρανεῖν, το γεγονός της κυριαρχίας επί των ίδιων των θεών (η μετάφραση του Mazonεδώ μου φαίνεται ελλιπής). Και το Κράτος προσθέτει αυτή την εκπληκτική φράση: «Επομένως, κανείς δεν είναι ελεύθερος, εκτός από τον Δία». Ο Αισχύλος, προφανώς, δεν γράφει φιλοσοφική διατριβή, το πρόβλημά του δεν είναι ο λόγος με την έννοια της συγκροτημένης απόδειξης. Στην πραγματικότητα, έχουμε ταυτόχρονα δύο απόψεις: αφενός μια Μοίρα, μια Ειμαρμένη, επιβάλλεται σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του Δία του οποίου και επιφέρει την πτώση, και αφετέρου το γεγονός ότι υπάρχει όντως, στην κορυφή, ένα και μόνο ελεύθερο ον. Και το ον αυτό είναι ο Δίας. Τα πάντα έχουν ρυθμιστεί, εκτός από ένα πράγμα: ποιος θα είναι ο αφέντης των θεών [Σημ. Περίθ.: Αν ο Δίας δεν είχε την εξουσία κατόπιν διατάγματος της Μοίρας, θα ήταν ελεύθε­ρος. Επίσης όμως: η ανώτατη εξουσία διακυβεύεται σε μια πιθανή μάχη. Ο Προμηθέας διαβεβαιώνει: τη μάχη αυτή θα τη χάσει.]

Αυτό μας φέρνει στο ερώτημα της φύσης της εξουσίας, και καταρχήν στο γεγονός ότι στερείται απολύτως κάθε ηθικής ιδιότητας και κάθε δικαίου. Έχουμε ένα παράδειγμα μεταξύ άλλων στους στίχους 231-233, όπου ο Προμηθέας διηγείται ότι ο Δίας, αφού κατέλαβε την εξουσία, θέλησε να καταστρέψει τους δυστυχείς θνητούς για να δημιουργήσει μια άλλη φυλή. Στη συνέχεια υπάρχουν όλα όσα αναφέρονται στο πρόσωπο της Ιούς. Η ιστορία της εξηγείται διά μακρών (στ. 640-686): ο Δίας την ποθούσε και δεν σταμάτησε να την πολιορκεί μέχρι να πετύχει το σκοπό του, χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μέσα - της στέλνει ερωτικά όνειρα και καταλήγει να απειλήσει τον πατέρα της ότι θα σβήσει τη γενιά του αν δεν τη διώξει από το σπίτι του. Η Ιώ γίνεται τότε θύμα της Ήρας και ο Δίας μάς παρουσιάζεται σαν κάποιος ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει μια παροδική επιθυμία, πατάει επί πτωμάτων, καταστρέφει οικογένειες. Στη συνέχεια, ο Προμηθέας θα κάνει ένα περιφρονητικό σχόλιο για τη στάση του αυτή (στ. 737-738): αυτός, ο θεός, επειδή επιθυμούσε μιγῆναι, να πλαγιάσει με αυτή τη θνητή, της επέβαλε αυτές τις τρομερές περιπλανήσεις. Το ίδιο θέμα επανέρχεται στον τελευταίο διάλογο με τον Ερμή, όπου ο Προμηθέας δείχνει ένα Δία να ασκεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια αδιάφορη τυραννία, η οποία δεν υπολογίζει τίποτα, και ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους.

Το τρίτο σημείο αφορά στη φύση της εξουσίας γενικά, θείας ή άλλης, δηλαδή στον εγγενώς αυθαίρετο χαρακτήρα της και μπορώ να πω αδικαιολόγητο. Πέρα από τις ιδιαίτερες κατηγορίες που απευθύνονται στον Δία μέσα στο έργο, βλέπουμε ότι το ζήτημα της «αδικίας» του δεν τίθεται καν. Η εξουσία, δρώντας, συνθλίβει ό, τι της αντιστέκεται ή συναντά στο δρόμο της και δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε αν αυτό είναι δίκαιο ή όχι. Εδώ θα κάνω μια ιστορική παρατήρηση. Στον Προμηθέα, όλες αυτές οι καταγγελίες εναντίον της εξουσίας μοιάζουν σαφώς συνδεδεμένες με τον πρόσφατο χαρακτήρα της. Παραφράζοντας θα λέγαμε: κάθε εξουσία είναι κακή, αλλά μια νεοπαγής εξουσία είναι ακόμη πιο κακή από τις άλλες. Υπάρχει ωστόσο μια νεοπαγής εξουσία στην Αθήνα του 5ου αιώνα, αυτό είναι μάλιστα το ουσιώδες γεγονός της εποχής εκείνης: πρόκειται βεβαίως για την εξουσία του δήμου, η κατάτμηση της οποίας ολοκληρώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη το 462, επομένως, ίσως, τη στιγμή ακριβώς που παίζεται η τραγωδία. Και η άλλη νεοπαγής εξουσία είναι η εξουσία των Αθηνών πάνω στις συμμαχικές ελληνικές πόλεις με τη σύσταση μετά τους Μηδικούς Πολέμους της Ομοσπονδίας της Δήλου, αρχή αυτού που ονομάστηκε αθηναϊκή ηγεμονία. Σχετικά με αυτή την ηγεμονία, κατά τον Θουκυδίδη,[3] ο Περικλής απευθυνόμενος στους Αθηναίους λέει: μην ξεχνάτε ότι κατέχετε την ηγεμονία ως τυραννία, δηλαδή ως εξουσία που κατακτήθηκε μέσω της βίας και ότι - πρόκειται για μια κλασική παροιμία που προέρχεται από τους Επτά σοφούς - μπορεί να είναι εύκολο να γίνει κανείς τύραννος, είναι όμως δύσκολο να εγκαταλείπει αυτή την εξουσία ατιμωρητί. Εν ολίγοις, η τυραννία θα ήταν το καλύτερο πράγμα αν το τέλος της δεν ήταν πάντα ολέθριο. Η ιστορία, δυστυχώς, δεν το αποδεικνύει αυτό πάντοτε, είδαμε δε πρόσφατα ακόμη τυράννους που πέθαναν στο κρεβάτι τους. Το αποδεικνύει όμως αρκετά συχνά.

Ο Περικλής προειδοποιεί λοιπόν τους Αθηναίους για τον κίνδυνο που διατρέχει αυτός που θέλει να εγκαταλείψει την τυραννία: πέφτουν επάνω του και τον σκοτώνουν. Στον Προμηθέα ο Ήφαιστος (στ. 35) περιγράφει αυτή τη φύση της εξουσίας, και ειδικότερα της νεοπαγούς εξουσίας: άπας τραχύς όσης αν νέον κράτη, όλοι όσοι ανέβηκαν πρόσφατα στην εξουσία, όσοι μόλις κατέλαβαν την εξουσία, είναι σκληροί, ανελέητοι. Και ο χορός, στους στίχους 149-151: νέοι οἰκονόμοι κρατοῦσ’ Ὀλυμπου, νέοι κυβερνώντες βασιλεύουν στον Όλυμπο, νεοχμοῖς δέ δή νόμοις Ζεῦς ἀθέσμως κρατύνει, και ο Δίας, με καινούργιους νόμους (η ελληνική όμως λέξη λέει πολύ περισσότερα από αυτό), ασκεί μια εξουσία χωρίς κανόνες. Νεοχμός είναι αυτός που θα μεταφράζαμε στα Αγγλικά με το new­fangled., ένα είδος νέας, περίεργης ανακάλυψης. Οι Ωκεανίδες, που μιλάνε εδώ, αντιπροσωπεύουν την παλαιά τάξη των Τιτάνων, είναι Τιτανίδες, όπως και ο Προμηθέας. Για αυτές πρόκειται επομένως για νεωτερίζουσες νομοθεσίες, με κάποια απόχρωση περιφρόνησης. Και προσθέτουν (στ. 152): ο Δίας κυριαρχεί (κρατύνει) και καταστρέφει αυτό που πριν ήταν τεράστιο, που ασκούσε τεράστια εξουσία. Λίγο πιο κάτω, όταν ο Προμηθέας προειδοποιείται να φοβάται την οργή του Δία, απαντά (στ. 186): ξέρω ότι είναι τραχύς, σκληρός, ανελέητος, και ότι έχει το δίκαιο στη διάθεσή του, παρ’ ἑαυτῷ τό δίκαιον ἔχων. Ο Δίας εφευρίσκει το δίκαιο, δημιουργεί το δίκαιο, απλώς και μόνο επειδή έχει την εξουσία. Ξαναβρίσκουμε το ίδιο θέμα στην επόμενη σκηνή, όπου ο Ωκεανός (στ. 324) λέει: έχουμε τώρα έναν τραχύ μονάρχη, που δεν είναι υπεύθυνος - τυπικός πολιτικός όρος της αθηναϊκής δημοκρατίας - που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα. Και ο χορός επανέρχεται (στ. 402-403): αυτά τα αποτρόπαια πράγματα επιβάλλονται από τον Αία με βάση δικούς του και μόνο νόμους, ἰδίοις νόμοις κρατύνων.

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η τραγωδία επαναλαμβάνει και τονίζει τον πυρήνα σημασιών που σχετίζεται με τον προσωρινό χαρακτήρα της εξουσίας, ακόμη και της θείας, τον ολοσχερή διαχωρισμό της από κάθε ηθική ή δικαιοσύνη, το γεγονός ότι δημιουργεί ένα δίκαιο που είναι δίκαιο απλώς και μόνο επειδή η εξουσία το ονομάζει έτσι - η εξουσία είναι η εξουσία, τελεία και παύλα. Ιδού τι διακηρύσσεται στον Προμηθέα δεσμώτη, και αυτό άκουσαν όλοι οι Αθηναίοι περί το 460 π.Χ.
---------------
[1] <Ψευδο-Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, Γ, 4.>

[2] <Πρβλ. ΕΙ Α΄, σεμ. X, σ. 281-304.>

[3] <Θουκυδίδης, Β, 63, 2.>
 

Ο άνθρωπος είναι ένα μικρό σύμπαν

“Ο δημιουργός χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι ο κόσμος κινείται και μοιάζει με τους αιώνιους θεούς και, ευχαριστημένος απ’ αυτό, σκέφτηκε να τον κάνει ακόμα πιο όμοιο με το πρότυπο που είχε χρησιμοποιήσει. Ξέροντας ότι το πρότυπό του είναι ζωντανό και αιώνιο, προσπάθησε να κάνει το ίδιο και με τον κόσμο. Επειδή όμως η φύση εκείνου του προτύπου είναι αιώνια και δεν μπορούσε να την μεταδώσει απόλυτα στον κόσμο, σκέφτηκε να τον κάνει σαν κινητή εικόνα της αιωνιότητας. Βάζοντας λοιπόν τάξη στον ουρανό, έφτιασε της σταθερής αιωνιότητας την εικόνα, η οποία κινείται σύμφωνα με τους νόμους των αριθμών, αυτό βέβαια που ονομάζουμε χρόνο…(…).. Πήρε όλη την ορατή ύλη που ποτέ δεν ησύχαζε, αλλά βρισκόταν σε άτακτη και ακανόνιστη κίνηση, και την έβαλε από την αταξία σε τάξη, πιστεύοντας ότι αυτή σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερη. ”
Πλάτων, Τίμαιος, 37c-d/30 a

Το Σύμπαν αποτελείται από άπειρες μορφές ζωή, που συνυπάρχουν και αλληλοσυνδέονται. Το μικροκοσμικό υπάρχει μέσα στο μακροκοσμικό και το ελάχιστο είναι παράγωγο και τμήμα του μεγίστου, ενώ όλοι μαζί οι κύκλοι είναι τμήμα του "Ολου".

Ο άνθρωπος σε μία τέτοια συνάρτηση, είναι ένα μικρό σύμπαν, καθώς αποτελείται από εκατομμύρια μικρότερες ζωές, οι οποίες αποτελούν όχι μόνο το φυσικό του σώμα αλλά όλη του την ύπαρξη και στις υπόλοιπες διαστάσεις.

Στο ανθρώπινο σώμα για παράδειγμα, απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του ως σύνολο, είναι η αρμονική συνεργασία των κυττάρων σε πρώτο επίπεδο και εν συνεχεία των μελών. Στο φυσικό σώμα αυτό επιτυγχάνεται με την ακριβή εκτέλεση είτε των εντολών που είναι «γραμμένες» στο DNA είτε των εντολών του εγκεφάλου.

Ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος, μια αντανάκλαση του Μακρόκοσμου. Είναι φτιαγμένος από τα ίδια στοιχειώδη υλικά. Οτι βρίσκεται στο σύμπαν και τη Γη αποτελείται από αστερόσκονη, η οποία βρίσκεται παντού γύρω και μέσα μας. Μας συνδέει άμεσα με το σύμπαν και ανοικοδομεί το σώμα μας ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Το σώμα μας είναι κατασκευασμένο από τα υπολείμματα των άστρων και τις τεράστιες εκρήξεις στους γαλαξίες. Όλο το υλικό στο σώμα μας προέρχεται από την εν λόγω υπολειπόμενη αστερόσκονη, που βρίσκεται επίσης στα φυτά και στα θρεπτικά συστατικά που χρειαζόμαστε κάθε μέρα. Επίσης το σώμα μας ανανεώνεται και κάθε λίγα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος του είναι σαν καινούργιο.

Η μοναξιά που βιώνει ο άνθρωπος, δεν είναι πρόβλημα της φύσης. Η φύση δε μας γέννησε μόνους, γίναμε μόνοι. Βιώνουμε τη μοναξιά που είναι αποτέλεσμα δικών μας πράξεων και δικής μας αντίληψης.

Για να αντιληφθείς το σύμπαν πρέπει να αναγάγεις το νου σε μια έκτη υπέρ-αίσθηση. Κι αργά ή γρήγορα θα γίνει. Αυτό δεν είναι θέμα μύησης, είναι θέμα γνώσης. Το σύμπαν δεν είναι σταφιδόψωμο που διαστέλλεται. Δεν είναι σαμάρι, δεν είναι η επιφάνεια μιας σφαίρας όπως αναφέρεται σε άρθρα λαϊκής κατανάλωσης.

Έχει σχήμα και μορφή μη αισθητά. Είναι μια ολότητα. Γεννήθηκε από κάτι που προϋπήρχε, άσχετα αν αυτό το κάτι δε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις μας. Δε γεννήθηκε απ’ το τίποτα. Γεννήθηκε από κάτι μη αισθητό. Το σύμπαν ακόμα και σύμφωνα με τις καινούργιες θεωρίες της σύγχρονης φυσικής είναι ενιαίο αλλά αποτελείται από πολλούς ανεξάρτητους κόσμους που σαν φυσαλίδες το γεμίζουν...

Απίστευτα ρεαλιστικοί πίνακες που δημιουργούντε με τη βοήθεια ενός απλού μολυβιού!

Ο Ντιέγκο Φάτζιο – επίσης γνωστός και με το ψευδώνυμό «Ντιέγκο Κόι» – είναι ένας νεαρός καλλιτέχνης από την Ιταλία που έχει αποκτήσει αρκετή φήμη τα τελευταία χρόνια χάρη στους απίστευτα ρεαλιστικούς πίνακες που δημιουργεί με τη βοήθεια ενός απλού μολυβιού!

Ο 26χρονος ζωγράφος είναι αυτοδίδακτος και ξεκίνησε την καριέρα του ως καλλιτέχνης τατουάζ. Αν και δημιούργησε τους πρώτους του πίνακες μόλις το 2007, έχει αποκτήσει ήδη χιλιάδες θαυμαστές ανά την υφήλιο που παρακολουθούν την δουλειά του μέσα από την προσωπική του ιστοσελίδα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Κάθε έργο του Φάτζιο παίρνει εκατοντάδες ώρες να ολοκληρωθεί, ωστόσο το αποτέλεσμα τον δικαιώνει αφού πραγματικά δίνει «ζωή» στον καμβά με τα σχέδιά του.



Ακάθαρτοι Χοίροι, Αναγκαίοι Θεοί Κι Ένα Ερωτηματικό Μόριο

Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.
Οδυσσέας Ελύτης
Μικρός είχα ρωτήσει τον πατέρα μου γιατί οι μουσουλμάνοι δεν τρώνε χοιρινό. Μου ανέφερε τη χριστιανική εκδοχή.
Οι πιστοί ζητούσαν απ' τον Μωάμεθ να κάνει ένα θαύμα, όπως είχαν κάνει οι Εβραίοι και οι χριστιανοί προφήτες. Εκείνος τους υποσχέθηκε ότι θα έκανε την έρημο ν' αναβλύζει νερό.
Το προηγούμενο βράδυ πήγε κι έθαψε στην άμμο ένα ασκί με νερό. Το επόμενο πρωινό, επέστρεψε με τους πιστούς στο σημείο όπου θα έκανε το «θαύμα», όμως τα γουρούνια είχαν μυρίσει το νερό κι είχαν σκίσει το σακί.
Θυμωμένος ο Μωάμεθ είπε ότι το γουρούνι είναι ακάθαρτο ζώο κι απαγόρευσε τη βρώση του.

Μόλις τις προάλλες έμαθα γιατί το χοιρινό απαγορεύεται απ” τη μουσουλμανική και την εβραϊκή θρησκεία: Γιατί τα γουρούνια δεν είναι μηρυκαστικά.

Τα μηρηκαστικά μπορούν να χωνέψουν τροφές πλούσιες σε κυτταρίνη (φύλλα, χόρτα, φλοιό κα) που οι άνθρωποι δεν μπορούν να φάνε. Έτσι τα πρόβατα και τα κατσίκια αρκούνται στην τροφή που βρίσκουν στο άνυδρο περιβάλλον της Μέσης Ανατολής. (Και οι αγελάδες μηρυκαστικά είναι, αλλά δεν συμφέρουν, λόγω μεγέθους).
Τα γουρούνια είναι παμφάγα. Το στομάχι τους μοιάζει πολύ με το ανθρώπινο και τρώνε ό,τι κι εμείς (ναι, τρώνε και κρέας).
Οπότε για να θρέψεις το γουρούνι πρέπει να του δώσεις τη δική σου τροφή -και σίγουρα το σιτάρι δεν περισσεύει στην Παλαιστίνη.
Επιπλέον τα γουρούνια χρειάζονται νερό, για να κυλιούνται μέσα τους. Οι πρόγονοι τους είναι δασόβια ζώα και κανένα γουρούνι δεν έχει όρεξη να τριγυρνά στην έρημο ψάχνοντας για θαμμένα ασκιά.
Τέλος το γουρούνι δεν προσφέρει τίποτα άλλο από κρέας, σε αντίθεση με τα πρόβατα που παρέχουν και μαλλί και γάλα.
Ο ανθρωπολόγος Marvin Harris, στο βιβλίο του «Η ιερή αγελάδα και ο βδελυρός χοίρος», όπου αναλύει ανθρωπολογικά τις γαστριμαργικές προτιμήσεις και απέχθειες των λαών, αναφέρει ότι το γουρούνι ήταν ακάθαρτο ζώο και για τους άλλους λαούς/θρησκείες που προηγήθηκαν.
Οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Χετταίοι, επίσης δεν έτρωγαν χοιρινό, πολύ πριν τους το απαγορεύσει ο Γιαχβέ και ο Αλλάχ.

Κάθε θρησκεία αποτελεί ένα σύστημα που εγκαθιδρύεται πάνω στις ήδη υπάρχουσες ανάγκες, γιορτές, μυθολογίες, αφηγήσεις και απαγορεύσεις.
Καινοφανής θρησκεία δεν υπάρχει. Όλες επηρεάστηκαν απ' την πρότερη θρησκευτικότητα/πνευματικότητα.
Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο και γράφτηκε στη 3η χιλιετία π.Χ. Εκεί μέσα υπάρχει η ιστορία του κατακλυσμού του Νώε, σχεδόν ίδια με εκείνη της Βίβλου.
Οι Εβραίοι τη δανείστηκαν απ' τους Βαβυλώνιους.
Κατακλυσμοί περιγράφονται στις περισσότερες μυθολογίες/θρησκείες. Προμηθέας υπάρχει σε φυλές του Αμαζονίου, πολύ πριν έρθουν σε επαφή με τους Ευρωπαίους.

Παρά τις διαφορές στο περιβάλλον κάθε φυλή (απ' τη Νέα Γουινέα ως το Τιμπουκτού κι απ' τον Καύκασο ως την Τιτικάκα) ανέπτυξε μια θεωρία-μυθολογία-θρησκεία για κάποιο ανώτερο ον.
Αυτό δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη του θεού, παρά μόνο την κοινή δομή στον ανθρώπινο εγκέφαλο, που παράγει τη θρησκευτικότητα.
Οι θεοί είναι προϊόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου, όπως και τα συστήματα θρησκειών, όπως και οι κοινωνίες τους.

Διαβάζοντας το «Λεξικό των Θρησκειών» του Mircea Eliade μένεις έκπληκτος απ' τις ομοιότητες, αλλά και την ποικιλομορφία των θρησκειών.
Πολιτισμοί χωρίς γραφή, όπως οι Αβορίγινες στην Αυστραλία και οι Ντόγκον στο Μάλι, ανέπτυξαν υπέροχα (από λογοτεχνική άποψη) συστήματα.
Στους Ντόγκον κάθε ον εμπεριέχει Λόγο (πληροφορία;) και ο κόσμος φτιάχτηκε απ' το παλλόμενο τίποτα.
Στους Αβορίγινες ο κόσμος και τα όντα είναι το όνειρο του θεού.

Οι μυθολογίες-θρησκείες ήταν η πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να καταλάβει τον κόσμο. Ακολούθησε η φιλοσοφία και η τέχνη. Η σύγχρονη μυθολογία είναι η επιστήμη.
Ο σκοπός είναι πάντα ο ίδιος. Να αντιληφθούμε γιατί βρισκόμαστε εδώ, τι είναι αυτό το «εδώ», τι είμαστε εμείς, και τι άλλο μπορεί να υπάρχει πέρα απ' το «εδώ» που αντιλαμβανόμαστε.
Τα γουρούνια δεν το κάνουν. Απολαμβάνουν το παρόν τους πλατσουρίζοντας στις λάσπες της άγνοιας.
Το ίδιο κάνουμε κι εμείς συνήθως. Πλατσουρίζουμε ψάχνοντας κάτι να φάμε ή τι επιτρέπεται να φάμε ή πώς θα το φάμε ή πού θα το φάμε («ξέρω ένα καλό εστιατόριο στη Σαντορίνη»).
Όμως κάθε άνθρωπος, τουλάχιστον μια στιγμή στη ζωή του, θα κοιτάξει τον ουρανό και θα σκεφτεί: «Γιατί υπάρχω;»

Αυτό είναι το πιο δύσκολο ερωτηματικό μόριο: «Γιατί;»
Πιθανότατα όλες οι απαντήσεις (θρησκευτικές, φιλοσοφικές, επιστημονικές) είναι ανεπαρκείς μπροστά στο «γιατί».
Το «γιατί» μοιάζει να στέκεται ανάμεσα σε δυο καθρέφτες, που αλληλο-αντικατοπτρίζονται ως το άπειρο. Κάθε απάντηση γεννάει μια νέα ερώτηση, ένα νέο «γιατί».
Κι ο συλλογικός εγκέφαλος εξελίσσεται. Κατασκευάζουμε διαρκώς νέες μυθολογίες, απ' τα θραύσματα των παλιών. Δεν υπάρχει τέλος, παρά μόνο νέα «γιατί» που θα στήνονται όταν εμείς -ο καθένας από μας- θα έχει πάψει ν' αναρωτιέται τι θα φάει.
Αυτό μας κάνει, πιο πολύ απ' όλα, να χρειαζόμαστε τον θεό ή κάτι ανώτερο ή κάτι επόμενο.
Η σκέψη ότι κάποια μέρα αυτό το σώμα που σκέφτεται, νιώθει, δρα, θα είναι ένα κομμάτι κρέας.
Αυτός που ρωτούσε «γιατί υπάρχω», δεν θα υπάρχει καν.
------------
ΥΓ: Δεν μπορώ να τελειώσω έτσι αυτό το αλλοπρόσαλλο κείμενο. Η ζωή είναι δύσκολη συχνά, αλλά είναι όμορφο να είσαι, να μπορείς να λες «υπάρχω».
Η ύπαρξη είναι πράξη, κι ας τελειώνει γρήγορα, ενώ η ανυπαρξία είναι άδεια και κρατάει για πάντα.
Όσο, λοιπόν, είμαι εδώ μπορώ να γευτώ το κρασί, να δω τις αστραπές (δεύτερη νύχτα που ο ουρανός ξοδεύει αλόγιστα την ενέργεια του), ν' ακούσω ραδιόφωνο, να φάω ψητά μανιτάρια, να διαβάσω ένα βιβλίο, να κάνω έρωτα.
Δεν είμαι το κέντρο του κόσμου, αλλά είμαι εδώ.
ΥΓ2 (αντίστιξη): Ο Τσου ονειρεύτηκε ότι ήταν πεταλούδα. Όταν ξύπνησε δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν ο Τσου που είχε ονειρευτεί ότι ήταν πεταλούδα ή αν ήταν πεταλούδα που ονειρευόταν ότι ήταν ο Τσου.

«Ελληνικά» ονόματα, με εβραϊκές ρίζες - «Πατροπαράδοτα» ονόματα που επέβαλλαν οι Ιουδαιοχριστιανοί «πατέρες» τής Εκκλησίας στους Έλληνες

Όταν φέρνω στο μυαλό μου την εγκύκλιο τού Πατριαρχείου, που εξεδόθη το 1819 και μεταξύ άλλων, απαγόρευε στους Έλληνες να δίνουν ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους*, ως ανάρμοστα(!!!) «πονάνε τα μηνίγγια μου». Και πονάνε ακόμα περισσότερο, όταν η Εκκλησία σήμερα, τολμά και κάνει λόγο για την συμβολή της στην Ελληνική Επανάσταση, την διάδοση της Ελληνικής Παιδείας, τής ελληνικής γλώσσας κ.τ.λ.
«Ανάρμοστο» να ονομάζεις το παιδί σου, Λεωνίδα, Αχιλλέα, Σωκράτη, Αφροδίτη, Ιφιγένεια κ.τ.λ., αλλά «πατροπαράδοτο» να το ονομάζεις Γιάννη, Μιχάλη, Μανώλη, Μαρία κ.α. Βεβαίως και σήμερα, η Εκκλησία έχει φροντίσει να «αγιοποιήσει» σχεδόν όλα τα αρχαία ελληνικά ονόματα, κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο κι έτσι, ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Φυσικά, φίλε αναγνώστη, εσύ που ενδεχομένως θα συναντήσεις το όνομά σου στο ακόλουθο ενδεικτικό κατάλογο ονομάτων, δεν χρειάζεται να νιώθεις ενοχές που φέρεις ένα εβραϊκό όνομα. Δεν το επέλεξες εσύ. Αλλά κι αυτοί που το επέλεξαν για σένα (δηλαδή οι γονείς σου), κινήθηκαν μέσα στα πλαίσια που δυστυχώς ο Ιουδαιοχριστιανισμός τα έχει καταστήσει απολύτως δεδομένα και φυσιολογικά. Κοντά σ' αυτά θα πρέπει να συνυπολογίζεται και η άγνοια των παλαιότερων γενεών, σε σχέση με την ιστορία και ειδικότερα με την πλαστή «αρμονική» σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, που προπαγανδίζει ανερυθρίαστα εώς και σήμερα το παρακράτος τής Εκκλησίας.

Κάποια από τα ονόματα που ακολουθούν (μαζί με την ιουδαϊκή προφορά τους και σημασία), είναι προφανές ότι έχουν εβραϊκές ρίζες, ενώ κάποια άλλα έχουν εξελληνιστεί και είναι αρκετά δύσκολο για τον μέσο Έλληνα να «υποψιαστεί» την προέλευσή τους.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η επιβολή εβραϊκών ονομάτων, μέσω τού Χριστιανισμού, δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο (όπου δυστυχώς υφίσταται ο Χριστιανισμός). Επιπροσθέτως, η ελληνική ονοματοδοσία, δεν νοθεύτηκε μόνο με εβραϊκά ονόματα, αλλά και ρωμαϊκά (π.χ. Κωνσταντίνος, που σημαίνει «σταθερός»), καθώς ως γνωστόν ο Χριστιανισμός βρήκε γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη και επέκτασή του μέσα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δηλαδή, αυτής που γνωρίζουμε σήμερα ως Βυζάντιο (και για κάποιους αιθεροβάμονες πλαστογράφους τής ιστορίας, ως Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία).
Πάμε στο «ψητό» τώρα...

Ηλίας
Ελί Για: Ο Θεός μου είναι ο Κύριος.

Ιωάννης
Γιο χανάν: Ο Θεός ελέησε.

Εύα
Χάβα: Μητέρα πάντων των ζώντων.

Άννα
Χανά: Η ευλογημένη απ' τον Θεό.

Μαρία
Μαριάμ (Μύριαμ): Ποθητή, επιθυμητή. Σημαίνει και πίκρα.

Λάζαρος
Ελ αζάρ: Ο Θεός βοήθησε.

Ανανίας
Ανάν Για: Χάρισε ο Θεός.

Ζαχαρίας
Ζαχάρ Για: Θυμήθηκε ο Θεός.

Ματθαίος
Ματάτ Για: Δώρο Θεού.

Θωμάς
Τθαόν: Δίδυμος.

Σάββας
Σαμπάτ (Σάββατο): Ανάπαυση.

Ησαΐας
Γιεσά Για: Έσωσε ο Θεός.

Ιερεμίας
Γερμί Για: Με ανέδειξε ο Θεός.

Ιορδάνης
Γιαρδεΐν: Αυτός που ρέει.

Μανώλης (Εμμανουήλ)
Ιμ άνου Ελ: Ο Θεός είναι μαζί μας.

Μιχάλης (Μιχαήλ)
Μι κα Ελ: Ποιος σαν τον Θεό.

Ιάκωβος (Ιακώβ)
Γιακόβ: Πτερνιστής (σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, όταν γεννήθηκε, κρατούσε την φτέρνα του δίδυμου αδερφού του, Ησαύ).

Σολομός (Σολομώντας)
Σαλομών: Ειρηναίος

Σήφης (Ιωσήφ)
Γιο σεφ: Ο Κύριος να προσθέσει.

Δανιήλ
Δανί Ελ: Κριτής ο Θεός.

Γαβριήλ
Γαβρί Ελ: Άνθρωπος του Θεού.

Σαμουήλ
Σαμού Ελ: Ακούσθηκε ο Θεός.

Ραφαήλ
Ραφά Ελ: Θεράπευσε ο Θεός.

Ιωνάθαν
Γιο τανάν: Ο Θεός έδωσε.

Ιωακείμ
Γιο γιακίμ: Ο Θεός θα αποκαταστήσει.

Βενιαμίν
Μπεν γιαμίν: Υιός εκ δεξιών.

Αβραάμ
Άβραμ: Πατέρας λαών.

Ρεβέκκα
Ρίβκα: Δούλη του Θεού.

Ελισάβετ
Ελ ισεβά: Αυτή που πιστεύει στον Θεό.

Μωυσής
Μοσσέ: Υδατόσωστος.

Ισαάκ
Γελαστός.

Συμεών
Υπακοή.
----------
*
Το ακόλουθο «πατριωτικό» κείμενο, ανήκει στον πατριάρχη Γρηγόριο Ε' και αποτελεί τμήμα πατριαρχικής εγκυκλίου, η οποία εξεδόθη εν έτη 1819.
Τί αφορά αυτή η εγκύκλιος; Ουσιαστικά απαγορεύει τους Έλληνες «ευλογημένους επαρχιώτας», να βαπτίζουν με αρχαία ελληνικά ονόματα τα παιδιά τους (χαρακτηρίζοντας αυτή την τακτική, ως...καινοτομία!), γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί «ανάρμοστον» πράξη, και «καταφρόνησιν» της χριστιανικής ονοματοδοσίας. Αντ' αυτού, προτρέπει τους ιερείς των ενοριών να «νουθετούν» τους γονείς και τους ανάδοχους, να επιλέγουν τα «πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων».
Θαυμάστε:
«Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μία καταφρόνησις της χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος· όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους εις τους Ιερείς των ενοριών σας, και νουθεσίας πνευματικάς εις τους ευλογημένους επαρχιώτας σας, δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αύτη, και αφεθέντες της ακαίρου και μηδέν εχούσης το χρήσιμον φιλοτιμίας και επιδείξεως οι γονείς και ανάδοχοι να ονοματοθετώσιν εις το εξής εν τω καιρώ της θείας και μυστικής αναγεννήσεως τα ειθισμένα ταις ευσεβέσιν ακοαίς πατροπαράδοτα χριστιανικά ονόματα των εγνωσμένων τη Εκκλησία και των ενδόξως υπ’ αυτής εορταζομένων Αγίων, δια να είναι έφοροι και φύλακες των βαπτιζομένων νηπίων και ταχείς και αδιάλειπτοι χορηγοί της χάριτος αυτών εις τους μετά πίστεως».
Φυσικά δεν θα περίμενε κάτι καλύτερο κανείς, από κάποιον που αφόρισε την Επανάσταση του 1821 και ουκ ολίγους απ' τους αγωνιστές...
Το (ρητορικό) ερώτημα βεβαίως που προκύπτει είναι το εξής: Για ποιό έθνος μαρτύρησε αυτός ο τύπος, ώστε να θεωρείται εθνομάρτυρας και ο ανδριάντας του να «κοσμεί» την είσοδο του Πανεπιστημίου Αθηνών;

Η περιοχή του εγκεφάλου που κάνει τον άνθρωπο μοναδικό

Νευροεπιστήμονες εντόπισαν μια περιοχή του εγκεφάλου η οποία πιθανότατα χαρίζει στο ανθρώπινο μυαλό τις μοναδικές ικανότητές του, συμπεριλαμβανομένης εκείνης της γλώσσας. Η συγκεκριμένη περιοχή αποδείχθηκε ότι «ανάβει» μόνο σε εγκεφάλους ανθρώπων και όχι πιθήκων, όταν τους παρουσιάστηκαν διαφορετικοί τύποι πληροφοριών που αφορούσαν αφηρημένες έννοιες.

Το κέντρο της αφηρημένης σκέψης
Η θεωρία ότι η ενσωμάτωση αφηρημένων εννοιών αποτελεί την κινητήρια δύναμη των μοναδικών ικανοτήτων του ανθρώπινου εγκεφάλου υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο τώρα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Current Biology», η οποία συνέκρινε άμεσα τη δραστηριότητα του εγκεφάλου ανθρώπων και μακάκων πιθήκων καθώς δέχονταν απλά ακουστικά ερεθίσματα, προσφέρει για πρώτη φορά στοιχεία σχετικά με το ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη περιοχή στον ανθρώπινο μόνο εγκέφαλο που επιτρέπει την ενσωμάτωση των αφηρημένων εννοιών.
Άλλες μελέτες που συνέκριναν πιθήκους και ανθρώπους είχαν αποκαλύψει στο παρελθόν διαφορές στην ανατομία του εγκεφάλου, αλλά ποτέ ως σήμερα δεν είχαν αποκαλυφθεί διαφορές που να εξηγούν από πού προέρχεται η ικανότητα του ανθρώπου για αφηρημένη σκέψη.
«Η νέα μελέτη μάς δίνει ισχυρά στοιχεία σχετικά με το τι είναι τόσο ιδιαίτερο αποκλειστικά στον ανθρώπινο εγκέφαλο» αναφέρει ο ψυχολόγος Γκάρι Μάρκους από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. «Τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από την κατανόηση του πώς γίναμε αυτό που είμαστε» προσθέτει ο ειδικός.

Το πείραμα των τόνων
Ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Στάνισλας Ντεάν από το Τμήμα Γνωσιακής Νευροαπεικόνισης του INSERM στο Ζιφ-σιρ-Ιβέτ κοντά στο Παρίσι παρακολούθησε τα μοτίβα δραστηριότητας στον εγκέφαλο μη εκπαιδευμένων μακάκων καθώς και ενηλίκων ανθρώπων ενόσω άκουγαν μια απλή αλληλουχία τόνων – για παράδειγμα τρεις ταυτόσημους τόνους που ακολουθούνταν από έναν διαφορετικό (όπως στη διάσημη εισαγωγή της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν: ντα-ντα-ντα-ΝΤΑ).
Οι ερευνητές έπαιξαν διαφορετικές αλληλουχίες με αυτή τη δομή – που είναι γνωστή ως ΑΑΑΒ – αλλά και άλλες δομές ενόσω άνθρωποι και πίθηκοι υποβάλλονταν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI). Η τεχνική fMRI εντοπίζει αλλαγές στη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο οι οποίες σχετίζονται με τη δραστηριότητά του σε διαφορετικές περιοχές.
Οι επιστήμονες διεξήγαγαν όλο αυτό το πείραμα με στόχο να μάθουν αν οι… εθελοντές των δύο ειδών ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν δύο διαφορετικά χαρακτηριστικά των αλληλουχιών: τον συνολικό αριθμό τόνων που δείχνει την ικανότητα του κάθε είδους να μετρά, καθώς και τον τρόπο με τον οποίον οι τόνοι επαναλαμβάνονται, γεγονός που δείχνει ικανότητα αναγνώρισης του αλγεβρικού μοντέλου.Στην πρώτη περίπτωση, ο αριθμός των τόνων μπορεί να άλλαζε από ΑΑΑΒ σε ΑΑΑΑΒ ενώ το βασικό μοτίβο παρέμενε το ίδιο. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να ίσχυε το αντίστροφο: οι τόνοι μπορεί να άλλαζαν από ΑΑΑΒ σε ΑΑΑΑ, ωστόσο ο αριθμός τους παρέμενε ο ίδιος. Η ερευνητική ομάδα διερεύνησε και το τι συνέβαινε αν άλλαζαν ταυτοχρόνως και τα δύο χαρακτηριστικά των τόνων – για παράδειγμα από ΑΑΑΒ σε ΑΑΑΑΑΑ.

Ο ρόλος της κατώτερης μετωπιαίας έλικας
Όπως προέκυψε, τόσο στους πιθήκους όσο και στους ανθρώπους, μια περιοχή του εγκεφάλου – τμήμα της οποίας έχει συνδεθεί με τους αριθμούς – ενεργοποιούνταν κατά τη λειτουργική μαγνητική τομογραφία, όταν τα δύο είδη εντόπιζαν αλλαγή στον αριθμό των τόνων. Παράλληλα, τόσο οι άνθρωποι όσο και οι μακάκοι κατέγραφαν το μοτίβο της επανάληψης των τόνων σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, τις οποίες είναι γνωστό ότι διαθέτουν και τα δύο είδη.
Ωστόσο, μόνο ο ανθρώπινος εγκέφαλος εμφάνιζε απόκριση στις συνδυαστικές αλλαγές στον αριθμό και στην αλληλουχία των τόνων, η οποία ελάμβανε τη μορφή έντονης δραστηριότητας σε μια επιπλέον περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται κατώτερη μετωπιαία έλικα. «Είναι σαν οι μακάκοι να αναγνωρίζουν ένα μοτίβο αλλά να μη συνειδητοποιούν ότι είναι ενδιαφέρον και έτσι να μην ασχολούνται περαιτέρω – μόνο οι άνθρωποι μπορούν να το πάνε στο επόμενο επίπεδο ανάλυσης» λέει ο δρ Μάρκους.
Η κατώτερη μετωπιαία έλικα αποτελεί μέρος του μετωπιαίου φλοιού ο οποίος είναι φανερά πιο μεγάλος στους ανθρώπους σε σύγκριση με τους πιθήκους. Επιπλέον, περιέχει την περιοχή του Broca η οποία είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία της γλώσσας. Οταν η ομάδα του Ντεάν διάβαζε προτάσεις στους ανθρώπους που συμμετείχαν στη μελέτη, οι περιοχές που δραστηριοποιούνταν επικαλύπτονταν από εκείνες που ενεργοποιούνταν από τις αλληλουχίες των τόνων.

Θερμοπύλες: Οι 300 που έσωσαν το δυτικό πολιτισμό

Η πιο ηρωική και η πιο διάσημη μάχη σ΄ όλο το κόσμο. Η μάχη των Θερμοπυλών με τους ηρωικούς Σπαρτιάτες του Λεωνίδα.

Έγινε το 480 π.Χ αλλά όπως θα διαπιστώσετε στο εκπληκτικό αφιέρωμα του History Channel είναι μια μάχη που ακόμη και σήμερα αποτελεί αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης.

Δείτε πόσο έκθαμβοι είναι Αμερικανοί ιστορικοί και ειδικοί που μιλούν σ΄ αυτό το αφιέρωμα για τους 300 του Λεωνίδα, την «Δύναμη Δέλτα» εκείνης της εποχής όπως λέει ένας απ΄ αυτούς.