Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Η Στάση του Σωκράτη στον Επερχόμενο Θάνατο


«Εμένα δε με ενδιαφέρει ο θάνατος. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μη διαπράξω κάτι άδικο κι ανόσιο.»[1]σελ.67

«Δεν υπάρχει για τον καλό άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθάνει.»[1]σελ.91

Ο Σωκράτης ίσως έγινε πιο γνωστός για αυτά που έκανε, παρά για αυτά που έλεγε. Η θανάτωσή του συχνά θεωρείται σαν ένα μεγάλο έγκλημα των Αθηναίων κατά της ελευθερίας του λόγου και μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της Ιστορίας. Γιατί ακόμα και να εντάξουμε την δίκη και την εκτέλεσή του στο ιστορικό πλαίσιο μιας δημοκρατίας που προσπαθούσε να επανακαθοριστεί, έχοντας μόλις βγει από την άκρως απολυταρχική κυριαρχία των Τριάντα Τυράννων, και που γι’ αυτό ήθελε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του τραγικού πρόσφατου παρελθόντος της με την εξόντωση κάθε ύποπτου για αντι-δημοκρατικά πιστεύω πνευματικού ανθρώπου (ο Σωκράτης είχε κακές παρέες), πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε ένα τόσο αχρείαστο θάνατο, ενός φιλοσόφου που θα κατέληγε να θεωρείται ο πατέρας της δυτικής φιλοσοφίας; Η εκτέλεσή του σημάδεψε τους μαθητές του, και πιο σημαντικά, τον Πλάτωνα, στο έργο του οποίου η παρουσία του δασκάλου του κυριαρχεί. Η κύρια πηγή που έχουμε για το τι ειπώθηκε στη δίκη είναι η Απολογία Σωκράτους που έγραψε ο Πλάτωνας. Το έργο γράφτηκε λίγα χρόνια μετά τη δίκη, και φυσικά δεν είναι μια ακριβής λέξη προς λέξη περιγραφή της ομιλίας του Σωκράτη, αλλά επειδή κατά τη συγγραφή του το θέμα ήταν νωπό στη μνήμη των Αθηναίων και πολλοί από τους παρόντες στη δίκη σίγουρα είχαν πρόσβαση στο Πλατωνικό κείμενο, θεωρείται αξιόπιστη πηγή, όσον αφορά τα κεντρικά σημεία υπεράσπισης και το πνεύμα των περιστατικών που εξελίχτηκαν.

Μεγάλο ρόλο στην επιρροή που είχαν τα τελευταία γεγονότα της ζωής του φιλοσόφου έπαιξε η στάση του απέναντι στον θάνατο που ήξερε ότι ερχόταν. Ο Σωκράτης είχε πολλές ευκαιρίες να γλιτώσει. Θα μπορούσε να φύγει από την πόλη με το που έμαθε την κατηγορία εναντίον του, αφού σίγουρα ήξερε ότι δεν είχε πολλές ελπίδες ενάντια σε ένα καθεστώς που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την αλήθεια όσο για το πώς θα βρει τρόπο να εξωραΐσει τα δικά του εγκλήματα και να καλύψει την εκδικητικότητά του με την πρόφαση της κατηγορίας του αθεϊσμού. Η φυγή ήταν συνηθισμένη ενέργεια όταν η αθώωση ήταν αμφίβολη˙ αυτήν επέλεξε και ο Αριστοτέλης αργότερα, όταν κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδων τον Ιεροφάντη για ασέβεια προς τους θεούς αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και έφυγε για την Χαλκίδα.

Ο Σωκράτης λοιπόν εμφανίστηκε στη δίκη του για να αντιμετωπίσει το κατηγορητήριο αλλά και αυτό που παρουσιάζει ο ίδιος σαν την πραγματική αιτία της θανάτωσής του, την κακοφημία και τις συκοφαντίες που λέγονταν εις βάρος του, που προέρχονταν από μίσος επειδή έδειχνε, για αυτούς που παρίσταναν τους σοφούς, ότι δεν ήξεραν τίποτα. Στην απολογία του (όπως μας την αφηγούνται ο Πλάτωνας αλλά και ο Ξενοφώντας), έδειξε προκλητική και ειρωνική στάση απέναντι στους κατήγορούς του και στους δικαστές, αλλά και περηφάνια και θάρρος.

Δικαιολόγησε τον βίο του λέγοντας πως ο θεός τον πρόσταζε να έχει τη στάση ζωής που είχε, και πάντα έκανε ό,τι αυτός όριζε, κατά τη δική του πάντα αντίληψη, όπως του φανερώνονταν «με χρησμούς και με όνειρα και με κάθε τρόπο, με τον οποίο κάθε θεϊκή ύπαρξη ορίζει οτιδήποτε στους ανθρώπους να πράττουν»[1]σελ.69, είτε όταν ζούσε φιλοσοφώντας και εξετάζοντας τον εαυτό του και τους άλλους είτε κατά τη δίκη του. «Υπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο… Πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα.»[1]σελ.65. «Εκείνοι ονομάζουν αυτούς που προλέγουν το μέλλον με σημεία ‘πουλιά’, ‘μύθους’, οιωνούς’ και ‘μάντεις’, ενώ εγώ το ονομάζω ‘δαιμόνιο’»[3]σελ.135. Το δαιμόνιό του πάντα τον εμπόδιζε αν ήταν να κάνει κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά δεν τον σταμάτησε ούτε όταν ξεκίνησε από το σπίτι του για να πάει στη δίκη, ούτε κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ενώ πολλές φορές ενώ μιλούσε τον ανάγκαζε να σωπαίνει. Γι’ αυτό και δεν ετοίμασε λόγο από πριν για να τον εκφωνήσει μπροστά στους δικαστές. «Δυο φορές κιόλας, που προσπάθησα να σκεφτώ την απολογία μου, το δαιμόνιο με απέτρεψε»[3]σελ.131. Γιατί να προετοιμαστεί εξάλλου αφού, όπως λέει, μιλάει στους δικαστές όπως μιλάει στην αγορά, με λόγια απλά και λέγοντας ειλικρινά αυτά που σκέφτεται; «Δε σου φαίνομαι ότι έχω περάσει τη ζωή μου μελετώντας την απολογία μου;…Επειδή έχω ζήσει χωρίς να κάνω ποτέ κάτι άδικο»[3]σελ.129. «Σωστά λοιπόν, οι θεοί με απέτρεψαν τότε να σκεφτώ τον λόγο μου»[3]σελ.133.

Σύμφωνα με αυτόν, ό,τι του συμβαίνει, είναι για το καλό του (και θέλημα θεού), κι ας θεωρείται από άλλους κακό. Και όπως θα ήταν λάθος να εγκαταλείψει τη θέση του στον πόλεμο (είχε πολεμήσει στην Ποτίδαια, στην Αμφίπολη και στο Δήλιο) αφού του το είχε ορίσει ο θεός αλλά και οι εκλεγμένοι από τους Αθηναίους άρχοντες, έτσι και τώρα θα έκανε πολύ άσχημα να ξεφύγει από τη δίκη του. Η συνεχείς αναφορές του στον θεό, φυσικά δεν είναι τυχαία, αφού ήθελε να διαψεύσει το κατηγορητήριο, που μιλούσε για αθεΐα.

Όσο για τον φόβο του θανάτου (όπως είδαμε κι αλλού), αυτός δεν αρμόζει στην φιλοσοφική ζωή, αφού υποδηλώνει ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο κακό, κάτι που ένας φιλόσοφος δεν μπορεί να νομίζει ότι γνωρίζει. Το να φοβάσαι τον θάνατο λοιπόν είναι σαν να παριστάνεις ότι ξέρεις κάτι που δεν ξέρεις («Και δεν είναι αμάθεια αυτό επονείδιστη, το να νομίζει κανείς ότι γνωρίζει εκείνα που δεν γνωρίζει;»[1]σελ.57). Γιατί ένα από τα δύο είναι ο θάνατος: Είτε δεν είναι τίποτα και απλά όποιος πεθαίνει δεν έχει καμία συναίσθηση του γεγονότος, είτε συμβαίνει κάποια «μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπο σε έναν άλλο». Είτε δηλαδή είναι σαν ύπνος χωρίς όνειρα, και η αιωνιότητα έτσι φαντάζει σαν μία μόνο νύχτα, είτε η αναχώρηση σε άλλο τόπο θα τον πάει εκεί που είναι όλοι οι νεκροί και όπου θα έβρισκε την παρέα του Ομήρου, του Ορφέα και του Ησίοδου. «Εγώ πάντως, πολλές φορές θα ήθελα να πεθάνω αν όλα αυτά αληθεύουν»[1]σελ.89. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Σωκράτης αδιαφορούσε για τη ζωή ή ότι δεν την χαιρόταν, αντιθέτως έλεγε πως έζησε την καλύτερη δυνατή ζωή και μάλιστα χάρη στους νόμους και τους πολίτες της Αθήνας (και την αυτοκτονία τη θεωρούσε ανεπίτρεπτη). Καλωσόριζε όμως τον θάνατο επειδή ήταν η κλιμάκωση της ζωής του, μένοντας συνεπής στην φιλοσοφία του και σε αυτά που έκρινε ότι ο θεός απαιτούσε από αυτόν. «Για μένα είναι φυσικό ένας άνθρωπος που αφιέρωσε πραγματικά τη ζωή του στη φιλοσοφία να μη λιποψυχεί την ώρα που πρόκειται να πεθάνει και να ευελπιστεί πως, όταν πεθάνει, θα έχει εκεί τα μεγαλύτερα αγαθά»[4]σελ.81.

Αυτό που θέλει είναι, όσο μπορεί, να ωφελήσει τους συμπολίτες του χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι αν η συμπεριφορά του είναι του καλού ή του κακού ανθρώπου˙ όχι η γνώμη του κόσμου. «Δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου»[1]σελ.65.

«Αν με θανατώσετε, και είμαι πράγματι αυτός που λέω εγώ, δεν θα με βλάψετε τόσο όσο θα βλάψετε τους εαυτούς σας. Γιατί εμένα σε τίποτα δεν θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος [κατήγοροί του]. Δεν θα είχαν τη δυνατότητα, γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται ο χειρότερος άνθρωπος να βλάψει έναν καλύτερο. Θα μπορούσε βέβαια να με σκοτώσει ίσως ή να με εξορίσει ή και να μου στερήσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αυτά τα πράγματα ίσως αυτός ή και κάποιος άλλος να τα θεωρεί μεγάλα κακά. Όχι όμως εγώ. Θεωρώ πολύ χειρότερο να κάνει κανείς ό,τι κάνει αυτός τώρα, προσπαθώντας να σκοτώσει άδικα έναν άνθρωπο. Τώρα λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, δεν απολογούμαι καθόλου για χάρη του εαυτού μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για χάρη σας, για να μην αμαρτήσετε, καταδικάζοντάς με, προς τον θεό, περιφρονώντας αυτό που σας έδωσε»[1]σελ.63.

Λίγο πριν κλείσει την υπεράσπισή του, και αφού έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον των κατηγοριών, εκφράζει την περιφρόνησή του για τα παρακάλια που συνηθίζεται να κάνουν οι κατηγορούμενοι σε αυτό το σημείο. Κάποιος άλλος, λέει, και ίσως και οι ίδιοι αυτοί στους οποίους απευθύνεται, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του, για να γλιτώσει τις κατηγορίες, ότι «θα παρακαλούσε και θα ικέτευε τους δικαστές με πολλά δάκρυα, φέρνοντας στο βήμα και τα παιδιά του, για να τον λυπηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, και άλλους πολλούς συγγενείς και φίλους ενώ εγώ δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά, παρόλο που διατρέχω, όπως φαίνεται, τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ίσως λοιπόν κανείς, αν αναλογιστεί αυτά τα πράγματα, να γίνει πιο σκληρός απέναντί μου και να οργιστεί γι’ αυτά και να δώσει με οργή την ψήφο του»[1]σελ.71. Ξέρει πολύ καλά λοιπόν ότι τα λεγόμενά του μπορεί να εξοργίσουν το ακροατήριό του και να είναι εις βάρος του. Αναφέρει ότι έχει τρεις γιους, «αλλά όμως κανέναν απ’ αυτούς δεν ανέβασα στο βήμα για να σας παρακαλέσω να με αθωώσετε. Γιατί λοιπόν δεν κάνω τίποτα απ’ αυτά; Όχι από υπεροψία, άνδρες Αθηναίοι, ούτε για να σας ντροπιάσω. Αν αντιμετωπίζω τον θάνατο θαρραλέα είναι άλλη υπόθεση. Για τη φήμη όμως, και τη δική μου και την δική σας και ολόκληρης της πόλης, δεν νομίζω ότι είναι πρέπον να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν είναι πρέπον στην ηλικία μου αλλά και στο όνομα που έχω αποκτήσει, αληθινό ή ψεύτικο. Γιατί, υπάρχει η γνώμη ότι ο Σωκράτης σε κάτι διαφέρει από το πλήθος των ανθρώπων…Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους, που όταν δικάζονται, ενώ πριν φαίνονταν σπουδαίοι, κάνουν πράγματα ανάρμοστα, σα να θεωρούν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό αν πεθάνουν, ως εάν επρόκειτο να είναι αθάνατοι αν δεν τους σκοτώνατε εσείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου φαίνεται πως ντροπιάζουν την πόλη»[1]σελ.73.

«Εκτός από το θέμα της φήμης, άνδρες, δεν μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλεί κανείς τον δικαστή, ούτε παρακαλώντας τον να αθωώνεται, αλλά εξηγώντας του και πείθοντάς τον»[1]σελ.75. Γιατί ο δικαστής δεν βρίσκεται στη θέση που κατέχει για να απονείμει δικαιοσύνη κάνοντας χάρες, αλλά για να κρίνει και να εφαρμόζει τους νόμους. «Αν σας έπειθα παρακαλώντας σας, θα σας έκανα να παραβείτε τον όρκο σας, και θα ήταν σα να σας δίδασκα να μην πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί»[1]σελ.75. Ούτε στην ηλικία του αρμόζουν τα παρακάλια. Αν καταδικαστεί τώρα, το τέλος του θα είναι πιο εύκολο και ανώδυνο για αυτόν και τους φίλους του. Γιατί αν δεν πεθάνει τώρα, 70 χρόνων, τα γηρατειά θα τον κάνουν να ξεχνάει ό,τι έχει μάθει και να μαθαίνει δυσκολότερα, και θα τον βρουν οι αρρώστιες. Και αφού μέχρι τώρα έχει ζήσει ενάρετα και όπως αυτός ήθελε, και δεν θα αφήσει τίποτα δυσάρεστο ή άσχημο πίσω του, οι φίλοι του δεν θα έχουν κάτι για να λυπηθούν για το χαμό του. Προτιμάει το θάνατο από το να συνεχίσει να ζει ανελεύθερος, ή να ζητιανέψει για να κερδίσει χειρότερη ζωή από τον θάνατο[3]σελ.133.

Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την απολογία του, έχει δείξει ανωτερότητα σε ένα δικαστήριο που έχει συνηθίσει να δέχεται παρακάλια (κάτι που ίσως φάνηκε υπεροπτικό και άρα προσβλητικό), έχει αντιμετωπίσει τον κατήγορό του Μέλητο με περιφρόνηση και ειρωνεία στην σύντομη ανάκρισή του (σε μια επιχειρηματολογία που μπορεί οι δικαστές να εξέλαβαν ως ρητορική επιδεξιότητα ενός ενόχου που θέλει να αποπροσανατολίσει το ακροατήριό του) και έχει κατηγορήσει τη δημοκρατικότητα του τότε πολιτεύματος και άρα, έμμεσα, και την αξίωση των δικαστών του να αποφασίσουν σωστά για τη μοίρα του (και είδαμε ότι στο φόντο της δίκης υπήρχε η υποψία σύμπλευσης του Σωκράτη με τους Τυράννους και με τον προδότη Αλκιβιάδη).

Η ψηφοφορία των 500 δικαστών έρχεται εις βάρος του με μόνο 30 ψήφους διαφορά, οπότε αποφασίζεται η ενοχή του Σωκράτη. Τώρα, απευθύνεται άλλη μια φορά στους ίδιους δικαστές για να προτείνει την ποινή που πιστεύει ότι του αξίζει, προσπαθώντας να τους πείσει να του την αποδώσουν (ο νόμος δεν όριζε ποινή για το αδίκημά του). Όμως αυτό δεν μπορεί να το κάνει, γιατί η πρόταση οποιασδήποτε ποινής θα ισοδυναμούσε με παραδοχή της ενοχής του.

Και τι εναλλακτική ποινή θα μπορούσε να προτείνει άλλωστε; Φυλάκιση; Αυτό θα σήμαινε να ζει σαν δούλος εκείνων που θα ορίζονταν φύλακές του. Χρηματική ποινή; Λεφτά ο ίδιος δεν είχε, άρα μέχρι να βρει θα έπρεπε να μείνει φυλακισμένος, που σημαίνει ότι θα έμενε στη φυλακή σαν δούλος μέχρι να πεθάνει. Εξορία; Όπου και να πήγαινε θα συναντούσε την ίδια αντιμετώπιση, και μάλιστα σε λιγότερο ευνομούμενη πόλη της Ελλάδας. Δεν θα μπορούσε να φύγει από την Αθήνα και «να ζήσει κάπου ήσυχα σωπαίνοντας», γιατί αυτό θα σήμαινε ότι παρακούει τον θεό «και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος.»[1]σελ.81. Ακόμα και αθώο να τον κρίνανε, και να τον αφήνανε ελεύθερο χωρίς ποινή, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα ξαναενοχλήσει κανέναν με τις ερωτήσεις του, πάλι δε θα σταματούσε να γυρίζει τους δρόμους και να εξετάζει τον εαυτό του και τους Αθηναίους. «Εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω σ’ ό,τι κάνω, ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνω πολλές φορές»[1]σελ.61.

Και για να δείξει ότι δεν αλλάζει γνώμη για τη στάση ζωής του ούτε έχει την διάθεση να αναγνωρίσει την ενοχή του μετά την απόφαση των δικαστών, προτείνει σαν αντίτιμο των ενεργειών του, αντί για κάποια ποινή, την δωρεάν ισόβια σίτισή του στο Πρυτανείο. Αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να ιδωθεί σαν τιμωρία, αλλά ήταν μια μεγάλη τιμή που οι Αθηναίοι επιφύλασσαν στους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων και στους ευεργέτες της πόλης. Οι δικαστές σίγουρα αυτό το πήραν σαν μεγάλη προσβολή και πρόκληση, αλλά και ένδειξη υπεροψίας και εγωισμού, αφού ο Σωκράτης τους έδειχνε ότι δεν αναγνώριζε την ενοχή του ακόμα κι όταν είχε ήδη αποφασιστεί από το αρμόδιο δημοκρατικό δικαστικό όργανο.

Για να μην φανεί όμως ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή ή ότι επιθυμεί τον θάνατο, λέει πως αν είχε χρήματα θα πρότεινε ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να πληρώσει, και έτσι προτείνει το πολύ μικρό ποσό της μίας ασημένιας «μνας», που μπορούσε να διαθέσει. Ξέροντας ότι το ποσό θα φανεί ανεπαρκές (και άρα πρόκληση όπως το αίτημά του για δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο), και ότι οι φίλοι του θα εγγυηθούν για αυτόν, προτείνει στο τέλος 30 μνες.

Μάλλον ήταν πολύ αργά για μια ειλικρινή πρόταση εναλλακτικής ποινής ων μετά από όλα όσα είπε κατά την απολογία του και την ειρωνική του στάση, που φαίνεται ότι δεν άρεσε στους δικαστές. Ο Ξενοφώντας μας δίνει τη γνώμη του για την καταδίκη: «Εκθειάζοντας τον εαυτό του στο δικαστήριο, προκάλεσε φθόνο κι έκανε επομένως τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο»[3]σελ.145. Το αίτημά του για αποπληρωμή της ενοχής του δεν έγινε δεκτό (πόσο μάλλον το αίτημα για δωρεάν σίτιση), και η νέα ετυμηγορία ζητούσε τον θάνατο του φιλοσόφου, και μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη διαφορά στις ψήφους αυτήν την φορά. Έχει τώρα μια τελευταία δυνατότητα να μιλήσει στους παρευρισκόμενους, πριν μεταφερθεί στο κελί του. Βρίσκει την ευκαιρία να επιπλήξει τους δικαστές και να τους αποδώσει ενοχές για την άδικη καταδίκη, να εξηγήσει τη στάση του στη δίκη και στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και να μιλήσει ξανά για την σωστή αντιμετώπιση ενός επικείμενου θανάτου.

Αν περίμεναν, λέει στους δικαστές, λίγο ακόμα και δεν τον θανατώνανε, λίγο καιρό μετά αυτό θα είχε γίνει από μόνο του (ήτανε πια 70 χρονών). Κάνανε κακό στους εαυτούς τουςγιατί τώρα οι εχθροί τους, για να τους κακολογήσουν και μόνο, θα πουν ότι «ο Σωκράτης είναι σοφός» και ότι τον αδικήσανε, σκοτώνοντας έναν μεγάλο Αθηναίο. Και να μην νομίζουν, λέει, ότι ο λόγος της καταδίκης του ήταν η αποτυχία του να τους πείσει, λέγοντάς τους ό,τι θα ήθελαν να ακούσουν και κάνοντας τα πάντα για να γλιτώσει το θάνατο. «Καταδικάστηκα…επειδή δεν μπόρεσα να φανώ θρασύς και αναιδής, και επειδή δεν θέλησα να σας πω πράγματα που θα ακούγατε πολύ ευχαρίστως, να κλαίω και να οδύρομαι, να πράττω και να λέω πολλά άλλα, κατά τη γνώμη μου ανάξιά μου, σαν αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε από άλλους»[1]σελ.83.

«Ούτε σε δίκη ούτε σε πόλεμο ούτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρέπει εγώ ή άλλος κανένας να μηχανεύεται πώς, με κάθε μέσο, θα αποφύγει το θάνατο…γιατί μπορεί κανείς να αποφύγει το θάνατο εγκαταλείποντας τα όπλα του και ικετεύοντας τους εχθρούς» Υπάρχουν πολλοί τρόποι να γλιτώσει κανείς το θάνατο, αν έχει το θράσος να πει και να πράξει οτιδήποτε. Είναι πολύ δυσκολότερο να αποφύγει την κακή ζωή. «Γιατί το κακό τρέχει γρηγορότερα από τον θάνατο. Εμένα τώρα, αργό και γέροντα, με έχει προφτάσει το πιο αργό από τα δύο˙ τους κατήγορούς μου όμως, που είναι φοβεροί και γρήγοροι, το χειρότερο, η κακία…Εγώ θα υπομείνω την ποινή μου, το ίδιο κι εκείνοι»[1]σελ.85. Αναφερόμενος στον Άνυτο λέει «να ένας άνδρας πολύ περήφανος, λες κι έχει κάνει κάποιο μεγάλο και λαμπρό κατόρθωμα…δεν ξέρει ότι όποιος από τους δυο μας έχει κάνει, κάτω από το βλέμμα της αιωνιότητας, τα πιο ωφέλιμα και τα πιο όμορφα πράγματα, αυτός είναι και ο νικητής»[3]σελ.145. Τον χαρακτήρισε ασθενική ψυχή με δουλοπρεπή ενασχόληση, και προφήτευσε την κακή τύχη του γιου του, αφού αυτός θα έχει μόνο κακές συμβουλές να του δώσει. «Δεν κρατάω καμιά κακία…αλλά επειδή πίστευαν [οι κατήγοροι] ότι έτσι θα με έβλαπταν, γι’ αυτό τον λόγο είναι αξιοκατάκριτοι»[1]σελ.91.

Όταν κατάλαβε ότι οι φίλοι του ήταν δακρυσμένοι, τους ρώτησε: «αλήθεια δακρύζετε τώρα; Δεν ξέρατε από παλιά πως αφότου γεννήθηκα ήμουν από τη φύση καταδικασμένος σε θάνατο; Αν, βέβαια, πέθαινα πριν την ώρα μου, τη στιγμή που τα αγαθά έρρεαν προς το μέρος μου, τότε είναι φανερό πως εγώ και οι φίλοι μου θα έπρεπε να λυπόμαστε. Αν όμως τελειώνω τη ζωή μου, τη στιγμή που δεν προσδοκώ πια παρά δυσκολίες, τότε νομίζω πως όλοι μας πρέπει να χαιρόμαστε για την καλή μου τύχη»[3]σελ.143. Ο Απολλόδωρος του είπε «Αυτό που με στενοχωρεί τρομερά, Σωκράτη, είναι που σε βλέπω να πεθαίνεις άδικα» -«Αγαπημένε μου Απολλόδωρε, θα προτιμούσες λοιπόν να με δεις να πεθαίνω δίκαια;»[3]σελ.143

Απέχοντας από το να παραδεχτεί δικό του φταίξιμο ακόμα και τώρα που το τέλος ήταν σίγουρο, είπε στους παρόντες Αθηναίους: «τους γιους μου, όταν γίνουν έφηβοι, να τους τιμωρήσετε» ενοχλώντας τους όπως και ο ίδιος αυτούς, και αν οι γιοι του νομίζουν ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι, να τους επικρίνουν. Δεν έδειξε κανένα ίχνος μετάνοιας, και επιδοκίμασε το φιλοσοφικό του έργο, λέγοντας πως ό,τι έκανε αυτός, αυτό ευχόταν να κάνουν άλλοι και στα παιδιά του, για να γίνουν καλύτεροι.
Τα τελευταία λόγια του στη δίκη, ίσως με μία διάθεση υστεροφημίας, ήταν: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό»[1]σελ.93.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, όταν ο Κρίτων πηγαίνει να επισκεφτεί τον φίλο του μια μέρα πριν εκτελεστεί, τον βρίσκει να κοιμάται ήρεμα και εκπλήσσεται «με πόση ευκολία και πραότητα» υπομένει την καταδίκη που του αποδώσανε άδικα οι Αθηναίοι. «Και άλλοι Σωκράτη, σε μεγάλη ηλικία πέφτουν σε τέτοιες συμφορές, αλλά η ηλικία δεν τους κάνει να μην αγανακτούν με την κακή τους τύχη.» «Έχεις δίκιο», του απαντάει, αλλά «θα ήταν ανόητο να αγανακτώ στην ηλικία μου, επειδή πρέπει πια να πεθάνω»σελ.111. Πιστεύει ότι δεν έχει πραγματικό λόγο να ανησυχεί. Είδε ένα όνειρο με «κάποια γυναίκα με ωραίο σώμα και όμορφο πρόσωπο, ντυμένη στα άσπρα, που ήλθε κοντά μου, με φώναξε και μου είπε: Σωκράτη, σε τρεις μέρες θα φτάσεις στην εύφορη Φθία»σελ.113. Πρόκειται για Ομηρική αναφορά, όπου ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα (Ι:363) μιλάει για επιστροφή σε τρεις μέρες «στη Φθία την πλούσια», η οποία θεωρείται μια ονειρική γη, μια ιδεατή, εύφορη χώρα, καλλιγύναικος και ευτυχισμένη.

Όταν ο Κρίτων του λέει πως θα ήταν εύκολο να δραπετεύσει με τη βοήθεια των φίλων του, δεν τους ακολούθησε «ρωτώντας τους σε ποιο μέρος εκτός της Αττικής, δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος»[3]σελ.141. Εξάλλου, αν πήγαινε στη Θεσσαλία όπου ο Κρίτων είχε φίλους, «εκεί είναι γνωστό ότι επικρατεί πολύ μεγάλη αταξία και ακολασία»[2]σελ.145και οι ντόπιοι ίσως να διασκέδαζαν και να τον περιγελούσαν ακούγοντας με ποιο γελοίο τρόπο απέδρασε μεταμφιεσμένος, φορώντας δέρμα ζώου όπως συνηθίζουν να μεταμφιέζονται όσοι δραπετεύουν. Η ντροπή του θα μεγάλωνε από το γεγονός ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, και τόλμησε να εξευτελιστεί με τέτοιο τρόπο ενώ του είχαν μείνει λίγα χρόνια ζωής έτσι κι αλλιώς. Για να αποφύγει τέτοια σχόλια λοιπόν, θα κατέφευγε σε κολακείες, με το να γίνεται ευχάριστος σε όλους, καταντώντας να ζει δουλικά. Κανένας πουθενά δεν θα του έδειχνε εμπιστοσύνη, αφού θα τον θεωρούσαν εχθρό που περιφρόνησε την πρώτη του πατρίδα, άρα ίσως περιφρονήσει και τη δεύτερη.

Και όταν ο Φαίδων τον είδε την τελευταία μέρα της ζωής του, αναφέρει: «Δε με κατέλαβε οίκτος. Μου έδινε, βλέπεις, την εντύπωση ανθρώπου ευτυχισμένου»[4]σελ.65. Αφού ήπιε το κώνειο και το σώμα του άρχισε να παγώνει, είπε τα τελευταία του λόγια: «Χρωστάμε, Κρίτωνα, έναν κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε»[4]σελ.267. Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής, και ο Σωκράτης εδώ μάλλον εννοεί πως χρωστάει ευγνωμοσύνη στον θεό για την θεραπεία από την ασθένεια του σώματος, τώρα που απαλλάσσεται η ψυχή του από αυτό.

Ο Ξενοφώντας κλείνει την αφήγησή του με το εξής: «Και εύκολο θάνατο πέτυχε και το πιο δύσκολο κομμάτι της ζωής απέφυγε. Μπροστά στον θάνατο δεν αποχαυνώθηκε, αλλά καλοδιάθετος τον δέχτηκε και τον αντιμετώπισε»[3]σελ.145.
---------
Πηγές:
[1] Απολογία Σωκράτους
[2] Πλάτων – Κρίτων (ή περί του πρακτέου)
[3] Ξενοφών – Απολογία Σωκράτους
[4] Φαίδων (ή περί ψυχής)

Ο Φραντς Κάφκα και οι μεταμορφώσεις

Το λογοτεχνικό βεληνεκές της «μεταμόρφωσης» του Κάφκα κρίνεται δεδομένο. Ο Κάφκα κατατάσσεται στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα και η «Μεταμόρφωση», μαζί με τη «Δίκη» αποτελούν όχι μόνο τα πιο γνωστά, αλλά και τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της καφκικής σκέψης. Η υπόθεση του έργου συγκεκριμενοποιείται από την αρχή. Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα τυχαίο πρωί και διαπιστώνει ότι είναι κατσαρίδα (αν και οι πιο σύγχρονες μεταφράσεις τον θέλουν σκαθάρι). Εγκλωβισμένος στο νέο του σώμα προβαίνει στη λογική σκέψη: «Τι μου συνέβη;» κι αμέσως μετά: «πώς θα μπορούσα να κοιμηθώ ακόμα λίγο και να ξεχάσω αυτές τις τρέλες;»

Προσπαθεί να γυρίσει πλευρό, αλλά κάτι τέτοιο κρίνεται αδύνατο καθώς είναι αναποδογυρισμένος με τα μικρά του ποδαράκια να σαλεύουν στον αέρα. Ισορροπώντας στο μεταίχμιο του συνειδητού και του ασυνείδητου, του ύπνου και του ξύπνιου, ο Γκρέγκορ προβαίνει στις σκέψεις: «Αχ, θεέ μου, πόσο επίπονο επάγγελμα διάλεξα! Μέρα νύχτα ταξιδεύω. Κι όλη αυτή η επαγγελματική ένταση είναι πολύ μεγαλύτερη από κείνη που θα είχα σ’ ένα δικό μου μαγαζί…..Δεν πάνε όλα στο διάβολο!» και λίγο αργότερα όταν πια βλέπει το ξυπνητήρι συνειδητοποιώντας ότι η ώρα είναι εξήμιση και ότι έχει αργήσει ανεπανόρθωτα στη δουλειά το μόνο που σκέφτεται είναι η οργή του αφεντικού και το αν μπορεί να προλάβει το τρένο των εφτά. Το αφεντικό δεν θα έδειχνε καμία κατανόηση «θα ερχόταν με το γιατρό του ταμείου, θα τον κατηγορούσε στους γονείς του για τεμπελιά κι έπειτα με τη βοήθεια του γιατρού θα υποστήριζε πως γενικά όλοι οι άνθρωποι είναι υγιείς, αλλά δεν θέλουν να δουλεύουν».

Με δυο λόγια βρισκόμαστε μπροστά στο εξωφρενικό που αποτελεί μοναδική πραγματικότητα. Μπροστά στην αδιαπέραστη υπερβολή που δεν εξαντλείται στο παράλογο της μεταμόρφωσης, αλλά εξελίσσεται σ’ ένα παραληρηματικό κυκεώνα ανορθολογισμού ισοπεδώνοντας τα πάντα. Ο Γκρέγκορ δεν έχει να πει απολύτως τίποτε για την ουσία της τραγωδίας που είναι η καθαυτή μεταμόρφωσή του σε κατσαρίδα. Το ανήμπορο της κατάστασής του, σε προσωπικό επίπεδο, τον αφήνει τελείως αδιάφορο μπροστά στην ανημποριά των κοινωνικών του υποχρεώσεων που φυσικά κορυφώνονται στο θέμα της εργασίας. Θα έλεγε κανείς ότι αν μπορούσε να εκτελεί τα εργασιακά του καθήκοντα δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Όμως το θέμα της εργασίας δεν είναι τόσο απλό, αφού σχετίζεται με τη συντήρηση της οικογένειάς του. Μετά τη χρεοκοπία του πατέρα τα οικονομικά αναλαμβάνει ο Γκρέγκορ που χρηματοδοτεί εξολοκλήρου την οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα και η μικρή του αδερφή κρέμονται κυριολεκτικά από αυτόν. Το αξιοπρεπές σπίτι που ο ίδιος πληρώνει είναι η μέγιστη περηφάνια. Είναι η ίδια η καταξίωση. Η ανέλιξή του στη δουλειά δρα ευεργετικά όχι μόνο γιατί βελτιώνει τα οικονομικά της οικογένειας, αλλά και γιατί προσδίδει κοινωνικό κύρος στην οικογένεια. Και φυσικά, εδώ δεν υπονοείται καθόλου το οικογενειακό δράμα της εκμετάλλευσης που θέλει όλους να απομυζούν τον ένα και να προβαίνουν σε προσωπικές απολαύσεις στερώντας του τα πάντα. Εδώ μιλάμε για τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις που ορίζονται αποκλειστικά από τον καθορισμό του εαυτού, δηλαδή από τη μέγιστη εσωστρέφεια. Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας με τον Γκρέγκορ καθορίζονται αποκλειστικά από τον ίδιο τον Γκρέγκορ και είναι ο ίδιος που πρέπει να προβεί στον καθορισμό του εαυτού προκειμένου να τις καθορίσει. Τι γνωρίζουμε για τον Γκρέγκορ; Τι γνωρίζει ο Γκρέγκορ για τον εαυτό του; Τι επιθυμεί; Τι θα ήθελε να αγοράσει για τον εαυτό του με όλα αυτά τα χρήματα που έβγαλε; Το μόνο που ξέρουμε είναι η δεδομένη απέχθεια για τη δουλειά του.

Τελικά, το πορτρέτο του Γκρέγκορ, ως αξιοπρεπή γιου που θυσιάζεται για την οικογένεια, ανατρέπεται καθώς βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν ανυπόστατο άνθρωπο. Οι δυο αυτοί πόλοι (εργασία και οικογένεια) δεν είναι παρά η αφορμή της απόλυτης θυσίας του εαυτού, δηλαδή η τεκμηρίωση της ανυπόστατης φύσης του Γκρέγκορ, που οφείλει να υποταχθεί μπροστά σε οποιαδήποτε εξουσία. Ο Γκρέγκορ δεν επιθυμεί ποτέ τίποτε για τον εαυτό του γιατί αντικατέστησε την επιθυμία με το καθήκον. Όμως η άρνηση της επιθυμίας είναι η ίδια η άρνηση της ύπαρξης, δηλαδή η υπέρτατη ενοχή. Και κάπου εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός πυρήνας του Κάφκα, που μόνο η σκοτεινότητα της παραιτημένης ύπαρξης μπορεί να εκφράσει. Γιατί μόνο η παραίτηση νομιμοποιεί τις προσβολές κι ο Γκρέγκορ (ως κατσαρίδα) αν και αντιλαμβάνεται απολύτως όλους τους διαλόγους (το να κρυφακούει είναι η αγαπημένη του ενασχόληση) δεν αγανακτεί ποτέ για τη συμπεριφορά που εισπράττει. Αντίθετα φορτώνεται κάθε ευθύνη χωρίς ίχνος αυτολύπησης. Η μοναδική πρωτοβουλία που οραματιζόταν όταν ακόμα ήταν άνθρωπος, η εγγραφή της αδερφής του σε ωδείο, θα παραμείνει ανεκπλήρωτη. Κι εδώ δεν αναφερόμαστε και πάλι στην άρνηση του εαυτού, αφού και πάλι η ύψιστη χαρά είναι η υλοποίηση της ξένης επιθυμίας, ούτε στην απολύτως ανθρώπινη ανιδιοτελή προσφορά στην αδερφή. Εδώ μιλάμε για τη δειλία της ύπαρξης και την αναβλητικότητα μπροστά στην όψη της εξουσίας, γιατί ο Γκρέγκορ θέλει από καιρό να στείλει την αδερφή του στο ωδείο, αλλά σκοντάφτει στην άρνηση του πατέρα που επί της ουσίας αδυνατεί να αντιμετωπίσει.

Όμως ο Κάφκα δεν σταματά στην οπτική του μεταμορφωμένου υποκειμένου, αλλά συνεχίζει περικλείοντας όλες τις οπτικές. Ο πατέρας τον τρομάζει ουρλιάζοντας και τον τραυματίζει πετώντας του μήλα. Η μητέρα θέλει να λιποθυμήσει όταν τον βλέπει. Τον απομονώνουν στο δωμάτιό του κι απαιτούν να μη βγαίνει ποτέ. Η αδερφή του είναι η μόνη που μπαίνει στο δωμάτιο και του φέρνει καθημερινά φαγητό. Η εμφάνιση του Γκρέγκορ μπροστά στους νοικάρηδες (που αναγκάστηκε να βάλει η οικογένεια στο σπίτι για οικονομικούς λόγους) ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή. Οι νοικάρηδες απειλούν ότι θα φύγουν χωρίς να πληρώσουν, ο πατέρας γίνεται έξαλλος, η μητέρα δεν ανασαίνει και η αδερφή δηλώνει: «Πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαχτούμε από αυτό. ….Όταν κανείς έχει δουλειές δεν μπορεί συνάμα να έχει στο κεφάλι του κι αυτή την ασταμάτητη τυραννία. Εγώ δεν μπορώ άλλο» και ο πατέρας αναφωνεί: «αν μπορούσε να μας καταλάβει».

Η αναφώνηση του πατέρα δεν σηματοδοτεί ούτε την αχαριστία, ούτε την απανθρωπιά, ούτε οτιδήποτε τέτοιο, αλλά την αποθέωση της ανθρώπινης ασυνεννοησίας, δηλαδή την οριστική ματαίωση του Γκρέγκορ που και ως άνθρωπος και ως κατσαρίδα δεν επιζητούσε παρά την ελάχιστη αποδοχή. Γι’ αυτό δεν έκανε ποτέ τίποτε για τον εαυτό του. Γι’ αυτό ήθελε να περνά απαρατήρητος. Να μην ενοχλεί. Να προσφέρει χωρίς αντιρρήσεις. Γι’ αυτό φοβόταν την απόρριψη του αφεντικού ή του πατέρα ή της οποιασδήποτε εξουσίας. Γι’ αυτό ζούσε στα κατάβαθα των ενοχών. Γιατί το εκτόπισμα των άλλων κουρέλιαζε το δικό του. Γιατί και η ελάχιστη διεκδίκηση μπορεί να φέρει συγκρούσεις. Γιατί ο Γκρέγκορ αδυνατούσε να υποφέρει την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων «που διαρκώς αλλάζουν χωρίς ποτέ να γίνονται εγκάρδιες». Κι αυτή ακριβώς είναι η κατά Κάφκα μεταμόρφωση. Είναι η ψυχική μεταμόρφωση της παραίτησης από την ίδια τη ζωή. Η ατολμία που δρα ως παραλυτικός μηχανισμός. Ο φόβος που διαλύει τη βούληση. Η σιωπή που εξασφαλίζει την ησυχία. Οι ενοχές που διαλύουν όλες τις πρωτοβουλίες. Το καθήκον που καταβροχθίζει την επιθυμία. Η υποταγή που συντρίβει τον άνθρωπο. Η ύψιστη παθητικότητα που σηματοδοτεί την κατσαριδοποίηση του ανθρώπου. Τελικά η μεταμόρφωση του Κάφκα ξεπερνά όλες τις μεταμορφώσεις πετυχαίνοντας την απόλυτη αντιστροφή. Γιατί ο Γκρέγκορ δεν μεταμορφώθηκε σε κατσαρίδα εκείνο το πρωί, αλλά μάλλον απέκτησε τη φυσιολογική του όψη. Γιατί η εμφάνιση δεν εξασφαλίζει το είναι και από αυτή την άποψη η μεταμόρφωση ήταν περισσότερο προηγουμένως που βλέπαμε την κατσαρίδα μεταμορφωμένη σε άνθρωπο. Ο άνθρωπος – κατσαρίδα είναι η βασική ιδέα όλου του έργου του Κάφκα. Και στη «Δίκη» και στον «Πύργο» και στην «Αμερική» βλέπουμε τον ίδιο άνθρωπο – κατσαρίδα που φοβάται να ζήσει. Και φυσικά η συντριβή είναι το μόνιμο αποτέλεσμα.

Η Αριστοτελική ύλη είναι η ενέργεια της Φυσικής

Ο Αριστοτέλης ( 384 - 322 π.Χ. ) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας, μαθητής του Πλάτωνα και διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.Μια ερμηνεία  της Αριστοτελικής ύλης σε σύγχρονους όρους είναι η έννοια της  ενέργειας της Φυσικής, δηλαδή ο Αριστοτέλης περιέγραψε την ενέργεια με όρους της εποχής του.
 
Συνδυάζοντας τις αντιλήψεις του Ηράκλειτου (τα πάντα μεταβάλλονται συνεχώς) και του Παρμενίδη (τίποτα απολύτως δεν μεταβάλλεται, τίποτα δεν κινείται), ο Αριστοτέλης δίδαξε ότι η αλήθεια βρισκόταν στον συνδυασμό των δύο μερικών συμπερασμάτων.
 
Απ’ τη μια μεριά η κίνηση και η μεταβολή, η γένεση και η φθορά (που είναι ιδιαίτερες μεταβολές) συμβαίνουν συνέχεια στο φυσικό κόσμο, και τα πράγματα πράγματι μεταβάλλονται όπως φαίνονται να μεταβάλλονται.
 
Απ’ την άλλη μεριά όμως δεν αλλάζουν όλα πάντοτε από κάθε άποψη. Σε κάθε μεταβολή πρέπει να υπάρχει κάτι σταθερό,  κάτι που διατηρείται ή παραμένει το ίδιο, ενώ γίνεται διαφορετικό από τη μια άποψη ή την άλλη [1].
 
Τι είναι αυτό που είναι σταθερό και τι αυτό που μεταβάλλεται; Η ύλη και η μορφή αντίστοιχα που είναι τα συστατικά μέρη των υλικών σωμάτων.
 
Πράγματι χαρακτηρίζω ως ύλη αυτό που στέκεται ως υποκείμενο κάτω από κάθε πράγμα , αποτελώντας την αφετηρία της γένεσής του   και το περιεχόμενό του όχι συμπτωματικά,  δεν υπόκειται σε καθεαυτό φθορά  αλλά αναγκαστικά είναι άφθαρτη και αγέννητη….σε περίπτωση που είχε γένεση, θα υπήρχε πριν να γίνει….[2]  φυσικά 192α 32
 
Από την ύλη γεννιούνται όλα, η ίδια είναι αγέννητη. Η ύλη δεν φθείρεται, είναι μέσα σε κάθε πράγμα,  και αυτό που υφίσταται όλες τις μεταβολές. Η ύλη γίνεται ξύλο, κύμα, ηλεκτρόνιο.
Σε αυτή τη διαδοχή μορφών υπάρχει η μεγάλη απορία «δυσκολότατη και αναγκαιότατη». Που τελειώνει αυτή η διαδοχή; Είναι άπειρη; Αν είναι άπειρη, ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει επιστήμη. Άρα κάπου θα σταματάει. Γιατί είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι που γίνεται, και κάτι από όπου γίνεται, και το πιο τελευταίο από αυτά πρέπει να είναι αγέννητο (αυτή είναι η πρώτη ύλη) , αν βέβαια η ανάδρομη προς τα πίσω σειρά της γένεσης, έχει κάποιο όριο όπου σταματά και εάν η γένεση από το μη ον είναι αδύνατη…Μετά τα φυσικά 999 β 6 [3]
 
Τελικά
H  (πρώτη) ύλη για τον Αριστοτέλη, που δεν έχει πάρει ακόμα μορφή, είναι ένα μεταφυσικό δεδομένο. Είναι το χωρίς είδος και γνωρίσματα κάτι, που δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε μόνο του, κι όπως είναι, κι ούτε έχει καμιά απ’ τις ιδιότητες που αναγνωρίζουμε στο πραγματικό ον,
αειδές και άμορφο, αόριστο, Μεταφυσικά  1037 α 27,
άγνωστος καθ εαυτήν ….. Μεταφυσικά 1036 α 8)
δεν επιτρέπεται να πάρει κανέναν χαρακτηρισμό, και να ειπωθεί πως είναι ένα κάτι, ή ένα ποσό ή τίποτε άλλο  από εκείνα που αποτελούν σταθερούς ορισμούς του όντος….Μεταφυσικά 1029 α 25).
Είναι απερίγραπτη ακαθόριστη, δεν τη βλέπουμε ποτέ ούτε τη ζυγίζουμε δε είναι στα πλαίσια του κόσμου της εμπειρίας των αισθήσεων, κι όμως είναι πραγματική «δυνάμει» και εμφιλοχωρεί σε όλα τα σώματα και τις ουσίες.
 
Η διαφορά με τις ατομικές θεωρίες.
Τα σωματίδια της ύλης γεννιούνται και πεθαίνουν, ή είναι άτμητα και αιώνια;
H επιστημονική  παράδοση  στο πρόβλημα της ύλης έχει δύο στάδια. Το ένα είναι η Κλασσική μηχανική του 19ου αιώνα και το άλλο η κβαντομηχανική του 20ου.
 
Κατά το 19ο αιώνα η ατομική θεωρία της ύλης φαίνονταν να κέρδιζε τη μάχη. Υπήρχαν λίγα βασικά , ‘στοιχειώδη’ σωματίδια στη φύση, τα δομικά συστατικά της, από τα οποία ήταν κατασκευασμένο ολόκληρο το σύμπαν  Αυτά ήταν αιώνια και αναλλοίωτα  και η συμπεριφορά τους περιγράφονταν πλήρως απ’ την κλασσική μηχανική. Πουθενά δεν υπήρχε συνάφεια της επιστημονικής και της Αριστοτελικής παράδοσης για την ύλη.
 
Η κατάσταση αλλάζει με τη φυσική των υψηλών ενεργειών. Εκεί προέκυψε ότι η έννοια του ‘στοιχειώδους’ σωματιδίου δεν φαίνεται να λειτουργεί. Τα σωματίδια υφίστανται διαδικασίες ‘γένεσης και φθοράς’ όπως το έθεσε ο Αριστοτέλης. Δεν ήταν αΐδια και άφθαρτα. Συνέχεια εμφανίζονται καινούργια, χωρίς καμιά σχέση που να τα συνδέει και φαίνεται ότι δεν θα τελειώσουν. Το κυνήγι των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης στον τελευταίο κρυψώνα της, στον πυρήνα του ατόμου, φαίνεται να ανέδειξε τις Αριστοτελικές ιδέες για την ύλη-δυνατότητα.
 
Τα βασικότερα γνωστά σωματίδια που συγκροτούσαν τον πυρήνα ήταν τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Τι τα συγκρατούσε όμως δεμένα στον πυρήνα; Για να το μελετήσουν,οι φυσικοί άρχισαν τα  πειράματα διάσπασης των πυρήνων, στα οποία οι πυρήνες βομβαρδίστηκαν με πρωτόνια όλο και μεγαλύτερης ταχύτητας , δηλαδή όλο και υψηλότερης ενέργειας. Αυτό που περιμέναμε απ΄ τη διάσπαση των πυρήνων  ήταν η έξοδος απ’ αυτούς μόνο πρωτονίων και νετρονίων.
 
Μπορούμε να φανταστούμε τη διαδικασία βομβαρδισμού ως εξής. Έχουμε μια πήλινη στάμνα  (τον πυρήνα) και την αφήνουμε να πέσει στο έδαφος από ένα ύψος.  Όταν η δύναμη με την οποία προσκρούει η  στάμνα στο έδαφος είναι μικρή (χαμηλό ύψος, χαμηλή ταχύτητα)) η στάμνα σπάζει σε δύο κομμάτια, το πρωτόνιο και το νετρόνιο, και έτσι βρίσκουμε –λέμε – τα συστατικά του πυρήνα, τα θεμελιώδη σωμάτια. Όταν όμως αυξήσουμε το ύψος της πτώσης, δηλαδή την ενέργεια τη στιγμή της πρόσκρουσης  η στάμνα είναι φανερό ότι διαλύεται σε περισσότερα κομμάτια, έχουμε λοιπόν άγνωστα σωματίδια που αποτελούν τον πυρήνα, και όσο η ταχύτητα της πτώσης αυξάνει, εύκολα φανταζόμαστε ότι η στάμνα μπορεί να διαλυθεί  σε άγνωστο αριθμό θραυσμάτων, νέων κάθε φορά,  τα κομμάτια της στάμνας μπορούν να γίνουν οσαδήποτε όσο μεγαλώνει η δύναμη πρόσκρουσης. Μπορεί να φανταστεί κανείς το θρυμματισμό της στάμνας σε ακραίες τιμές της ταχύτητας πρόσκρουσης με το έδαφος;
 
Αυτό ακριβώς συνέβη στη φυσική των υψηλών ενεργειών.
 
Όταν  οι ενέργειες των πρωτονίων που χρησιμοποιούσαμε για το βομβαρδισμό των πυρήνων (στάμνα) έγιναν αρκετά μεγάλες, ανακαλύψαμε ότι οι διασπάσεις των πυρήνων δημιουργούσαν νέα σωματίδια! Αρχικά ήταν τα πιόνια, κατόπιν ήρθαν τα σωματίδια λάμδα, τα σίγμα, τα ρο και μετά…, λέει ο Feynman, μας τελείωσε το αλφάβητο. Κατάλαβαν οι φυσικοί ότι ο αριθμός των σωματιδίων δεν θα τελείωνε εύκολα και ότι συνδέονταν με την ποσότητα ενέργειας που χρησιμοποιούσαμε για να διασπάσουμε τους πυρήνες. Μέχρι τώρα έχουν βρεθεί περισσότερα από 400 διαφορετικά σωματίδια με αποτέλεσμα τα πράγματα να αρχίσουν να περιπλέκονται. Ενώ από πειράματα με υψηλές ενέργειες προκύπτουν κατά τη διάσπαση των πυρήνων πολλά σωματίδια, σε πειράματα που κάνουμε με χαμηλές ενέργειες-δηλαδή κάτω από περισσότερο «ομαλές» συνθήκες- διαπιστώνουμε ότι οι πυρήνες περιλαμβάνουν μόνο πρωτόνια και νετρόνια! [4]
 
… Κανένας δεν καταλαβαίνει γιατί υπάρχουν όλα αυτά τα σωματίδια , γιατί έχουν τις χαρακτηριστικές μάζες που παρατηρούνται ή γιατί μερικά απ’ αυτά αλληλεπιδρούν ισχυρά κι άλλα όχι    Freeman Dyson
 
Το κυνήγι όμως της ύλης συνεχίζεται, και είναι απερίγραπτο στα πλαίσια ενός άρθρου.
Το πείραμα  έδειξε ότι τα θραύσματα της στάμνας μπορεί να είναι οποιαδήποτε, η ποικιλία τους είναι ατελείωτη, οι μορφές τους ασύνδετες και σε ακραίες τιμές της ενέργειας της πρόσκρουσης φαίνεται ότι θα τείνουν να απειριστούν. Τα θραύσματα-σωματίδια γεννιούνται και πεθαίνουν σε κάθε πρόσκρουση, δεν είναι αιώνια και αναλλοίωτα. Η εικόνα των σωματιδίων  είναι πιο κοντά στην Αριστοτελική εκδοχή (γένεση και φθορά) παρά σε αυτήν του  Δημόκριτου.

Η Ενέργεια στη φυσική  (Αριστοτελική  ύλη)
Η έννοια «ενέργεια» της φυσικής προσεγγίζεται με την έννοια της  ύλης του Αριστοτέλη. Θα γνωρίσουμε την ενέργεια απ’ την ιστορία της φυσικής.
 
Τι είναι ενέργεια; Στα επιστημονικά λεξικά βρίσκουμε πολλούς ορισμούς :
Ενέργεια είναι μια θεμελιώδης ποσότητα που έχει κάθε φυσικό σύστημα. Βασικά, αν κάτι αλλάζει, κάποιου είδους ενέργεια έχει συμμετάσχει σ’ αυτή την αλλαγή. Η ενέργεια προκαλεί την αλλαγή.
 
Η έννοια της ενέργειας ερμηνεύει όλες τις αλλαγές, είναι η πραγματική οδηγός δύναμη πίσω από κάθε αλλαγή. (Θυμόμαστε τον Αριστοτελικό ορισμό της ύλης)
 
Η ενέργεια είναι η «αξία» των αλλαγών, όπως το χρήμα είναι η αξία των συναλλαγών.
 
Ενέργεια είναι η ικανότητα του συστήματος να προκαλέσει αλλαγή ή να παραγάγει έργο. (ένα σώμα σε ύψος περιέχει δυναμική ενέργεια, αν αφεθεί να πέσει, μπορεί να μετακινήσει κάτι άλλο.)
 
Ηλεκτρική ενέργεια είναι η ενέργεια που προκαλείται απ’ τη δύναμη μεταξύ δύο αντικειμένων που έχουν τη φυσική ιδιότητα του ηλεκτρικού φορτίου.

Ενέργεια είναι μια έννοια μια ποσοτική φυσική ιδιότητα των φυσικών συστημάτων. Δεν είναι αντικείμενο ή ουσία αλλά η ποσοτική της έκφραση μας δίνει ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να καταστραφεί (αïδιος) Οι μονάδες που τη μετρούν είναι ίδιες με τις μονάδες του έργου. Πολλές μορφές ενέργειας ορίζονται στις φυσικές επιστήμες και κάθε μια απ’ αυτές μπορεί να μετασχηματιστεί σε άλλη, συχνά μέσα από μια διαδικασία που εμπλέκει μηχανικό έργο.

Ενέργεια είναι η ικανότητα –δυνατότητα, που αναγκάζει την ύλη να κινηθεί ή να μεταβληθεί.
Ενέργεια είναι μη υλική ιδιότητα, ικανή να προκαλεί αλλαγές στην ύλη.
Ο Αριστοτέλης θα ισχυριζόταν ότι περιγράφουμε την ύλη του. Η ενέργεια είναι δυνατότητα, δηλαδή μια πραγματικότητα ΄δυνάμει’ όπως η πρώτη ύλη του.
Ενέργεια είναι η δυνατότητα παραγωγής έργου. (Ο Αριστοτέλης θα έλεγε δυνατότητα μεταβολής).
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι στη φυσική σήμερα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι η ενέργεια Feynmann,
 
«άγνωστος καθ’  εαυτήν»,
 
Το  έργο είναι ένας τρόπος μεταφοράς ενέργειας από ένα σύστημα στο άλλο
«..Η ενέργεια δεν είναι κάτι πραγματικό, όπως ο βράχος ή η θάλασσα. Είναι κάτι σαν, ένας κατάλογος που δίνει στους επιστήμονες ένα ευρετήριο για να συγκρίνουν διαφορετικά είδη συστημάτων με όρους της ικανότητάς τους να  έχουν κάποιες  φυσικές συμπεριφορές. Ποσοτικοποιείται σε έργια ή Joules. Συστήματα που έχουν τον ίδιο αριθμό Joules, λέγονται όμοια  και μπορούν να μετατραπούν το ένα στο άλλο.»
 
Ακόμα ισχύει ο περίφημος νόμος της διατηρήσεως της ενέργειας υπάρχει ένα γεγονός, ένας νόμος, που διέπει όλα τα φυσικά φαινόμενα που είναι γνωστά μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει γνωστή εξαίρεση απ’ το νόμο αυτό – είναι ακριβής όσο γνωρίζουμε. Ο νόμος ονομάζεται αρχή διατηρήσεως της ενέργειας. Περιγράφει ότι υπάρχει μια ποσότητα, που την ονομάζουμε ενέργεια η οποία δεν αλλάζει, στις ποικίλες αλλαγές που συμβαίνουν στη φύση. Είναι περισσότερο μια αφηρημένη ιδέα, γιατί είναι μια μαθηματική αρχή. Λέει ότι υπάρχει μια αριθμητική ποσότητα που δεν αλλάζει όταν κάτι συμβαίνει [5]. Δεν είναι η περιγραφή κάποιου μηχανισμού ή κάτι υλικό. Είναι κάτι παράξενο το ότι μπορούμε να υπολογίσουμε έναν αριθμό, και όταν τελειώσουμε την παρατήρηση των φυσικών μεταβολών  και υπολογίσουμε εκ νέου τον αριθμό, είναι ο ίδιος…….R. Feynman
 
Η Αριστοτελική γένεση  στη φυσική.
Οι Einstein  και  Infeld παρήγαγαν την πρώτη φιλοσοφική ερμηνεία της σχέσης E=mc2 ….(1) που φαίνεται να παγιώνεται στη συνείδηση των φυσικών, αν και υπάρχουν πολλές παραλλαγές.
Οι δύο φυσικοί στήριξαν στη (1) μια νέα οντολογία: αυτό που υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο είναι το πεδίο, (ενέργεια, ο Αριστοτέλης θα έλεγε η πρώτη  ύλη)
 
Η (1) γι αυτούς, μας δείχνει ότι η διάκριση ανάμεσα στη μάζα και την ενέργεια, που στην προ-σχετικιστική φυσική καθορίζονταν από ποιοτικά κριτήρια, τώρα δεν υφίσταται λόγω της ισοδυναμίας μάζας και ενέργειας. Η διάκριση τώρα ανάμεσα στην ύλη και στην ενέργεια είναι μόνο ποσοτική αφού «ύλη υπάρχει εκεί που η συγκέντρωση της ενέργειας είναι υψηλή, και πεδίο εκεί που η συγκέντρωση της ενέργειας είναι χαμηλή [6].»
 
Αυτό επιβεβαιώνεται απ’ τη δίδυμο γένεση και απ’ τις κβαντικές θεωρίες των πεδίων.

Αλλά τώρα άρχισε μια νέα εποχή.  Για το Russel η ουσία του κόσμου είναι η άϋλη ενέργεια, η Αριστοτελική αυτή πρώτη ύλη.
…«μια μάζα ύλης τείνει όλο και περισσότερο να είναι κάτι σαν ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που γεμίζει όλο το χώρο έχοντας όμως την έντασή του εντοπισμένη σε μια μικρή περιοχή του χώρου. Τα άτομα είναι απλώς μικρές περιοχές όπου υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα ενέργειας. Οι περιοχές αυτές είναι εκείνες όπου στην προ-σχετικιστική φυσική θα λέγαμε ότι υπήρχε ύλη»
 
Για το Russel οι θεωρήσεις αυτές αποδεικνύουν ότι η «η μάζα είναι μόνο μια μορφή της ενέργειας. Είναι η ενέργεια και όχι η ύλη που είναι το θεμελιώδες μέγεθος στη φυσική.» Πιστεύει ότι  ο κόσμος συνίσταται μόνο σε ενέργεια. Έτσι γι αυτόν  μάζα και η ύλη είναι περιττά στη σύγχρονη φυσική.
 
Μετά τα πειράματα της εξαΰλωσης στα 1951, ο Wolfgang Pauli διατύπωσε καθαρά Αριστοτελικές προτάσεις. Η ύλη δεν είναι η ουσία της κλασσικής φυσικής! Η έννοια της ουσίας για την ύλη (για τα αισθητά σώματα) έχει τελειώσει. Η ύλη είναι μια μορφή της ενέργειας.
 
Λαμβάνοντας υπ’ όψη όλες αυτές τις μετατροπές, τι μένει απ’ τις παλιές ιδέες της ύλης και της ουσίας; Η απάντηση είναι η ενέργεια. Αυτή είναι η αληθινή ουσία η οποία διατηρείται. Μόνο η μορφή με την οποία εμφανίζεται αλλάζει….Pauli»
 
Όμως η πιο αποφασιστική και ξεκάθαρη διατύπωση στο θέμα αυτό έρχεται απ” το Herman Weyl  στο βιβλίο του ‘Space Time Matter’ όπου δείχνει ακριβώς το σημείο στο οποίο υπάρχει αυτό το άγνωστο υπόστρωμα  του αισθητού κόσμου. Το ηλεκτρόνιο που πριν θεωρούνταν σαν ένα σώμα μιας άγνωστης ουσίας μέσα στο άϋλο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, τώρα αντιμετωπίζεται σαν μια περιοχή όπου οι πεδιακές ποσότητες και οι ηλεκτρικές πυκνότητες έχουν τεράστιες υψηλές τιμές.
 
Κρυμμένο πίσω απ’ την ύλη που αποκαλύπτεται  άμεσα ότι υπάρχει απ’ τις αισθήσεις μας, βρίσκεται το πεδίο. Η ανακάλυψη των νόμων του πεδίου και των νόμων με τους οποίους αυτό καθορίζει την ύλη ξεκίνησε με τη θεωρία του Maxwell, και  φαίνεται να έχει πολύ δρόμο. Όμως η ύπαρξη μιας ουσίας, έχει για πάντα εγκαταλειφθεί απ’ τους καθορισμούς μας για την ύλη…Weyl
 
Ότι οι ουσίες  και όσα υπάρχουν  απολύτως προέρχονται από κάποιο υποκείμενο τούτο είναι φανερό εις τον εξετάζοντα. Διότι πάντα υπάρχει κάτι που στέκεται αποκάτω, από το οποίον γίνεται το γινόμενο, όπως τα φυτά και τα ζώα γίνονται απ’ το σπέρμα.  Φυσικά 190 β 1
 
Η ύλη της φυσικής είναι η δυνατότητα της ενέργειας θα έλεγε ο Αριστοτέλης, κάποια ενεργειακή μορφή.
 
Από πού λοιπόν πηγάζουν οι υλικές ιδιότητες των αισθητών σωμάτων;
Οι αδρανειακές ιδιότητες της ύλης [7] προκύπτουν από  την ενέργεια που βρίσκεται μέσα στον πυρήνα των στοιχείων. Ποια ενέργεια όμως; Ένα μικρό μόνο μέρος αυτής της ενέργειας οφείλεται  στην εσωτερική ενέργεια των στοιχείων του πυρήνα και σε αυτήν που απελευθερώνεται στις ραδιενεργές διασπάσεις, αυτή την οποία κατορθώσαμε να απελευθερώσουμε και να εντοπίσουμε με την ατομική παραγωγή ενέργειας.
 
Το υπόλοιπο μεγαλύτερο μέρος της, –αυτό που θα λέγαμε ότι συνιστά την πρώτη ύλη του Αριστοτέλη- που δεν ερμηνεύεται σε όρους κινητικής ή δυναμικής ενέργειας σύνδεσης, αυτό το ανιχνεύουμε μέσω των αδρανειακών αποτελεσμάτων καθώς ακόμα -χάρις σε μια σπλαχνική Πρόνοια- δεν ανακαλύψαμε μεθόδους απελευθέρωσής της…Weyl
 
-----------------
[1] Θα δούμε παρακάτω ότι ο ορισμός αυτός ταιριάζει απόλυτα με το σύγχρονο ορισμό της ενέργειας.
[2] Στη συνέχεια  θα δούμε σε τι αντιστοιχεί η Αριστοτελική ύλη στη σύγχρονη φυσική.
[3] Η γένεση είναι μια ιδιαίτερη μεταβολή, κάτι αρχίζει να υπάρχει, ενώ στην αλλοίωση το σύνολο μένει αλλά αλλάζουν οι ιδιότητές του. (Μετά τα φυσικά)
[4] Feynman ,Leighton, ,Sands The Feynman Lectures on Physics (Addison-Wesley )
[5] αναγκαστικά είναι άφθαρτη και αγέννητη, διατηρείται πάσχουσα συνεχώς, (πρώτη ύλη)
[6] Η φυσική ανακαλύπτει τις ποσοτικές σχέσεις της υλικής αναγκαιότητας θα έλεγε ο Αριστοτέλης , όμως αυτές είναι αναγκαίες για να μετασχηματιστεί η ύλη σε μορφή. Τις υπαγορεύει η  εντελέχεια .

[7] Οι αδρανειακές ιδιότητες είναι  η ρίζα της ύλης της φυσικής, δηλαδή της ουσίας των σωμάτων. Αν θυμηθούμε τους ορισμούς, ύλη είναι αυτό που έχει μάζα.  Και ο Weyl  τις θεωρεί (τις αδρανειακές ιδιότητες) μορφές μιας άγνωστης  ενέργειας, (Rindler) κάνοντας την ενέργεια να εξομοιώνεται με την Αριστοτελική πρώτη ύλη.