Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος
    (Θεαιτ. 152a = DK.B 1)
 
    Ο αναπροσανατολισμός της φιλοσοφικής ζήτησης έφερε τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, όπως είπαμε ήδη, στο κέντρο των φιλοσοφικών συζητήσεων. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση πρωταγωνιστούν οι σοφιστές και ο Σωκράτης. Θα δούμε στη συνέχεια, ποιο ρόλο έπαιξαν οι εκπρόσωποι της Σοφιστικής και ποιον ο Αθηναίος φιλόσοφος. Προτού προχωρήσουμε όμως σ’ αυτό το σημείο, είναι σκόπιμο να δούμε εκτενέστερα, πώς αντιλαμβάνονται οι σοφιστές τον άνθρωπο, δηλ. τα κοινωνικά του προβλήματα και την πολιτική του ζωή. Όπως είναι γνωστό, οι σοφιστές γι’ αυτά τα θέματα ενδιαφέρονται και γι’ αυτά δηλώνουν αρμόδιοι.
 
Κατά την αντίληψη των σοφιστών ο άνθρωπος δεν είναι παθητικός δέκτης των επιδράσεων του φυσικού κόσμου, π.χ. του κλίματος ή των άλλων επιδράσεων του κοινωνικού χώρου, αλλά μπορεί να γίνει ο ίδιος με την επέμβασή του δύναμη δια- μορφωτική του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η αντίληψη αυτή άλλωστε απηχεί το πνεύμα του αρχαίου ελληνικού Διαφωτισμού, που στην πρώτη γραμμή, όπως είδαμε, τον εκφράζουν οι σοφιστές με τις ιδέες και τη διδασκαλία τους. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται έμμεσα αλλά σαφώς τόσο από τον αποσπασματικό λόγο των σοφιστών που μας διέσωσε η παράδοση, όσο και από την «εικόνα» που μας παρέδωσε ο Πλάτων μέσα στους διαλόγους του, στην προσπάθειά του να αντικρούσει τις προτάσεις και να καταπολεμήσει τις ιδέες των σοφιστών.
 
Οι παράγοντες, τώρα, που συνετέλεσαν στη μεταβολή αυτή και στην καταξίωση του ατόμου σε σχέση με τα πράγματα, πρέπει να αναζητηθούν στη νέα αντίληψη που κομίζουν οι σοφιστές στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Αλλά βέβαια και η αντίληψη αυτή οφείλει τη διαμόρφωσή της στις νέες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν στον ελληνικό κόσμο, και κυρίως στην Αθήνα, μετά τους Μηδικούς πολέμους. Η επανατοποθέτηση του ανθρώπου-πολίτη μέσα στην πολιτική κοινότητα και ο καθορισμός του ρόλου του, ως συνεργού στην κοινή προσπάθεια, βρίσκουν τον εκφραστή τους στους σοφιστές. Αυτοί ενωτίζονται τα αιτήματα των καιρών και τις αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στην αθηναϊκή κοινωνία και γενικότερα, και αναλαμβάνουν με το έργο τους να τις ικανοποιήσουν. Αυτή η έξαρση του ανθρώπου – ρυθμιστού της ζωής του και το των πολιτικών καταστάσεων θα έχει ευρύτερες απηχήσεις αλλά και καίρια σημασία· θα καθορίσει όηλ. τη θέση και τη σημασία του ανθρώπου απέναντι σ’ όλο το φάσμα της ζωής και του κόσμου, θα γίνει εντέλει το κριτήριο όλων των πραγμάτων (πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος).
 
Αυτή η περίφημη και μάλλον παρεξηγημένη απόφανση του Πρωταγόρα συμπυκνώνει τη στάση των σοφιστών αλλά και γενικά μιας εποχής απέναντι στις νέες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν στον ελληνικό κόσμο στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.. Δηλώνει εξάλλου και την αυτοπεποίθηση του νέου ανθρώπου, που γεννήθηκε από τους φοβερούς αγώνες, που διεξήγαγαν οι Έλληνες στο πρώτο μισό του ίδιου αιώνα. Από το άλλο μέρος η αποφθεγματική αυτή φράση είναι η απόληξη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ιώνων φιλοσόφων, δηλ. της εμπιστοσύνης στον ανθρώπινο λόγο. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, κατευθείαν πνευματικός και φυσικός απόγονος των μεγάλων ορθολογιστών φιλοσόφων της Ιωνίας – στην παράδοση αυτής της Φιλοσοφίας μαθήτευσε – έδωσε έκφραση και σχήμα φιλοσοφικό στην κοινή πίστη για την προσπάθεια του ανθρώπου να καταξιώσει τον κόσμο και τη ζωή.
 
Οι περισσότεροι νεότεροι ερευνητές είδαν στη ρήση αυτή του αρχηγέτη των σοφιστών το θρίαμβο του υποκειμενισμού, ξεκινώντας κυρίως από την ερμηνεία ή την πλατωνική εκδοχή του λόγου των σοφιστών. Ωστόσο η εκδοχή του Πλάτωνα φαίνεται, εσκεμμένα ασφαλώς, να δημιουργεί «προπέτασμα καπνού», δηλ. δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να κρύψει τον ορίζοντα και με λανθασμένους δείκτες να οδηγήσει τον αναγνώστη σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση απ’ αυτή που τα λόγια του Πρωταγόρα οδηγούν. Συγκεκριμένα στο Θεαίτητο (152 a), όπου αναφέρει την επίμαχη φράση, παραθέτει και την ερμηνεία, η τουλάχιστον αυτό που ο Πλάτων ήθελε να βλέπει στη σκέψη του αντιπάλου του: οὐκοῦν οὕτω πως λέγει, ὡς oa μέν ἕκαστα ἐμοί φαίνεται τοιαῦτα μέν ἔστιν ἐμοί, oa δέ σοί, τοιαῦτα δέ σοί· ἄνθρωπος δέ σύ τε κἀγώ; Πώς μπορεί όμως να οδηγηθεί κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα; Ο Πρωταγόρας λέει πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, και όχι έκαστος άνθρωπος, δηλ. όχι ο καθένας χωριστά αλλά γενικά ο άνθρωπος ως έννοια γένους είναι το κριτήριο για τα πράγματα και τον κόσμο· δεν μπορούμε να επικαλεσθούμε ούτε να στηριχθούμε σε μεταφυσικά όντα, δηλ. στο Θεό, ή σε όποιες άλλες εξωκόσμιες και μεταφυσικές δυνάμεις για να κρίνουμε τα πράγματα. Ο Πρωταγόρας δε δέχεται μεταφυσικά κριτήρια ή μέτρα για να αποτιμήσουμε τον κόσμο, αλλά μόνο ανθρώπινα, όσα έχουν πηγή τους τον ανθρώπινο λόγο, τις έλλογες δυνάμεις του ανθρώπου. Ο ρηξικέλευθος σοφιστής κηρύσσει την απελευθέρωση του ανθρώπου από μεταφυσικές δεσμεύσεις και τον απαλλάσσει από κηδεμονεύσεις και προστατευτικά περικαλύμματα θρησκευτικής προέλευσης. Ο λόγος του, βαθύτατα ανθρώπινος και σοφότατα λιτός, προσγειώνει τους ανθρώπους στα μέτρα τους και στις διαστάσεις της φύσεώς τους.
 
Η αμφισβήτηση, όπως έγινε φανερό, αφορά τη λέξη άνθρωπος στη συνοχή του πρωταγόρειου αποσπάσματος. Οι περισσότεροι ερευνητές, όπως είπαμε ήδη, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, πιστεύουν ότι ο Πρωταγόρας εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά, όπως το λέει άλλωστε καθαρά ο Πλάτων: (Θεαίτ. 152c) οἷα γάρ αἰσθάνεται  ἕκαστος τοιαῦτα ἑκάστῳ καί κινδυ­νεύει εἶναι.Καταρχήν δεν ξέρουμε τι άλλο είχε υπόψη του ο Πλάτων και έφθασε σ’ αυτήν την ερμηνεία, γιατί βέβαια ο λόγος του Πρωταγόρα δε μας οδηγεί καθόλου σ’ αυτή την εκδοχή, δηλ. στην ατομική έννοια, στο έκαστος, ο κάθε άνθρωπος χωριστά. Αντίθετα, μάλιστα, ο σοφιστής με σαφήνεια και καθαρότητα διακήρυξε ότι ο άνθρωπος γενικά, ως έννοια γένους θεωρούμενος, είναι το μέτρο και κριτήριο όλων των πραγμάτων: γι’ αυτά που υπάρχουν ο άνθρωπος αποτιμά την ύπαρξή τους, δηλ. καταφάσκει ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν, αυτός πάλι θα κρίνει και θα αποφανθεί ότι δεν υπάρχουν. Δηλαδή ο άνθρωπος με τις διανοητικές του δυνάμεις ανάγεται σε κριτήριο όλων των όντων, η γνώση των όντων είναι η γνώση του ανθρώπου. Δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε κάποιο άλλο ον έξω από τον άνθρωπο, για να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε τον κόσμο· και αυτό σημαίνει ότι ο Πρωταγόρας δε δέχεται μεταφυσικές λύσεις, αρνείται την προσφυγή σε μεταφυσικές λύσεις, προκειμένου να ερμηνεύσουμε τον κόσμο και τα πράγματα. Ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει την ευθύνη της δικής του ερμηνείας του κόσμου, χωρίς τη συνδρομή μεταφυσικών ερεισμάτων.
 
Ο Αριστοτέλης ουσιαστικά υιοθετεί την πλατωνική εκδοχή, ότι δηλ. ο Πρωταγόρας με τη λέξη άνθρωπος εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά, ότι πρόκειται για ατομική έννοια, για το άτομο, και όχι για τον άνθρωπο γενικά, ως έννοια γένους θεωρούμενο (Μεταφ. Κ6, 1062b 12): καί γάρ ἐκεῖνος(sc. ό Πρωτα­γόρας) ἔφη πάντων εἶναι χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον, οὐδέν ἕτερον λέγων ἤ τό δοκοῦν έκάστῳ τοῦτο καί εἶναι παγίως. Το δικό μας ερώτημα όμως είναι, πόσο ανταποκρίνονται στα πράγματα, και εννοούμε στην ίδια την πρόταση του Πρωταγόρα και στα συμφραζόμενά της, η πλατωνική και η αριστοτελική εκδοχή; Γιατί δηλ. να επιμένουμε (όπως κάνει ο Πλάτων και τον ακολουθεί ο Αριστοτέλης), ότι η λέξη άνθρωπος έχει ατομική έννοια και όχι γενική, ότι εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά (οἷα αἰσθάνεται ἕκαστος, Πλάτων – τό δοκοῦν ἑκάστῳ, Αριστοτέλης) και όχι γενικά τον άνθρωπο, ως έννοια γένους; Ποια στοιχεία στο λόγο του Πρωταγόρα μας επιτρέπουν να στηρίξουμε μια παρόμοια ερμηνεία; Το ότι βέβαια ο 5ος αι,. και προπάντων το δεύτερο μισό του – εποχή του ελληνικού Διαφωτισμού – χαρακτηρίζεται γενικά ως εποχή του ατομικισμού και έξαρσης της έννοιας του ατόμου, άρα ο Πρωταγόρας δεν μπορεί παρά να εννοεί το άτομο, είναι μάλλον μια βολική λύση. Ένα παρόμοιο επιχείρημα είναι εύλογο αλλά δεν είναι αναγκαίο, δηλ. είναι γενικό και δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο για τις επιμέρους περιπτώσεις. Κυρίως όμως δε βρίσκει ερείσματα μέσα στην ίδια την πρόταση του Πρωταγόρα.
 
Όπως είπαμε ήδη. την πρόταση αυτή του Πρωταγόρα παραδίδει και ο Σέξτος Εμπειρικός (Πυρρ. νποτ. Ι 216 και στην αυθεντικότερη μορφή στο έργο του Προς μαθηματικούς 7, 60), ο οποίος, όπως φαίνεται, είχε μπροστά του το ίδιο το έργο του Πρωταγόρα Ἀλήθεια ἤ Καταβάλλοντες. Μολονότι όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ή φιλοσοφούντες είχαν επηρεασθεί λίγο ως πολύ από τον Πλάτωνα, εν τούτοις η προσεκτική μελέτη των κειμένων μπορεί να μας διαφωτίσει ως ένα βαθμό. Πράγματι, ο Σέξτος μάς λέει τι εννοεί, κατά τη γνώμη του, ο Πρωταγόρας με τη λέξη μέτρον (=μέτρον λέγων τό κριτήριον), καθώς και με τη λέξη χρημάτων (=χρημάτων δέ των πραγμάτων), δε μας λέει όμως, τι εννοεί αυτός με την επίμαχη λέξη άνθρωπος, ή καλύτερα δεν το λέει με τη σαφήνεια που μίλησε για το μέτρον και τα χρήματα. Έτσι λίγο πιο κάτω (219) και στην ίδια συνοχή, φαίνεται να εννοεί τη λέξη άνθρωπος με τη γενική σημασία, δηλ. ως έννοια γένους: γίνεται τοίνυν κατ’ αὐτόν (sc. τον Πρω­ταγόραν) των ὄντων κριτήριον ὁ ἄνθρωπος· πάντα γάρ τά φαινόμενα τοῖς ἀνθρώποις καί ἔστιν, τά δέ μηδενί τῶν ἀνθρώ­πων φαινόμενα οὐδέ ἔστιν.
 
Είναι βέβαια γνωστό ότι οι νεότεροι ερευνητές διχάζονται ως προς το θέμα αυτό, οι περισσότεροι ωστόσο ακολουθούν την πλατωνική εκδοχή, με το επιχείρημα ότι οι σοφιστές, και πρώτος ο Πρωταγόρας, προβάλλουν με τη διδασκαλία τους το άτομο και εκτρέφουν το ατομικισμό. Τα επιχειρήματα όμως αυτού του είδους στις κοινωνικές επιστήμες, και ιδιαίτερα στη Φιλοσοφία, δεν έχουν την αναγκαιότητα που διέπει τη σχέση του όλου και του μέρους. Γιατί στην περίπτωση που μας απασχολεί ο Πρωταγόρας δε δεσμεύεται ούτε από άλλες προτάσεις του για την προβολή του ατόμου – αν δεχθούμε μια παρόμοια ερμηνεία για τον πολιτιστικό του μύθο – ούτε πολύ περισσότερο από ένα γενικότερο πνεύμα ατομικισμού, που εισάγει στο κοινωνικό κλίμα της εποχής αυτής η Σοφιστική, εφόσον τελικά υιοθετήσουμε αυτή την άποψη για τη Σοφιστική.
 
Πρέπει επομένως να αναζητήσουμε ερείσματα μέσα στη «φιλοσοφία» του Πρωταγόρα, για να ερμηνεύσουμε τη σκέψη του σ’ αυτή την περίπτωση. Όταν ο σοφιστής προβάλλει τον άνθρωπο ως κριτήριο όλων των πραγμάτων, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι αποκλείει την προσφυγή σε ημιανθρώπινους παράγοντες ή την ανάμιξη της μεταφυσικής, δηλ. του θεού, στην ερμηνεία των όντων και του κόσμου. Ακριβώς αυτό επιχείρησαν να κάνουν οι Ελεάτες και συγκεκριμένα, όπως βέβαια είναι γνωστό, ο Παρμενίδης με την περίφημη «θεωρία» του για την αλήθεια και τη δόξα. Η παρμενίδεια οντολογία, όπως μας επιτρέπει να πιστεύουμε ο πλατωνικός Παρμενίδης, ήταν η κυρίαρχη θεωρία και η προχωρημένη άποψη για την αλήθεια την εποχή των σοφιστών και του Σωκράτη. Ο Πλάτων αναλαμβάνει να προωθήσει, να θεμελιώσει καλύτερα και να διευρύνει την παρμενίδεια οντολογία και μεταφυσική. Ο Πρωταγόρας, με τον αποφθεγματικό αυτό λόγο του, είναι ο οντολόγος και όχι ο πολιτικός φιλόσοφος, και αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει την επικρατέστερη στην εποχή του εκδοχή για το ον. δηλ. για την αλήθεια, την οποία εκπροσωπούν οι Ελεάτες. Όπως ο Γοργίας με τον περίφημο λόγο του Περί τοῦ μή ὄντας ἤ περί φύσεως, έτσι και ο Πρωταγόρας, με το έργο του Ἀλή­θεια ἤ Καταβάλλοντες, έχουν ως στόχο τους την ελεατική οντολογία.
 
Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, αμφισβητεί τη γνώμη επώνυμων φιλοσόφων του καιρού του, και αυτοί είναι οι Ελεάτες και προπάντων ο Παρμενίδης, που έφθασαν, όπως είναι γνωστό, στα πρόθυρα της μεταφυσικής: Αμφισβήτησαν στον άνθρωπο την ικανότητα να προσπελάσει με τη νόησή του την αλήθεια· περιόρισαν το ρόλο αλλά και τη δυνατότητα του ανθρώπου στη δόξα, στην υποκειμενική χωρίς καμιά γνωσιολογική εγκυρότητα γνώμη, που μεταβάλλεται εύκολα και ανάλογα με τις περιστάσεις, που εξαρτάται από την αίσθησή του και τις σύμφυτες μ’ αυτήν αδυναμίες. Ο Πρωταγόρας είναι ο συνεχιστής της παράδοσης των Ιώνιον φιλοσόφων, όπως είδαμε, που ήθελαν τη γνώση σχετική αλλά ανθρώπινη, που έβλεπαν τις αδυναμίες των αισθήσεων αλλά δεν εννοούσαν τη γνώση χωρίς αυτές (όχι μόνο με τις αισθήσεις αλλά ούτε χωρίς τις αισθήσεις). Έτσι εξηγείται και το ερώτημα που έθεσε ο Αριστοτέλης, όταν επιχείρησε να ερμηνεύσει τη γνώμη αυτή του Πρωτα­γόρα (Μεταφ. Κ6, 1062b 20): πόθεν ἐλήλυθεν ἡ ἀρχή ταῆς ὑπολήψεως ταύτης; Η ερμηνεία που δώσαμε ανταποκρίνεται στο αριστοτελικό ερώτημα: ο Αριστοτέλης ανατρέχει στις αντιλήψεις των φυσιολόγων, δηλ. των προσωκρατικών φιλοσόφων, για ν’ απαντήσει στο ερώτημά του: «γιατί σε μερικούς φαίνεται πως αυτά συνέβησαν εξαιτίας της γνιομης των φυσικών φιλοσόφων, σ’ άλλους όμως εκ του ότι δεν έχουν όλοι γενικά οι άνθρωποι την ίδια γνώμη για τα ίδια πράγματα, αλλά σ’ άλλους ένα συγκεκριμένο πράγμα φαίνεται ευχάριστο και σ’ άλλους το αντίθετο», (δηλ. δυσάρεστο). Ώστε ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει την αποφθεγματική πρόταση του Πρωταγόρα σε σχέση καταρχήν με τη φιλοσοφία των προσωκρατικών φιλοσόφων και έπειτα ως αποτέλεσμα μιας γνωστής και διαδεδομένης αντίληψης πολύ πριν απ’ αυτόν, για τη σχετικότητα της καθολικής και γενικά αποδεκτής γνώσης.
 
Όπως είδαμε και σε προηγούμενο άρθρο, ο σκεπτικισμός έχει τις μακρινές καταβολές του στους μεγάλους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο και Ξενοφάνη, καθώς και στο σύγχρονο με τους πρώτους σοφιστές Δημόκριτο. Οι σοφιστές ουσιαστικά συνεχίζουν αυτή την παράδοση. Νομίζουμε όμως ότι ο Πρωταγόρας δε συνεχίζει απλώς την παράδοση σ’ αυτό το σημείο, αλλά έχει ένα συγκεκριμένο στόχο – όχι βέβαια τον Πλάτωνα, γιατί τον χωρίζουν σχεόόν πενήντα χρόνια, ούτε το σύγ­χρονό του Σωκράτη, γιατί ποτέ δεν τον ενδιέφεραν γνωσιοθεωρητικά θέματα – θέλει να δώσει μια απάντηση στην πρόταση/άποψη του Παρμενίδη, ότι η γνώση των ανθρώπων είναι μόνο δόξα, δηλ. υποκειμενική και άρα απατηλή, επομένως δεν μπορούμε ούτε να την εμπιστευόμαστε ούτε να στηριχθούμε σ’ αυτήν. Ο Παρμενίδης άνοιξε την οδό προς τη μεταφυσική και δέχθηκε τον «παραγκωνισμό» του ανθρώπου κατά τη γνωστική διαδικασία· η αλήθεια είναι υπόθεση του θεού, αυτός (θεός ή θεά) θα οδηγήσει τα βήματα του ανθρώπου προς την ανακάλυψη της αλήθειας, μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να την κατακτήσει· το ον και το μη ον φαίνονται σχεδόν απροσπέλαστα στον άνθρωπο. Αυτή την αντίληψη θέλει να πολεμήσει ο Πρωταγόρας, η οποία φαίνεται να κέρδιζε έδαφος και να έβρισκε οπαδούς στην εποχή του, ως αντίδραση δήθεν στον υλισμό των Ιώνων φιλοσόφων.
 
Ποιός άλλος θα μπορούσε να αναλάβει αυτό το έργο, δηλ. να αποτιμήσει τον κόσμο και τα πράγματα, έξω από τον άνθρωπο; Ασφαλώς υπάρχει απάντηση: ο Θεός! αυτήν ακριβώς δίνει ο Πλάτων στο τελευταίο έργο της ζωής του, στους Νό- /ιονς (716c): ὁ δή Θεός ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἄν εἴη μάλιστα, καί πολύ μᾶλλον ἤ πού τις, ὡς φασίν, ἄνθρωπος.
 
Και αυτή τελικά είναι η απάντησή του στον ισχυρισμό του Πρωταγόρα, ότι δεν έχουμε κανένα άλλο μέτρο έξω από τον άνθρωπο να κρίνουμε τον κόσμο, δηλ. δεν υπάρχουν μεταφυσικά κριτήρια για την πραγματικότητα. Η απάντηση του Πλάτωνα βέβαια εισάγει σαφέστατα μεταφυσικά κριτήρια για τον κόσμο και είναι, ασφαλώς, μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρητική θέση από αυτή του Πρωταγόρα και γενικά των σοφιστών.
 
Μ’ αυτήν την προϋπόθεση μας επιτρέπεται να μιλάμε για τον υποκειμενισμό των σοφιστών και τη σχετικοκρατία (relati-vismus), που εισήγαγαν στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Όσο για τον υποκειμενισμό (subjectivismus) δε χρειάζεται βέβαια να μακρηγορήσουμε, γιατί όλη η φιλοσοφική παράδοση τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στην νεότερη εποχή επιβεβαιώνει ακριβώς τη γνώμη των σοφιστών, δηλ. η ανθρώπινη γνώση – και δεν είναι δυνατόν να δεχτούμε άλλη γνώση έξω από τον άνθρωπο – και υποκειμενική και σχετική είναι, εφόσον είναι ανθρώπινη. Η προσπάθεια, βέβαια, του ανθρώπου απέβλεπε πάντοτε να θεσπίσει και να κατοχυρώσει αντικειμενικά κριτήρια στηριγμένα στις δικές του δυνάμεις, να θεμελιώσει δηλ. μια γνώση έγκυρη με επιχειρήματα που να στηρίζονται στον ανθρώπινο λόγο και μόνο. χωρίς προσφυγή σε μεταφυσικές λύσεις ή ερείσματα έξω απ’ αυτόν. Γιατί στην περίπτωση αυτή η γνώση μας δεν είναι επιστημονικά έγκυρη, αλλά εκτεθειμένη σε θρησκευτικούς δογματισμούς και μυθικές ερμηνείες, δεν θα είναι όμως επιστημονική γνώση με κύρος αντικειμενικό, θεμελιωμένο στο λόγο.
 
Τα αντικειμενικά κριτήρια είναι έργο του ανθρώπου να τα διακριβώσει από την αυστηρή έρευνα των επιμέρους (τα καθέκαστα) και τη μελέτη των περιπτώσεων, ώστε να αναχθεί στο καθολικό (το καθόλου), στη διατύπωση γενικών αρχών και νό­μων. Από τα δεδομένα των αισθήσεων θα διατυπώσει τους νόμους που διέπουν τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα· έργο δικό του είναι η μελέτη και ο έλεγχος αυτών των δεδομένων, στη δύναμη του νου του και του λογικού του, στην κρίση του εναπόκειται η αναγωγή από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και το γενικό, στην καθολικότητα και την επιστημονική γνώση. Υποκειμενική είναι η γνώση των ανθρώπων πάντοτε και από την υποκειμενικότητα με προσπάθεια και κόπο προσπαθεί ο άνθρωπος να φτάσει στη διατύπωση αντικειμενικών αρχών.
 
Αλλά και σχετική είναι η γνώση μας και ποτέ απόλυτη – παρόμοια γνώση. δηλ. απόλυτη, θα ήταν προνόμιο μόνο του Θεού, αλλά τότε περνάμε στη μεταφυσική και δε θεμελιώνουμε επιστημονική γνώση. Οι άνθρωποι εκφράζουν γνώμες, προσωπικές απόψεις και διατυπώνουν θεωρίες, που κατ’ ανάγκην έχουν σχετική αλήθεια, αφού ενδέχεται να καταρριφθούν και να αντικατασταθούν από άλλες. Αυτή είναι η ουσία της ανθρώπινης γνώσης: άνθρωποι, υποκείμενα την συγκροτούν και τη θεμελιώνουν, γι’ αυτό είναι σχετική, δηλ. ανθρώπινη και υποκειμενική.
 
Η γνώμη αυτή του Πρωταγόρα, που συμπυκνώνει, όπως είπαμε ήδη, μια μακρά παράδοση στην ελληνική φιλοσοφία πριν απ’ αυτόν, εκφράζει συγχρόνως όλους τους σοφιστές, τις γνωσιοθεωρητικές τους αντιλήψεις αλλά και μια ορισμένη κοσμοθεωρία: ο άνθρωπος οικοδομεί μόνος του την κοινωνία και στις δικές του δυνάμεις πρέπει να στηριχθεί, για να γνωρίσει τον κόσμο. Επακόλουθο αυτής της κοσμοθεωρητικής στάσης είναι και η αντίληψη, ότι τα έργα του είναι υποκειμενικά και σχετικά, όλα ία έργα του από τη Φιλοσοφία και την επιστήμη ως την ηθική και τον πολιτισμό γενικά. Η επίγνωση των ορίων του δε σημαίνει ούτε εξαχρείωση ούτε αποθάρρυνση· αντίθετα, τον προσγειώνει και τον καθιστά περισσότερο υπεύθυνο, αφού απ’ αυτόν και μόνο εξαρτάται η ευτυχία ή η δυστυχία του.
 
Η συνείδηση των ορίων και των δυνατοτήτων του θα τον οδηγήσει στην τραγική συνείδηση και τελικά στη φιλοσοφία της ελευθερίας του.
 
Το παράδοξο είναι ότι η αμφισβήτηση του κριτηρίου της αλήθειας και η κρίση στα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα με την αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας και την προβολή της υποκειμενικότητας, ό,τι ονόμασαν δηλ. στην Ιστορία της Φιλοσοφίας relativism us: σχετικοκρατία η σχετικισμό, δε συμπίπτει με εξωτερικά κοινωνικά δεδομένα, από την πρώτη τουλάχιστον ματιά. Ο άνθρωπος στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.. και πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν είναι ψυχικά διασπασμένος· αντίθετα, η αυτοπεποίθηση που κέρδισε από τη μακροχρόνια πάλη με μια μεγάλη ξένη δύναμη, τους Πέρσες, εδραίωσε μέσα του το αίσθημα της κοινωνικής σταθερότητας. Η πόλις είναι ένας συνεκτικός δεσμός τον πολιτών με δοκιμασμένη συνοχή και η «εύνοια» των θεών εκφρασμένη στις πολι­τικές επιτυχίες.
 
Η δίψα για τη μάθηση και η επιθυμία της προβολής δε σημαίνουν ασφαλώς αποδυνάμωση της πολιτικής μορφής ή των  κοινωνικών θεσμών. Ίσως αυτός ο σκεπτικισμός πρέπει να ερμηνευθεί περισσότερο ως φυσικό επακόλουθο της ελευθερίας και του δημοκρατικού τρόπου ζωής. που διασφαλίστηκε με τη νομοθετικά πια βεβαιωμένη δύναμη του δήμου, των πολιτών.
 
Αλλά ελευθερία σημαίνει πρώτα απ’ όλα προσωπική ευθύνη, υπεύθυνη στάση και συνείδηση του κοινωνικού ρόλου του ανθρώπου, δηλ. συνείδηση της ελευθερίας του ανθρώπου και μείωση της εξάρτησής του από τη βούληση των θεών. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται θρησκευτική αμφισβήτηση και τραγική αυτονομία για τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, οπωσδήποτε είναι το τίμημα της ελευθερίας του.
 
Με τον Πελοποννησιακό πόλεμο όμως έχουμε τη διάβρωση του αρχαίου ήθους (του πολίτου) και της πόλεως. Πόσο σχετικοί και συμβατικοί ήταν οι ηθικοί θεσμοί της πόλεως φάνηκε με τα πρώτο κιόλας χρόνια του πολέμου. Δεν είναι βέβαιο αν οι Έλληνες είχαν τότε συνείδηση ότι ο πόλεμος ήταν εμφύλιος. Η πολιτική αδιαλλαξία, που είχε εκθρέψει η πόλις, εμπόδισε μια ευρύτερη αντίληψη, μολονότι είχαν επίγνωση και συνείδηση των φυλετικών δεσμών τους. Πρώτοι οι Σοφιστές, της παλαιάς Σοφιστικής, (και αργότερα και ο Πλάτων, Ισοκράτης κλπ.) διέκριναν μέσα από τα πολιτικά πάθη την τραγικότητα των αιματηρών ανταγωνισμών ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξη για τα πανελλήνια αισθήματα των μεγάλων σοφιστών και τους χαλαρούς δεσμούς τους με τον κόσμο της πόλεως, αντίθετα δηλ. με την θέση του Σωκράτη και του Πλάτωνα, που βλέπουν και αξιολογούν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της πόλεως.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


Στον ελληνικό κόσμο σκέψης δεν υπάρχει ρητή θεματοποίηση της δημιουργίας, ιδιαίτερα στον κόσμο της κοινωνίας. Θα μιλήσουμε διά μακρών για τον Επιτάφιο του Περι­κλή, όπου η ιδέα ότι η Αθήνα είναι δημιούργημα των Αθηναίων στηρίζει όλο το λόγο, χωρίς αυτό να διατυπώνεται ρητά. Βρίσκουμε όμως τον 5ο αιώνα στοιχεία τα οποία, μέσα από το στοχασμό γύρω από την αντίθεση φύσις/νόμος, οδεύουν προς αυτή την κατεύθυνση: στους ιπποκρατικούς, τον Ηρόδοτο, τον Δημόκριτο ή στους σοφιστές. Όλα αυτά τα στοιχεία θα καταπνιγούν με την άφιξη του Πλάτωνα και τη μετέπειτα συντριπτική επιρροή του πλατωνισμού. Στον Αριστοτέλη, το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, παραδείγματος χάριν, από τη σκέψη του για την τέχνη: πρόκειται άραγε για απλή μίμηση της φύσης ή μήπως δημιουργεί κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν; Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι πλάστης, ό, τι κι αν λένε. Είναι κάπως σαν το δημιουργό του Πλάτωνα· υπάρχει πάνω από αυτόν ένα κριτήριο προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται και ο ίδιος. Κατά μία έννοια, ούτε η ύπαρξη του κόσμου είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι είναι φτιαγμένος για τον άνθρωπο.
 
Στη συνέχεια εμφανίζεται στους θεολόγους του 13ου-14ου αιώνα, όπως οι Duns Scot και Guillaume d’Ockham. η ιδέα της παντοδυναμίας και της απολύτως ελεύθερης βούλησης του Θεού – ίσως η μόνη πρωτότυπη ιδέα στο πεδίο αυτό μετά τους Έλληνες. Οι αλήθειες τις οποίες θεωρούμε αιώνιες είναι ταυτοχρόνως θεία δημιουργία και τυχαίες. Ο Θεός θα μπορούσε να είχε θελήσει έναν άλλο κόσμο, όπου δύο και δύο να κάνουν πέντε. [Σημ περιθ.: Αντινομία: οι «αιώνιες αλήθειες» είτε είναι τυχαίες είτε δεν είναι, και ο Θεός δεν είναι πλέον παντοδύναμος.] Αυτή η θεία βούληση επιβάλλει σε κάποια ύλη. την οποία δημιούργησε όπως της άρεσε, τους νόμους οι οποίοι της άρεσαν, και καθορίζεται η ίδια μέσα στην πιο απόλυτη αυθαιρεσία, κυριαρχία και ελευθερία. Καμία όμως θεολογία δεν μπόρεσε να ακολουθήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή την οδό· θα επανέλθουν, λοιπόν, σε μια πιο ορθολογική θεολογία και θα υποβάλουν και τον ίδιο το Θεό σε ορισμένους περιορισμούς.

Αυτοεκτίμηση: Το κλειδί για την επιτυχία ή την αποτυχία!

Self-Belief-300x225Αυτοεκτίμηση είναι μια έμφυτη κινητήρια δύναμη του ατόμου για την ζωή. Είναι μια εσωτερική δύναμη που συμβάλει στην αρμονική εκτέλεση όλων των λειτουργιών του ατόμου (γνωστικών, συναισθηματικών, ψυχολογικών κτλ) αλλά και στην ανάπτυξή του. Η αυτοεκτίμηση είναι το αίσθημα της βαθιάς εμπιστοσύνης προς τον εαυτό μας που μας πηγαίνει πέρα από αυτό που κατέχουμε, που γνωρίζουμε ή που έχουμε επιτύχει.
        
Η αυτοεκτίμηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο το άτομο αγαπήθηκε και έγινε αποδεκτό από τους άλλους, αλλά και πόση αξία, αγάπη και αποδοχή έχει το άτομο για τον ίδιο του τον εαυτό. Οι απόψεις και οι παρατηρήσεις των τρίτων παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας και μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την αξιολόγηση που κάνουμε για τους εαυτούς μας. Οι άνθρωποι με υγιή αυτοεκτίμηση αισθάνονται καλά για τον εαυτό τους, εκτιμούν τη δική τους αξία και είναι υπερήφανοι για τις δεξιότητες, τις ικανότητες και τα επιτεύγματά τους. Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση αισθάνονται άσχημα για αυτό που είναι, πιστεύουν πως δεν είναι αρκετά καλοί σε τίποτα και νιώθουν πως κανείς δεν τους έχει αποδεχθεί και αγαπήσει.

Να επισημάνω όμως, πως το να δεχόμαστε τον εαυτό μας δεν σημαίνει έλλειψη επιθυμίας για αλλαγή, για βελτίωση και εξέλιξη. Η ίδια η αυτό-αποδοχή είναι προϋπόθεση για την αλλαγή. Αν δεχτούμε αυτό που αισθανόμαστε και που είμαστε σε οποιαδήποτε στιγμή της ύπαρξής μας, σημαίνει πως έχουμε πλήρη επίγνωση της φύσης μας, των επιλογών μας και των πράξεων μας και τότε μονάχα μπορούμε να διαβούμε τον δρόμο για την ανάπτυξη. Η αυτοεκτίμηση έχει ως βάση την εμπιστοσύνη. Έχοντας μια πραγματική εκτίμηση για τον εαυτό μας μπορούμε να οικοδομήσουμε μια διαρκή εμπιστοσύνη προς αυτόν.

Χαμηλή αυτοεκτίμηση σχετίζεται με τη στρέβλωση της σκέψης (κύριο πρόβλημα ο αρνητισμός στην σκέψη). Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν μια πολύ διαστρεβλωμένη άποψη του τι πραγματικά είναι. Την ίδια στιγμή αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζουν μια τελειομανία δηλαδή απαιτούν από τον εαυτό τους και τους άλλους να είναι και να κάνουν τα πάντα αψεγάδιαστα. Φυσικά η τελειομανία αυτή και οι εκτός πραγματικότητας απαιτήσεις τροφοδοτούν περαιτέρω την ανασφάλεια του ατόμου και την αρνητική του σκέψη.

Να θυμάστε πως θέτοντας ανέφικτους στόχους είναι σίγουρο πως βοηθάτε τον εαυτό σας να νιώσει αποτυχημένος. Η ιδέα που έχετε για το δικό σας πρόσωπο είναι αυτό που ονομάζεται αυτοεκτίμηση και αυτή μπορεί να σας οδηγήσει στην επιτυχία ή την αποτυχία σε όλους τους τομείς της ζωής σας. Η αυτοεκτίμηση είναι μια ασπίδα στον αγώνα της ζωής. Ενισχύστε την αυτοεκτίμησή σας, αγαπήστε τον εαυτό σας, νιώστε ευχαριστημένος μαζί του και καταλάβετε πως ο καθένας μας κρύβει μέσα του έναν πολύ σπουδαίο άνθρωπο. Αρκεί μονάχα να τον ανακαλύψει και να τον αποδεχτεί.

Ένοχοι πρώτα

Στο σύστημα σκέψης που υπηρετούμε, πιστά, όλοι είμαστε/είναι ένοχοι, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.

Μην πλανάστε από τις διακηρύξεις του φαινομενικού δικαστικού/νομικού συστήματος αλλά παρατηρήστε πιο προσεκτικά την ίδια σας τη ζωή, σε όλες της τις εκφράσεις. Η αλήθεια που δεν θέλουμε συχνά να δούμε, βρίσκεται εκεί και μας κοιτάει κατάματα με πάσα ειλικρίνεια.

Θέλεις να ενοικιάσεις ένα σπίτι και ο ιδιοκτήτης σού ζητάει εκ των προτέρων δυο και τρία ενοίκια μαζεμένα, υποθέτοντας πως πρέπει να τα έχεις εφόσον ζητάς να ενοικιάσεις, σίγουρος πως θα φύγεις κάποια στιγμή και θα τον κλέψεις. Όποιος και να ‘σαι. Δεν τον νοιάζει, δεν υπάρχεις ως ατομικότητα. Σε έχει ήδη βάλει σε ένα καλάθι κλεφτών, βάσει προηγούμενων βιωμάτων του και βάσει συλλογικών εξαγγελιών.

Τι κι αν όλοι ξέρουμε πως η προπαγάνδα, οι εξαγγελίες, η πλάνη των εντυπώσεων, η δημοσιοποίηση του ατομικού συμφέροντος κάνει τη δουλειά της στα λόγια και στους νόμους; Το στηρίζουμε…λόγω συμφέροντος, λόγω φόβου, λόγω ανάγκης ασφάλειας και εξασφάλισης. Λόγω συνεχιζόμενης άγνοιας του ίδιου του εαυτού μας.

Τίποτα δεν μας απαλλάσσει από το άγνωστο, την περίπτωση της εξαπάτησης, το φόβο που συνεχίζει να μας διακατέχει, όμως εμείς συνεχίζουμε να στηρίζουμε τις ίδιες πρακτικές… περιμένοντας φυσικά να έχουμε διαφορετικά, τα αντίθετα αποτελέσματα απ' ό,τι προβάλλουμε (αθέατα).

Συζητάς με ανθρώπους διαδικτυακά και είσαι συγκρατημένος γιατί δεν ξέρεις τον άνθρωπο που ισχυρίζεται πως είναι, στην άλλη πλευρά της διαδικτυακής γραμμής σου. Αισθάνεσαι κάπως καλύτερα αν έχεις μια φωτογραφία του, αν του βάζεις ένα πρόσωπο, στο κενό του νου σου, που αγωνιά να γεμίσει. Ακόμα καλύτερα, αν μπορείς να «φας και να πιείς μαζί του», ικανοποιώντας τις αισθήσεις σου.

Κοιμάσαι και ξυπνάς δίπλα σε έναν άνθρωπο για χρόνια υποθέτοντας πως τον γνωρίζεις, ενώ στην ουσία αγνοείς τον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτή η γνώμη σου όμως «σε σώζει», σε προφυλάσσει, σε οχυρώνει και σε προετοιμάζει θαρρείς, για τα απρόοπτα που πάση θυσία θέλεις να αποφεύγεις. Και την κρατάς την άποψή σου, ως γνώση, χωρίς να την αμφισβητείς, έχοντας σταματήσει να προσέχεις, να ερευνάς, να διερωτάσαι, να παρατηρείς πραγματικά… χρόνια τώρα.

Είναι ωραίο και χρήσιμο να μην ξέρεις… και τότε ανακαλύπτεις πως ξέρεις πολύ περισσότερα απ’ όσα νόμιζες. Όμως μάθαμε να ξεκινάμε ανάποδα και δεν το μάθαμε στο σχολείο. Το φέραμε μαζί μας αποφασίζοντας να ζήσουμε ως άνθρωποι, με περιορισμένη συνείδηση. Η ανατροπή είναι δύσκολη και δεν την επιλέγουν πολλοί. Η απενεχοποίηση δεν γίνεται αυτόματα, δεν είναι θέμα μελέτης των ήδη γραμμένων σοφιών.

Είναι προσωπικός αγώνας απεγκλωβισμού, όλων ίσων υποσυνείδητα γνωρίζουμε για να μπορεί, ελεύθερα, αβίαστα και φυσικά, με ταπεινότητα, σιγουριά και εμπιστοσύνη να εισάγουμε νέα γνώση, μετατρέποντας την παλιά σε σοφία, πρώτα εντός μας και έπειτα, με δράση και στάση στη ζωή μας.

Ο χρόνος παραμένει πάντα σχετικός, όπως και το «πρώτα» και «ύστερα» που νομίζουμε πως κατανοούμε.

Οι εκκλησιαστικές απολογητικές κωλοτούμπες επί της επίπεδης, ακίνητης και ηλικίας 7.500 ετών γης

«Η Εκκλησία λέει πως η γη είναι επίπεδη, αλλά εγώ γνωρίζω πως είναι στρογγυλή, γιατί έχω δει τη σκιά στο φεγγάρι, και έχω περισσότερη εμπιστοσύνη σε μία σκιά παρά στην Εκκλησία».
Ρόμπερτ Ίνγκερζολ (Αμερικανός πολιτικός, 1833-1899)

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι είναι αξίωμα, πως όταν ένα ψέμα* απογυμνώνεται, δύο βασικές επιλογές μένουν στον ψευδόμενο: Είτε να παραδεχθεί το ψέμα, είτε να συνεχίζει να το στηρίζει με ένα ακόμα ψέμα. Κι εδώ όμως υπάρχει το αξίωμα, πως τα ψέματα επί ψεμάτων κάποια στιγμή οδηγούν και σε ένα λογικό αδιέξοδο και ο ψευδόμενος αναγκάζεται εκ των πραγμάτων, προκειμένου ν' απεγκλωβιστεί απ' αυτό, να προχωρά σε ακροβατισμούς και κωλοτούμπες, που κάνουν το ψέμα του ακόμη πιο οφθαλμοφανές.
[* Στην θέση της λέξης «ψέμα», μπορείτε να βάλετε και την λέξη «σφάλμα»]

Είναι γεγονός, πως μέχρι και λίγους αιώνες πριν (ή αν θέλετε και μέχρι τις μέρες μας), η Εκκλησία (ορθόδοξη και καθολική), εκπροσωπούσε την απόλυτη αλήθεια. Εξέφραζε γνώμη επί παντός επιστητού, ακόμη και σε τομείς, με τους οποίους, όχι μόνο δεν είχε σχέση, αλλά απεναντίας κινήθηκε εναντίον, όπως π.χ. στην Επιστήμη. Η «αλήθεια» τής Εκκλησίας, ήταν η απόλυτη αλήθεια. Μερικές απ' τις «αλήθειες» τής Εκκλησίας, είχαν και έχουν σχέση με τη γη και έχουν ως πηγή προέλευσης τις «ιερές» και «θεόπνευστες» γραφές, που συνέταξαν πριν 3-4 χιλιάδες χρόνια κάποιοι επιτήδειοι και απολίτιστοι γιδοβοσκοί της ερήμου. Μιλάμε φυσικά για την εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη, ή οποία μαζί με την Καινή Διαθήκη, που συνέταξαν αιώνες αργότερα κάποιοι «άγιοι» πλαστογράφοι κι εξίσου επιτήδειοι, αποτελούν σήμερα την λεγόμενη Αγία Γραφή. Η αμφισβήτηση αυτής της «αλήθειας», μέχρι και το πρόσφατο σχετικά παρελθόν, μπορούσε να σημάνει και το τέλος της ζωής τού αμφισβητία (ο οποίος εννοείται ότι θα κατέληγε στην Κόλαση).
Έτσι, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, η γη είναι επίπεδη και τετράγωνη, δεν κινείται και η ηλικία της είναι περίπου 7.500 έτη. Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα...

Η γη είναι επίπεδη και τετράγωνη
Επειδή είναι σχεδόν βέβαιο, πως κάποιοι αμαθείς υπερασπιστές της βρομερής Βίβλου, παρ' όλο που είναι αμφίβολο αν έχουν διαβάσει πάνω από μια σελίδα της, θα πεταχτούν και θα ρωτήσουν με στόμφο, «μα που γράφει τέτοιο πράγμα;», ας αναφέρουμε προκαταβολικά μια ενδεικτική παραπομπή: «Αποκάλυψη του Ιωάννη» (7: 1-8)...
Και μετά τούτο είδα τέσσερις αγγέλους να στέκονται στις τέσσερις γωνίες της Γης, να κρατούνε τους τέσσερις ανέμους για να μη φυσάει ο αγέρας πάνω στη Γη ούτε στη θάλασσα μήτε στα δέντρα.
Προς αποφυγήν κάθε παρερμηνείας, δεν λέει «σε τέσσερις γωνίες της Γης», αλλά «στις τέσσερις γωνίες της Γης». Είναι δηλαδή πολύ συγκεκριμένη η αναφορά και ευδιάκριτη η διαφορά ως προς την σημασία.
Και για να μην αμφιβάλλουμε καθόλου για την...μη σφαιρικότητα της γης, ας δούμε και τι λέει ο «Δημιουργός»: «καὶ διασπερεῖ σε Κύριος ὁ Θεός σου εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τῆς γῆς...» (Δευτερονόμιον, 28: 64).
Προς το παρόν, σφαίρες με άκρα και γωνίες, δεν μπορούν ν' ανήκουν ούτε καν στην...σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Ας σημειωθεί επίσης, πως οι αναφορές περί άκρων της γης, είναι αρκετές μέσα στην Αγία Γραφή, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στην Καινή.
Με βάση τώρα τους διάφορους χάρτες που σχεδίασαν κάποιοι (στηριζόμενοι βεβαίως στα προαναφερθέντα «επιστημονικά» δεδομένα), όπως π.χ. ο μοναχός, Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης (6ος αι. μ.Χ.), θα πρέπει να υποθέσουμε εδώ, πως όλες οι διαστημικές φωτογραφίες που απεικονίζουν την γη σφαιροειδή, έχουν υποστεί φωτογραφική επεξεργασία (Φωτοσόπιον), χάριν προφανώς κάποια συνωμοτικής αντιχριστιανικής οργάνωσης, ή ότι ο Ιωάννης και οι διάφοροι εκκλησιαστικοί «τοπογράφοι», έπαιρναν «ληγμένα», ή ότι τέλος τέλος, ο «Δημιουργός» αλλού βρισκόταν κι αλλού «δημιουργούσε».
Θα μπορούσε να πει κανείς, πως τόσα γνώριζαν οι άνθρωποι αυτών των εποχών, τόσα έλεγαν. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που υπέθεταν ή γνώριζαν και κάτι παραπάνω, όπως ο Στράβων: «Σφαιροειδής η σύμπασα ουχ ως εκ τόρνου, αλλ’ έχει τινάς ανωμαλίας», ή ο Ερατοσθένης που υπολόγισε με εκπληκτική ακρίβεια την περίμετρο της γης. Βλέπετε όμως, ο Στράβων κι ο Ερατοσθένης, ανήκαν στους «μιαρούς» Έλληνες και η Επιστήμη, θεωρούνταν από το σκοταδιστικό χριστιανικό καθεστώς, «όργανο του Σατανά». Ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης μάλιστα, είναι σφόδρα επικριτικός με τους Έλληνες, που έκαναν λόγο για σφαιρικότητα και ηλιοκεντρισμό, ώστε τους αποκαλεί πλανημένους, προληπτικούς, παραμυθατζήδες και ανίδεους, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα την «αλήθεια» της Αγίας Γραφής:
[...] Ζητησάτωσαν δὲ πάλιν τὸν σκάριφον τοῦ παντὸς καὶ τῆς ἀστρῴας κινήσεως, τὸν παρ' ἡμῶν γενόμενον κατὰ μίμησιν τῆς ὀργανικῆς τῶν ἔξωθεν σφαίρας, καὶ τὸν περὶ αὐτοῦ λόγον πρὸς τὸν θεοφιλέστατον διάκονον Ὁμόλογον ἀποσταλέντα, καὶ ἐγκυψάτω σαν, ὅστις τε σὺν Θεῷ ἱκανὸς ὑπάρχει, μάλιστα σὺν ταύτῃ τῇ βίβλῳ καὶ τῷ τόμῳ ἐκ βάθρων ἀνελεῖν τῶν ἑλληνικῶν ὑποθέσεων τὴν πλάνην. Ταῦτα γάρ τις τὰ τρία χριστιανὸς ὑπάρχων καὶ κτώμενος καὶ τῇ θείᾳ χάριτι περὶ τὴν θείαν Γραφὴν ἐπιμελῶς κινούμενος ῥᾳδίως ἐλέγχει τῶν μυθολόγων τὴν ἄνοιαν. Συνίστησι γὰρ δι' αὐτοῦ τοῦ σχήματος καὶ τῆς τοῦ κόσμου κατασκευῆς καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων τὴν θείαν Γραφὴν ἀληθεστάτην οὖσαν καὶ τῶν χριστιανῶν τὸ κήρυγμα.

[...] Τῷ βίῳ χρήσιμον εἶναι τὸ σύνταγμα πρὸς μάθησιν καὶ κατανόησιν θείων δογμάτων καὶ ἀνατροπὴν ἑλληνικῶν προλήψεων, καὶ ὅπως ἅπας ὁ σκοπὸς τῆς θείας Γραφῆς εἰς τὴν μέλλουσαν κατάστασιν ἀφορᾷ...

[...] Τὸν περὶ οὐρανοῦ λόγον αἰτήσαντί σοι συγγραφῆναι παρ' ἡμῶν, ὦ φιλοπονικώτατε ἀνδρῶν Ἀναστάσιε, οὐκ ἀπειθήσω. Σαφηνιῶ δὲ πότερον ἀκατάλυτον αὐτόν φησιν ἡ θεία Γραφὴ ἢ καταλυόμενον. Ἔφησθα γὰρ ὥς τις τῶν χριστιανίζειν αὐχούντων βουλόμενος καθ' Ἑλλήνων εἰπεῖν ἔλαθεν ἑαυτὸν συνηγορῶν αὐτοῖς, σφαῖραν μὲν σὺν αὐτοῖς δοξάζων ἀεὶ περιστρεφομένην τὸν οὐρανόν, καταλυόμενον δὲ τοῦτον ἐν τῷ αὐτοῦ συγγράμματι κηρύττων. Οὐκ οἶδ' ὅπως κινούμενος ἐξεῖπε καὶ θαυμάζειν ἐμοὶ ἔπεισι τὴν οὕτω πολυμαθῆ τοῦ ἀνδρὸς σοφίαν, οὕτω τυφλώττουσαν ὑπὸ τῆς ἄγαν φιλοτιμίας. Εἰ γὰρ ὡς χριστιανὸς ἀνατρέπειν ἠβούλετο τὴν δόξαν τὴν ἑλληνικήν, τάς γε περὶ τούτου πρῶτον ἀρχὰς ἐχρῆν ἐκ βάθρων ἀνελεῖν, τὴν σφαῖραν καὶ τὴν ταύτης περιφοράν, ὅπερ ἡμεῖς βουλήσει Θεοῦ ἐν ἑτέρῳ συγγράμματι αἰτηθέντες πεποιήκαμεν.
Ας δούμε τώρα, κι έναν απ' τους χάρτες του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη. Παρατηρήστε πως στον χάρτη τού ευφάνταστου Κοσμά, η «λεπτομέρεια» είναι τόσο εμφανής, ώστε στην μία πλευρά τής...τετράγωνης γης εμφανίζεται και ο...Παράδεισος!...

Αλλά ας μην επιμείνουμε άλλο σ' αυτό. Δεν έχει νόημα να βάζουμε στην ίδια ζυγαριά τους αρχαίους Έλληνες επιστήμονες με τους θρησκόληπτους και σκοταδιστές χριστιανούς και κατ' επίφασιν επιστήμονες. Σημασία έχει πλέον η θέση τής Εκκλησίας σήμερα, που το σχήμα τής γης είναι οφθαλμοφανέστατο.
Αν παραδεχτεί (και πως αλλιώς;) ότι έτσι είναι, η γη είναι σφαιροειδής, τότε το μπουρδολόγημα που λέγεται «Αποκάλυψη», πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια, μαζί με την «θεοπνευστία» του. Αν δεν το παραδεχτεί, τότε και πάλι εκτίθεται ανεπανόρθωτα, καθώς πλέον θα μας κοροϊδεύει μπροστά στα μάτια μας και θα εμπαίζει ευθέως την νοημοσύνη μας.
Φυσικά, εκ των πραγμάτων, η Εκκλησία έχει εγκαταλείψει το αξίωμα περί επίπεδης γης, αλλά κι απ' την άλλη, η «Αποκάλυψη» εξακολουθεί να θεωρείται «ιερό» και «θεόπνευστο» κείμενο (όπως και τα υπόλοιπα με τις...«άκρες»). Δηλαδή και την πίτα ολόκληρη και το σκυλί χορτάτο. Μα ποιους δουλεύουν; Εμάς ή τους εαυτούς τους;
Επειδή προφανώς, αυτό το θέμα, δεν σηκώνει ίχνος απολογητικής, οι κατέχοντες την «αποκαλυπτική αλήθεια», είναι λογικό να μην αγγίζουν τέτοια θέματα που κάνουν «τζιζζζ». Η πιο συνετή στάση σ' αυτή την περίπτωση, είναι να κάνουν την πάπια...

Η γη δεν κινείται
«Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο είναι τόσο εσφαλμένο, όσο το να υποστηρίζει ότι ο Ιησούς δεν γεννήθηκε από παρθένο».
Ρομπέρτο Μπελαρμίνο (Καρδινάλιος και άγιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας)

Όπως γνωρίζουμε σήμερα, ο ήλιος βρίσκεται στο κέντρο του πλανητικού μας συστήματος και η γη κινείται γύρω απ' αυτόν. Σύμφωνα όμως με τις «ιερές» και «θεόπνευστες» γραφές, η γη είναι σταθερή (για την ακρίβεια, στηρίζεται σε θεμέλια) και ο ήλιος κινείται σε σχέση μ' αυτήν.
Πριν αναρωτηθεί κάποιος, από που προκύπτει η πεποίθηση πως οι «ιερές» γραφές υποστηρίζουν την κίνηση του ήλιου, ας διαβάσει το «θεόπνευστο» απόσπασμα από τον «Ιησού του Ναυή» (10: 12-14), όπου ο «ήρωας» παρακαλεί τον Θεό να σταματήσει την πορεία του ήλιου, έτσι ώστε να επιμηκυνθεί η μέρα και να έχει περισσότερο χρόνο να εξολοθρεύσει τους Αμορραίους. Φυσικά ο «Πανάγαθος», για χάρη του «περιούσιου» λαού, ικανοποιεί αυτό το αίτημα: «Τότε ἐλάλησεν Ἰησοῦς πρὸς Κύριον, ᾗ ἡμέρᾳ παρέδωκεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀμορραῖον ὑποχείριον Ἰσραήλ, ἡνίκα συνέτριψεν αὐτοὺς ἐν Γαβαὼν καὶ συνετρίβησαν ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών. καὶ ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐν στάσει, ἕως ἠμύνατο ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν. καὶ ἔστη ὁ ἥλιος κατὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ, οὐ προεπορεύετο εἰς δυσμὰς εἰς τέλος ἡμέρας μιᾶς. καὶ οὐκ ἐγένετο ἡμέρα τοιαύτη οὐδὲ τὸ πρότερον οὐδὲ τὸ ἔσχατον, ὥστε ἐπακοῦσαι Θεὸν ἀνθρώπου, ὅτι Κύριος συνεξεπολέμησε τῷ Ἰσραήλ».
Και για να μην υπάρχει και η αμφιβολία για το εάν η γη κινείται ή όχι, ο «Δημιουργός» φροντίζει να διευκρινίσει πως την έχει θεμελιώσει: «Ἄκουέ μου, Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐγὼ καλῶ· ἐγώ εἰμι πρῶτος, καὶ ἐγώ εἰμι εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ἡ χείρ μου ἐθεμελίωσε τὴν γῆν, καὶ ἡ δεξιά μου ἐστερέωσε τὸν οὐρανόν...». (Ησαΐας 48: 12-13)
Ίσως δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση αυτή η περίπτωση, καθώς αποτελεί, σχεδόν ίδια περίπτωση με την προηγούμενη. Ας έχουμε πάντως υπόψιν, πως ο συγκεκριμένος «άγιος», συμμετείχε στα εκκλησιαστικά δικαστήρια κατά του Ιταλού αστρονόμου Γαλιλαίου, που τόλμησε υπαινιχθεί πως η γη κινείται γύρω απ' τον ήλιο κι όχι ο ήλιος γύρω απ' αυτήν, αναγκάζοντάς τον επί ποινή θανάτου, ν' αποκηρύξει τις ιδέες του και να δηλώσει πως «έσφαλε». (Για την ιστορία, ας αναφέρουμε εδώ, πως ο Γαλιλαίος στηρίχτηκε στις μελέτες του Πτολεμαίου και στην ηλιοκεντρική θεωρία του Πολωνού αστρονόμου Κοπέρνικου, την οποία όμως θεωρία, πρώτος αναφέρει, αιώνες πριν, ο Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός, Αρίσταρχος ο Σάμιος).

Η γη και ο κόσμος δημιουργήθηκε πριν 7.500 χρόνια
Εδώ, η Εκκλησία εξακολουθεί ακόμη ν' αντιστέκεται στην επιστημονική έρευνα, αν και είναι αλήθεια, όχι με τόσο σθένος όσο μέχρι και 1-2 αιώνες πριν, όπου έπαιζε χωρίς αντίπαλο.
Σύμφωνα και με την επίσημη ιστοσελίδα τού πατριαρχείου Ιεροσολύμων, η αρχή τού κόσμου τοποθετείται στα 5508 π.Χ.
Ο υπολογισμός αυτής της χρονολογίας γίνεται με πολύ απλό τρόπο: Βάσει των ηλικιών των Εβραίων «πατέρων» μας που αναφέρονται στην Αγία Γραφή και του γενεαλογικού τους δένδρου, οι ρίζες τού οποίου περιγράφονται λεπτομερώς στην Γένεση (κεφ. 5) και συνεχίζονται και στην Καινή Διαθήκη, παρ' όλο που οι ευαγγελιστές έχουν κάποιες «μικροδιαφωνίες» μεταξύ τους. Εδώ συναντούμε και τον θρυλικό Μαθουσάλα, ο οποίος έσπασε κάθε όριο μακροβιότητας, φθάνοντας αισίως τα 967 έτη ζωής. Τώρα, το αν είναι δυνατόν να υπήρχαν τέτοια φαινόμενα μακροζωίας και μάλιστα σε εποχές όπου ο μέσος όρος ζωής ήταν αρκετά μικρότερος από τον σημερινό, είναι καθαρά θέμα τού τι είναι διατεθειμένος να πιστέψει ο καθένας (ο νοών νοήτω).
Σύμφωνα με τις σημερινές επιστημονικές μελέτες, η πιθανή ηλικία τής γης υπολογίζεται περίπου στα 4,5 δις έτη. Στο συμπέρασμα αυτό έχουν καταλήξει πολλές και διαφορετικές έρευνες, με ποσοστό απόκλισης λάθους σε λιγότερο από 1%. Η θέση αυτή δεν είναι απόλυτη κι ενδέχεται η ηλικία τής γης να είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς τα αποτελέσματα των ερευνών στηρίζονται στα μέχρι τώρα ευρήματα.
Είναι φανερό, πως η αριθμητική διαφορά, ανάμεσα στην δογματική αλήθεια της Αγίας Γραφής και στην επιστημονική έρευνα, είναι απλά χαώδης. Σημειώστε επίσης τον «άνθρωπο των Πετραλώνων» στην Χαλκιδική, του οποίου η ηλικία υπολογίζεται στα 700.000 έτη (με ελάχιστη τα 300.000 έτη) και είναι σίγουρα κατά πολύ αρχαιότερος από τον «προπάτορα» Αδάμ της Βίβλου.
Πως αντιδρούν όμως οι Ιουδαιοχριστιανοί εμπρός σ' αυτά τα επιστημονικά δεδομένα;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν κάποιον συντονισμένο τρόπο δράσης, αν εξαιρέσει κανείς την μπαρούφα περί «ευφυούς σχεδιασμού», που επικαλούνται για να αποδείξουν την ύπαρξη του...ανύπαρκτου Θεού.
Ας δούμε αρχικά, τί υποστηρίζει ο απολογητής Γεώργιος Μεταλληνός (κατά δήλωση του ιδίου, «ασχολούμεθα, θέλοντας και μη, με το έργο της Απολογητικής»). Παρατίθεται χαρακτηριστικά αποσπάσματα από συνέντευξή του στον Άγγελο Σακκέτο:
Άγγελος Σακκέτος: Εδώ μας λένε ότι ο κόσμος έχει ζωή 5.759 ετών, κάποιοι σε περιοδικά τους, που γνωρίζετε πατέρα Γεώργιε, και δεν ξέρω αν συμφωνείτε μαζί τους όταν λέγουν ο κόσμος έχει ζωή 5.759 ετών.
Γεώργιος Μεταλληνός: Κοιτάξτε στην αρχαία πατερική γραμματεία οι υπολογισμοί που γίνονται βάσει του θεόπνευστου κειμένου της Μεταφράσεως των εβδομήκοντα, του ελληνικού, δηλαδή, κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, για την γέννηση του Χριστού μας δίνουν το έτος 5508 από κτίσεως κόσμου. Αυτά όμως όλα είναι συμβατικά και όχι αυστηρά επιστημονικά.
Άγγελος Σακκέτος: Μάλιστα, συμβατικά.
Γεώργιος Μεταλληνός: Οι Εβραίοι στο εβραϊκό κείμενο δέχονται 4.000 τόσα χρόνια, αλλά εγώ απλώς επαναλαμβάνω: Αυτό έχει συμβατικό μόνο χαρακτήρα.
Άγγελος Σακκέτος: Υπάρχουν ανθρωπολόγοι, υπάρχουν παλαιοντολόγοι, υπάρχουν αρχαιολόγοι, με λίγα λόγια υπάρχει η αρχαιολογική σκαπάνη και ας αναφερθούμε μόνον στον Άρη Πουλιανό που μας έχει μιλήσει για τον άνθρωπο της Τρίγλιας Χαλκιδικής ηλικίας 750.000 χρόνων ή 250.000 κατ’ άλλους επιστήμονες, όχι όμως και 5.000 χρόνων, που μας λένε οι Εβραίοι.
Γεώργιος Μεταλληνός: Μα σας είπα για τα επιστημονικά θέματα είναι συμβατικό βιβλίο η Αγία Γραφή.
Ας παρακάμψουμε το γεγονός που ούτε μεταξύ τους δεν μπορούν να βρουν μια σταθερή χρονολογία (βασισμένη πάντα στην Αγία Γραφή) κι ας αρχίσουμε να ψειρίζουμε τον κώλο της μαϊμούς...
Τι μας λέει αρχικά ο Μεταλληνός; Ότι άλλα έλεγαν οι πρωτότυπες «ιερές» και «θεόπνευστες» (αυτό θα πρέπει να τονίζεται συνεχώς) εβραϊκές γραφές κι άλλα μετέφραζαν οι Εβδομήκοντα. Καταπληκτική «θεοπνευστία», αν μη τι άλλο...
Κατά δεύτερον, διακρίνουμε μια εμμονή του πάνω στον όρο «συμβατικός». Ως φαίνεται, πρόκειται για μια από τις καινούργιες καραμέλες που βγήκαν στην «πιάτσα», προκειμένου να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Ο Μεταλληνός έχει την εντύπωση πως πετώντας την στρακαστρούκα περί «συμβατικότητας», έδωσε μια σαφή απάντηση και «καθάρισε». Έχει δηλαδή την εντύπωση, με λίγα λόγια, πως κατάφερε να θολώσει τα νερά, όπως η σουπιά που εκτοξεύει το μελάνι της κι εξαφανίζεται.
Ο όρος «συμβατικός», αποκτά κατά περίσταση και διαφορετική έννοια. Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση, μόνο μία έννοια μπορεί να έχει: Του τυπικού, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, του ψευδεπίγραφου. Είναι φανερό, πως ο Μεταλληνός δεν έχει το σθένος να πει ευθέως την αλήθεια, την οποία γνωρίζει κι αντ' αυτού εξωραΐζει το μυθολόγημα με την «light» εκδοχή της «συμβατικότητας» (χωρίς να μας διευκρινίζει ωστόσο, από πότε αντιλήφθηκε αυτή την «συμβατικότητα» και γιατί). Το καταπληκτικό είναι, πως δίπλα στην «συμβατικότητα», κολλάει κι ένα «όχι αυστηρά επιστημονικά», λες και υπάρχει ίχνος επιστημονοσύνης στην Αγία Γραφή.
Μια άλλη εκδοχή αμυντικής τακτικής συνιστά η άποψη πως υπάρχουν και επιστήμονες που αμφισβητούν τα συμπεράσματα περί 4,5 δις ετών ως ηλικία τής γης και συμφωνούν με τα δεδομένα της Αγίας Γραφής. Διαβάζουμε λοιπόν σε γνωστή πολυγλωσσική χριστιανική ιστοσελίδα:
Οι επιστήμονες που υποστηρίζουν τη νεότερη ηλικία των 6.000 ετών επιμένουν ότι η ραδιομετρική χρονολόγηση είναι ατελής στο ότι βασίστηκε σε μια σειρά από εσφαλμένες υποθέσεις, ενώ η γεωλογική χρονολογική κλίμακα είναι ατελής στο ότι χρησιμοποιεί κυκλικούς συλλογισμούς. Επιπλέον, δείχνουν τους απομυθοποιημένους μύθους για την γηραιά γη, όπως τη δημοφιλή εσφαλμένη αντίληψη ότι χρειάζεται μεγάλες χρονικές περιόδους για το σχηματισμό στρωμάτων, την απολίθωση, και το σχηματισμό των διαμαντιών, του γαιάνθρακα, του πετρελαίου, των σταλακτιτών, των σταλαγμιτών, κ.λπ. Τέλος, οι υπερασπιστές της μικρής ηλικίας της γης παρουσιάζουν θετικά στοιχεία στη θέση των στοιχείων για την γηραιά γη τα οποία απομυθοποιούν. Οι επιστήμονες της μικρής ηλικίας της γης αναγνωρίζουν ότι είναι μειονότητα σήμερα αλλά επιμένουν ότι θα αυξηθούν καθώς όλο και περισσότεροι επιστήμονες επανεξετάζουν τα στοιχεία και ερευνούν πιο προσεκτικά την πρόσφατη θεωρία της γηραιάς γης.
Και καταλήγει στο ποθητό συμπέρασμα:
Τελικά, η ηλικία της γης δεν μπορεί να αποδειχτεί. Είτε είναι 6.000 χρόνια ή 4,6 δισεκατομμύρια –και οι δυο θεωρίες (και κάθε ενδιάμεση) επαφίεται στην πίστη και στις υποθέσεις. Αυτοί που πιστεύουν τα 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια εμπιστεύονται ότι οι μέθοδοι όπως τη ραδιομετρική χρονολόγηση είναι αξιόπιστες, και ότι τίποτα δεν έχει συμβεί στην ιστορία που να έχει διασπάσει την κανονική αποσύνθεση των ραδιο-ισοτόπων. Αυτοί που πιστεύουν τα 6.000 χρόνια εμπιστεύονται ότι η Αγία Γραφή είναι αληθινή, και ότι άλλοι παράγοντες εξηγούν την «φαινομενική» ηλικία της γης, όπως ο παγκόσμιος κατακλυσμός, ή ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν σε μια κατάσταση ώστε να «φαίνεται» ότι έχει μια μακρόχρονη ηλικία.
Η βασική διαπίστωση, που γίνεται εδώ, έστω και με την απαξίωση και υποβάθμιση της επιστημονικής έρευνας (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνουν και τον άνθρωπο των Πετραλώνων), είναι η εγκατάλειψη της αυστηρής δογματικής θέσεως περί μερικών χιλιάδων ετών της δημιουργίας του κόσμου. Ως πιο βολική κρίνεται πλέον για τους Ιουδαιοχριστιανούς μια συγκεχυμένη και «φλου» κατάσταση (έτσι θέλουν να πιστεύουν πως είναι), γιατί συνειδητοποιούν πως η δική τους χρονολόγηση δεν βασίζεται σε κανένα σοβαρό στοιχείο, πλην της «θεόπνευστης» Αγίας Γραφής, που γράφτηκε από τους Εβραίους και οι οποίοι είχαν τόση σχέση με την επιστήμη, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Θυμίζει δηλαδή κάπως, το ανέκδοτο με την κατσίκα τού γείτονα. «Αμελούν» βέβαια να μας ενημερώσουν στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα, ποιοι είναι αυτοί οι «επιστήμονες» που αμφισβητούν την επικρατούσα και κατά το δυνατόν τεκμηριωμένη άποψη, όπως επίσης και πάνω σε τι επιστημονικά δεδομένα στηρίζονται οι δικές τους «μελέτες». Λεπτομέρειες όμως, μπορεί να πει κάποιος...
Σε άλλη, ελληνική αυτή τη φορά, χριστιανική ιστοσελίδα, αφού προηγείται μια επιστημονική ανάλυση (προφανώς προϊόν αντιγραφής κειμένου, που ούτε ο αντιγραφέας κατανοεί τι λέει) γίνεται μια «φιλότιμη» προσπάθεια να απαξιωθεί και να αμφισβητηθεί τελείως η μέθοδος ραδιοχρονολόγησης με τον άνθρακα 14. Καταλήγει λοιπόν η ιστοσελίδα στο επίσης επιθυμητό συμπέρασμα:
...με βάση τα δεδομένα του ίδιου του Libby, εκτίμηση της ηλικίας της Γης γύρω στα 10.000 έτη (!) και όχι δισεκατομμύρια έτη που πιστευόταν μέχρι τώρα. Επομένως η μέθοδος, που φαινόταν να δικαιώνει την άποψη των εξελικτικών για τα δισεκατομμύρια έτη, ή ίδια -παραδόξως- την καταρρίπτει πλέον και ενισχύει τα δεδομένα της Αγίας Γραφής.
Οποία κατάντια... Να γίνεται αυτοσκοπός των ρασοφόρων, η αγωνιώδης προσπάθεια εντοπισμού επιστημονικού σφάλματος, μόνο και μόνο για να μην χαλάσει η σούπα τού Αδάμ και του Αβραάμ, του «θεόπνευστου» τσελεμεντέ που ονομάζεται Αγία Γραφή... Και προσέξτε, πως έντεχνα προσπαθούν να δώσουν την εντύπωση, πως ο ίδιος ο δημιουργός (και τιμημένος με βραβείο Νόμπελ) του άνθρακα 14, εκτιμά την ηλικία της γης κοντά στα 10.000 έτη, κάτι το οποίο είναι ψευδές. Φυσικά, ακόμη και η ηλικία των 10.000 ετών απέχει κατά μερικές χιλιάδες χρόνια από την επικρατούσα ιουδαιοχριστιανική αντίληψη για την ηλικία του κόσμου. Ας μην απελπίζονται όμως... Αφού έφεραν την διαφορά τόσο κοντά, το επόμενο βήμα, της απόλυτης χρονικής ταύτισης, φαντάζει μάλλον πιο εύκολο. Όλο και κάποιος πρόθυμος «επιστήμονας» θα προκύψει για να δώσει τα «φώτα» του. Μια ζωή γκεμπελίσκοι κι απατεώνες...
Σε αντίθεση πάντως, με την προηγούμενη ιστοσελίδα, εδώ ο επιστήμονας τού οποίου γίνεται η επίκληση, κατονομάζεται: Ο Αμερικανός χημικός Melvin Cook. Η σημαντική λεπτομέρεια όμως, η οποία αποσιωπείται εδώ και δημιουργούνται ψευδείς τελικές εντυπώσεις, είναι πως ο Cook ήταν μέλος θρησκευτικής χριστιανικής μορμονικής οργάνωσης και οπαδός του «Δημιουργισμού» και της θεωρίας της «Νεαράς Γης», η οποία συμπίπτει με το παραμύθι της Αγίας Γραφής. Μπορεί να φανταστεί λοιπόν κάποιος, πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι στο θέμα αυτό ένας τέτοιος επιστήμονας.
Το τελευταίο επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι Ιουδαιοχριστιανοί και στο οποίο προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν καταφύγιο, είναι η αυθαίρετη άποψη-εικασία, πως ο χρόνος υπολογίζονταν σε διαφορετική βάση τότε. Δηλαδή, η μία ημέρα δεν εννοείται ως ένα εικοσιτετράωρο, αλλά ένα -αορίστως- μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, άγνωστης διάρκειας. Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε αντιμέτωποι και με κολοσσιαίες «ιερές» κοτσάνες, καθώς ο Θεός δημιούργησε πρώτα το φως, μετά την βλάστηση και την τέταρτη ημέρα, θυμήθηκε να δημιουργήσει και τον...ήλιο! Τώρα, τι φως ήταν αυτό που δημιούργησε την πρώτη μέρα και με ποια λογική δημιουργήθηκαν τα φυτά πριν τον ήλιο, είναι κάτι που μπορεί να το απαντήσει μόνο ο...«πάνσοφος» και οι Ιουδαιοχριστιανοί απολογητές.
Διαβάζουμε λοιπόν, ξανά από την ίδια πολυγλωσσική χριστιανική ιστοσελίδα, που αναφέρθηκε πριν:
Δεδομένου του γεγονότος ότι, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Αδάμ δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα της ύπαρξης του πλανήτη μας, μπορούμε να υπολογίσουμε σε μια Βιβλική βάση, κατά προσέγγιση την ηλικία της γης κοιτάζοντας τις χρονολογικές λεπτομέρειες της ανθρώπινης φυλής. Αυτό φυσικά με την προϋπόθεση ότι η περιγραφή στη Γένεση είναι ακριβής, ότι οι έξι μέρες της δημιουργίας που περιγράφονται στη Γένεση ήταν κυριολεκτικά 24-ωρες περίοδοι, και δεν υπάρχουν ασαφή χρονολογικά κενά.
Το πρώτο αυθόρμητο ερώτημα που προκύπτει εδώ, είναι από πότε οι Ιουδαιοχριστιανοί ένιωσαν την ανάγκη να βάζουν αστερίσκους στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Ρητορικό βεβαίως το ερώτημα, γιατί η απάντηση είναι κάτι παραπάνω από προφανής.
Φυσικά, η υπόθεση που χρησιμοποιούν δεν χρίζει αποδείξεως, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αυτό το καλό έχουν οι εικασίες: Δεν απαιτούν ισχυρά τεκμήρια, επιτρέποντας έτσι την πλεύση σε θολά νερά. Τόσο απλά...
Δυστυχώς όμως γι' αυτούς, διαψεύδονται μέσα από την ίδια την Αγία Γραφή...
Οι Εβραίοι, όσο κι αν υστερούσαν πολιτιστικά σε σχέση με άλλους λαούς της εποχής τους, εν τούτοις το διανοητικό επίπεδο δεν ήταν τόσο χαμηλό, έτσι ώστε να μην τους επιτρέπει να διαπιστώσουν το περιοδικό φαινόμενο της ανατολής και της δύσης τού ηλίου και να ορίσουν, όπως και οι άλλοι λαοί, το αυτό διάστημα ως μονάδα χρόνου. Όπως π.χ. και οι Έλληνες, έτσι κι αυτοί όριζαν την ημέρα (ή για την ακρίβεια, το ημερονύκτιο) και τον μήνα. Κι αυτοί είχαν 12 μήνες, που ο καθένας τους αποτελούνταν από 30 ημέρες κατά μέσον όρο. Μπορεί στον ορισμό του έτους, να υπήρχαν κάποιες μικροδιοφορές (με εμβόλιμους μήνες, ή και διαφορετικής διάρκειας μήνες), αλλά δεν υπήρχε ουσιαστική απόκλιση ως προς την χρονολόγηση, παρ' ότι οι διάφοροι λαοί, χρησιμοποιούσαν διαφορετικά κριτήρια ή όρους για την χρονολόγηση συμβάντων (π.χ. οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα, ως χρονικά ορόσημα στην χρονολόγηση).
Αρχικά, δεν χρησιμοποιούσαν ονόματα για τους μήνες κι απλά τους αριθμούσαν (π.χ. πρώτος μήνας, δεύτερος μήνας κ.ο.κ.). Πάμε λοιπόν, στις πρώτες κιόλας γραμμές της Γένεσης (1: 3-5), για να δούμε πως ορίζει ο «Δημιουργός» την ημέρα: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία».
Πάμε και λίγο παρακάτω, όπου σαφέστατα γίνεται λόγος περί ημερομηνίας, με λεπτομέρεια ημέρας και μηνός (Γένεση, 7: 11): «ἐν τῷ ἑξακοσιοστῷ ἔτει ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶε, τοῦ δευτέρου μηνός, ἑβδόμῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνός, τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐρράγησαν πᾶσαι αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου, καὶ οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν»
Θα πεταχτούν βέβαια κάποιοι εξυπνάκηδες και θα πουν: «Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα, ότι ένα ημερονύκτιο διαρκούσε 24 ώρες. Για παράδειγμα στον Βόρειο Πόλο η μέρα και η νύχτα διαρκούν από 6 μήνες η κάθε μια τους. Γιατί να μην συνέβαινε και κάτι ανάλογο τότε και σ' αυτή την περιοχή;».
Αφού πρώτα διευκρινιστεί, πως τα ρέστα θα πρέπει να τα ζητούν από τον «Δημιουργό», που ενώ «τα πάντα εν σοφία ποιούσε», του διέφυγαν τέτοιες αποσαφηνιστικές εξηγήσεις και άφησε το «ποίμνιο» με τέτοιες ουσιώδεις απορίες, κι αφού αναφερθεί πως καμμία τέτοια ιστορική νύξη δεν υφίσταται περί ύπαρξης τέτοιων φαινομένων (παρ' ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι τέτοιο [βλέπε «Ήλιος του μεσονυχτίου»]), ας μπούμε και σ' αυτό το «τρυπάκι». Πάρτε λοιπόν έναν υπολογιστή και ξεκινήστε τις αριθμητικές πράξεις:
Έστω λοιπόν, πως ένα βιβλικό ημερονύκτιο ισούται με 365 ημέρες και το πολλαπλασιάσουμε με τα «συμβατικά» (μας το κόλλησε ο παπα-Μεταλληνός) 7.500 έτη (επειδή είμαστε «κουβαρντάδες» δεν εξαιρούμε καμμία χρονική περίοδο, ούτε και τα 2.000 μετά Χριστόν έτη). Θα έχουμε σαν αποτέλεσμα τα 2.737.500 έτη. Παρ' ότι το αποτέλεσμα δείχνει κάπως πιο «αξιοπρεπές», μήπως και πάλι δεν βγαίνουν τα κουκιά;

Αντί επιλόγου
«Πίστη: Το να αποδέχεσαι άνευ αποδείξεων, τα λεγόμενα κάποιου, που μιλά άνευ γνώσεων, για πράγματα άνευ προηγουμένου».
Άμπροουζ Μπιρς

ΔΕΣ: Η «Εξαήμερος» τού «Μεγάλου» Βασιλείου: Πως έγινε, κατά την Γένεση και κατά τον «Πατέρα» τής Εκκλησίας, η δημιουργία τού κόσμου - Μια σύντομη μελέτη τού περιεχομένου και στοχασμός στην θεοπνευστία του

Η «Εξαήμερος» τού «Μεγάλου» Βασιλείου: Πως έγινε, κατά την Γένεση και κατά τον «Πατέρα» τής Εκκλησίας, η δημιουργία τού κόσμου - Μια σύντομη μελέτη τού περιεχομένου και στοχασμός στην θεοπνευστία του

Πρόλογος
Η σύγχρονη κριτική στην “Αγία Γραφή” και στον χριστιανισμό, που γίνεται σε μεγάλο αριθμό ιστοσελίδων στο Internet, έχει εμφανίσει μία μερίδα αντιδρούντων απολογητών, που δεν απαντούν ποτέ επί της ουσίας των ερωτημάτων και των ασαφειών που είναι χιλιάδες, αλλά διατείνονται ότι η ερμηνεία των “γραφών” γίνεται μόνο μέσα από τους λεγόμενους ως “Πατέρες της Εκκλησίας”, οι οποίοι με την χάρη του “Αγίου Πνεύματος”, μπόρεσαν να κάνουν καταληπτές τις “αλήθειες” αυτές στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Θα δούμε παρακάτω μέσω ενός βιβλίου που αποδίδεται στον “Μεγάλο” Βασίλειο, τον σημαντικότερο ίσως “Πατέρα της Εκκλησίας” και Άγιό της, (του οποίου το χέρι φυλάσσεται σε ειδική ασημένια θήκη στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών), την Εξαήμερο, την ανάλυσή του δηλαδή στην αρχή της Γένεσης και το κατά πόσον εμφορείται από το “Άγιο Πνεύμα” ή κατά πόσο το “Άγιο Πνεύμα” και η “Αγία Γραφή” κάνουν λάθος δηλαδή είναι προϊόν θεϊκής δράσης ή όχι.

Εισαγωγή
Εξαήμερος, σύμφωνα με τους χριστιανούς είναι η δημιουργία του κόσμου σε έξη ημέρες, όπως γράφεται στο “ιερό” βιβλίο, την Αγ. Γραφή και συγκεκριμένα στην Γένεση (Π.Δ).

Ο “Μ”. Βασίλειος (330-379 κ.ε.) έκανε εννέα ομιλίες αναλύοντας την Γένεση 1.1-1.25, και αναφέρθηκε ελάχιστα στην δημιουργία του ανθρώπου (1.26-27). Χρησιμοποιήθηκε η απόδοση και η παραγραφοποίηση του Στερ. Ν. Σάκκου από τις Πατερικές Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, Θεσ/νίκη 1973. Τα αυτούσια κείμενα της απόδοσης, μεταγράφηκαν στο μονοτονικό για λόγους ταχύτητας. Το αρχαίο κείμενο είναι ως έχει. Τα σχόλια στις παρενθέσεις είναι του συγγραφέα. Τα κόκκινα γράμματα είναι εδάφια που χρησιμοποιούν οι απολογητές αποκομμένα για να δείξουν ότι η Εξέλιξη είναι μέσα στους λόγους του Αγίου, και θα αναλυθούν πιο διεξοδικά...

Α' - Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
Από την αρχή ο “Μ”. Βασίλειος αναφέρει ότι το βιβλίο αυτό (Γένεση) το έγραψε ο Μωυσής (1.3) (Για τον οποίον οι Εβραίοι ραβίνοι ισχυρίζονται ότι έζησε 1391–1271 π.κ.ε δηλαδή για να έχουμε μία τάξη μεγέθους πριν τον τρωικό πόλεμο). Ο Μωυσής κατά τον Μ. Βασίλειο και φυσικά όπως αναφέρει η Π.Δ., είναι ο μοναδικός άνθρωπος που είδε τον Θεό τον ίδιο, τόσο καλά, αφού συνομίλησε μαζί του. Είναι λοιπόν κατά τον συγγραφέα, αξιόπιστος εγγυητής για την αλήθεια του κειμένου, ότι προέρχεται κατ' ευθείαν από την θεϊκή βούληση (1.5 & 6.2) με σκοπό να σωθούν οι διδασκόμενοι.

Ακολούθως (6) καταφέρεται κατά των Ελλήνων διανοητών, όσων τουλάχιστον εξέφεραν κάποια θεωρία περί της δημιουργίας του κόσμου, κοροϊδεύοντας τους ότι ο καθένας τους ανατρέπει τον προηγούμενο, αγνόησαν την ύπαρξη του Θεού και δεν παραδέχθηκαν ότι πίσω από την γέννηση του παντός, υπάρχει μία σκεπτόμενη Αιτία. (εδώ τουλάχιστον ο μεταφραστής προσθέτει σε υποσημείωση ότι ο Αναξαγόρας κατά τον Διογένη “πρῶτος τῇ ὕλῃ νοῦν ἐπέστησε”).

Συνεχίζει κάνοντας μία περιληπτική ανάλυση των διαφόρων θεωριών των επιστημόνων. Για παράδειγμα στην ατομική θεωρία των Λεύκιππου – Δημόκριτου, αναφέρει “ιστόν αράχνης υφαίνουν αυτοί που γράφουν αυτά, αυτοί που θέλουν ως θεμέλια του ουρανού και της γης και της θαλάσσης τόσον λεπτά και σχεδόν ανύπαρκτα αρχικά σωματίδια, δεν ήξεραν να πουν Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην και δια τούτο η εντός αυτών κατοικούσα αθεΐα τους εξυπάτησε να πιστεύουν ότι τα σύμπαντα είναι ακυβέρνητα και αδιοίκητα, και πηγαίνουν όπως τύχη....τι ωραίο πράγμα η τάξις. Έβαλε πρώτα αρχήν δια να μην νομίζουν μερικοί ότι ο κόσμος είναι άναρχος”. Η αρχή φυσικά έγινε από τον Θεό και εδώ (σε αντίθεση με την πατερική διδασκαλία περί ψυχής που έχει αρχή αλλά όχι τέλος) μας λέει: ότι έχει αρχή έχει και τέλος, σε αντιδιαστολή όπως ισχυρίζεται με τις επιστήμες (!) που αναρωτιέται σε τι τέλος καταλήγουν (13), προχωρώντας πάρα κάτω με την μάταιη προσπάθεια των επιστημόνων να ανακαλύψουν την αλήθεια. Ακολούθως κατακρίνει τις επιστήμες ως άχρηστες γιατί δεν μπορούν να ανακαλύψουν, το ότι η παρούσα ζωή είναι αντίστοιχη της μέλλουσας, αφήνοντάς μας σε απορία γιατί, σήμερα στο νεοελληνικό κράτος θεωρείται προστάτης των γραμμάτων (14-16).

Πριν από το “εποίησεν” κατά τον Μ.Βασίλειο, υπήρχε μια προϋπάρχουσα κατάστασης αρμόζουσα σε υπερκόσμιες δυνάμεις (18). Με την ποίηση - δημιουργία ξεκινάει και η ροή του χρόνου, που έχει σχέση με την ύπαρξη των ορατών και αισθητών (21) και φυσικά πηγαίνοντας ανάποδα στον χρόνο, μπορούμε να βρούμε το πότε ξεκίνησαν όλα. Κλείνει το θέμα της αρχής λέγοντας “Ελέχθη λοιπόν το εν αρχή εποίησε, δια να διδαχθώμεν, ότι ο κόσμος εδημιουργήθη χωρίς παρέλευσιν χρόνου, αμέσως μόλις εξεφράζετο η βούλησις του Θεού” και προσθέτει “ακαριαίως εις ελάχιστον διάστημα”.

Στην συνέχεια αντιδιαστέλλει το “ἐποίησεν” από το “ἐνήργησεν” και το “ὑπέστησεν” για να τεκμηριώσει ότι ο Θεός προϋπήρχε του κόσμου (26-7). Ο ουρανός και η γη είναι τα άκρα του σύμπαντος και η γη έρχεται δεύτερη στην κατασκευή της. Φυσικά μαζί με τα άκρα έκανε και τα στοιχεία της φωτιάς, του νερού και τον αέρα, μολονότι δεν αναφέρονται στην Π.Δ (28). Αυτό το δείχνει το γεγονός ότι το νερό υπάρχει μέσα στην γη (στα πηγάδια) και αέρας επίσης, αφού βγαίνει από την γη όταν είναι νοτισμένη και την ζεσταίνει ο ήλιος (29).

Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε σύμφωνα με τον Βασίλειο στο τι υπάρχει κάτω από την Γη, και που αυτή στηρίζεται, αλλά να λέμε ότι τα πέρατα της Γης στηρίζονται στα χέρια του Θεού (37). Σαν πιο λογική όμως θέση που φαίνεται να κλείνει ο “Μ”. Βασίλειος είναι, ότι αφού είναι στο κέντρο του κόσμου και αμετακίνητη, δεν πίπτει πουθενά, γιατί βρίσκετε στην φυσική της θέση (40) Συνεχίζει όμως για να εξασφαλίσει την πιθανότητα λάθους, στο μέλλον, στο θέμα αυτό και λέγει “Τούτων δ᾿ ἄν σοι δοκῇ τι πιθανὸν εἶναι τῶν εἰρημένων, ἐπὶ τὴν οὕτω ταῦτα διαταξαμένην τοῦ Θεοῦ σοφίαν μετάθες τὸ θαῦμα. Οὐ γὰρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ· εἰ δὲ μή, ἀλλὰ τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων”. Δηλαδή "Αλλ' αν κανένα απ' αυτά που είπα σου φαίνεται ότι είναι άξιον πίστεως, μετέφερε τον θαυμασμό σου εις την σοφίαν του Θεού που τα ετακτοποίησεν όλα έτσι. Διότι δεν ελαττώνεται η έκπληξις δια τα καταπληκτικότατα πράγματα, όταν ευρεθεί ο τρόπος με τον οποίον γίνονται όλα ένα - ένα τα παράδοξα. Αλλά και αν δεν ευρεθή, οπωσδήποτε η απλότης της πίστεως ας είναι περισσότερον πειστική από τας λογικά αποδείξεις”. Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο εδάφιο που προβάλλουν οι χριστιανοί σαν ένδειξη ότι ήξερε για την εξέλιξη της επιστήμης, αναφέρεται εδώ γιατί δεν ήξερε ποια θεωρία από αυτές των επιστημόνων να διαλέξει στα σίγουρα, παρόλο που έκλεινε ήδη σε μία.

Για το θέμα του ουρανού ο “Μ”. Βασίλειος, αφού αναφέρει κάποιες επιστημονικές θεωρίες λέει “ας αφήσωμεν εκείνους να καταρρίπτουν ο ένας τον άλλον, ας εγκαταλείψωμεν τον περί ουσίας λόγον, και πειθόμενοι εις τον Μωυσήν, ότι εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην...” (45).

Β' - Περί τοῦ “ἀόρατος ἦν ἡ γῆ καὶ ἀκατασκεύαστος”
Από την αρχή της δεύτερης ομιλίας (3) ο Βασίλειος ξεκαθαρίζει ότι η τέλεια κατασκευή της Γης είναι ο πλούτος που υπάρχει πάνω σε αυτή, δηλαδή άνθη, δένδρα, χρώματα και αρώματα. Επειδή τίποτα δεν υπήρχαν από αυτά τότε, αναφέρεται ως ακατασκεύαστος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ουρανό, δεν είχε λάβει ακόμα την διακόσμησή του, αφού δεν τον φώτιζε η Σελήνη, ο Ήλιος, και ο χορός των άστρων (4).

Η Γη αναφέρεται ως “ἀόρατος” για δύο λόγους. Δεν υπήρχε άνθρωπος για να την δει (!), και ήταν όλη κάτω από την επιφάνεια των νερών (5). Ο ομιλητής καταφέρετε στην συνέχεια κατά αυτών που θεωρούν ότι στο σημείο αυτό η γραφή μιλάει για την ύλη (6-11). “Ο Θεός εποίησεν τον ουρανόν και την γην όχι το ήμισυ του κάθενός, αλλά όλον τον ουρανόν και όλην την γην, ύλην και μορφήν δια μιάς. Διότι ο Θεός δεν είναι εφευρέτης σχημάτων αλλά δημιουργός αυτής της ιδίας της φύσεως των όντων” (12).

Ακολουθεί ένα χωρίο που χρησιμοποιούν οι απολογητές για να μας πουν ότι ο ομιλητής προτρέπει στην επιστημονική έρευνα. Όταν είπε “Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν”, απεσιώπησε πολλά, τό ύδωρ, τον αέρα, το πυρ και όσα είναι φανερόν ότι έγιναν μαζί με όλον τον κόσμο ως συστατικά του, τα περέλειψε όμως η διήγησις γυμνάζοντας τον νουν μας εις ευστροφίας, διότι από τας ολίγας αφορμάς που του δίδει τον προκαλεί να συλλαμβάνη επί πλέον και τα υπόλοιπα. Επειδή λοιπόν δια το ύδωρ δεν ελέχθη ότι το εποίησεν ο Θεός, ελέχθη όμως ότι “ἡ γῆ ἦν ἀόρατος” , σκέψου εσύ μόνος σου με ποίον παραπέτασμα εκαλύπτετο και δεν εφαίνετο. Ασφαλώς πυρ δεν ήτο δυνατόν να την καλύπτη· διότι το πυρ είναι φωτιστικόν και διαφανές, επιτρέπον να φαίνωνται όσα καλύπτει, και δεν συσκοτίζει. Ούτε βέβαια και ο αήρ ... διότι ο αήρ εκ φύσεώς του είναι αραιός και διαφανής· ....Αυτό που υπολείπεται λοιπόν είνε να εννοήσωμεν, ότι το ύδωρ εσκέπαζε την επιφάνειαν της γης...” (13-4) (Νομίζω ότι τι εννοεί ως έρευναν ο Μ.Β. είναι προφανές και δεν έχει καμμία θέση με την επιστήμη για την οποία καταφέρετε σε όλο το υπόλοιπο κείμενο).

Παρακάτω ο Βασίλειος με αφορμή το “σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου”, λέει ότι το “σκότος” είναι σκοτάδι και τίποτα παραπάνω, βάλλοντας κατά των γνωστικών και άλλων αιρετικών που μιλούσαν για το ίδιο το κακό (16). Στην συνέχεια που είναι τεκμηρίωση των προηγουμένων, αναφέρει “Δεν είναι βέβαια ευσεβές ούτε και το να ειπή κανείς ότι το κακόν εδημιουργήθη από τον Θεόν, διότι κανένα από τα αντίθετα πράγματα δεν παράγεται από το αντίθετόν του. Ούτε η ζωή γεννά θάνατον, ούτε το σκότος είνε πηγή του φωτός, ούτε η νόσος δημιουργέι υγείαν”. Το κακό είναι μία διάθεση ψυχική αντίθετη της αρετής που εμφανίζεται στους ράθυμους όταν εκπίπτουν από το καλό (21)(εδώ τίθεται η ερώτηση: ο “Σατανάς” τι ήταν διάθεση).

Στην συνέχεια ο Βασίλειος εξηγεί ότι πριν την κατασκευή του κόσμου ο Θεός και οι άγγελοι δεν μπορούσαν να είναι στο σκοτάδι αλλά στο φως (24-5). Με την κατασκευή του ουρανού όμως, το πρώτο αυτό φως αυτό σκιάσθηκε, αφού ο ουρανός διέκοψε το εξωτερικό φως (θυμηθείτε αυτό το φως για αργότερα). Το σκότος λοιπόν δεν προϋπήρχε αλλά είναι μεταγενέστερο και προήλθε από την σκιά του θόλου του ουρανού όταν κατασκευάστηκε (!) (26-7). Το χωρίον “Πνεύμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος” αναφέρεται στον διάχυτο αέρα, οπότε ή ο Θεός έκανε γην ύδωρ και αέρα ή και κλείνει περισσότερο σε αυτό, εννοεί το Άγιον Πνεύμα, που ζωογονούσε την φύση των υδάτων, όπως τα πουλιά κλωσούν τα αυγά τους, προετοιμάζοντας την φύση του νερού να βγάλει ζωή (28-30). “Και εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς” (αυτό είναι το δεύτερο φως) και είπε ότι το φως είναι καλό όχι γιατί φαίνεται ωραίο στους οφθαλμούς αλλά γιατί προέβλεψε ο Θεός την ωφέλεια που θα είχε στο μέλλον . “Και διεχώρησεν ο Θεός ἀνὰ μέσον τοῦ φωτός καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους” δηλαδή “έκανε την φύση των ασυμβίβαστον και άκρως αντίθετον” (37-8).

“Και ἐκάλεσεν “Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν, καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα” και το αιτιολογεί ως εξής: “τώρα βέβαια μετά την δημιουργία του ηλίου, ημέρα είνε η ατμόσφαιρα η φωτισμένη από τον ήλιο που λάμπει εις το επάνω από την γην ημισφαίριον, νυξ δε είνε μια σκιά της γης που δημιουργείται όταν αποκρύπτεται ο ήλιος. Τότε όμως η ημέρα εγίνετο και η νυξ ήρχετο εις αντικατάστασίν της, όχι από την ηλιακήν κίνησιν, αλλά καθώς το πρωτόγονον εκείνο φως διεχύνετο και πάλιν συνεστέλλετο, συμφώνως προς το πρόγραμμα που ώρισεν ο Θεός” (38). “Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία”. Το “μία” ειπώθηκε αντί του πρώτη για να βάλει ένα σαφές περίγραμμα στο ημερονύκτιο για να θεωρείται ότι εικοσιτέσσερεις ώρες είναι μία μέρα. Ο εγκυρότερος λόγος για τον Βασίλειο όμως προέρχεται από τα απόκρυφα βιβλία ότι ο Θεός που κατασκεύασε την φύση του χρόνου, έβαλε μέτρα και μονάδες μετρήσεως, τα διαστήματα των ημερών και μετρώντας αυτόν με την βδομάδα, διατάσσει να ανακυκλούται συνεχώς η εβδομάς εις τον εαυτόν της. Αριθμώντας έτσι την κίνηση του χρόνου (42).

“Την δε εβδομάδα πάλιν την συμπληρώνει η ημέρα “μια”, καθώς ανακυκλούται εις τον εαυτόν της επτά φοράς· αυτό δε το σχήμα είνε κυκλικόν, δηλαδή αρχίζει από τον εαυτό του και καταλήγει εις τον εαυτόν του. Αυτό είνε και του αιώνος το γνώρισμα, να επιστρέφει στον εαυτόν του και πουθενά να μη τελειώνει. Δια τούτο την κεφαλήν του χρόνου την ωνόμασεν όχι πρώτην ημέρα αλλά “μίαν”. Έτσι από το όνομά της θα φαίνεται η συγγένειά της προς τον αιώνα. Διότι ευστόχως και επιτυχώς ωνομάσθη “μία” αυτή που εκφράζει τον χαρακτήρα του πραγματικού που είνε μοναδικόν και δεν έχει το όμοιόν του. Αν δε η Γραφή μας αναφέρη πολλούς αιώνας, λέγωντας εις πολλά χωρία “αιώνα αιώνος” και “αιώνας αιώνων”, και εκεί ακόμη δεν λέγει ποτέ αριθμητικώς “πρώτος” και “δεύτερος” και “τρίτος” αιών. Ώστε αυτό μας φανερώνει μάλλον διαφοράς καταστάσεων και ποικίλων πραγμάτων, και όχι περιγράμματα και άκρα και διαδοχικάς σειράς αιώνων. Διότι λέγει· “Ημέρα Κυρίου μεγάλη και επιφανής” (Ιωλ 2.11)· και πάλιν “Ἵνα τί ὑμῖν ζητεῖν τὴν ἡμέραν τοῦ Κυρίου; Καὶ αὕτη ἐστὶ σκότος καὶ οὐ φῶς" (Αμ 5.18). Εννοείται σκότος δια τους αξίους του σκότους. Διότι άλλως είναι γνωστόν ότι η ημέρα εκείνη είναι ανέσπερος και αναντικατάστατος από άλλην και ατελείωτος δια τούτο ο ψαλμωδός την ωνόμασεν “ογδόην” (ψαλ 6.1 & 11.1), αφού ευρίσκεται έξω από τον εβδοματικόν αυτόν χρόνον. Ώστε και αν ειπής “ημέραν” και αν ειπής “αιώνα”, την αυτήν έννοιαν εκφράζεις. Και αν λοιπόν λεχθή η κατάστασις εκείνη “ημέρα”, είναι “μία” και όχι πολλαί· και αν ονομασθή “αιών”, είναι ένας μοναδικός και όχι πολλοί. Θέλοντας λοιπόν να ελκύση τον νουν προς την μέλλουσαν ζωήν, ωνόμασε “μίαν” την εικόνα του αιώνος, την απαρχήν των ημερών, την συνομήλικον του φωτός, την αγίαν κυριακήν, αυτήν που ετιμήθη με την ανάστασιν του Κυρίου” (43-44).

(πιστεύετε τώρα ότι το “ αν ειπής “ημέραν” και αν ειπής “αιώνα”, την αυτήν έννοιαν εκφράζεις” το είπε ο Βασίλειος για να δηλώσει ότι οι έξη ημέρες της δημιουργίας μπορεί να ήταν αιώνας ή ότι άλλο;).

Γ' - Περί τοῦ στερεώματος
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος, καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος καὶ ὕδατος”.

Ο Θεός μέσω της Γραφής μας δίνει Ιστορία “δια να δείξει ότι ηθέλησεν όχι μόνο να γίνει η κτίσις, αλλά και να εμφανισθή εις αυτήν την γέννησιν δια μέσου κάποιου συνεργάτου (6)...”δια τούτο μας προωθεί εις το να εννοήσωμεν τον μονογενή με κάποιαν μέθοδον και τάξιν(!)(7). Επιτίθεται πάλι στους Έλληνες φιλοσόφους στο πως θεωρεί ο κάθε ένας τον ουρανό (10), Καταλήγει λέγοντας “εγώ δε λέγω ότι, εφ'όσον δια τον δεύτερον ουρανόν παραδίδεται και όνομα άλλο και χρησιμότης ιδιαιτέρα, αυτός είναι άλλος ουρανός διάφορος του εξ αρχής δημιουργούμενου, και ότι είναι από στερεωτέραν ουσίαν και ότι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο μέσα στο σύμπαν”. Προσπαθώντας να δώσει την έννοια του “στερεού”, αναφέρει ως σίγουρη φυσικά, την ατυχή γνώση για τις βροντές, ότι προέρχονται από τον αιχμαλωτισμένο άνεμο μέσα στα σύννεφα (18). Μιλάει λοιπόν για έναν νέο ουρανό που διαχώρισε τα νερά σε πάνω και κάτω. Για να απαντήσει σε αυτούς που του λένε πως συγκρατούνται τα νερά στον ουρανό που φαίνεται σφαιρικός, απαντάει ότι δεν σημαίνει ότι και η απέξω πλευρά είναι σφαιρική, όπως βλέπουμε εμείς ένα θολωτό σπήλαιο ή κτίσμα που απέξω είναι ίσο ή τετράγωνο (16).

Χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο χωρίο για να μας πει ότι το “γενηθήτω” είναι η φωνή της Αιτίας που κάνει την αρχή, ενώ το “ἐποίησεν” είναι η μαρτυρία της Δύναμης που εκτελεί και δημιουργεί δηλαδή η αντιδιαστολή Πατρός και Υιού (22). Συνεχίζει τονίζοντας πόσο πολύ ήταν το νερό για να αναφέρεται και σαν άβυσσος. Τα ύδατα ήσαν μία συνεχής πλημμύρα χωρίς άκρο και στάθμη. Από παντού κυμάτιζαν πάνω στην γη και αιωρούνταν πάνω από αυτήν (23). Καταλαβαίνει προφανώς το παράλογο του πράγματος και επιμένει (αφού η Γραφή ούτως ομίλησε) ότι “με όποιαν λογικήν παίρνουν την γην που είναι βαρυτέρα από το ύδωρ και την κρεμούν από το μέσον των εσχάτων (οι άσχετοι φιλόσοφοι προφανώς), με την ίδια περίπου λογικήν θα παραδεχθούν οπωσδήποτε, ότι και το άπειρον εκείνο ύδωρ μένει ασάλευτον γύρω από την γην (24). Για να δικαιολογήσει τις τεράστιες αυτές ποσότητες νερού, ισχυρίζεται ότι ο Θεός προέβλεψε την συνεχή εξάχνωση του ύδατος από την ζέστη του Ηλίου και φυσικά ξέροντας το πότε θα έρθει το τέλος του κόσμου προμήθευσε την Κτίση με αντίστοιχες ποσότητες τόσο στην Γη όσο και γύρω και έξω από τον ουρανό (25-27). Ακολούθως απαριθμεί όλους τους ποταμούς και τις λίμνες και φυσικά τον μεγάλο Ωκεανό που βρίσκεται γύρω από την Ευρασία, Αιθιοπία και Ινδία (ο τότε γνωστός κόσμος). Δίνει μερικές ακόμα πληροφορίες για το Στερέωμα Δεν εννοεί την ουσία που είναι χειροπιαστή και στερεά που έχει βάρος και αντίσταση, “αλλά το ωνόμασε στερέωμα εξ αιτίας της φύσεως των υπεράνω αυτού πραγμάτων που είναι λεπτή και αραιά και δεν υποπίπτει σε καμμίαν αίσθησιν· το ωνόμασε στερέωμα εν συγκρίσει προς τα λεπτότατα και δια των αισθήσεων ακατάληπτα”. (31).

“Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεός το στερέωμα οὐρανόν” με την έννοια ότι η ονομασία αυτή ανήκει σε άλλο κτίσμα, για λόγους απομίμησης όμως την παίρνει και αυτό (38). Θεωρεί επίσης ότι τα ύδατα της βροχής είναι από τα ύδατα αυτά που διατάχθηκαν να κατέχουν τον υπεράνω του στερεώματος χώρο, ώστε να αναπληρώνουν αυτά που καίγονται από τον Ήλιο στη Γη (40). Ξανατονίζει την μωρία των θύραθεν φιλοσόφων (41-2) και τονίζει προς τους εκκλησιαστικούς που θεωρούν την Αγ. Γραφή αλληγορική, ότι αυτά “ὠς ὀνειροτάτων συγκρίσεις καὶ γραώδεις μύθους ἀποπεμψάμενοι”. Πρέπει να εννοήσουν το ύδωρ ως νερό και ότι ο διαχωρισμός έγινε για τους λόγους που προανέφερε (43-7).

Δ' - Περί συναγωγῆς ὑδάτων
Στην αρχή της ομιλίας ο Βασίλειος, προφανώς με αφορμή κάποιες σχετικές εκδηλώσεις της πόλης, καταφέρεται κατά της μουσικής, του θεάτρου και των πάσης φύσεως θεαμάτων (1-2).

“Καὶ εἷπεν ὁ Θεὸς· Συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καὶ ἐγένετο οὕτω, καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεός τὴν ξηράν γῆν, καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας”. Ξέρουμε λέγει ο Βασίλειος ότι το νερό όταν βρίσκεται σε ένα μικρό καθορισμένο χώρο ισορροπεί, αν βρει όμως κατηφόρα ρέει προς τα εκεί και φθάνει όσο πιο κάτω μπορεί να πάει. Την ιδιότητα αυτή το νερό την απέκτησε με την διαταγή του Κυρίου (!) “Συναχθήτω τὸ ὕδωρ...εἰς συναγωγήν μίαν” (9). Αυτή η διαταγή του Θεού είναι και αυτή που βγάζει με δύναμη από τη γη τα νερά στις πηγές (10). Το νερό της θάλασσας το συγκρατεί η άμμος και αυτή είναι που εμποδίζει την Ερυθρά θάλασσα να μπει μέσα στην Αίγυπτο που είναι χαμηλότερη όπως λέει (12). Ακολούθως προσπαθεί να δικαιολογήσει πως το “συναγωγήν μίαν” δεν περιλαμβάνει όλες τις άλλες συναγωγές (λίμνες). Ισχυρίζεται λοιπόν ότι αφού την συναγωγή αυτή την ονόμασε θάλασσα δεν αναφέρεται σε λίμνες, όσο για τις θάλασσες της Κασπίας, Υρκανίας, και η Ερυθρά όλες λέει επικοινωνούν μεταξύ τους με οπές (16-19). Για να μην νομίσουμε ότι η ξηρότητα της ξηράς οφείλεται στον Ήλιο με το “ὀφθήτω ἡ ξηρά” δημιούργησε την ξηρότητα πριν την δημιουργία του Ήλιου (22).

Χρησιμοποιεί στοιχεία από τον Αριστοτέλη περί της ιδιότητας των στοιχείων (χωρίς να τον αναφέρει φυσικά), για να εξηγήσει γιατί ο Θεός ονόμασε την ξηράν γην και όχι την γην ξηράν, εφόσον το ξηρό είναι συστατικό της ουσίας της Γης (23-30). Στο 32 μας λέει ότι η θάλασσα επικοινωνεί με φλέβες και υπονόμους με υπόγεια σπήλαια και πιέζεται από τον άνεμο για να βγει πάλι στην επιφάνεια της Γης στις πηγές και να ξαναρεύσει στην θάλασσα (32-3).

Ε' - Περί βλαστήσεως γῆς
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν κατὰ γένος, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ”.

Τώρα κατά τον Βασίλειο δίνεται το πρόσταγμα στην γη για να βλαστήσει. Επειδή κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Ήλιος είναι ο αίτιος όσων φύονται στην γη και προσκυνούν τον Ήλιο, ο Θεός πρώτα δίνει την εντολή να βλαστήσει και μετά δημιουργεί τον Ήλιο (!). Ο ομιλητής μεταβάλει το χωρίον μάλιστα για να βγάλει το νόημα που θέλει και με τον τρόπο αυτό, πρώτα έρχεται η βλάστηση, ακολουθεί η μορφή της χλόης έπειτα το χόρτο και στο τέλος το σπέρμα (6).  Ακολούθως αναφέρει ότι όλα τα φυτά ακόμα και τα επιβλαβή για τον άνθρωπο είναι καλά για άλλα ζώα (20-2) αναφέροντας και διάφορες δοξασίες τις εποχής σαν πραγματικές όπως ότι το αίμα του ταύρου είναι δηλητήριο για τον άνθρωπο και άλλα σχετικά. Η ήρα (τα ζιζάνια) που φυτρώνουν μαζί με το στάρι είναι για να συμβολίζουν αυτούς που αλλοιώνουν την διδασκαλία του Κυρίου (25).  Τονίζει επίσης την αμεσότητα της δημιουργίας. Αμέσως η γη γέμισε με πράσινο, με πανύψηλα δένδρα όπως οι κέδροι, τα έλατα και τα κυπαρίσσια, “όλα εις μίαν ακαριαίαν στιγμήν χρόνου” (29, 32, 51) Για την μη ύπαρξη σπερμάτων σε όλα τα φυτά, αναφέρει ότι όσα πολλαπλασιάζονται με άλλες μεθόδους όπως με παραφυάδες, αυτές παίζουν τον ρόλο του σπέρματος (31). Συνεχίζει με την χρησιμότητα των φυτών για τον άνθρωπο, το πως άλλα χρησιμοποιούνται για τροφή, για στέγαση, για ναυπηγία, για καύση (38) ή σε γιατροσόφια (52), καθώς και μεθόδους που βρήκε ο άνθρωπος (που ο Θεός φυσικά είχε προκαθορίσει) για την βελτίωση τους, όπως πως με σφήνα πεύκου κάνουν την ξινή ροδιά γλυκιά και άλλα σχετικά θέματα που δείχνουν την σοφία του Θεού που έκανε όλα αυτά για τον άνθρωπο και του δίνουν την αφορμή για διδακτικές κατηχήσεις.

ΣΤ΄- Περί γενέσεως φωστήρων
Ξεκινάει την έκτη ομιλία με αναφορά πάλι στον Μωυσή και την ωραιότητα του σύμπαντος. Κάνει αναφορά στο προπατορικό αμάρτημα και λέει στους ακροατές του ότι μπορεί να είναι κατώτεροι στην δύναμη από τα άλογα ζώα, αλλά είναι διορισμένοι (από τον Θεό φυσικά) ώς άρχοντες των αλόγων και των αψύχων (όλου του υπόλοιπου κόσμου δηλαδή) (5). Αφού βλέπουμε τόση ομορφιά στα πρόσκαιρα, καλεί τους ακροατές του να σκεφτούν την ομορφιά των αιωνίων.

“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Γεννηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, ὥστε διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτὸς”.

Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνει ότι η δημιουργία του Ήλιου την τέταρτη ημέρα έγινε για να μην τον θεοποιήσουν αυτοί που ξέχασαν τον αληθινό θεό (!) , αφού ο Ήλιος δεν έχει σχέση με αυτά (8). Φυσικά ο Ήλιος περιφέρεται πέριξ του κόσμου όπως αναφέρει. Στην απορία πως έγινε πρώτα το φως και μετά ο Ήλιος (σημειώστε το τρίτο φως), ο Βασίλειος λέει ότι πρώτα δημιουργήθηκε η φύσις του φωτός και μετά το ηλιακό σώμα που είναι όχημα του πρωταρχικού εκείνου φωτός (Το αρχικό αρχικό φως προφανώς το ξέχασε). Με την ίδια λογική, ισχυρίστηκε, που άλλο είναι το πυρ, και άλλο ο λύχνος (9-11). Για να τονίσει περισσότερο την διαφορά λέει ότι όπως αναφέρεται σε ένα απόκρυφο βιβλίο όταν θα γίνει η τελική Κρίση θα χωρισθεί πάλι στα δύο η φύση του πυρός, το μεν φως θα είναι για να το απολαμβάνουν οι δίκαιοι, η δε οδυνηρή καύση θα δοθεί στους κολασμένους (14).

Αρνείται κατηγορηματικά ότι το φως της Σελήνης είναι επίκτητο, αυτό, ισχυρίζεται, το δείχνει το γεγονός ότι όταν πλησιάζει τον Ήλιο ελαττώνεται ενώ όταν απομακρύνεται δυναμώνει (16) (προφανώς το ελαττώνει ο Θεός γιατί δεν χρειάζεται πλέον). Δουλειά των φωστήρων είναι να χωρίζουν την ημέρα από την νύκτα. Για την Σελήνη λέει ότι όταν είναι πανσέληνος είναι αρχηγός της νύκτας, δεν έχει σημασία που έχει και άλλες φάσεις (19). Τονίζει την χρησιμότητά τους για την ζωή και την πρόβλεψη του καιρού και θυμίζει ότι όταν γίνει η τελική κρίση “Ο ήλιος μεταστραφήσεται εις αίμα και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής” (23). Ακολούθως τα βάζει με τους αστρολόγους τους Xαλδαίους και τους ωροσκόπους και ότι η πρόβλεψη τους είναι απάτη (24-38). Μιλάει για την αλληλουχία των εποχών, τα διάφορα φαινόμενα σκιάς και το ημερολόγιο (39-46).
“Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους”.

Στο σημείο αυτό ο Μ.Β. ισχυρίζεται ότι το “μεγάλους” αναφέρεται όχι ότι είναι μεγαλύτεροι από τους άλλους, αλλά επειδή έχουν τέτοιες διαστάσεις ώστε να φωτίζουν τον ουρανό, την γη και την θάλασσα (48). Η αλλαγή των φάσεων της Σελήνης γίνεται για να μην μεγαλοφρονούν οι άνθρωποι επειδή τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι μόνιμο (55). Νομίζει επίσης ότι οι μεταβολές της Σελήνης συντελούν πολύ στην ανάπτυξη φυτών και ζώων (57). Ακολούθως αναφέρει τις επιπτώσεις της Σελήνης στα σφάγια και στην ψύχα των δένδρων, καθώς επίσης στον καιρό, στην άμπωτη και την παλίρροια. Ειδικά για τις τελευταίες αναφέρει ότι οφείλεται στην εισπνοή και εκπνοή της Σελήνης που έτσι τραβάει ή απωθεί τα κύματα (59).
  
Ζ' - Περί ἑρπετῶν
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν κατὰ γένος καὶ πετεινὰ πετάμενα κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ γένος” (Γεν 1.20-21).

Από την αρχή της ομιλίας ο “Μ”. Βασίλειος τονίζει την αμεσότητα της δημιουργίας των πτηνών και ψαριών, "Ήλθε πρόσταγμα, και αμέσως οι ποταμοί εγέμισαν ζωήν και αι λίμναι έγιναν γόνιμοι". (2). Αυτό ξανατονίζεται πάρα κάτω “Όλα δε μαζί μικρά και μεγάλα τα εδημιούργησε το πρώτον εκείνο πρόσταγμα και η ανέκφραστος δύναμις” (10).

Απαριθμεί τα είδη των ζώων, πτηνών, ψαριών και εντόμων αντιγράφοντας κυρίως τις απόψεις του Αιλιανού (φυσικά χωρίς να το λέγει). Αναφέρονται και εδώ οι σχετικές ανακρίβειες που ήταν πιστευτές την εποχή, όπως ότι τα μικρά του δελφινού και της φώκιας όταν φοβηθούν ξαναμπαίνουν στην κοιλιά της μάνας τους (9), κάποια ψάρια τρέφονται με βούρκον (12), οι φάλαινες είναι μεγαλύτερες και από βουνά (31), ένα μικρότατο ψαράκι η εχενηίς, σταματάει και το μεγαλύτερο πλοίο (32) και άλλα σχετικά.

Φυσικά η δραστηριότητα και οι προτιμήσεις κάποιων ζώων καθώς και οι πιστευόμενες ανακρίβειες, βοηθούν τον Βασίλειο στην κατήχηση των ανθρώπων, παραβάλλοντας έτσι την δράση των ζώων με αντίστοιχη των ανθρώπων και τι θα πρέπει να αποφεύγεται (13-17, 20, 22, 28-29).

Επίσης αναφέρεται στον μεγάλο Ωκεανό πέραν του οποίου κατηγορηματικά ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει άλλη ήπειρος (20).

Η΄- Περὶ πτηνῶν καὶ ἐνύδρων
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καἰ ἑρπετά καἰ θηρία κατὰ γένος. Καὶ ἐγένετο οὕτως”.

Αναφερόμενος στον στολισμό της γης με τα ζώα, αντιδιαστέλλει την έκφραση “ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν” με το “Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν” και ισχυρίζεται ότι αναφέρεται έτσι στην Αγ. Γραφή, γιατί τα υδρόβια έχουν ατελέστερη ζωή επειδή ζουν μέσα στο πυκνόρρευστο νερό, προσθέτει πάρα κάτω ότι τα υδρόβια όχι μόνο είναι άφωνα και δεν εξημερώνονται ή εκπαιδεύονται αλλά ισχυρίζεται επιπλέον ότι είναι αδύνατον να έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή στην ζωή των ανθρώπων (3-5).

Η κατήχηση με αφορμή την δράση των ζώων είναι και εδώ σημαντική (6, 17-20, 23-24, 25, 27, 28, 34, 41 ).

Για να ξεκαθαρίσει την διαφορά ανθρώπων και κτηνών και να αρνηθεί την μετενσάρκωση, τονίζει την αναφορά της Αγ. Γραφής “παντὸς ζῴου ἡ ψυχὴ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐστιν” (Λευ. 17.11) το δε αίμα λέει όταν συμπυκνωθεί γίνεται σάρκα, η δε σάρκα διαλύεται στην γη, έτσι η ψυχή των ζώων είναι κάτι γήινο, (προφανώς σε αντιδιαστολή με την ανθρώπινη που είναι ουράνια) (7-8).

Επανέρχεται ο Βασίλειος στα πτηνά και έντομα (10), τα οποία δεν αναλύθηκαν στην προηγούμενη ομιλία και αναφέρει ότι κοινό των πτηνών και των ψαριών είναι η πλεύση, η διαφορά είναι ότι τα πτηνά έχουν πόδια.

Στο 17-20 έχουμε τον πολιτικό στοχασμό του Μ. Βασιλείου που δεν νομίζω ότι μας εκπλήσσει. Αν και ανέλυσε διάφορα είδη πτηνών όπως αυτά που πετούν σε αγέλη με αρχηγό και αυτά που είναι σε αγέλη αλλά αυτόνομα, θεώρησε καλύτερο παράδειγμα για το πως θέλει την ανθρώπινη κοινωνία αυτή των μελισσών. “αι μέλισσαι”, λέει, “έχουν κοινήν κατοικίαν, κοινήν πτήσιν, και όλαι μίαν εργασίαν και το σπουδαιότερον ότι εκτελούν τα έργα των υπό την ηγεσίαν κάποιου βασιλέως... Και ο βασιλεύς αυτών δεν προέρχεται από εκλογάς, διότι πολλάκις η ακρισία του λαού ανεβάζει στην εξουσίαν τον χειρότερον που υπάρχει. Ούτε λαμβάνει την εξουσίαν με κλήρονּ διότι η συντηχία των κλήρων είναι κάτι που δεν κατευθύνεται από το λογικόν (από τον Θεό ίσως;), και πολλάκις παραδίδουν την εξουσίαν εις τον τελευταίον όλων. Ούτε κάθεται στον βασιλικόν θρόνον επειδή είναι υιός βασιλέως, διότι και αυτοί ως επί το πλείστον γίνονται αμόρφωτοι και ανίδεοι...αλλά έχει...πρωτείον από φυσικού του, εφόσον διαφέρει στο μέγεθος και εις το σχήμα και εις τον πράον χαρακτήρα...”(17-8).

Η πρόνοια του Θεού για τα ζώα είναι πασιφανής κατά τον Μ.Β. όπως από το παράδειγμα της αλκυόνος που θέλει επτά ημέρες για να κλωσήσει τα αυγά της και ο γενναιόδωρος Θεός τις έδωσε άλλες επτά για να τα αναθρέψει, για τον λόγο αυτό λέει ο Βασίλειος: οι μέρες αυτές του χειμώνα ονομάζονται αλκυονίδες. Και συνεχίζει λέγοντας στους ακροατές του “Και ποιόν από τα παράδοξα δεν έγινε δια σε, που είσαι κατ' εικόνα του Θεού, όταν και δι' ένα πουλί τόσον μικρόν συγκρατείται η μεγάλη και φοβερά θάλασσα, και λαμβάνη διαταγήν να γαληνεύη εις το μέσον του χειμώνος” (26-7).

Φυσικά την θέση τους έχουν και εδώ οι ανακρίβειες. Ο αετός γεννάει δύο μικρά και το ένα το σκοτώνει (28). Οι γύπες γεννούν αυγά γόνιμα, χωρίς συνουσία και γι' αυτό είναι μακροβιότατοι, και συνεχίζει με το συμπέρασμα “αν ποτέ ιδής μερικούς που ειρωνεύονται το μυστήριον της πίστεώς μας και να λέγουν ότι είναι αδύνατον και αφύσικον να γεννήση παρθένος, και η παρθενία της να φυλαχθεί ανέγγιχτος, να σκεφθής ότι αυτός που ηυδόκησε να σώση τους πιστεύοντας με την μωρίαν του κυρήγματος, προληπτικώς εδημιούργησεν απείρους φυσικάς αποδείξεις που ενισχύουν την πίστιν εις τα παράδοξα” (31).

Άλλη μία μεταφορά κάνει με τις κάμπιες και τους σύρας (μεταξοσκώληκες) και την μεταμόρφωσή τους από κάμπια σε χρυσαλλίδα και στο ολοκληρωμένο έντομο ή πεταλούδα. Λέει λοιπόν ο Βασίλειος σχετικά με την αλλοίωση της Αναστάσεως που είπε ο Παύλος “Να ενθυμήσθε πως μεταβάλλεται το ζώον αυτό και να λαμβάνετε σαφή ιδέαν της αναστάσεως, και να μην απιστήτε εις την αλλαγήν που μετα βεβαιότητας υπόσχεται εις όλους ο Παύλος” (41).

Θ' - Περί χερσαίων
Στην τελευταία του ομιλία ο Βασίλειος ξεκινάει μιλώντας κατά των αλληγοριστών χριστιανών που όπως λέει ο μεταφραστής θεωρούν το ύδωρ όχι ύδωρ, αλλά όπως τους καπνίσει (“πρὸς τὸ ἑαυτοῖς δοκοῦν ἑρμηνεύουσι”), και τους παραλληλίζει με του ονειροκρίτες. Επιμένει στην κατά λέξιν ερμηνεία της Γραφής, το χόρτο σημαίνει χόρτο και τα αναφερόμενα σε αυτήν τα δέχεται όπως ακριβώς λέγονται (2, 4). Επαναλαμβάνει στην συνέχεια κάποιες θεωρίες για το σχήμα της Γης και τονίζει ότι επειδή δεν έχουν καμία αξία, η Γραφή τα αποσιώπησε ως άχρηστα για μας (4).

“Ἐξαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν κτηνῶν καὶ θηρίων καὶ ἑρπετῶν” (Γεν. 1.24).

Τονίζει την σημασία που έχει ο λόγος του Θεού όπως διατρέχει την φύση και πως ενεργεί έως να ολοκληρωθεί η διακόσμηση, και όπως η σφαίρα κυλά μέχρι να βρει σημείο να σταματήσει, έτσι και η φύσις των όντων έλαβε την αρχική κίνηση από ένα πρόσταγμα, διατηρώντας όμοιες και απαράλλαχτες τις αλλεπάλληλες γενιές των ειδών, έως το τέλος. Και το εξειδικεύει (κάνοντας τελείως άκυρη την Εξέλιξη) “Διάδοχον του ίππου κάνει το ίππον, του λέοντος τον λέοντα, του αετού τον αετόν...συντηρώντας αυτό απαράλλακτον εις τας επερχόμενας του γενεάς” (5-6). Συνεχίζει με μια αρχαία παρανόηση ότι ακόμα και σήμερα η γη βγάζει ζωντανά ζώα όπως τζιτζίκια, μικρά πτηνά, ποντίκια, βατράχους , αρουραίους και χέλια (6-7). Επίσης μας λέει ότι το κάθε είδους ζώο έχει συνολικά μία ψυχή, όπως τα άλλογα, διότι ένα είναι αυτό που τα χαρακτηρίζει η αλογία, και κάθε ζώο διακρίνεται απ τα διαφορετικά του γνωρίσματα (9). Συνεχίζει φυσικά τις παρανοήσεις όπως ότι η (φυτοφάγος) χελώνη τρώει οχιές (11),

Μιλάει επίσης για την αντίδραση των ζώων στον καιρό και τις εποχές και πόσο χρήσιμη μας είναι, για να κατανοήσουμε την σοφία του τεχνίτου και δικαιολογεί κατά κάποιον τρόπο την αγραματωσιά λέγοντας “Δεν μας είνε ικανοποιητική δικαιολογία το ότι δεν δειδάχθημεν με γράμματα αυτά που μας ωφελούν, αφού με τον αδίδακτον νόμον της φύσεως αντιλαμβανόμεθα το ωφέλιμον... Καμμιά φαρμακευτική τέχνη και καμμιά βοτανική εμπειρία δεν επενόησε την διδασκαλίαν των οφελίμων εις τα άλογα ζώα, αλλά το κάθε ζώο εκ φύσεως ευρίσκει μόνον του την σωτηρίαν του” (15) Χρησιμοποιεί αυτό για να δείξει ότι με την φυσική κλίση της ψυχής του άνθρωπος μπορεί να κάνει το καλό και παραλληλίζει πάλι δραστηριότητες ζώων που πρέπει να μιμηθεί ο άνθρωπος (16-19). Τι παραπάνω ρωτάει κάνουν αυτοί που κάθονται σοβαροί στα διαγράμματα (μαθηματικοί και γεωμέτρες) και εις την άτοπον απαγωγή βρίσκουν την αλήθεια (20). Κατηγορεί στην συνέχεια αυτούς που συντρώγουν με τους βλασφημούντες τον Θεόν και συνεχίζει την αναφορά του στα ζώα, λέγοντας ότι δείγμα τις πρόνοιας του θεού, είναι ότι αυτά που τρώγονται πολύ από τον άνθρωπο πολλαπλασιάζονται περισσότερο και φέρνει σαν θετικό παράδειγμα τον λαγό και αρνητικό το λιοντάρι που γεννά μόνο ένα παιδί γιατί αυτό βγαίνοντας με τα νύχια του κατασπαράσσει την μήτρα της μητέρας του (!), κάτι αντίστοιχο αναφέρει για τις οχιές όλα αυτά μέσα στην πρόνοια του Πατρός (22). Στους ελέφαντες ο ομιλητής λέει ότι ζουν πάνω από τριακόσια χρόνια (27), ότι φοβούνται τα ποντίκια (29) (παρανοώντας τον Αιλιανό), και προσθέτει (κάτι που δεν θα χαροποιήσει τους φιλόζωους), “Ο Θεός μας το έκανε υπόδουλον, ώστε και όταν το εκπαιδεύωμεν να μαθαίνει και όταν το κτυπούμεν να υπομένη, και μας διδάσκει έτσι ο Θεός σαφώς ότι τα πάντα υπέταξεν ημίν, διότι ήμεθα πλασμένοι κατ' είκόνα του δημιουργού” (28).

“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ποιήσωμεν ἄνθρωπον”. (Γεν 1.26).

Ο πληθυντικός δίνει ακόμα ένα έναυσμα να μιλήσει εδώ ο ομιλητής για τον Χριστό, ότι αυτός υπονοείται, κατηγορώντας τους Ιουδαίους που τον αρνούνται αλλά και αυτούς που τον θεωρούν κατώτερο από τον Πατέρα (34-40). Στο σημείο αυτό τελειώνει την ομιλία υποσχόμενος για κάποια μελλοντική συνέχεια που δεν ήρθε ποτέ.

Σχόλια στο κείμενο και συμπεράσματα
Είναι προφανές ότι ο Άγιος και εμφορούμενος από το Άγιο Πνεύμα, διδάσκαλος της Εκκλησίας "Μέγας" Βασίλειος και “προστάτης” των γραμμάτων του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αν και μορφωμένος έχει κάνει σωρεία λαθών. Οι γνώσεις του δεν ξεπερνούν σε τίποτα μέσες γνώμες της εποχής του και μάλιστα και σε αυτές έχει κάνει λάθη ακόμα και στην αντιγραφή. Η επίκληση του στην αγραμματοσύνη (Θ.15), θα έπρεπε να μας προβληματίζει, με ποια κριτήρια και από ποιους ορίστηκε σαν προστάτης των γραμμάτων.

Σημαντικό στοιχείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι αρνείται κατηγορηματικά την αλληγορική σημασία των γραφών, ασχέτως αν χρησιμοποιεί πολλές περιπτώσεις τις αφηγήσεις σαν παραδείγματα για την δράση του ανθρώπου.

Επειδή θεωρεί αλάνθαστη (θεόπνευστη) την Γραφή, επινοεί λογικές για να την στηρίξει. Έτσι εξηγεί ότι τον Ήλιο τον έκανε στο τέλος για να μην τον λατρεύουμε. Για να δικαιολογήσει το “συναγωγήν μίαν” ανοίγει τρύπες σε όλες τις θάλασσες για να επικοινωνούν κλπ κλπ. Είναι προφανές ότι πιστεύει στην αυθεντία των κειμένων και στην καλή μαρτυρία του Μωυσή και φυσικά αυτό ήταν και το πλέον αδύνατο σημείο του. Έτσι μας εξηγεί ότι πρώτα έγινε το φως και μετά ο Ήλιος γιατί το φως είναι η ουσία ενώ ο Ήλιος ο φορέας. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι προσπαθώντας να δικαιολογηθούν οι γραφές πάντα βρίσκεται κάτι λογικοφανές. Βέβαια σε ένα σημείο ο άγιος το παράκανε, επειδή δεν μπορούσε να αγνοήσει την Γραφή και τα αναφερόμενα στο “δεύτερο στερέωμα”, εφηύρε δική του απίθανη θεωρία για τον χωρισμό της τεράστιας ποσότητας υδάτων “πάνω και κάτω”, και καλεί τους φιλοσόφους να την δεκτούν αναγκαστικά αφού έτσι το λέει το ιερό βιβλίο.

Σημαντικό στοιχείο στον λόγο του “Μ”. Βασιλείου κοινό όμως στους χριστιανούς εκείνης της εποχής είναι η άρνηση της επιστήμης, θεωρώντας τον επιστημονικό προβληματισμό άθεο και αλληλοκατηγορούμενο. Οι επιστημονικές θεωρίες δεν έχουν καμία αξία για τον Άγιο, αυτό που έχει σημασία είναι η πίστη στο θεό που έκανε τόσα θαυμαστά πράγματα για εμάς.

Επίσης πρέπει να τονιστεί η αμεσότητα της Δημιουργίας κατά τον Βασίλειο, που δείχνει μάλιστα με εικόνες να μεγαλώνει η χλόη και να φθάνει αμέσως στο ύψος του ο έλατος ή ο κέδρος. Πολλοί απολογητές χρησιμοποιούν την έκφραση που λέει για την αρίθμηση της πρώτης ημέρας “λέμε ημέρα μία, εβδομάδα μία κλπ λέμε και αιώνας ένας, χωρίς να έχει σημασία”, θέλουν με αυτό να αναιρέσουν όλο το υπόλοιπο του κείμενο, που εκπέμπει αυτή την ταχύτητα της δημιουργίας σε κάθε σχεδόν ομιλία και να μας πείσουν ότι αναφερόταν σε αιώνες στην δημιουργία όπως μας έδειξαν η γεωλογία και η αστροφυσική.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απαριθμήσουμε όλα αυτά που η Επιστήμη ανέτρεψε τόσο από την Αγ. Γραφή όσο και από τον Βασίλειο ότι δεν ισχύουν. Η θεωρία των Λεύκιππου και Δημόκριτου που ο Βασίλειος διακωμώδησε ήταν σωστή, οι χρόνοι του σύμπαντος είναι τεράστιοι και δεν μετριούνται ούτε σε αιώνες ούτε σε χιλιετίες και φυσικά όχι “ακαριαίως, εις ελάχιστον διάστημα” όπως διατείνεται ο “Μ”. Βασίλειος. Το μέγεθος του σύμπαντος είναι όχι απλά τεράστιο αλλά ασύλληπτο για το μυαλό μας. Η δημιουργία του σύμπαντος για χατήρι και μόνο του ανθρώπου από τον θεό, δεν πείθει πλέον κανένα σκεπτόμενο. Ο Ήλιος μένει ακίνητος (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) και η Γη κινείται γύρω από αυτόν, η Γη δημιουργήθηκε μετά τον Ήλιο και μάλιστα από τον Ήλιο. Είναι στην ουσία παιδί του Ήλιου. Οι τεράστιες ποσότητες νερού που αναφέρει ο Βασίλειος δεν μαρτυρούνται πουθενά. Η βλάστηση και τα ζώα τέλος, αναπτύχθηκαν μέσα από τις διαδικασίες της Εξέλιξης.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Γραφή τα είπε πάρα πολύ απλοϊκά τα πράγματα, για να τα καταλάβουν οι τότε άνθρωποι. Ίσως αλλά γιατί να τα πει με λάθος σειρά εφόσον υποτίθεται ότι είναι θεϊκή;

Είναι προφανές ότι αυτά που λέει η Αγία Γραφή, ότι δηλαδή έμαθε ο Μωυσής από τον Θεό, και κατέγραψε και σχολιάζει ο άγιος της Εκκλησίας, δεν ήσαν αληθινά ούτε τότε, ούτε τώρα. Το ερώτημα είναι: αν έκανε λάθος σε αυτά, πως μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι στα άλλα ήταν σωστός και ο “Άγιος” και οπωσδήποτε η Γραφή;

Επιστήμη - “Μ”. Βασίλειος – Αγ. Γραφή
Είναι γνωστό σε όλους ότι η κοσμολογία της Αγίας Γραφής, καθώς και οι αναλύσεις των Πατέρων της Εκκλησίας, καθόρισαν την σκέψη από τον τέταρτο αιώνα και μετά, μέχρι την Αναγέννηση. Από τον 4ο αι. η επιστημονική έρευνα σταδιακά πάγωσε (εξελίχθηκε σε ένα βαθμό στους Άραβες), οι θεοκρατικές αντιλήψεις κυριάρχησαν και έπρεπε να περάσουν χίλια χρόνια για να αρχίσει πάλι το ανθρώπινο πνεύμα να ψάχνεται. Ο “Μ”. Βασίλειος με τις αντιλήψεις του, καθόρισε την πορεία αυτή και είναι απορίας άξιο, πως θεωρείται προστάτης των γραμμάτων σε ένα σύγχρονο κράτος, που θέλει να λέγεται ελληνικό.

Η εξέλιξη της επιστήμης από την Αναγέννηση και μετά, ανέτρεπε μία - μία όλες αυτές τις θεωρήσεις, ωθώντας σταδιακά αλλά σταθερά αυτές και τον φορέα τους τις γραφές, στην περιοχή του μύθου.

Η χριστιανική διανόηση αμυνόμενη χωρίστηκε στα δύο, για να μην πω καλύτερα παίζει όπως πάντα σε πολλά ταμπλό.

Από την μία δέχεται θεωρητικώς και απροθύμως την επιστήμη, λέγοντας ότι τα μηνύματα της Γραφής είναι αλληγορικά συμβολικά και όχι ιστορικά ή επιστημονικά (σε αντίθεση φυσικά με αυτά που έλεγε ο Πατέρας και Άγιος της Εκκλησίας "Μέγας" Βασίλειος, αφού θεωρούσε ότι με την αλληγορία μπορείς να λες ότι θες). Διαχωρίζουν πλήρως (λες και μπορούν) την φιλοσοφία από την θεολογία, ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορεί να υπάρχει σχέση των δύο αυτών χώρων. Μάλιστα ψάχνουν να βρουν απομονωμένες φράσεις των Πατέρων, όπως και από το παρόν κείμενο την Εξαήμερο, για να πουν ότι ο Βασίλειος μίλησε για την Εξέλιξη, άρα δεν αντιβαίνει στην επιστήμη κλπ κλπ. Τα σημεία αυτά τα τονισμένα κόκκινα στο κείμενο, τα παρουσίασα επαρκώς και όχι αποκομμένα, οπότε ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα που αξίζουν στην συνέπεια του κειμένου και του συγγραφέα.

Από την άλλη υπάρχουν οι ακραίοι -όλο και λιγότεροι, που λένε ότι η πραγματική επιστήμη δεν έχει σχέση με την Εξέλιξη ή τις άθεες συνιστώσες της Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας (περί της ηλικίας της Γης), ότι η επιστήμη συμφωνεί απόλυτα με την Αγ. Γραφή και ότι υπάρχουν εσκεμμένα λάθη τα οποία προωθούνται από λίγους άθεους επιστήμονες, με απώτερους αντιχριστιανικούς σκοπούς, να ακυρώσουν την αλήθεια των έγκυρων ιερών κειμένων, μέσα από την Νέα Τάξη.

Φυσικά οι περισσότεροι είναι αυτοί που κινούνται και στα δύο στρατόπεδα. Όσο γίνονται πιστευτοί με την παραλογία, το παίζουν φίλοι με την επιστήμη και με την ακρίβεια της Γραφής και ότι μεταξύ τους δεν διαφωνούν. Αν διαπιστώσουν ότι δεν προχωράει η θέση τους, το ρίχνουν στην πνευματικότητα της Γραφής, στα θολά μηνύματα του Ευαγγελίου και ότι τελικά όλα τα άλλα, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον πραγματικό χριστιανό.

Εξέλιξη
Στο θέμα της Εξέλιξης θα σταθούμε λίγο. Είδαμε ότι ο Βασίλειος δεν ξεφεύγει από την λογική της Αγ. Γραφής. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο σε έξη ημέρες και την έβδομη ξεκουράστηκε. Έκτοτε ο κόσμος βδομάδα τη βδομάδα είναι σε μια συγκεκριμένη καθορισμένη επαναλαμβανόμενη τροχιά μέχρι το τέλος που είναι η Κρίση. Ότι χρειαζόταν ο άνθρωπος -αφού για τον άνθρωπο έγιναν όλα- υπήρξαν εξαρχής, τα δημιούργησε ο Θεός για να είμαστε όπως διατείνεται η Γραφή και ο "Μ". Βασίλειος, κυρίαρχοι τους. Αυτό να το προσέξουν ιδιαίτερα οι φιλόζωοι και οι οικολόγοι. Η αντιοικολογική εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού, οφείλει πολλά στην χριστιανική αυτή αντίληψη του κόσμου.

Ένα άλλο σημείο ξεκάθαρης αντιδιαστολής του Μ. Βασιλείου με την Εξέλιξη είναι η γνώμη που έχει για την ψυχή των ζώων. Είναι ισχυρίζεται κοινή για το κάθε είδος και γήινη, σε αντίθεση με του ανθρώπου, που κατά την γνώμη του είναι ουράνια και θεϊκή, αποκλείοντας έτσι κάθε εξελικτική λογική.

Η γεωλογία, η εξέλιξη των ειδών, η βιολογία, και μερικές ακόμα επιστήμες, μας βεβαιώνουν σήμερα με σωρεία αποδείξεων, ότι ο κόσμος μας αλλάζει συνεχώς από τότε που δημιουργήθηκε η γη, και ότι δεν έχει καμία σχέση, με το στατικό κόσμο που μας παρουσιάζει ο Βασίλειος. Οι ήπειροι μετακινούνται συνεχώς η Γη μεταμορφώνεται αέναα. Η ζωή από τις απλούστερες μορφές εξελίσσεται σε πολυπλοκότερες, δημιουργώντας νέα είδη, που με τη σειρά τους θα εξελιχτούν σε νέα, ή θα εξαφανιστούν, αφού δεν μπορούν να προσαρμοστούν, στο περιβάλλον τους που αλλάζει συνεχώς. Σήμερα από όλη αυτή τη προσπάθεια για επιβίωση της ζωής, παρατηρούμε στη φύση μόλις το 2% των ειδών που έχουν ζήσει στον πλανήτη στο παρελθόν, τα υπόλοιπα έχουν εξαφανιστεί. Η αστροφυσική από την άλλη μας δείχνει την βιαιότητα που υπάρχει στο σύμπαν, με τις κοσμικές καταστροφές που αυτό περιλαμβάνει. Ο στατικός, τέλειος, κόσμος των ιερών βιβλίων και του Βασιλείου, είναι άπλα ένας ακόμα, μύθος.

Επίλογος
Είδαμε σε μια σύντομη ανάλυση το έργο του Αγίου της Εκκλησίας το οποίο είναι επιεικώς αφελές. Ένα ερώτημα είναι αν ο ίδιος ήταν αφελής η τόσο πιστός που δεν είχε και πολύ σημασία πως θα δικαιολογήσει την πίστη του. Τις παρανοήσεις, τις λάθος θεωρίες και τα αυθέρετα συμπεράσματα του έργου του, τα δέχονται ελάχιστοι μορφωμένοι χριστιανοί, τονίζοντας όμως, (και εδώ είναι η έσχατη γραμμή άμυνας των απολογητών), ότι μπορεί ως επιστήμονας να μην ήταν καλός, αλλά ως θεολόγος ήταν άριστος. Μα το ερώτημα είναι μόνος του θεολογούσε ή κοσμολογούσε, ή με βάση την θεόπνευστη Αγία Γραφή και το Άγιο Πνεύμα; Αν για τα κοσμολογικά θέματα έκανε λάθη και δικές του εσφαλμένες και αυθαίρετες θεωρήσεις, γιατί στα θεολογικά ήταν σωστός. Από την άλλη η βάση του και η βάση του χριστιανισμού δεν είναι αυτό το κείμενο που κάνει ακριβώς τα ίδια λάθη, η Αγία Γραφή; Αν λέει ανακρίβειες σε θέματα κατασκευής και διάταξης του κόσμου, γιατί θεωρείται θεόπνευστο στα υπόλοιπα; Ως πότε ένα θεόπνευστο κείμενο που υποτίθεται έδωσε ο ίδιος ο Θεός, θα θεωρείται επιλεκτικά θεόπνευστο. Το τελικό ερώτημα είναι: ο χριστιανισμός που επικράτησε στην βάση αυτής της θεοπνευστίας, και επικαλείται συνέχεια αυτή τη θεοπνευστία, μήπως κορόιδεψε και κοροϊδεύει οικτρά τον κόσμο;
-----------------
Βιβλιογραφία:
- Μεγάλου Βασιλείου, Εξαήμερος
- Μεγάλου Βασιλείου Έργα τομ 4. εποπτ. Παν.Κ. Χρήστου & Στερ.Ν Σάκκου, επιμ. Βασ. Σ. Ψευτογκας * Θ.Ν. Ζήσης, Πατερικές Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς” Θεσ/νίκη 1973.