Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Επίκουρος και εξουσία

Στο παρόν κείμενο, θα μας απασχολήσει η σφοδρή σύγκρουση του Επίκουρου με την εξουσία. Σύγκρουση, η οποία συμπυκνώνεται σε δύο λέξεις που είναι το «Λάθε Βιώσας.». Αυτό το «Λάθε Βιώσας» που σημαίνει να ζεις στην αφάνεια, ή να περνάς την ζωή σου απαρατήρητος.
Τι σημαίνει όμως να ζεις στην αφάνεια; Άραγε εδώ έχουμε να κάνουμε με μία άρνηση; με μία αποχή; Μήπως έχουμε να κάνουμε με μία αδιαφορία προς τα κοινά; Με μία απαξίωση;
Όμως η άρνηση αυτή, γίνεται κατάφαση από μόνη της.
Το να ζεις στην αφάνεια έχει διττή σημασία και η μία είναι το βόλεμα και η άλλη, η παθητική αντίσταση με το κατεστημένο. Και αυτό δίχασε και τους Επικούρειους αλλά και τους άλλους ανθρώπους.. Αλλά όπως θα δούμε παρακάτω σαφώς ο Επίκουρος δεν εννοούσε το βόλεμα.
Το να περνάς την ζωή σου απαρατήρητος όντως τρίζει τα θεμέλια του συστήματος.
Η αποχή είναι από μόνη της ένα χαστούκι στους τεχνικούς της εξουσίας .
Και την απαξίωση την τρέμουν όλοι. Την τρέμουν περισσότερο και από το γιαούρτωμα. αλλά και από το να τα κάνεις, όλα γυαλιά καρφιά.

Εδώ μας διαφωτίζει με σαφήνεια ο πρώτος και μεγάλος σύγχρονος επικούρειος, ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης λέγοντας για το λάθε βιώσας. «Απόφευγε τις μωρές επιδιώξεις, τις πράξεις που προκαλούν αντίδραση, ταράζουν την γαλήνη σου και σε κατεβάζουν στο επίπεδο των αφώτιστων και των χυδαίων . Τιμές και δόξες σαν εκείνες δεν έχουν αξία»
Ακόμα βλέπουμε πως από τις πράξεις του, ούτε ο Επίκουρος έζησε σε αφάνεια , σε ιδιωτεία και δεν βολεύτηκε ποτέ. Διότι αν βολευότανε δεν θα δημιουργούσε ούτε την σχολή του, ούτε τα έργα του, ούτε τον κήπο. Ούτε βολεύτηκαν οι μαθητές του, ούτε και οι κατοπινοί Επικούρειοι.. Άλλωστε ο Επίκουρος δεχόταν την προπαγάνδα με την έννοια του παραδείγματος προς μίμηση. Και μάλιστα και γι’ αυτό είμαστε και εμείς εδώ. Για να διαφωτίσουμε και για να διαφωτιστούμε. Ακόμα οι μαρτυρίες και οι οδηγίες του Επίκουρου για την φιλία, την ευτυχία και την ηδονή, μας κάνει να δούμε συμβολικά και πρακτικά αυτήν την ρήση. Μας φωνάζει να αποσυρθούμε από τα κοινωνικά προβλήματα, με τα οποία μας φορτώνουν και τα οποία δεν είναι δικά μας και να ασχοληθούμε επιτέλους μόνο μ’ αυτά που μας απασχολούν.
Μας λέει να ζούμε με αυτάρκεια για να είμαστε ελεύθεροι. Και φτιάχνει τον κήπο. Έναν κήπο αυτάρκη που η εξουσία δεν χωρά εκεί μέσα. Και αν τον δούμε από άλλη οπτική γωνία, άραγε ο κήπος τι μπορεί να συμβολίζει; Μήπως μία ουτοπική κοινωνία; Μήπως μία αναρχική, αν θέλετε, ομάδα; Ή μήπως την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης ψυχής;
Για να δούμε!
Όμως πριν απαντήσουμε στα ανωτέρω ερωτήματα καλό θα είναι να φανερώσουμε, τι καθεστώς επικρατούσε στην άλλοτε… των Αθηναίων πολιτεία. Όπως θα δούμε εκείνοι οι καιροί ήταν η εποχή της παρακμής. Της παρακμής της κάθε αξίας και του ευτελισμού σε κάκιστο βαθμό, των ηθών. Ήταν η εποχή της αποθέωσης του παραλόγου και της νομιμοποίησης του. Ήταν η εποχή…..Και αν συγκρίνουμε τους καιρούς αυτούς, μοιάζουν σε πολλά με την σημερινή εποχή.
 
 Ως γνωστό ο Επίκουρος γεννήθηκε το 341 π.χ. στον δήμο Γαργηττού και πέθανε το 270 π.χ. Αν και οι γονείς του κατάγονταν από ένδοξη και πλούσια οικογένεια μετανάστευσαν λόγω φτώχειας μαζί με άλλους Αθηναίους κληρούχους στην Σάμο.
Όταν ήταν τριών ετών, δηλαδή το 338 π.χ. έγινε η μάχη της Χαιρώνειας.
Στην μάχη αυτή ηττήθηκε, εκτός των άλλων και Δημοκρατία.
Αυτή η χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς πραγματική Δημοκρατία η οποία συνοψίζεται στην περιγραφή που μας διασώζει ακόμα και ο ολιγαρχικός Αριστοτέλης και που είναι Δημοκρατικόν μεν το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δε αιρετάς ολιγαρχικόν.
Το 323, όταν δηλαδή ήταν σε ηλικία 18 ετών, ο Επίκουρος έρχεται στην Αθήνα από την Σάμο για να υπηρετήσει την θητεία του.
Το έτος όμως αυτό είναι σημαδιακό και για την Ελληνική ιστορία και για τον κόσμο ολόκληρο. Διότι εκείνο το έτος πέθανε ο Μ. Αλέξανδρος αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου ξεκινά ο Λαμιακός πόλεμος.
Με πρωταγωνίστρια την Αθήνα και τις σύμμαχες προς αυτήν πόλεις, δόθηκε ο τελευταίος πόλεμος ενάντια στην μοναρχία και στην επαναφορά της Δημοκρατίας.. Δυστυχώς μετά από ένα χρόνο, το 322, ο πόλεμος αυτός χάθηκε από τις ενωμένες συμμαχικές πόλεις. Και τότε η Αθήνα υποχρεώθηκε να δεχθεί το ολιγαρχικό καθεστώς που της επέβαλαν οι Μακεδόνες. Την ανάγκασαν να δεχθεί ισχυρή μακεδονική φρουρά υπό την αρχηγία του Μένυλλου. Φρουρά που εγκαταστάθηκε στην Μουνιχία Ενώ η διοίκηση των Αθηνών δόθηκε σε αυτούς κατοίκους που διέθεταν την ανάλογη περιο­υσία. Η ιστορία μας λέει πως μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου είχε τοποθετηθεί ως στρατηγός και Αυτοκράτωρ της Ευρώπης, ο Αντίπατρος
Ο Επίκουρος μετά την στρατιωτική του θητεία φεύγει από την Αθήνα και πηγαίνει και στον Κολοφώνα, μια πόλη απέναντι από την Σάμο, για να συναντήσει την οικογένειά του. Την οικογένειά του, η οποία είχε καταφύγει εκεί, διότι η Σάμος είχε χαθεί από τους Αθηναίους κατά τον Λαμιακό πόλεμο. Και διότι ο επίτροπος του βασιλικού θρόνου ο Περδίκκας αποφάσισε την εκδίωξη των Αθηναίων κληρούχων από την Σάμο. Μετά πηγαίνει στην γειτονική πόλη Τέω και τέλος στην Ρόδο όπου συνεχίζει τις σπουδές του.
Μετά τον Λαμιακό πόλεμο ο Αντίπατρος ορίζει ως διάδοχο του θρόνου του τον Πολυπέρχοντα Επειδή ο Πολυπέρχων, αν και έμπειρος, δεν ήταν γαλαζοαίματος δυσαρεστεί τα μάλα τον μεγαλύτερο γιο του Αντίπατρου τον Κάσσανδρο. Έτσι συμμαχεί με τους ντόπιους συμμάχους καθώς και με το βασιλέα της Αιγύπτου τον Πτολεμαίο τον Σωτήρα και καταλαμβάνει την εξουσία.
Ο Κάσσανδρος ,αυτός ο γιος Αντίπατρου και της Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν αδελφή του Μ. Αλεξάνδρου, εκτός των άλλων πολέμων που έκανε, και τους οποίους τους έκανε, ένεκα της φιλοδοξίας του, ήταν και ο πιο πανούργος, ύπουλος και θρασύδειλος εκ των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου. Για την ιστορία σας παραθέτω μερικά από τα εγκλήματά του. Σκότωσε την μάνα του Αλέξανδρου την Ολυμπιάδα και το έτος 310 π.χ. σκότωσε και τον γιο του Μ. Αλέξανδρου τον Αλέξανδρο τον Δον και την γυναίκα του Μ. Αλεξάνδρου, την Ρωξάνη κ.α. Η δε πολιτική του ήταν ίδια με τον πατέρα του. Ήθελε τις Ελληνικές πόλεις, όχι ως σύμμαχες αλλά ως υποτελείς.
Έτσι στα 317 π.χ. όρισε εγκάθετο επιστάτη τον ολιγαρχικό μαθητή του Αριστοτέλη, τον Δημήτριο τον Φαληρέα ο οποίος έμεινε στο αξίωμα αυτό για δέκα έτη.
Στην Αυτοκρατορία του Αλέξανδρου μαίνονταν σε έντονο βαθμό, οι τραγικοί απ’ όλες τις απόψεις, πόλεμοι των επιγόνων. Πόλεμοι παράλογοι και όνειδος για την ιστορία της Ελλάδος. Πόλεμοι καταστρεπτικοί, εξευτελιστικοί και εξουθενωτικοί. Ήταν δε τόσο εξουθενωτικοί που έδωσαν την Ελλάδα ως μασημένη τροφή στο στόμα των Ρωμαίων.
Στο μεταξύ ο Επίκουρος αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, σε ηλικία 30 ετών, δηλαδή γύρω στο 311 π.χ,. μεταβαίνει στην πόλη της Μυτιλήνης όπου άρχισε να διδάσκει φιλοσοφία. Όμως οι επαναστατικές του ιδέες ενόχλησαν την ντόπια ολιγαρχία και υποψιαζόμαστε ότι απειλήθηκε και η ζωή του. Έτσι εγκατέλειψε την Μυτιλήνη και πέρασε απέναντι στην Λάμψακο. Δηλαδή έφυγε από την επικράτεια που ήλεγχε ο απολυταρχικός δικτάτορας επίγονος του Μ. Αλεξάνδρου Αντίγονος ο Αος ο Κύκλωψ ή μονόφθαλμος και πήγε στην επικράτεια του φιλελεύθερου επίγονου του Λυσίμαχου. Στην Λάμψακο έμεινε για μια πενταετία και δημιούργησε σχολή.
Στην Αθήνα πάλι το 307 μπαίνει αιφνιδιαστικά στον Πειραιά ο γιος του Αντίγονου του Αου  του μονόφθαλμου, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Αυτός αντί να επιτεθεί εναντίον της φρουράς που στρατοπέδευε, όπως ελέχθει στην Μουνιχία, συγκέντρωσε τον κόσμο και με έναν δημοκρατικό βερμπαλισμό τους είπε πως ήρθε για να τους απελευθερώσει και ότι θα επαναφέρει το παλιό πολίτευμα, την δημοκρατία.
Οι Αθηναίοι τότε τον υποδέχθηκαν σαν ελευθερωτή, από την τυραννία του Δημητρίου του Φαληρέως και σαν Θεό. Μάλιστα ψήφισαν και νόμο που απαγόρευε την λειτουργία όλων των υπαρχουσών φιλοσοφικών σχολών. Δηλαδή την Πλατωνική Ακαδημία και το Λύκειο του Αριστοτέλη οι οποίες με τις ολιγαρχικές ιδέες που προωθούσαν, είχαν φέρει πολλά δεινά στην Αθήνα.
Όμως η απαγόρευση αυτή δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ σε μία πόλη με φιλοσοφική παράδοση όπως ήταν η Αθήνα Ένα χρόνο μετά ψηφίστηκε ένας άλλος νόμος που επέτρεπε σ’ όποιον ήθελε να δημιουργήσει την δική φιλοσοφική σχολή. Έτσι ξανανομιμοποιήθηκαν, η Ακαδημία και το Λύκειο.
Ο Επίκουρος άδραξε της ευκαιρίας και μετέφερε την σχολή του από την Λάμψακο στην Αθήνα το 306 π.χ.
Στο μεταξύ ο Δημήτριος ο Πολιορκητής υποσχέθηκε στους πρώην πολίτες χρηματική ενίσχυση προκειμένου να ξαναφτιάξουν τον στόλο τους. Εκείνοι τότε προς τιμήν του μετονόμασαν δύο φυλές της Αθήνας με τα ονόματα του πατέρα του και του ιδίου.
Κατόπιν το «παλικάρι» αυτό έδωσε πολλές μάχες με διάφορους διεκδικητές της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Κυνήγησε δε τον Κάσσανδρο έως τις Θερμοπύλες. Τον Κάσσανδρο ο οποίος ξανά πολιορκούσε την Αθήνα. Ο Πλούταρχος μας αναφέρει ότι η πλειοψηφία των Αθηναίων , για την πράξη του αυτή, του έδωσε ένα δωμάτιο στον Παρθενώνα, όπου αυτός το μετέτρεψε σε γαμιστρώνα. Διότι εκτός από πολεμιστής ήταν και πολύ φιλήδονος. Και μάλιστα είχε πολλές ερωμένες. Παρήγγειλε δε να μαζευτεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο το έδωσε και στην επίσημη ερωμένη του την Λαμία, αλλά και στις άλλες ερωμένες του, για να αγοράσουν καλλυντικά.
Μετά θέλησε να γίνει αποδεκτός στα ανώτερα θρησκευτικά μυστήρια . Πράγμα που δεν ήταν αποδεκτό σύμφωνα με τους θρησκευτικούς νόμους καθώς η μύηση ήταν αυστηρά προσδιορισμένη από χρονικά όρια. Οι Αθηναίοι έφτασαν στο σημείο να μετονομάσουν κάποιους μήνες για να γίνει αποδεκτό το αίτημα του.
 
 Όταν λοιπόν ήρθε ο Επίκουρος στην Αθήνα, σε ηλικία 35 ετών, την βρήκε σ’ αυτό το μαύρο της το χάλι. Η παλιά δημοκρατία των Αθηναίων πολιτών δεν υπήρχε πια. Αι Αθήναι είχαν μετατραπεί σε Αθήνα. Διότι οι άνθρωποι που την αποτελούσαν είχαν αλλοτριωθεί, εξανδραποδιστεί και ξεφτιλιστεί.
Ποιος ξέρει τι τυραννία θα είχαν υποστεί από τον επιστάτη τους, τον Δημήτριο τον Φαληρέα ώστε να δεχθούν το λιγότερο κακό. Τον Δημήτριο τον Πολιορκητή ως ελευθερωτή και ως Θεό. Και αυτά τα πράγματα τα αφουγκραζότανε, τα έβλεπε και τα υπέμεινε ο Μεγάλος μας Δάσκαλος.
Πράγματι ήταν μεγάλη η ξεφτίλα εκ μέρους των Αθηναίων να μετονομάσουν δύο από τις δέκα φυλές τους με τα ονόματα των λιγότερο σφαλερών τυράννων τους. Και άραγε το γεγονός αυτό, δεν αποτέλεσε ύβρη για τους ένδοξους προγόνους τους; Δεν αποτέλεσε ύβρη και αιδώ το να του παραχωρήσουν δωμάτιο στον Παρθενώνα ώστε να το μετατρέψει σε γκαρσονιέρα με θέα;. Δεν αποτέλεσε όνειδος το να μετονομάσουν τους μήνες ώστε ο Δημητράκης να γίνει αποδεκτός στα θρησκευτικά μυστήρια ικανοποιώντας έτσι την μωροματαιοδοξία του; .
Αυτά και άλλα έζησε και έβλεπε ο Σεβαστός Δάσκαλος την εποχή εκείνη της παρακμής. Έβλεπε επίσης και την κατάντια όλων των Ελλήνων που είχαν εμπλακεί, σε παράλογους, καταστρεπτικούς και φθοροποιούς για την ψυχική υγεία, εμφυλίους πολέμους
Με λίγα λόγια στα 46 χρόνια που έζησε ο Επίκουρος στην Αθήνα, η πόλη γνώρισε 6 πολέμους 4 εισβολές και πολιορκίες, 4 αλώσεις και κατοχές. Οι θεσμοί του πολιτεύματος που λειτούργησαν ικανοποιητικά επί 3 αιώνες καταρρέουν. Οι κάτοικοι διαχωρίζονται και επιζητούν εξουσία για να μπορούν να νέμονται για δικό τους όφελος το δημόσιο χρήμα. Οι απλοί άνθρωποι ζούσαν μέσα στην ανασφάλεια, την αβεβαιότητα, τον φόβο. Παρ’ όλη την ανάπτυξη του εμπορίου με τις νέες αγορές που δημιούργησαν οι κατακτήσεις του Μ Αλεξάνδρου, οι ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες και οι μικροπαραγωγοί εξαθλιώνονται και ο θεσμός της δουλείας παίρνει τεράστιες διαστάσεις και η αμοιβή της ελεύθερης εργασίας μειώνεται δραματικά Ο πλούτος συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια
 
  Άραγε τα περισσότερα εξ αυτών δεν τα βιώνουμε και σήμερα και δεν τα ζήσαμε και στο πρόσφατο παρελθόν; Μήπως ξεχάσαμε τον Κοκό; Το, λεφτά για την παιδεία και όχι προίκα στην Σοφία; Την χούντα; Τις υποδοχές των αρχηγών μας, ή την υποδοχή του σιδερένιου; το οκταετία, επταετία κάτω η Νέα Δημοκρατία; Μήπως θυμάται κανείς τους ανεκπλήρωτους σκοπούς του Πολυτεχνείου; ή το ότι για ένα κωλόσπιτο θα πέσει η κυβέρνηση; Μήπως ξεχάσαμε τα μεγάλα σκάνδαλα που ταλάνιζαν και ταλανίζουν την χώρα μας; Ναι όλα αυτά καθώς και άλλα, απασχολούν την κοινή γνώμη και τον λαό.
Άραγε τώρα με την παγκοσμιοποίηση δεν έχουν ανοίξει οι αγορές; Ποιοι γίνονται πλούσιοι και δεν το γνωρίζω; Πόσοι δούλοι έχουν μαζευτεί από τα πέρατα του κόσμου; Και αυτοί οι δούλοι της εποχής του Επίκουρου τι εθνικότητας ήταν και τι απέγιναν; Μήπως επαναπροωθήθηκαν στις χώρες τους ή μήπως συγχωνεύτηκαν με τους Έλληνες;
Αυτά λοιπόν βλέπουμε και ζούμε εμείς οι αποδιοπομπαίοι και ήμαστε σαν χαμένοι, και σαν εξωγήινοι.
Και άραγε τι θα μπορούσε να κάνει ένας Επίκουρος τότε, αλλά και τώρα;
Θα μπορούσε να τα βάλει μ’ όλο αυτόν τον καλά εξοπλισμένο μηχανισμό;
Να δημιουργούσε ακόμα έναν εμφύλιο σπαραγμό μέσα στους τόσους που υπήρχαν εκείνη την εποχή; Ή να ξεσήκωνε την νεολαία προκειμένου να εκτονωθεί σπάζοντας αδιακρίτως και εφαρμόζοντας την τυφλή βία;
Όχι είπε, όπως το ίδιο θα έλεγε και σήμερα. Θα έλεγε λοιπόν, όπως πολύ πιθανό να το είπε και τότε, τότε που έφτιαξε τον κήπο. Ρε δεν πα να πνιγείτε εσείς και η εξουσία σας, τα λεφτά σας και τα καράβια σας. Και θα περιμένω εγώ για να ζήσω με τις τελεολογίες σας και την δοτή ιστορική σας αναγκαιότητα;. Να κάνω αγώνα για τον αγώνα;. Έτσι θα λύσω το υπαρξιακό μου πρόβλημα; Εδώ λοιπόν και τώρα ευτυχία για το πικραμένο πόπολο. Εγώ θα φτιάξω την δική μου κοινωνία. Μια αυτάρκη λιτή κοινωνία. Θα φτιάξω εγώ και οι φίλοι μου την κοινωνία της σωφροσύνης, της ελευθερίας, τη δικαιοσύνης, της ηδονής καθώς και της εσωτερικής αναζήτησης με σκοπό την αποδαιμονοποίηση των συνειδήσεων. Αποδαιμονοποίηση αν δεχτούμε ως κατασκευασμένο από ύλη τον κόσμο μας και αν δεν φοβόμαστε τον θάνατο.
Και σ’ αυτήν την κοινωνία- κοινόβιο, ούτε νόμοι θα υπάρχουν, ούτε συντάγματα, ούτε συνδικαλισμός, ούτε κυβέρνηση. Διότι θα είναι καμωμένη από φίλους και θα οι ισχύουν οι άγραφοι κανόνες της φιλίας. Και θα ζει λαθεμένα όποιος ανακατευθεί με την πολιτική. Γι’ αυτό απαξίωσέ την και ζήσε απαρατήρητος μέσα σ’ αυτόν τον κήπο. Μέσα σ’ αυτό το φιλικό περιβάλλον όπου μπορείς ελεύθερα να αναπτύξεις και τις εσωτερικές σου ανησυχίες και τις επιστημονικές σου αναζητήσεις. Και αν φτάσεις σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τότε θα νοιώσεις την υπέρτατη ηδονή. Την ηδονή αυτή που την ονόμασε καταστηματική. Δηλαδή θα ζεις μακάρια χωρίς την παραμικρή ταραχή στην ψυχή σου και χωρίς να υποφέρει το σώμα σου. Θα ζεις μακάριος σαν τους Θεούς, ανάμεσα στους ανθρώπους.
 
 Συμπέρασμα:
 Όντως ο Επίκουρος είναι παιδί της Ιμπεριαλιστικής και ολιγαρχικής Αθήνας. Αντέδρασε όμως με τον τρόπο του στα σχέδια αυτά και μας άφησε την ανθρώπινη χωρίς άλλο φιλοσοφία του. Φυσικά και δεν θα υπήρχε Επίκουρος εάν οι θεσμοί λειτουργούσαν Δημοκρατικά Εάν υπήρχε η άμεση κληρωτή Δημοκρατία του 5ου αιώνα. Διότι παρά τα προβλήματά της, όλος ο κόσμος ήταν ευτυχισμένος. Όλος ο κόσμος ήταν πολίτες και όχι οπαδοί ή μάζα.
Εδώ μας αναφέρει ο Θεοδωρίδης ότι «η στάση του Επίκουρου απέναντι στο κράτος ορίζεται από την κοινωνική του θέση. Η οικογένειά του είναι ξεπεσμένος κλάδος μεγάλου άλλοτε αριστοκρατικού οίκου, που υποχρεώνεται από ανέχεια να πάρει μέρος σε κληρουχία με άλλο φτωχόκοσμο. Φέρνει όμως μέσα της ζωντανή την δημοκρατική παράδοση και με άγριο πάθος καταδικάζει κάθε τι που έβλαψε τον δήμο, αριστοκράτες, Σπαρτιάτες, Θηβαίους, τους Μακεδόνες και τους πλουτοκράτες που συνεργάζονται μαζί τους και κυβερνούν την πόλη. Αυτοί πρόδωσαν την Δημοκρατία , σώριασαν τις συμφορές στην πόλη, την ταπείνωσαν από το αξίωμα της ηγεμόνισσας στην Ελλάδα….»
Από την άλλη αυτό που πυροδότησε τον Λαμιακό πόλεμο πρακτικά ήταν η Σάμος. Και ο Περδίκκας απεκατέστησε του Σαμίους μετά από 43 έτη νομής και κατοχής από τους Αθηναίους. Έτσι τους έδωσε την ελευθερία τους και τις περιουσίες τους πίσω.
Άσχετα όμως απ’ αυτά, ήταν καθήκον του Επίκουρου να πάει στον Κολοφώνα για να δει τους γονείς του. Όμως θα πρέπει να είχε βάλει σκοπό να ξαναεπιστρέψει στην Πατρώα Γη. Πράγμα που το έκανε στα 35 του, όταν έκρινε ότι τα πράγματα στην Αθήνα κάπως ομαλοποιήθηκαν. Έτσι με τις οικονομίες του αγόρασε ένα σπίτι με κήπο και εγκατέστησε εκεί την σχολή του. Φυσικά και με την συμπαράσταση των φίλων του από την Μυτιλήνη και από την Λάμψακο που τον είχαν ακολουθήσει. Ο αντιεξουσιαστής Επίκουρος φιλοξενούσε χωρίς διακρίσεις και δούλους και γυναίκες και εταίρες και νέους και γέρους και παιδιά μέσα στον κήπο. Δεν υπήρχε υπακοή αλλά αναγνωριζόντουσαν όλοι ως φίλοι οι οποίοι αλληλοβοηθούνταν . Ήταν δε απέναντι από τα δημόσια αξιώματα
Οι μαθητές του πήγαιναν και στις άλλες πόλεις και δημιουργούσαν και εκεί ανάλογους κήπους οι οποίοι συνεργαζόντουσαν και μεταξύ τους και με τον Επίκουρο. Και αυτό το βλέπουμε από την αλληλογραφία του Επίκουρου που μας διασώθηκε.
Δηλαδή ο κήπος του Επίκουρου έπαιζε τον ρόλο μιας χαλαρής ομοσπονδίας ελευθέρων ομάδων.
Βέβαια αργότερα ακολουθώντας προφανώς αυτήν την οργανωτικότητα έφτιαξαν και οι χριστιανοί κοινόβια. Και ο Σαούλ είχε αλληλογραφία με αυτά. Αλλά μέσα σ’ αυτά, και ιεραρχία υπήρχε και ανελευθερία και τελεολογία. Επί πλέον οι χριστιανοί στηρίζονταν μόνο στο συναίσθημα . Δηλαδή στην αγάπη και στην ελπίδα για ένα αβέβαιο παράδεισο. Όπως στην συντροφικότητα και στην προσμονή περί αταξικής κοινωνίας στηρίζονται και οι σημερινοί κομουνιστές. Και όχι στην λογική-συναίσθημα- επιθυμία που χαρακτήριζε τα Επικούρεια κοινόβια. Και η επικράτηση των χριστιανών και αργότερα των κομουνιστών έγκειται στο γεγονός ότι ο άνθρωπός είναι πιο ευάλωτος όσον αφορά το συναίσθημα. Ακόμα και η σημερινή κοινωνία μας στηρίζεται όχι μόνο στο συναίσθημα, αλλά και στην ανάδειξη ενός Φροϋδικού εξαναγκασμού αναδεικνύοντας σαν κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχής, την επιθυμία
Το λάθε βιώσας του Επίκουρου και το ότι «ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς, γιατί δεν κάθισα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς και γιατί, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από την δική τους αντίληψη» ίσως και να εξασφάλιζε για επτά αιώνες σε ανεκτικούς καιρούς, και εξασφαλίζει και σήμερα που είναι ανάλογοι καιροί, την νομιμότητα της φιλοσοφίας του και την δημιουργία των κήπων. Γι’ αυτό αγαπητοί μου φίλοι δεν βλέπω ως στόχο της Επικούρειας φιλοσοφίας την σοσιαλδημοκρατία, αλλά ως προϋπόθεση, για την ανάδειξη της διαφορετικότητάς μας.

Πρέπει να παίρνουμε μαζί τα παιδιά στις εξόδους;

Το αν πρέπει ή όχι να παίρνουμε το παιδί στις εξόδους μας έχει να κάνει και ανάλογα με την ηλικία του αλλά και με το μέρος της εξόδου στο οποίο αναφερόμαστε. Μιλάμε για έξοδο σε ένα εστιατόριο που είναι κοινωνική υποχρέωση ή απλά οικογενειακή βόλτα; Μπορεί οι γονείς να θέλουν να βγουν μαζί με το παιδί σε ένα θέατρο ή σε έναν κινηματογράφο. Φυσικά μια τέτοια οικογενειακή έξοδος δεν θα βλάψει το παιδί. Αρκεί όμως η έξοδος αυτή να έχει ένα νόημα για το παιδί. Μια έξοδος η οποία είναι πιο προσωπική και αφορά το ζευγάρι, όταν δηλαδή οι σύντροφοι έχουν ως στόχο να διασκεδάσουν οι δυο τους, να βγουν σε ένα κέντρο διασκέδασης εκεί το παιδί ίσως πρέπει να παραμείνει στο σπίτι. 
Οποιαδήποτε έξοδος μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνικοποίηση του παιδιού και δεν το βλάπτει ( μήπως ο χώρος ας πούμε για παράδειγμα δεν είναι κατάλληλος; Μήπως είναι πολύ κλειστός και οι ενήλικες καπνίζουν;) είναι θεμιτή. Δεν είναι κακό να βγαίνουν όλοι μαζί σαν οικογένεια απλά αυτό που πρέπει να κάνουν οι γονείς είναι να διαφοροποιήσουν τις εξόδους που αφορούν το ζευγάρι και εκείνες που αφορούν  την οικογένεια. Υπάρχουν και οι έξοδοι με φίλους ενηλίκους του ζευγαριού. Και εδώ θα πρέπει να προσέχουν οι γονείς. Μήπως δεν αφορούν καθόλου το παιδί; Γνωρίζουμε βέβαια ότι δεν έχουν όλα τα ζευγάρια τη δυνατότητα να αφήσουν κάπου το παιδί τους αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να διαχωρίζουμε ποτέ το χρόνο του ζευγαριού και τον προσωπικό χρόνο που αφιερώνουμε στους φίλους μας με τον χρόνο που περνάμε με την οικογένεια. Τα κάθε ζευγάρι χρειάζεται τις δικές του στιγμές, τις οποίες το παιδί μάλλον δεν τις έχει ανάγκη. Τις εξόδους με το παιδί σαφώς και τις προτείνουμε αλλά θα πρέπει να υπάρχει και μια ισορροπία.
Η έξοδος θα πρέπει να περιλαμβάνει και κάποιο στοιχείο που να τραβήξει και την προσοχή του παιδιού. Η ταινία που θα επιλέξουμε στον κινηματογράφο θα πρέπει να είναι τέτοια που να μπορεί να την παρακολουθήσει το παιδί. Πολλές φορές θυμώνουμε με τα παιδιά όταν εκείνα γκρινιάζουν στις εξόδους. Μήπως όμως η αντίδραση αυτή των παιδιών είναι λογική; Μήπως το παιδί βαριέται και δεν έχει να ασχοληθεί με τίποτα ουσιαστικό για το ίδιο; Μήπως δεν έχει τι να κάνει εκεί που το πηγαίνουμε και αυτός είναι ο λόγος που είναι άτακτο και ξεσηκώνει όλο τον κόσμο; Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν μάλιστα δεν έχουμε να αφήσουμε κάπου το παιδί, αυτό που οφείλουμε σαν γονείς είναι να συζητάμε πριν την έξοδο με το παιδί για το τι πρόκειται να συμβεί εκεί που θα πάμε και για ποιο λόγο πρέπει να πάμε. Του λέμε ότι δεν θα υπάρχουν άλλα παιδάκια εκεί.  Δεν είναι κακή ιδέα να εφεύρουμε και έναν τρόπο για να απασχοληθεί το παιδί. Πάρτε μαζί ένα παιχνίδι. Σκεφτείτε : Εκεί που θα πάτε υπάρχουν άνθρωποι που ενδεχομένως θα μπορούσαν να ασχοληθούν με το παιδί να παίξουν μαζί του ακόμα και αν δεν μιλάμε για παιδιά της ίδιας ηλικίας αλλά μεγαλύτερους; Το παιδί δεν μπορεί να κάθεται σε μια καρέκλα ήσυχο, αν δεν έχει κανένα ενδιαφέρον στην κοινή έξοδο με τους γονείς.
 
Όσο για την κατάλληλη ηλικία να αρχίσουμε τις κοινές εξόδους με το παιδί;
Η κοινωνικοποίηση του παιδιού ξεκινά επί της ουσίας όταν θα ξεκινήσει να περπατάει και να μιλάει και να μπορεί να έχει επαφή με τον περιβάλλοντα κόσμο. Μέσα από την εμπειρία μου από τα ζευγάρια που με επισκέπτονται μπορώ να πω ότι ακόμα και από ενάμιση ετών αρχίζουν να παίρνουν μαζί τα παιδιά σε εξόδους και δεν είναι κακό. Μετά όταν περπατάνε πια και μπορούν να έχουν μια αλληλεπίδραση με τον κόσμο τότε τα πράγματα είναι ακόμα καλύτερα. Και βέβαια πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για τη στιγμή που τα παιδιά μας δε θα θέλουν πια να βγαίνουν μαζί μας.
 
Tι συμβαίνει στην εφηβεία; 
Είναι πολύ λογικό στην εφηβεία πια τα παιδιά να μη θέλουν να έρχονται μαζί μας και να αντιδρούν. Αυτό συνήθως συμβαίνει στα 14- 15 έτη.  Ήδη από τα 12 συνήθως αρχίζουν να διεκδικούν τον δικό τους χώρο και χρόνο. Η αντίδραση του παιδιού έχει να κάνει και το κατά πόσο οι οικογενειακές έξοδοι ή οι οικογενειακές μέθοδοι είναι και στη φιλοσοφία της οικογένειας, με το κατά πόσο είναι συνήθεια της οικογένειας.
Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που γονείς απαιτούν ξαφνικά από τα παιδιά τους να τους ακολουθήσουν και είναι λογικό και επόμενο εκείνα να αντιδρούν υπάρχουν και περιπτώσεις όπου οι οικογενειακές έξοδοι δεν ήταν ευχάριστες και τα παιδιά δε θέλουν να επαναλάβουν την τραυματική εμπειρία.  Αν όμως οι οικογενειακές έξοδοι ιδίως στην παιδική ηλικία ήταν απολαυστικές και δεν υπήρχαν καβγάδες πίεση ή τσακωμοί, τότε τα παιδιά θα τις προτιμούν κάποιες στιγμές ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία. Δεν θα πρέπει όμως να επιμένουμε όταν εκείνα δεν τις επιθυμούν, πρέπει να σεβόμαστε τις νέες ανάγκες τους. Ας σκεφτούμε, τι κίνητρο μπορεί να έχει ο έφηβος για να μας ακολουθήσει; Και γιατί εμείς είμαστε τόσο πιεστικοί στη συμπεριφορά μας;
Στην εφηβεία, όταν τα παιδιά αντιδρούν υπερβολικά μπορεί να συμβαίνουν πολλά πράγματα. Μήπως το παιδί μέσα από αυτήν την αντίδραση θέλει να εκφράσει θυμό προς τον γονέα για άλλους λόγους; Που οφείλεται αυτή η υπερβολική αντίδραση; 

Μύες: Τρόποι για να τους χτίσουμε άμεσα και γρήγορα


Κάθε ιστός στο σώμα μας είναι σε μια συνεχή κατάσταση αναβολισμού (όπου χτίζεται) και καταβολισμού (όπου καταστρέφεται). Αυτές οι 2 διαδικασίες στο τέλος της ημέρας εξισορροπούνται και το σώμα μας δεν αλλάζει καθόλου. Αυτό, είναι η γνωστή μας ομοιόσταση (ή μπορεί και να μην είναι γνωστή...). Οι μύες μας αποτελούνται από συσταλτές πρωτεϊνες, οι οποίες χτίζονται από αμινοξέα. Ο αναβολισμός στους μύες ονομάζεται πρωτεϊνοσύνθεση (protein synthesis), ενώ ο καταβολισμός καταστροφή πρωτεϊνών(protein breakdown).

Για να εξασφαλίσουμε ότι οι μύες μας θα μεγαλώσουν, πρέπει η πρωτεϊνοσύνθεση να είναι μεγαλύτερη από την καταστροφή πρωτεϊνών. Να πω εδώ ότι το σώμα μας είναι πολύ ευχαριστημένο με την ομοιόστασή του και δεν θα είναι πολύ "ανοικτό" στο να αλλάξει. Οπότε η όλη διαδικασία να χτίσουμε τους μυς μας είναι αρκετά δύσκολη.

Ξέρουμε ότι δύο από τους καλύτερους τρόπους για να χτίσουμε μυς είναι να σηκώνουμε βάρη και να τρώμε πρωτεΐνη. Πιο συγκεκριμένα η πρωτεΐνη βοηθά με τον αναβολισμό και οι υδατάνθρακες αποτρέπουν τον καταβολισμό, όπως διαβάζουμε εδώ.

Αφού είπαμε όλα τα παραπάνω, ας δούμε τώρα όλα τα πρακτικά σημεία που θα μας βοηθήσουν στο ταξίδι μας για μεγαλύτερους μυς. Αυτό το άρθρο συγκεντρώνετε κυρίως στα βάρη και όχι στην διατροφή, η οποία είναι σχετικά πιο απλή (φάτε περισσότερη πρωτεΐνη).

Ένταση

Το πρώτο και κυριότερο στοιχείο για να χτίσουμε μεγαλύτερους μυς είναι το βάρος που θα σηκώσουμε. Το βάρος,στην βιβλιογραφία, είναι γνωστό και ως ένταση και όπως μας έχουν δείξει οι έρευνες εδώ και εδώ ο καλύτερος τρόπος για να χτίσουμε μύες είναι να αυξήσουμε το βάρος στην μπάρα, στους αλτήρες η γενικά σε οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να γυμναστούμε. Για τα άτομα που γυμνάζονται κυρίως με το βάρος του σώματός τους, πέρα από την προσθήκη βάρους σε ασκήσεις όπως τις βυθίσεις ή τις έλξεις, όπου μπορείτε απλά να κρεμάσετε έναν αλτήρα από τα πόδια, μπορείτε επίσης και να δυσκολέψετε την άσκηση με το να χρησιμοποιήσετε το ένα χέρι αντί για τα δύο, να μπείτε σε μια θέση όπου η ισορροπία σας δοκιμάζεται, και άλλα πολλά.

Πως μπορούμε να βρούμε την ένταση; Ευτυχώς έχουν γίνει διάφορες έρευνες όπως εδώ και μας δείχνουν ότι για αρχάριους το καλύτερο ποσοστό είναι το 60% του μέγιστου βάρους που μπορούν να σηκώσουν ενώ για προχωρημένους, το 80% είναι ένα καλό ποσοστό. Ας εξηγήσω λίγο τι εννοώ με αυτά τα νούμερα.

Ας υποθέσουμε ότι μπορείτε να σηκώσετε μάξιμουμ 50 κιλά στις πιέσεις πάγκου, κοινώς είστε ένας αρχάριος. Μπορείτε να χτίσετε τους μυς σας με το να σηκώνετε 30 κιλά για κάποιες επαναλήψεις, δηλαδή το 60% του μέγιστου βάρους που μπορείτε να σηκώσετε.

Αν από την άλλη, μπορείτε να σηκώσετε 180 κιλά σε βαθύ κάθισμα για μία επανάληψη, αυτό σας κάνει προχωρημένο και μπορείτε να σηκώνετε 144 κιλά περίπου, για κάποιες επαναλήψεις.

Φυσικά τα νούμερα μπορούν να αλλάξουν ελαφρώς και να σηκώσετε λίγο παραπάνω ή παρακάτω. Δεν είναι εύκολο πάντα να σηκώνουμε τα κιλά που έχουμε υπόψιν μας καθώς υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρρεάζουν τις επιδόσεις μας όπως στρες, ποιότητα ύπνου, διατροφή και άλλα.

Οπότε, αυτό που κρατάμε τί είναι; Νούμερο ένα προϋπόθεση για να χτίσουμε τους μύες μας είναι η ένταση της άσκησης. Αυτή μπορεί να είναι έξτρα βάρος στην άσκηση ή προσαρμογή της άσκησης ώστε να είναι πιο δύσκολη.

Επαναλήψεις και σετ

Παρόλο που η ένταση είναι πολύ σημαντική, δεν είναι ο μόνος παράγοντας. Για να μπορέσουμε να έχουμε ένα καλό αποτέλεσμα στο πόσο θα μεγαλώσουν οι μύες μας, πρέπει να συνδιάσουμε την ένταση με κάποιες επαναλήψεις και σετ. Μπορούμε να μάθουμε ότι θέλουμε για τις επαναλήψεις και τα σετ αν κοιτάξουμε την παραπάνω έρευνα, αυτή και αυτή.

Χάρη στις έρευνες αυτές έχουμε δει ότι η καλύτερη επένδυση του χρόνου μας στο γυμναστήριο βρίσκεται στα 4 με 6 σετ και στις 30-60 επαναλήψεις για κάθε μυϊκή ομάδα. Για όσους έχουν δει πρόγραμμα γυμναστηρίου, οι επαναλήψεις θα τους θυμήσουν το κλασσικό 3X10 που βλέπουν σε αρκετές ασκήσεις. Παρόλο το κράξιμο που ρίχνουμε στα προγράμματα γυμναστηρίου, οι επαναλήψεις και τα σετ που προτείνουν είναι σχετικά καλές, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν αναφέρουν τίποτα για ένταση, οι ασκήσεις δεν είναι αρκετά καλές για να δώσουν κάποιο αξιόλογο αποτέλεσμα και δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά για περιοδικότητα του προγράμματος.

Το καλό είναι ότι δεν χρειάζεται να περιοριστείτε στο 3Χ10. Μπορείτε να δοκιμάσετε και άλλα νούμερα όπως το 4Χ8 όπου θα βάλετε περισσότερα κιλά και θα κάνετε περισσότερα σετ, αλλά λιγότερες επαναλήψεις. Γνωστό επίσης πρόγραμμα είναι και το 5Χ5 που θα συζητήσουμε στο επόμενο άρθρο.

Όσο πιο δυνατοί γίνεστε, τόσο λιγότερες επαναλήψεις πρέπει να κάνετε και τόσο περισσότερα σετ, αλλά το τωρινό άρθρο απευθύνεται σε αρχάριους και intermediate αθλητές, όχι τόσο σε προχωρημένους.

Για παράδειγμα, ένας αρχάριος μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα με 3 σετ των 10-15 επαναλήψεων, με την προυπόθεση ότι ελέγχει το βάρος όταν το σηκώνει και όταν το κατεβάζει. Δεν χρειάζεται να περιοριστεί σε αυτά τα νούμερα, αλλά είναι και αυτά μία καλή λύση. Ένας προχωρημένος θα μπορούσε να κάνει 8 σετ των 2 επαναλήψεων για να δει αποτελέσματα.

Συνοψίζωντας και αυτό το κομμάτι, είναι προφανές από πριν ότι το βάρος και η ένταση είναι τα πιο σημαντικά για να χτίσουμε μυς αλλά χρειαζόμαστε και κάποιες επαναλήψεις και σετ για να έχουμε ακόμα καλύτερα αποτελέσματα.

Συχνότητα προπόνησης

Το τελευταίο κομμάτι που πρέπει να εξετάσουμε είναι η συχνότητα, δηλαδή κάθε πότε γυμνάζουμε κάποια μυϊκή ομάδα.

Ειλικρινά τα πράγματα είναι πολύ απλά εδώ, οι έρευνες μας έχουν δείξει ότι 2-3 προπονήσεις για κάθε ομάδα την εβδομάδα είναι αρκετές, με τους αρχάριους να ανταποκρίνονται καλά στις 3 φορές και τους προχωρημένους να βλέπουν καλά αποτελέσματα στις 2 φορές.

Μπορείτε εδώ να δείτε κάποιο πρόβλημα ίσως; Αρκετές αν όχι όλες οι ρουτίνες στο γυμναστήριό σας είναι απλά μία μυϊκή ομάδα κάθε μέρα της εβδομάδας. Την μία χέρια,την άλλη πόδια, την άλλη πλάτη και πάει λέγοντας. Πώς περιμένετε να δώσετε αρκετό ερέθισμα στους μυς σας ώστε να μεγαλώσουν; Σίγουρα κάποιοι προπονητές βάζουν ασκήσεις που γυμνάζουν πολλές μυϊκές ομάδες με αποτέλεσμα να παίρνετε το ερέθισμα που χρειάζεται.

Ένα παράδειγμα είναι οι πιέσεις πάγκου. Παρόλο που μπορεί να την έχουν βάλει στην ημέρα στήθους, γυμνάζει επίσης τους τρικέφαλους αλλά και τους ώμους.

Γιατί αυτές οι ρουτίνες είναι τόσο διαδεδομένες; Τις κάνουν οι επαγγελματίες body builders οπότε θα υπάρχει κάποιο όφελος έτσι; Όχι πάντα καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα αναβολικά στεροειδή τα οποία μπορούν να στείλουν την πρωτεϊνοσύνθεση στα ύψη και λίγο παραπάνω.

Αλλά για όλους εμάς που δεν έχουμε βλέψεις για επαγγελματικό body building και δεν θέλουμε να βάλουμε τέτοιες ουσίες στο σώμα μας, το μία φορά την εβδομάδα δεν δουλεύει τόσο καλά, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω.

Στην πραγματικότητα,πολύ πριν τα στεροειδή, οι δυνατοί άνθρωποι των παλιών χρόνων γινόντουσαν δυνατοί με 3-5 προπονήσεις την εβδομάδα που γύμναζαν σχεδόν όλο το σώμα. Αν ήταν καλό για εκείνους, το σώμα σας και η δύναμή σας δεν αγγίζει καν τα δικά τους, τότε καλή ιδέα θα ήταν να δοκιμάσετε κάτι καινούριο.

Για να δούμε τι μάθαμε...

Τώρα ήρθε η ώρα να συνοψίσουμε. Τώρα ήρθε η ώρα να δείτε απλά τα σημαντικά σημεία μαζεμένα σε λίγες προτάσεις:

Τώρα συνεχίζουμε στις επαναλήψεις και τα σετ. Για κάθε μυϊκή ομάδα μπορείτε να πειραματιστείτε με 3-6 σετ σαν αρχάριος, για 30-60 συνολικές επαναλήψεις. Όσο πιο δυνατός γίνεστε, τόσο περισσότερα σετ και λιγότερες επαναλήψεις θα χρειαστείτε.

Προσπαθήστε να γυμνάζετε κάθε μυϊκή ομάδα 2-3 φορές την εβδομάδα. Παρόλο που τα χέρια γυμνάζονται με αρκετές ασκήσεις, μην παραμελήσετε ομάδες όπως τα πόδια και την πλάτη.

Ορίστε οπότε, συμπυκνωμένα και καθαρά, τα κυριότερα σημεία για να εξασφαλίσετε πρόοδο στο γυμναστήριο. Ξαναδιαβάστε το άρθρο και ρίξτε μια ειλικρινή ματιά στα αποτελέσματά σας και το πρόγραμμά σας. Έχετε δει αυτά που περιμένατε; Βρήκατε τρόπους για να βελτιωθείτε; Αν δεν έχετε δει κάποια αλλαγή, μήπως ήρθε η ώρα να δοκιμάσετε κάτι διαφορετικό;

Όπως είπε και ο Αϊνστάιν, ο ορισμός της τρέλας είναι να κάνεις συνέχεια τα ίδια πράγματα και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα. Αν κάνετε όλο τα ίδια και τα ίδια, και δεν βλέπετε κάποια διαφορά, μήπως να αυξήσετε το βάρος, να μειώσετε τις επαναλήψεις, να αυξήσετε τα σετ και να αρχίσετε να γυμνάζετε πιο αποδοτικά το σώμα σας;
AdTech Ad

Το παιδί μεγάλωσε! Η πρώτη έξοδός του στον κόσμο

«Το πέρασμα στην ενηλικίωση και το αντίδοτο του θυμού: πώς να διασωθεί η χαρά της ενηλικίωσης χωρίς να πληγούν οι σχέσεις με την πατρική οικογένεια»

«..το παιδί μεγάλωσε..!» , αναφωνεί έκπληκτη η σκέψη του γονιού τη στιγμή που ο νέος ενήλικας- που φυσικά δεν μεγάλωσε από τη μία μέρα στην άλλη- ανακοινώνει μία αδιαπραγμάτευτη επιλογή του τονίζοντας ότι είναι πια σε θέση να αποφασίζει μόνος του, αυτόνομα και ανεξάρτητα από τους γονείς του. «Αποφάσισα να δουλέψω εκεί», «Θα φύγω στο εξωτερικό», «Μετακομίζω με την κοπέλα μου». Έκπληκτος ο γονιός αναρωτιέται και αγωνιά, για το πότε μεγάλωσε το «παιδί», για το αν θα τα καταφέρει μόνο του, για το πώς θα είναι τα πράγματα από εδώ και πέρα.. και στο κάτω- κάτω «πότε πρόλαβαν να γίνουν όλα αυτά τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση;» Οι αντιδράσεις που μπορεί να προκύψουν ποικίλουν από την καλή επικοινωνία έως και τη σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας καθώς το νέο άτομο προσπαθεί να υπερασπιστεί την αυτονομία του και οι γονείς να διατηρήσουν το φροντιστικό ρόλο που είχαν μέχρι πρόσφατα.

Είναι όμως χωρίς προειδοποίηση αυτή η μεταβολή;

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελεί για τους γονείς μία διαρκή έκπληξη, εφόσον η ανάπτυξή του προχωρά με φυσιολογικούς ρυθμούς.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανατροφής του παιδιού οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε εκπλήξεις, άλλοτε μικρότερες και άλλοτε μεγαλύτερες. Το παιδί πρωτοπηγαίνει στο σχολείο, το παιδί κάνει την πρώτη του βόλτα με το ποδήλατο. Αυτό συμβαίνει μάλιστα από πολύ νωρίτερα όταν μητέρα και πατέρας λαχταρούν τα πρώτα χαμόγελα και τις πρώτες κουβεντούλες του μωρού τους, το πρώτο του δοντάκι, τα πρώτα του βήματα, λαχταρούν ενδείξεις ότι το δημιούργημά τους προχωράει στη ζωή. Γιατί τότε να αντιδρούν τόσο πολύ όταν το «παιδί» τους πραγματοποιεί ένα ακόμη άνοιγμα στη ζωή; Άνοιγμα που συχνά γίνεται αφορμή για συγκρούσεις ανάμεσά τους. Είναι που δεν επιθυμούν πια το προχώρημά του; Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή..

Η πρώτη έξοδος του παιδιού στον κόσμο πραγματοποιείται με τη γέννηση. Τότε είναι που συντελείται ο πρώτος αποχωρισμός, αποχωρισμός και για το παιδί και για τη μητέρα. Αν το βρέφος παρέμενε στην κοιλιά της μητέρας του, ένα θα ήταν το αποτέλεσμα: ο θάνατος. Αντίστοιχα, αν το παιδί έμενε στο σπίτι και δεν πήγαινε σχολείο θα μούδιαζε κοινωνικά. Αν δεν χτυπούσε κάνοντας ποδήλατο θα νεκρωνόταν η δυνατότητά του να βιώνει και να αντιμετωπίζει τον πόνο καθώς και να υπερβαίνει τις δυσκολίες χάριν της χαράς και της εμπειρίας της ζωής. Με άλλα λόγια, αν δεν επιτρέπονται οι σταδιακοί και ανάλογα με την αναπτυξιακή φάση του παιδιού αποχωρισμοί από τους γονείς του θα έχουμε σαν συνέπεια την αναστολή της προσωπικής του εξέλιξης και της δυνατότητάς του να γίνει το ίδιο κοινωνός αλλά και δημιουργός ζωής.

Τα επιτεύγματα του παιδιού ενόσω εκείνο παραμένει στην οικογενειακή εστία αντιμετωπίζονται βέβαια με μεγαλύτερη ευκολία από τους γονείς. Είναι αλήθεια ότι το ενδιαφέρον του γονιού για τα παιδιά του διατηρείται καθόλη τη διάρκεια της ζωής, παρότι εκείνα ενηλικιώνονται. Είναι συνεπώς φυσιολογικό και αναμενόμενο να μεταφράζεται αυτό το νοιάξιμο και σε αγωνία σε ένα βαθμό. Η έντονη όμως αντίσταση των γονιών στο προχώρημα του παιδιού που πια είναι νέος ή νέα γεννά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αυτοί οι άνθρωποι πέρα από τη φροντίδα των παιδιών τους αντλούν ικανοποίηση και από τη σχέση τους σαν ζευγάρι και από τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα και ασχολίες. Γονείς που έχουν πάψει να είναι ουσιαστικά σε συντροφική σχέση ή/και έχουν διακόψει για κάποιο λόγο την προσωπική τους εξέλιξη κινδυνεύουν να αντλούν χαρά μόνο από τη συναναστροφή και τη φροντίδα των παιδιών τους. Τη στιγμή λοιπόν που εκείνα θα αποτολμήσουν το άνοιγμα των φτερών τους πέρα από την οικογενειακή φωλιά, η αγωνία αυτών των γονιών δεν θα είναι απλώς νοιάξιμο και ευχή αγωνίας για να τα καταφέρουν στη ζωή τους, αλλά και κραυγή αγωνίας για τη δική τους τύχη μετέπειτα.

Ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές ανεπιθύμητες αποκρίσεις του νέου ανθρώπου σε μία τέτοια γονεϊκή αντίσταση;
Θυμός: τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το μεγάλωμά του και ψηλαφίζει τις επιθυμίες που γεννιούνται μέσα του για ζωή και δημιουργία.
Δυσκολία και ενοχή: τη στιγμή που εξακολουθεί να αγαπά τους γονείς του και ενδιαφέρεται να είναι καλά.
Απόσυρση από τις προσωπικές επιδιώξεις: εάν στην προσπάθειά του να διατηρήσει «καλή» σχέση με τους γονείς του θυσιάσει το δικό του προχώρημα. Στην περίπτωση αυτή οι αγωνίες των γονιών ακούγονται σαν άρνηση στο μεγάλωμά του και η σχέση μαζί τους βιώνεται ως θυσία και συμβιβασμός. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια να μην έχουμε να κάνουμε με πραγματική σχέση αλλά με συνθήκες εξουσίας και ανταλλαγής. Παράγονται με τον τρόπο αυτό γερασμένοι γονείς και υπερμεγέθη παιδιά που ζουν σαν ενήλικες με αναπηρία, την αναπηρία της δημιουργικότητάς και των ικανοτήτων τους.
Ρήξη των οικογενειακών δεσμών: εδώ και πάλι οι γονεϊκές αντιστάσεις εκλαμβάνονται ως άρνηση και η επιλογή που βλέπει ο νέος άνθρωπος ως μόνο τρόπο να ακολουθήσει το δικό του μονοπάτι είναι η φυγή και η διακοπή των σχέσεων. Με τίμημα όμως η κάθε προσωπική του επιτυχία να έχει μία επίγευση πίκρας. Και εδώ πάλι κάτι μοιάζει να πρέπει να θυσιαστεί. Σαν να τίθεται ένα δίλλημα «Ο θάνατός σου, η ζωή μου», δίλλημα που υποτιμά τόσο την ικανότητα του νέου να υποστηρίξει με σεβασμό τους στόχους του όσο και την παρά τις αντιστάσεις επιθυμία των γονιών να δουν το παιδί τους να μεγαλώνει και να δημιουργεί.

Πώς να σταθεί λοιπόν ο νέος άνθρωπος ώστε να διασφαλίσει το άνοιγμά του στην ενήλικη ζωή διατηρώντας καλές οικογενειακές σχέσεις;

Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι ο θυμός τη στιγμή που νιώθει ότι έχει έρθει η στιγμή να βγει από την «οικογενειακή κοιλιά» είναι μόνος καλός. Το συναίσθημα του θυμού λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα ότι μία κατάσταση δεν μας ταιριάζει πια και το να μπορούμε να το αντιληφθούμε είναι μόνο καλό. Εάν όμως μείνουμε μόνο στην αντίδραση του θυμού θα κάνουμε απλώς επαναστάσεις και δεν θα επιχειρούμε καμία ουσιαστική δράση αλλαγής προς νέες καλύτερες συνθήκες ζωής. Θα προσπαθούμε με λίγα λόγια να πείσουμε τους γονείς ότι «μεγαλώσαμε» και δεν θα κάνουμε τίποτα που να φανερώνει το μεγάλωμά μας. Γιατί αν η εστία προσοχής είναι το να πείσουμε απλώς τους γονείς μας τότε μιλάμε για εφηβική αντίδραση και όχι για ενήλικη στάση. Η ενήλικη στάση εμπεριέχει σεβασμό απέναντι στα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας. Η ενήλικη στάση σημαίνει και δυνατότητα ενήλικου τρόπου σχετίζεσθε κάτι που καμία σχέση δεν έχει με παρορμητικές αντιδράσεις φυγής ή απόσυρσης. Αν στόχος είναι η επιδίωξη των προσωπικών στόχων και το άνοιγμα των φτερών μας προς τη ζωή, δηλαδή κάτι καλό, όμορφο και ζωντανό, τότε μόνο με στάση ζωντάνιας και ομορφιάς έχουμε να το υπερασπιστούμε και όχι με διάθεση και όρους σύγκρουσης. Έχουμε όμως παράλληλα να κατανοήσουμε και τη δυσκολία και την αντίσταση των γονέων στις πραγματικές της διαστάσεις και όχι ως άρνηση και καταπίεση. Στα πλαίσια αυτά η ανακοίνωση των αποφάσεων έχει να λάβει τη διάσταση του μοιράσματος ανάμεσα σε ενήλικες. Έχει να γίνει με τρυφερότητα απέναντι στους ανθρώπους που αποχωρίζονται το ρόλο τους ως φροντιστές και μέχρι τη στιγμή αυτή τον επιτέλεσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν. Έχει να γίνει όχι με όρους εγκατάλειψης αλλά ζητώντας τους την «ψήφο εμπιστοσύνης» τους για τα μελλοντικά μας επιτεύγματα.

Αν αυτός ο αποχωρισμός γίνει με τέτοιους όρους, όρους εκ νέου γέννησης, όρους καλής ολοκλήρωσης του έργου των γονέων που με την αφοσίωσή τους και τη φροντίδα τους δημιούργησαν ανθρώπους που μπορούν να σχεδιάζουν τη ζωή τους και να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις, τότε δεν θα έχουμε κλίμα σύγκρουσης, αλλά εμπλουτισμού σχέσεων, αναγωγή των οικογενειακών δεσμών σε νέο επίπεδο.

Αντίστοιχα, και οι γονείς με τέτοιο τρόπο έχουν να αντικρύσουν την ενηλικίωση των παιδιών τους: σαν ολοκλήρωση του πολύχρονου έργου τους που πια ευοδώνεται επιτυχώς και που δικαιούνται να το χαρούν και να το αναγνωρίσουν στους εαυτούς τους. Γιατί αν τα δικά τους παιδιά τα ανέθρεψαν με τρόπους που να μπορούν να γίνουν πια τα ίδια δημιουργοί ζωής οφείλεται στις δικές τους καλές πρακτικές. Έχουν λοιπόν να μεταβολίσουν το ενδιαφέρον τους και τις φροντίδες που παρείχαν σε ευχές και εμπιστοσύνη στους στόχους και τα όνειρα του παιδιού τους, που πια ενηλικιώθηκε.

Δεν μιλάμε λοιπόν για αποχωρισμό από τους γονείς αλλά για χαιρετισμό, αναγνώριση και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν το παιδί ξεκινάει να μαθαίνει ποδήλατο χρησιμοποιεί βοηθητικές ρόδες. Όταν πια φτάσει να κάνει ποδήλατο χωρίς αυτές, η επιτυχία ανήκει τόσο στους γονείς που του έμαθαν να εμπιστεύεται την ικανότητά του να ισορροπεί όσο και στο παιδί που εμπιστεύτηκε το βλέμμα τους ότι θα καταφέρει.

Αν το πέρασμα στην ενηλικίωση σημαίνει ανθρώπους που λαχταρούν να γίνουν δημιουργικοί επαγγελματίες, αυτόνομοι και φιλόδοξοι νέοι, ζωντανοί φίλοι, στοργικοί γονείς, γιατί να μιλάμε για οικογενειακή κρίση και όχι για επιτυχία της λειτουργίας της οικογένειας τελικά;

«Μαμά, τι είναι το σεξ;»

Γιατί, άραγε, όλοι οι ενήλικοι απολαμβάνουμε το σεξ, αλλά όταν μας ρωτούν τα παιδιά μας γι’ αυτό, νιώθουμε άβολα και ενοχικά; Και πώς θα τους μιλήσουμε γι’ αυτό χωρίς να το αντιμετωπίσουμε ως ταμπού;

 Ποια από εμάς δεν έχει σταθεί αμήχανα μπροστά στα απορημένα μάτια του παιδιού της όταν, με εντελώς φυσικό τρόπο, εκείνο μας βομβαρδίζει με ερωτήσεις: «μαμά, τι είναι το σεξ;», «από πού βγήκα;», «γιατί η αδερφή μου δεν έχει πουλάκι;», «γιατί φιλιέστε με τον μπαμπά;»; Οι περισσότερες απαντήσεις μας συνήθως αποτελούν επίσης αμήχανα και κοινότυπα κλισέ, που αποδεικνύουν πόσο τεράστιο ταμπού είναι ακόμη το σεξ για εμάς.

Γιατί δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για το σεξ στα παιδιά;

«Συνηθίζουμε να βλέπουμε τα παιδιά μας σαν την προσωποποίηση της αθωότητας», λέει η ειδικός Ψυχικής Υγείας-σεξολόγος Ελεάνα Ελευθερίου. «Κι όμως, από πολύ νωρίς τα νήπια απολαμβάνουν το άγγιγμά μας και είναι καθήκον μας να τα βοηθήσουμε να νιώσουν άνετα με το σώμα τους και να κρατήσουμε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας στην πορεία τους προς τη σεξουαλική ωριμότητα». Συχνά στα αγόρια παρατηρείται στύση του πέους, είτε είναι αποτέλεσμα ευχαρίστησης, ευδαιμονίας -κάτι που φυσικά δεν είναι συνειδητό- είτε αντανακλαστική και αυτόματη. Περίπου στο δεύτερο έτος της ζωής του το παιδί ενδιαφέρεται να γνωρίσει το σώμα του. Τότε είναι που περνάει στο στάδιο του καθρέφτη, εξερευνά το σώμα του και το ψάξιμο αυτό το οδηγεί στα γεννητικά όργανα. Τα περιεργάζεται και με αυτόν τον τρόπο ανακαλύπτει τον αυνανισμό και την ευχαρίστηση, που έχει ένα καταπραϋντικό και ηρεμιστικό αποτέλεσμα.

Τις περισσότερες φορές οι γονείς ανησυχούν όταν έκπληκτοι διαπιστώνουν τη σεξουαλικότητα του παιδιού σε αυτήν την πρώιμη ηλικία. Ωστόσο, αυτή τους η ανησυχία και οι ενοχές οφείλονται στις δικές τους αναστολές και στα προσωπικά τους ταμπού. Αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι πως ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσει ένα άτομο στην ενήλικη ζωή του τη σεξουαλικότητα του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση που πήρε στα πρώτα του χρόνια.

Τα παιδιά από πολύ νωρίς δείχνουν περιέργεια για το στήθος, τα οπίσθια και τα γεννητικά τους όργανα. Οι ερωτήσεις που εκφράζουν περιέργεια αρχίζουν συνήθως στην προσχολική ηλικία, και αρχικά αναφέρονται στην ανατομία του ανθρώπινου σώματος: «Γιατί η μαμά έχει στήθος κι εγώ όχι;». Στη συνέχεια έρχονται οι ερωτήσεις σχετικά με την τεκνοποίηση: «Από πού βγαίνουν τα μωρά;»

Πότε να του μιλήσω για το σεξ;

Το ερώτημα που θέτουν οι γονείς είναι πότε πρέπει να αρχίσει η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Αυτό βέβαια είναι κάπως σχετικό, γιατί σε άλλα παιδιά κινητοποιείται η περιέργεια νωρίτερα, ενώ σε άλλα αργότερα. Η καταλληλότερη στιγμή, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι όταν ρωτήσει το ίδιο το παιδί. Οι απαντήσεις μας θα πρέπει να είναι ξεκάθαρες και ακριβείς σε γλώσσα που αντιστοιχεί στην ηλικία του παιδιού. Ψέματα και απλοϊκές θεωρίες καλό είναι να αποφεύγονται. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ξεκινά από την πρώιμη παιδική ηλικία και διαρκεί όλη τη ζωή και είναι δόκιμο και θεμιτό να γίνεται με την καθοδήγηση των γονιών. Αν το παιδί αφεθεί μόνο του θα διαμορφώσει άποψη με βάση τις πληροφορίες που παίρνει από τους φίλους του ή την τηλεόραση. Έτσι όμως υπάρχει ο κίνδυνος να λάβει λανθασμένες πληροφορίες και να κατασκευάσει θεωρίες αβάσιμες ή τρομακτικές, που θα επηρεάσουν τη μετέπειτα σεξουαλική συμπεριφορά του, αφού είναι πιθανό να επηρεαστεί η ψυχοσεξουαλική του ανάπτυξη. Αντίθετα, η συνεπής και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις συμμετοχή των γονιών θα του επιτρέψει να αντιμετωπίσει υγιώς τη σεξουαλικότητά του.

0-3 ετών

Περίπου από 19 μηνών ξεκινά η ενασχόληση των παιδιών με τα γεννητικά τους όργανα, και αναφερόμαστε στον παιδικό αυνανισμό. Με την ευκαιρία, λοιπόν, του μπάνιου, του δίνουμε τις πρώτες πληροφορίες για τα όργανά του.

3-6 ετών

Επειδή ο λόγος του γίνεται πιο παραγωγικός, οι ερωτήσεις είναι αμέτρητες και αρκετές σχετίζονται με την αναπαραγωγή.

6-9 ετών

Αυτή είναι και η ηλικία που θα πρέπει να προσέξουμε να το πείσουμε να μοιραστεί μαζί μας τις γνώσεις του, να προσπαθούμε να μη σοκαριζόμαστε με τις πονηρές λέξεις και να μιλήσουμε μαζί του ανοιχτά για το σεξ, πάντα απαντώντας σε ερωτήσεις δικές του και όχι πιέζοντας το παιδί να μάθει και να ακούσει περισσότερα από αυτά που θέλει.

«Η καλύτερη ώρα για να μιλήσετε για τα σημαντικά γεγονότα της ζωής είναι η στιγμή που το παιδί ρωτά. Αν είναι αδύνατον να απαντήσουμε εκείνη την ώρα, επιλέγουμε σε άμεσο χρονικό διάστημα μια χαλαρή οικογενειακή στιγμή, χρησιμοποιώντας την κατάλληλη γλώσσα για την ηλικία του», μας λέει η κ. Ελευθερίου. Αν οι γονείς νιώθουν άνετα να μιλήσουν για το σεξ, έτσι θα νιώσουν και τα παιδιά. Και να εξηγείτε πάντα ότι όλα αυτά γίνονται μέσα στο πλαίσιο της αγάπης, όταν οι μαμάδες και οι μπαμπάδες έρχονται κοντά και δείχνουν ο ένας τον άλλο πόσο πολύ αγαπιούνται».

Η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές οι λέξεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα μας μοιάζουν κάπως άκομψες ή βαριές. Μπορεί να λέμε τον αγκώνα μας αγκώνα, αλλά δυσκολευόμαστε να πούμε τη λέξη πέος ή αιδοίο. Πόσο μάλλον σε ένα παιδάκι ενός ή δύο ετών. Από την άλλη, κάποιοι ειδικοί υποστηρίζουν πως όλα αυτά τα «χαριτωμένα» ονόματα που βρίσκουμε συνήθως δεν σημαίνουν τίποτα και το παιδί μας μπορεί να μπερδευτεί καθώς μεγαλώνει. Η λύση βρίσκεται κάπου στη μέση. Χρησιμοποιήστε τις σωστές λέξεις συνοδεύοντάς τις με απλές επεξηγήσεις.

Γιατί είσαι γυμνός;

Το θέμα της γύμνιας είναι ένα ακόμη θέμα για τους γονείς. Κάποιοι ντρέπονται να αποκαλύπτονται στα παιδιά τους, ενώ κάποιοι άλλοι είναι υπερβολικά άνετοι. Και πάλι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Μέχρι τα τέσσερα, όπως λένε οι ειδικοί, το παιδί μπορεί να βλέπει τους γονείς του γυμνούς, φτάνει εκείνοι να μη δείχνουν ότι ντρέπονται αλλά και να είναι σε θέση να εξηγήσουν στο παιδί τι βλέπει. Μετά τα τέσσερα, καλό θα είναι να του δείξουν πως η γύμνια αποτελεί μια ιδιωτική στιγμή, και πάλι όμως δεν χρειάζεται να κρύβονται.

Οι «δύσκολες» ερωτήσεις

«Ναι, σίγουρα το θέμα του σεξ είναι ένα σοβαρό θέμα», μας λέει η ειδικός Ψυχικής Υγείας Ελεάνα Ελευθερίου. «Από την άλλη, δεν γίνεται πάντα μια τυπική συζήτηση γι’ αυτό. Μερικές φορές η σοβαρή συζήτηση γίνεται πολύ σοβαρή και τότε θα ντραπείτε και δεν θα τους μιλήσετε ανοιχτά. Επιπλέον, η σοβαρή συζήτηση μπορεί μερικές φορές να καταλήξει στην άρνηση, καθώς τα παιδιά δεν μπορούν να φανταστούν τι ακριβώς γίνεται κατά τη διάρκεια του σεξ». Αν οι ερωτήσεις τους είναι αδιάκριτες και νιώθετε πως δεν μπορείτε να ανταποκριθείτε, παραμείνετε ψύχραιμοι, πείτε τους τα βασικά, δείτε πώς θα αντιδράσουν και θυμηθείτε, αν το παιδί σας κάνει την ερώτηση, θέλει να ακούσει και την απάντηση. «Ας την ακούσει από εσάς, γιατί να είστε σίγουροι ότι θα την αναζητήσει αλλού», συμβουλεύει η κ. Ελευθερίου «Αν το παιδί σας μοιάζει ικανοποιημένο με την απάντηση που του δώσατε, επιβραβεύστε το για την ερώτηση που σας έκανε και αφήστε ανοιχτό το ενδεχόμενο να το ξανασυζητήσετε. Αν νιώθετε περίεργα, θα νομίσει ότι έκανε κάτι κακό ή ότι το σεξ είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται. Αν πάλι ντρέπεστε, ζητήστε υποστήριξη από το σύντροφό σας και εξασκηθείτε από πριν για την κουβέντα που θα κάνετε με το παιδί. Επιτρέψτε του να σας ρωτήσει ό,τι θέλει, ώστε να καταλάβει ότι μπορεί να σας εμπιστευτεί και να σας μιλήσει πάλι».

Θυμηθείτε ότι οι απαντήσεις σας πρέπει να είναι απλές και ξεκάθαρες, ώστε να μπορεί να τις καταλάβει ανάλογα πάντα με το στάδιο της ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται. Τα παιδιά γύρω στα τρία συνηθίζουν να κάνουν ερωτήσεις για τις ορατές φυσικές διαφορές που βλέπουν ανάμεσα σε αυτά και στα άτομα του αντίθετου φύλου και σε αυτό το στάδιο της ζωής τους συνήθως το μόνο που θέλουν είναι να δώσουν ένα όνομα στο μέρος του σώματός τους που τα προβληματίζει. Αν το παιδί σάς ρωτήσει κάτι και δεν ξέρετε την απάντηση, προσπαθήστε να είστε ειλικρινείς και απαντήστε: «Θα φροντίσω άμεσα να το μάθω και θα σου απαντήσω». Και κάντε το.

Η πλαστή τιμή της αξίας


Θα έπρεπε ίσως κάποιος να έχει κατανοήσει την πλαστότητα της αντίληψης αυτού που όλοι ονομάζουμε πραγματικότητα, ώστε να έχει ένα παράδειγμα ανά χείρας απτό, καθιστώντας εν παραλλήλω το παρόν άρθρο άχρηστο, όμως σίγουρος ων ότι ελάχιστοι κατανοούν, κρίνω τη συνέχειά του χρήσιμη.

Επ’ ουδενί θεωρώ ότι έχω την δυνατότητα να πείσω κάποιους με όρους επιστημονικούς για την ορθότητα των λεγομένων μου για ένα πολύ απλό λόγο: Δεν είμαι φυσικός. Θα προσπαθήσω όμως δια της πλαγίας να τεκμηριώσω την ορθότητα του τίτλου.

Χρειάζεται η υπέρβαση. Σίγουρα η ματιά εκείνη που έχει ξεπεράσει την ‘’τεράστια’’ γνώση του καθενός μας είναι απαραίτητη. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σε ένα κοινό που δεν έχει την ελάχιστη διάθεση κατανόησης. Κανένας νομίζω.

Ο κάθε ένας από εμάς έχει μία ιδέα για τον εαυτό του. Την έχει ακόμα και εάν το αρνείται με τρόπο απόλυτο.

Η εικόνα αυτή που έχει –καλοπροαίρετα- για αυτόν τον ίδιο στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων –για να μην μιλήσω για ολότητα και με πείτε απόλυτο- λαθεύει. Λαθεύει με τρόπο απόλυτο!

Για παράδειγμα παίρνουμε δύο ανθρώπους στην τύχη.

Ο πρώτος θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από ότι στην πραγματικότητα είναι και ο δεύτερος χειρότερο. Αυτό θα συνέβαινε ακόμα και εάν μοιράζαμε τον κόσμο στη μέση -καθώς μονάχα ελάχιστοι θα είχαν την ικανότητα του να γνωρίζουν ποιοι πραγματικά είναι-. Κάποτε συμβαίνει μέσα σε αν μικρό χρονικό περιθώριο ο ίδιος άνθρωπος να εναλλάσσει τη γνώμη του...

Το πρωί που ξυπνάει να νιώθει ‘’χαμένος’’, ‘’μικρός’’, ‘’ελάχιστος’’ και προς το μεσημέρι μετά από μία καλή κουβέντα που έτυχε να ακούσει να νιώθει ως ο ‘’ένας’’, ο ‘’μοναδικός’’, μα και εάν ακόμα υπερβάλω, θα θεωρεί -ο άνθρωπος του παραδείγματος- εαυτόν σε κάθε περίπτωση αποδεκτό στο κύκλο των συναναστροφών του.

Η ‘’πλάνη’’ ξεκινάει για τους πάντες από τη διαφορά του τι πιστεύουν ότι είναι, από εκείνο που πραγματικά είναι και τελικά φαντάζει το παιχνίδι της αυτογνωσίας εντελώς χαμένο μια και ακόμα και οι ψυχολόγοι δείχνουν να μην ενδιαφέρονται τόσο για την πραγματική εικόνα του ενδιαφερόμενου, όσο να ενδιαφέρονται για την εικόνα τής φαντασίας του υποκειμένου στο άτομό του και για την άλλη (σε σχέση με) την ιδανική, εκείνη που θα ήθελε να έχει και σίγουρα έχει πλασμένη και φυλαγμένη κάπου βαθιά του.

Με άλλα λόγια λέω: Δεν με νοιάζει το ποιος πράγματι είσαι, αλλά το ποιος φαντάζεσαι ότι είσαι σε σχέση με αυτό που θα ήθελες να είσαι!

Φαίνεται ότι το μέγεθος που χωρίζει τις δύο πλασματικές υποστάσεις είναι το καίριο ζήτημα.

Υπάρχει λοιπόν μία σαφής διαφορά εκτίμησης, αυτό είναι και δεδομένο και γνωστό τοις πάσι.

Σκεφθείτε πόσα προβλήματα θα είχαν λυθεί εάν ο καθένας από εμάς γνώριζε την ακριβή του αξία, εάν είχε την ορθή γνώση του εαυτού του που έλεγε και ο παλαιός Χείλων ένας εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας και προεκτείνοντας θα αναφέραμε εν παρόδω ότι τυχόν σύμπτωση μεγέθους των σχημάτων θα ξεκούραζε πάντες από μύρια δεινά. Π.χ. Από την υποκρισία. Κανείς δεν υποκρινόταν ένα καλύτερο εαυτό διότι απλά δεν θα υπήρχε λόγος. Θα ήξερε ότι ήταν αυτός που πράγματι επιθυμούσε. Θα ήταν λοιπόν εντελώς παράλογο να υποδυόταν κάτι άλλο από εκείνο που θα ήθελε να είναι, ενώ είναι!

Καλό είναι να αναφέρουμε εδώ ότι όποιος είναι ο εαυτός του παραμένοντας ευχαριστημένος, είναι πράγματι πολύ κοντά στο γενικό πλαίσιο της ευτυχίας… Μη βιαστείτε να δηλώστε συμμετοχή καθίστε οι περισσότεροι μαζί μου στο πλάι...

Επανερχόμεθα αφήνοντας κατά μέρος τα όνειρα…

Ας σκεφθούμε τώρα την στιγμή που άλλοι είμαστε, άλλοι νομίζουμε ότι είμαστε και άλλοι θα θέλαμε να είμαστε, τον εαυτό μας ως κριτή να κρίνει όλους εκείνους που συναναστρεφόμαστε. Μιλάμε για απτή πραγματικότητα εάν δεν το έχετε καταλάβει.

Χάος!

Ο μπούσουλας θα χάνεται. Για ποιο λόγο θαρρείτε ότι γίνονται οι χίλιες παρεξηγήσεις, για ποιο λόγο υπάρχει η τεράστια ασυνεννοησία στις μεταξύ μας σχέσεις; Όλοι αγωνιζόμαστε να αποδείξουμε –λίγο έως πολύ- ότι είμαστε η γαλάζια έλλειψη του παραδείγματος. Συμβαίνει σε μικρότερο βαθμό ακόμα και όταν αφηνόμαστε μέσα σε μία σχέση αποδίδοντας με ειλικρίνεια τον χαρακτήρα μας διότι ακόμα και τότε βγάζουμε –ειλικρινώς- τον εαυτό που θαρρούμε ότι πραγματικά έχουμε αλλά και πάλι απατόμεθα διότι αγνοούμε εκείνο που πράγματι είμαστε! Παρασυρόμεθα από όλα εκείνα τα οποία έχει κρατήσει το υπερεγώ μας ως υποχρεώσεις-απαγορεύσεις ή ως αξίες πατρογονικές ακόμα και θέσφατες. Εκφερόμεθα μέσα από την πλάνη μας έστω και ακουσίως πλαστα.

Πίσω από όλο αυτό το περιρρέον κάλιπικο καλούμεθα να έχουμε γνώμη ορθή για όλα εκείνα τα οποία μας περιβάλλουν. Υλικά και άυλα. Κυρίως άυλα.

Μέσα από το πρίσμα της ίδιας πλάνης, τεκμαίρουμε με τρόπο απόλυτο όλα εκείνα που δείχνουν να έχουν σχέση με εμάς τους οποίους δεν έχουμε καμία γνώση του μεγέθους των λαθών μας.

Πώς είναι δυνατόν κάποιος ο οποίος δεν μπορεί να εκτιμήσει εαυτόν και άρα να τον τοποθετήσει με ακρίβεια μέσα στο κοινωνικό σύνολο να απαιτεί θετικό πρόσημο στις αξιολογήσεις τις οποίες πράττει έχοντας λαθεμένα σταθμά;

Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται από τον οποιοδήποτε ως άξιο και αντικειμενικώς πραγματικό αποτέλεσμα, εκείνο –της αξιακής εκτίμησης- το οποίο αποδίδει κάποιος ο οποίος εσφαλμένως –αν και ειλικρινώς- κρίνει;

Η ειλικρίνεια δεν καμία σχέση με την ορθότητα, αλλά με την προσωπική αλήθεια, εκείνη του καθενός, την οποία εξάγει –ο καθείς- κρίνοντας και συγκρίνοντας από την προσωπική του θέση (που δικαιούται να θεωρεί αληθή) η οποία όμως είναι τοποθετημένη εσφαλμένα στο ‘’κάδρο’’ και άρα αδυνατεί να προσμετρήσει από αληθείς αποστάσεις τα μέτρα…

Νομίζει ότι γνωρίζει και αληθώς το λέει και το ομολογεί… μα επι της ουσίας σφάλλεται. (όχι σφάλλει όπως εσφαλμένα επικρατεί. Το ρήμα είναι σε παθητική φωνή)

Βεβαίως στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη ‘’αξία’’ περιλαμβάνει ένα εύρος εννοιών οι οποίες αντιπροσωπεύουν τιμές υλικών αγαθών και ηθικές ανεκτίμητες αξιολογήσεις.
Θεωρώ ότι για την ηθική αξιολόγηση σχεδόν έχουμε απαντήσει καθόσον η κλίμακα στην οποία προσμετράται η κάθε μία έννοια σχετίζεται ασφαλώς με το ύψος που τοποθετεί ο κάθε ένας τον εαυτό του. Π.χ. Ένας άνθρωπος που θεωρεί ότι έχει αξιοπρέπεια δεν δέχεται τον χρηματισμό. Κάποιος άλλος ο οποίος θεωρεί το αναφαίρετο δικαίωμά του να χαρακτηρίζει εαυτόν ‘’ατσίδα’’ όχι μόνον αποδέχεται, αλλά επιπροσθέτως απαιτεί-εκβιάζει!


Για όλα όσα αφορούν τις αξίες των υλικών αγαθών, τίθενται δύο ζητήματα.

Το μεν πρώτο είναι ο τρόπος τιμολόγησης των προϊόντων που έχει να κάνει με την -από αιώνων μαχητή- πολιτική της κοινωνίας (τεράστια συζήτηση) και ο δεύτερος ο άλλος που έχει να κάνει με την ηθική πλευρά του ζητήματος, πράγμα το οποίο είναι όμορο με το ζήτημα της αξίας που προσδίδει ο καθένας στον εαυτό του.

Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο το λάθος με κάθε τύπου αξιολόγηση. Δεν μπορώ να ξέρω εάν θα υπήρχε τρόπος άξιας προσέγγισης της αξίας. Αδυνατώ να γνωρίζω έξω από την απαραίτητη υπέρβαση εάν καταφέρουμε ποτέ να εστιάσουμε ομοννοούντες -με φιλοσοφική πληρότητα- σε όποιο ζήτημα.

Η μόνη αλήθεια είναι ότι συμβιβαζόμαστε. Βολευόμαστε και ομοφρονούμε ότι κινούμενοι μέσα στην πλαστή πράξη έχουμε κάθε δικαίωμα να την ονομάζουμε πραγματική.

Μπορεί να έχουμε δίκιο υπό την έννοια της συνολικής παρανόμησης όπου καταλήγει να καταντά νομιμότητα… Γνωστή η θέση. Σε ένα κόσμο κουτσών, ο αρτιμελής θα ήταν μη φυσιολογικός και ενδεχομένως αντικείμενο ερεύνης.

Κλείνω τα αφτιά, κλείνω τα μάτια

«Σώπα», είναι μία φράση ή κάπως έτσι προσπαθούμε να αποτρέψουμε τον συνομιλητή μας να μας εκδηλώσει έναν του πόνο.

Θα κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να τον σταματήσουμε και κάπου εκεί αντί να τον ακούμε, θα αρχίσουμε να του παραθέτουμε δικά μας προβλήματα. Σε εκείνο το σημείο είναι που κάνουμε απεγνωσμένες προσπάθειες να του εξηγήσουμε ότι το δικό του πρόβλημα δεν είναι τίποτε μπροστά στο δικό μας. Έτσι οι γέφυρες επικοινωνίας υπάρχουν πάντα με κενά που τα μεγαλώνουμε όσο περνά ο καιρός.

Σπάνιο είναι να επιτρέψει κάποιος στον άνθρωπό του να βγάλει όλα τα κομμάτια πόνου, φόβου που τον απασχολούν και αυτό γιατί εκείνη τη στιγμή εμείς το παίρνουμε προσωπικά. Έτσι την έκκληση του ανθρώπου μας που έχει ανάγκη να μιλήσει, δεν θα την καταλάβουμε και θα επιλέξουμε το φιμώνω.

Ενώ παράλληλα παρόλο που έχουμε ακούσει ένα μικρό απόσπασμα του πόνου, θα αρχίσουμε να του παραθέτουμε τι θα κάναμε εμείς στην θέση του ή πως λειτουργήσαμε εμείς στη θέση του. Μα δεν πήγαμε ποτέ στη θέση του, γιατί πολύ απλά, δεν μπορούμε να πάμε στη θέση του. Όχι γιατί δεν το θέλουμε, αλλά γιατί είναι αδύνατο.

Αδύνατο γιατί κάθε άνθρωπος έχει τη δική του διαδρομή ως σκέψεις, ως συναισθήματα, ως οπτική γωνία και ως βιώματα. Οπότε δεν μπορεί κανένας να πάει στη θέση του άλλου. Αυτό όλο για να συμβεί θέλει πολύ εξάσκηση και θέλει να βγούμε εντελώς από το δικό μας κουκούλι και να περάσουμε απόλυτα στο δικό του και μόνο.

Έτσι θα δούμε ότι όταν κάποιος μας ρωτήσει «τι κάνετε», αμέσως μετά θα ανακαλύψουμε ότι δεν ακούει αυτά που του λέμε ή ακούει αποσπάσματα αυτού που λέμε. Σαν να έκανε την ερώτηση για να την κάνει και όχι για να ακούσει την απάντηση. Φυσικά έχουμε και την εξής ιδιότητα, μέσα από την ερώτηση που θέτουμε «τι κάνετε» , να προσπαθούμε να μαντέψουμε εκεί μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα την απάντηση. Έτσι όταν αυτό που λέει ο συνομιλητής μας είναι άλλο από αυτό που περιμέναμε, τότε αυτόματα αρχίζουν οι άμυνες. Θα θυμηθούμε να δούμε αν στο κινητό μας είχαμε κάποιο μήνυμα, θα σηκωθούμε να πάμε για νερό. Πάντως το σίγουρο είναι πως θα δούμε ότι αυτός που μας έθεσε την ερώτηση «τι κάνετε» έχει αρχίσει είτε να κάνει τα δικά του σενάρια, είτε να ψάχνει να βρει τρόπο να καπακώσει αυτά που ακούει, είτε να αρχίσει να κάνει άλλα για να αποσπάει την προσοχή του. Πάντως του να μείνει ήρεμος και να μας ακούει και να μας επιτρέψει να μιλήσουμε είναι μία σπάνια διαδικασία.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πάντα μέσα στις σχέσεις μας να δημιουργούνται κενά αποξένωσης με αποτέλεσμα οι γέφυρες επικοινωνίας να μην έχουν σταθερότητα και ποιότητα.
Τι είναι αυτό άραγε που μας κάνει να κατεβάζουμε τα «ρολά» της ακοής μας και της όρασης μας στον συνομιλητή μας;

Μα όλο αυτό έχει να κάνει με την όλη αντιμετώπιση του πόνου και του φόβου γενικά και ειδικά. Ο άνθρωπος μάχεται κάθε τέτοιο δρόμο και του είναι πιο εύκολο να κλείσει τα μάτια και τα αφτιά του, παρά να προσπαθήσει να δει και να αντιμετωπίσει. Εκεί είναι που βγαίνουν και στην επιφάνεια, «έλα μωρέ, πως κάνεις έτσι» ή «θες το θετικά, όλα καλά θα πάνε» ή «όλα για κάποιο λόγο γίνονται».

Οπότε ο καθένας από μας παραμένει με τα κύματα πόνου και φόβου μόνος του και ψάχνει να βρει τρόπους να δημιουργήσει αυτό το «όλα καλά» και το «όλα για κάποιο λόγο γίνονται». Συνηθίζει στο κλείσε τα μάτια και περιμένει κάποτε όταν επιλέξει να τα ανοίξει ο εφιάλτης να έχει τελειώσει και το πρόβλημα- πόνος- φόβος να έχει περάσει.

Μα κανένας πόνος ή φόβος δεν περνάει μόνος του, απλώς μένει μέσα μας και μας στοιχειώνει. Ύστερα γίνεται ένα με εμάς, δεν τον βλέπουμε και τον θεωρούμε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Μάθαμε να ζούμε με τον πόνο και έτσι αυτό το «τι να κάνουμε έτσι είναι η ζωή» έχει φορεθεί πολύ ως ατάκα και ως συμπεριφορά απάθειας. Μένουμε απαθείς λοιπόν σε τέτοια συμβάντα ή θα ψάξουμε να βρούμε κάτι να μας ανακουφίσει άμεσα.

Οπότε δεν θα δούμε τον πόνο κατάματα, αλλά θα ψάξουμε τρόπο να τον σκεπάσουμε, να τον αγνοήσουμε, να τον κουκουλώσουμε, αλλά δεν θα αναζητήσουμε σε βάθος μέσα από τη αυτογνωσία το πώς δημιουργήθηκε όλο αυτό.

Το ψάχνω μέσα από την αυτογνωσία πως δημιουργήθηκε όλο αυτό. Δεν σημαίνει ότι με την πρώτη απάντηση έχω φτάσει στη γνώση αυτό μπορεί να με πάρει καιρό, χρόνια. Γιατί μέσα από την μία απάντηση γεννιέται μία νέα ερώτηση και μετά άλλη απάντηση και άλλη ερώτηση. Η απορίες είναι αυτές που θα με οδηγήσουν τελικά να φτάσω να δω όλο το κομμάτι και τότε θα έχω νικήσει τον πόνο.

Ενώ παράλληλα μπορούμε με τους ανθρώπους μας να αρχίσουμε να δημιουργούμε γέφυρες τέτοιες που να επιτρέπουμε μεταξύ μας το απόλυτο άδειασμα.

Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε με όλες μας τις σχέσεις, αλλά τουλάχιστον με ένα άτομο. Να σε «αντέχει» και να το «αντέχεις» δηλαδή να ακούς έτσι απλά, χωρίς παρεμβολές αλλά έτοιμος να δώσεις την πιο θερμή αγκαλιά κατανόησης και αποδοχής χωρίς λόγο, χωρίς κριτική, χωρίς συμβουλές. Γιατί αυτό που χρειάζεσαι και εσύ όταν κάτι σου συμβαίνει δεν είναι οι συμβουλές αλλά η αγκαλιά και κάποιος να σου πει «εδώ είμαι για σένα, νιώσε άνθρωπος και πες μου τον πόνο σου», «είναι φυσιολογικό να πονάς και να νιώθεις έτσι», «πες τα να αδειάσεις».

Η διάθεση ειναι που δημιουργει καινούργια πραγματικότητα

«Ήταν κάποτε μια γριούλα που αφού γέρασε αρκετά αποφάσισε πως καλύτερα θα ήταν για την ίδια, να μπει σε κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων. Έτσι ετοίμασε μια μικρή βαλίτσα και με ένα ταξί πήγε. Η νοσοκόμα που γνώριζε για την άφιξη της, την πλησίασε και της είπε.

-Ελάτε παρακαλώ να σας δείξω το δωμάτιο σας πριν το ετοιμάσουμε.

-Μα δεν χρειάζεται να το δω. Ετοιμάστε το, απάντησε η γριούλα.

-Μα έχετε επιλογή ανάμεσα σε 3 είδη αν θέλετε να τα δείτε και να διαλέξετε πιο από όλα σας αρέσει πιο πολύ.

-Δεν χρειάζεται καλή μου, επανάλαβε η γριούλα. Δεν χρειάζεται να το δω, μου αρέσει ήδη.

-Μα πως; Ξαναρώτησε η νοσοκόμα. Αφού δεν το είδατε.

-Δεν χρειάζεται να το δω. Έχω ήδη αποφασίσει ότι μου αρέσει, απάντησε με ένα ζεστό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο γλυκό αλλά γερασμένο προσωπάκι της.

Τότε η νοσοκόμα της έδειξε το ένα απ τα 3 δωμάτια και την συνόδεψε μέχρι εκεί. Η γριούλα την ευχαρίστησε και η νοσοκόμα την ρώτησε ξανά με κάποιο δισταγμό.

-Είστε σίγουρα εντάξει; Τώρα που το είδατε συνεχίζετε να πιστεύετε ότι αυτό σας αρέσει; Χωρίς να δείτε και τις άλλες δύο επιλογές;

-Μα φυσικά. Πολλά πράγματα στη ζωή κορίτσι μου, της απάντησε η γριούλα, δεν θέλουν πολύ σκέψη. Είναι θέμα απόφασης και αγάπης. Αποφάσισα ότι θα το αγαπώ χωρίς να μπω στην διαδικασία να διαλέξω ανάμεσα σε άλλα. Σάμπως μια γυναίκα άμα γεννήσει το παιδί της, όσο άσχημο και αν είναι δεν θα το αγαπάει; Άσε που δεν θα το δει ποτέ άσχημο. Είναι θέμα απόφασης και αγάπης.

Κάπως έτσι ήταν η ιστορία που είχα διαβάσει πριν χρόνια. Και από τότε πολύ συχνά την θυμάμαι και σε αρκετές περιπτώσεις την βάζω σε εφαρμογή. Αποφασίζω εκ των πρότερων ότι αγαπώ ήδη κάτι, πριν ακόμα το δω.

Αποφασίζω εκ των προτέρων ότι θα περάσω καλά, ότι θα είμαι χαρούμενος, ότι θα δείξω καλοσύνη σε κάποιον άνθρωπο που ίσως με εκνευρίζει αλλά που ξέρω πως χρειάζεται την προσοχή μου, έστω λίγη.

Διαλέγω στην καρδιά αλλά και στο μυαλό μου πως θα είμαι προτού πάω κάπου. Επιλέγω τη χαρά παρά την γκρίνια, έστω κι αν για κάποιο λόγο η διάθεση μου τείνει να είναι αρνητική μια συγκεκριμένη μέρα.

Και μετά όλα λειτουργούν σχεδόν σαν μαγικά.

Πραγματικά λειτουργεί αυτή η μέθοδος με πολύ θετικά αποτελέσματα.

Είναι εύκολο να αφήνεται κανείς στην λύπη του, στην άρνηση του, στην μουντή διάθεση του και μετά αυτό να τον οδηγεί στην κατάντια του. Είναι εύκολο να υποκύπτει κανείς στα αδύνατα σημεία του, στις εξαρτήσεις του.

Είναι όμως υπέροχο να υποκλίνεται κανείς στην θέληση και στην δύναμη της αντίστασης. Είναι λες και πατάς κάποιον διακόπτη και μέσα στα σκοτάδια, επιλέγεις το φως! Μέσα απ τον εκνευρισμό, επιλέγεις καλοσύνη.

Καλοσύνη για τον εαυτό σου πρώτα που σε χρειάζεται να τον βοηθάς, να τον στηρίζεις ακριβώς όπως κάνεις με ένα καλό φίλο, με ένα αγαπημένο πρόσωπο.

Αγκαλιάζοντας τον εαυτό μας, φτιάχνουμε καινούργιους κόσμους για μας!

Είναι θέμα απόφασης.

Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πως ζούμε, που ζούμε. Μα καμία σημασία δεν έχει αυτό. Μπορεί να είμαστε φτωχοί από άποψη χρημάτων και υλικών αγαθών, αλλά να έχουμε να δώσουμε πολλά σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, μια καλή κουβέντα, μια σύντομη επίσκεψη δίνοντας κουράγιο, ένα μικρό δώρο σε ένα άρρωστο, μια κάρτα με ευχές, ένα πιάτο φαί.

Και κάθε φορά που θα κάνουμε κάτι ‘μικρό’ θα γεμίζει η καρδιά μας ‘χρυσάφι’ που θα λάμπει στα μάτια μας. Η αγκαλιά για την ζωή, είναι πολλές μικρές πράξεις αγάπης. Και αν το αποφασίσουμε μπορούμε κάθε μέρα να έχουμε και μια, αρχίζοντας από την κατανόηση.

Κατανόηση του εαυτού μας, κατανόηση του κόσμου, συμπάθεια για το ατελές που και αυτό έχει την δικιά του μαγεία. Η κατανόηση θα μας οδηγήσει στην γαλήνη να αποδεχόμαστε το λάθος, την βλακεία αν θέλετε ή και το ελάττωμα του άλλου. Είτε αυτός είναι ο φίλος μας, ο σύντροφος μας, ο γονιός μας, ένας άγνωστος άνθρωπος

ή ο εαυτός μας.

Ξύπνησα σήμερα μουδιασμένος, κουρασμένος και το μόνο που ήθελα ήταν περισσότερος ύπνος. Το ζεστό ακόμα τεμπέλικο κρεβάτι μου λες και με καλούσε, έλα πίσω. Σηκώθηκα όμως, έφτιαξα καφέ και βγήκα στο μπαλκόνι μου. Κοίταξα τον ουρανό που τελευταία έχει πανέμορφα σύννεφα σαν τεράστια στρογγυλά μαξιλάρια και χαμογέλασα.

-Νυστάζω πολύ, ψιθύρισα στον εαυτό μου, βλέπω παντού μαξιλάρια.

Και τότε θυμήθηκα την γριούλα φίλη μου, που αποφάσισε εκείνη την ημέρα πως της άρεσε το καινούργιο σπιτικό της πριν ακόμα το δει. Λες και έκλεινε τα μάτια και έβλεπε όλα όσα ήθελε να δει και όταν τα άνοιγε ήσαν όλα εκεί.

Η επιλογή κατεύθυνε την διάθεση.

Η διάθεση δημιουργούσε καινούργια πραγματικότητα.

Και όπως πολύ όμορφα είπε κάποτε ο έλληνας ποιητής, πεζογράφος και ψυχαναλυτής, Ανδρέας Εμπειρίκος,

«Διάφανες αυλαίες είναι τα βλέφαρά μου: Όταν τα ανοίγω βλέπω οτιδήποτε, όταν τα κλείνω βλέπω τα πάντα »!

Καταδικάζουμε τη βία

Το να καταδικάζουμε τη βία φαίνεται «πολιτικώς ορθόν» ή δημαγωγία;
Στις μέρες μας, ενώ στους δρόμους καίγονται κάδοι απορριμμάτων και στα κοινοβούλια πυρπολούνται δημοκρατικές κατακτήσεις, το πολιτικώς ορθόν είναι να καταδικάζουμε τη βία.
Ίσως η βία να είναι πάντα βία, αλλά τα κίνητρα για την χρήση της δεν είναι πάντα ηθικώς ισοδύναμα. Δεν είναι ίδια η βία της αυθαιρεσίας και της επίθεσης με αυτήν που προσπαθεί να μας προστατεύσει απ’ αυτές. Δεν είναι ίδια η βία που γεννιέται απ’ τον ρατσισμό και τις διακρίσεις με αυτήν που γεννιέται από την μάχη εναντίον τους.

Δεν είναι ίδια η βία που ασκεί κανείς για να επιβάλλει τα προσωπικά του συμφέροντα με αυτήν που χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος. Δεν είναι ίδια η βία που καταδικάζει κάποιον στην έσχατη φτώχεια με αυτήν του απεγνωσμένου αγώνα να ξεφύγει κανείς από εκείνη.
Απ’ όλα όμως τα είδη βίας, η χειρότερη είναι αυτή που ασκείται με το γάντι: αυτή που, υπό το πέπλο μιας κάλπικης δημοκρατικής νομιμότητας, ασκείται από την εξουσία προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων.

Αυτή των κυβερνήσεων που, αντί να εγγυώνται το δικαίωμα στην ειρηνική διαμαρτυρία, συστηματικά πνίγουν στα χημικά αυτούς που αγωνίζονται να το ασκήσουν ώστε να μην αισθάνονται συνένοχοι στην αδικία∙ αυτή των «εκπροσώπων» με τα κλειστά αυτιά που δεν τολμούν καν να πλησιάσουν στο παράθυρο του κοινοβουλίου τους για να δουν ότι, εδώ και καιρό, κυβερνούν με γυρισμένη την πλάτη στους πολίτες που βυθίζονται όλο και περισσότερο στην απελπισία∙
Η βία των επαναλαμβανόμενων ψεμάτων προς τους πολίτες, απ’ τους οποίους στερούν ένα δημοψήφισμα για να αποφαίνονται σχετικά με συμφωνίες που θα τους δεσμεύσουν για πολλά χρόνια και που υπογράφονται εν ονόματί τους από δωσίλογες κυβερνήσεις αμφισβητούμενης δημοκρατικής νομιμοποίησης∙
Η βία τού να έχουν αφήσει άστεγους 30.000 ανθρώπους να κοιμούνται σε χαρτόκουτα για ακόμα έναν χειμώνα∙ η βία τού να έχουν ήδη οδηγήσει το 21% του πληθυσμού της χώρας στο κατώφλι της φτώχειας∙ η βία τού να καταδικάζουν μία ολόκληρη γενιά στην ανεργία, στην ξενιτιά ή στην εξαθλίωση του να εργάζονται για 500 ευρώ και να βομβαρδίζονται με φόρους∙ η βία τού να κόβουν την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος σε οικογένειες την ίδια στιγμή που χαραμίζουν πόρους για να επιχορηγούν τις τράπεζες∙
Η βία που καθιστά αναγκαίο να υποθηκεύεται κανείς εφόρου ζωής απέναντι στα λόμπυ της χρηματοοικονομικής βιομηχανίας ώστε να γίνει άξιος του θεμελιώδους δικαιώματος στην κατοικία∙
Η βία τού να διαλύουν το κοινωνικό και δημοκρατικό Κράτος για να αντισταθμιστεί η ασυνειδησία των πολιτικών και η ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία∙ η βία τού να εκχωρούν τον εθνικό πλούτο και την εθνική κυριαρχία υποτάσσοντας και εκφοβίζοντας τους πραγματικούς τους εντολείς.
Αυτή είναι η βία που πρέπει να καταδικάζουμε, η ατιμώρητη βία που ασκείται με το γάντι, η άσπιλη βία των υποκριτών, που σιωπούν όντας εν πλήρει συνειδήσει συνένοχοι ενός συστήματος που παράγει πλουσιοπάροχα εξαθλίωση, εκμετάλλευση, ανισότητα, αποικιοποίηση, πόλεμο και θάνατο, και που, παρ’ όλα αυτά, θορυβημένοι κάνουν μια χειρονομία καταδίκης όταν βλέπουν να εκτοξεύεται καμιά πέτρα ή να καίγεται κάποιος κάδος σκουπιδιών.
Η Βία, με την πρωταρχική και ετυμολογική της σημασία, είναι μία ζωτική δύναμη, μία εσωτερική ορμή∙ η δύναμη που τρέφει μια ιδέα, ένα συλλογισμό, μία πράξη, ένα σώμα, μια πολιτεία, ακόμα και μία αρετή.
Η Βία, στην αρχαία Ελλάδα, ήταν θεότητα αρχέγονη, που στις πλαγιές του Ακροκορίνθου μοιραζόταν ιερό με την Ανάγκη∙ “βίαν τε και δίκην συναρμόσας” ο Σόλων σφυρηλάτησε τους νόμους της Δημοκρατίας∙
και ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι, κατά βάθος, η Δικαιοσύνη δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μία βία που προσπαθεί να επιβληθεί της αυθαιρεσίας και της ανισότητας, μία βία που πρέπει ν’ ασκεί κανείς στον εαυτό του ώστε να δρά σύμφωνα με την αλήθεια και αποδίδοντας στον καθένα αυτό που του αξίζει.
Είναι η χρήση της δύναμης, και όχι η ίδια η δύναμη, αυτό που η ηθική οφείλει να κρίνει.
Το να καταδικάζουμε τη βία πάντα θα φαίνεται «πολιτικώς ορθόν» μεγάλη προσοχή όμως στην δημαγωγία.

Ο φόβος ως μέσο καθυπόταξης

Ποιες είναι οι συνέπειες σε ένα πληθυσμό, όπου κάθε αίσθημα ασφάλειας εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ένας αγχώδης φόβος και μία ψυχική οπισθοδρόμηση; Τι γίνεται όταν το αίσθημα ασφάλειας αντικαθιστάται από μία οδυνηρή και αγχώδη αναμονή του αγνώστου;

Ποιες συνέπειες καθίστανται σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο, παραλύοντας την ύπαρξη του ατόμου; Γνωρίζουμε μέσω ιστορίας ότι ο φόβος και το άγχος ήταν τρόποι καθυπόταξης ολόκληρων εθνών κατά το παρελθόν;

Ήξεραν πάντα οι κατακτητές ότι η πραγματοποίηση των στόχων τους περνούσαν από το τσάκισμα της ψυχής του εκάστοτε έθνους. Πάντα υπήρχε μυστική δράση και προσπάθεια ψυχολογικής επίδρασης.
Λίγα λόγια λοιπόν περί της επιστήμης του άγχους και του φόβου..
Είναι σκόπιμο θεωρώ να παρατεθούν λίγα λόγια για το άγχος και φόβο, ίσως και τρόμο με τις αντίστοιχες συνέπειες τους στον άνθρωπο. Κατά τον Mosso (la Peur. Alcan 1886), ένα από τα τρομερότερα αποτελέσματα του φόβου είναι η παράλυση , που δεν σου επιτρέπει να φύγεις ή να υπερασπιστείς. Ο Ribot (Psychologie des Sentiments) αναφέρει ότι ο φόβος είναι η αντίδραση του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, με την αμυντική του όψη, στους εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες που τείνουνε στην καταστροφή του ατόμου.
Ο G. Dumas είναι από τους συγγραφείς που μιλάνε αποκλειστικά για το φόβο, όπου ο φόβος προκύπτει από ένα σοκ συγκινησιακό, σαν μια προσπάθεια απότομης συναισθηματικής προσαρμογής.Τα άμεσα και κατοπινά αποτελέσματα του σοκ, είναι βιολογικά και ψυχικά, όπου τα ψυχικά αίτια του σοκ εξαπολύουν ένα πολύπλοκο βιολογικό μηχανισμό συμπαρασύροντας όλες τις λειτουργίες του οργανισμού. Γίνεται και ένας διαχωρισμός της ισχύος της συγκίνησης , όπου η ελαφριά είναι τονική για τον οργανισμό και η δυνατότερη μπορεί να είναι παραλυτική και καταθλιπτική.

Ο Albert Brousseau ως μελετητής του φόβου διακρίνει τρείς βαθμούς φόβου, ανάλογα με την προοδευτική του ένταση.

Ο πρώτος βαθμός, το σκιάξιμο, χαρακτηρίζεται από την απουσία άμεσου κινδύνου. Το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση εναγώνιας αναμονής, με ξαναμένη τη φαντασία του.

Ο δεύτερος βαθμός έχει πια την επιβολή και αμεσότητα του κινδύνου και η φαντασία δεν υφίσταται πια. Οι συγκινησιακές αντιδράσεις είναι υπαρκτές σε όλο το φάσμα τους.

Στον τρίτο βαθμό, ο κίνδυνος είναι μεγάλος, η πιθανότητα διαφυγής σχεδόν ανύπαρκτη και βρισκόμαστς σε ένα ξεχείλισμα του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, όπου όλες οι ηθικές αξίες σαρώνονται και ο άνθρωπος καθίσταται στο έλεος των πρωτόγονων παρορμήσεων. Στο δεύτερο στάδιο, η προσαρμογή είναι στιγμιαία με ακόλουθη ελαττωματική αντίδραση, που όμως μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του ατόμου. Στο τρίτο όμως στάδιο, η αντίδραση είναι απροσάρμοστη πράγμα που φέρνει βαρύτατες συνέπειες στο άτομο. Στον ομαδικό φόβο , το στάδιο της εναγώνιας αναμονής φτάνει πολύ γρήγορα στο απώγειο του.

Κατά τον Freud που προχωρά ένα βήμα παρακάτω, η απόπειρα φυγής μπροστά σε ένα κίνδυνο εξωτερικό καταλήγει στο σταμάτημα και στη λήψη μέτρων άμυνας και η ανάπτυξη του άγχους διακόπτεται από το σχηματισμό συμπτωμάτων στα οποία και υποχωρεί.

Ο Goldstein έκανε ένα διαχωρισμό του άγχους από το φόβο. Ο φόβος προϋποθέτει ένα καθορισμένο αντικείμενο σε αντίθεση με το άγχος. Το άγχος γεννιέται από την προοπτική και την αναμονή του κινδύνου, ιδιαίτερα όταν αυτός είναι άγνωστος.
Στο άγχος υπάρχει μία αβεβαιότητα, μια εκλογή, μια πιθανότητα κινδύνου. Ο H.Wallon τονίζει αυτή την ουσιαστική αβεβαιότητα που οδηγεί στην αναμονή και την τονική συσσώρευση. Έτσι ενώ ο φόβος είναι μια ευνοϊκή κατάσταση για δράση, το άγχος, αντίθετα, παραλύει κάθε συντονισμένη δράση. Το άγχος αποτελεί ένα σήμα στην προσέγγιση του κινδύνου, τις περισσότερες φορές δυσανάλογο προς αυτόν.

Ο Stekel λέει πως ο αγχώδης φόβος και η καταπίεση εκφράζουν συναισθήματα άγχους χωρίς αντικείμενο και εκδηλώνονται επίσης όταν βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα και αποτελέσματα άγνωστα. Το άγνωστο και η έλλειψη ασφάλειας γεννά λοιπόν το άγχος.

Ο Victor Hugo έγραψε: «Ο άνθρωπος ζει περισσότερο με βεβαιότητα παρά με ψωμί». Ο κίνδυνος που προκαλεί το άγχος είναι εκείνος που απειλεί κάτι το ουσιαστικό, τον πυρήνα της προσωπικότητας, οτιδήποτε είναι ικανό να απειλήσει τους ειδικούς μηχανισμούς ασφάλειας του ατόμου.

Έτσι, αν βρούμε τι αντιπροσωπεύει για κάθε άνθρωπο το κυριότερο μέσο εξασφάλισής του θα μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε ποιο θα είναι το αγχογόνο ερέθισμα για τον άνθρωπο αυτό (Κ.Horney, New ways in Psychoanalysis. W.Norton 1939).

Ασφάλεια μπορούμε να αισθανθούμε μονάχα σε κάτι που έχουμε δοκιμάσει και συνακόλουθα μόνο στο αντίκρυσμα του παρελθόντος μπορούμε να μην αγχωνόμαστε. Ενώ η αιτία του φόβου είναι συσχετισμένη με ένα δυσάρεστο βίωμα του οργανισμού και ανταποκρίνεται στην πιθανότητα να επαναληφθεί το βίωμα, αντίθετα το άγχος πρόκειται για μια εξαρτημένη απάντηση σε ερεθίσματα που συχνά έχασαν κάθε σχέση με το απόλυτο απειλητικό ερέθισμα.

Θέλοντας να υπογραμμίσουμε τη σημασία του παράγοντα αναμονής στο άγχος αναφέρω τα λόγια του Boutonnier: «Όπου ο κίνδυνος είναι παρών, χωρίς να προκαλεί ακόμα τη φυγή, το δευτερόλεπτο εκείνο της σύγχυσης, όπου βρισκόμαστε στο έλεος του». Η αναμονή με το άγχος είναι οδυνηρότερη από το φόβο. Μπροστά σε ένα κίνδυνο που προκαλεί φόβο μπορείς να κάνεις κάτι για να υπερασπιστείς. Πως όμως να παλέψεις ενάντια σε εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα;

Ο Επίκτητος έλεγε να μη φοβόμαστε ούτε τις αρρώστιες ούτε το θάνατο, παρά μόνο τον φόβο…

H ζωή μας στο μέλλον

H ζωή μας στο μέλλονΣτο κοντινό μέλλον η πρόσβαση στην πληροφορία και την τεχνολογία θα μπορούσε να εξαλείψει την ιδιωτικότητα και τα κέρδη, και να μας υποχρεώσει να επαναπροσδιορίσουμε τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και τις μηχανές.
H παραγωγή και η εκμετάλλευση των πόρων θα γίνονται κυρίως τοπικά, οι υπηρεσίες θα είναι πλήρως αυτοματοποιημένες, η παραγωγικότητα των εργαζομένων και η ψυχολογία των καταναλωτών ιδιαίτερα προβλέψιμη, και η τεχνητή ενίσχυση του ανθρώπου ευρύτατα διαδεδομένη.

Τα ρομπότ θα είναι ισότιμα με εμάς;
Τα όρια μεταξύ ανθρώπου και μηχανής γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Η δυνατότητα για τεχνητή ενίσχυση του εαυτού μας θα μας επιτρέπει όλο και περισσότερο να λειτουργούμε σαν μηχανές. Αλλά και τα ρομπότ θα μπορούν σύντομα να είναι προικισμένα με ανθρώπινες ιδιότητες, όπως η γνωστική και συναισθηματική νοημοσύνη, επιτρέποντας τα να μιμούνται τις πιο σύνθετες ανθρώπινες δραστηριότητες.
Οπότε θα έπρεπε ίσως να επανεξετάσουμε όχι μόνο το τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, αλλά και ποιο είναι το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας σε σχέση με τις μηχανές. Ποιες θέσεις εργασίας θα χρειάζονται ανθρώπους; Ποιες δεξιότητες θα είναι περισσότερο χρήσιμες; Και αν η εργασία καταστεί τελικά ξεπερασμένη, τότε ποια θα είναι η κύρια ασχολία μας, πώς θα κερδίζουμε τα προς το ζην, αλλά και πώς θα ορίζουμε την επιτυχία;

Τα σχολεία θα εμφυτεύονται;
Το ερώτημα για το ποιές δεξιότητες εργασίας θα είναι περισσότερο σημαντικές στα επόμενα χρόνια φέρνει στο προσκήνιο μία από τις τρεις μεγάλες αλλαγές που εξελίσσονται παράλληλα και θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τους τρόπους που μαθαίνουμε. Η δεύτερη σημαντική αλλαγή θα προέλθει από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής μας, που μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 100 χρόνια. Η τρίτη αλλαγή αφορά το πώς οι πληροφορίες και τα εκπαιδευτικά εργαλεία γίνονται όλο και πιο πολύ καθολικά διαθέσιμα: online, σε κινητές συσκευές, ακόμα και μέσω ηλεκτρονικών συσκευών που θα φοράμε.
Ως συνέπεια, θα πρέπει να επανεξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους προετοιμαζόμαστε για να εισέλθουμε αλλά και για να παραμείνουμε στην αγορά εργασίας. Τι θα μαθαίνουμε, πώς και πότε; Θα εξακολουθούμε να λαμβάνουμε την βασική μας εκπαίδευση ξεκινώντας από την παιδική ηλικία μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής μας ή θα πρέπει συνεχώς να μετεκπαιδευόμαστε; Πώς θα εξελιχθεί η επαγγελματική κατάρτιση;

Θα καθορίζει η τεχνολογία την κοινωνική τάξη;
Το αν η τεχνολογική πρόοδος μειώνει ή αυξάνει την κοινωνική και οικονομική ισότητα αποτελεί ένα διαρκή προβληματισμό για τον οποίο δεν έχει βγει ακόμα πόρισμα. Αυτή η συζήτηση γίνεται ολοένα και πιο σημαντική όσο αυξάνεται το πλήθος των τεχνολογιών που επηρεάζουν τη ζωή μας.
Εκτός από τα ζητήματα των ίσων ευκαιριών και της ισότιμης πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση, η έλλειψη πρόσβασης στην τεχνολογία θα μπορούσε να γίνει σύντομα η κύρια πηγή της ανισότητας. Άραγε ποιό οικονομικό σύστημα θα μπορούσε να αποδειχτεί επιτυχημένο στην παροχή ίσης πρόσβασης στα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη της τεχνολογίας;

Οι “prosumers” θα κλείσουν τις εταιρείες;
Η τεχνολογία έχει μετατρέψει σε απομεινάρι του παρελθόντος την έννοια της “ιδιωτικής ζωής”, ενώ άλλες τεχνολογικές εξελίξεις επιτρέπουν μεγαλύτερη αποκέντρωση των μέσων παραγωγής. Μέσω της τρισδιάστατης εκτύπωσης και του «Ίντερνετ των πραγμάτων» αρκετά κόστη θα μπορούσαν να μειωθούν, όπως και και οι τιμές πώλησης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν κέρδη.
Αυτός ο τύπος «της κοινωνίας με τα μηδενικά περιθώρια κέρδους» θα μπορούσε δυνητικά να σηματοδοτήσει την άνοδο των «prosumers»: δηλαδή των ανθρώπων που παράγουν και καταναλώνουν την ίδια στιγμή, χωρίς να δημιουργούν ούτε κόστος αλλά ούτε και κέρδος.
Με βάση αυτό το σενάριο, προκαλείται η απορία πώς θα δημιουργούν κέρδη οι επιχειρήσεις. Tα κέρδη θα εξακολουθήσουν να είναι ο κύριος επιχειρηματικός στόχος; Θα χάσουν την αξία τους τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή θα γίνουν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία για τις επιχειρήσεις, για παράδειγμα πουλώντας το δικαίωμα της εκτύπωσης προϊόντων στο σπίτι; Ποιο σύστημα ασφάλισης θα ρισκάρει όταν υπάρχει τέτοια δυναμική αλλαγών;

Δεν θα απομείνει τίποτα για τη μεταφορά;
Η τεχνολογία θα μας δώσει τη δυνατότητα να δημιουργούμε ορυκτά μέταλλα από αφαλάτωση άλμης, να παράγουμε καθαρή ενέργεια από τα λύματα και να καλλιεργούμε τρόφιμα σε εργαστήρια. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θα δίνονται ολοένα και περισσότερες ευκαιρίες στους καταναλωτές να γίνουν πιο δραστήριοι prosumers.
Τέλος, η αυτοματοποίηση και τα ρομπότ θα αφαιρούν τον ρόλο που έχουν χώρες χαμηλού κόστους όσο αφορά το outsourcing εργασιών. Όλα αυτά δείχνουν προς την κατεύθυνση της ολοένα και αυξανόμενης εντοπιότητας της παραγωγής. Όμως, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο εμπόριο και τις παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις; Πώς θα εξελιχθεί το μοτίβο της παγκόσμιας μετανάστευσης; Πώς θα αλλάξουν τα κέντρα της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας;

Σούζη τρως

Σούζη τρωςΣούζη τρως. Και ψεύδεσαι και τρως.
Ξέρουμε τη δίαιτα του αστροναύτη, των 7 ημερών, του Χόλλυγουντ, του Atkins, της θείας μου της Μαρίτσας, της λαχανόσουπας, του διατροφολόγου της απέναντι πολυκατοικίας, του, της… Δίαιτες, χιλιάδες δίαιτες επώνυμες και ανώνυμες.
Ξέρουμε όμως πότε μπήκε η έννοια της δίαιτας στην καθημερινότητα των ανθρώπων; Και για την ακρίβεια πότε η καθημερινότητά μας επιβαρύνθηκε, λόγω της κρατούσας αισθητικής, από ατελείωτες οδηγίες αδυνατίσματος;
Δίαιτα, με τη σημασία της σωστής διατροφής έχουμε στην αρχαία Ελλάδα με τον Πυθαγόρα και την στάση ζωής του που χαρακτηριστικά της είναι η ισορροπία ψυχής και η εγκράτεια σώματος, στηριγμένη σ’αυτό που σήμερα χαρακτηρίζεται ως μεσογειακή διατροφή.
Στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα επικρατούσαν αυτές οι διατροφικές συνήθειες, με πρωινό και δυο γεύματα εκ των οποίων το βραδινό ήταν συμπόσιο, αφορμή δηλαδή για να βρεθούν και να δειπνήσουν με παρέα, χωρίς να αναγάγουν το φαγητό σε αυτοσκοπό. Εξ άλλου ο Πλάτωνας είχε στιγματίσει τις διατροφικές εκτροπές των εύπορων ως νοσηρές για την υγεία.
Οι Ρωμαίοι αντιθέτως, για να αντεπεξέλθουν στα ατελείωτα συμπόσια όπου η τέρψη προερχόταν ακριβώς από την κατανάλωση των πολυποίκιλων εδεσμάτων, είχαν δημιουργήσει τα vomitorum bulgaris, χώρους στους οποίους οι συνδαιτημόνες «άδειαζαν» τα σωθικά τους, όχι βέβαια για να κρατήσουν τη σιλουέττα τους αλλά για να σπεύσουν να τα ξαναγεμίσουν σε μια ηδονιστική παμφαγία.
Το ίδιο έπρατταν, όχι όμως τόσο διακριτικά, στον Μεσαίωνα. Η βουλιμική κατανάλωση φαγητών, κρεάτων για την ακρίβεια, ήταν ένδειξη υγείας (!) και κοινωνικού status. Σε κάθε περίπτωση και στον Μεσαίωνα, ο εμετός ήταν μέθοδος απαλλαγής από το φαγητό όχι για λόγους καλαισθησίας ή διαίτης αλλά για να ανοίξει χώρος στο στομάχι για περισσότερη κατανάλωση τροφών.
Την πρώτη δίαιτα για καλλωπιστικούς λόγους την συναντάμε, πού αλλού, στο Hollywood στα 1920 όπου οι γυναίκες μανιωδώς θέλουν να αποκτήσουν ένα ανδρόγυνο ύφος, a la garcon, και όπου φυσικά, οι καμπύλες ήταν κάτι απαγορευτικό.
Η δίαιτα του Hollywood, η γνωστή και σαν δίαιτα του grapefruit, υποσχόταν θεαματικά αποτελέσματα και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τα γυναικεία στομάχια και στις μέρες μας.
Έκτοτε, μια ολόκληρη αγορά άρχισε να αναπτύσεται γύρω από το θέμα της απώλειας βάρους. Δίαιτες, χάπια, ροφήματα, σκευάσματα, διατροφολόγοι, ειδικές κλινικές και φυσικά η μόδα που με τις εκάστοτε επιταγές της οδηγεί τις γυναίκες στην απώλεια των περιττών κιλών -θεμιτό- αλλά πολλές φορές όχι μόνο αυτών.
Τις γυναίκες μόνο; Οχι, βέβαια. Με την πάροδο του χρόνου μπήκαν και οι άνδρες σ’αυτό το παιχνίδι της εμφάνισης. Παρά ταύτα, η κοινωνία παραμένει πιο ανεκτική απέναντι σ’έναν ευτραφή άνδρα απ’ότι σε μια γεμάτη γυναίκα.
Η εικόνα μιας ευτραφούς γυναίκας στη σημερινή εποχή είναι ταμπού. Τα μειωτικά σχόλια, η περιθωριοποίηση από την κρατούσα εικόνα περί γυναικείου κάλλους, ο αποκλεισμός της από την κανονική αγορά ρούχων και ο εξοβελισμός της στα μαγαζιά με ρούχα «για μεγάλα μεγέθη» είναι μερικά από τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει και που χρειάζονται τόνους αυτοπεποίθησης για να τα ξεπεράσει. Σε κάθε περίπτωση πολύ περισσότερους τόνους από τον αντίστοιχα ευτραφή άνδρα.
Η κλασσική ατάκα λοιπόν, προς τη συμπαθέστατη πλην όμως ευτραφή κυρία Σούζη δεν έχει το αντίστοιχό της σε ανδρικό.
Δεν υπάρχει «Μήτσο, Κώστα, Γιάννη τρως». Ο κάθε Μητσοκωστογιάννης μπορεί με προτεταμένη μια υπερμεγέθη κοιλιά, με ξύγκια που περισσεύουν από παντού να προεδρεύει, να διοικεί, να γοητεύει ή και, άκουσον άκουσον, να κριτικάρει τις γυναικείες παρουσίες γύρω του σε λεπτές, γεματούλες και τόφαλους. Ο τόφαλος.
Αχ, κυρία Σούζη μου, άδικος κόσμος!