Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Η Ρώμη και ο κόσμος της, Σινέ «Ρώμη»

Ιστορία (δεν) υπάρχει μόνο μία

Ποιοι και πόσοι τρόποι υπάρχουν για να μάθουμε ιστορία; Οι περισσότεροι ιστορικοί θα απαντούσαν σ᾽ αυτό το ερώτημα με τον ακόλουθο πάνω κάτω τρόπο: ο πιο έγκυρος και αξιόπιστος τρόπος είναι να μελετήσουμε προσεκτικά τις πηγές πληροφοριών που διαθέτουμε για μια συγκεκριμένη εποχή, με άλλα λόγια, τα επίσημα κρατικά έγγραφα και υπουργικά αρχεία (αν υπάρχουν), τις δηλώσεις των επισήμων, τις ανακοινώσεις των κρατικών φορέων και τα στρατιωτικά ανακοινωθέντα, τα ρεπορτάζ και τα σχόλια του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου, και, ασφαλώς, την ανάλυση και ερμηνεία αυτών των πρωταρχικών πηγών από τους ανθρώπους που διαθέτουν τη γνώση, την πείρα και την κατάλληλη επιστημονική μέθοδο, δηλαδή τους ιστορικούς.
 
Μέχρι πρόσφατα (και στο μεγαλύτερο διάστημα του περασμένου αιώνα) οι ιστορικοί, όποιες διαφορές κι αν είχαν μεταξύ τους σχετικά με το ποια ιστοριογραφική-ιστοριοδιφική μέθοδος είναι προτιμότερη, συμφωνούσαν ότι η μελέτη των ιστορικών πηγών, και η συγκριτική εξέταση των διαφόρων μαρτυριών που μας έρχονται από την ιστορική περίοδο που θέλουμε να μελετήσουμε, αποκαλύπτει την ιστορική αλήθεια στο μεγαλύτερο μέρος της. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα εμφανίστηκαν μελετητές της ιστορίας και της ιστοριογραφικής μεθόδου που διατύπωσαν αμφιβολίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αμφισβήτησαν ολοκληρωτικά τη δυνατότητά μας να επιτύχουμε βεβαιότητα στις ιστορικές μας αναλύσεις και περιγραφές. Οι αμφισβητίες αυτοί δεν υποστηρίζουν απλώς ότι διαφορετικοί ιστορικοί φτάνουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, όπως διαφορετικοί γιατροί ή νομικοί είναι πιθανό να κάνουν διαφορετική γνωμάτευση για το ίδιο ιατρικό ή νομικό πρόβλημα. Μακάρι το πράγμα να ήταν τόσο απλό… Οι σύγχρονοι αμφισβητίες για τους οποίους μιλάμε λένε κάτι πολύ πιο «ανησυχητικό»: ότι ακόμη και οι ίδιες οι λεγόμενες πρωταρχικές πηγές, στις οποίες βασίζουμε την ιστοριογραφική μας έρευνα, δεν προσφέρουν με κανένα τρόπο αξιόπιστες μαρτυρίες, αφού δεν αποτελούν καταγραφή αλλά ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων. Με την έννοια αυτή, ακόμη και τα επίσημα κρατικά αρχεία αποτελούν ένα σύνολο ήδη «ερμηνευμένου» και «φιλτραρισμένου» υλικού, και έτσι πολύ δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως πρωταρχική, έγκυρη και αξιόπιστη αφετηρία για τον εντοπισμό της ιστορικής αλήθειας.
 
Με την ίδια έννοια, ακόμη και τα προσωπικά απομνημονεύματα μεγάλων πολιτικών που έζησαν τα γεγονότα εξ επαφής και «από πρώτο χέρι», ή που προκάλεσαν τα γεγονότα, δεν συνιστούν γνώμονα για την ιστορική αλήθεια, όχι αναγκαστικά επειδή οι συγγραφείς των απομνημονευμάτων αυτών μας λένε συνειδητά ανακρίβειες (μπορεί να συμβαίνει κι αυτό!), αλλά απλούστατα επειδή όποιος καταπιάνεται με την καταγραφή της ιστορίας είναι υποχρεωμένος, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, να κατασκευάσει στο μυαλό του ένα «σενάριο», μια «πλοκή» που περιέχει αιτίες και αποτελέσματα και έχει μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος· ένα σενάριο που μπορεί να είναι «τραγικό» ή να βαδίζει σε «αίσια» κατάληξη ή να έχει σατιρική και επικριτική διάθεση. Με άλλα λόγια, ενώ νομίζεις ότι γράφεις ιστορία και κάνεις «επιστήμη», στην πραγματικότητα επινοείς σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ένα «ιστορικό αφήγημα» με τον ίδιο τρόπο που ένας αφηγηματογράφος «στήνει» και αφηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Με την έννοια αυτή κάθε ιστορικός είναι ένας «παραμυθάς» που προτείνει μια δική του εκδοχή για το πώς συνέβησαν τα πράγματα.
 
Σύμφωνα με τους αμφισβητίες μας, λοιπόν, δεν υπάρχει ιστορία αλλά μόνο ιστορικοί· δεν υπάρχει ιστορική αλήθεια παρά μόνο αφηγήσεις για την ιστορική αλήθεια· δεν υπάρχουν καν «ιστορικά γεγονότα» παρά μόνο «ερμηνευτικές απόπειρες» των ιστορικών γεγονότων. Έτσι, λοιπόν, κάθε φορά που ακούτε μια αναγγελία ή διαφήμιση του τύπου «Διαβάστε τώρα τα δημοσιοποιημένα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών και μάθετε όλη την αλήθεια και το πολιτικό παρασκήνιο για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο», ή «Όλη η αλήθεια για τον Πόλεμο στον Κόλπο από ένα επιτελείο διακεκριμένων ιστορικών που μελέτησαν αρχεία και πήραν συνεντεύξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων», ή «Τι πραγματικά συνέβη στα Ίμια τη νύκτα της τάδε. Τα γεγονότα όπως τα κατέγραψαν ανώτατοι αξιωματικοί του Γ.Ε.Σ.» - όταν ακούτε τέτοιες αναγγελίες, σύμφωνα πάντα με τους αμφισβητίες μας, πάρτε μικρό καλάθι, γιατί τα κεράσια είναι λίγα, ή μην παίρνετε καλάθι, γιατί κεράσια δεν υπάρχουν.
 
Κι αν ο Ηρόδοτος ήταν Πέρσης;

Να πάρουμε, λοιπόν, καλάθι; Να είναι μεγάλο ή μικρό; Ή να μην κάνουμε τον κόπο να πάρουμε; Μήπως η πολύτιμη αλήθεια κρύβεται κάπου ανάμεσα στις παλιές βεβαιότητες και τις μοντέρνες αμφισβητήσεις; Ας υποθέσουμε ότι ολόκληρη την ιστορική αλήθεια για ένα γεγονός ή, πολύ περισσότερο, για μια ιστορική περίοδο, δεν μπορούμε να την πετύχουμε ποτέ. Λογικό. Υπάρχουν όμως κάποιες άλλες αλήθειες που δεν είναι και τόσο δυσπρόσιτες και που τις έχει επιβεβαιώσει η ανθρώπινη εμπειρία μας στη διαδρομή των αιώνων. Έτσι, για παράδειγμα, ακούμε συχνά ότι την ιστορία τη γράφουν κατά κανόνα οι νικητές και όχι οι ηττημένοι· οι ισχυροί και αυτοί που κατέχουν πολιτική εξουσία και κοινωνικό κύρος και όχι οι «άλλοι»· οι πολιτισμικά πιο προχωρημένοι και όχι οι «βάρβαροι». Αυτό είναι εύκολο και λογικό να το αποδεχτούμε, αλλά σπάνια το συνειδητοποιούμε, και έτσι τείνουμε να ταυτίσουμε την «ιστορική αλήθεια» με τις ιστορικές εκδοχές των ισχυρών. Και γι᾽ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα μας προκαλούσε έκπληξη αν σήμερα ανακαλύπταμε έναν πέρση ιστορικό που θα μας έδινε μια ιστορία των Μηδικών Πολέμων από την οπτική γωνία των χαμένων, πολύ διαφορετική από εκείνη που μας δίνει ο Ηρόδοτος· και ασφαλώς η έκπληξή μας θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν είχαμε στα χέρια μας μια ιστορία της αρχαίας Αθήνας γραμμένη από έναν δούλο του Περικλή ή από τη γυναίκα του την Ασπασία.
 
Από αυτή την άποψη, οι αμφισβητίες μας, παρ᾽ όλες τις πιθανές υπερβολές τους, προσφέρουν μια σημαντική, από μεθοδολογική άποψη, υπηρεσία με το να μας λένε (κατάμουτρα, στο αφτί, φωναχτά ή διακριτικά): «Παιδιά, προσοχή! Υπάρχουν και οι "άλλοι", οι "άλλες φωνές" που δεν τις ακούσαμε ποτέ ή δεν ακούστηκαν ποτέ, και που, αν τις ακούγαμε, θα μας έδιναν σίγουρα μια διαφορετική εκδοχή για το τι συνέβη.» Η Καρχηδόνα ήταν μια ισχυρή δύναμη, αλλά ξέρουμε γι᾽ αυτήν ουσιαστικά μόνο από τις αφηγήσεις των Ρωμαίων, και είναι βέβαιο ότι οι αφηγήσεις αυτές δεν αποτελούν ολόκληρη την ιστορική αλήθεια για δυο κυρίως λόγους: πρώτον, επειδή η Καρχηδόνα δεν αφηγήθηκε ποτέ την ιστορία της· και δεύτερον, επειδή η ιστορία των Καρχηδονιακών Πολέμων που αφηγήθηκαν οι Ρωμαίοι αποτελεί ένα ένδοξο «ιστορικό μυθιστόρημα», κομμένο και ραμμένο σύμφωνα με τις ιδέες και αντιλήψεις που είχαν για την ιστορία, τον χαρακτήρα τους και την κοινωνία τους οι Ρωμαίοι.
 
Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα σενάριο με αρχή, μέση και τέλος που θέλει να επιβεβαιώσει όλες τις πατροπαράδοτες ρωμαϊκές αρετές (δηλ. αυτές που οι ίδιοι οι Ρωμαίοι απέδιδαν στον εαυτό τους)· πρόκειται για μια μεγάλη μυθιστορία δεινών, τραγικής απόγνωσης και τελικού θριάμβου που επιβεβαιώνει βασικές αρχές της ρωμαϊκής πολιτικής ιδεολογίας και, αν θέλουμε να το δούμε και έτσι, του ρωμαϊκού επεκτατισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μυθιστορία δεν περιέχει «αλήθειες» και «γεγονότα»· είναι όμως αλήθεια ότι πολλά από αυτά τα γεγονότα και τις αλήθειες τα διαβάζουμε ή τα μαθαίνουμε ήδη ερμηνευμένα και φιλτραρισμένα από τη ρωμαϊκή ιδεολογία· και σημαίνει ακόμη ότι πολλά από αυτά είναι σχεδόν «στημένα» για να επαληθεύσουν αυτή την ιδεολογία. Όμως την αλήθεια αυτή πιο συχνά την ξεχνούμε παρά τη θυμόμαστε. Οι αμφισβητίες ήρθαν για να μας την υπενθυμίσουν. Είναι γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς το κάνουν με προκλητικό και υπερβολικό τρόπο. Δεν πειράζει: ας κρατήσουμε την υπενθύμιση και ας κρίνουμε την πρόκληση και την υπερβολή. Γιατί το «κόλπο» με την «ιστορική αλήθεια» δεν το ήξεραν μόνο οι Ρωμαίοι.
 
Και, τέλος, οι αμφισβητίες προσέφεραν και μια άλλη υπηρεσία: με το να θεωρήσουν την αλήθεια «σχετική» δημιούργησαν έναν πιο άνετο, λιγότερο αυστηρό, πιο «πλουραλιστικό» τρόπο προσέγγισης της ιστορίας, και της γνώσης γενικότερα. Μέσα στο νέο αυτό πνευματικό και διανοητικό κλίμα, είναι σήμερα πιο εύκολο από ό,τι στο παρελθόν να δεχτεί κανείς τη συμβολή και τον ρόλο και άλλων μεθόδων ιστορικής πληροφόρησης - όχι μόνο τον αυστηρά παραδοσιακό τρόπο της μελέτης των πηγών και των ιστοριογραφικών αναλύσεων αλλά και πιο «περιθωριακούς», πειραματικούς και μυθοπλαστικούς τρόπους γνωριμίας με την ιστορική ύλη. Γιατί, από τη στιγμή που κατανοούμε ότι η «επίσημη», «επιστημονική», «συστηματική» και «τεκμηριωμένη» ιστορία δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από προκατασκευασμένα σενάρια, ιδεολογικές προκαταλήψεις και μυθοπλαστικά τεχνάσματα, είναι πιο εύκολο να δούμε με μεγαλύτερη «συμπάθεια» και να απολαύσουμε με λιγότερες ενοχές την «ιστορική αλήθεια» ενός μυθιστορήματος, ιδίως όταν αυτό είναι γραμμένο από κάποιον ή κάποια συγγραφέα που έχει μελετήσει σοβαρά και προσεκτικά την ιστορία μιας συγκεκριμένης περιόδου.
 
Για να το πούμε και αλλιώς: μετά την παρέμβαση των αμφισβητιών, έχουμε γίνει πιο ανεκτικοί σε τρόπους γνωριμίας με την ιστορία που, χωρίς να αγνοούν τις λεγόμενες έγκυρες και επίσημες πηγές, προσφέρουν αφηγήσεις με ελεγχόμενη φαντασιακή και μυθοπλαστική υποστήριξη. Αυτό συμβαίνει κυρίως στον χώρο του λογοτεχνικού μυθιστορήματος. Είναι, όμως, ιδιαίτερα θεαματικό, εντυπωσιακό και απολαυστικό, όταν συμβαίνει στη σημερινή μεγάλη κινηματογραφική οθόνη με τα «εφέ» της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας. Τα μυστικά και τα «τρικ» αυτής της μαγείας τα κατείχε από παλιά το Χόλιγουντ. Και το Χόλιγουντ είχε από παλιά αδυναμία στη Ρώμη και τη ρωμαϊκή ιστορία. Και επειδή όσα είπαμε στις προηγούμενες παραγράφους μπορεί να μας έπεσαν λίγο θεωρητικά και δυσκολοχώνευτα, ας χαλαρώσουμε λίγο τώρα μπροστά στη μεγάλη οθόνη.
 
Η συνέχεια επί της οθόνης

Στο πανάρχαιο παρελθόν, σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία, άκμαζε μια πανίσχυρη πολιτεία με αναρίθμητες κτήσεις. Το πολίτευμά της ήταν δημοκρατικό. Είχε κυβερνήτη, αλλά αυτός δεν ήταν παρά ο πρώτος μεταξύ ίσων, και μοιραζόταν την εξουσία με μια Σύγκλητο που αποτελούνταν από τους άριστους των πολιτών. Η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία ασκούνταν συλλογικά από αυτό το σώμα. Την έννομη τάξη και λειτουργία του πολιτεύματος την εγγυόταν η νηφάλια συμπεριφορά του κυβερνήτη αλλά και μια τάξη ιπποτών ορκισμένη να φυλάει πίστη στη δημοκρατία. Έτσι, ευνομούμενη και δίκαιη απέναντι στους πολίτες της, η πολιτεία ταξίδευε ανίκητη και ακάματη μέσα στο αχανές του χρόνου και του χώρου. Αλλά βαθμιαία, καθώς επεκτεινόταν, το αρχικό σύστημα διακυβέρνησης άρχισε να δείχνει αδυναμίες. Ταυτόχρονα, φιλόδοξα πρόσωπα που τα είχε διαβρώσει η λαγνεία της εξουσίας συνωμότησαν με τους γραφειοκράτες της διοίκησης και άρχισαν να στήνουν ένα κύκλωμα εσωτερικής εξουσίας που αμφισβητούσε την επάρκεια και νομιμότητα της Συγκλήτου. Ο πλούτος, η απληστία και η αίσθηση της απεριόριστης δύναμης έστηναν το σκηνικό της ανατροπής· και οι ιππότες που ήταν το προπύργιο της δημοκρατίας τελικά αλώθηκαν από τις δυνάμεις του Κακού. Ο καιρός ήταν ώριμος για τον πρώτο επίορκο άρχοντα, κι αυτουνού το πρώτο μέλημα ήταν αρχικά να περιορίσει τις εξουσίες του συγκλητικού σώματος και στη συνέχεια να τρομοκρατήσει τους συγκλητικούς ώσπου να τους μεταμορφώσει σε άβουλη κλάκα χειροκροτητών.
 
Η υγιής πολιτεία εκείνου του μακρινού γαλαξία έγινε μια γαλαξιακή Αυτοκρατορία του Κακού. Ο αυτοκράτορας ασκούσε απόλυτη και ασύδοτη εξουσία, και την ασκούσε κυρίως διαμέσου του αρχηγού της αυτοκρατορικής φρουράς. Στο αξίωμα αυτό ανέβαιναν πρόσωπα με συνωμοτική φύση, δολοφονικά ένστικτα και αδίστακτες μεθόδους εξόντωσης των αντιπάλων του καθεστώτος. Ο πιο διαβόητος και εγκληματικός από αυτούς τους φρουράρχους αποδείχτηκε ο Νταρθ Βάντερ.
 
Όταν, ωστόσο, η τελική διάλυση του συγκλητικού σώματος ανακοινώνεται θριαμβικά από τον Τάρκιν, οι δυνάμεις της αντίστασης ενάντια στην τυραννία αρχίζουν να οργανώνονται. Χρειάστηκε σκληρός και αιματηρός αγώνας αλλά οι υγιείς δυνάμεις του Καλού τελικά επικράτησαν.

* * *
Έτος 1983, και η τριλογία «Πόλεμος των άστρων» έχει ολοκληρωθεί στις κινηματογραφικές οθόνες. Και τώρα συζητιέται ζωηρά από μια παρέα μαθητών του γυμνασίου. Η φιλόλογος είναι εκεί, και κάποια στιγμή ρωτάει αν η τριλογία αυτή θυμίζει κάτι από την ιστορία. Η ερώτηση ακούγεται αναπάντεχη. Η σκηνοθεσία της ταινίας και η στρατιωτική τεχνολογία της αυτοκρατορίας δείχνουν σαφώς ότι πρόκειται για περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας τοποθετημένη στο μακρινό μέλλον. Ωστόσο, το σενάριο, επιμένει η φιλόλογος, με το πέρασμα από το δημοκρατικό καθεστώς στην αυτοκρατορική μοναρχία, παραπέμπει σίγουρα σε ένα διάσημο ιστορικό προηγούμενο. Ποιο; Μετά από δυο τρεις ψιθυριστές αστοχίες, κάποιος ρωτάει διστακτικά: «Τη Ρώμη, μήπως;»
 
Τη Ρώμη, είναι φανερό. Και ξέρουν οι κινηματογραφιστές του Χόλιγουντ ρωμαϊκή ιστορία; Διαβάζουν Λίβιο και Τάκιτο, τον μεγάλο ιστορικό των αυτοκρατορικών χρόνων; Πιθανότατα ναι, αλλά ακόμη κι αν δεν διαβάζουν ρωμαίους ιστορικούς, είναι βέβαιο ότι ξέρουν πολύ καλά τις φανταστικές επικές περιπέτειες του Ισαάκ Ασίμοφ και του Τζ. Τόλκιεν - και αυτοί σίγουρα έχουν μελετήσει προσεκτικά τη ρωμαϊκή ιστορία. Η συζήτηση επικεντρώνεται τώρα στο πρόσωπο του σκοτεινού και απεχθούς Νταρθ Βάντερ: είναι ο αρχηγός της αυτοκρατορικής φρουράς, το δεξί χέρι του αυτοκράτορα, ο αδίστακτος μηχανορράφος και αιμοδιψής εκτελεστής όλων εκείνων που αντιστέκονται στην ασυδοσία του καθεστώτος. Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο Ρωμαίος Νταρθ Βάντερ; Η απάντηση έρχεται εύκολα: ασφαλώς ο αρχηγός της πραιτωριανής φρουράς, πρόσωπο της άμεσης εμπιστοσύνης του ρωμαίου αυτοκράτορα, που ενεργεί στο όνομα του αυτοκράτορα, κάποτε και εν αγνοία του αυτοκράτορα, που δολοφονεί και εκτελεί κατά βούληση και που ίσως θα ήθελε πολύ να γίνει αυτοκράτορας στη θέση του αυτοκράτορα. Κανένα συγκεκριμένο όνομα, παιδιά; Φυσικά, ο Σηιανός, που «διέπρεψε» ως αρχηγός των πραιτωριανών δίπλα στον Τιβέριο, και ο Τιγκελίνος, που είχε το ίδιο ταλέντο για κακουργήματα και ανάλογο ποινικό μητρώο με το αφεντικό του, τον Νέρωνα.
 
Το γεγονός, ότι η μετάλλαξη της Πολιτείας του Καλού σε Αυτοκρατορία του Κακού, όπως παρουσιάζεται στο «Πόλεμοι των άστρων», είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τον πολιτικό παροπλισμό και την περιθωριοποίηση της Συγκλήτου θα έπρεπε να πείσει ακόμη και τον πιο δύσπιστο ότι το κινηματογραφικό σενάριο παραπέμπει στη ρωμαϊκή ιστορία. Γιατί, βέβαια, θυμόμαστε όλοι ότι η μετάβαση από το καθεστώς της Δημοκρατίας ή της Ελεύθερης Πολιτείας, όπως προτιμούν να τη λένε ορισμένοι, στην αυτοκρατορία είναι ταυτόσημη με μια προοδευτική συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων και του κύρους της Συγκλήτου. Ο Αύγουστος, βέβαια, προσπάθησε να κρατήσει τα προσχήματα και ο Κλαύδιος φαίνεται πως είχε ειλικρινές ενδιαφέρον για τον ρόλο των συγκλητικών, αλλά να μην ξεχνάμε τι συνέβαινε επί Καλιγούλα και Νέρωνα. (Εδώ κάποιος θυμήθηκε ότι ο Καλιγούλας τίμησε δεόντως τη Σύγκλητο ανακηρύσσοντας συγκλητικό το αγαπημένο του άλογο.)
 
Και μια που μιλάμε για τη Σύγκλητο, πώς λεγόταν αυτός που ανακοίνωσε θριαμβευτικά την τελική κατάργηση της Συγκλήτου στον «Πόλεμο των άστρων»; Όλοι θυμήθηκαν τον Τάρκιν. Λοιπόν, το ερώτημα τώρα (και όποιος απαντήσει έχει βαθμολογικό πριμ τριών μονάδων στις εξετάσεις) είναι: υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που εξηγεί αυτό το όνομα; (Σιγή πολλών λεπτών. Δεν θέλει κανείς το πριμ;) Τάρκιν, Τάρκιν, Τάρκιν… Το όνομα δεν μοιάζει και πολύ ρωμαϊκό… Ναι, αλλά όλα τα γράμματά του προέρχονται από ένα ρωμαϊκό όνομα. (Ελάτε, τώρα!) «Εκτός κι αν έχει κάποια σχέση με τον Ταρκύνιο,» είπε κάποιος, χωρίς ιδιαίτερη πεποίθηση στον τόνο της φωνής. «Έχει;»
 
Έχει και παραέχει. Ο Ταρκύνιος, ο επονομαζόμενος Υπερήφανος, ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Ρώμης. Εκδιώχθηκε το 509 π.Χ. Συμπέρασμα: όταν στην ταινία ο Τάρκιν-Ταρκύνιος παρουσιάζεται να ανακοινώνει τον θάνατο της Συγκλήτου, τότε έχουμε μια αντιστροφή της κατεύθυνσης των γεγονότων της ρωμαϊκής ιστορίας. Στη Ρώμη, δηλαδή, ο Ταρκύνιος είναι ο τελευταίος μονοκράτορας πριν από την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας με τη Σύγκλητο και τους υπάτους· στην ταινία ο Τάρκιν αναγγέλλει τη μονοκρατορία που θα αντικαταστήσει τη Δημοκρατία και τη Σύγκλητο. Έξυπνο παιχνίδι, σχεδόν «κουίζ». (Αλλά ο χρόνος τελείωσε, και το βαθμολογικό πριμ, δυστυχώς, χάθηκε.)
 
Πάντως οι «Πόλεμοι των άστρων», παρατηρούν διάφοροι από τη μαθητική παρέα, έχουν τελικά αίσιο τέλος, αφού οι δυνάμεις του Καλού παίρνουν τελικά πάλι το πάνω χέρι - ενώ η Ρώμη οδηγήθηκε σε τελική παρακμή. Σωστή και οξυδερκής επισήμανση, είπε η φιλόλογος με μια μυστηριώδη επισημότητα στη φωνή της. Αυτό σημαίνει ότι τελικά το μυαλό σας λειτουργεί πιο εντατικά από ό,τι νόμισα προς στιγμή. Πάντως το γεγονός ότι το Χόλιγουντ προτίμησε αίσιο τέλος έχει την πιθανή εξήγησή του. Θα το σκεφτώ. Σκεφτείτε το κι εσείς, και το ξανασυζητάμε.
 
 Όλα τα στούντιο οδηγούν στη Ρώμη

Στο Χόλιγουντ, την έδρα της βαριάς και ασυναγώνιστης αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, η Ρώμη ζει και βασιλεύει. Αναζητήσαμε το κινηματογραφικό αρχείο με τις σημαντικότερες ταινίες που δανείζονται τα θέματα τους από τη ρωμαϊκή ιστορία. Το υλικό είναι πλούσιο και η ιστορία των σχετικών κινηματογραφικών παραγωγών φτάνει πίσω ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Βρήκαμε εδώ ταινίες όπως το «Κβο Βάντις», που γυρίστηκε το 1951 τον «Μπεν Χουρ» του 1959, τον «Σπάρτακο» του 1960, την «Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» του 1964, τον «Αντώνιο και την Κλεοπάτρα» του 1963 και την πιο πρόσφατη από όλες, τον «Μονομάχο» που γυρίστηκε το 2000. Πρόκειται για υπερπαραγωγές που, όταν προβλήθηκαν, σημείωσαν τεράστια εισπρακτική επιτυχία, και ορισμένες από αυτές έχουν χαρακτηριστεί «κλασικές» στην ιστορία του κινηματογράφου.
 
Είδαμε τις φωτογραφίες διάσημων αστέρων που ενσάρκωσαν κεντρικούς ρόλους. Τον Τσάρλτον Ήστον στον ρόλο του Μπεν Χουρ, τον Κερκ Ντάγκλας, που υποδύεται τον επαναστάτη δούλο Σπάρτακο, τον Πίτερ Ούστινοφ να δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής τέχνης ως παρανοϊκός Νέρων, τον γοητευτικό Ρίτσαρντ Μπάρτον να ζωντανεύει τον Μάρκο Αντώνιο, και την πανέμορφη Ελίζαμπεθ Τέιλορ στον ρόλο της Κλεοπάτρας να σαγηνεύει με εκείνα τα ονειρικά πράσινα μάτια της τον Αντώνιο και εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο· τον Ράσελ Κρόου να καθηλώνει τον όχλο του Κολοσσαίου με τα ανδραγαθήματά του στη ματωμένη αρένα. Στην τελευταία αυτή ταινία θαυμάσαμε τις νέες απεριόριστες δυνατότητες που δίνει στον σκηνοθέτη η ψηφιακή τεχνολογία. Για παράδειγμα, η ανασύνθεση της ατμόσφαιρας του κατάμεστου Κολοσσαίου με την τεχνική υποστήριξη των κομπιούτερ και των πολυμέσων δημιουργεί μια ανεπανάληπτη αίσθηση παρουσίας μέσα στον χώρο και συμμετοχής στη δράση. Μπορούμε τώρα να ζήσουμε για πρώτη φορά στο κέντρο ενός στερεοσκοπικού κόσμου. Μπορούμε ίσως να μάθουμε ρωμαϊκή ιστορία εξ επαφής; Συναντήσαμε έναν ειδικό ο οποίος έχει ασχοληθεί συστηματικά με τις «ρωμαϊκές» κινηματογραφικές παραγωγές, τον αμερικανό φιλόλογο Μάρτιν Γουίνκλερ. Όσα μας είπε είναι εξαιρετικά ερεθιστικά.
 
Μια συνέντευξη που θα μπορούσε να είχε γίνει

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί κατακόρυφα το ενδιαφέρον για τη μεταφορά του κλασικού πολιτισμού και της αρχαίας ιστορίας στη μεγάλη οθόνη. Ήδη σε ορισμένα πανεπιστήμια, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, διδάσκονται σχετικά μαθήματα. Και αυτό επειδή οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί αναγνωρίζουν τώρα τις τεράστιες παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές δυνατότητες που έχει ο κινηματογράφος και τα ψηφιακά πολυμέσα γενικότερα. Αλλά το θέμα είναι τεράστιο, γι᾽ αυτό ας περιοριστούμε στην κλασική μεγάλη οθόνη, και στις ρωμαϊκές ταινίες ειδικότερα.
 
Παρόλο που έχουμε τέτοιες παραγωγές από τη δεκαετία του 1920, η χρυσή εποχή για τη Ρώμη στο Χόλιγουντ αρχίζει μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Υπάρχει μια σαφής εξήγηση γι᾽ αυτό. Για να το καταλάβετε καλύτερα, θα πρέπει να πούμε πρώτα πρώτα ότι στις περισσότερες από αυτές τις ταινίες η ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρουσιάζεται με όχι ιδιαίτερα θετικό και κολακευτικό τρόπο, και οι Ρωμαίοι, κυρίως οι αυτοκράτορές τους, είναι πάντα τα «κακά παιδιά» της υπόθεσης. Η ίδια η Ρώμη εμφανίζεται ως μια αλαζονική, αδίστακτη πολιτική και στρατιωτική υπερδύναμη που νοιάζεται μόνο για τη διαιώνιση και επέκταση της εξουσίας της, αδιαφορώντας για το ανθρώπινο κόστος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της. Ταυτόχρονα, η ρωμαϊκή κοινωνία παρουσιάζεται ολοκληρωτικά διαβρωμένη και ηθικά αλλοτριωμένη εξαιτίας του πλούτου, της χλιδής και της τρυφηλότητας. Η αυτοκρατορική αυλή παρουσιάζεται ως άντρο διαστροφής, ακολασίας, μηχανορραφιών και έκλυτης ερωτικής ζωής.
 
Φυσικά, όπως γνωρίζετε, αυτή η εικόνα δεν είναι εντελώς κατασκευασμένη και ψεύτικη. Οι ίδιοι οι ρωμαίοι ιστορικοί μιλούν για τέτοια φαινόμενα παρακμής. Από την άλλη μεριά, οι ταινίες αυτές, κυρίως, όπως είπα, όσες άρχισαν να γυρίζονται μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τονίζουν και προβάλλουν με υπερβολικό συχνά τρόπο τον αμαρτωλό βίο και την παρακμασμένη πολιτεία των Ρωμαίων. Ο λόγος -για να επανέλθω στο θέμα από το οποίο ξεκίνησα- είναι ότι, μετά τον Πόλεμο, στα μάτια των αμερικανών σκηνοθετών και του αμερικανικού κοινού γενικότερα, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με την επεκτατική απληστία και το αυταρχικό καθεστώς, είναι το αρχαίο ανάλογο της ναζιστικής Γερμανίας και του Χίτλερ. Η Αμερική και οι σύμμαχοί της είχαν μόλις βγει από μια τεράστια και αιματηρή σύγκρουση με τη Γερμανία, που ήταν η πιο επικίνδυνη δύναμη στον λεγόμενο Άξονα, και ο κόσμος ήθελε να βλέπει μια ξεκάθαρη εικόνα πάλης του Κακού εναντίον του Καλού.
 
Λοιπόν, η Ρώμη έγινε έτσι με κάποιο τρόπο η σταθερή ενσάρκωση του Κακού - η σατανική αυτοκρατορία που έπρεπε να οδηγηθεί στην τελική της πτώση για να ικανοποιηθεί το αίσθημα του δικαίου. Σας θυμίζω εδώ ότι στη σημαντικότερη από τις ρωμαϊκές ταινίες που γυρίστηκαν σχεδόν αμέσως μετά τον Πόλεμο, το «Κβο Βάντις», είναι προφανής ο παραλληλισμός της Ρώμης με τη ναζιστική Γερμανία και, κυρίως, του Νέρωνα με τον Χίτλερ - αν και προσωπικά πιστεύω ότι ο παραλληλισμός μάλλον αδικεί τον Νέρωνα ο οποίος, παρά την εγκληματική του παραφροσύνη, δεν εκδήλωσε ποτέ ιδιαίτερες επεκτατικές βλέψεις, καθώς ήταν απορροφημένος στις καλλιτεχνικές του αυταπάτες και ψευδαισθήσεις και σε καλλιτεχνικές περιοδείες.
 
Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Στις ταινίες αυτές οι Ρωμαίοι είναι τα «κακά παιδιά» και για δυο άλλους λόγους. Πρώτον, θεωρούνται, έμμεσα τουλάχιστον, υπεύθυνοι για τη "θανάτωση του Ιησού Χριστού" και, δεύτερον, για τις διώξεις και τη μαζική εξολόθρευση χιλιάδων πιστών χριστιανών. Σκεφτείτε τώρα ότι μετά το τέλος του Πολέμου ο κόσμος έχει ακόμη νωπή τη μνήμη του Ολοκαυτώματος και της γενοκτονίας των Εβραίων από τους Ναζί-και τα κομμάτια του «παζλ» μπαίνουν στη θέση τους. Με άλλα λόγια, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Ρώμη, όποιες κι αν ήταν οι πραγματικές αμαρτίες της, πλήρωσε με τη φήμη και την εικόνα της τις αμαρτίες του 20ού αιώνα. Φυσικά θα θυμάστε -και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία του πράγματος- ότι οι ίδιοι οι Ρωμαίοι (παράδειγμα, ο Κάτων ο Πρεσβύτερος και ο Κικέρων) αλλιώς έβλεπαν τον εαυτό τους· και θα θυμάστε επίσης ότι στην Αινειάδα του ο Βιργίλιος μιλάει ιδεαλιστικά για μια Ρώμη που κατακτά τους αλαζόνες εχθρούς της αλλά μεταχειρίζεται με ευγενή μεγαλοθυμία τους ηττημένους και επιβάλλει στους ανυπότακτους τον νόμο του δικαίου. Αν έβλεπε αυτές τις ταινίες ο Βιργίλιος θα μελαγχολούσε· φυσικά αν τις έβλεπε ο Κάτων θα αυτοκτονούσε επιτόπου.
 
Όσα μόλις είπα θέτουν ένα σοβαρό ζήτημα: μήπως, τελικά, οι ταινίες αυτές για τη Ρώμη μαρτυρούν και αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για τους ανθρώπους που τις γύρισαν και για τις απόψεις της κοινωνίας τους παρά για την ίδια την ιστορική πραγματικότητα της αρχαίας Ρώμης; Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ταινία όπως το «Κβο Βάντις» ή ο «Μπεν Χουρ» λένε περισσότερα πράγματα για την Αμερική -και, σε μεγάλο βαθμό, για τις χριστιανικές ευρωπαϊκές κοινωνίες της μεταπολεμικής περιόδου- παρά για την ιστορική Ρώμη. Θα πρέπει όμως εδώ να πει κανείς ότι η ανάγνωση του ιστορικού παρελθόντος με τα μάτια του παρόντος και μέσα από το πρίσμα των σύγχρονων εμπειριών μας είναι, σε έναν βαθμό, αναπόφευκτη. Διαβάζουμε και βλέπουμε αναγκαστικά με τα δικά μας μάτια· και αν αρνηθούμε να το κάνουμε αυτό, το πιθανότερο είναι ότι δεν έχουμε και πολλές άλλες δυνατότητες να δούμε και να διαβάσουμε. Από την άποψη αυτή, ο τρόπος με τον οποίο βλέπει, παρουσιάζει και ερμηνεύει τα πράγματα ο κινηματογραφικός φακός δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον αντίστοιχο τρόπο της λογοτεχνίας.
 
Από την άλλη μεριά, ο κινηματογράφος, αντίθετα με άλλες μορφές τέχνης, διεκδικεί μια ασυναγώνιστη μαζικότητα κατανάλωσης των προϊόντων του. Να σας πω πρόχειρα ότι την τελευταία ταινία με ρωμαϊκό θέμα, τον «Μονομάχο», την είδαν εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο - ίσως περισσότερα από δέκα εκατομμύρια, ενώ τα ιστορικά βιβλία και άρθρα που αναφέρονται στον θεσμό των ρωμαϊκών μονομαχιών διαβάζονται συνήθως από μερικές χιλιάδες ανθρώπων, και σε μερικές περιπτώσεις μόνο από κάποιες εκατοντάδες ειδικών. Η διαφορά είναι τεράστια.
 
Φυσικά, υπάρχει και ο αντίλογος - που λέει ότι οι ταινίες που προορίζονται για μαζική κατανάλωση περιέχουν ιστορικές ανακρίβειες και συχνά απλουστεύουν ή δραματοποιούν, ή ακόμη και μελοδραματοποιούν τα γεγονότα, προκειμένου να γίνουν πιο αρεστές στα γούστα του μεγάλου κοινού. Αυτό είναι αλήθεια· άλλωστε, έχω ήδη επισημάνει τέτοιες παραχαράξεις και παραποιήσεις της ιστορίας. Τι κάνουμε, λοιπόν; Απαγορεύουμε στους μαθητές να βλέπουν τις ταινίες για να μην αποκομίσουν λανθασμένες εντυπώσεις για το τι συνέβη τότε; Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό θα ήταν μια άστοχη υπερβολή. Όσοι ενδιαφέρονται συστηματικά και επιστημονικά για την ιστορία δεν θα περιοριστούν σε αυτά που τους προσφέρουν τα κινηματογραφικά στούντιο, αλλά ταυτόχρονα μπορούν να απολαύσουν στην οθόνη τη σκηνοθετική τέχνη και τις νέες τεχνολογίες που ζωντανεύουν με ανεπανάληπτο τρόπο όψεις του αρχαίου κόσμου που παλιότερα μόνο η πιο δυνατή φαντασία μπορούσε (όσο μπορούσε) να μετατρέψει σε οπτικές εικόνες.
 
Και βέβαια, να μην ξεχνάμε το πλατύ κοινό, που αμφιβάλλω αν θα σχημάτιζε ποτέ μια ιδέα για το τι ήταν οι αρχαίες αρματοδρομίες, οι μονομαχίες, ο Αντώνιος, η Κλεοπάτρα και η Ρώμη γενικότερα, αν ο κινηματογράφος δεν είχε ενδιαφερθεί γι᾽ αυτά τα θέματα. Ένας καλός σκηνοθέτης που διαθέτει ένα καλό επιτελείο ηθοποιών, υψηλή τεχνολογική υποστήριξη με τα λεγόμενα «ειδικά εφέ» και που φροντίζει να ενημερωθεί για τις ιστορικές λεπτομέρειες από ειδικούς επιστήμονες - ένας τέτοιος σκηνοθέτης μπορεί να μας διδάξει ιστορία όλους μας. Ένας ενημερωμένος, σύγχρονος και απροκατάληπτος ιστορικός, αν τον ρωτήσετε, θα σας πει ότι η διδασκαλία της ιστορίας στη σχολική αίθουσα μπορεί να συμπληρωθεί με τη διδασκαλία στη σκοτεινή αίθουσα. Πίστευα πάντα, και το πιστεύω τώρα ακόμη περισσότερο, ότι το σπουδαστήριο και το κινηματογραφικό στούντιο μπορούν και πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται. Γι᾽ αυτό και περιμένω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το αποτέλεσμα της συνεργασίας του σκηνοθέτη Όλιβερ Στόουν με τον ιστορικό από την Οξφόρδη, τον Ρόμπιν Λέιν Φοξ, στην υπερπαραγωγή που ετοιμάζει ο πρώτος με θέμα τον μεγάλο μακεδόνα στρατηλάτη, τον Αλέξανδρο.
 
Αποσπάσματα από μία συνέντευξη που έγινε
 
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο ρόλος του ιστορικού συμβούλου μιας χολιγουντιανής υπερπαραγωγής είναι να περισώσει την ιστορική αλήθεια από διαστρεβλώσεις;
 
ΡΟΜΠΙΝ ΛΕΪΝ ΦΟΞ: […] Πάντοτε έχει αξία η προσπάθεια να πεις την αλήθεια, όσο βεβαίως μπορεί να φτάσει κανείς σε μια ιστορική «αλήθεια». Επιπλέον υπάρχουν αναρίθμητα κενά στην ιστορία του Αλέξανδρου. Ξέρουμε, π.χ., τι όψη είχε η σύζυγος του Ρωξάνη; Θα σας πω εγώ: φορούσε γούνινο καπέλο (από γούνα λευκής λεοπάρδαλης), είχε γαλάζια μάτια, το χαμόγελο της έμοιαζε με τη μικρή αλεπουδίτσα της όπερας του Γιάνατσεκ, ήταν εξαιρετικά ζηλιάρα… Τα ξέρουμε αυτά; Δεν έχουμε ιδέα! Οι κινηματογραφιστές φυσικά καλούνται να την περιγράψουν λεπτομερώς. Και εφόσον δεν τη βάλουν να οδηγεί μια BMW φορώντας μπικίνι στην έρημο, η φαντασία τους μπορεί να γεμίσει τα κενά των γνώσεών μας με δημιουργικό τρόπο.
 
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν ξέρω αν συμφωνείτε ότι οι περισσότερες ιστορικές ταινίες του Χόλιγουντ μας αποκαλύπτουν πιο πολλά… για την εποχή που γυρίστηκαν παρά για την εποχή που περιγράφουν.
 
ΡΟΜΠΙΝ ΛΕΪΝ ΦΟΞ: Το Χόλιγουντ φτιάχνει πάντοτε ταινίες για τον εαυτό του. Από το 1973 όλοι εκείνοι που με έπαιρναν τηλέφωνο προσπαθώντας να κάνουν ταινία για τον Αλέξανδρο με ρωτούσαν τρία πράγματα. Πρώτον: ποια ήταν η σχέση του με τους Εβραίους; Τι εννοείτε «καμία σχέση»; Δεν με πίστεψαν ποτέ. Δεύτερον: Τι ναρκωτικές ουσίες έπαιρνε; Τι εννοείτε «μόνο αλκοόλ»; Άλλες καταχρήσεις δεν έκανε;… Τρίτον: Ήταν γκέι, έτσι δεν είναι;… Όπως διαπιστώνετε, οι παραγωγοί του Χόλιγουντ προέρχονται από μια κουλτούρα την οποία απασχολούν αυτά τα ζητήματα: οι Εβραίοι, τα ναρκωτικά και οι γκέι είναι σημαντικά συστατικά της καλιφορνέζικης κοινωνίας.
 
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό τον καιρό οι αρχαίοι ήρωες είναι πολύ δημοφιλείς: ετοιμάζονται ταινίες για τον Λεωνίδα και τον Αχιλλέα, ενώ για τον Μέγα Αλέξανδρο ερίζουν ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ο Μπαζ Λούρμαν, ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Όλιβερ Στόουν. Γιατί τόσο ξαφνικό ενδιαφέρον;
 
ΡΟΜΠΙΝ ΛΕΪΝ ΦΟΞ: Το Χόλιγουντ προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να κάνει ταινία για τον Αλέξανδρο. Κατά καιρούς με έχουν προσεγγίσει ο Γκρέγκορι Πεκ, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Τζορτζ Λούκας και άλλοι πολλοί. Ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιείται τώρα είναι γιατί οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές. Ο "Μονομάχος" είχε τεράστια επιτυχία και αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τον αρχαίο κόσμο, τα ψηφιακά εφέ διευκολύνουν τις υπερπαραγωγές και τα χρήματα που έχουν οι εταιρείες στη διάθεσή τους είναι πολύ περισσότερα από ό,τι στη δεκαετία του 1970. Επιπλέον θα πωληθούν μπλουζάκια Αλέξανδρος, παιχνιδάκια Αλέξανδρος και καπελάκια Αλέξανδρος. Θα βγάλουν, δηλαδή, μια περιουσία παράλληλα με την περιουσία που θα επενδύσουν στο κινηματογραφικό έπος.
 
Γοργόνες και μάγκες

Η τελευταία διευκρίνιση του Ρόμπιν Λέιν Φοξ για τα μπλουζάκια και τα καπελάκια «Αλέξανδρος» μας θυμίζει ότι βρισκόμαστε στις αρχές του 21ου αιώνα και στο μέσο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Ούτε ο Αλέξανδρος ούτε η Ρώμη υποπτεύονταν ότι, εκτός από τις φάλαγγες και τις λεγεώνες, υπάρχει κι άλλος τρόπος να κατακτήσεις τον κόσμο. Το «μάρκετιγκ» δεν είχε εφευρεθεί ακόμη. Ο Όλιβερ Στόουν θα κάνει τον Αλέξανδρο πιο διάσημο από ό,τι είναι, αλλά αυτοί που χρηματοδοτούν την ταινία περιμένουν από την καλή γοργόνα μια πολύ συγκεκριμένη απάντηση.
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»
«Ζει και πουλάει
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου