Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Αρχαϊκή εποχή (700-508 π.Χ.)

Άνοιξη

Χρονολογικά η Αρχαϊκή εποχή αρχίζει με το συμβατικό 700 π.Χ. και τελειώνει το 508 π.Χ., χρονιά που ο Κλεισθένης θεμελίωσε την αθηναϊκή δημοκρατία· θυμόμαστε όμως ότι τα όρια είναι ρευστά και ότι κατά κανόνα ο χωρισμός μιας ιστορικής εξέλιξης σε περιόδους, σε φάσεις κλπ. είναι αυθαίρετος, όπως αυθαίρετο είναι και να καθορίζεται κάποια χρονολογία ως όριο ανάμεσα στη μία και την άλλη περίοδο. Αυτό δε μας εμποδίζει να αναζητούμε κάθε φορά και να μελετούμε, πέρα και πίσω από τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά κάθε περιόδου.
Ιστορικές συνθήκες

Στους δύο αρχαϊκούς αιώνες ο ελληνικός γεωγραφικός χώρος απλώθηκε πολύ. Ο δεύτερος ελληνικός αποικισμός ξεκίνησε στα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα, τότε που οι ίωνες κάτοικοι της Εύβοιας ίδρυσαν τους πρώτους εμπορικούς σταθμούς στην Κάτω Ιταλία, και συνεχίστηκε ως και τον 6ο π.Χ. αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο η Σικελία και η Κάτω Ιταλία αλλά και ολόκληρος ο περίγυρος της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, από την Ισπανία ως την Κριμαία και από την Κυανή Ακτή ως την Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο, να κατέχονται από ισχυρές ελληνικές εγκαταστάσεις.[27]

Τα αίτια του αποικισμού ήταν τη φορά αυτή ποικίλα. Στην τάση για φυγή συντέλεσαν τόσο ο υπερπληθυσμός όσο και οι συχνές, όπως θα δούμε, και έντονες πολιτειακές και πολιτικές αλλαγές και αναστατώσεις. Πολλές φορές η πρωτοβουλία ανήκε σε ευγενείς που είτε είχαν λόγους να εγκαταλείψουν τον τόπο τους είτε φιλοδοξούσαν να τιμηθούν στην καινούργια πατρίδα, όπως όλοι οι οἰκισταί και οι οικογένειές τους. Πέρα από αυτά, οι ελπίδες για δόξα και πλουτισμό συνοδεύονταν από μια δίψα για γνώση και περιπέτεια, από ένα πνεύμα ανήσυχο και φιλόμαθο, σαν του Οδυσσέα.

Στις ιωνικές αποικίες πρωτοεμφανίστηκε και γρήγορα διαδόθηκε στον ελληνικό χώρο ένας καινούργιος, πιο περιορισμένος σε έκταση, τύπος κρατικής οντότητας, η πόλη-κράτος. Σε αντίθεση με τις παλαιότερες επικράτειες, η πόλη-κράτος δε βασιζόταν στη φυλετική συγγένεια αλλά στον τοπικό πατριωτισμό και στη μεγαλύτερη ή μικρότερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Συνήθως την πόλη-κράτος την αποτελούσαν ένας κύριος οχυρωμένος οικισμός και ένας αριθμός από μικρότερες γειτονικές κώμες. Παράδειγμα η Αθήνα και η Σπάρτη, που θα μπορούσαν, ήδη από τα μέσα του 8ου π.Χ. αι., να χαρακτηριστούν πόλεις-κράτη.

Δίπλα στην κατά παράδοση αγροτική οικονομία των ελληνικών εγκαταστάσεων, το πλήθος και η διασπορά των αποικιών πέρα από τις θάλασσες δημιούργησε ζωηρή εμπορική κίνηση: οι αποικίες τροφοδοτούσαν τις μητροπόλεις με πρώτες ύλες, συχνά και με δούλους, και οι μητροπόλεις προμήθευαν στις αποικίες βιοτεχνικά και άλλα προϊόντα. Οι εμπορικές συναλλαγές έγιναν ευκολότερες και πολλαπλασιάστηκαν, όταν οι πόλεις, από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα και μετά, άρχισαν να σφραγίζουν και να κυκλοφορούν επίσημα νομίσματα.

Εμπόριο, νόμισμα, πλούτος - φαινόμενα μεγάλης ανάπτυξης, που όμως είχε και τις αρνητικές της πλευρές. Οι ευγενείς, που πρώτοι εκμεταλλεύτηκαν τις νέες δυνατότητες, άρχισαν να δανείζουν στους αγρότες, με τόκο και με εγγύηση πρώτα τα λιγοστά τους κτήματα, ύστερα και την ελευθερία των ίδιων και της οικογένειάς τους. Αυτός ο δανεισμός ἐπὶ τoῖς σώμασιν, όπως ονομάστηκε, μετάτρεψε πλήθος ελεύθερους αγρότες σε δουλοπάροικους, δημιούργησε έντονα κοινωνικά προβλήματα και αποτέλεσε έναν ακόμα ισχυρό λόγο για πολιτικές ταραχές και μεταρρυθμίσεις.

Το πατροπαράδοτο πολίτευμα της κληρονομικής βασιλείας είχε αρχίσει κιόλας από τον 8ο π.Χ. αιώνα, αν όχι και νωρίτερα, να κλονίζεται, καθώς από τη μια οι βασιλιάδες είχαν την τάση να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους, ή να μην είναι άξιοι να την ασκήσουν, από την άλλη οι διάφοροι εὐγενεῖς, εὐπατρίδαι ή ἄριστοι, συνασπίζονταν να τους ανατρέψουν.[28] Συχνά, χρησιμοποιώντας τον πλούτο τους και τη λαϊκή δυσφορία, το πετύχαιναν όμως η μοιρασιά της εξουσίας δημιουργούσε τριβές και τα περισσότερα αριστοκρατικά πολιτεύματα που καθιδρύθηκαν αποδείχτηκαν βραχύβια.

Πολιτικές επιπτώσεις είχε στα αρχαϊκά χρόνια και η αλλαγή στην πολεμική τακτική. Ο παλιός ηρωικός τρόπος, όπως μας είναι γνωστός από τον Όμηρο, όπου οι μάχες επιμερίζονταν σε μια σειρά από μονομαχίες, καταργήθηκε. Οι συγκρούσεις έγιναν τώρα ομαδικές, καθώς πολλοί μαζί ὁπλῖται συγκροτούσαν μαχητική μονάδα, τη βαριά οπλισμένη φάλαγγα. Συμμετοχή στη φάλαγγα είχαν μόνο όσοι πολίτες μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι τον οπλισμό τους, κάτι που τους έδινε το δικαίωμα να διεκδικήσουν αυξημένα πολιτικά δικαιώματα. Η ικανοποίηση των αξιώσεών τους οδηγούσε σε τιμοκρατικά πολιτεύματα, όπου η εξουσία ήταν μοιρασμένη ανάλογα με τον πλούτο.

Βασιλεία, αριστοκρατία, τιμοκρατία - όλα τα πολιτεύματα κινδύνευαν στα αρχαϊκά χρόνια να ανατραπούν από ισχυρούς και φιλόδοξους άντρες που εκμεταλλεύονταν κάποιο τους αξίωμα για να συγκεντρώσουν δι᾽ ἀπάτης ἢ βίας (Αριστοτέλης) την εξουσία στα χέρια τους και να εγκαθιδρύσουν τυραννίδα,[29] έναν τρόπο διακυβέρνησης που επέτρεπε σε κάποιον «ανεύθυνο να κάνει ό,τι θέλει» (Ηρόδοτος). Πολλά τα μαρτυρημένα κακουργήματα των τυράννων, λίγες οι θετικές τους ενέργειες, αλλά γενικά, ως πολιτικό φαινόμενο, η τυραννίδα, όπου επιβλήθηκε, εξάρθρωσε τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και τελικά διευκόλυνε την πορεία προς τη δημοκρατία.

Η ποικιλία των πολιτευμάτων και οι μεγάλες ταραχές και μεταπτώσεις που προκάλεσαν ας μην επισκιάσουν το γεγονός ότι σταδιακά, μέσα στους δύο αρχαϊκούς αιώνες, οι απλοί πολίτες, το πλήθος, ο δήμος, απόχτησαν φωνή, αντιστάθηκαν στην αυθαιρεσία των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, συνειδητοποίησαν και διεκδίκησαν, συχνά με επιτυχία, τα δικαιώματα τους. Έτσι, οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την κατάργηση της κληρονομικής βασιλείας οδήγησαν πρώτα σε μια σειρά από ολιγαρχικά, αριστοκρατικά ή τιμοκρατικά, πολιτεύματα και στη συνέχεια, με καταλύτη τις τυραννίδες, στη δημοκρατία.

Σημαντική νίκη των πολιτών αποτέλεσε η σύνταξη και η καταγραφή των νόμων. Μπορεί η γραπτή νομοθεσία να ευνοούσε τους ευγενείς και τους πλούσιους, μπορεί και οι παραβάσεις της από τους ισχυρούς να μην ήταν σπάνιες· πάλι όμως, και μόνο η ύπαρξη γραπτών νόμων αποτελούσε σημείο αναφοράς και εγγύηση δικαιοσύνης - και το κέρδος για τις λαϊκές τάξεις ήταν ακόμα μεγαλύτερο, όταν σε δύσκολες στιγμές, με την ολιγαρχική διοίκηση να έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο, το ίδιο το πλήθος διάλεγε και στήριζε στην εξουσία μια προσωπικότητα, δίνοντάς της λευκή εντολή να νομοθετήσει. Τέτοιοι αιρετοί νομοθέται, διαλλακταί ή αἰσυμνῆται, υπήρξαν στα αρχαϊκά χρόνια αρκετοί, ανάμεσά τους, στην Αθήνα, ο Σόλων.
 -----------------
27 Εξαίρεση αποτελούσαν περιοχές όπου κυριαρχούσαν άλλοι λαοί, όπως οι Καρχηδόνιοι στην Ισπανία και τη δυτική Αφρική, οι Ετρούσκοι στην Ιταλία και οι Ασσύριοι στη Φοινίκη.

28 Στα ομηρικά έπη η ανταρσία του Αχιλλέα απέναντι στον πλεονέκτη Αγαμέμνονα και η κοινή προσπάθεια των μνηστήρων να αντικαταστήσουν στην εξουσία τον απόντα Οδυσσέα προοιωνίζουν την εξασθένιση του βασιλικού θεσμού

29 Η λέξη τύραννος, δανεισμένη από την Ανατολή, σήμαινε τον απόλυτο μονάρχη· η σημερινή της σημασία είναι νεότερη.

Κοινωνία

Με τον αποικισμό και τη γεωγραφική εξάπλωση, ο ελληνικός ορίζοντας μεγάλωσε, οι ελληνικοί πληθυσμοί ήρθαν σε επαφή με πλήθος λαούς και οι πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις πολλαπλασιάστηκαν. Από την ελληνική πλευρά, ιδιαίτερα αισθητές τον 7ο π.Χ. αιώνα είναι οι ανατολικές επιδράσεις, που οι περισσότερες, όπως και θα το περιμέναμε, οφείλονται στο συναπάντημα των ελληνικών αποικιών της Μικρασίας με τους ανατολίτες γειτόνους τους.

Τα διάφορα ελληνικά φύλα εξακολούθησαν φυσικά να μιλούν καθένα τη διάλεκτό του, όπως και ο κάθε τόπος το ιδίωμά του· και οι γλωσσικές αποκλίσεις μεταφέρονταν και στις αποικίες, που πάλι η καθεμιά τους κρατούσε τη διάλεκτο και το ιδίωμα της μητρόπολης. Γλώσσα κοινή στα αρχαϊκά χρόνια δεν είχε σχηματιστεί, αλλά βέβαια η συνεννόηση των Πανελλήνων μεταξύ τους δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες.[30]

Η διασπορά του Ελληνισμού στις αποικίες και ο επιμερισμός του σε μικρότερες πολιτικές ενότητες, τις πόλεις-κράτη, αντισταθμίστηκε από ισχυρές ενωτικές δυνάμεις. Οι ιδιαίτερες σχέσεις που γεφύρωναν τις αποκεντρωμένες αποικίες με τις ελλαδικές μητροπόλεις τους, οι ποικίλες συμφωνίες ανάμεσα στις πόλεις-κράτη, οι αμυντικές συμμαχίες, οι θρησκευτικές ενώσεις (ἀμφικτυονίαι), οι πανελλήνιοι αγώνες και τα πανελλήνια μαντεία, γιορτές και προσκυνήματα - όλα αυτά όχι μόνο συγκράτησαν αλλά και δυνάμωσαν στην Αρχαϊκή εποχή την ενότητα και την αυτοσυνειδησία των Ελλήνων.

Εξαιρετική θέση κρατούσε στην κοινωνική ζωή των αρχαϊκών αιώνων η θρησκεία. Τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, τόσο στις περιορισμένες τοπικές λατρείες όσο και στα πανελλήνια ιερά, τόσο στην επίσημη λατρεία των Ολύμπιων, όπως την είχαν καθιερώσει ο Όμηρος και ο Ησίοδος, όσο και στις απόκρυφες οργιαστικές και μυστηριακές της εκδηλώσεις, η αρχαϊκή ευσέβεια ήταν βαθύτερη και εντονότερη παρά ποτέ άλλοτε στον αρχαίο κόσμο. Χαρακτηριστική ήταν η ραγδαία αύξηση της σημασίας του μαντείου των Δελφών,[31] στον ὀμφαλόν της γης, όπου ο αυστηρός και απόμακρος θεός Απόλλωνας είχε παραχωρήσει δίπλα του μια θέση στον πιο λαοφίλητο, οργιαστικό θεό, τον Διόνυσο.
 -----------------
30 Βλ., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

31 Η σημασία του μαντείου ήταν και στο πολιτικό πεδίο μεγάλη, καθώς οι πόλεις έστελναν να ρωτήσουν τον Απόλλωνα οἰκιστήν αν πρέπει ή δεν πρέπει να ιδρύσουν αποικία και πού.

Γράμματα και τέχνες

Στο ηρωικό έπος οι αοιδοί τραγουδούσαν τη ζωή και τα κατορθώματα των αρχόντων της παλιάς μυκηναϊκής εποχής και στα έργα τους χρησιμοποιούσαν όλοι την ίδια ποιητική τυποποιημένη γλώσσα και το ίδιο μέτρο. Αυτή η θεματική και μορφολογική ομοιομορφία καταργήθηκε στα αρχαϊκά χρόνια, καθώς η λυρική ποίηση, που με την άνθισή της επισκίασε το έπος, περιλάμβανε πολλά και ποικίλα ποιητικά είδη. Οι λυρικοί ποιητές ήταν θεματικά αδέσμευτοι και χρησιμοποιούσαν στις συνθέσεις τους διαφορετικές διαλέκτους και λογής λογής μέτρα και ρυθμούς.

Όπως συμβαίνει, οι πολιτικές εξελίξεις και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εποχής είχαν φανερό αντίκτυπο στη λογοτεχνική παραγωγή: η αρχαϊκή ευσέβεια εκδηλώθηκε σε μια σειρά από ύμνους και θρησκευτικά έπη· η αριστοκρατική ιδεολογία, οι πολιτικές ανατροπές, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, οι τυραννίες, το λαϊκό κίνημα - όλα προβλήθηκαν στο έργο σημαντικών λυρικών ποιητών, που οι περισσότεροι έπαιρναν και ενεργό μέρος στα όσα συνέβαιναν.

Ο ποιητικός λόγος δεν έχασε στους αρχαϊκούς αιώνες την κυριαρχία του. Μόνο στο δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα, στην ιωνική Μικρασία, οι φυσικοί φιλόσοφοι και οι λογογράφοι εγκαινίασαν παράλληλα τον ορθολογικό τρόπο σκέψης και την πεζογραφία.

Χαρακτηριστική για την Αρχαϊκή εποχή είναι και η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των πνευματικών κέντρων.

Στα εικαστικά, η γεωμετρική τέχνη, που κυριαρχούσε ως και τον 8ο π.Χ. αιώνα, παραμερίζεται και τη θέση της παίρνει τον 7ο π.Χ. αιώνα η ανατολίζουσα τέχνη. Η αλλαγή είναι μεγάλη, καθώς τα πειθαρχημένα γεωμετρικά σχέδια και τις άσαρκες φιγούρες ανθρώπων και ζώων τις αντικαθιστούν τώρα νέα θέματα, δάνεια από την Ανατολή (άνθη και ζώα εξωτικά, ανθέμια, σφίγγες, γρύπες κ.ά.) ζωγραφισμένα με όγκους και καμπύλες, ασύμμετρα αλλά ρωμαλέα και ζωντανά.

«Η αποδοχή αυτών των νέων ξένων στοιχείων οφείλεται σε βαθύτερες και ουσιαστικότερες ανάγκες του ελληνικού κόσμου, που τότε ακριβώς αναζητεί έναν καινούργιο δρόμο και βρίσκει τις καλλιτεχνικές μορφές που θα τον εκφράσουν σε όλη την ιστορική του διαδρομή. Από την άποψη αυτή ο 7ος αιώνας π.Χ. μπορεί να θεωρηθεί ο πιο γόνιμος και ιστορικά ο πιο σημαντικός για την ελληνική τέχνη. Μέσα στα χρονικά του όρια γεννιέται η μεγάλη ελληνική πλαστική· η αρχιτεκτονική για πρώτη φορά υψώνει λίθινους ναούς και η ζωγραφική - αγγειογραφία- βρίσκει στη μυθολογία το ανεξάντλητο υλικό που θα τη θρέψει για αιώνες.».
 
Βαθμιαία, μέσα στον 7ο π.Χ. αιώνα τα ανατολικά στοιχεία μετουσιώθηκαν και συνδυάστηκαν με την ελληνική καλλιτεχνική παράδοση και ιδιοσυγκρασία. Αποτέλεσμα της σύνθεσης είναι η δυναμική και ισόρροπη, πολύμορφη και πολύχρωμη αρχαϊκή τέχνη, που περνώντας από πολλά στάδια θα κυριαρχήσει ως το τέλος των Περσικών πολέμων. Βασικό χαρακτηριστικό της η στενή σύνδεση με τη θρησκεία.

Ποίηση

Α. Επική ποίηση

Η χρήση της γραφής δεν κατάργησε την προφορική παράδοση. Οι ραψωδοί συνέχισαν να οργανώνονται σε συντεχνίες,[33] να παίρνουν μέρος σε μουσικούς αγώνες, να τραγουδούν στα συμπόσια και στις θρησκευτικές και άλλες γιορτινές συγκεντρώσεις· μόνο που, μετά τη διάδοση της γραφής και την επιτυχία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, αυτή η επαγγελματική ας την πούμε υπόσταση και λειτουργία του έπους συνυπάρχει με τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες ποιητών που συνειδητά επιχείρησαν όχι τόσο να ανταγωνιστούν τον Όμηρο, αλλά να σταθούν δίπλα του και να ολοκληρώσουν την προσφορά του. Αυτοί οι κυκλικοί, όπως ονομάστηκαν, ποιητές έγραψαν έπη που το ένα με το άλλο συμπλήρωναν τα κενά που είχαν αφήσει στην αφήγηση του επικού μυθολογικού κύκλου η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.

Τα έργα των κυκλικών έχουν όλα χαθεί και η απόδοσή τους στον ένα ή τον άλλο ποιητή είναι πολύ αμφίβολη.[34] Σώζονται όμως κάποιες περιλήψεις, ελάχιστα αποσπάσματα και οι τίτλοι.

ΕΠΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Προκαταρκτικά:

Η Τιτανομαχία, έπος του Εύμηλου από την Κόρινθο, διηγόταν τη γένεση των θεών από την πρώτη ένωση του Ουρανού με τη Γη ως τον πόλεμο των Ολύμπιων με τους Τιτάνες και την τελική επικράτηση του Δία.

Θηβαϊκός μυθολογικός κύκλος:

Η Οἰδιπόδεια, του Κιναίθωνα από τη Λακεδαίμονα, διηγόταν την ιστορία του Οιδίποδα.

Η Θηβαΐς, έπος ενός άγνωστου ποιητή, διηγόταν την αποτυχημένη εκστρατεία των Επτά εναντίον της Θήβας.

Οι Ἐπίγονοι, έπος του Αντίμαχου από την Τέω, διηγόταν την εκστρατεία των Επιγόνων, παιδιών των Επτά, που αυτοί κατάφεραν να αλώσουν τη Θήβα.

Τρωικός μυθολογικός κύκλος:

Τα Κύπρια, έπος του Στασίνου ή του Ηγησία από την Κύπρο, διηγόνταν τον γάμο του Πηλέα με τη Θέτιδα, την κρίση του Πάρη, την αρπαγή της Ελένης, τα προκαταρκτικά της εκστρατείας των Αχαιών και όσα έγιναν στα πρώτα εννιά χρόνια του πολέμου ως και την αρχή του δέκατου χρόνου, όπου ξεκινά η Ιλιάδα.

Η Αἰθιοπίς, έπος του Αρκτίνου από τη Μίλητο, άρχιζε εκεί που τελειώνει η Ιλιάδα και διηγόταν όσα έγιναν ως και την ημέρα που ο Πάρης και ο Απόλλωνας σκότωσαν τον Αχιλλέα.

Η Μικρά Ἰλιάς, έπος του Λέσχη από τη Μυτιλήνη, διηγόταν όσα έγιναν από τον θάνατο του Αχιλλέα ως και την κατασκευή του δούρειου ίππου.

Η Ἰλίου πέρσις (= άλωση), έπος του Αρκτίνου από τη Μίλητο, διηγόταν την άλωση της Τροίας και την αναχώρηση των Ελλήνων από την Τρωάδα.

Οι Νόστοι, έπος του Αγίου από την Τροιζήνα, διηγόταν την επιστροφή των πολεμιστών στην πατρίδα τους (εκτός από την επιστροφή του Οδυσσέα).

Η Τηλεγονία, έπος του Ευγάμμωνα από την Κυρήνη, άρχιζε εκεί που τελειώνει η Οδύσσεια και διηγόταν όσα έγιναν ώσπου ο Τηλέγονος, γιος του Οδυσσέα από την Κίρκη, έφτασε στην Ιθάκη και σκότωσε κατά λάθος τον πατέρα του.

Ελάχιστα αποσπάσματα και πληροφορίες σώζονται και για κάποια ακόμα ηρωικά έπη που γράφτηκαν στα αρχαϊκά χρόνια. Ανάμεσά τους τρία τουλάχιστον είχαν τον τίτλο Ἡράκλεια και διηγόνταν τα κατορθώματα του μεγάλου ήρωα των Δωριέων. Έναν άλλο μεγάλο μυθολογικό κύκλο, την Αργοναυτική εκστρατεία, αντιπροσώπευαν τα Ναυπάκτια του Καρκίνου και τα Ἀργοναυτικά του Επιμενίδη (7ος/6ος π.Χ. αι.).

Χαμένα είναι και τα πολλά αρχαϊκά θρησκευτικά-διδακτικά έπη. Τα περισσότερα σχετίζονταν με μυστικές λατρείες και κυκλοφορούσαν ως έργα γραμμένα από μυθικές προσωπικότητες, θείους ἄνδρες σαν τον Ορφέα και τον Μουσαίο, τους μυθικούς τραγουδιστές, ή σαν τον Άβαρη, τον μάντη από τη Σκυθία που ζούσε χωρίς τροφή και ταξίδευε κρατώντας χρυσό βέλος, σύμβολο του θεού Απόλλωνα (Ηρόδοτος). Χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι Θεογονία, Χρησμοί, Τελεταί, Καθαρμοί, Ὕμνοι κ.ά.

Στη θρησκευτική επική ποίηση ανήκουν και οι λεγόμενοι ομηρικοί ύμνοι, μια συλλογή από 33 ύμνους σε διάφορες θεότητες. Προοίμια τους ονομάζει η αρχαία παράδοση, γιατί οι ραψωδοί συνήθιζαν να υμνούν ένα θεό πριν ξεκινήσουν το καθαυτό τραγούδι τους. Είναι βέβαια λάθος να αποδίδονται στον Όμηρο· όμως οι τέσσερις πολύστιχοι αφηγηματικοί ύμνοι[35] (εἰς Δήμητραν, εἰς Ἀπόλλωνα, εἰς Ἑρμῆν και εἰς Ἀφροδίτην) έχουν υψηλή ποιότητα και δεν εκφράζουν μόνο την ευσέβεια αλλά και τη ζωντάνια και την ποιητική μαστοριά της Αρχαϊκής εποχής.

Έντονα θεολογικές και διδακτικές διαστάσεις είχε και ένα χαμένο φιλοσοφικό έπος που αναφέρεται με τον συμβατικό τίτλο Περὶ φύσεως. Ποιητής του ο Ξενοφάνης (6ος/5ος π.Χ. αι.), στοχαστής από την Κολοφώνα της Μικρασίας που όμως το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε στην Κάτω Ιταλία. Εκεί, στην Ελέα, μεταφύτεψε τα σπέρματα της ιωνικής φιλοσοφίας, εκεί λένε πως είχε μαθητή τον κατοπινό ιδρυτή της ελεατικής σχολής, τον Παρμενίδη. Χαρακτηριστική για τη σκέψη του είναι η ρητή διαφωνία του με την ομηρική και ησιόδεια θεολογία, όπου οι θεοί παρουσιάζονται να κάνουν «όλα όσα στους ανθρώπους φέρνουν ντροπή και ψόγο: να κλέβουν, να μοιχεύουν και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον» (απόσπ. 11 DK.)· γι᾽ αυτόν «ένας θεός […] είναι ο πιο μεγάλος, μήτε στην όψη παρόμοιος με τους θνητούς, μήτε στη σκέψη» (απόσπ. 23 DK.). Ο Ξενοφάνης έγραψε ακόμα σατιρικά-επικριτικά τραγούδια, τους Σίλλους, και ελεγείες.

Στα αρχαϊκά χρόνια πρωτοσυναντούμε και μια σημαντική κατηγορία διδακτικών επών, τις τοπικές ιστορίες. Έτσι, για παράδειγμα, ο κυκλικός ποιητής Εύμηλος αφηγήθηκε στα Κορινθιακά τη μυθική προϊστορία της πατρίδας του και στην Εὐρωπία τα σχετικά με την Κεντρική Ελλάδα, που τα πρώιμα εκείνα χρόνια ονομαζόταν Ευρώπη.[36] Παρόμοια είναι και τα έργα του Ξενοφάνη Κολοφῶνος κτίσις και Ὁ εἰς Ἐλέαν τῆς Ἰταλίας ἀποικισμός, όπου περιγράφονταν γεγονότα της πρόσφατης και σύγχρονης ιστορίας. Είναι κρίμα, και για τους ιστορικούς, τα παραπάνω έργα να έχουν όλα χαθεί.[37]

Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι, εκτός από τα ηρωικά και διδακτικά έπη, οι ραψωδοί είχαν στο ρεπερτόριό τους και άλλα τραγούδια, σατιρικά, για να τα τραγουδούν όταν το ζητούσε η ώρα. Τέτοια τραγούδια (παίγνια, «παιχνίδια», τα ονομάζουν οι φιλόλογοι) υπήρχαν από παλιά,[38] αλλά όσα μας είναι γνωστά, ακόμα και όταν η παράδοση τα αποδίδει στον Όμηρο, πιστεύουμε ότι γράφτηκαν στην Αρχαϊκή εποχή.

Πιο συνηθισμένη μορφή στα παίγνια είναι η παρωδία, όπου με τα μεγαλόπρεπα ύφος, γλώσσα και μέτρο του έπους περιγράφονται ηρωικές τάχα συγκρούσεις ανάμεσα σε διάφορα ζωάκια. Μας έχει σωθεί μόνο η Βατραχομυομαχία, με πρωταγωνιστές τον βασιλιά των βατράχων Φυσίγναθο (= Φουσκομάγουλο) και τον άρχοντα ποντικό Ψιχάρπαγα (= Ψιχουλαρπάχτη), αλλά ξέρουμε ότι παρόμοια έργα ήταν και τα χαμένα Γερανομαχία, Ψαρομαχία και Ἀραχνομαχία, που και αυτά η παράδοση τα αποδίδει στον Όμηρο.

Στα παίγνια ανήκουν (και πάλι αποδίδονταν στον Όμηρο) διάφορα ακόμα χαμένα αρχαϊκά έργα: ένα ερωτικό, οι Ἐπικιχλίδες, όπου οι πρωταγωνιστές αδελφοί Κέρκωπες ήταν «πανούργοι, δόλιοι, απατεώνες κόλακες», και ένα για κάποιον χαζό, με το όνομα Μαργίτης, που «πολλές δουλειές εκάτεχε, αλλά σωστά καμία», που δε μπορούσε να μετρήσει πέρα από το πέντε και που παντρεμένος δεν πλησίαζε τη γυναίκα του, γιατί φοβόταν, όπως έλεγε, «μην τον αδικοβάλει στη μαμά της»!
 ---------------
33 Γνωστή είναι η συντεχνία των «Ὁμηριδῶν στη Χίο, που φυσικά ισχυρίζονταν ότι συνέχιζαν αδιάσπαστη την παράδοση του Ομήρου.

34 Οι μαρτυρίες δε συμφωνούν μεταξύ τους, και τυχαίνει μερικά έπη να αποδίδονται και στον ίδιο τον Όμηρο.

35 Η έκτασή τους κυμαίνεται από 545 (ο μεγαλύτερος) ως 293 στίχους. Οι υπόλοιποι ύμνοι, που χρονολογικά ανήκουν σε νεότερες εποχές, καλύπτουν από 60 ως και 4 μόνο στίχους.

36 Ευρώπη ονομάστηκε αργότερα η ηπειρωτική Ελλάδα και στη συνέχεια, τον 5ο π.Χ. αιώνα, ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος, σε αντιδιαστολή με την Ασία.

37 Ανάλογο ιστορικό περιεχόμενο είχαν και τα χαμένα ποιητικά έργα Σμυρνηΐς του Μίμνερμου και Ἰωνικά του Πανύαση.

38 Έτσι και στην Οδύσσεια ο Δημόδοκος στην υπαίθρια σύναξη των Φαιάκων τραγουδά, με ευτράπελη διάθεση, τον παράνομο έρωτα του Άρη και της Αφροδίτης και πώς ο απατημένος σύζυγος, ο Ήφαιστος, τους έπιασε στο δίχτυ.

Β. Λυρική ποίηση

Για να ορίσουμε το έπος χρησιμοποιήσαμε ευδιάκριτα μορφολογικά στοιχεία: τη μεγάλη έκταση, τη σύνθεση κατά στίχο και το δακτυλικό εξάμετρο. Στη λυρική όμως ποίηση ο ορισμός είναι δύσκολος, καθώς και η έκταση και ο τρόπος της σύνθεσης και τα μέτρα ποικίλλουν. Το όνομα λυρική ποίηση δε μας βοηθά. Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι το καθιέρωσαν, γιατί τα περισσότερα λυρικά έργα συνοδεύονταν στην παρουσίασή τους από τη λύρα· παράβλεψαν όμως ότι το ίδιο όργανο συνόδευε και το έπος, και ακόμα ότι ορισμένες κατηγορίες λυρικών τραγουδιών δε συνοδεύονταν από τη λύρα αλλά από τον αυλό. Έτσι, δε μένει άλλο από το να πούμε ότι στη λυρική ποίηση εντάσσουμε όλα τα ποιητικά έργα που δεν ανήκουν στο έπος ή στη δραματική ποίηση, και να επιχειρήσουμε, χρησιμοποιώντας διάφορα κριτήρια, να τα κατατάξουμε σε μικρότερες κατηγορίες.

Πρώτο κριτήριο ο λαϊκός ή όχι χαρακτήρας. Από τη μια ξεχωρίζουμε ορισμένα τραγούδια (εθιμικά και εργατικά τα περισσότερα) που είχαν ολοφάνερα λαϊκό χρώμα και κυκλοφορούσαν ανώνυμα· από την άλλη όλα τα ποιητικά έργα που είχαν συνθέσει επώνυμοι ποιητές και κυκλοφορούσαν με το όνομά τους.

Δεύτερο κριτήριο για να διαιρέσουμε τα επώνυμα έργα σε κατηγορίες είναι ο τρόπος της παρουσίασης. Ξεχωρίζουμε:

(α) Χορικά: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από ένα σύνολο με πολλούς τραγουδιστές, τον Χορό.

(β) Μονωδίες: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από ένα μόνο τραγουδιστή.

(γ) Ελεγείες: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από έναν τραγουδιστή πλαισιωμένο από Χορό, που τον υποστήριζε.

Στον πίνακα που ακολουθεί σημειώνονται και άλλες, μικρότερες κατηγορίες, που τα χαρακτηριστικά τους θα καθοριστούν στη συνέχεια.



Κατάταξη των λυρικών έργων

Η κατάταξη των λυρικών έργων όπως τη βλέπουμε στον πίνακα, παρουσιάζει και μιαν ιδιοτυπία. Αν εξαιρέσουμε τα λαϊκά τραγούδια, που προσαρμόζονται στη διάλεκτο και το ιδίωμα του κάθε τόπου, οι υπόλοιπες κατηγορίες χαρακτηρίζονται και από τη γλωσσική τους μορφή: στις ελεγείες οι ποιητές χρησιμοποιούσαν την τεχνητή γλώσσα του έπους και στους ιάμβους την ιωνική διάλεκτο· και ακόμα, κατά κανόνα οι ωδές γράφονταν στην αιολική διάλεκτο και τα χορικά τραγούδια στη δωρική.

Εύκολα διαπιστώνουμε ότι αυτές οι γλωσσικές προτιμήσεις σχετίζονται άμεσα με τη διάλεκτο της περιοχής όπου αναπτύχτηκε το κάθε ποιητικό είδος και έδρασαν οι κυριότεροι εκπρόσωποί του· σημειώνουμε όμως ότι το ιδιαίτερο διαλεκτικό χρώμα κάθε είδους διατηρήθηκε, τουλάχιστον επιφανειακά, σε όλες τις περιόδους της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και όταν πια το είδος είχε επεκταθεί έξω από τα όρια της αρχικής του κοιτίδας και το καλλιεργούσαν ποιητές που η φυσική τους διάλεκτος ήταν διαφορετική.

Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα πρώιμα λυρικά έργα είναι η συνύπαρξή τους με το μουσικό μέλος.[39] Δεν υπάρχει στην Αρχαϊκή και στην Κλασική εποχή λυρικό ποίημα που να προορίζεται για σιωπηλή ανάγνωση ή για απλή απαγγελία. Τα λυρικά έργα ήταν όλα γραμμένα για να τραγουδιούνται, πολλά και για να χορεύονται. Ήταν οι ίδιοι οι ποιητές που μαζί με τα λόγια συνθέταν τη μουσική και τη χορογραφία, όπου χρειαζόταν, των έργων τους.[40] Μπορεί κάτι τέτοιο να μας παραξενεύει σήμερα που οι ποιητές σπάνια ταυτίζονται με τους μουσικοσυνθέτες και τους χορογράφους, αλλά πρέπει να το δεχτούμε ως πραγματικότητα - μια πραγματικότητα που θα την καταλαβαίναμε καλύτερα, αν δεν ήταν τόσο φτωχές οι γνώσεις μας για την αρχαιοελληνική μουσική και χορό.

Στο περιεχόμενό της η λυρική ποίηση χαρακτηρίζεται από την έντονη προβολή του ποιητή και τον άμεσο σχολιασμό του σύγχρονού του κόσμου. Βέβαια, καμιά ανθρώπινη δημιουργία δε γίνεται να αποδεσμευτεί από τον τόπο της, την εποχή της και την προσωπικότητα του δημιουργού της· ενώ όμως οι επικοί ποιητές εκφράζονταν έμμεσα, τοποθετώντας τα έργα τους σε μια περασμένη μυθική εποχή, οι λυρικοί ποιητές, ακόμα και όταν χρησιμοποιούσαν μύθους,[41] πρόβαλλαν απροκάλυπτα τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους, παρουσίαζαν και σχολίαζαν απερίφραστα την εποχή και τον γύρω τους κόσμο: πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα, καταστάσεις και ό,τι άλλο.
---------------
39 Γι᾽ αυτό η λυρική ποίηση ονομάζεται και μελική.

40 Η λέξη μολπή (μέλπω = τραγουδώ) μπορεί στον Όμηρο να σημαίνει και μόνο το τραγούδι και την ενότητα του τραγουδιού με τον χορό. Ο χορός μόνος ονομαζόταν ὀρχηθμός, ὄρχημα και ὄρχησις.

41 Στην αρχαϊκή λυρική ποίηση «ο μύθος, κυρίως ο μύθος που πέρασε από το φίλτρο της επικής ποίησης, παραθέτει πλάι στο γήινο γεγονός μιαν ανάλογη θεϊκή ή ηρωική εικόνα και έτσι προσδίδει στις εφήμερες ανθρώπινες πράξεις νόημα και αξία», Β. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος, μετάφρ. Δ. Ιακώβ, Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 1981, σ. 83.

Β.i. Χορική ποίηση

Ένας ήταν κάθε φορά ο ποιητής, ο συνθέτης και ο χορογράφος των χορικών τραγουδιών, αλλά το έργο του προοριζόταν να παρουσιαστεί από μιαν ομάδα, τον Χορό. Συνοδευτικά μουσικά όργανα για τα χορικά τραγούδια ήταν η λύρα ή/και ο αυλός, και σχεδόν απαραίτητο στοιχείο της παρουσίασης αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε «χορό»: η συνταιριασμένη με τη μουσική περισσότερο ή λιγότερο ζωηρή κίνηση. Ακόμα, συνηθισμένο ήταν μέσα στον Χορό να ξεχωρίζουν σε καθοδηγητικό ρόλο κάποιοι πρωτοτραγουδιστές και πρωτοχορευτές, οι ἔξαρχοι ή χορηγοί.

Τα μέλη του Χορού επιλέγονταν για την καλή τους φωνή και τη χορευτική τους ικανότητα. Δεν ήταν επαγγελματίες αλλά πολίτες (παιδιά, νέοι και νέες, άντρες και γυναίκες) που τη συμμετοχή τους την έβλεπαν ως ευχάριστη και τιμητική κοινωνική λειτουργία. Κοινωνικές ήταν άλλωστε και οι πολλές και ποικίλες εκδηλώσεις που έδιναν την ευκαιρία στους χορικούς ποιητές να συνθέσουν, να διδάξουν και να παρουσιάσουν τα έργα τους· και δεν είναι λάθος να πούμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τα χορικά τραγούδια συνδέονταν, άμεσα ή έμμεσα, με τη λατρεία των θεών και των ηρώων.

Η φιλολογική παράδοση ξεχωρίζει, ανάλογα με το περιεχόμενο, τρεις μεγάλες κατηγορίες χορικών τραγουδιών:

(α) Οι ύμνοι ήταν τραγούδια όπου ο Χορός, καμιά φορά και ακίνητος, δοξολογούσε θεούς και ήρωες. Στους ύμνους ανήκουν οι παιάνες (ύμνοι λατρευτικοί του Απόλλωνα), οι διθύραμβοι (ύμνοι λατρευτικοί του Διονύσου), οι γαμήλιοι υμέναιοι κ.ά.

(β) Οι θρήνοι ήταν πένθιμα τραγούδια όπου ο Χορός, με στηθοκοπήματα και άλλες ανάλογες κινήσεις, μοιρολογούσε τους νεκρούς.

(γ) Τα εγκώμια ήταν τραγούδια επαινετικά για ζωντανούς ανθρώπους, π.χ. για τυράννους. Στα εγκώμια ανήκουν και τα επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου) και οι επίνικοι (τραγούδια τιμητικά για τους νικητές των αθλητικών αγώνων).

Παραδοσιακοί είναι και μερικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδονται στα χορικά τραγούδια ανάλογα με τον τρόπο που παρουσιάζονταν:

(α) Παρθένεια χαρακτηρίζονταν τα τραγούδια που τραγουδούσαν οι Χοροί των κοριτσιών.

(β) Προσόδια χαρακτηρίζονταν τα τραγούδια που τραγουδούσε ο Χορός καθώς ως λατρευτική πομπή όδευε, με συνοδεία αυλού, προς τους ναούς.

(γ) Υπορχήματα ονομάζονταν τα τραγούδια που συνοδεύονταν από μιμητικές κινήσεις.

Δεν είναι σύμπτωση ότι η χορική ποίηση πρωτάνθισε στη Σπάρτη. Σε αντίθεση με τις πλουσιότερες και πιο εξελιγμένες ιωνικές και αιολικές περιοχές, όπου τα ταξίδια, το εμπόριο και ο συνακόλουθος πλούτος βοηθούσαν να ξυπνήσει και να αναπτυχτεί η ατομικότητα, η αγροτική Σπάρτη και το σεμνό δωρικό ήθος ευνοούσαν την ομαδική περισσότερο παρά την ατομική έκφραση. Άλλωστε, η Σπάρτη του 7ου π.Χ. αιώνα ήταν διαφορετική από την κατοπινή αυστηρή και στρατοκρατούμενη πόλη,[42] όπου τίποτα καινούργιο ή ξένο δε γινόταν δεκτό: ήταν ακόμα ανοιχτή, με πλούσιες γιορτές, τελετές και μουσικές εκδηλώσεις, με ικανούς τεχνίτες που δούλευαν τα μέταλλα και το ελεφαντόδοντο - πόλη όπου ανθούσαν «η παλληκαριά των νέων, η καλλίφωνη Μούσα και η κοινωνική Δικαιοσύνη, που ευνοεί τα όμορφα έργα» (Τέρπανδρος;)·[43] δεν πρέπει να απορήσουμε, όταν αρκετοί πρωτεργάτες της χορικής ποίησης κατάγονταν από άλλες περιοχές, αλλά για ένα διάστημα έδρασαν προσκαλεσμένοι στη Σπάρτη.

ΑΛΚΜΑΝΑΣ (7ος/6ος π.Χ. αι.)

Πατρίδα του ήταν οι Σάρδεις της Μικρασίας, αλλά η δράση του τοποθετείται στη Σπάρτη. Από τα έργα του σώζονται αρκετά αποσπάσματα, τα μεγαλύτερα από ένα Παρθένειο που προοριζόταν να το τραγουδήσει Χορός από δέκα κορίτσια στη γιορτή μιας θεάς, ίσως της Άρτεμης ή της ωραίας Ελένης, που και αυτή ξέρουμε ότι λατρευόταν στη Σπάρτη.

Ξεκινά με την αφήγηση ενός τοπικού πολεμικού μύθου και προχωρά στη διαπίστωση ότι «υπάρχει εκδίκηση από τους θεούς»· στη συνέχεια, το μεγαλύτερο μέρος του τραγουδιού αφορά τις ίδιες τις κοπέλες του Χορού, που παινούν την ομορφιά της μιας και της άλλης, μιλούν για τα μαλλιά, το ντύσιμο και τα στολίδια τους - όλα γελαστά και καλοσυνάτα, με άνεση, ονομαστικά. Έτσι τυχαίνει να γνωρίζουμε σήμερα δέκα κορίτσια που έζησαν, τραγούδησαν και χόρεψαν στη Σπάρτη τον 7ο/6ο π.Χ. αιώνα: εκτός από την Αγιδώ και την Αγησιχόρα, που φαίνεται να είχαν κάποιον ηγετικό ρόλο, ήταν η Ναννώ, η Αρέτη, η Θυλακίδα, η Κλεησιθήρα, η Ασταφίδα, η Φίλυλλα, η Δημαρέτη και η Ιανθεμίδα.[44]

Σε άλλα αποσπάσματα ο Αλκμάνας περιγράφει με εξαιρετική απλότητα τη φύση, δηλώνει πως γνωρίζει «όλες τις μελωδίες των πουλιών», αλλά δεν κρύβει και πως είναι φαγάς και του αρέσει η … φάβα «ζεστή το μεσοχείμωνο» (απόσπ. 5 P.):

Καλό φαγί δε γύρεψε ποτέ του·

σαν τη φτωχολογιά κι αυτός, του φτάνει μόνο

να ᾽χει να τρώει το πιο συνηθισμένο.


Η χορική ποίηση καλλιεργήθηκε και στη Μεγάλη Ελλάδα. Ο Ηρόδοτος διηγείται πώς ο Αρίων από τη Μυτιλήνη, που ζούσε στην αυλή του τυράννου Περίανδρου στην Κόρινθο,[45] επισκέφτηκε τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία, όπου γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Στο ταξίδι του γυρισμού οι ναύτες θέλησαν, λέει, να τον σκοτώσουν για να τον κλέψουν· όμως εκείνος στάθηκε στην πρύμνη, τραγούδησε και πήδησε μόνος στη θάλασσα, όπου ένα δελφίνι, μαγεμένο από τη μουσική του, τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε σώο στο Ταίναρο. Την ίδια πάνω κάτω εποχή, τέλος του 7ου και αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα, στην Ιμέρα της Σικελίας, έδρασε ο Στησίχορος και λίγες δεκαετίες αργότερα, στο Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας, ο Ίβυκος.

ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ (7ος/6ος π.Χ. αι.)

Ο Στησίχορος από την Ιμέρα της Σικελίας έζησε σε δωρικό περιβάλλον και έγραψε χορικά τραγούδια. Ωστόσο, τόσο γλωσσικά όσο και θεματικά τα έργα του συγγενεύουν με το έπος. Τα περισσότερα είναι μυθολογικά-αφηγηματικά, με τίτλους όπως: Γηρυονηίς, Νόστοι,Ὀρέστεια, Θηβαΐς, Ἐριφύλη κ.ά. Πιο γνωστά είναι τα έργα του Ἑλένα και Παλινῳδία, καθώς η παράδοση τα συνδέει με ένα συγκεκριμένο του βίωμα. Είχε, λένε, γράψει για την Ελένη πως ακολούθησε τον Πάρη στην Τροία κλπ., αλλά ως θεά η Ελένη θύμωσε και του στέρησε το φως του. Τυφλός και μετανιωμένος ο Στησίχορος έγραψε τότε την Παλινῳδία,[46] παίρνοντας πίσω όλα όσα είχε πει στο πρώτο τραγούδι:

Δεν είναι αληθινός αυτός ο λόγος·

ούτε μπήκες στα καλάρμοστα καράβια,

ούτε στα κάστρα έφτασες της Τροίας…

(απόσπ. 62 Ρ.) - και αμέσως ανάβλεψε!


Το έργο του Στησίχορου είχε μεγάλη επίδραση και στις εικαστικές τέχνες, όπου συχνά βλέπουμε να εικονίζονται οι δικές του μυθολογικές παραλλαγές, και στους δραματικούς ποιητές που επεξεργάστηκαν αργότερα τα ίδια θέματα. Έτσι, για παράδειγμα η τραγωδία Ἑλένη του Ευριπίδη ακολουθεί την εκδοχή της Παλινωδίας.

Από τα ποιήματά του σώζονται γύρω στα 100 αποσπάσματα, μικρά τα περισσότερα - πολύ λίγα, αν σκεφτούμε ότι οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι είχαν συγκεντρώσει τα έργα του σε 26 βιβλία.

Μελετώντας τον Ίβυκο, που η δράση του τοποθετείται στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα,[47] διαπιστώνουμε μια χαρακτηριστική εξέλιξη. Όσο έμενε στην πατρίδα του, το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας, ακολουθούσε το πρότυπο του Στησίχορου συνθέτοντας μυθολογικά αφηγηματικά τραγούδια με προτίμηση στις σπάνιες και τοπικές παραλλαγές. Αργότερα, όταν έζησε σε ιωνικό περιβάλλον, στην αυλή του Πολυκράτη στη Σάμο, τα τραγούδια του πήραν άλλη, έντονα ερωτική, κατεύθυνση. Από τα έργα του (γραμμένα στην επική ποιητική γλώσσα με κάποιους δωρισμούς) δε σώζονται ούτε εκατό στίχοι· ένα όμως απόσπασμα (263 Ρ.) είναι διαφωτιστικό, καθώς σε αυτό ο Ίβυκος από τη μια κολακεύει, άμεσα, τον τύραννο που τον φιλοξενούσε, από την άλλη εξυψώνει, έμμεσα, τον εαυτό του και την τέχνη του:

και συ, Πολυκράτη, αθάνατη θα έχεις δόξα

απ᾽ το τραγούδι και τη δόξα τη δική μου.

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ (556-468 π.Χ.)

Ὁ Σιμωνίδης τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν

προσαγορεύει, τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν.[48]

Πλούταρχος, Ηθικά 346f

Ο Σιμωνίδης γεννήθηκε στην ιωνική Κέω, τη Τζια, όπου και άρχισε να συνθέτει. Γρήγορα έγινε διάσημος και ταξίδεψε πρώτα στην Αθήνα, προσκαλεσμένος από τους Πεισιστρατίδες, ύστερα στη Θεσσαλία, προσκαλεσμένος από τους πανίσχυρους Σκοπάδες. Αργότερα, στα χρόνια των Περσικών πολέμων, τον συναντούμε πάλι στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε με τον Θεμιστοκλή, και στη συνέχεια στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα των Συρακουσών.

Τα έργα του είναι πολλά και ποικίλα, και αποσπάσματά τους σώζονται αρκετά. Φαίνεται να ήταν ο πρώτος που έγραψε επίνικους, εγκωμιαστικά τραγούδια για τους νικητές των αθλητικών αγώνων, ενώ παράλληλα εξαιρετική επιτυχία είχαν οι θρήνοι, τα επιγράμματα, τα σκόλια και οι διθύραμβοί του. Ο ίδιος καυχήθηκε σε ένα του επίγραμμα πως για τους διθυραμβικούς και μόνο Χορούς που εδίδαξε ανέβηκε πενήντα έξι φορές στο «αγλαό άρμα της εύδοξης Νίκης» (Ελληνική ανθολογία 6.213).

Γράφει ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό:[49] «Στον Σιμωνίδη παρατήρησε την επιλογή των λέξων και την ακρίβεια της σύνθεσης, και ακόμα πρόσεξε πώς ξεπερνά και τον Πίνδαρο, θρηνώντας όχι μεγαλόπρεπα αλλά συμπονετικά.» Μπορούμε και γενικότερα να πούμε πως ο Σιμωνίδης προτίμησε την καλομελετημένη απλότητα από το βαρύ εντυπωσιακό ύφος, και πως αντιμετώπισε την ανθρώπινη μοίρα με φιλοσοφικό στοχασμό και κατανόηση. Δική του είναι η διαπίστωση (απόσπ. 356 Ρ.) ότι στο τέλος

όλα φτάνουν στην αχόρταγη Χάρυβδη,

και οι μεγάλες αρετές κι ο πλούτος.


Όπως σε όλες τις εποχές ο Όμηρος, όπως αργότερα το δράμα, η χορική ποίηση στάθηκε στα αρχαϊκά χρόνια μεγάλο σχολειό για τον δήμο. Στις θρησκευτικές γιορτές και τις άλλες σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις όπου τραγουδιόνταν τα έργα τους, οι χορικοί ποιητές ήξεραν βέβαια και να εκφράσουν και να καθοδηγήσουν το λαϊκό αίσθημα· παράλληλα όμως, με τα μυθολογικά παραδείγματα, με τα γνωμικά, με τους προβληματισμούς και τις προτροπές τους, οι ποιητές διαφώτιζαν ιδεολογικά και προετοίμαζαν το πλήθος για τη βαθμιαία του χειραφέτηση.
----------------
42 Η αλλαγή έγινε μετά το τέλος του δεύτερου Μεσσηνιακού πολέμου (600 π.Χ.), οπότε και πρωτοεφαρμόστηκαν τα αυστηρά μέτρα της παλαιότερης νομοθεσίας του Λυκούργου.

43 Ο Τέρπανδρος από τη Μυτιλήνη, γνωστός και για τους μουσικούς του νεωτερισμούς, είχε βραβευτεί στη Σπάρτη, στη γιορτή του Απόλλωνα, το 674 (;) π.Χ. Τα έργα του, εκτός από ελάχιστους στίχους, έχουν χαθεί.

44 Ο πάπυρος που διασώζει το κείμενο είναι φθαρμένος και με πολλά κενά· οι συμπληρώσεις που προτείνονται είναι αβέβαιες, ορισμένοι υπαινιγμοί του κειμένου μένουν ανεξήγητοι, και γενικά το παρθένειο του Αλκμάνα αποτελεί λαμπρό πεδίο για τους φιλολόγους να δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους και να διαφωνούν.

45 Ο Αρίων, μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, ήταν ο καλύτερος τα χρόνια εκείνα κιθαρῳδός. Από το έργο του δε σώζεται ούτε ένας στίχος.

46 Στα αρχαία ελληνικά το πάλιν δε δήλωνε επανάληψη αλλά αντίθεση: παλινῳδία ήταν «η ωδή που λέει τα αντίθετα».

47 Η γνωστή ιστορία ότι ο Ίβυκος σκοτώθηκε από ληστές, ότι επικαλέστηκε μάρτυρες ένα κοπάδι γερανών που περνούσαν, και ότι πραγματικά τα πουλιά φανέρωσαν αργότερα τους ενόχους, είναι το ίδιο πιστευτή με τη σωτηρία του Αρίωνα από τα δελφίνια και με τον θάνατο του Ομήρου από στενοχώρια όταν δε μπόρεσε να λύσει ένα ψαράδικο αίνιγμα. Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι αρχαίοι επινοούσαν όμορφες ιστορίες για τους ποιητές τους.

48 «Ο Σιμωνίδης ονομάζει τη ζωγραφική ποίηση που σιωπά, και την ποίηση ζωγραφική που μιλά. »

49 Ιστορικός και φιλόλογος της ρωμαϊκής εποχής·

Β.ii. Μονωδίες

Χαρακτηριστικό για τις μονωδίες είναι ότι παρουσιάζονταν, όπως το λέει και η λέξη, μόνο από έναν τραγουδιστή, σε σχετικά μικρό ακροατήριο, μακάρι και σε κλειστό χώρο, με τη συνοδεία της λύρας. Ανάλογα με τη μετρική μορφή ξεχωρίζουμε από τη μια τους ιάμβους, που αναπτύχτηκαν στην Ιωνία, και από την άλλη τις ωδές, που πρωτάνθισαν στη Λέσβο και κράτησαν ως το τέλος το αιολικό τους χρώμα.

Στις μονωδίες ο ποιητής ταυτίζεται με τον τραγουδιστή, μιλά σε πρώτο πρόσωπο, και το τραγούδι του φανερώνει δικές του προσωπικές γνώμες, σκέψεις και συναισθήματα. Από την άποψη αυτή οι μονωδίες είναι η πιο άμεση και ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητας, σίγουρα πιο άμεση και πιο ελεύθερη από τα χορικά τραγούδια, όπου ο ποιητής, ας είναι και μόνο τυπικά, μιλούσε στο όνομα των πολλών.

Είναι χαρακτηριστική η πρώτη στροφή μιας σαπφικής ωδής όπου η ποιήτρια παραμερίζει ρητά όλες τις άλλες προτιμήσεις για να προβάλει αντιθετικά τη δική της (απόσπ. 195 P.):

Άλλοι το ιππικό, άλλοι το πεζικό,

άλλοι τα πολεμικά καράβια λένε πως είναι τ᾽ ομορφότερο (θέαμα)

πάνω στη μαύρη γη· εγώ όμως λέω:

εκείνο που αγαπάει καθένας.

Παρόμοια, ο Αρχίλοχος και ο Ανακρέων διαφωνούν με τους πολλούς, όταν δηλώνουν ότι δεν τους ενδιαφέρει ούτε ο πλούτος ούτε η πολιτική δύναμη.

Μια τόσο αυτόβουλη και προσωπική ποίηση δε μπορούσε παρά να εμφανιστεί και να ανθίσει στις πιο εξελιγμένες ελληνικές περιοχές, στην Ιωνία και στην Αιολίδα, εκεί όπου τα ταξίδια, το εμπόριο και ο συνακόλουθος πλούτος βοηθούσαν να ξυπνήσει και να αναπτυχτεί η ατομικότητα . Έτσι, στον ίδιο χώρο όπου παλιά είχε γεννηθεί και κυριαρχήσει το έπος ανθεί τώρα, στα αρχαϊκά χρόνια, μια ποίηση τελείως διαφορετική, μια ποίηση που τοποθετεί στη θέση των επιταγών του ηρωικού κώδικα τις προτιμήσεις και τη βούληση του κάθε ανθρώπου. Πρέπει να έχουν δίκιο όσοι, ερμηνεύοντας ιάμβους και ωδές, διαπιστώνουν ότι όχι σπάνια οι ποιητές τους ασκούσαν έμμεση αλλά αυστηρή κριτική στα επικά πρότυπα.

Β.ii.α. Ίαμβοι

Η λέξη ἴαμβος είναι προελληνική. Στα ιστορικά χρόνια ως ἴαμβοι ή ἰαμβεῖα χαρακτηρίζονταν στίχοι και ποιήματα συνθεμένα σε ιαμβικό ρυθμό - ρυθμό που «συγγενεύει με την ομιλία περισσότερο από κάθε άλλον· σημάδι, ότι στις μεταξύ μας κουβέντες συμβαίνει να λέμε πολλά σε ιαμβικό ρυθμό» (Αριστοτέλης).[50]

Ιάμβη ονομαζόταν στη μυθολογία μια γριά δούλη στο παλάτι της Ελευσίνας που με τα τολμηρά της αστεία και πειράγματα έκανε τη θεά Δήμητρα να χαμογελάσει, τότε που τριγύριζε απελπισμένη αναζητώντας την κόρη της. Ο μύθος εκφράζει μιαν αλήθεια, καθώς εξαρχής οι ίαμβοι χρησιμοποιήθηκαν για χωρατά και πειράγματα, συχνά και για κατηγόριες: τόσο ο ποιητής του Μαργίτη, όσο και ο Ξενοφάνης στα επικριτικά του ποιήματα, τους Σίλλους, δε δίστασαν να παρεμβάλουν ιαμβικά μέτρα στους δακτυλικούς εξάμετρους στίχους τους. Όλα αυτά συνδέονταν με τη λαϊκή συνήθεια σε ορισμένες γιορτές της Δήμητρας και του Διονύσου να επιτρέπονται κάθε λογής πειράγματα και χοντροκοπιές, που διατυπώνονταν ιαμβικά και τραγουδιόνταν με τη συνοδεία ενός έγχορδου οργάνου που ονομαζόταν ἰαμβύκη.

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (περ. 680-640 π.Χ.)

Τον Άρη ξέρω εγώ ρηγάρχη μου· σ᾽ αυτόν δουλεύω· ωστόσο

με το γλυκό τους χάρισμα με προίκισαν οι Μούσες.


Απόσπ. 1 W.

Γεννήθηκε στην Πάρο τις πρώτες δεκαετίες του 7ου π.Χ. αιώνα. Στο έργο του μνημονεύεται η έκλειψη του ήλιου που έγινε το 648 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν από παλιά αρχοντική οικογένεια, αλλά η μητέρα του δούλη. Νέος ξεκίνησε αναζητώντας την τύχη του στον αποικισμό της Θάσου, αλλά δεν τα κατάφερε να προκόψει. Έζησε ταξιδεύοντας και πολεμώντας εδώ κι εκεί· και τη μια φορά που θέλησε να στεριώσει και να παντρευτεί μια Παριανή από καλό σπίτι, τη Νεοβούλη, ο γάμος του ναυάγησε. Λένε πως τότε, θυμωμένος με τον παρ᾽ ολίγο πεθερό του και τις κόρες του, ο ποιητής τούς κακολόγησε με τους ιάμβους του τόσο ώστε να αυτοκτονήσουν.

Για όλα αυτά, για τους πολέμους, τα ταξίδια, την αγάπη του, ο Αρχίλοχος μίλησε με πάθος και αμεσότητα τη γλώσσα της αλήθειας. Από το έργο του απουσιάζει ο απόμακρος μύθος με τους φανταστικούς πρωταγωνιστές και τις πλαστές καταστάσεις· στο προσκήνιο στέκει ο ίδιος ο ποιητής και περιγράφει τη δική του σύγχρονη πραγματικότητα, δίχως φτιασίδια, ρεαλιστικά, όπως ακριβώς τη βιώνει. Ελεύθερο πνεύμα με έντονη κριτική διάθεση, ο Αρχίλοχος ξεγυμνώνει, και τις περισσότερες φορές στιγματίζει, καταστάσεις και πρόσωπα, πρώτα και πάνω απ᾽ όλα τον εαυτό του.

Λέγεται πως ο Αρχίλοχος, «ζώντας στην πολυτάραχη εποχή των μεγάλων αποικισμών, που αμφισβήτησε τη θέση και τις ταξικές αξίες των ευγενών» (Α. Λέσκι), θέλησε συνειδητά όχι μόνο να απομακρυνθεί ο ίδιος από τα ηρωικά ποιητικά πρότυπα, αλλά και να κατεδαφίσει συστηματικά το αριστοκρατικό ιδεολογικό οικοδόμημα. Έτσι, δε δίστασε να προβάλλει επιδεικτικά στο έργο του πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία που λογικό θα ήταν να τα αποκρύψει. Δεν είχε, για παράδειγμα, κανένα λόγο να φανερώσει ούτε ότι ήταν νόθος, ούτε ότι αρραβωνιασμένος με τη Νεοβούλη ξελόγιαζε τη νεότερη αδελφή της, ούτε ότι σε κάποια μάχη είχε εγκαταλείψει, μεγάλη ντροπή, την ασπίδα του στον εχθρό (απόσπ. 5 W.):[51]

Την ασπίδα μου τη χαίρεται ένας Θράκας,

όπλο αψεγάδιαστο, που άθελά μου το παράτησα σ᾽ ένα θάμνο.

Τον εαυτό μου τον έσωσα! Τι με μέλει η ασπίδα;

Ας χαθεί· γρήγορα θ᾽ αποκτήσω μιαν άλλη, όχι χειρότερη!


Όλα αυτά δεν εμπόδισαν τα τραγούδια του να αγαπηθούν και τη φήμη του να διαδοθεί τόσο ώστε πολλοί να τον τοποθετούν ισάξιο ποιητή δίπλα στον Όμηρο. Από το έργο του, που εκτός από τους ιάμβους περιλαμβάνει ελεγείες, ύμνους και άλλα λυρικά είδη, μας σώζονται αρκετά αποσπάσματα, καθώς στα παπυρικά ευρήματα ήρθαν το 1949 να προστεθούν οι επιγραφές από το Αρχιλόχειο, ένα τέμενος που του αφιέρωσαν στην Πάρο οι συντοπίτες του τον 3ο π.Χ. αιώνα για να τον τιμήσουν.

Στον μύθο της Πανδώρας, όπως τον διηγείται ο Ησίοδος (Έργα 47-105), μια γυναίκα ήταν η αρχή κάθε ανθρώπινης συμφοράς· και γενικά, στις κοινωνίες όπου κυριαρχούν οι άντρες, οι μύθοι, οι λαϊκές διηγήσεις, οι παροιμίες κλπ. (αντίστοιχα και η επώνυμη λογοτεχνία) παρουσιάζουν τις αρνητικές περισσότερο παρά τις θετικές ιδιότητες των γυναικών. Πρώτο μετά τον Ησίοδο παράδειγμα ο Ἴαμβος κατὰ γυναικῶν του Σημωνίδη.

ΣΗΜΩΝΙΔΗΣ (περ. 660-600 π.Χ.)

Λίγο νεότερος από τον Αρχίλοχο, ο Σημωνίδης γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά εγκαταστάθηκε και έζησε ως άποικος στην Αμοργό. Λίγοι στίχοι σώζονται από τις βαρύθυμες βιοσοφικές ελεγείες του· όμως σπάνια τύχη το θέλησε να περισωθεί ένας σχεδόν ολόκληρος ίαμβος: 118 στίχοι, δίχως χάσματα.

Τις γυναίκες, λέει ο ποιητής, τις έπλασε ο Δίας από ζώα: τις πονηρές από την αλεπού, τις κοκέτες από τη φοράδα, τις πανάσχημες από τη μαϊμού, κλπ. κλπ. Ένας ένας παρουσιάζονται γυναικείοι τύποι, με πλήθος ελαττώματα και ελάχιστες αρετές, και το ποίημα καταλήγει στη διαπίστωση ότι μονάχα οι λιγοστές γυναίκες που κατάγονται από τη μέλισσα είναι ευλογία για τους άντρες τους· όλες οι άλλες είναι καταστροφή, μέγιστον κακόν!

Η ιδέα δεν είναι του Σημωνίδη, που παράλλαξε και εκμεταλλεύτηκε στο τραγούδι του μια λαϊκή διήγηση γνωστή και από τους αισώπειους μύθους και από πολλά σύγχρονα νεοελληνικά και ξένα παραμύθια.

Ο Ιππώνακτας (περ. 560-500 π.Χ.) γεννήθηκε στην Έφεσο, αλλά οι τύραννοι τον υποχρέωσαν να μετοικήσει στις Κλαζομενές. Τα τραγούδια του, ρεαλιστικά και αθυρόστομα, όταν δεν αναφέρονται στην αγαπημένη του Αρήτη, κακολογούν τους εχθρούς του, και πάνω απ᾽ όλα διεκτραγωδούν, όχι χωρίς κάποιο χαμόγελο, τη μεγάλη του φτώχεια (απόσπ. 32 W.):

Ερμή, αγαπημένε Ερμή, πολύ κρυώνω! […]

Δώσε μια χλαίνα στον Ιππώνακτα, κι ένα ρουχαλάκι

και πεδιλάκια και μποτάκια και χρυσάφι…

-------------
50 Δεν είναι σύμπτωση πως και ο αντίστοιχος νεοελληνικός ιαμβικός ρυθμός συγγενεύει με την καθημερινή μας ομιλία, όπου συχνά συμβαίνει να τον ακολουθούμε.

51 Το παράδειγμα του, ωστόσο, ακολούθησαν και άλλοι ποιητές: ο Αλκαίος αποκάλυψε ότι στη μάχη για το Σίγειο ο ίδιος σώθηκε «όχι όμως και τα όπλα του, που οι Αθηναίοι τα κρέμασαν στον ναό της γαλανομάτας Αθηνάς» (απόσπ. 184 P.), και πάλι ανάλογες ομολογίες συναντούμε στα έργα του Ανακρέοντα και ενός σημαντικού ρωμαίου ποιητή, του Οράτιου.

Β.ii.β. Ωδές

Οι ωδές είναι, τραγούδια γραμμένα σε ποικίλα μέτρα, συχνά οργανωμένα σε στροφές. Ο χωρισμός τους, ανάλογα με το περιεχόμενο, σε ερωτικές, στασιωτικές και συμποτικές καλύπτει μόνο ορισμένες μεγαλύτερες ομάδες. Ουσιαστικά ο ποιητής μπορούσε σε μιαν ωδή να πει οτιδήποτε και με όποιον τρόπο προτιμούσε. Παράδειγμα το έργο της Σαπφώς, όπου δίπλα στις ερωτικές ωδές συναντούμε προσευχές, μυθολογικές διηγήσεις, στοχασμούς, παιδικά τραγουδάκια, ακόμα και πειράγματα.

Οι δύο πιο γνωστοί ποιητές ωδών, η Σαπφώ και ο Αλκαίος, έζησαν τα ίδια περίπου χρόνια στην αιολική Λέσβο, νησί που ήταν «προορισμένο από τη φύση του να γίνει φορέας ιδιαίτερου πολιτισμού. […] Τα λιόφυτα απλώνονται ως τις κορφές των ψηλών λόφων άφθονες οι φυσικές πηγές ρέουν μέσα στις πεδιάδες, με τα πλατάνια και την πλούσια χλωρίδα. Την άνοιξη το έδαφος καλύπτεται από ανεμώνες, ορχιδέες και αγριοτουλίπες. […] Οι κάτοικοι του νησιού, προστατευμένοι από τη θάλασσα και με όλα τα αγαθά, ανάπτυξαν μιαν ολοζώντανη και ανεξάρτητη ζωή […]. Σε περιβάλλον που εξασφάλιζε άνεση και σιγουριά, η κοινωνία της Λέσβου έφτασε στο απόγειο της ακμής της τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. Την απόδειξη την προσφέρει η εγχώρια ποιητική παραγωγή.»[52]

ΣΑΠΦΩ, (περ. 630-580 π.Χ.)

Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή και τη δράση της Σαπφώς, της δέκατης Μούσας, όπως ονομάστηκε, κυμαίνονται ανάμεσα στην ιστορία και τον θρύλο. Μπορούμε, ωστόσο, να είμαστε βέβαιοι ότι η ποιήτρια ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια, ότι σχετίστηκε με τον Πιττακό και τον Αλκαίο, και ότι για ένα μικρό διάστημα, γύρω στα 600 π.Χ., έζησε εξόριστη για πολιτικούς λόγους στη Σικελία. Την υπόλοιπη ζωή της την πέρασε στη Λέσβο, με τα αδέλφια της, τον άντρα και την κόρη της, και με έναν κύκλο νέων γυναικών που ανάμεσά τους η Σαπφώ κρατούσε τον ρόλο της κορυφαίας.

Τα στοιχεία που έχουμε δε φτάνουν να ορίσουμε με βεβαιότητα τη φύση αυτού του κύκλου, όπου άλλες κοπέλες είχαν έρθει από μακριά, άλλες έφευγαν για να παντρευτούν ή για να προσχωρήσουν σε άλλον ανταγωνιστικό κύκλο. Πρόκειται για θίασο ταγμένο στην υπηρεσία μιας θεότητας, ίσως της Αφροδίτης; Πρόκειται για ένα είδος σχολής, όπου οι μαθήτριες καλλιεργούσαν την ομορφιά, την προσωπικότητα και τις ικανότητές τους στις μουσικές τέχνες; Πρόκειται για μιαν αριστοκρατική ένωση γυναικών ανάλογη με τις αντρικές εταιρείες; Οι λιγοστές μας γνώσεις για την κοινωνία της Λέσβου δε μας επιτρέπουν να αποφασίσουμε, και το ίδιο αινιγματική μάς είναι η πραγματική φύση του έρωτα της Σαπφώς για τις νέες κοπέλες, όπως εκδηλώνεται στο έργο της. Ήταν έλξη ανάλογη με των ανδρών προς τους νέους; Ή μήπως η ποιήτρια εκφράζει απλά και μόνο τον θαυμασμό και το πάθος της για τη γυναικεία ομορφιά, που ξέρουμε ότι στη Λέσβο την πρόσεχαν ιδιαίτερα και την τιμούσαν κάθε χρόνο με καλλιστεῖα;

Κάποιο φως στους προβληματισμούς μας προσφέρει ένα σύντομο απόσπασμα (250 Ρ.) όπου διαβάζουμε: «[…] γιατί δεν επιτρέπεται ν᾽ ακούγεται θρήνος στο σπίτι όσων υπηρετούν τις Μούσες· ούτε και θα μας ταίριαζε κάτι τέτοιο». Αν πραγματικά, όπως παραδίδεται, η Σαπφώ έγραψε αυτούς τους στίχους λίγο πριν πεθάνει ως υποθήκη για την κόρη της, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η ποιήτρια, ίσως με μιαν έννοια άγνωστη σε εμάς, θεωρούσε τον εαυτό της και τον χώρο της αφιερωμένο στις Μούσες.

Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι συγκέντρωσαν το έργο της σε εννέα βιβλία, απ᾽ όπου σήμερα δε σώζονται παρά ελάχιστα (σχεδόν) ολόκληρα τραγούδια, κάποιες στροφές, στίχοι, παπυρικά σπαράγματα, λέξεις - όλα λαμπρά δείγματα γυναικείας ευαισθησίας και εκλεπτυσμένης ποιητικής τέχνης. Ξεχωρίζουν τα επιθαλάμια, χορικά τραγούδια εθιμικά του γάμου, που σε πολλά θυμίζουν τα αντίστοιχα παραδοσιακά νεοελληνικά νυφιάτικα.

Αλλεπάλληλες ήταν οι πολιτικές ταραχές και οι πολιτειακές ανατροπές στα χρόνια της Σαπφώς και του Αλκαίου. Το αριστοκρατικό πολίτευμα που καθιδρύθηκε στη Μυτιλήνη μετά την πτώση των βασιλέων είχε ήδη καταλυθεί δύο φορές από τυράννους, όταν το 590 π.Χ. η πλειοψηφία των πολιτών όρισε αἰσυμνήτην με απεριόριστες εξουσίες τον Πιττακό. Τόσες αλλαγές φυσικό ήταν να έχουν αντίχτυπο όχι μόνο στη ζωή αλλά και στο έργο των λυρικών ποιητών, λιγότερο στη γυναικεία ποίηση της Σαπφώς, περισσότερο στην αντρική ποίηση του Αλκαίου.

ΑΛΚΑΙΟΣ (περ. 625-570 π.Χ.)

Ο Αλκαίος ήταν άνθρωπος της δράσης. Ως αριστοκράτης πήρε ενεργό μέρος σε πολιτικούς αγώνες που τον έφεραν αντιμέτωπο τόσο με τους τυράννους όσο και με τον Πιττακό - και ας είχαν αρχικά συμμαχήσει οι δυο τους εναντίον της τυραννίδας, και ας είχαν πολεμήσει μαζί τους Αθηναίους στο Σίγειο. Αποτέλεσμα ήταν ο ποιητής, για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, να τριγυρίζει εξόριστος, στη Θράκη, στη Λυδία, στην Αίγυπτο και αλλού, ώσπου ο Πιττακός τον αμνήστευσε.

Πολλά τραγούδια του χαρακτηρίζονται στασιωτικά (στάσις = επαναστατικό κίνημα), καθώς εκφράζουν πολιτικές θέσεις και συστήνουν αγωνιστική δράση. Ο Αλκαίος τα έγραφε για να τραγουδηθούν, κρυφά ή φανερά, από τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του, σε κάποιαν αριστοκρατική εταιρεία - και ίσως να ήταν η ανάγκη για συνωμοτική μυστικότητα που οδήγησε έναν ποιητή γνωστό για την αμεσότητα της έκφρασης και τη λιτότητα των ποιητικών του μέσων να χρησιμοποιήσει συχνά σε αυτά τα τραγούδια εικόνες αλληγορικές. Εδώ πρωτοσυναντούμε, για παράδειγμα, την τόσο συνηθισμένη αργότερα αλληγορία της πόλης που κλυδωνίζεται σαν καράβι στην τρικυμία.

Το έργο του Αλκαίου, συγκεντρωμένο από τους αλεξανδρινούς σε δέκα βιβλία, περιλάμβανε ακόμα ύμνους, ερωτικά, μυθολογικά και μια σειρά από συμποτικά, τραγούδια του κρασιού, που είναι, όπως έγραψε, φαρμάκων ἄριστον. Απ᾽ όλα αυτά μάς σώζονται ελάχιστα (σχεδόν) ολόκληρα τραγούδια και αρκετά αποσπάσματα, τα περισσότερα παπυρικά.

Τα συμπόσια ήτανε πάντα[53] ευκαιρία για τους άρχοντες να διασκεδάσουν, να φάνε και να πιουν όσο τραβά η καρδιά τους, να κουβεντιάσουν, να ανταλλάξουν πειράγματα, να ακούσουν και να πουν τραγούδια, να χαρούν με τις αυλητρίδες και τις εταίρες της συντροφιάς. Νωρίς, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της ξεγνοιασιάς, της χαλάρωσης και του ερωτισμού, σχηματίστηκε μια ειδική κατηγορία τραγουδιών, τα συμποτικά. Κυριότερος εκπρόσωπος του είδους στα αρχαϊκά χρόνια ο Ανακρέων.

ΑΝΑΚΡΕΩΝ (περ. 570-490 π.Χ.)

Μεθυσμένος από έρωτα.

Απόσπ. 312 Ρ.

Ο Ανακρέων γεννήθηκε στην Τέω της Μικρασίας· όμως γύρω στα 540 π.Χ., όταν οι Πέρσες επιτέθηκαν στην Ιωνία, οι κάτοικοι της Τέω μετανάστεψαν και εγκαταστάθηκαν στα Άβδηρα της Θράκης. Ο ποιητής τούς ακολούθησε, αλλά ήταν ήδη αρκετά διάσημος ώστε γρήγορα να βρεθεί προσκαλεσμένος στην αυλή του Πολυκράτη, στη Σάμο. Μετά τον θάνατο του τυράννου, το 523 π.Χ., ο Ανακρέοντας εξακολούθησε να ζει ως αυλικός ποιητής, προσκαλεσμένος από τον Ίππαρχο, στην Αθήνα. Το άγαλμά του έστεκε αργότερα στην Ακρόπολη και τον παρίστανε μεθυσμένο, να τραγουδά.

Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι συγκέντρωσαν το έργο του σε τρία βιβλία με ωδές, ένα με ελεγείες και ένα με ιάμβους. Με καλοδιαλεγμένες λέξεις και εικόνες, ο Ανακρέων τραγούδησε πάνω απ᾽ όλα τον έρωτα και το κρασί· ωστόσο, στα αποσπάσματα που μας έχουν σωθεί συναντούμε και ύμνους και θρήνους και τραγούδια με κοροϊδευτικό περιεχόμενο. Με όλα αυτά, και καθώς τα έργα του είναι γραμμένα σε ιωνική διάλεκτο, ο Ανακρέων πρέπει να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα στους ποιητές των ωδών και τους ιαμβογράφους.
--------------
52 S. Μ. Bowra, Αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, μετάφρ. I. Καζάζης, Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 1980, τ. Α', σ. 201-2.

53 Ας θυμηθούμε και τα ομηρικά συμπόσια, θεών και ανθρώπων, καθώς και τα λόγια του Οδυσσέα στον Αλκίνοο, όταν του λέει ότι οι χαρές των συμποσίων είναι το κάλλιστον, το «ωραιότερο», στη ζωή (ι 11).

Β.iii. Ελεγείες

Στις ελεγείες ανήκουν όλα τα ποιητικά έργα που είναι γραμμένα σε ελεγειακό δίστιχο, ένα δίστιχο όπου ο πρώτος και μεγαλύτερος στίχος του ταυτίζεται με τον δακτυλικό εξάμετρο στίχο του έπους, και ο δεύτερος, λίγο μικρότερος, αποτελεί διπλή επανάληψη του πρώτου μέρους ενός δακτυλικού εξαμέτρου. Η μικρότερη δυνατή ελεγεία απαρτίζεται από ένα μόνο δίστιχο, οι άλλες από μιαν ακολουθία από δίστιχα, όσα χρειαστούν.

Η λέξη ἐλεγεία (ἐλεγεῖον, ἔλεγος) είναι μικρασιάτικη, ίσως φρυγική, αλλά η αρχική σημασία της μας είναι άγνωστη. Στην αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή παράδοση η ελεγεία συνδέεται πολλαπλά με τον θρήνο· καθώς μάλιστα ως ποιητικό είδος η ελεγεία πρωτοεμφανίστηκε στη μικρασιατική Ιωνία, φαίνεται πιθανό η απώτερη προέλευσή της να είναι από τον ανατολίτικο θρήνο, όπως π.χ. τον περιγράφει ο ποιητής της Ιλιάδας (Ω 719-76). Ανατολική προέλευση είχε πιθανότατα και το μουσικό όργανο που συνόδευε την εκφορά της ελεγείας, ο αυλός. Ο πολυχρωματικός, μακρόσυρτος, διαπεραστικός ήχος του συνταιριάζει και αυτός απόλυτα με το θρηνητικό κλίμα.[54]

Αινιγματικός είναι και ο τρόπος εκφοράς του ελεγειακού διστίχου. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να φανταστούμε έναν αρχιτραγουδιστή να τραγουδά τον πρώτο στίχο και γύρω του ένα Χορό να παρεμβαίνει, επαναλαμβάνοντας ένα μέρος του στίχου που μόλις άκουσε. Αυτός ο τρόπος απαντά στις επιτάφιες τελετές, αρχαίες και νεότερες, όταν σαν Χορός οι παριστάμενοι στηρίζουν το κεντρικό πρόσωπο του θρήνου· απαντά όμως και σε άλλες, ανοιχτόκαρδες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως στα συμπόσια, όταν ένας πάρει να τραγουδά και ολόκληρη η παρέα συμμετέχει στο τραγούδι του, παρεμβάλλοντας γυρίσματα ή επαναλαμβάνοντας, μισόν ή ολόκληρο, τον στίχο που μόλις έχει ακούσει.[55]

Όποια και αν ήταν η μακρινή προέλευση και ο αρχικός τρόπος εκφοράς της, στα ιστορικά χρόνια που τη συναντούμε η ελεγεία έχει ολοκληρώσει τη μορφολογική της τελείωση και έχει επεκταθεί σε πολλά και ποικίλα θεματικά πεδία. Ουσιαστικά, οι λυρικοί ποιητές μπορούσαν να εκφράσουν σε ελεγειακά δίστιχα οποιοδήποτε συναίσθημα, σκέψη κλπ.· και όταν μιλούμε για πολεμικές, ερωτικές, πολιτικές και γνωμικές ελεγείες, άλλο δεν κάνουμε πάλι από το να ξεχωρίζουμε τις μεγαλύτερες και πιο συνηθισμένες κατηγορίες.

Έχοντας αναπτυχτεί στην Ιωνία και ακολουθώντας δακτυλικά μέτρα και ρυθμούς, η ελεγεία φυσικό ήταν να υιοθετήσει και την ποιητική γλώσσα του έπους· όμως και πάρα πέρα: ιδιαίτερα σε θέματα όπως ο πόλεμος, όπου το έπος είχε προηγηθεί, οι ελεγειακοί ποιητές βλέπουμε να έχουν δεχτεί πλήθος επικές επιδράσεις, να υιοθετούν όχι μόνο λέξεις και εκφράσεις αλλά και σκέψεις και εικόνες που μας είναι γνωστές από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
-----------------
54 Θρηνητικές ελεγείες υπήρξαν σίγουρα πολλές· όμως δε σώθηκε παρά μόνο μία, αυτή που έγραψε ο Αρχίλοχος όταν σε ένα ναυάγιο χάθηκαν πολλοί Παριανοί.

55 Έτσι εκφέρονται σήμερα τα λαϊκά δίστιχα (μαντινάδες, στιχουπλάκια, κοτσάκια κλπ.), που συχνά αυτοσχεδιάζονται από τον πρώτο τραγουδιστή, όπως και τα μοιρολόγια.

Β.iii.α. Πολεμική ελεγεία

Όταν γύρω στα 675 π.Χ. οι ελληνικές αποικίες της Μικρασίας κινδύνευαν από τις επιδρομές των Κιμμερίων, ο Καλλίνος από την Έφεσο προσπάθησε, όπως βλέπουμε στη μία και μόνη ελεγεία του που μας σώθηκε, να ξεσηκώσει τους νέους να αντισταθούν με γενναιότητα. Σε ένα άλλο μικρό απόσπασμα (2 W.) ο ποιητής παρακαλεί τον Δία να βοηθήσει:

Λυπήσου τους Σμυρνιούς· […]

θυμήσου αν σου θυσίασαν κάποτε όμορφα

μεριά από βόδια…


ΤΥΡΤΑΙΟΣ (περ. 660-600 π.Χ.)

Μερικές δεκαετίες μετά τον Καλλίνο και από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, στη Σπάρτη, ο Τυρταίος εμψύχωνε με τα ελεγειακά του τραγούδια τους λάκωνες πολεμιστές του δεύτερου Μεσσηνιακού πολέμου. Αν ο ίδιος ήταν Δωριέας, το πιθανότερο, ή Ίωνας από την Αθήνα ή τη Μίλητο, όπως παραδίδεται, δεν έχει τόση σημασία, καθώς έγραφε στην επική γλώσσα, όπως το απαιτούσε η παράδοση του είδους - και είναι ολοφάνερες οι επιδράσεις που δέχτηκε ο εικονικός-ποιητικός του λόγος από τον Καλλίνο και τον Όμηρο.

Μας σώζονται τέσσερις ελεγείες, όλες πολεμικές - «θούρια», όπως θα τις ονομάζαμε σήμερα. Παραμερίζοντας ρητά μεγάλες και αναγνωρισμένες αξίες (τις αθλητικές επιδόσεις, την ομορφιά, τον πλούτο, την ευγλωττία, ακόμα και τη βασιλική εξουσία), ο Τυρταίος εξυμνεί την παλληκαριά στον πόλεμο ως ύψιστη αρετή για κάθε νέο - και βέβαια το προσέχουμε ότι οι οδηγίες που δίνει για τη σωστή συμπεριφορά στη μάχη αφορούν την καινούργια πολεμική τακτική, της φάλαγγας

Β.iii.β. Ερωτική ελεγεία

Στον Μίμνερμο από την Κολοφώνα (7ος/6ος π.Χ. αι.) αποδίδουμε το ξεκίνημα της ερωτικής ελεγείας, γιατί ξέρουμε πως αγάπησε μιαν αυλητρίδα, τη Ναννώ,[56] και γιατί στους στίχους του όπου κακολογεί τα γεράματα (απόσπ. 1 W.) εύχεται να πεθάνει όταν πια δε θα γνοιάζεται για τη «χρυσή Αφροδίτη»,

κρυφές αγάπες, μειλίχια δώρα και κρεβάτι,

που είναι της νιότης άνθη ελκυστικά,

γι᾽ άντρες και για γυναίκες.


Κατά τα άλλα, στα λιγοστά αποσπάσματα που μας σώζονται, συναντούμε μυθολογικές σκηνές και ιστορικές αφηγήσεις για τους πολέμους της Κολοφώνας και της Σμύρνης εναντίον των Λυδών - ελεγείες που σωστά χαρακτηρίζονται αφηγηματικές.
-------------------
56 Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι έδωσαν το όνομά της στο ένα από τα δύο βιβλία όπου είχαν συγκεντρώσει τα έργα του.

Β.iii.γ. Πολιτική ελεγεία

Η πολιτική ελεγεία συγγενεύει από τη μια με την πολεμική, απ᾽ όπου ίσως να προέρχεται, από την άλλη με τη γνωμική, καθώς συχνά οι γνώμες και οι συμβουλές αφορούν πολιτικά θέματα. Αν την ξεχωρίζουμε, είναι γιατί την αντιπροσωπεύει μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Αρχαϊκής εποχής, ο Σόλωνας, που μεταχειρίστηκε το ελεγειακό σχήμα για να καταγράψει ποιητικά τη δράση του και τις πολιτικές του υποθήκες.

ΣΟΛΩΝ (περ. 640-560 π.Χ.)[57]

Αθηναίος από αρχοντική οικογένεια, έμπορος και ταξιδευτής, ο Σόλων διακρίθηκε στην πολιτική ζωή όταν σαραντάχρονος, γύρω στα 600 π.Χ., αγνόησε τη σχετική απαγόρευση, προσποιήθηκε τον τρελό και κατάφερε με ένα πατριωτικό, σαν του Τυρταίου, τραγούδι να ξεσηκώσει τους Αθηναίους να πολεμήσουν τους Μεγαρίτες, να ανακτήσουν τη χαμένη Σαλαμίνα και «να ξεπλύνουν τη βαριά ντροπή» (απόσπ. 3 W.).

Δεν ήταν η μόνη φορά που με την ποίησή του επιχειρούσε να παρέμβει στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας. Στην κινημένη περίοδο που ακολούθησε το νομοθετικό έργο του Δράκοντα (620; π.Χ.), ο Σόλων υπογράμμιζε στα τραγούδια του τα αγαθά της ευνομίας σε αντίθεση με τη δυσνομία, που οδηγούσε σε συμφορές, στιγμάτιζε την αχορταγιά των ηγεμόνων, που

κλέβουν κι αρπάζουν, χωρίς να λογαριάζουν

μήτε ιερό μήτε δημόσιο κτήμα

(απόσπ. 4 W.)


και καταδίκαζε τον δανεισμό ἐπὶ τοῖς σώμασιν, που εξαιτίας του πολλοί Αθηναίοι πουλιόνταν δούλοι σε ξένους τόπους.

Στο ηθικό-θρησκευτικό πεδίο ο ποιητής πίστευε πως ο κόρος οδηγεί στην ύβρη, πως ο Δίας όλα τα βλέπει, η Δίκη όλα τα ξέρει, και η τιμωρία των αδίκων μπορεί να αργήσει, αλλά σίγουρα θα έρθει για τους φταίχτες ή για τα παιδιά τους. Με όλα αυτά, και ακόμα με τη «Μοίρα, που φέρνει στους θνητούς και τα καλά και τα κακά», και με «τα δώρα των αθάνατων θεών, που άνθρωπος δε μπορεί να τ᾽ αποφύγει» (απόσπ. 13 W.), ο Σόλων από τη μια συνέχισε και προχώρησε τη σκέψη του Ησιόδου, από την άλλη προανάγγειλε τους προβληματισμούς της τραγωδίας, ιδιαίτερα του Αισχύλου.

Το 594 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι τον εκλέξαν διαλακτήν με έκτακτες εξουσίες, ο Σόλωνας πολιτεύτηκε με φρόνηση και δικαιοσύνη, σε τέλεια συμφωνία με τις απόψεις που είχε εκθέσει ποιητικά: βελτίωσε τη νομοθεσία για τον δανεισμό, έτσι που να απελευθερωθούν πολλοί Αθηναίοι, κατάργησε ορισμένα χρέη, ώστε η γεωργική γη να λαφρύνει από τις υποθήκες, και οδήγησε το τιμοκρατικά πολίτευμα ένα βήμα πιο κοντά στη δημοκρατία - όλα με μέτρο. Το μεταρρυθμιστικό του έργο το είχε εκθέσει ο ίδιος σε ένα ιαμβικό τραγούδι, απ᾽ όπου μας σώζονται αρκετοί στίχοι, όπως αρκετοί στίχοι, πάνω από διακόσιοι, σώζονται και από τις ελεγείες του.
--------------
57 Ο Κροίσος, ο τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας, βασίλεψε από το 560 ως το 547 π.Χ. Η συνάντησή του με τον Σόλωνα, όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος, είναι θρύλος.

Β.iii.δ. Γνωμική ελεγεία

Γνωμικές ελεγείες, συμβουλευτικές, βιοσοφικές, ή όπως αλλιώς τις ονομάσουμε, και γράφτηκαν και σώθηκαν αρκετές. Ξεχωρίζουμε δύο, του Ξενοφάνη από την Κολοφώνα: μία όπου ο ποιητής περιγράφει τη σωστή τάξη των συμποσίων (τη γιορταστική ατμόσφαιρα, τα όμορφα λόγια, τη συγκρατημένη οινοποσία), και μία όπου συγκρίνει την ωφέλεια που έχουν οι πολιτείες από τους αθλητές με την ωφέλεια που έχουν από τους διανοούμενους, και συμπεραίνει ότι «δεν είναι δίκαιο να προτιμά κανείς τη σωματική ρώμη από την αγαθή σοφία» (απόσπ. 2 DK.).

ΘΕΟΓΝΗΣ (περ. 570-500 π.Χ.)

Στον Θέογνη από τα Μέγαρα αποδίδεται μια συλλογή από μικρές και μεγάλες ελεγείες (1400 συνολικά στίχοι), όπου καταγράφονται γνώμες, συμβουλές και διαπιστώσεις για ποικίλα θέματα, πατριωτικά, πολιτικά, κοινωνικά κλπ. Η συλλογή περιέχει και τη σφραγίδα του Θέογνη, αλλά κάποιες ιδεολογικές και άλλες διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι ελεγείες μάς πείθουν ότι δεν ανήκουν όλες στον ίδιο ποιητή. Έτσι, υποθέτουμε ότι στην αρχική συλλογή των τραγουδιών που είχε συνθέσει ο Θέογνης για να καθοδηγήσει ένα νεαρό του φίλο, τον Κύρνο, ήρθαν με τον καιρό να προστεθούν και ελεγείες συνθεμένες από άλλους ποιητές.

Στο σύνολό της η συλλογή χαρακτηρίζεται από συντηρητικό πνεύμα, εχθρικό προς κάθε νεωτερισμό και κοινωνική ανακατάταξη. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τους αριστοκρατικούς να τραγουδούν τα τραγούδια της στα συμπόσιά τους, και η υπόθεσή μας ενισχύεται από το γεγονός ότι η συλλογή περιέχει και τέσσερις μικρούς ύμνους (στον Απόλλωνα, στην Άρτεμη κ.ά.), σαν αυτούς που ξέρουμε ότι οι αρχαίοι τραγουδούσαν πριν από κάθε συμπόσιο.

Γνωμικές ελεγείες έγραψε και ο Φωκυλίδης από τη Μίλητο (6ος π.Χ. αι.), που τα έργα του ξεκινούσαν όλα με τη σφραγίδα Καὶ τόδε Φωκυλίδεω («Κι αυτό του Φωκυλίδη»). Από τα ελάχιστα αποσπάσματα που μας έχουν σωθεί, το μεγαλύτερο, γραμμένο σε δακτυλικούς εξαμέτρους, έχει το ίδιο θέμα με τον Ἴαμβον κατὰ γυναικῶν του Σημωνίδη

Β.iii.ε. Επιγράμματα

Αρχικά η λέξη ἐπί-γραμμα σήμαινε γενικά την επιγραφή, οποιοδήποτε κείμενο, ποιητικό ή πεζό, ήταν γραμμένο πάνω σε κάτι, π.χ. σε κάποιο ανάθημα, σε ένα άγαλμα, ή σε έναν τάφο. Στη γραμματολογία ονομάζουμε επιγράμματα μόνο τις εξαιρετικά σύντομες ποιητικές συνθέσεις, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τον προορισμό τους.

Το επίγραμμα απαιτεί ποιητική μαστοριά, καθώς το νόημα πρέπει να ολοκληρωθεί σε περιορισμένη έκταση, να διατυπωθεί επιγραμματικά, όπως λέμε, δηλαδή με μεγάλη συντομία και επιδεξιότητα. Κυρίαρχο μέτρο στα επιγράμματα ήταν το ελεγειακό δίστιχο. Μονόστιχα ή και δίστιχα επιγράμματα συνθεμένα σε δακτυλικό εξάμετρο, ή σε άλλα μέτρα, υπήρχαν, αλλά ήταν σπάνια.

Πιο συνηθισμένα στα αρχαϊκά χρόνια ήταν τα επιτάφια επιγράμματα, προορισμένα να χαραχτούν σε ταφικά μνημεία, όπου συχνά τα ανακαλύπτουν στις ανασκαφές οι αρχαιολόγοι.

Στα περισσότερα επιτάφια επιγράμματα, ιδιαίτερα σε όσα μας σώζονται ως επιγραφές, το όνομα του ποιητή παραμένει άγνωστο. Τυχαίνει όμως να μας έχουν σωθεί και επιγράμματα που κατά την παράδοση ήταν έργα του ενός ή του άλλου γνωστού ποιητή, π.χ. του Σιμωνίδη, που αρχαίες πηγές τού αποδίδουν πλήθος πετυχημένα επιγράμματα, ανάμεσά τους και το γνωστό επίγραμμα για τους Σπαρτιάτες μαχητές στις Θερμοπύλες.

Β.iv. Λαϊκά τραγούδια

Ἄλει, μύλα, ἄλει·

καὶ γὰρ Πιττακὸς ἄλει,

μεγάλας Μυτιλήνας βασιλεύων.


Πολύ αργά, στα νεότερα μόνο χρόνια, αναγνωρίστηκε η αξία της ανώνυμης λαϊκής ποιητικής παραγωγής, που βέβαια στην αρχαιότητα κανείς δε σκέφτηκε να την καταγράψει. Έτσι, μόνο από καλή τύχη μάς σώζονται κάποια αρχαιοελληνικά δημοτικά τραγούδια, εργατικά, εθιμικά, λιανοτράγουδα κλπ. (ελάχιστα μπροστά στο μεγάλο πλήθος που σίγουρα υπήρχε), και που η επίδρασή τους, μορφολογική και θεματική, ανιχνεύεται σε μεγάλους ποιητές, στον Όμηρο, στη Σαπφώ κ.ά.

Εργατικό τραγούδι για τον χερόμυλο είναι η προμετωπίδα, και μεταφράζεται:

Άλεθε, μύλε, άλεθε,

γιατί άλεθε κι ο Πιττακός,

ο βασιλιάς της τρανής Μυτιλήνης.


Οι νεότεροι συγγραφείς που παραθέτουν το τραγούδι διευκρινίζουν ότι πραγματικά ο Πιττακός, τύραννος της Μυτιλήνης στα χρόνια του Αλκαίου, δούλευε ο ίδιος τον χερόμυλο, για να γυμναστεί εντατικά σε μικρό χώρο, αλλά και για να ετοιμάσει το φαγητό του!

Εθιμικά τραγούδια σώζονται αρκετά, ανάμεσα τους το χελιδόνισμα, που το τραγουδούσαν τα παιδιά την άνοιξη, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, αναγγέλλοντας ότι έφτασε το πρώτο χελιδόνι και μαζεύοντας δώρα. Εθιμικό τραγούδι ήταν και η εἰρεσιώνη, που την τραγουδούσαν πάλι τα παιδιά, όταν το φθινόπωρο κρεμούσαν στις πόρτες κλαρί ελιάς τυλιγμένο με μαλλί (εἶρος) και στολισμένο με καρπούς, για το καλό του χρόνου:

Φέρε σύκα, ειρεσιώνη, και χοντρά ψωμιά,

μες στο κιούπι φέρε μέλι, φέρε λάδι…


Ειδική κατηγορία αποτελούσαν τα σχόλια, λιανοτράγουδα με ποικίλο περιεχόμενο, που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. Τα τραγουδούσαν με συνοδεία λύρας στα συμπόσια, όταν ερχόταν η ώρα να κρατήσει καθένας με τη σειρά του ένα κλαδί μυρτιάς και να πει ένα τραγουδάκι, από τα γνωστά ή καινούργιο, μακάρι δικό του εκείνης της στιγμής, αυτοσχέδιο.

Έχουμε την τύχη να μας σώζεται μια συλλογή από 25 αττικά σχόλια, τετράστιχα ή δίστιχα τα περισσότερα, σε διάφορα μέτρα. Ο λαϊκός χαρακτήρας είναι σε ορισμένα ολοφάνερος, π.χ.

Μακάρι να γινόμουνα μαλαματένιο γκόλφι,

μια όμορφη να με φορεί, γυναίκα μυαλωμένη
.[58]

Συμβαίνει όμως παρόμοια σχόλια να παραδίδονται και με το όνομα γνωστών ποιητών, του Σιμωνίδη, του Αλκαίου, του Ανακρέοντα κ.ά.
 --------------
58 Εἴθ᾽ ἄπυρον καλὸν γενοίμην μέγα χρυσίον
και με καλὴ γυνὴ φοροίη καθαρὸν θεμένη νόον (455 Ρ.)·
πρβ. π.χ. το νεοελληνικό
Στα παχουλά σου τα λαιμά, τα γαλακτοπλασμένα,
ήθελα να ᾽μαι μενταγιό με μια χρυσή καδένα.

Γ. Δραματική ποίηση

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο άκμασε στα κλασικά χρόνια· όμως οι ρίζες του είναι πανάρχαιες και τα πρώτα του βήματα ανιχνεύονται στην Αρχαϊκή εποχή, τον 6ο π.Χ. αιώνα.

«Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι το έπος, η λυρική ποίηση και το δράμα είναι ποιητικά είδη που συνυπάρχουν στη δυτική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα όμως, όπου δημιουργήθηκαν ως φορείς μεγάλης ποίησης […], αυτά τα ποιητικά είδη άκμασαν διαδοχικά και όχι παράλληλα. Όταν παρακμάζει το έπος, προβάλλει η λυρική ποίηση, και όταν αυτή πλησιάζει στο τέλος της, γεννιέται το δράμα.» (Μ. Σνελ[59])

Ο Αριστοτέλης δεν αφήνει καμιάν αμφιβολία. Η τραγωδία, γράφει, αναπτύχτηκε ἀπό τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον (Ποιητική 1449a), δηλαδή από τους κορυφαίους τραγουδιστές που καθοδηγούσαν τους Χορούς όταν έψαλλαν λατρευτικά τραγούδια για τον Διόνυσο. Έτσι, οι ρίζες του θεάτρου πρέπει να αναζητηθούν στην εξέλιξη του διθυράμβου.

Κατά τον Ηρόδοτο, «ο Αρίων ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ξέρουμε να συνέθεσε, να ονομάτισε και να δίδαξε διθύραμβο, στην Κόρινθο» (1.23), στην αυλή του Περίανδρου. Ωστόσο, ο διθύραμβος[60] ήταν πολύ νωρίτερα γνωστός, π.χ. στον Αρχίλοχο, που έγραψε (απόσπ. 120 W.):

Ξέρω ν᾽ αρχίσω πρώτος όμορφο τραγούδι του Διονύσου,

διθύραμβο, όταν το κρασί σαν κεραυνός μου φλόγισε τα φρένα.


Ως λατρευτικό τραγούδι ο διθύραμβος είχε στο περιεχόμενό του αφηγηματικά και στην παρουσίασή του μιμητικά στοιχεία. Με την καθοδήγηση των εξαρχόντων του ο Χορός θα διηγόταν, και με τις χορευτικές κινήσεις του θα αναπαριστούσε, τα πάθη και τα κατορθώματα του θεού.

Νωρίς, μέσα στον 6ο π.Χ. αιώνα υποθέτουμε, οι εξάρχοντες ξεκίνησαν σιγά σιγά να παρεμβαίνουν στο τραγούδι, αντιπροσωπεύοντας κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο της αφήγησης. Έτσι ο κορυφαίος τραγουδιστής απόκτησε ξεχωριστό ρόλο και μπορούσε, με την υποθετική του ταυτότητα, να υποκρίνεται, δηλαδή να απαντά στις ερωτήσεις του Χορού. Στα αρχαία ελληνικά ὑποκρίνομαι σημαίνει «απαντώ», και ὑποκριτής είναι αρχικά «αυτός που δίνει απαντήσεις», αργότερα και ο ηθοποιός.

Αρκετά νωρίς, υποθέτουμε, εμφανίστηκαν και διθυραμβικά τραγούδια που πια δεν αναφέρονταν στον Διόνυσο, αλλά διηγόνταν ιστορίες για άλλους θεούς και ήρωες. Χαρακτηριστικό είναι ένα πολύ νεότερο παράδειγμα, ο διθύραμβος Θησεύς του Βακχυλίδη: ο Χορός, που τον αποτελούν, υποτίθεται, Αθηναίοι της εποχής του μύθου, ρωτά τον βασιλιά Αιγέα, που παριστάνεται από τον κορυφαίο, γιατί ακούστηκε πολεμικό σάλπισμα· και αυτός απαντά πως πλησιάζει την Αθήνα ένας άγνωστος νέος, φοβερός και τρομερός, σκοτώνοντας στον δρόμο του πλήθος θηρία και ληστές - ο Θησέας.

ΘΕΣΠΗΣ (6ος π.Χ. αι.)

Αθηναίος από τον δήμο της Ικαρίας (το σημερινό Διόνυσο),[61] ο Θέσπης αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της τραγωδίας. Θρυλικό είναι το άρμα του Θέσπιδος, ένας διονυσιακός θίασος που τάχα τριγύριζε στους δήμους της Αττικής παρουσιάζοντας τις πρωιμότερες γνωστές θεατρικές παραστάσεις. Βέβαιο είναι μόνο πως πρώτος ο Θέσπης παρουσίασε τραγωδία στα Μεγάλα Διονύσια, στα χρόνια της 61ης Ολυμπιάδας (536-533 π.Χ.), τότε που την Αθήνα κυβερνούσε ως τύραννος ο Πεισίστρατος, γνωστός για τη φιλική του στάση απέναντι στη διονυσιακή λατρεία. Αν το έπαθλο που του δόθηκε ήταν ένας τράγος, όπως παραδίδεται, τότε αρχικά η λέξη τραγῳδία σήμαινε «τραγούδι για τον τράγο».

Αρχαίες πηγές μαρτυρούν ακόμα πως ο Θέσπης πρόσθεσε στα διθυραμβικά τραγούδια τον πρόλογο και τις ρήσεις, δηλαδή τα πρώτα ομιλητικά μέρη, και πως επινόησε τις υφασματένιες μάσκες. Και αν ακόμα οι παραπάνω νεωτερισμοί είχαν προετοιμαστεί ή προεξοφληθεί από τη φυσική εξέλιξη του διθυράμβου, ο Θέσπης ήταν που διαμόρφωσε την πρώιμη τραγωδία και καθιέρωσε τις τραγικές παραστάσεις ως οργανικό μέρος της αθηναϊκής λατρείας του Διονύσου.

Από τα έργα του μας σώζονται τέσσερις τίτλοι και πέντε μικρά αποσπάσματα, που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι είναι δικά του.
---------
59 Β. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος, μετάφρ. Δ. Ιακώβ, Αθήνα 1981 (Μ.Ι.Ε.Τ.) σ. 81.

60 Η λέξη διθύραμβος είναι ξενική, και θα διαδόθηκε στην Ελλάδα μαζί με τη λατρεία του Διονύσου.

61 Ο αρχαίος δήμος πήρε το όνομά του από τον μυθικό Ικάριο, που ο Διόνυσος του δίδαξε την καλλιέργεια των αμπελιών και την παραγωγή του κρασιού.

Οι αρχές της πεζογραφίας

Σε όλες τις εποχές, ο πεζός λόγος, απλός ή φροντισμένος, προφορικός ή γραπτός, κυριαρχεί στην επικοινωνία των ανθρώπων.

Στα αρχαϊκά χρόνια κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα πλήθος μύθοι[62] (ή αἶνοι), φανταστικές, σύντομες και διδακτικές ιστορίες με ζώα (καμιά φορά και με ανθρώπους, θεούς, φυτά, ή και άψυχα αντικείμενα). Η παράδοση τους αποδίδει στον Αίσωπο, θρυλικό πρόσωπο που υποτίθεται ότι έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τον Βίο του, ο Αίσωπος ήταν δούλος από τη Φρυγία, στοιχείο που συμφωνεί με την ανατολική, όπως πιστεύουμε, προέλευση των μύθων.

Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσαν και πλήθος σύντομες και καλοδιατυπωμένες γνώμες (ή αποφθέγματα) που αποδίδονταν σε διάφορους σοφούς, π.χ. το Γνῶθι σαυτόν στον Θαλή, το Μηδὲν ἄγαν στον Σόλωνα, το Μελέτη τὸ πᾶν στον Περίανδρο. Μπορεί ως ομάδα οι Επτά σοφοί να μνημονεύονται πρώτη φορά από τον Πλάτωνα (4ος π.Χ. αι.)· όμως τα ιστορικά πρόσωπα που κατονομάζονται στους διάφορους καταλόγους των Επτά σοφών ανήκουν όλα στα αρχαϊκά χρόνια.

Ένας από τους σοφούς, ο Θαλής, ήταν χρονολογικά ο πρώτος μιας σειράς από διανοητές που παραμέρισαν τη μυθολογική και θεολογική ερμηνεία του κόσμου και ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για θέματα φυσικής και κοσμολογίας. Τους ονομάζουμε φυσικούς φιλοσόφους, φυσιολόγους, ή προσωκρατικούς.[63] Τα συγγράμματά τους, που οι μεταγενέστεροι τους έδιναν τον συμβατικό τίτλο Περί φύσεως, έχουν όλα χαθεί· ωστόσο, οι θεωρίες τους μας είναι σε γενικές γραμμές γνωστές από συγγραφείς νεότερους, που μερικές φορές έχουν διασώσει και τις αρχικές διατυπώσεις. Το ίδιο ισχύει και για φιλοσόφους σαν τον Θαλή και τον Πυθαγόρα, που πιστεύουμε ότι δεν άφησαν πίσω τους τίποτα γραπτό.

ΦΥΣΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ[64]

Ο Θαλής από τη Μίλητο (7ος/6ος π.Χ. αι.) ασχολήθηκε με οικονομικά, μηχανικά, γεωγραφικά, αστρονομικά, μαθηματικά και κοσμολογικά θέματα. Αρχή των όντων (Αριστοτέλης) δίδαξε ότι ήταν το νερό.

Μαθητής, είπαν, του Θαλή, ο Αναξίμανδρος από τη Μίλητο (περ. 610-545 π.Χ.) επιδόθηκε ιδιαίτερα στην αστρονομία και στη γεωγραφία, όπου σχεδίασε τον πρώτο χάρτη του ουρανού και της γης. Αρχή των όντων υποστήριξε πως ήταν το άπειρο, «αγέννητο, άφθαρτο και αθάνατο».

Μαθητής του Αναξίμανδρου, ο Αναξιμένης από τη Μίλητο (περ. 590-525 π.Χ.) καθόρισε ως αρχή των όντων τον αέρα, που «όταν αραιώνει γίνεται φωτιά, όταν πυκνώνει γίνεται πρώτα σύννεφο, ύστερα νερό, ύστερα χώμα και τέλος πέτρα» (απόσπ. Α 5 DK.).

Διαφορετική, λιγότερο ορθολογική, μυστικιστική σχεδόν κατεύθυνση ακολούθησε ο Πυθαγόρας (περ. 575-485 π.Χ.). Γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά εγκατάλειψε την πατρίδα του, για να αποφύγει την τυραννία του Πολυκράτη, και εγκαταστάθηκε στην Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας. Γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του πλήθος οπαδούς και η σχολή του (πολιτική εταιρεία και θρησκευτικός θίασος περισσότερο παρά διδασκαλείο) φημίστηκε τόσο για την ξεχωριστή προσωπικότητα και τη σοφία του ιδρυτή της όσο και για τον αυστηρό τρόπο ζωής των Πυθαγορικών. Αρχή των όντων για τον Πυθαγόρα ήταν η μονάς, δηλαδή οι αριθμοί στη σχέση τους με το άπειρο και το κενό. Περισσότερο γνωστή είναι η θεωρία του για τη μετεμψύχωση: η ψυχή, υποστήριζε, είναι αθάνατη και μεταπηδά από τον ένα στον άλλο ζωντανό οργανισμό, άνθρωπο ή ζώο, ανάλογα με τη συμπεριφορά της.[65]

Ανάμεσα στους Επτά σοφούς μνημονεύονται και νομοθέτες, όπως ο Λυκούργος, που η ρήτρα του[66] χρονολογείται τον 8ο/7ο π.Χ. αιώνα, και ο Σόλων, που οι νόμοι του, χαραγμένοι σε ξύλο, σώζονταν ακόμα στην Αθήνα τον 1ο/2ο αιώνα μ.Χ. Τέτοια κείμενα διατυπώνονταν φυσικά με ακρίβεια, σε πεζό λόγο, παρόμοια με τα ψηφίσματα, τις συμφωνίες ανάμεσα σε πόλεις και άλλα επίσημα κείμενα, που τις περισσότερες φορές καταγράφονταν σε σκληρή ύλη για να εκτεθούν δημόσια.[67]

Καταλογάδην, δηλαδή σε πεζό λόγο, γράφτηκαν στα αρχαϊκά χρόνια και ορισμένα, χαμένα σήμερα, έργα θεολογικά, όπως το Περὶ θυσιῶν του Επιμενίδη από την Κρήτη (7ος/6ος π.Χ. αι.) και η Θεολογία του Φερεκύδη από τη Σύρο (περ. 584-500 π.Χ.). Στα τελευταία αρχαϊκά χρόνια ανήκει και το πρώτο γνωστό μας ιατρικό σύγγραμμα, το Περὶ φύσεως του Αλκμαίωνα από την Κρότωνα, μαθητή του Πυθαγόρα. Στα ελάχιστα αποσπάσματα που σώθηκαν διαβάζουμε ότι «ξεκάθαρη γνώση για όσα δε φαίνονται και για τα ανθρώπινα έχουν μόνο οι θεοί· εμείς ως άνθρωποι πρέπει να περιοριστούμε σε τεκμήρια» (απόσπ. Β 1 DK.).

Πρώτος ο ομηρικός Οδυσσέας διηγήθηκε στους Φαίακες τα θαλασσινά του ταξίδια και περίγραψε τους τόπους και τους λαούς που συνάντησε. Στα αρχαϊκά χρόνια οι αντίστοιχες ταξιδιωτικές περιγραφές δεν είναι πια μυθικές. Έτσι, προς το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα ο Σκύλακας από τα Καρύανδα της Καρίας ταξίδεψε με πλοίο από τον Ινδό ποταμό ως το Σουέζ καταγράφοντας τις αποστάσεις, τα χαρακτηριστικά των ακτών και πληροφορίες για τα έθνη που τις κατοικούσαν. Το έργο του, γνωστό με τον τίτλο Περίπλους, έχει χαθεί, όπως και άλλα παρόμοια έργα διάφορων θαλασσοπόρων. Σώζεται μόνο, σε μετάφραση της Ελληνιστικής εποχής, ο Περίπλους ενός Καρχηδόνιου, του Άννωνα, που ταξίδεψε νότια, έξω από τις Στήλες του Ηρακλή (Γιβραλτάρ) και εξερεύνησε ένα μέρος από την αφρικανική ακτή του Ατλαντικού.

Ο Σκύλακας και άλλοι συγγραφείς που προς το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα έγραψαν έργα γεωγραφικά, εθνολογικά, γενεαλογικά κλπ. θεωρήθηκαν, κιόλας από τα αρχαία χρόνια, πρόδρομοι των ιστοριογράφων, και ονομάστηκαν λογογράφοι (ή λογοποιοί), δηλαδή πεζογράφοι, σε αντίθεση με τους εποποιούς, που είχαν γράψει ανάλογα έργα σε στίχους. Σπουδαιότερος ανάμεσά τους ο Εκαταίος από τη Μίλητο.[68]

ΕΚΑΤΑΙΟΣ (περ. 560-480 π.Χ.)

Είτε μαθήτεψε στον Αναξίμανδρο, όπως παραδίδεται, είτε όχι, ο Εκαταίος ανατράφηκε στο φωτισμένο πνευματικό κλίμα της Μιλήτου, που τόσα πρόσφερε στην πρώιμη επιστημονική σκέψη. Ταξίδεψε πολύ, γνώρισε τον κόσμο και με τα έργα του φρόντισε να μεταδώσει στους άλλους τη γνώση του για πρακτική χρήση. Σημαντική είναι και η παρέμβασή του στα κοινά, όταν με ανθρωπογεωγραφικά επιχειρήματα (και με δικό του χάρτη της γης!) προσπάθησε να αποδείξει στους συμπολίτες του ότι η επανάσταση που σχεδίαζαν οι ιωνικές πόλεις εναντίον των Περσών ήταν καταδικασμένη να αποτύχει (όπως και απότυχε), αν δε χρησιμοποιούσαν τον πλούτο του ναού του Απόλλωνα για να εξοπλίσουν στόλο.

Ο χάρτης αποτελούσε μέρος ενός μεγαλύτερου συγγράμματος, γνωστού με τον τίτλο Περιήγησις (= παρουσίαση, ξενάγηση), όπου περιγράφονταν αναλυτικά, η μια μετά την άλλη, όλες οι ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου πόντου: οι αποστάσεις, τα δρομολόγια, οι χώρες, ο πολιτισμός και η ιστορία των λαών που τις κατοικούσαν.

Ο Εκαταίος ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια που μετρούσε δεκαέξι γενιές· έτσι, δεν απορούμε μαθαίνοντας ότι έγραψε και έργο με τον συμβατικό τίτλο Γενεαλογίαι, όπου προσπάθησε ακόμα και τους μυθικούς ήρωες να τους εντάξει σε ορθολογικό χρονολογικό πλαίσιο.

Από τα συγγράμματά του σώζονται λίγα μόνο αποσπάσματα, αρκετά για να μας δείξουν το απλό, ανεπιτήδευτο ύφος του.
-------------
62 Ο όρος μύθος που χρησιμοποιείται για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος δεν πρέπει να συγχέεται με τη συνηθισμένη σήμερα λέξη μύθος (μυθικός, μυθολογία κλπ.), που χαρακτηρίζει τις διηγήσεις για τους θεούς και τους ήρωες της προϊστορίας.

63 Για πολλούς ισχύει και ο χαρακτηρισμός υλοζωιστές, καθώς πίστευαν ότι η πρωταρχική ύλη αποτελούσε συνάμα και την αρχή της ζωής.

64 Για περισσότερα βιογραφικά κ.ά. στοιχεία βλ. Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι

65 Στους φυσικούς φιλοσόφους συγκαταλέγονται ακόμα ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής και ορισμένοι στοχαστές του 5ου π.Χ. αιώνα Ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής)).

66 Η νομοθεσία της Σπάρτης ονομάστηκε ῥήτρα, δηλαδή «συμφωνία» ανάμεσα στον νομοθέτη και τον λαό. Αποσπάσματά της μας διασώζει ο Πλούταρχος (1ος/2ος μ.Χ. αι.) στον βίο του Λυκούργου.

67 Εξαιρετική τύχη μάς διάσωσε και ένα ιδιωτικό γράμμα από το δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα, χαραγμένο σε πινακίδα από μολύβι: ένας έλληνας έμπορος, ο Αχιλλόδωρος, παραπονιέται ότι τον εξαπάτησε κάποιος Σκύθης.

68 Στους λογογράφους ανήκουν ακόμα ο Ακουσίλαος από το Άργος και ο Φερεκύδης από την Αθήνα.

Επιλεγόμενα στην Αρχαϊκή εποχή

Θαυμαστή ήταν η ποικιλία της Αρχαϊκής εποχής σε λογοτεχνικά είδη, σε συγγραφείς και σε έργα, σε ιδέες, σε εξελίξεις κλπ.· όμως με λύπη διαπιστώνουμε ότι από όλον της τον πλούτο ελάχιστα είναι τα έργα που μας σώθηκαν, και σχεδόν όλα αποσπασματικά. Εξαιρώντας τους Ομηρικούς Ύμνους και τη Βατραχομυομαχία, κανένα άλλο κείμενο ή συγγραφέας της Αρχαϊκής εποχής δεν έχει δική του, άμεση, χειρόγραφη παράδοση. Ό,τι μας σώθηκε, το χρωστούμε σε επιγραφές, σε παπυρικά σπαράγματα και στην έμμεση παράδοση, δηλαδή σε νεότερους συγγραφείς που παραθέσαν μέσα στα δικά τους έργα λέξεις, φράσεις, στίχους - αποσπάσματα από τα έργα των ποιητών και των πεζογράφων των αρχαϊκών αιώνων.

Χαρακτηριστικό για την Αρχαϊκή εποχή είναι ότι οι περισσότεροι διανοούμενοι (ποιητές, φιλόσοφοι κλπ.) είναι αριστοκράτες και πήραν οι ίδιοι ενεργό μέρος στις ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις της εποχής, στους αποικισμούς, στους πολέμους, στους πολιτικούς αγώνες, στο νομοθετικό έργο κλπ. Ενδιαφέρουσα και η στάση τους απέναντι στους τυράννους, που κατά κανόνα έδειχναν εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις τέχνες:[69] μερικοί (όπως ο Αλκαίος, ο Ιππώνακτας, ο Πυθαγόρας) τους αποστρέφονταν· άλλοι, (όπως ο Αρίων, ο Στησίχοος, ο Σιμωνίδης, ο Ανακρέων) δέχονταν ευχαρίστως να φιλοξενηθούν τιμητικά και να εργαστούν στις αυλές τους.

Κυρίαρχη ποιητική μορφή ο λυρισμός, στις ποικίλες μορφές του. Είτε με την ομαδική φωνή του Χορού τραγουδούσαν οι ποιητές είτε με τη δική τους, το τραγούδι δεν αφορούσε το μυθικό παρελθόν αλλά τη σύγχρονή τους ζωή, τις χαρές και τους καημούς της, τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, το μεγαλείο και τη μιζέρια της. Ακόμα και όταν οι λυρικοί ποιητές αναφέρονταν στον μύθο, δεν το έκαναν για να αφηγηθούν μιαν όμορφη παλιά ιστορία, όπως οι επικοί, αλλά για να αντιπαραθέσουν τα περασμένα με τα τωρινά, να προβάλουν άμεσα ή έμμεσα τον μύθο ως προτρεπτικό ή αποτρεπτικό παράδειγμα, ή και για να τον αξιοποιήσουν ως επιχείρημα.

Τέλος, στην Ιωνία, όπου οι επαφές με τους ανατολικούς λαούς ευνοούσαν τις πνευματικές αναζητήσεις, μια σειρά από στοχαστές εγκαινιάσαν, ήδη στην Αρχαϊκή εποχή, την επόμενη φάση της πνευματικής ιστορίας: με τον πρώτο αυτό διαφωτισμό, η φιλοσοφία, η ιατρική και άλλες επιστήμες απομακρύνονται από τη μυθική και ποιητική τους παράδοση, εμπιστεύονται τον ορθολογισμό και αξιοποιούν τον πεζό λόγο. Τη σημασία αυτής της κίνησης θα την καταλάβουμε καλύτερα, όταν γνωρίσουμε την παραπέρα πορεία και ολοκλήρωσή της μέσα στους δύο αιώνες που ακολουθούν.
 ------------------
69 Το ενδιαφέρον των τυράννων για τα γράμματα και τις τέχνες εξηγείται εύκολα, καθώς ο πολιτισμός, όπως ονομάζουμε σήμερα τις αντίστοιχες εκδηλώσεις, από τη μια υπηρετούσε τη φήμη τους, από την άλλη ομόρφαινε, π.χ. στις δημόσιες γιορτές, την εικόνα της εξουσίας. Το τελευταίο αυτό (σημαντικό για δυνάστες που η κυριαρχία τους βασιζόταν στην υποστήριξη του πλήθους) εξηγεί και την ιδιαίτερη εύνοια που έδειξαν οι τύραννοι στη λατρεία του κοσμαγάπητου λαϊκού θεού, του Διονύσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου