Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ

1. Ἤ προ­σω­κρα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης

       Ὁ ὁ­ρι­σμός τοῡ Zeller[1] σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο «σο­φί­α», «στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­δο­χή τοῦ ὅ­ρου, σή­μαι­νε πάν­τα ἐ­κτός ἀ­πό τή θε­ω­ρη­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου καί μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά στή ζω­ή», δι­και­ώ­νε­ται μέ τόν Ξε­νο­φά­νη, τόν ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἀ­πό τήν Κο­λο­φώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἄν καί δέν ἔ­δρα­σε πο­λι­τι­κά, ὅ­πως ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, οὔ­τε ρί­ζω­σε σέ μί­α πό­λη, δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα: τήν πο­λι­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει ὁ λό­γος του ὅ­τι «ἡ σο­φί­α» εἶ­ναι κύ­ριος συν­τε­λε­στής τῆς εὐ­νο­μί­ας καί τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης (Β 2.19,22). Τό ἀ­γω­νι­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ πνεύ­μα­τός του ἐκ­δη­λώ­νει ἡ πο­λε­μι­κή στά ψεύ­δη τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Ὁ­μή­ρου καί τοῦ Ἡ­σι­ό­δου καί τό θαρ­ρα­λέ­ο κή­ρυγ­μα γιά τόν ἕ­να λο­γι­κό θε­ό, κυ­βερ­νή­τη τῶν «πάν­των». Τά βι­ο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να φα­νε­ρώ­νουν μί­α φύ­ση ἀ­νει­ρή­νευ­τη πού ζή­τη­σε νά ἀ­νοι­χθεῖ στόν χῶ­ρο τῆς ζω­ῆς καί τῆς γνώ­σης: ὁ ἴ­διος λέ­ει ὅ­τι ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια γύ­ρι­ζε, θαρ­ρα­λέ­ος ἀ­πο­δη­μη­τής, ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο (Β 8), πέ­ρα­σε ἀ­πό ὅ­λα τά πε­δί­α τῆς ἔ­ρευ­νας ζη­τών­τας τήν κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση (Β 34) γιά τόν θε­ό καί τά «πάν­τα» καί πραγ­μά­τω­σε τό γνω­στι­κό, αἰ­σι­ό­δο­ξο πι­στεύ­ω του, ὅ­τι μέ τόν χρό­νο καί τήν ἔ­ρευ­να βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι τό κα­λύ­τε­ρο («χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον», Β 18).

Ἡ φι­λο­μά­θεια τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τήν ὁ­ποί­α ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (Β 40) κα­τά­λα­βε ὡς ἁ­πλή πο­λυ­μά­θεια θέ­τον­τάς την δί­πλα στήν πο­λυ­γνω­σί­α τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων, εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀρ­χα­ϊ­κοῦ πνεύ­μα­τος: «πολ­λῶν ἵ­στο­ρες» πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ φι­λό­σο­φοι ἄν­δρες[2], σύμ­φω­να μέ τή ρή­ση τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του (Β 35), ἀλ­λ’ ὡς θη­ρευ­τές τῆς ἀ­λή­θειας. Ἀ­πέ­ναν­τι στά πο­λυ­ποί­κι­λα καί πο­λυ­ώ­νυ­μα πρό­σω­πα τῶν θε­ῶν τοῦ μύ­θου, τά «πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ξε­νο­φά­νης (Β 1. 22), καί στήν ἄ­λο­γη ποι­η­τι­κή φαν­τα­σί­α στέ­κον­ται μέ ἐ­πι­τι­μη­τι­κή δι­ά­θε­ση ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος («σο­φί­η ἀ­λη­θέ­α λέ­γειν», Β 112). Στήν ἀ­λή­θεια στη­ρί­ζε­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης. Καί ἐ­νῶ ὁ Ἡ­σί­ο­δος ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι οἱ Μοῦ­σες του λέ­γουν καί ψεύ­δη «ἐ­τύ­μοι­σιν ὁ­μοῖ­α», οἱ προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι στήν ἀ­λή­θεια ζη­τοῦν νά στη­ρί­ξουν τή δι­δα­σκα­λί­α τους· δι­δα­σκα­λί­α ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο δόγ­μα ἤ προ­φη­τεί­α, ὅ­πως ἦ­ταν στήν Ἀ­να­το­λή[3], ὅ­που τά ἱ­ε­ρα­τεῖ­α καί ἡ θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ζω­ῆς, ἀλ­λά λο­γι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση ἤ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ γί­γνε­σθαι ἤ τῆς οὐ­σί­ας τοῦ εἶ­ναι.

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα δί­νε­ται, ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἐμ­πει­ρι­κή προ­έ­λευ­ση, ὅ­πως στούς Μι­λή­σιους, τούς πρώ­τους «εἰς ἐ­πί­σκε­ψιν τῶν ὄν­των ἐλ­θόν­τας καί φι­λο­σο­φή­σαν­τας πε­ρί τῆς ἀ­λή­θειας»[4]: ἐ­δῶ ὅ­μως ἡ ὅ­ρα­ση ἔ­γι­νε μέ με­γά­λη ἀ­φαί­ρε­ση καί νο­η­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ μι­λή­σια κο­σμο­λο­γί­α εἶ­ναι καί θε­ο­λο­γί­α· ἄλ­λο­τε πρό­κει­ται γιά κρά­μα κρι­τι­κοῦ, ἐ­λεγ­κτι­κοῦ νοῦ καί συ­ναί­σθη­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­πως στόν Ξε­νο­φά­νη· ἄλ­λο­τε ἡ νό­η­ση κυ­ρι­εύ­ει τό ὄν καί ταυ­τί­ζε­ται μέ αὐ­τό, ὅ­πως στόν Παρ­με­νί­δη (Β 3.6), χω­ρίς, βέ­βαι­α, νά παίρ­νει ἐ­δῶ, μέ ἄ­με­ση αὐ­το­ε­πι­στρο­φή – πράγ­μα πού θά γί­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἀ­πό τήν πλα­τω­νι­κή φι­λο­σο­φί­α – συ­νεί­δη­ση γιά τό δι­κό της εἶ­ναι[5].

Ἡ μέ­θο­δος τῆς ἔ­ρευ­νας τῶν προ­σω­κρα­τι­κῶν φι­λο­σό­φων κα­θο­ρί­στη­κε ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ: ἀ­φε­τη­ρί­α στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας στά­θη­κε ἡ φύ­ση[6]. Σ’ αὐ­τήν ἀ­να­ζή­τη­σαν οἱ Μι­λή­σιοι μιάν αἰ­ώ­νια ἀρ­χή, τήν ὁ­ποί­α ἐν­νό­η­σαν ὡς θε­ϊ­κή δύ­να­μη ἀ­γέν­νη­τη καί ἀ­νώ­λε­θρη κι ὡς ἀ­παρ­χή τοῦ γί­γνε­σθαι. Ὁ Θα­λῆς θε­ώ­ρη­σε τό νε­ρό φυ­σι­κή συ­νε­κτι­κή δύ­να­μη, ἔμ­ψυ­χη καί θε­ϊ­κή. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος προί­κι­σε τό Ἄ­πει­ρο μέ θε­ϊ­κές ἰ­δι­ό­τη­τες. Ὁ Ξε­νο­φά­νης σχη­μά­τι­σε τό κο­σμο­εί­δω­λό του καί μέ πα­ρα­τη­ρή­σεις τῆς ἐμ­πει­ρί­ας καί μέ ὀρ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῶν σχε­τι­κῶν μέ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να μύ­θων. Οἱ ὀν­το­λό­γοι Ἐ­λε­ά­τες, ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­καν τήν κί­νη­ση, ἀ­να­φέρ­θη­καν στή φύ­ση ἤ γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σουν τό ἀ­πό­λυ­το κύ­ρος τοῦ ὄν­τος, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὁ Παρ­με­νί­δης στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου του Πε­ρί Φύ­σε­ως, ὅ­που ἐκ­θέ­τει τίς «δό­ξες τῶν βρο­τῶν» (Β 8. 51- 52)[7], η, ὅ­πως ὁ Μέ­λισ­σος, γιά νά ἐ­λέγ­ξουν τούς φυ­σι­κούς φι­λο­σό­φους, δεί­χνον­τας τό με­τα­βλη­τό χα­ρα­κτή­ρα τῆς φυ­σι­κῆς πολ­λό­τη­τας καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σης.

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ἑρ­μη­νεί­α πού ἔ­δω­σε στή δι­δα­σκα­λί­α του ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης[8], φαί­νε­ται νά θε­ώ­ρη­σε τή σχέ­ση θε­οῦ καί κό­σμου ὡς ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἕ­να θε­ό, νοῦ ρυθ­μι­στή, αἰ­ώ­νιο καί ἄ­ναρ­χο, καί σέ ἕ­να κι­νού­με­νο ἀ­πό αὐ­τον σύμ­παν.

Ἐ­κτός ἀ­πό τά δύ­ο βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα τοῦ θε­οῦ καί τοῦ κό­σμου, ὅ­λα τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, μέ ἐ­ξαί­ρε­ση τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό[9], πῆ­ραν θέ­ση στόν θε­μα­τι­κό ὁ­ρί­ζον­τα τῆς πρώ­της ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Σχε­τι­κά μέ τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι τά γνω­στι­κά ὅ­ρια τά κα­θο­ρί­ζει ἡ φύ­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου[10]· ἐ­κτός ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ (Β 3) καί ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι ἀρ­νοῦν­ται πί­στη στήν αἴ­σθη­ση καί φθά­νουν νά ὑ­ψώ­σουν τή νό­η­ση ὡς ἐ­κεῖ πού δέν ξε­χω­ρί­ζει πιά ἡ λο­γι­κή ἀ­πό τήν ὀν­το­λο­γί­α. Μέ τήν ἀ­κά­μα­τη ἔ­ρευ­να καί τήν πί­στη στήν ἀ­λή­θεια τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους κα­τα­ξί­ω­σαν καί τή γνώ­ση – στή φι­λο­σο­φί­α μά­λι­στα τοῦ Ξε­νο­φά­νη αὐ­τή ἡ κα­τα­ξί­ω­ση, σέ ὀρ­γα­νι­κή συ­νάρ­τη­ση μέ τήν ἰ­δέ­α τῆς προ­ό­δου (Β 18), ἀ­πο­τε­λεῖ καί ὑ­περ­χρο­νι­κό δί­δαγ­μα – καί τήν αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ώ­ρη­ση τῆς ζω­ῆς, πράγ­μα πού θά ἀ­να­τρέ­ψουν σέ λί­γο οἱ «μι­σο­λό­γοι» σο­φι­στές μέ τόν ἀ­γνω­στι­κι­σμό τους καί τήν ἀ­πό αὐ­τόν γεν­νη­μέ­νη ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α τους.

Στό πρό­βλη­μα τῆς πρά­ξης ἔ­σκυ­ψε καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἀρ­χα­ϊ­κός νοῦς μέ τά ἠ­θι­κά δι­δάγ­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του καί τοῦ Δη­μο­κρί­του[11] καί προ­ε­τοί­μα­σε ἔ­τσι τή σω­κρα­τι­κή-πλα­τω­νι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά καί δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ζω­ῆς.

2. Ἡ ποι­η­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη

Ὁ στο­χα­σμός τῶν πρώ­των Ἑλ­λή­νων φι­λο­σό­φων ἐκ­φρά­στη­κε εἴ­τε μέ στί­χους εἴ­τε μέ πε­ζό λό­γο. Μέ­ρος τῆς ἀ­ξί­ας τῶν ἀρ­χα­ϊ­κῶν φι­λο­σο­φη­μά­των πη­γά­ζει ἀ­πό τή γο­η­τεί­α το­ϋ ξε­χω­ρι­στοῦ κά­θε φο­ρᾶ ὕ­φους: στόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ π.χ. τό ὕ­φος εἶ­ναι ποι­η­τι­κό-ρη­το­ρι­κό, στόν Ἡ­ρά­κλει­το χρη­σμι­κό, στόν Ξε­νο­φά­νη καί τόν Παρ­με­νί­δη ποι­η­τι­κό. Εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­στε­ροῦν σέ ἐκ­φρα­στι­κή χά­ρη ἔρ­γα ὅ­πως τοῦ Ζή­νω­νος, ὅ­που ἡ δι­α­λε­κτι­κή μο­νο­πω­λεῖ τήν ἔκ­φρα­ση κι ὁ στο­χα­σμός ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τρό­πο ἄ­μου­σο, στε­γνό καί κλει­στό[12]. Στή μι­λή­σια φι­λο­σο­φί­α ὁ κα­θαυ­τό φυ­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἔ­ρευ­νας ἀ­πο­κλεί­ει ἴ­σως τό ποι­η­τι­κό πε­ρί­βλη­μα. Ἐ­δῶ, ὅ­μως, στό μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου ὑ­πάρ­χει γνή­σια ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση[13].

Ἡ χρή­ση τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου σέ με­ρι­κά ἀ­πό τά ἀρ­χα­ϊ­κά φι­λο­σο­φή­μα­τα εἶ­ναι δυ­να­τό νά θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τῆς ὀρ­φι­κῆς καί τῆς λυ­ρι­κῆς ποί­η­σης. Στόν πα­ρά­γον­τα τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης καί τῆς συμ­βί­ω­σης ποι­η­τῶν, καλ­λι­τε­χνῶν, φι­λο­σό­φων[14] πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με καί μί­α προ­σω­πι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­νάγ­κη πα­ρά­στα­σης αὐ­τοῦ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ φύ­ση δέν ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τόν ἁ­πλό λό­γο. Ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη τῆς μορ­φῆς, πού θά γεν­νή­σει, πα­ρά τήν ἀρ­νη­τι­κή στά­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της ἀ­πέ­ναν­τι στήν ποί­η­ση, τόν «εἰ­κό­τα μῦ­θον»[15] καί τά ἄλ­λα σχή­μα­τα τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς πλα­τω­νι­κῆς ποί­η­σης, γεν­νᾶ καί τα σύμ­βο­λα καί τα ποι­η­τι­κά ἐκ­φρα­στι­κά μέ­σα τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔ­τσι τό ὡ­ραῖ­ο γί­νε­ται ἀν­ταύ­γεια τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, μιά καί ἡ ποί­η­ση εἶ­ναι ὄ­χι μό­νον «ἡ­δεῖ­α ἀλ­λά καί ὠ­φε­λί­μη πρός τάς πο­λι­τεί­ας καί τόν βί­ον τόν ἀν­θρώ­πι­νον»[16]. Ποί­η­ση καί φι­λο­σο­φί­α, δύ­ο κύ­κλοι τούς ὁ­ποί­ους ἀ­νοί­γουν δι­α­φο­ρε­τι­κές λει­τουρ­γί­ες το­ΰ πνεύ­μα­τος – μέ γνώ­μο­να ἡ μί­α τή μορ­φή, ἡ ἄλ­λη τήν ἀ­λή­θεια – μο­λο­νό­τι δέν ταυ­τί­ζον­ται πο­τέ, μπαί­νουν συ­χνά ὁ ἕ­νας μέ­σα στόν ἄλ­λο. Μέ αὐ­τή τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­είσ­δυ­ση ποί­η­σης καί φι­λο­σο­φί­ας «τό πνεῦ­μα δέν χαν­τα­κώ­νε­ται ἀ­πό τή γνώ­ση»[17].

Ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἔμ­με­τρα φι­λο­σο­φοῦν, πιό ποι­η­τι­κά ἔ­δω­σαν τόν στο­χα­σμό τούς ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἐκ­φρά­ζε­ται βέ­βαι­α μέ στί­χους, εἰ­κό­νες καί συμ­βο­λα[18] καί ἔ­χει ἐ­πεν­δύ­σει μέ ποι­η­τι­κή με­γα­λο­πρέ­πεια τή θε­ω­ρί­α τοῦ ὄν­τος, ὅ­μως τό πε­ρί­βλη­μα αὐ­τό δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζει τήν οὐ­σί­α, τό κα­θαυ­τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του. Για­τί δέν ἀρ­κεῖ ὁ ποι­η­τι­κός ρυθ­μός, γιά νά μι­λή­σο­με γιά ποι­η­τι­κή φι­λο­σο­φί­α. Πα­ράλ­λη­λα μέ τή θέρ­μη τῆς ἔκ­φρα­σης πρέ­πει νά γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ στο­χα­σμός εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἔμ­μορ­φος. Ἔ­τσι ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς π.χ. – μο­λο­νό­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δέν τόν ἀ­ριθ­μεῖ στούς ποι­η­τές, ὅ­ταν τόν συγ­κρί­νει μέ τόν Ὅ­μη­ρο[19] – ὑ­πῆρ­ξε καί ἀ­λη­θι­νός ποι­η­τής, για­τί, πά­λι κα­τά τόν Στα­γι­ρί­τη: «καί δει­νός πε­ρί τήν φρά­σιν γέ­γο­νε, με­τα­φο­ρι­κός τέ ὤν καί τοῖς ἄλ­λοις τοῖς πε­ρί ποι­η­τι­κήν ἐ­πι­τεύγ­μα­σι χρώ­με­νος»[20].

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, πού γρά­φει στί­χους ὡς τά ἐ­νε­νήν­τα δυ­ό του χρό­νια (Β 8)[21], ὑ­πῆρ­ξε ποι­η­τής ὄ­χι μό­νο πρίν γί­νει φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά σέ ὅ­λη του τή ζω­ή· ὅ­πως θά δεί­ξο­με, στά­θη­κε τό­σο ποι­η­τής, ὥ­στε δύ­σκο­λα κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­λέ­ξει προ­κει­μέ­νου νά τόν χα­ρα­κτη­ρί­σει: ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἤ φι­λό­σο­φο-ποι­η­τή. Στούς φι­λο­σο­φι­κούς, π.χ., στί­χους τοῦ Κο­λο­φώ­νιου, πα­ράλ­λη­λα μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἕ­ναν ἐ­πο­πτι­κό πλοῦ­το, μί­α τά­ση γιά δυ­να­τές ἀ­πει­κο­νί­σεις[22]. Ἡ ζω­ή γιά τόν Ξε­νο­φά­νη ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κός λό­γος γιά νά δι­α­τη­ρή­σει ἡ ἐκ­φρα­στι­κή δο­μή τοῦ στο­χα­σμοῦ του τόν ποι­η­τι­κό ρυθ­μό, πι­θα­νό­τα­τα ὀ­φει­λό­με­νο σέ ἔμ­φυ­τη ποι­η­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα καί στήν ἀ­με­σό­τη­τα μέ τήν ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση: τα­ξι­δευ­τής ἐ­ρευ­νη­τής καί στο­χα­στής, πού δι­έ­δι­δε προ­φο­ρι­κά στούς ἄλ­λους τό ἔρ­γο του, ὁ Ξε­νο­φά­νης ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἴ­σως νά τό μορ­φο­ποι­εῖ μέ ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐκ­φρα­στι­κό μέ­σο. Ἔ­τσι τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα του εἶ­ναι τό πιό πα­λαι­ό δεῖγ­μα φι­λο­σο­φι­κῆς ποί­η­σης στήν Ἑλ­λά­δα.

Ἡ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς στι­χουρ­γι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους, ὅ­πως βλέ­πο­με στήν κρι­τι­κή τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου[23]: «…Ξε­νο­φά­νης καί Σό­λων καί Θέ­ο­γνις καί Φω­κυ­λί­δης… καί τῶν λοι­πῶν οἱ μή προ­σά­γον­τες πρός τά ποι­ή­μα­τα με­λω­δί­αν ἐκ­πο­νοῦ­σι τούς στί­χους τοῖς ἀ­ριθ­μοῖς καί τῇ τά­ξει τοῦ μέ­τρου καί σκο­ποῦ­σιν ὅ­πως αὐ­τῶν μη­δείς μή­τε ἀ­κέ­φα­λος μή­τε λα­γα­ρός μή­τε μεί­ου­ρος». Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τή μή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­λω­δί­ας ἀ­πό τόν κο­λο­φώ­νιο ποι­η­τή δί­νει ἕ­να στοι­χεῖ­ο γιά τόν δι­α­χω­ρι­σμό τῆς ποί­η­σής του ἀ­πό τήν τέ­χνη τῶν γνω­στῶν ρα­ψω­δῶν, μέ τήν ὁ­ποί­α φαί­νε­ται νά τή συ­σχε­τί­ζει ἡ πα­ρά­δο­ση καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος: ἡ φρά­ση τοῦ δο­ξο­γρά­φου «ἀλ­λά καί αὐ­τός ἐρ­ρα­ψῴ­δει τά ἑ­αυ­τοῦ» εἶ­ναι σέ δύ­ο ση­μεῖ­α προ­βλη­μα­τι­κή[24]: τί ση­μαί­νει τό «ἐρ­ρα­ψῴ­δει» καί τί ση­μαί­νει τό «καί αὐ­τός»; Στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ἦ­ταν σάν ἐ­κεί­νους τούς καλ­λι­τέ­χνες τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας πού, συ­χνά­ζον­τας σέ ἀρ­χον­τι­κά καί σέ πα­λά­τια, σέ πα­νη­γύ­ρεις ἤ σέ ἀ­γῶ­νες ἀ­πήγ­γελ­λαν ποι­ή­μα­τα τοῦ Ὁ­μή­ρου συρ­ρά­πτον­τας τά δι­ά­φο­ρα ἀ­πο­σπά­σμα­τα, ὁ­δη­γοῦν, ἐ­κτός ἀ­πό τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου, ἡ μαρ­τυ­ρη­μέ­νη ἀν­θο­μη­ρι­κή στά­ση τοῦ Κο­λο­φώ­νιου καί μί­α ση­μαν­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ποι­η­τῆ: ἡ μαρ­τυ­ρί­α γιά τή μα­κρό­χρο­νη πε­ρι­πλά­νη­σή του ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο βο­η­θεῖ νά κα­τα­λά­βο­με τήν προ­φο­ρι­κή, ἀ­πό τόν ἴ­διο, δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του· ἐ­φό­σον ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ρί­ζω­σε σέ ἕ­να τό­πο οὔ­τε ἵ­δρυ­σε, ὅ­πως νο­μί­ζο­με, κά­που σχο­λή[25], χρη­σι­μο­ποί­η­σε καί αὐ­τός τόν ρα­ψω­δι­κό τρό­πο τῆς δι­ά­δο­σης τοῦ ποι­η­τι­κο­ΰ λό­γου, ὅ­πως οἱ ρα­ψω­δοί τοῦ Ὁ­μή­ρου καί ὁ Ἡ­σί­ο­δος, αὐ­τός ὅ­μως («ἀλ­λά») γιά νά δι­α­δώ­σει τά δι­κά του ἔρ­γα. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ ποι­η­τής-φι­λό­σο­φος, ὅ­σο κρά­τη­σε τό μα­κρύ τα­ξί­δι τῆς ζω­ῆς του, δι­ά­λε­γε, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ἀ­κρο­α­τή­ριό του, καί ἀ­πήγ­γελ­λε δι­ά­φο­ρα μέ­ρη ἀ­πό τό ἔρ­γο του. Τήν «κα­τ’ ἐ­κλο­γήν» ἀ­παγ­γε­λί­α ἀ­πο­σπα­σμά­των ὑ­πα­γό­ρευ­ε βέ­βαι­α ἡ βι­ο­πο­ρι­στι­κή ἀ­ναγ­κη[26], ἀλ­λά κυ­ρί­ως καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη νά δι­δά­ξει ὁ ἴ­διος τίς ἰ­δέ­ες του στούς ἀν­θρώ­πους πού συ­ναν­τοῦ­σε στίς πε­ρι­πλα­νή­σεις του.

Δέν πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τά σύ­νο­ρα με­τα­ξύ τοῦ πα­λαι­οῦ κό­σμου καί τοῦ νέ­ου, τοῦ μύ­θου καί τῆς λο­γι­κῆς, δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ὁ­λό­τε­λα χω­ρι­σμέ­να· ἡ φαν­τα­σί­α ζεῖ δί­πλα στό νε­ο­γέν­νη­το λο­γι­κό, ἡ ποί­η­ση κρα­τᾶ τά σκῆ­πτρα της κι ὁ ρα­ψω­δός πε­ρι­φέ­ρει τήν τέ­χνη του. Ὁ ἴ­διος ὁ Ξε­νο­φά­νης βλέ­πει τή γραμ­μή τῶν συ­νό­ρων: μέ τή σε­μνό­τη­τα πού ται­ριά­ζει στήν φι­λο­σο­φι­κή ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι μό­νο ἔρ­γο ἔμ­πνευ­σης ἀλ­λά κυ­ρί­ως γνώ­σης, ὅ­πως θά πεῖ ὁ Πλά­των[27], παίρ­νει ἀ­πό τούς ρα­ψω­δούς τόν συρ­ρα­πτι­κό τρό­πο τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας γιά νά δι­α­δώ­σει ἰ­δέ­ες μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στήν πα­ρά­δο­ση ἤ ἐ­λε­γεῖ­ες ὅ­που ἀ­δί­στα­χτα προ­βάλ­λει τό ἐ­γώ του καί ὕ­μνους σέ πρό­σφα­τα ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα. Ἔ­τσι στή φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου ὑ­πάρ­χει ἡ ἔν­δει­ξη γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μέ­σου της δι­ά­δο­σης το­ΰ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ και­νού­ριου κό­σμου τῶν ἐ­πώ­νυ­μων πνευ­μα­τι­κῶν δη­μι­ουρ­γῶν, σο­φῶν καί φι­λο­σό­φων.

Μιά ἀ­κό­μη φρά­ση τοῦ ἴ­διου δο­ξο­γρά­φου εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή γιά τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ πνεύ­μα­τος καί τοῦ ἔρ­γοῦ τοῦ κο­λο­φώ­νιου σο­φοῦ: «γέ­γρα­φε δέ», μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[28] γιά τόν Ξε­νο­φά­νη, «ἐν ἔ­πε­σι καί ἐ­λε­γεί­ας καί ἰά­μβους κα­θ’ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου, ἐ­πι­κό­πτων αὐ­τῶν τά πε­ρί θε­ῶν εἰ­ρη­μέ­να». Τά σω­ζό­με­να ξε­νο­φά­νεια ἀ­πο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι ἑ­ξά­με­τρα[29], πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή θε­ο­λο­γί­α, κο­σμο­λο­γί­α καί γνω­σι­ο­λο­γί­α – οἵ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες σέ σχέ­ση πάν­τα μέ τήν πρώ­τη -, ἐ­λε­γεῖ­ες[30] πού δι­έ­σω­σαν ὁ Ἀ­θή­ναι­ος καί ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[31] καί κα­θαυ­τό σκω­πτι­κά ποι­ή­μα­τα[32], στά ὁ­ποῖ­α ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός ἐ­πι­τί­θε­ται στόν Ὅ­μη­ρο καί στόν Ἡ­σί­ο­δο, στόν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­σμό τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί στίς προ­λή­ψεις τῶν συγ­χρό­νων του. Μό­νο ἕ­νας ἰ­αμ­βι­κός στί­χος σώ­ζε­ται (Β 14)[33]· ἴα­μβος ὅ­μως, στόν πλη­θυν­τι­κό, ση­μαί­νει σκω­πτι­κή ποί­η­ση· ἔ­τσι ἡ χρή­ση τῆς λέ­ξης ἐ­δῶ νο­μί­ζο­με ὅ­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὅ­λα τά σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὅ­που ἀ­νή­κουν καί οἱ στί­χοι ἐ­νάν­τια στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές. Οἱ ἑ­ξά­με­τροι στί­χοι πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό κο­σμο­εί­δω­λο ἤ πε­ρι­έ­χουν τή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ φι­λο­σό­φου, εἶ­ναι ὅ­πως θά δεί­ξο­με, σύμ­φω­νοι μέ τό πνεῦ­μα τῆς κά­θαρ­σης τῆς θε­ό­τη­τας. Ό Diels πε­ρι­λαμ­βά­νει τούς στί­χους αὐ­τούς κά­τω ἀ­πό τόν γε­νι­κό τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως. Ὅ­μως τά Πε­ρί Φύ­σε­ως ἀ­πο­σπά­σμα­τα δέν φα­νε­ρώ­νουν λι­γό­τε­ρο ἀν­τι­μυ­θι­κή στά­ση ἀ­πό ὅ­σο ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ὁ Diels θε­ω­ρεῖ Σιλ­λους. Ἡ πο­λε­μι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη γί­νε­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τή χρή­ση τοῦ ἀρ­νη­τι­κοῦ «οὐ», πού ἀ­παν­τᾶ 10 φο­ρές μέ­σα σέ 29 στί­χους, μέ τίς πα­ραλ­λα­γές «οὐ­δέ», «οὔ­τε», «οὔ­τι». Δύ­ο φο­ρές ἐ­πί­σης ἀ­παν­τᾶ ἐ­δῶ ὁ ἀν­τι­θε­τι­κός σύν­δε­σμος «ἀλ­λά» (Β 25, Β 30). Στούς 18 στί­χους τούς ὁ­ποί­ους ὁ Diels χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς Σίλ­λους, ἡ ἄρ­νη­ση χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μιά φο­ρά (Β 18) καί τό «ἀλ­λά» τρεῖς (Β 14, Β 15, Β 18). Γιά τόν λό­γο αὐ­τό δέν θά μπο­ρού­σα­με νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος ἀ­πό ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔρ­γο μέ τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως[34], ἀλ­λά θά ἐν­τά­ξο­με τούς στί­χους αὐ­τούς στό δεύ­τε­ρο εἶ­δος τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη, το ὁ­ποῖ­ο ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἰ­αμ­βι­κό καί ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νο­με ὅ­λα τά μή ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Κο­λο­φώ­νιου. Ἔ­τσι ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης ἔ­γρα­ψε δι­ά­φο­ρους στί­χους – κι ὄ­χι ἕ­να ὁ­μοι­ό­μορ­φο ἔρ­γο, ὅ­πως π.χ. ὁ Ἠ­σί­ο­δος – ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἄλ­λοι εἶ­ναι ἐ­λε­γεια­κοί καί ἄλ­λοι σκω­πτι­κοί, ἐ­πι­τι­μη­τι­κοί· μέ αὐ­τούς τούς τε­λευ­ταί­ους ἄ­σκη­σε ὁ ποι­η­τής πο­λε­μι­κή μέ ἐ­πώ­νυ­μο στό­χο, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στήν ὁ­μη­ρι­κή καί ἡ­σι­ό­δεια θε­ο­λο­γί­α. Ἡ ἀ­να­φο­ρά στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές δέν ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά χρή­ση σκω­πτι­κῶν ποι­η­μά­των μό­νο γιά τούς δι­κούς τους λό­γους σχε­τι­κά μέ τούς θε­ούς· ἐ­φό­σον, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, οἱ δύ­ο ποι­η­τές «ἐ­ποί­η­σαν» τήν ἑλ­λη­νι­κή θε­ο­λο­γί­α, ἡ μνεί­α φαί­νε­ται νά εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς πο­λε­μι­κῆς τοῦ Ξε­νο­φά­νη. Ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου, ὅ­που δι­α­χω­ρί­ζον­ται στό ἔρ­γο τοῦ Κο­λο­φώ­νιου τά ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πό τά «ἰ­αμ­βι­κά»[35] σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν δι­φυ­ῆ χα­ρα­κτή­ρα τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ Ξε­νο­φά­νη: τήν ποι­η­τι­κή κλί­ση του καί τό με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κό ἐ­πα­να­στα­τι­κό του πνεῦ­μα[36].

Στά ἱ­στο­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τίς με­γά­λες συν­θέ­σεις γιά τήν κτί­ση τῆς Κο­λο­φῶ­νος καί τόν ἀ­ποι­κι­σμό τῆς Ἐ­λέ­ας, ἀ­να­φέ­ρε­ται χω­ρι­στά ὁ ἴ­διος δο­ξο­γρά­φος[37]. Ἀλ­λ’ ἐ­δῶ καί ἡ γε­νι­κό­τη­τα τῆς σχε­τι­κῆς μαρ­τυ­ρί­ας καί ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἔρ­γου θά ἐ­πέ­τρε­παν μό­νο εἰ­κα­σί­ες γύ­ρω ἀ­πό τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ποι­η­μά­των. Ἴ­σως θά μπο­ρού­σα­με νά θε­ω­ρή­σο­με τήν ἀ­πώ­λεια τῶν ποι­η­μά­των αὐ­τῶν ὡς ἔν­δει­ξη ὅ­τι εἶ­χαν δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α στην ὅ­λη δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη.
---------------------
[1] Grundrib der Geschichte der griech. Philos., Leipzig[1]3, 1928, σ.4

[2] Πβ. ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Α 30.

[3] Πβ. Ι.Ν. Θεοδωρακοπουλοϊ, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα4 Ἀθῆναι, 1964, σ. 15, Εὐ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀπό τοῦ μύθου εἰς τόν λόγον, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 30, Ch. Werner, La Philosophic grecque, Paris, 1966, σσ. 7-8.

[4] Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 2, 983 b 1-3.

[5] Βλ. Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ἔνθ’ ἄν., σ. 159 κ. ἐξ. Γιά τόν ὁριστικό χωρισμό τοῦ λόγου ἀπό τά πράγματα στόν Πλάτωνα πβ. Φαίδ., 75 c, καί Ε. Hoffmann, Ἡ νοοτροπία τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας, Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καί θεωρίας Ἐπιστημῶν, 2, 1930, σ. 3.

[6] Γιά τήν ἔννοια φύσις πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Νόμ., IX, 892 c· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Μτφ., Δ 4, 1014 b 16· J. Burnet, Early Greek Pholosophy, New York, 1965, σ. 363.

[7] Πβ. Α. Κελεσίδου, Τό Ἄπειρον τοῦ Ἀναξιμάνδρου, 12 Μελετήματα Προσωκρατικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, 1989, σσ. 5 -16.

[8] Πβ. Μτφ., A 5, 986 b 18-19.

[9] Πβ. Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 5, 987 b 1, Μ 4, 1078 b 27-30, Πλάτωνος, Φαῖδρ., 230 c. [10] Ξενοφάνους, Β 34, Ἡρακλείτου, Β 45.

[11] Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Μελετήματα Προσωκρατικῆς Ἠθικῆς, Πρόλ. Γ. Βλάχου, ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι, 1994.

[12] Πβ. Α.-Μ. Croiset, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας, μετάφρ. Πουρνάρα, A. J. Ἀθήνα, 1938, σ. 366.

[13] Βλ. Σιμπλίκιου, Φύσ. 24, 13. Πβ. Η. Diels, Uber Anaximanders Kosmos, Archiv, X 235.

[14] Πβ. I.N. Θεοδωρακόπουλου, ἔνθ. ἄν., σ. 23, Ε. Souriau, Art et Philosophic, Revue Philosophique de la France et de I’Etranger, 1954, σσ. 1-21.

[15] Πβ. A. Κελεσίδου, La kalliphanic du monde dans le «Timee» (IV Symposium Platonicum, Γρανάδα, 4-9.9.1995) Kemos, 9, 1996.

[16] Πβ. Πλάτωνος, Πολιτεία, I, 607 d.

[17] F. Niftzsche, Gesammelte Werke, Der Wille zur Macht, 19τ., Miinchen, σ. 229.

[18] Πβ. Β 1 1,9, 29. Γιά τό προοίμιο τοΰ ποιήματος τοῦ Παρμενίδη πβ., λ.χ., G. Breton, Essai sur la poesie philosophique en Grece, Paris, 1883, σ. 166.

[19] Ποιητ. 1447 h 18.

[20] ΔΙΟΓ. Λαερτ, VIII 57, Ἀριστοτ., Σοφιστ. (Rose 65), Περί ποιητῶν (Rose 70). Γιά τήν ἀξία τῆς ποιητικῆς τέχνης τοῦ Ἐμπεδοκλῆ πβ. Cicero, Acad, prior., II 23.

[21] Γιά τήν ποιητική τέχνη τοῦ Ξενοφάνη βλ. Croiset, ἔνθ’ ἄν., σσ. 358, 363, Ρ. Tannery, Pour l’ histoire de la science Hellene, de Thales a Empedocle, Paris, 1887, σσ. 127-128, W. Jaeger, The Theology of Early Greek Philosophers, London. 1948, σ. 39, καί Paideia, σσ. 209-210, W. Guthrie, A Histoiy of Greek Philosophy, I, Cambridge, 1962, σ. 361, A. Lumpe, Die Philosophie des Xenophanes von Kolophon, Munchen, 1952, σ. 17.

[22] Πβ. Β 30.

[23] XIV 632cd.

[24] IX 18, 2. Ἡ διφυία τῆς προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη δίχασε τούς κριτικούς ἔτσι πού ἄλλοι μέν νά δοῦν σ’ αὐτόν ἕνα τραγουδιστή ποιητή, ἄλλοι δέ ἕνα φιλόσοφο πού διέδωσε τό ἔργο του μέ τή βοήθεια τῆς ἀπαγγελλόμενης ποίησης. Ό Gomperz π.χ. (Lespenseiin de la Grace, Hisloire de la philosophic antique, 1, μετάφραση A. Reymond, Paris, Lausanne, 1908, σ. 167), ἔδωσε μιάν εἰδυλλιακή εἰκόνα ἑνός Ξενοφάνη τραγουδιστή ποιητή, πού ζεῖ μέ τό ὁμηρικό τραγούδι καί τούς δικούς του στίχους. Τήν ἄποψη τοῦ Gomperz – καί ἔτσι τήν εἰκόνα τοῦ «τραβαδούρου» ραψωδοῦ – ἀντικρούει ὁ Jaeger (Theology, σσ. 40-41 καί Paideia, σ. 553, ὕπ.114). Τήν ἔννοια τῆς δημόσιας ἀπαγγελίας δίχως μουσική δέχονται γιά τό «ραψωδεῖν» π.χ. οἱ V. Cousin, Nouveaax fragmentsphilosophiques, Paris, 1928, σ. 19, καί S. Karsten, Philosophoramgraecomm vctenim opentm reliquiae, I, Amstcl., 1830, σ. 18.

[25] Πβ. G.S. KIRK-J.E. RAVEN, The Presocratic philosophers, Cambridge, 1966, σσ. 164-165. To γεγονός ὅτι ὁ Κολοφώνιος «ἐρραψῴδει τά ἑαυτοῦ» ἀντικρούει τήν ἰδέα τῆς Σχολῆς, γιατί, βέβαια, ἄν ὁ Ξενοφάνης εἶχε τή δυνατότητα ἤ ἤθελε νά ἱδρύσει κάπου Σχολή, δέν θά ζοῦσε ὡς ραψωδός καί περιπλανώμενος ἐρευνητής ὡς τά γεράματά του. Ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατό νά θεωρήθηκε ἀρχηγός τῆς «ἐλεατικῆς αἱρέσεως» (πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Σοφιστής 242 d, VS 21 Λ 8 καί 36, F.W.A. Mullach, Fragmenta philosophonim Graecomm, Paris, 1875, A, σ. 99), χωρίς νά ἔχει ἱδρύσει στήν Ἐλέα Σχολή ὅπως ἐκείνη τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη καί ὅπως τήν ἐννοοῦμε σήμερα, μέ τήν προϋπόθεση δηλαδή τῆς μονιμότητας σέ ἕνα τόπο. Γενικά γιά τίς «Σχολές» προκειμένου γιά τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους πβ. V. von WILAMOWITZ, Der Claude tier Hellenen, Π 207. ὑπ. 1, W. Jaeger, Paideia, σσ. 195, 527, ὑπ. 26, A. Festugiere, Contemplation el vie contemplative selon Platon, Paris, 1936, σσ. 461-463. κ.α. Θά μποροῦσε ἀκόμη νά μή ἔχει διδάξει ὁ ἴδιος ὁ Ξενοφάνης τόν Παρμενίδη, ἀλλά νά ἔχει βάλει μέ τόν λόγο του, στό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐλέα, τό θεμέλιο γιά τή φιλοσοφία τοῦ Ἐλεάτη. Ἔτσι ὁ Θαλῆς «ἐδίδαξε» τόν Ἀναξιμένη. Γιά τήν ἰδεολογική συγγένεια πβ. Ch. Waddington, La philosophie ancienne et la critique historique, Paris, 1904, σ. 80.

[26] Δέν εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά σκεφθοϋμετόν Ξενοφάνη τόσο φτωχό ὥστε νά κάνει
μιά ζωή πτωχοπροδρομική, ὅπωςτόν εἶδανπ .χ. οἱ A. Farina, Senofane di Colofone, lone di Chio, Napoli. 1961, σ. 10, K. Ziegler, Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος: ἕνας ἐπαναστάτης τοῦ πνεύματος, Ἐπιστ. ἐπετηρίς Φιλοσ. Σχολῆς Πανεπ. Θέσ/νίκης, 9, 1965, σ. 129. Τό ἀνέκδοτο, πού τόν θέλει ἀνίκανο νά θρέψει δύο ὑπηρέτες, ἐνῶ ὁ Ὅμηρος μετά τόν θάνατό του ἔθρεψε χίλιους, (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Ἀποφθ., 175 c) εἶναι μᾶλλον εἰρωνική ὑπερβολή τῆς πολεμικῆς πού στράφηκε ἐνάντια στή ἀνθομηρική διδασκαλία του. Οὔτε ἀπό τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ὁ Λαέρτιος (IX 20), γιά τήν ταφή τῶν παιδιῶν τοῦ φιλοσόφου ἀπό τόν ἴδιο θά εἴχαμε ἀπόδειξη τῆς φτώχειάς του. Τό χωρίο θεωρήθηκε δεῖγμα ἤθικης δύναμης ἤ ἄσκηση πυθαγόρειας πίστης. Ἄν τό ἀναφερόμενο περιστατικό εἶναι ἀληθινό, ἡ ἰδέα θά μποροῦσε νά εἶναι καινοτομία τοῦ Ξενοφάνη, δεῖγμα τῆς ἐπίθεσής του στά θρησκευτικά καθιερωμένα. Ἴσως ἐπιβιώνει ἐδῶ λόγος του σέ ἀνεκδοτοποιημένη ἀπό τούς βιογράφους του μορφή (πβ. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ Β 97 καί Διογ. Λαερτ., IX 3-4, 22 Α 1α.

[27] Ἀπολ., 22 a-c.

[28] IX 18.

[29] Β 23 ὥς Β 39.

[30] Β 2, Β 3, Β 5 ὥς Β 10.

[31] Β 7, Β 8.

[32] Β 10 ὥς Β 22.

[33] Γιά τόν στίχο αὐτό πβ. π.χ. Burnet, ἔνθ’ ἄν., σ. 116.

[34] Ἔργο Περί Φύσεως ἀποδίδουν στόν Ξενοφάνη οἱ:, ΣΤΟΒΑΙΟΣ, I, 10 (ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπό σχόλια ὁμηρ.), ὁ ΚΡΑΤΗΣ ὁ ΜΑΛΛΩΤΗΣ (Σχ. Φ 196) καί ὁ ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ (VI 46). Οἱ νεότεροι ἐρευνητές δέν παραδέχονται ὁμόφωνα τήν ὕπαρξη μίας τέτοιας συγγραφῆς. Γιά τήν παραδοχή πβ. π.χ. Waddington, ἔνθ’ ἀν., σ. 70, A. Lefevre, La Philosophic, Paris, 1921, σ. 64. Ό Diels περιλαμβάνει κάτω ἀπό τόν τίτλο Περί Φύσεως τά ἀποσπάσματα 23 ὡς 41. Παραδέχτηκαν ἐπίσης τή συγγραφή οἱ: Fr. Orerweg – Κ. Praechter, Die Philosophic des Altertums, Berlin, 1926, σ. 75, O. Gicon, Der Urspnmg clergiiech. Philos.. Basel, 1946, σσ. 19 καί 158, K. Deichgraber, Xenophanes, Περί Φύσεως, Rhein. Mus., 87, 1938, σσ. 1-4·. Τή συγγραφή ἀρνήθηκαν, π.χ., οἱ: Burnet, Jaeger. (Theology, σσ. 28 καί 40, Paideia, σ. 531 Ῥπ. 90). Πβ. Lumpe, ἐνθ’ ἄν., σ. 17, Zafiropulo, ἐνθ’ ἄν., σ.19, P. Steinmetz, Xenophanesstudien, Rheinishes Museum, 109, 1966, σ. 68. Ἐκτος ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῶν σχετικῶν ἀρχαίων μαρτυριῶν καί ὁ βίος τοῦ Ξενοφάνη καί τά Λυρικά στοιχεῖα τῆς ποίησής του μᾶς ἀποτρέπουν νά δεχτοῦμε ὅτι συνέθεσε συστηματικό φιλοσοφικό ἔργο. Τά μακρά ποιήματα γιά τήν Κολοφώνα καί τήν Ἐλέα θά ἦταν εὐκολότερες συνθέσεις γιά τόν ποιητή πού γνώριζε τήν ὁμηρική παράδοση. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Xenophanc sur la nature, XXV· Congres ASPLF, Lausanne, 25-28 Αὐγούστου 1994.

[35] Ό Diels ὀνομάζει Σίλλους τά ἀποσπάσματα 10-22. Πβ. ΗΡΩΔΙΑΝΟΥ, π. μόν. λεξ. 7, II (Β 42), Σχόλ. Ὅμηρ. Oxyrh 1087, 40 (Β 21α), ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ, XIV643 (21 A 20), Προκλου, 21 A 22, Σχόλ. ΑΒΤ Β 212 (21 A 23).

[36] Γιά τό στοιχεῖο αὐτό της προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη πβ. Jaizger, Theology, σ. 41 · εἰδικά G. Rudblrg, Xenophanes Satiriker und Polemiker, Symb. Osi, 26, 1948, σ. 126 ἔπ., K. Zif.gi.ur, ἔνθ’ ἀν., σσ. 129 καί 142. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Θεμελιακές γλωσσικές ἀντιθέσεις γιά τόν ἄνθρωπο καί τή θεότητα στόν Ξενοφάνη, 12 Μελετήματα Προσωκρατιχής Φιλοσοφίας, Ἀθήνα, 1992, σσ. 39-42.

[37] IX 20.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου