Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Στην αρχή του ανηφορικού βραχώδους μονοπατιού κοντοστάθηκα διστακτικά και έστρεψα το βλέμμα προς τα πίσω.

Ο ήλιος έλαμπε πάνω από αυτό το καταπράσινο ειδυλλιακό τοπίο. Στα χρυσαφένια χωράφια υψώνονταν οι κορυφές των σιτηρών, που λικνίζονταν με το ελαφρύ αεράκι.
Εκεί ασφαλώς θα πρέπει να είναι ωραία να ζεις ανάμεσα στα μεθυστικά αρώματα και τα ζωηρά χρώματα. Μήπως ήμουν τρελός, εγώ που ήθελα να αφήσω όλα αυτά για να σκαρφαλώσω στο Βουνό;

Ο οδηγός με έπιασε από το μπράτσο. Απρόθυμα απομάκρυνα το βλέμμα από το αγαπημένο τοπίο, έτσι όπως σε τραβάνε βίαια από ένα χαλαρωτικό μπάνιο. Και να μπροστά μου το ομιχλώδες πέρασμα, με το σκοτεινό ρυάκι στις όχθες του οποίου διέκρινα χλομές τούφες από αγριόχορτα και ψυχρές γκρίζες πέτρες , σαν τα οστά.

«Είναι καλύτερα να ξεκουραστούμε για λίγο», μου είπε ο οδηγός. Χαμογέλασε υπομονετικά και καθίσαμε. Έκανε ψύχρα: Από το βραχώδες άνοιγμα μας χτυπούσε ένα ρεύμα αέρα, παγωμένο σαν πέτρα.

Άσχημο, πολύ άσχημο να βαδίσω αυτό το δρόμο! Δυσάρεστο να πρέπει να χωθείς σ’ αυτό το σκοτεινό πέρασμα , να σκαρφαλώσεις στα τυφλά αυτή την απότομη πλαγιά.
«Μου φαίνεται ένα φοβερό μονοπάτι», είπα διστακτικά.

Μέσα μου τρεμόπαιζε σαν φλόγα που σβήνει η θερμή ελπίδα, απίθανη, παράλογη, ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε μεταβολή, ότι ο οδηγός θα μπορούσε να πεισθεί να μας απαλλάξει από τέτοια δοκιμασία. Ναι, γιατί όχι; Μήπως το μέρος που προερχόμαστε δεν είναι χίλιες φορές πιο όμορφο; Και η ζωή εκεί δεν κυλούσε πιο πλούσια, πιο ζεστή, πιο ευχάριστη; Και δεν ήμουν εγώ ένα ανθρώπινο ον, ένα πλάσμα αδύναμο και θνητό που είχε δικαίωμα για λίγη ευτυχία, για μια ηλιαχτίδα, για λίγο γαλάζιο του ουρανού και για ένα λουλούδι;

Όχι, ήθελα να γυρίσω πίσω. Δεν είχα καμιά επιθυμία να παίξω τον μάρτυρα! Ήθελα να περάσω μια ζωή ήρεμη και ευχάριστη και αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν παρέμενα στη φωτεινή κοιλάδα.

Σύντομα άρχισα να τρέμω από το κρύο. Δεν μπορούσαμε να παραμείνουμε για πολύ εκεί.
«Παγώνεις» διαπίστωσε ο οδηγός. «Είναι καλύτερα να κινηθούμε». Και με αυτά τα λόγια σηκώθηκε, τεντώθηκε και με κοίταξε χαμογελαστός. Δεν ήταν ούτε ειρωνικό ούτε συμπονετικό βλέμμα. Ένα χαμόγελο χωρίς σκληρότητα αλλά και χωρίς επιείκεια. Δεν υπήρχε τίποτα σ ‘ αυτό που δεν ήταν κατανόηση, συνειδητότητα.

Αυτό το χαμόγελο έλεγε απλά : «Σε γνωρίζω. Γνωρίζω το φόβο που αισθάνεσαι, δεν έχω καθόλου ξεχάσει τον χθεσινό και προχθεσινό κομπασμό σου. Κάθε σκίρτημα φόβου που παράγεται μέσα στην καρδιά σου, κάθε βλέμμα νοσταλγίας που ρίχνεις στο αγαπημένο φως εκεί κάτω, μου είναι γνωστό και οικείο, το μαντεύω πριν καν εμφανιστεί».

Να, αυτό ήταν το χαμόγελο που μου χάρισε ο οδηγός και μετά κατευθύνθηκε προς τη σκοτεινή κλεισούρα. Εγώ τον αγάπησα και τον μίσησα, όπως ο καταδικασμένος σε θάνατο μισεί και αγαπάει το τσεκούρι που υψώνεται πάνω από το λαιμό του.

Αλλά, πάνω απ’ όλα, μισούσα και απεχθανόμουν τη γνώση του, την καθοδηγητική του ικανότητα και την ψυχρότητα, την έλλειψη συμπαθητικών αδυναμιών και μισούσα σε μένα τον ίδιο όλο αυτό που του έδινε δίκιο, που τον επιδοκίμαζε, που ήταν όμοιο μ’ αυτόν και ήθελε να τον ακολουθήσει.

Τώρα πια με είχε προσπεράσει αρκετά μέτρα, πηδώντας πάνω στις πέτρες είχε διαβεί το μαύρο ρυάκι και είχε ήδη σχεδόν χαθεί από το βλέμμα μου πίσω από τον πρώτο βράχο .

«Σταμάτα», του φώναξα, «δεν μπορώ, δεν είμαι ακόμα έτοιμος.» Ο οδηγός κοντοστάθηκε και με επεξεργάστηκε ακίνητος, χωρίς επίκριση, αλλά με εκείνη την τρομερή κατανόησή του, με εκείνη την ανυπόφορη συνειδητότητα, αυτή του την διαίσθηση, εκείνη την αυτονόητη γνώση.

«Μήπως θα ήταν καλύτερα να γυρίσουμε πίσω;», ρώτησε και δεν είχε προλάβει να προφέρει την τελευταία του λέξη και κατάλαβα, με κακή διάθεση, ότι θα είχα απαντήσει αρνητικά, ότι θα έπρεπε να του πω όχι. Και ταυτόχρονα, όλο αυτό που ήταν παλιό, συνήθεια, προσφιλές, οικείο, ούρλιαξε απελπισμένα : «Πες ναι, πες ναι,» και μου έδεσε στο πόδι, σαν σιδερένια μπάλα, ολόκληρο τον κόσμο και την πατρίδα. Ήθελα να ουρλιάξω «ναι», κι όμως ήξερα με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα μπορούσα να το κάνω.

Τότε ο οδηγός έδειξε με το τεντωμένο χέρι του την κοιλάδα πίσω από τις πλάτες μου και για μια ακόμη φορά γύρισα να κοιτάξω αυτή την αγαπημένη περιοχή. Διαπίστωσα τότε ό,τι πιο οδυνηρό θα μπορούσε ποτέ να μου συμβεί. Οι αγαπημένες πεδιάδες απλωνόντουσαν θαμπές και χωρίς χαρά. Κάτω από ένα ξεθωριασμένο αποδυναμωμένο ήλιο, τα χρώματα είχαν μια όψη ψεύτικη και παράφωνη, οι σκιές ήταν γκρίζες και χωρίς μαγεία.

Απ' όλα όσα αντίκριζα η καρδιά μου ήταν μακριά, δεν ένιωθε την γοητεία και το άρωμα. Όλα αυτά είχαν γεύση και σμή πραγμάτων που είσαι κορεσμένος και αηδιασμένος. Αχ! πως τον γνώριζα, πως τον φοβόμουνα και τον μισούσα, εκείνον τον τρομακτικό τρόπο επίδρασης του οδηγού που ήταν ειδικός να μου μειώνει την αξία αυτών που αγαπούσα και μου ήταν προσφιλή ... να τους αφαιρεί τη γεύση και το πνεύμα, να ψευτίζει τις οσμές και ανεπαίσθητα να δηλητηριάζει τα χρώματα! Το γνώριζα καλά. Αυτό που χθες ήταν κρασί, σήμερα είναι ξίδι και ποτέ πια το ξίδι δεν θα γινόταν ξανά κρασί. Ποτέ πια!

Σώπασα και θλιμμένος ακολούθησα τον οδηγό. Ναι, είχε δίκιο τώρα, όπως πάντα….και καλό θα ήταν τουλάχιστο αν παρέμενε κοντά μου , καλά ορατός αντί να εξαφανίζεται συχνά, ακριβώς τη στιγμή μιας απόφασης, αφήνοντάς με μόνο. Μόνο με εκείνη την ξένη φωνή στο στήθος, την φωνή στην οποία εκείνος είχε μεταμορφωθεί.

Οι πέτρες του ρυακιού γλιστρούσαν τρομερά. Το να προχωράς μ’ αυτό τον τρόπο ήταν κουραστικό και προκαλούσε ζάλη. Ένα πόδι μετά το άλλο πάνω σε μικρές μαύρες πέτρες, που κάτω από το παπούτσι μίκραιναν όλο και περισσότερο και γλίστραγαν επικίνδυνα. Και να, η κοίτη του ρυακιού γινόταν ολοένα και πιο απότομη, ενώ τα μαύρα πέτρινα τοιχώματα έγερναν απειλητικά σε κάθε στροφή του μονοπατιού, αποκαλύπτοντας τον δόλιο σκοπό να μας φυλακίσουν και να εμποδίσουν τον δρόμο της επιστροφής.

Καθόλου ουρανός, ούτε σύννεφα, ούτε γαλάζιο πάνω από το κεφάλι μας . Προχωρούσα και προχωρούσα ακολουθώντας τον οδηγό, συχνά σφίγγοντας τα μάτια από το φόβο και την απροθυμία. Ξαφνικά αντιλήφθηκα στο μονοπάτι ένα μαύρο σαν βελούδο λουλούδι με θλιμμένη όψη. Ένα όμορφο άνθος που μου μιλούσε με εμπιστοσύνη, αλλά ο οδηγός άνοιξε το βήμα και εγώ μονολόγησα : «εάν σταματήσω έστω και μια στιγμή, εάν ρίξω έστω και μια μόνο ματιά σ’ εκείνο το θλιμμένο βελούδινο μάτι, η ταραχή και η απελπισμένη μελαγχολία θα θέριευαν και θα γίνονταν ανυπόφορες και το πνεύμα μου θα έμενε για πάντα φυλακισμένο σ’ εκείνο το τρομερό περιβάλλον παραλογισμού και ηλιθιότητας.

Βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο και βρώμικος συνέχισα να σπρώχνομαι μπροστά και όταν τα τοιχώματα κλείστηκαν για τα καλά, να που ο οδηγός άρχισε το παλιό παρηγορητικό τραγούδι. Με δυνατή νεανική φωνή, σε κάθε βήμα , τραγουδούσε
με ρυθμό τις λέξεις : «Εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω»!

Ήξερα πολύ καλά ότι σκόπευε να με ενθαρρύνει και να με παρακινήσει και ότι προσπαθούσε να με οδηγήσει πέρα από τη μισητή κούραση και την αποθάρρυνση, σ’ αυτή την κολασμένη περιήγηση. Γνώριζα ότι περίμενε να ενωθώ και εγώ με το τραγούδι του, αλλά εγώ δεν το ήθελα! Αυτή την ικανοποίηση δεν ήθελα να του την παραχωρήσω…

Είχα μήπως καμιά όρεξη να τραγουδήσω; Δεν ήμουν εγώ ένας άνθρωπος, ένας φτωχός άνθρωπος, ένας κακομοίρης που για μια φορά ακόμα θα ράγιζε την καρδιά του με ακατανόητα πράγματα που δεν του είχε επιβάλλει ο Θεός; Και δεν ήταν , αντίθετα, δίκαιο για ένα γαρυφαλλάκι του βουνό, για μια μαργαρίτα , να παραμένουν στο ποτάμι που γεννήθηκαν, ανθίζοντας και μαραίνοντας, όπως ήταν φυσικό για το είδος τους;

«Εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω», τραγουδούσε ασταμάτητα ο οδηγός.
Αχ! και να μπορούσα να γυρίσω πίσω! Αλλά, με τη μαγική βοήθεια του οδηγού, από ώρα είχα ξεπεράσει το τοίχωμα και την άβυσσο, από την οποία δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Μέσα μου, το κλάμα με έπνιγε, αλλά δεν ήθελα να κλάψω, αυτό όχι απολύτως!

Έτσι, ξεροκέφαλα, με δυνατή φωνή, ενώθηκα στο τραγούδι του οδηγού με τον ίδιο ρυθμό, αλλά δεν επαναλάμβανα τα λόγια του…Έλεγα άλλα, που ήταν τα εξής : «εγώ πρέπει», «εγώ πρέπει», «εγώ πρέπει» !

Μόνο που δεν ήταν εύκολο να τραγουδάς σκαρφαλώνοντας.. Γρήγορα μου έλειψε η αναπνοή και αναγκάστηκα να σταματήσω αγκομαχώντας. Ο οδηγός αντίθετα συνέχιζε ακούραστος : «εγώ θέλω», «εγώ θέλω», «εγώ θέλω»… Σιγά-σιγά αισθάνθηκα αναγκασμένος να τραγουδήσω κι εγώ τα ίδια λόγια.

Τώρα η άνοδος ήταν πιο εύκολη. Τώρα «δεν έπρεπε» πια, αλλά «ήθελα» να πραγματοποιήσω το εγχείρημα και δεν αισθανόμουν πια την κούραση να ανεβαίνω και να τραγουδώ. Μέσα μου έγινε φως και καθώς το φως αυτό δυνάμωνε, το απόκρημνο τείχος οπισθοχωρούσε, γινόταν πιο στεγνό, λιγότερο απειλητικό, ενώ επάνω μας ανοιγόταν όλο και περισσότερο ο καθαρός ουρανός, σαν ένα γαλάζιο ποτάμι, ανάμεσα στις δυό βραχώδεις όχθες, που γρήγορα έγινε μια πλατιά λίμνη.

Προσπάθησα να επιθυμήσω πιο δυνατά, πιο ενδόμυχα και η ουράνια λίμνη μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, ενώ το μονοπάτι φάρδυνε και έγινε ευκολότερο. Κάπου-κάπου μπορούσα να ξεπερνάω τρέχοντας, ελαφρύς και χωρίς δυσκολία τον οδηγό μου, ενώ άλλοτε βαδίζαμε δίπλα-δίπλα.

Και ανέλπιστα, αντίκρισα την κορυφή, όχι μακριά.

Δέσποζε απότομη και αστραφτερή μέσα στον διαυγή και ηλιόλουστο αέρα…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου