Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Ecce Homo (Ιδε ο Ανθρωπος)

Το “Ecce Homo” είναι το τελευταίο αυθεντικό έργο του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου, πριν την επιδείνωση των ψυχικών του διαταραχών. Γραμμένο το 1888 (παρότι δεν εκδόθηκε πριν το 1908), αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον προσωπικό απολογισμό του Νίτσε για το έργο του. Οι θέσεις του (και ο ίδιος) είχαν πλέον ωριμάσει και μέσα σε 150 σελίδες γνωρίζει κανείς όλες τις θεμελιώδεις αρχές που απαρτίζουν τη γενικότερη φιλοσοφία του, αλλά και τη προσωπική κριτική του πάνω στα έργα του.
 
Ο Φρίντριχ είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, δεν είναι ο τυπικός στοχαστής. Όποιος όμως είναι αρκετά ώριμος και υπομονετικός μαζί του, όποιος δύναται να παραβλέψει την αγνή αυταρέσκειά του και τον ειλικρινή -στα όρια της παιδικότητας- εγωισμό του, μπορεί πραγματικά να βρει θησαυρούς. 
 
Κι αυτό επειδή αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους δασκάλους της (κατά πολλούς, συμπεριλαμβανομένου του Χάιντεγκερ) συμαντικότερης ιδιότητας και τάσης της ανθρώπινης ύπαρξης – της Υπέρβασης. Κηρύττει τον Υπεράνθρωπο και μας καλεί όλους στον αγώνα της ανάδειξής του΄ έναν αγώνα δύσκολο, ανηφορικό, πάνω σε “χιονισμένα όρη” όπως λέει ο ίδιος, αλλά κι έναν αγώνα ουσιαστικό κι απόλυτα έλλογο. 
Έναν αγώνα για να “γίνει κανείς αυτό που είναι.” 
 
Ξεκινώντας με έναν Επίλογο
Ο πρόλογος του συγκεκριμένου έργου μοιάζει περισσότερο με επίλογο, παρά με εισαγωγή. Θαρρεί κανείς πως είναι ένας περιληπτικός απολογισμός του Νίτσε για τη ζωή και το έργο του, ίσως μία τελευταία αποχαιρετιστήρια κουβέντα στους “λιγοστούς αληθινούς αναγνώστες” του. 
“Πόση αλήθεια αντέχει ένα πνεύμα, πόση αλήθεια τολμά; Αυτό γινόταν για μένα ολοένα περισσότερο το κριτήριο των αξιών. Η πλάνη (- η πίστη στο ιδεώδες) δεν είναι τυφλότητα, η πλάνη είναι δειλία” 
Σε αυτόν τον πρόλογο ο Φρίντριχ παρουσιάζει ταυτόχρονα το δικό του προσωπικό “είναι”, και το “είναι” του Υπερανθρώπου που κήρυξε ο Ζαρατούστρα (ο ίδιος δεν βλέπει κάποιον διαχωρισμό ανάμεσα στα δύο). Εδώ βρίσκουμε τις ιδιαίτερες πτυχές αυτής της θαρραλέας και ανώτερης φύσης, σφίγγουμε στην αγκαλιά μας τον Υπεράνθρωπο. 
 
Αυτός ο ανώτερος άνθρωπος είναι μαθητής του Διονύσου και προτιμάει τον ρόλο του γελαστού σάτυρου, παρά αυτόν του Θεού. Το ανώτερο “θέλω” του, το πιο φωτεινό αστέρι που κυνηγάει στους πιο υψηλούς λόφους, ο ύψιστος στόχος του, είναι η Αλήθεια – μία αλήθεια πέρα για πέρα υποκειμενική και προσωπική, απομακρυσμένη από την υποκρισία και από τα προσωπεία της αντικειμενικότητας. Η αλήθεια του εσωτερικού “εγώ”, μία αλήθεια βαριά, πολύ βαριά, που ελάχιστοι έχουν τις ψυχικές δυνάμεις να κουβαλούν στις πλάτες τους. 
Η Αλήθεια του να είσαι ο εαυτός σου
 
Μία καλύτερη γνωριμία με τον Υπεράνθρωπο
Στη συνέχεια, ο Νίτσε φροντίζει να μας γνωρίσει ακόμα καλύτερα με τον Υπεράνθρωπό του. Φτάνουμε πέρα από τις συστάσεις και μπορούμε να νιώσουμε τον χτύπο της καρδιάς του. 
“Χρειάζομαι όμως τη μοναξιά, δηλαδή την ανάρρωση, την επιστροφή στον εαυτό μου, την πνοή ενός ελεύθερου, ελαφρού, παιχνιδιάρικου αέρα…” 
Οι αρετές του είναι πολλές, στροβιλίζονται όμως σαν ηλεκτρόνια γύρω έναν πυρήνα, πλαισιώνουν ένα βαθύτερο και ουσιαστικότερο “θέλω”: αυτό είναι η θέληση για ζωή, η θέληση για μία ανώτερη υγεία, μία εξέχουσα χαρά, απόλυτα αντιταγμένη προς τη φύση του παρακμιακού (decadence). Είναι η θέληση να ζει κανείς σε συνάρτηση με την ενδογενή κι αυθεντική αλήθεια του, η επιλογή του ουσιαστικού στοχασμού έναντι των παιχνιδιών της διαλεκτικής και η εκπληκτική ικανότητα να αντιστρέφει τις προοπτικές, να πράττει τη περίφημη “επαναξιολόγηση των αξιών”, να μην προσαρμόζεται στη ζωή, αλλά να έχει τη δύναμη να τη προσαρμόσει στα “θέλω” του (παρότι είναι ικανός να της πει το μεγαλύτερο “Ναι”), καθοδηγούμενος και εμπνευσμένος από τον πιο υγιή εγωισμό. 
 
Ιδού μία περιγραφή του ίδιου του Νίτσε, που προφανώς είναι απόλυτα κατατοπιστική: 
“Και τι είναι αυτό που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε ποιος είναι καλοσυγκροτημένος; Το ότι ένας καλοσυγκροτημένος άνθρωπος αρέσει στις αισθήσεις μας, το ότι είναι καμωμένος από ξύλο σκληρό, λεπτό και συνάμα αρωματικό. Του αρέσει μόνον ό,τι είναι καλό γι’ αυτόν΄ η απόλαυσή του, η ευχαρίστησή του παύουν τη στιγμή που ξεπερνιέται το μέτρο αυτού που είναι καλό γι’ αυτόν. Επινοεί μόνος του τα θεραπευτικά μέσα ενάντια σε καθετί βλαβερό, εκμεταλλεύεται προς όφελος του τα τυχαία κακά΄ ό,τι δεν τον σκοτώνει, τον κάνει πιο δυνατό. Ενστικτωδώς, βγάζει απ’ ό,τι βλέπει, ακούει και βιώνει, το δικό του άθροισμα: είναι μια αρχή επιλογής, περιφρονεί πολλά πράγματα. Βρίσκεται πάντα στη δική του συντροφιά, άσχετα από το αν συναναστρέφεται βιβλία, ανθρώπους ή τοπία: με την επιλογή του τιμά αυτό που διαλέγει, αυτό το οποίο δέχεται, αυτό το οποίο εμπιστεύεται. Αντιδρά αργά σ’ όλα τα είδη δελεασμών, με εκείνη την άργητα με την οποία τον έχει προικίσει η μακρόχρονη επιφυλακτικότητα και η ηθελημένη περηφάνια: εξετάζει το δέλεαρ που τον πλησιάζει, απέχει πολύ από το να προτρέξει για να το συναντήσει. Δεν πιστεύει ούτε στην “κακοτυχία”, ούτε στην “ενοχή”: ξέρει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του και τους άλλους, ξέρει να ξεχνά – είναι αρκετά δυνατός ώστε όλα να στρέφονται αναγκαστικά προς όφελός του. – Έτσι λοιπόν, είμαι το αντίθετο ενός παρακμιακού: γιατί μόλις περιέγραψα τον εαυτό μου.”
“Γιατί ξέρω γενικά μερικά πράγματα περισσότερο από τους άλλους; Γιατί είμαι γενικά πιο έξυπνος; Ποτέ δεν σκέφτηκα πάνω σε ζητήματα που δεν υπάρχουν – δεν σπατάλησα τον εαυτό μου”. 
Η ανάδειξη της φυσιολογίας και ο τελικός απολογισμός 
Ο Νίτσε σε αυτό το έργο εξυμνεί τη φυσιολογία ως ανώτατη τέχνη και επιστήμη. Τονίζει πόσο οι άνθρωποι έχουν αποτραβήξει τη προσοχή τους από τις ουσιαστικές πτυχές της ζωής, από τους θεμελιώδεις πυλώνες της καθημερινότητας, όπως τη διατροφή και τον τόπο διαμονής, και φροντίζει να ασκήσει δριμύτατη κριτική σε καταστροφικές συνήθειες, όπως το αλκοόλ. Κύριος στόχος του αφοριστικού του λόγου είναι η ρουτίνα και ο μέσος άνθρωπος της Γερμανίας, στην οποία κι επιτίθεται σχεδόν από κάθε πλευρά με τρομερούς χαρακτηρισμούς. 
 
Η αλήθεια είναι πως οι προσταγές του φτάνουν πολλές φορές το όριο της υπερβολής, μιας και συμβουλεύει την απόλυτη αποχή από το αλκοόλ, από τα βιβλία (!), από τον καφέ, κα. Η κατεύθυνσή του όμως είναι πέρα για πέρα ορθολογική, και μας καλεί να επαναξιολογήσουμε τις σημαντικότερες πτυχές της ζωής μας, για να είμαστε σε θέση όχι απλώς να επιβιώνουμε, αλλά και να ζούμε με μία ανώτερη υγεία. 
“Δεν πρέπει ποτέ κανείς να φείδεται του εαυτού του, πρέπει να έχει τη σκληρότητα ανάμεσα στις συνήθειές του, για να μπορεί να είναι ευδιάθετος και χαρούμενος μέσα σε σκληρές αλήθειες. Όταν φαντάζομαι έναν τέλειο αναγνώστη, τον φαντάζομαι τέρας θάρρους και περιέργειας΄ επιπλέον, ευλύγιστο, πανούργο, προσεκτικό: γεννημένο τυχοδιώκτη και εξερευνητή”. 
Έπειτα, αφήνει τον “Ζαρατούστρα του” (όπως τον αποκαλεί) να μοιραστεί μαζί μας μερικά ψήγματα της σοφίας του και μπαίνει στη διαδικασία να αναφερθεί σε όλα τα έργα του ένα προς ένα – από τη “Γέννηση της Τραγωδίας” μέχρι τη “Περίπτωση Βάγκνερ”. Δεν θα αναφερθούμε φυσικά εκτενώς σε όλες αυτές τις απόψεις, τις οποίες αξίζει κανείς να διαβάσει αυτούσιες σε αυτό του το έργο.
 
Κλείνοντας, μας χαρίζει λίγη ακόμη από την αλήθεια του. Προοικονομεί τη μοίρα του έργου του στο σύνολό του, μιας κι έχει επίγνωση πως “ήρθε πολύ νωρίς” (όπως δηλώνει ο ίδιος: “μερικοί γεννιούνται μετά θάνατον”) και ότι τα βιβλία του θα διαβαστούν στο μέλλον και θα προκαλέσουν αναταραχές, θα αποτελέσουν τους ισχυρούς “δυναμίτες” που θα κατεδαφίσουν τα σαθρά θεμέλια της απαρχαιωμένης και ζημιογόνας ηθικής που επί αιώνες μαστίζει την ανθρωπότητα. 
 
Κατεβαίνει, σαν τον Ζαρατούστρα, στις πλατείες των ανθρώπων και τους ενημερώνει για τον “θάνατο του Θεού”. Βάζει φωτιά στη βάση της Χριστιανοσύνης, κηρύττει τα διδάγματα ενός αγνού Αντίχριστου και μας καλεί όλους να ετοιμάσουμε το έδαφος για τον ερχομό του Υπερανθρώπου. 
Δίνει κουράγιο και δύναμη σε όλους όσους παίρνουν την απόφαση να βαστάξουν στις πλάτες τους το βάρος της προσωπικής τους αλήθειας. Διδάσκει τη καταστροφή, το ζευγάρωμα του καλού και του κακού, τη γέννηση δηλαδή του δημιουργού. 
Μας δείχνει όλους πώς να είμαστε αυτό που είμαστε. 
“Δεν είχατε αναζητήσει ακόμη τον εαυτό σας: τότε με βρήκατε. Αυτό κάνουν όλοι οι πιστοί΄ γι’ αυτό μετράει τόσο λίγο οποιαδήποτε πίστη. 
Τώρα, σας καλώ να με χάσετε και να βρείτε τον εαυτό σας΄ και μόνον όταν θα με έχετε όλοι απαρνηθεί, θα θελήσω να επιστρέψω κοντά σας…”
 Φρίντριχ Νίτσε

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου