Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

“Η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ότι κατανοεί το είναι. Οπότε ο άνθρωπος, εφόσον κατανοεί το ίδιο του το είναι, είναι αυτό που είναι, συν η δυνατότητα να γίνει κάτι που ακόμα δεν είναι. Πρόκειται δηλαδή περί ενός όντος, που στέκεται μπροστά στον εαυτό του, ενός όντος, καθ’υπέρβαση, που στοχεύοντας αυτό που δεν είναι, επιδιώκει να γίνει αυτό, που ακόμα, δεν είναι. Η υπερβατικότητα είναι αυτό που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία είναι βέβαια περιορισμένη εντός των ορίων του κόσμου του οποίου βρίσκεται”

~ΕΙΣΑΓΩΓΗ~
Φιλοσοφία, είναι η καθολική φαινομενολογική οντολογία που έχει ως αφετηρία την ερμηνευτική του Εδωνά-Είναι, η οποία ως αναλυτική της ύπαρξης, έχει δέσει εκεί την άκρη του οδηγητικού νήματος όλης της φιλοσοφικής αναζήτησης, μιας και η ίδια η ύπαρξη αποτελεί το σημείο από όπου όλη αναζήτηση πηγάζει και το σημείο όπου ξαναγυρίζει.
Η οντολογική αναλυτική του Έδωνα-Είναι, ταυτίζεται με την θεμελιώδη οντολογία και συνεπώς το Εδωνά-Είναι, είναι το ον που πρέπει αρχικά και με θεμελιώδη τρόπο να ερωτηθεί για το Είναι του. Ο όρος Dasein είναι μία κοινή γερμανική λέξη που σημαίνει απλώς ύπαρξη-παρουσία ενώ ως ρήμα σημαίνει υπάρχω-παρευρίσκομαι (da=εδώ/sein=είναι). Αρκετοί Γερμανοί φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν την λέξη Dasein, όπως λόγου χάρη ο Έγελος, ο Γιάσπερς και ο Χάιντεγκερ∙ ο τελευταίος ωστόσο, με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Ο Χάιντεγκερ, χρησιμοποιεί το Dasein αντί να πει άνθρωπος ενώ του δίνει και μία ταυτόχρονα τροπική και τοπική σημασία, καθαρά δική του. Πιο συγκεκριμένα, Dasein, που η Ελληνική του μετάφραση είναι Εδωνά-Είναι, δηλώνει το ανθρώπινο ον, που υπάρχει τώρα-εδώ, ατενίζοντας την προοπτική του ίδιου του του Είναι. Η χαιντεγκεριανή τοπική σημασία που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο ον είναι η κατανόηση της ίδιας του της ύπαρξης στο εδώ και τώρα και η τροπική, η δυνατότητα του μέσα στο χρόνο να ξεπεράσει το ίδιο του το Είναι. Όλα τα παραπάνω, εκδηλώνονται από το Είναι μέσα από την ίδια του την δυνατότητα να διερωτηθεί για το ίδιο του το Είναι. Το Εδωνά-Είναι έχει την a priori ιδιότητα να βρίσκεται εν-τω-κόσμο (Μες-στον-Κόσμο-Είναι) και να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο μαζί του. Η χρονικότητα είναι το νόημα του Είναι του όντος που ονομάζουμε Εδωνά-Είναι, αφού η ερμηνεία και η κατανόηση του Είναι από το ίδιο το Εδωνά-Είναι, επιτυγχάνετε μέσα από την χρονική διάρκεια του. Η κεντρική προβληματική της οντολογίας έχει τις ρίζες της στο σωστά θεωρούμενο και σωστά εξηγούμενο φαινόμενο του χρόνου. Το Εδωνά-Είναι, είναι το παρελθόν του, κατανοώντας την διάνοιξη και ρύθμιση των δυνατοτήτων του, σύμφωνα με τον μέλλον του. Η ίδια η αναζήτηση του Είναι συνεπώς, χαρακτηρίζεται από ιστορικότητα. Εκτός από ιστοριολογικός, ο τρόπος διαπραγμάτευσης του ερωτήματος του Είναι, είναι και φαινομενολογικός. Η φαινομενολογία, δεν αποτελεί ούτε άποψη ούτε κατεύθυνση αλλά μάλλον μέθοδο προσέγγισης. Φαινόμενο, σημαίνει το φανερό, αυτό που δείχνεται καθ’εαυτό. Ωστόσο, η εγγενής ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει το φαινόμενο, είναι ότι είναι κάτι που αρχικά και ως επί το πλείστο δεν δείχνεται, κάτι που διατηρείται κρυμμένο, εν αντιθέσει με όλα όσα ως επί το πλείστο δείχνονται∙ αλλά ταυτόχρονα αποτελεί θεμελιώδες συστατικό σε όλα όσα αρχικά και ως επί το πλείστο δείχνονται, κατά τέτοιον τρόπο, που ουσιαστικά απαρτίζει το νόημα και το θεμέλιο τους. Το Είναι, είναι κατεξοχήν εκ-στασιακό και μέσα από την δυνατότητα και την αναγκαιότητα της εξατομίκευσης του, διανοίγεται ύπερ-βασιακά.
  1. Παρουσίαση του μελήματος μιας προκαταρτικής ανάλυσης του Έδωνα-Είναι.
Η ερμήνευση του Είναι, επιτυγχάνεται μέσω της νόησης και του λόγου και βασίζεται πάνω σε δύο παραδοχές:
1. Η ύπαρξη (existentia), προηγείται της ουσίας (essentia).
Η ουσία του Εδωνά-Είναι έγκειται στην ύπαρξη του.
2. Το Είναι, για το οποίο νοιάζεται το Εδωνά-Είναι, είναι εκάστοτε δικό μου. Για αυτό και πρέπει να χρησιμοποιούμε πάντα προσωπική αντωνυμία όταν απευθυνόμαστε σε αυτό: “εγώ είμαι”, “εσύ είσαι” κ.ο.κ
  1. Το Μες-στον-Κόσμο-Είναι γενικά ως θεμελιώδης σύσταση του Έδωνα-Είναι.
Με την έννοια ΕνΕίναι, εννοούμε το Είναι που οντολογικά συγκροτείται εντός της κοσμικότητας, ως Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Όλα τα όντα, για τα οποία μπορεί να ειπωθεί ότι είναι το ένα μέσα στο άλλο, παρουσιάζουν το ίδιο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Είναι, την παρεύρεση, ως κατεξοχήν πράγματα που λαμβάνουν χώρα ενδόκοσμα. Η παρεύρεση μέσα σε κάτι επίσης παρευρισκόμενο καθώς και η συμπαρεύρεση με κάτι που μοιράζεται το ίδιο είδος του Είναι αποτελεί βασικό τοπικό οντολογικό συνδετικό χαρακτηριστικό του Εδωνά-Είναι με τα υπόλοιπα όντα. Το ΕνΕίναι ωστόσο, είναι η μορφική υπαρκτική έκφραση του Είναι του Εδωνά-Είναι, το οποίο με την σειρά του παρουσιάζει ως ουσιαστική σύσταση το Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Ο όρος βιομέριμνα έχει αρχικά την προ-επιστημονική σημασία του εκτελώ κάτι, διεκπεραιώνω∙ οντολογικά στην παρούσα έρευνα θα δηλώνει το Είναι ενός μπορετού Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Ο βασικός λόγος χρήσης του συγκεκριμένου όρου, αποσκοπεί στο να γίνει σαφές ότι το Είναι του Εδωνά-Είναι αποτελεί μέριμνα.
  1. Η κοσμικότητα του Κόσμου.
Τα πρώτα ενδόκοσμα όντα που ερχόμαστε σε επαφή, είναι τα πρόχειρα όντα. Η οργανική σύσταση των πρόχειρων όντων είναι η παραπομπή∙ η δομή του Είναι τους εκφράζει το παραπέμπεσθαι. Είδη παραπομπών είναι η εξυπηρετικότητα,  η βλαβερότητα, η χρησιμότητα κ.ο.κ. Οι συγκεκριμένες αυτές μορφές που δύναται να λάβει η εκάστοτε παραπομπή, λειτουργούν όπως ένα σήμα. Η λέξη «σήμα» μπορεί να μορφικοποιηθεί έτσι ώστε να νοεί ένα καθολικό είδος σχετισμού, κατά τρόπο που η δομή του σήματος να παράσχει ένα οντολογικό οδηγό ικανό να χαρακτηρίσει όλα τα γενικά όντα, που απευθύνεται. Το σήμα ωστόσο, δεν είναι ένα πράγμα που απλά σχετίζεται δεικτικά με ένα άλλο πράγμα∙ παρά ένα όργανο που φέρνει την περίσκεψη σε ρητή αντιπαράσταση προς ένα σύνολο οργάνων, ούτως ώστε ταυτόχρονα να αγγέλλεται ο κοσμικός χαρακτήρας των πρόχειρων όντων. Η συνάφεια των παραπομπών συγκροτεί την κοσμικότητα και μπορεί να κατανοηθεί μορφικά και ως ένα σύστημα σχέσεων.
  1. Το Μες-στον-Κόσμο-Είναι ως ΣυνΕίναι και Εαυτότητα. Οι «Πολλοί».
Το εδώ, το Εδωνά και το εκεί, δεν είναι τοπικοί προσδιορισμοί ενδόκοσμων όντων αλλά χαρακτήρες της αρχέγονης χωρικότητας του Εδωνά-Είναι. Ο W. von Humboldt υπέδειξε ότι κάποιες γλώσσες εκφράζουν το «εγώ» με το «εδώ», το «εσύ» με το «Εδωνά», το «αυτός» με το «εκεί» κ.ο.κ., γλώσσες που αποδίδουν δηλαδή τις προσωπικές αντωνυμίες με τοπικά επιρρήματα. Τα υποτιθέμενα τοπικά επιρρήματα είναι κατ’ουσίαν υπαρκτικοί προσδιορισμοί του Εδωνά-Είναι. Το ΣυνΕίναι είναι η υπαρκτικά συγκροτητική έκφανση του Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Το Εδωνά-ΣυνΕίναι αποτελεί το είδος του Είναι των όντων που συναντώνται ενδόκοσμα μέσω της συναλληλίας. Οι άλλοι, είναι εκείνοι οι οποίοι ως επί το πλείστο δεν ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας-εκείνοι δηλαδή που ανάμεσα τους είμαστε και εμείς. Το οντολογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις παραπάνω αναλύσεις των ΣυνΕίναι και Εδωνά-ΣυνΕίναι, είναι η επίγνωση ότι ο χαρακτήρας «υποκείμενο», που αποδίδεται στο δικό μου Εδωνά-Είναι και στο Εδωνά-Είναι των Άλλων, δύναται να οριστεί μόνο υπαρκτικά. Μέσα σε όσα βιομεριμνώνται περιβαντολλογικά συναντώνται οι άλλοι ως αυτό που είναι και ανθρωπολογικά ως αυτό που κάνουν. Η τάση του ΣυνΕίναι θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συναλληλία εκ των πραγμάτων καλλιεργεί τον μέσο όρο, που είναι υπαρκτικό χαρακτηριστικό των πολλών. Αυτή τη τάση την ορίζουμε ως «αφίστασθαι» και ως «ισοπέδωση» ορίζουμε την αποκάλυψη της μέριμνας του Εδωνά-Είναι για τον μέσο όρο. Καθένας, είναι ο άλλος και κανένας δεν είναι αυτός τούτος. Οι πολλοί, με τους οποίους απαντάται το ερώτημα για το ποιος είναι το καθημερινό Εδωνά-Είναι, είναι ο κανένας, στον οποίο έχει παραδοθεί ήδη το εκάστοτε Εδωνά-Είναι όντας μεταξύ των άλλων.
  1. Το ΕνΕίναι σαν τέτοιο.
Το φαινόμενο της ισαρχεγονωσύνης των συγκροτητικών στοιχείων του Εδωνά-Είναι, παραθεωρήθηκε στην οντολογία εξαιτίας της τάσης να ανάγεται η καταγωγή του κάθε τι σε μία «πρώτη αιτία». Το Μες-στον-Κόσμο-Είναι αναλύεται στις σχέσεις του ΠαρΕίναι (βιομέριμνα), στις σχέσεις του ΣυνΕίναι (ανθρωπομέριμνα) και της εαυτότητας (ΕνΕίναι). Οι δύο ισαρχέγονοι τρόποι που συγκροτούν το Είναι του Εδωνά-Είναι, είναι η εύρεση και η κατανόηση∙ έννοιες που έχουν προσδιοριστεί ισαρχέγονα μέσω της ομιλίας. Αυτό που δηλώνουμε οντολογικά με τον όρο εύρεση είναι η θυμική διάθεση. Το γεγονός ότι οι εκάστοτε διαθέσεις μπορούν να φτιάξουν ή να χαλάσουν, υποδηλώνει ότι το Εδωνά-Είναι, είναι διαρκώς μέσα σε μία διάθεση. Η έκφραση ρίξιμο υποδηλώνει τη γεγονότητα του ότι το Εδωνά-Είναι έχει παραδοθεί. Η εύρεση διανοίγει το Εδωνά-Είναι ως προς το ότι είναι ριγμένο και αρχικά και ως επί το πλείστο κατά τον τρόπο της αποφυγής. Επιπλέον, η εύρεση ενέχει υπαρκτικά μία εξάρτηση από τον κόσμο, η οποία διανοίγει τον κόσμο και χάρη στην οποία μπορούν να συναντώνται τα όντα που μας αφορούν. Ο φόβος, είναι τρόπος εύρεσης. Η κατανόηση είναι το υπαρκτικό Είναι της δυνατότητας του Εδωνά-Είναι για το δικό του Είναι∙ κατά τρόπο μάλιστα ώστε αυτό το Είναι διανοίγεται κάθε’αυτό ως προς το τι έγκειται να κάνει. Η κατανόηση, αφορά την εκάστοτε πλήρη διανοικτότητα του Εδωνά-Είναι ως Μες-στο-Κόσμο-Είναι∙ το ότι η κατανόηση μετατοπίζεται σ’αυτήν ή στην άλλη δυνατότητα είναι υπαρκτική παραλλαγή της προβολής ως συνόλου. Τη θέαση που σχετίζεται πρωταρχικά και ολοκληρωτικά με την ύπαρξη την ορίζουμε ως διορατικότητα. Νόημα είναι η δομημένη από προγενέστερη κατοχή, θέαση και εννόηση κάθε προβολής σύμφωνα με την οποία κάτι γίνεται καταληπτό ως κάτι. Κάθε ερμήνευση θεμελιώνετε στην κατανόηση. Τα θεμελιώδη υπαρκτικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν το Εδωνά-Είναι μέσω της διανοικτότητας στο Μες-στον-Κόσμο-Είναι είναι η εύρεση και η κατανόηση. Η κατανόηση εμπεριέχει την δυνατότητα της ερμήνευσης, δηλαδή της ιδιοποίησης αυτών που έχουν ήδη κατανοηθεί. Το υπαρκτικό-οντολογικό θεμέλιο της γλώσσας είναι η ομιλία. Η ομιλία είναι υπαρκτικά ισαρχέγονη με την εύρεση και την κατανόηση. Ό,τι είναι καταληπτό, έχει ήδη αρθρωθεί, πριν το ιδιοποιηθεί η ερμήνευση. Ομιλία είναι η άρθρωση αυτών που είναι καταληπτά. Αυτό που έχει δομηθεί μέσα στην ομιλία αποτελεί ένα σύνολο σημασιών. Το σύνολο σημασιών που είναι καταληπτό μπαίνει μέσα σε λόγια. Στην ομιλία ανήκουν ως δυνατότητες το ακούειν και το σιωπάν. Η ομιλία είναι η σημαίνουσα άρθρωση όσων είναι καταληπτά στο Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Συγκροτητικά στοιχεία της ομιλίας είναι το περιεχόμενο, τα λεγόμενα ως τέτοια, η κοινοποίηση και η παρουσίαση. Οι συνομιλητές νοούν τα ίδια διότι κατανοούν τα λεγόμενα μέσα στον ίδιο μέσο όρο. Η διανοικτότητα του Εν-Είναι φωτίζει το Εδωνά-Είναι χάρη στο οποίο γίνεται μπορετό αυτό που αποκαλούμε θέαση. Η αμφισημαντότητα χαρακτηρίζει την διανοικτότητα που όμως δεν αποτελεί συστατικό μόνο της κοσμικότητας αλλά και της συναλληλίας σαν τέτοιας. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που παρουσιάζει το Εδωνά-Είναι, είναι η κατάπτωση. Η κατάπτωση εκφράζει ότι το Εδωνά-Είναι, είναι ευθύς εξαρχής ριγμένο (πτώση) μέσα στην βιομέριμνα. Εκφάνσεις της κατάπτωσης είναι η προκλητικότητας, η καθησύχαση, η αποξένωση και το περιπλέκεσθαι.
  1. Η μέριμνα ως Είναι του Έδωνα-Είναι.
Η απορρόφηση του Εδωνά-Είναι από την βιομέριμνα που συνεπάγεται η κατάπτωση, φανερώνει την φυγή του από το ίδιο του το Είναι. Η αγωνία αποτελεί το θεμελιώδες συστατικό της ύπαρξης του Εδωνά-Είναι. Η διαφορά της αγωνίας από τον φόβο, έγκειται στο ότι αυτό που αγωνιούμε είναι ολωσδιόλου ακαθόριστο, η αγωνία δηλαδή αφορά το τίποτα και πουθενά, αφού δεν βλέπει ένα συγκεκριμένο εδώ ή εκεί. Αυτό μπρος στο οποίο αγωνιούμε, είναι ο ίδιος ο κόσμος σαν τέτοιος, το ίδιο το Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Ο υπαρκτικός σολιψισμός που εκφράζεται μέσα από την εξατομικευμένη αγωνία διανοίγει το Εδωνά-Είναι στον κόσμο ως τέτοιον. Το φαινόμενο της αγωνίας φανερώνει το Εδωνά-Είναι ως γεγονικά υπάρχον στον Μες-στον-Κόσμο-Είναι. Η μέριμνα αποτελείται από την ανθρωπομέριμνα και από την βιομέριμνα. Η βιομέριμνα φανερώνει τις δυνατότητες του Εδωνά-Είναι ενώ η ανθρωπομέριμνα το οδηγεί στο Είναι του. Η καταπτωτική επιρρέπεια του Εδωνά-Είναι φανερώνει την ροπή του να αφεθεί στον κόσμο όπου έχει ριχθεί. Η παρακάτω αυτοερμήνευση του Εδωνά-Είναι ως μέριμνας έχει κατατεθεί από έναν αρχαίο μύθο:
“Όταν κάποτε η Μέριμνα διάβαινε ένα ποτάμι, είδε χώμα αργιλλώδες∙ έλαβε σκεφτικά ένα κομμάτι, κι άρχισε να του δίνει μορφή. Όταν έπιασε μετά να συλλογίζεται τι είχε πλάσει, πλησίασε ο Δίας. Η Μέριμνα τον παρακάλεσε να παράσχει πνεύμα στο χώμα που μορφοποίησε, κι ο Δίας ευχαρίστως παρέσχε. Αλλά όταν αυτή θέλησε να απονείμει στο πλάσμα της το όνομα της, ο Δίας της το απαγόρευσε, κι απαίτησε να δοθεί το δικό του. Ενώ η Μέριμνα κι ο Δίας μάλωναν, ορθώθηκε η Γη, κι ήθελε να δοθεί το δικό της όνομα στο πλάσμα, εφόσον αυτή του είχε προσφέρει μέρος από το σώμα της. Ζήτησαν από τον Κρόνο να διαιτητεύσει, κι αυτός αποφάσισε τα ακόλουθα, που φαίνονται δίκαια: «Μια κι έδωσες, Δία, το πνεύμα, ας λάβεις το πνεύμα του όταν το πλάσμα πεθάνει, μια και του χάρισες το σώμα, Γη, το σώμα ας λάβεις. Αφού όμως η Μέριμνα πρώτη διαμόρφωσε αυτό το ον, ας το κατέχει όσο είναι ζωντανό. Αλλά αφού διαφωνείται πρωτίστως για το όνομα, ας ονομαστεί “Homo” (άνθρωπος), μια και φτιάχτηκε από humus (γη).”
Αυτό το προοντολογικό ντοκουμέντο είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνον διότι η μέριμνα εμφανίζεται εδώ ως αυτή στην οποία το ανθρώπινο Εδωνά-Είναι ανήκει ισόβια αλλά γιατί την αντιπαραθέτει με την παραδοσιακή αντίληψη που θεωρεί τον άνθρωπο ως σύνθεση σώματος (γης) και πνεύματος. Ο μύθος ξεκαθαρίζει ότι στην μέριμνα έχει το ανθρώπινο ον την αρχέγονη πηγή του Είναι του. Το Μες-στον-Κόσμο-Είναι, έχει τον οντολογικό χαρακτήρα της μέριμνας. Η μέριμνα και η διανοικτότητα προκύπτουν από την κατάπτωση. Το σύνολο των χαρακτηριστικών που προκύπτουν από την διανοικτότητα και την μέριμνα παρέχουν μία μοναδική υπερβασιακή δυνατότητα που δύναται να θεωρηθεί θεμελιώδες συστατικό του Εδωνά-Είναι. Η αλήθεια έχει δικαιωματικά αρχέγονη σχέση με το Είναι. Αλήθεια, είναι η συμφωνία της γνώσης με το αντικείμενο της. Ο όρος συμφωνία νοεί τον σχετισμό κάτινος με κάτι. Ο σχετισμός αυτός, θα πρέπει να γίνει ορατός μες στη συνάφεια του φαινομένου της πιστοποίησης. Με την πιστοποίηση διαπιστώνεται η συμφωνία. Η αποκαλυπτικότητα της απόφανσης οφείλει να πιστοποιηθεί δια να ομιλούμε για αλήθεια. Στην ουσία η αποκάλυψη δεν αφορά τη συμφωνία κάποιου φυσικού όντος με κάποιου ψυχικού ή την συμφωνία ανάμεσα σε συνειδησιακά περιεχόμενα αλλά την αποκλειστική πιστοποίηση του αποκαλύπτεσθαι αυτού τούτου του όντος από το Εδωνά-Είναι. Η αλήθεια συνεπώς σημαίνει πρωτίστως αποκαλυπτικότητα και όχι συμφωνία, αφού η αλήθεια έπεται της αποκάλυψης. Το αποκαλύπτειν είναι μία  θεμελιώδης έκφανση του Είναι του Μες-στον-Κόσμο-Είναι, αφού τόσο η βιομέριμνα όσο και η ανθρωπομέριμνα αφορούν αποκαλυπτόμενα ενδόκοσμα όντα. Προηγείται δηλαδή η αποκάλυψη του εκάστοτε Είναι της αλήθειας του. Το ότι η αλήθεια σχετίζεται κατά αυτόν τον τρόπο με την εκάστοτε αποκάλυψη μας δείχνει και την εγγενή αμφισημία της ίδιας της αλήθειας. Η φαινομενικολογική αποκάλυψη σημαίνει πως αποκαλύπτεται πάντα μία έκφανση του εκάστοτε πρόχειρου όντος ενώ ταυτόχρονα μία άλλη έκφανση του παραμένει κρυφή ή πιο απλά όπως μας λέει και ο Παρμενίδης στο Περί Φύσεως, η αλήθεια ακολουθεί δύο μονοπάτια, το αποκαλύπτειν και το αποκρύπτειν. Ενώ δηλαδή το Εδωνά-Είναι είναι ριγμένο μέσα στην αλήθεια είναι ταυτόχρονα ριγμένο και μέσα στην αναλήθεια. Η αλήθεια συνεπώς, αποτελεί έναν αποκαλυπτικό σχετισμό μεταξύ των παρευρισκόμενων όντων, πρόχειρων και Εδωνά-Είναι. Από αυτό προκύπτει ότι καμία αλήθεια δεν δύναται να είναι αιώνια, αφού το Εδωνά-Είναι δεν υφίστατο αιώνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου