Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Το πέρασμα στην εφηβεία αποτελούσε ανέκαθεν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό γεγονός σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς από την αρχαιότητα έως τον μεσαίωνα και αποτελεί ακόμη μία από τις σοβαρότερες δραστηριότητες στις κοινωνίες του τρίτου και αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στους αρχαίους Έλληνες το συμφέρον του κράτους έπαιρνε την πρώτη θέση[1] σε σύγκριση με τα συμφέροντα του ατόμου[2]. Ο Σπαρτιάτης για παράδειγμα δεν άνηκε καθόλου στους δικούς του αλλά άνηκε ολοκληρωτικά στο κράτος. Στις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις οι νόμοι ήταν ποιο επιεικείς. Οι φιλόσοφοι που ασχολιόντουσαν με την αγωγή της νεολαίας τακτικά κατέκριναν τις υπερβολές των Σπαρτιατών , εκ των πραγμάτων όμως αναγκάστηκαν να δανειστούν πολλά από αυτούς.

Ο απώτερος σκοπός της ελληνικής αγωγής ήταν η πρόοδος του κράτους .Τα παιδιά έπρεπε να εκπαιδευτούν και να κατανοήσουν ότι έπρεπε κάποτε να φέρουν κάποιο όφελος στην πόλη, η εφηβεία δε εθεωρείτο η περίοδος μύησης των νέων στην πολεμική και κοινωνική ζωή .
Οι άρχοντες και ο λαός γνωρίζανε την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης φάσης των νέων και είχαν καταρτίσει ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης για τους έφηβους τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την σημερινή στρατιωτική θητεία, αλά ήταν ένα πρόγραμμα προετοιμασίας των νέων για να μπορέσουν να γίνουν ενεργοί πολίτες, άξιοι μαχητές και υπεύθυνοι οικογενειάρχες.
Τα αποδοτικότερα προγράμματα εκπαίδευσης των νέων στην αρχαία Ελλάδα εφαρμόζονταν στην Αθήνα με τον όρο (έφηβος) , οι Σπάρτη με τον όρο (κρύπτης) και η Μινωική Κρήτη με τον όρο (αγέλης).

ΑΘΗΝΑ

Στην αρχαία Αθήνα το παιδί έως επτά ετών δεν έπαιρνε καμία μορφή μόρφωσης[3].
Το παιδάκι πολύ σπάνια αποχωριζόταν από την μητέρα του και ζούσε μαζί της στον γυναικωνίτη η στο υπόγειο του σπιτιού αφήνοντας έτσι τον άντρα στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, την συνόδευε δε σε όλες τις θρησκευτικές τελετές π.χ. στην γιορτή των Θεσμοφορίων και συμμετείχε σε όλες τις οικογενειακές εορτές. Τον 5οαιώνα στην Αθηναϊκή αριστοκρατία διαδόθηκε η Λακωνομανία ,όπου οι Λακεδαιμόνιες παραμάνες έγιναν περιζήτητες στην Αθηναϊκή αριστοκρατία. Αυτές έδιναν στα παιδιά της Αθήνας τραχεία Σπαρτιάτικη αγωγή, δεν τα φασκιώνανε δεν τα καλομαθαίνανε στο φαγητό , δεν τα κουκουλώνανε όταν κοιμότανε ,τα μαθαίνανε να μην φοβούνται την μοναξιά και το σκοτάδι, να μην είναι απαιτητικά και να μην κλαίνε.
Εδώ μπορούμε να πούμε είναι ότι αυτοί που έδιναν την πρώτη διδασκαλία στα παιδιά της Αθήνας είναι οι μητέρες του και οι τροφοί όταν τραγουδούσαν στο παιδί όχι μόνο νανουρίσματα και τραγούδια αλλά όταν έφτανα στην κατάλληλη ηλικία να καταλάβουν τις ιστορίες της παράδοσης.
Ξέρουμε επίσης πως το ανυπάκουο παιδί το απειλούσανε με διάφορους (μπαμπούλες) που τα ονόματα τους ήταν ((Ακκώ, Αλφιτώ, Γελλώ, Γοργώ, Έμπουσα, Λάμια, Μορμώ ή Μορμολύκη ,Εφιάλτης :κοπάδι μεγάλο και τρομαχτικό! Ο λύκος χρησίμευε και αυτός σαν φόβητρο καθώς βλέπουμε στον μύθο του Αισώπου (Ο λύκος και η Γριά ). Στα φρόνιμα παιδιά διηγιόντουσαν διασκεδαστικές ιστορίες όπου τα ζώα είχαν τον πρώτο ρόλο[4].Απ'; αυτούς τους μύθους έβγαινε ένα δίδαγμα ,το δίδαγμα της πείρας και κατά συνέπεια μια διδασκαλία[5].
Χωρίς αμφιβολία οι μητέρες και οι τροφοί έβαζαν τα παιδιά στην μυθολογία και στους εθνικούς μύθους. Τους μετέδιδαν αυτά που είχαν μάθει στην παιδική τους ηλικία και αργότερα πηγαίνοντας στις θρησκεύτηκες εορτές τα έβλεπαν σαν έργα τέχνης. Τα ετοίμαζαν έτσι για την μελέτη των ποιημάτων του Ομήρου και του Ησίοδου που γινόταν από τον γραματιστή (τον δάσκαλο της ανάγνωσης).

Αυτά μέχρι να γίνει το παιδί επτά ετών ,γιατί από εκεί και πέρα άλλαζαν όλα ριζικά.
Το παιδί παίρνεται από τα μητρικά χέρια και παραδίδεται σε έναν παιδαγωγό[7]. Ο παιδαγωγός είναι αυστηρός και η βέργα του είναι το κύριο επιχείρημα και η βασική μέθοδος αγωγής ,συνοδεύει τον νεαρό του κύριο παντού :στο σχολείο στην παλαίστρα στις δημόσιες τελετές ,βαδίζει πάντα πίσω του κουβαλώντας τα βιβλία του τις πλάκες τα μουσικά όργανα και οτιδήποτε άλλο χρειαστεί ο νεαρός μαθητής .
Στον δρόμο προσέχει να μην πιάσει το παιδί συζήτηση με κάποιον[8] , να βαδίζει με χαμηλωμένο το κεφάλι, τα μάτια να είναι καρφωμένα στην γη να κάνει στην άκρη όταν συναντάει κάποιον ηλικιωμένο.
Στο σπίτι ο παιδαγωγός είναι υποχρεωμένος να μάθει καλούς τρόπους στο παιδί :ένα παιδί απαγορεύεται να συζητάει με τους μεγάλους , η να γελάει με χάχανα ,δεν είναι σωστό να κάθεται με σταυρωτά τα πόδια ή το ένα πόδι πάνω στο άλλο και ούτε να στηρίζει το πηγούνι πάνω στο χέρι του, επίσης όταν τον τρώει το δέρμα του απαγορεύεται να ξύνεται μπροστά στον κόσμο αλλά στα κρυφά όσο μπορεί ποιο απαρατήρητα , δεν επιτρέπεται να παίρνει φαγητό μόνος του αλλά ούτε και να το ζητάει, το ψωμί το πιάνει πάντα με το αριστερό ενώ τα άλλα φαγητά με το δεξί. Τα παστά τα πιάνουν πάντα με τα δύο δάκτυλα , ενώ το κρέας το ψάρι και το ψωμί με τα τρία, αν στο δωμάτιο μπαίνει κάποιος ηλικιωμένος το παιδί πρέπει να σηκώνεται όρθιο.
Ο παιδαγωγός έχει ακόμη μία πιο σημαντική αποστολή : πρέπει να είναι ο μόνιμος συνοδός του παιδιού έως την εφηβεία ,πρέπει να τον επιβλέπει συνέχεια ,για την ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα του , να του απαγορεύει συναντήσεις με ύποπτα άτομα ή να πλησιάζει σε χώρους όπου μπορεί να δει η να ακούσει πράγματα τα οποία θα είναι επικίνδυνα για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του.
Όση ώρα είναι το παιδί στο σχολείο ο παιδαγωγός κάθεται συνήθως στην ίδια αίθουσα διδασκαλίας και ακούει τον μαθητή. Έτσι αφού ήταν στο μάθημα τελειώσει ο παιδαγωγός θα μπορεί αργότερα στο σπίτι να βοηθήσει το παιδί να επαναλάβει τα μαθήματα του.
Οι δάσκαλοι καθόταν σε καρέκλες που η πλάτη και τα πόδια ήταν κυρτά. Οι καρέκλες αυτές λεγότανε θρόνοικαι είναι οι πρόδρομοι των εδρών. Οι μαθητές οι παιδαγωγοί και οι βοηθοί του δασκάλου καθόταν σε σκαμνάκια με ίσια πόδια και χωρίς ράχη. Δεν υπάρχουν τραπέζια ,στις κέρινες πλάκες τους που ήταν πολύ σκληρές έγραφαν ακουμπόνταστες πάνω στα γόνατα τους ή έβαζαν πάνω σ'; άυτές ένα φύλλο παπύρου.

Στην Αθήνα δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία ,υπήρχαν πάρα πολλά αλλά όλα άνηκαν σε ιδιωτικούς δασκάλους.
Στο σχολείο ο δάσκαλος μόλις τα παιδιά μάθουν να διαβάζουν ,τα βάζει να διαβάζουν δυνατά στην τάξη, καθισμένα πάνω σε σκαμνάκια ,τους στίχους των μεγάλων ποιητών και τ'; αναγκάζει να τους αποστηθίσουν. Οι κιθαριστές με την σειρά τους όταν ο μαθητής ξέρει πια να παίζει το όργανο όργανό του ,τον βάζουν να μάθει και άλλα ωραία έργα των λυρικών ποιητών.
Πριν τον πέμπτο αιώνα αρκούσε κάποιος να ξέρει να γράφει και να διαβάζει για να κάνει τον δάσκαλο. Δεν χρειαζόταν να έχει κανένα δίπλωμα .
Οι δάσκαλοι και κυρίως οι βοηθοί θα πρέπει να πληρώνονταν από τα χρήματα που έδιναν οι γονείς των μαθητών και θα πρέπει να έπαιρναν πολύ λίγα χρήματα από το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα με την εμφάνιση των σοφιστών άρχισαν να εμφανίζονται πραγματικοί καθηγητές με κύρος και με καλές αμοιβές για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν.
Το παιδί άρχιζε πρώτα να μαθαίνει να διαβάζει μετά να γράφει .Έπρεπε πρώτα - πρώτα να μαθαίνει να λέει απ'; έξω τα ονόματα των γραμμάτων της αλφαβήτου και τα χάραζε στην μνήμη του με μνημονικούς στίχους.
Στην αρχαία Αθήνα προχωρούσαν αργά ,από το πιο απλό στο πιο περίπλοκο ,από το γράμμα στην συλλαβή με δύο γράμματα (βήτα και άλφα = βα ),ύστερα στη συλλαβή με τρία και τέσσερα γράμματα και ασκούν το παιδί με λέξεις πολύ σπάνιες και δύσκολες ,όπως λυγξ. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να του κάνουν τα πράγματα ποιο εύκολα. Ίσα-ίσα πίστευαν πώς όταν υπερνικηθεί η πιο μεγάλη δυσκολία ,αυτό που υπομένει θα το μάθει πιο εύκολα. Υπήρχαν συλλαβιτάρια στα οποία οι συλλαβές κάθε λέξεις ήταν χωρισμένες.
Η ανάγνωση θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη γιατί δεν χρησιμοποιούσαν σημεία στίξεις αλλά δεν υπήρχαν και διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις.
Ο μαθητής μάθαινε να διαβάζει δυνατά και ποτέ από μέσα του. Οι νεαροί μαθητές ή διαβάζανε μόνοι τους με δυνατή φωνή η έβαζαν κάποιο δούλο να τους διαβάζει.
Στη συνέχεια το παιδί μάθαινε να γράφει τα γράμματα σε μία ξύλινη πλάκα , που είχε ένα πλαίσιο και στο εσωτερικό του και στο εσωτερικό του πλαισίου υπήρχε κερί ,πάνω στο οποίο χάραζαν τα γράμματα με ένα μυτερό εργαλείο ή μαχαιράκι (γραφίς) που στο άλλο άκρο ήταν πλατύ και στρόγγυλο για να μπορούν να σβήνουν .Αυτές οι πλάκες άλλοτε ήταν απλές άλλοτε διπλές ,τριπλές ή τετραπλές και στις τελευταίες τα διάφορα κομμάτια συνδέονταν μεταξύ τους με στρόφιγκες η με σπάγκο που τον περνούσαν μέσα από τρύπες.
Ο δάσκαλος έγραφε πρώτα ελαφρά τα γράμματα πάνω στο κερί και ο μαθητής έγραφε από πάνω πατώντας δυνατότερα την πένα του. Έγραφαν επίσης με μελάνη πάνω σε φύλα παπύρου. Το μελάνι ήταν πηχτό ,το κοπάνιζε και μετά το διέλυε ο δάσκαλος ή ένας βοηθός του για πένα χρησιμοποιούσαν ένα καλάμι που το'; σκιζαν στην άκρη. Χρησιμοποιούσαν επίσης όστρακα (κομμάτια αγγείων) που χρησίμευαν κυρίως για να κάνουν σχέδια γραφής.
Οι μαθητές χρησιμοποιούσαν επίσης χάρακες σε σχήμα σταυρού ,τους χρησιμοποιούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι τα γράμματα σε μία ευθεία και να είναι το ένα κάτω από το άλλο. Η διάταξη αυτή λέγεται στοιχηδόν.Ίσως να γινότανε διαγωνισμοί καλλιγραφίας ανάμεσα στους μαθητές σαν αυτούς που γινόταν στους ελληνιστικούς χρόνους.
Με μεθόδους τόσο πρωτόγονες η εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής διαρκούσε πολύ καιρό, συνήθως διαρκούσε τρία έως τέσσερα χρόνια .Το παιδί ήξερε να διαβάζει και να γράφει σχετικά καλά, στην αρχή το έβαζαν να μαθαίνει στοίχους απ'; έξω .Έπειτα κομμάτια ποιητών όλο και ποιο μεγάλα και ιδίως του μεγαλύτερου ποιητή του Όμήρου. Ο ρήτορας Ηράκλειτος έγραψε κάποτε:

Από την πιο τρυφερή ηλικία στο άδολο πνεύμα του παιδιού
που κάνει τις πρώτες σπουδές ,δίνουν τον Όμηρο για τροφή :
είναι πολύ σωστό να ρουφάει το πνεύμα μας
από τα σπάργανα το γάλα των στοίχων του .
Μεγαλώνουμε και είναι πάντα κοντά μας.

Η αριθμητική συμπλήρωνε τελικά την διδασκαλία.
Στο σύστημα αγωγής των Ελλήνων η μουσική μόρφωση των νέων ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες της εκπαίδευσής τους.
Από ιστορική άποψη ο η διδασκαλία της μουσικής θα πρέπει να άρχισε πολύ παλαιότερα από την διδασκαλία των γραμμάτων .Σε όλες τις εποχές οι Έλληνες μάθαιναν μουσική και χορό και θεωρούσαν την εκμάθηση του τραγουδιού και του των μουσικών οργάνων σαν την βάση της παίδευσης των ελευθέρων πολιτών.
Ήδη από την Ομηρική εποχή οι τραγουδιστές ,οι αοιδοί ,που υμνούσαν τα παλιά κατορθώματα περιβάλλονταν με εκτίμηση και σεβασμό όπως δηλώνει ο Οδυσσέας στους Φαίακες.
Γιατί έχουν δόξα και τιμή
στη γη οι τραγουδιστές
απ'; όλους ,που τους έμαθε
να τραγουδούν η Μούσα
και αγάπησε το γένος τους ξέχωρα απ'; όλα τ'; αλλα.
Είναι χαρακτηριστικό πως το ίδιο το όνομα της μουσικής προέρχεται από τις Μούσες ,τις θεές που προεδρεύουν σε κάθε καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα του ανθρώπου.
Η μουσική φαινόταν αληθινά στους Έλληνες σαν το ουσιαστικό μέρος και σαν το καλύτερο σύμβολο κάθε μόρφωσης .Ο άνθρωπος ο πραγματικά μορφωμένος είναι ο μουσικός ανήρ[9].
Χαρακτηριστικό είναι η μουσική προσφορά που οι επιζώντες κάνουν στους συγγενείς ή στον φίλο που δεν υπάρχει πια .
Χρειάζεται αυτό το φτωχό σώμα που πιστεύουν πως ζει κάτω από την γη
κάτι άλλο από προσφορές :του χρειάζεται η πνευματική ευχαρίστηση .Να γιατί μέχρι τον τάφο φροντίζουν να δώσουν χαρά κάνοντας να φτάσουν οι ήχοι της μελωδίας που τον μάγευαν σε όλη του την ζωή.
Λένε πώς η μουσική εξημερώνει τα ήθη , αλλά για τους Έλληνες ήταν η πρώτη κατάσταση του πολιτισμού και κάθε τροποποίηση που γινόταν στην τεχνική της μουσικής τους φαινόταν επικίνδυνη και ικανή ν'; αλλάξει την ηθική ισορροπία όλου του σώματος της πολιτείας και ολόκληρου του κράτους.
Ο νεαρός Αθηναίος[10] μόλις μάθαινε να γράφει και να διαβάζει έπρεπε να αρχίσει να μαθαίνει μουσική. Στα Αθηναϊκά[11] σχολεία η μουσική άρχιζε μαζί με την λογοτεχνία.
Πρώτο χρέος των παιδιών η σιωπή ,
τσιμουδιά να μην βγάζουν ,
στους δρόμους με τάξη και μαζί,
γειτονόπουλα αν ήταν ,
γραμμή να βαδίζουν να πάνε να ακούσουν
της κιθάρας το μάθημα ,
δίχως χοντρό πανωφόρι ,
και ας έπεφτε χιόνι.[12]

Στο πρόγραμμα εκπαίδευσης προέβλεπε μαζί με την ανάπτυξη του μυαλού ταυτόχρονα ξεκινούσε και η σωματική ανάπτυξη.
Στην Αθήνα[13] και την Σπάρτη το πρόγραμμα της γυμναστικής ήταν καθορισμένο με νόμο και ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους ,υπήρχαν δε παιδαγωγοί και ειδικοί υπάλληλοι που παρακολουθούσαν την τήρηση των αποφάσεων.
Οι νεαροί Αθηναίοι εκπαιδευόντουσαν στις παλαίστρες από τα δώδεκα τους χρόνια. Οι παλαίστρες όπως και τα σχολεία ήταν ιδιωτικές και έφεραν το όνομα του ιδιοκτήτη[14] τους , σε αντίθεση με τα γυμνάσια που ήταν κρατικά[15].
Στις παλαίστρες κυριαρχούσε ο παιδοτρίβης που ήταν υπεύθυνος για την σωματική εκπαίδευση των νέων ,κυκλοφορούσε ανάμεσα στους νέους και διηύθυνε τις ασκήσεις με μία μακριά διχαλωτή βέργα με την οποία τιμωρούσε τους απείθαρχους, φορούσε πορφυρή χλαμύδα και την έβγαζε μόνο όταν ήταν να δείξει στα παιδιά κάποια άσκηση. Έχει συχνά κάτω από τις διαταγές του βοηθούς που τους διαλέγει ανάμεσα από τους μαθητές του . Παρακολουθούσε επίσης το παράστημα των μαθητών που έπρεπε να βαδίζουν ίσια με τις μύτες των ποδιών τους προς τα έξω. Τρία ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γυμναστικής :η τέλεια γυμνότητα του αθλητή (η λέξη γυμναστική προέρχεται από την λέξη γυμνός), η χρήση αλοιφών από λάδι και το παίξιμο του αυλού όσο κρατούσαν οι ασκήσεις.
Τα απαραίτητα εφόδια για ένα παιδί που πήγαινε στην παλαίστρα είναι :το σφουγκάρι για την καθαριότητα ,το μικρό αγγείο για το λάδι (αλάβαστρος) και η μπρούτζινη ξύστρα (στλεγγίς ή στελγίς)
Οι κύριες σωματικές ασκήσεις των νέων στην παλαίστρα ήταν η πάλη, ο δρόμος το άλμα ο δίσκος και το ακόντιο.
Σε κάθε παλαίστρα υπήρχε τουλάχιστον ένας αυλητής .Η δουλεία του ήταν όχι μόνο να ρυθμίζει τις ασκήσεις ευκαμψίας αυτό που σήμερα ονομάζουμε σουηδική γυμναστική αλλά ακόμη και την ρίψη του δίσκου η του ακοντίου αλλά και άλλα αθλήματα.
Από την εποχή του Πεισιστράτου, τον έκτο αιώνα γινόταν στην γιορτή των Παναθηναίων ένας αγώνας που συμμετείχαν μόνο παιδιά ,το πένταθλο, που περιελάμβανε πέντε αγωνίσματα :την πάλη ,τον δρόμο ,το πήδημα, την ρίψη δίσκου ,και το ακόντιο.
Η πάλη ήταν το κατεξοχήν αγώνισμα ,αυτή είχε δώσει και το όνομά της στις παλαίστρες. Τα παιδιά αρχίζουν ισιώνοντας το έδαφος με ένα φτυάρι εργαλείο. Έπειτα τα παιδιά αγωνίζονταν δύο -;δύο με τα κεφάλια χαμηλωμένα ,τα μπράτσα τεντωμένα μπροστά και προσπαθούσαν να πιάσουν τον αντίπαλο τους η από τον καρπό η από τον λαιμό ή από την μέση.
Τα αγωνίσματα του δρόμου ήταν πολλά :δρόμος ταχύτητας ,μήκος σταδίου (διαφορετικά από πόλη σε πόλη περίπου όμως τετρακόσια είκοσι μέτρα ) η διπλού σταδίου (δίαυλος) ή τετραπλού σταδίου (ίππιος) και ο δρόμος μεγάλου μήκους που μπορούσε να φτάσει μέχρι είκοσι τέσσερα στάδια .δηλ. περισσότερα από τέσσαρα χιλιόμετρα .
Στο πήδημα οι Έλληνες φαίνεται ότι συνήθιζαν μόνο το άλμα εις μήκος μετά φοράς. Και στο αγώνισμα αυτό όπως και στην πάλη ,τα παιδιά πρώτα ίσιωναν με το φτυάρι το έδαφος στο σημείο που θα έπεφταν μετά το άλμα.
Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι ότι είναι ότι δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ μέσα στους άλλους αγώνες την κολύμβηση, ενώ οι Έλληνες είναι ναυτικός λαός[16],πολύ σπάνιες είναι επίσης οι κωπηλασίες και οι λεμβοδρομίες. Ίσως εξηγείται το γεγονός ότι οι Έλληνες ήρθαν από βορρά από ηπειρωτική περιοχή και τα αγωνίσματα καθορίσθηκαν σύμφωνα με την παράδοση.
Στο δέκατο έκτο έτος της ηλικίας η έτος της ηλικίας η εκγύμναση των νέων σε γενικές γραμμές τελείωνε ,τα παιδιά των φτωχών[17] άρχιζαν να εργάζονται διότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν σε ανώτερα σχολεία[18].
Τα παιδιά των πλουσίων όμως σπούδαζαν ακόμη για δύο χρόνια στο πανεπιστήμιο[19], ήταν δηλαδή κάτω από την εκπαίδευση και παρακολούθηση της ομάδος ενός σοφιστή , ενός φιλοσόφου η ενός ρήτορα στον οποίον οι γονείς του πλήρωναν πολλά χρήματα.
Ο νεαρός Αθηναίος[20] στην εποχή του Περικλή μελετάει την διδασκαλία του Αναξαγόρα διαβάζει μα θαυμασμό τις αστρονομικές θεωρίες του Μέτωνα ,συζητάει με πάθος για τα φιλοσοφικά έργα του Δήμωνα και του Πρωταγόρα και ενημερώνεται για πρώτη φορά για τις τολμηρές απόψεις των σοφιστών.
Στα δεκαοκτώ τους οι νέοι της Αθήνας ήξεραν να διαβάζουν να γράφουν να χορεύουν να τραγουδούν και να παίζουν λίρα και αυλό, ξέρανε επίσης να κολυμπάνε να ιππεύουν , να παλεύουν να τρέχουν και να πηδάνε.
Είχαν μάθει να απαγγέλλουν στίχους από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου και από άλλους λυρικούς ποιητές αλλά πάνω απ'; όλα ήξεραν να φέρονται σε κάθε συναναστροφή , ήταν δηλαδή τέλειοι νέοι.
Αλλά στα δεκαοχτώ τους οι νέοι της Αθήνας[21] για να μπορούν να θεωρούνται Αθηναίοι πολίτες ,έπρεπε να περάσουν άλλη μία δοκιμασία ,την δοκιμασία της εφηβείας ,μία δοκιμασία με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα. Οι καθοδηγητές της εκλεγόταν κατευθείαν από το κράτος και ο ανώτερος διοικητής άνηκε στους στρατηγούς.
Οι έφηβοι εδώ παίρνανε καθαρά στρατιωτική εκπαίδευση στα δεκαοχτώ τους γινότανε μαχητές και με την επίβλεψη του επίσημου κράτους προετοιμαζόντουσαν για την προοπτική του πολέμου. Μάθαιναν να υπερασπίζονται την πατρίδα με το όπλο στο χέρι.
Τον μήνα Βοηδρομιώνα στον ναό της Αγλάυρου ο νέος της Αθήνας πάνοπλος μαζί με τους συντρόφους του καλούνταν να δώσει τον όρκο με τον οποίο θα τον χώριζε για πάντα από την παιδική του ηλικία.
Ο όρκος του έφηβου ήταν ο εξής.

   Θα κρατώ τα όπλα αυτά και δεν θα τα ντροπιάσω
και μόνος και με συντροφιά και εδώ και όπου λάχω.
Θα πολεμήσω ακούραστα και αφρόντιστα θα πέσω
Και την πατρίδα μιά φορά μεγάλη θα την κάνω
Και τους δικαίους θ'; αγαπώ και θα τιμώ τους νόμους.
Θα κατατρέχω τον κακό ,θα σφάζω τον προδότη,
κι αν ίσως ψέματα μιλώ, κολάστε με θεοί μου!

Από τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα μαθαίνουμε ότι καθ'; ολη την διάρκεια της δοκιμασίας οι έφηβοι περνούσαν την ζωή τους στην ύπαιθρο .(Να τρέχεις στις πεδιάδες να κυνηγάς στα βουνά, να συνηθίσεις να υποφέρεις την πείνα ,αυτός που δεν σκοτώνει τίποτα τρέφεται με χόρτα).
Η στρατιωτική προετοιμασία των εφήβων ήταν πολύπλευρη. Οι παιδοτρίβες τους ασκούσαν καθημερινά στις παλαίστρες και στα γυμνάσια ,ο οπλομάχος διηύθυνε τις ασκήσεις πεζικού .Ο ακοντιστής δίδασκε την ρίψη του ακοντίου ,ο τοξότης την χρήση του τόξου και ο αφέτης την χρήση του καταπέλτη. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί υπήρχαν και οι σωφρονιστές οι οποίοι ήταν ειδικά διαλεγμένοι για να παρακολουθούν την συμπεριφορά και την πειθαρχεία των εφήβων. Τον τέταρτο αιώνα εμφανίστηκαν οι κοσμητές οι οποίοι αντικατέστησαν τους σοθρονιστές. Οι κομιστές εκλέγονταν για ένα χρόνο από τους πιο σεβαστούς πολίτες σ'; αυτούς υπαγόταν οι καθηγητές των εφήβων ή διοριζόταν από τους ίδιους.
Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης οι έφηβοι κοιμόταν τυλιγμένοι με τις χλαμύδες όπου τους έβρισκε η νύχτα.
Ο Πλάτωνας απαιτούσε οι νέοι να μαθαίνουν την ταχτική του πολέμου, την πορεία και την τέχνη της στρατοπεδίας, τα οποία μάθαιναν οι έφηβοι τον πρώτο χρόνο της εκπαίδευσης τους.
Με το πέρας του πρώτου χρόνου οι έφηβοι οπλισμένοι με ασπίδα και ακόντιο παρουσιαζόταν σε μία επιθεώρηση ένα είδος οργανωμένης παρέλασης στον περίβολο του θεάτρου.
Στην αρχαία Αθήνα το στράτευμα αποτελούταν από 42 σειρές ,ηλικίας από 19 έως 60 ετών και κάθε σειρά είχε και τον επώνυμο Ήρωα της. .
Όλοι οι έφηβοι[22] της Αθήνας έκαναν θητεία δύο χρόνων φρουράς στα σύνορα[23] σαν περίπολοι -; φύλακες , όπου συντηρώντουσαν ,παρατηρούσαν , σκεφτόντουσαν ,αποφασίζανε και δρούσαν τελείως μόνοι τους , η ενδυμασία τους δε ήταν μόνο τα μαύρα ρούχα. Ο βασικότερος χώρος εκπαίδευσης των νέων της Αθήνας ήταν τα σύνορα με την Βοιωτία , τόπος ορεινός και άγριος που κατοικούταν μόνο από βοσκούς και κυνηγούς. Επίσης η παραπάνω περιοχή ονομάζονταν Μέλαιναι ή Μελανία Χώρα (μαύρη γη) και ήταν υπό αμφισβήτηση και από τις δύο πόλεις.
Η θητεία τους ήταν περίοδος εκπαίδευσης και τέλειας απομόνωσης από την οικογένεια τους και την κοινωνία και όπως είναι φυσικό θα πρέπει να επέφερε στους έφηβους αφόρητη ψυχική και σωματική κούραση , διότι για δύο χρόνια ήταν μακριά από την πόλη χωρίς να έχουν καμία κοινωνική επαφή ,αλλά παράλληλα ήταν υπεύθυνοι για την φύλαξη και ασφάλεια της Αθηναϊκής επικράτειας, μάθαιναν να χρησιμοποιούν οποιονδήποτε τρόπο η μέσον που θα τους έδινε την νίκη .
Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε ένα μύθο που εκτυλίχθηκε στην Μελανία Χώρα. Την εποχή που αναφέρεται ο μύθος βασιλιάς των Βοιωτών ήταν κάποιος με το όνομα Ξάνθος ενώ στην Αθήνα ήταν ο Θυμοϊτης.
Οι δύο βασιλιάδες αποφάσισαν να μονομαχήσουν για διευθετήσουν την εδαφική διαφορά ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Την τελευταία στιγμή όμως ο Θυμοϊτης φυγομαχεί με την δικαιολογία ότι ήταν ηλικιωμένος ,στο αθηναϊκό στράτευμα παρουσιάζεται κάποιος Μέλαθρος ,που δέχεται να πολεμήσει στην θέση του Θυμοϊτη με την προϋπόθεση ότι θα γίνει αυτός βασιλιάς. Ενώ η μάχη ανάμεσα στον Μέλαθρο και τον Ξάνθο εξελισσόταν ,γυρίζει ο Μέλαθρος και λέει στον αντίπαλο του : Ξάνθε παραβαίνεις τους κανόνες της μονομαχίας .Ποιος είναι αυτός που είναι δίπλα σου?
Ξαφνιασμένος ο Ξάνθος γυρίζει να δει ποιος είναι δίπλα του και ο Μέλαθρος[24] βρίσκει την ευκαιρία και τον σκοτώνει[25].
Εδώ βλέπουμε ότι η απάτη συμβάλει καθοριστικά για την έλευση της τελικής νίκης.
Ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την παραπάνω περίοδο σαν στρατιωτική θητεία ,αλλά σίγουρα ήταν κάτι πολύ περισσότερο διότι η εκπαίδευση των νέων ξεκινούσε ουσιαστικά στα 16 και τελείωνε στα 20 περιελάμβανε δε πέρα από την στρατιωτική εκπαίδευση και πολλά αλλά θέματα.
Με το τέλος της θητείας τους στα σύνορα οι νέοι θεωρούντουσαν πολίτες και οπλίτες. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ο νέος οπλίτης ήταν ο γάμος και η ένταξη του στην φάλαγγα των οπλιτών.
Οι Αθηναίοι διατηρούσαν καταλόγους με τους πολίτες που μπορούσαν να στρατολογηθούν . Στις εκστρατείες συμμετείχαν κατ'; αρχάς όσοι δεν είχαν συμμετάσχει στο παρελθόν. Πέρα από τις εκστρατείες από τις σειρές εκλεγόντουσαν οι δημόσιοι διαιτητές και οι άρχοντες της πόλης.
Από την τελευταία σειρά ( 60 ετών- των γερόντων) εκλέγονταν οι άρχοντες.

ΣΠΑΡΤΗ

Οι Δωριείς οι κατακτητές της Λακωνικής γης εξαιτίας του μικρού τους αριθμού αλλά και ζώντας σε μία χώρα από υποταγμένους λαούς που κατά βάθος ήταν εχθροί και περιτριγυρισμένοι από εχθρικούς λαούς αναγκάστηκαν να ζουν σαν σε στρατόπεδο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους σαν ελληνικό φύλο.
Για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία στην περιοχή έπρεπε να δυναμώσουν από την παιδική ηλικία το θάρρος και την ενεργητικότητα κάθε μελλοντικού πολίτη.
Στη Σπάρτη σε αντίθεση με την Αθήνα η εκπαίδευση των νέων είχε καθαρά στρατιωτικό προσδιορισμό μιας και η κοινωνία της Σπάρτης είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα.
Η ανατροφή των νέων απασχολούσε ιδιαίτερα την πολιτεία. Όποιο παιδί γεννιότανε δύσμορφο και όχι τέλειο το θανάτωναν[26] ,επειδή δεν θα γινόταν καλός στρατιώτης. Τα υγιή παιδιά από την γέννηση τους ανήκαν στην πολιτεία η οποία τα εμπιστευόντουσαν στις μητέρες τους μέχρι το 7ο έτος ,για να τα αναθρέψουν. Από το 7ομέχρι το 18ο τα αναλάμβανε η πολιτεία. Κατά το διάστημα αυτό οι νέοι ζούσαν οργανωμένοι σε αγέλες[27] οι οποίες ήταν χωρισμένες βασικά σε δύο ομάδες ,σε μία ομάδα συνομηλίκων που ονομάζονταν (βούα)[28] που τις διοικούσαν οι ποιο μεγάλοι από τους είρηνες και διαιρούνται σε λόχους που τις οδηγεί το ποιο συνετό από τα αγόρια και τον ονομάζουν βουαγό και σε μία ομάδα με παιδιά διαφορετικής ηλικίας που λέγονταν (ίλη).
Τα αγόρια της Σπάρτης σύμφωνα με την ηλικία τους διαιρώντουσαν στους:το αγόρι από οκτώ ετών ονομάζονταν μειράκιον ή λυκόπουλο (ρωβίδας ,προμικκιζόμενος, μικκιζόμενος, πρόπαις), ,από δώδεκα έως τα δεκαπέντε (πρωτοπάμπαις, ατροπάμπαις, μελλείρην (μελλέφηβος)-τέλος από τα δεκαέξι μέχρι τα είκοσι είρην .Οι ύλες αντιστοιχούσαν σε παιδικές ομάδες με καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα, τα παιδιά εξασκούνταν στην χρήση όπλων ,στην εκτέλεση αποστολών και στην σιδερένια πειθαρχεία:η ατομικότητα εξαφανίζονταν ενώ η ομαδικότητα ήταν ο βασικός σκοπός της εκπαίδευσης. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης τα παιδιά βασικά μάθαιναν γραφή και ανάγνωση κάτω από την καθοδηγήσει των παιδονόμων και ασκούνταν στην σκληραγωγία του σώματος, στην πειθαρχεία ,στην απόκτηση πολεμικών δεξιοτήτων στην μόρφωση και την απόκτηση ήθους. Γιαυτό όσο μεγάλωναν τόσο περισσότερο τα ασκούσαν. Τα κούρευαν σύρριζα και τα μάθαιναν να περπατάνε ξυπόλυτα και να παίζουν τον περισσότερο καιρό γυμνά. Μάθαιναν ακόμη πολεμικά τραγούδια και τα έπη του Ομήρου, αλλά ήταν υποχρεωμένα να ακούν διαφόρων ειδών αφηγήσεις και ν'; απαγκέλουν ποιήματα πατριωτικού περιεχομένου[29].0 Πλούταρχος μας λέει ότι τα παιδιά της Σπάρτης οπωσδήποτε μάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν αλλά αυτό γινότανε επειδή ήταν απολύτως αναγκαίο.
Βέβαια εκτός από τις συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις που προετοίμαζαν τους νέους σπαρτιάτες για πόλεμο ,έπαιρναν και κάποια μουσική μόρφωση , που εξ άλλου είχε σχέση με τον πόλεμο ,γιατί ο πολύ καλά κανονισμένος μουσικός ρυθμός των χορών ετοιμάζει τις πειθαρχημένες κινήσεις των ταγμάτων και καθώς ξέρουμε ο αυλός και τα τραγούδια ρύθμιζαν τις κινήσεις του σπαρτιατικού Στράτου.
Μετά τα δώδεκα φορούσαν ένα ιμάτιο το ίδιο όλο τον χρόνο, δεν κάνουν μπάνιο και δεν αλείφονται με λάδι παρά μόνο στις πιο γιορτινές ημέρες του χρόνου. Για το παραμικρό παράπτωμα μαστιγώνονταν άσχημα, στα δείπνα τους έδιναν επίτηδες κακής ποιότητος τροφή και πολύ λίγη για να τα αναγκάσουν να κλέβουν τρόφιμα για αν συνηθίσουν στη τόλμη και το δόλο[30].
Στα δεκαέξι τους τα παιδιά της Σπάρτης περνούσαν από την παιδική ηλικία στην νεότητα .Οι είρηνες υφίστανται πολλές και διαδοχικές μυήσεις που είναι απόδειξη αντοχής και παράλληλα τελετές με μαγικό χαρακτήρα πολύ συχνά με χορούς και μασκαράτα. Στο βωμό της Ορθίας Αρτέμιδος οι έφηβοι χωρισμένοι σε δύο αντίπαλες ομάδες έρχονται να κλέψουν τυριά και αυτό το μεγάλο παιχνίδι γίνεται η αφορμή να δώσουν και να πάρουν μερικά χτυπήματα με το μαστίγιο.
Από τα 18 -;20 χρόνια τους οι νέοι της Σπάρτης όπως οι Αθηναίοι συνομήλικοι τους έπρεπε να περάσουν την τελική δοκιμασία .Την ποιο σκληρή δοκιμασία του κρυπτή, τα δύο χρόνια της απομόνωσης και της ατομικής πρωτοβουλίας, μίας δοκιμασίας που με το τέλος της σήμαινε και το τέλος της εφηβείας και την είσοδο των νέων στους πολεμιστές.
Ο Κρύπτης[31] ήταν ο νέος που εγκατέλειπε την πόλη για να περιπλανηθεί κρυμμένος και πλήρως απομονωμένος με ελαφρύ οπλισμό στην ύπαιθρο και στα βουνά.
Η εκπαίδευση του Κρύπτη ήταν πολύ πιο σκληρή από αυτή του Έφηβου ,αφού όλη την περίοδο της εκπαίδευσης οι Κρύπτες έκαναν καταδρομές σε δάση και σε βουνά αναριχόντουσαν σε βράχους σε τοίχους και άγριες χαράδρες, ενώ το βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η παραμονή τους την νύχτα στα βουνά. Στην περίοδο της εκπαίδευσης ήταν από τις διαδεδομένο το κυνήγι και ο φόνος των Ειλώτων, τους οποίους η κοινωνία κάθε χρόνο τους κήρυττε τον πόλεμο[32] για να μην θεωρηθεί φόνος ο θάνατός τους από τους Κρύπτες.
Αξίζει να αναφέρουμε το τελετουργικό που επικρατούσε πριν μάχες ανάμεσα σε ομάδες Κρυπτών .
Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι σε αυτές τις μάχες επιτρεπόταν ορισμένα όπλα και πολλά απαγορευμένα χτυπήματα όπως δαγκωματιές γονατιές κ.λ.π.
Πριν από την μάχη οι δύο ομάδες έκαναν θυσία στον Ενυάλιο θεό της συμπλοκής δύο σκύλους , στη συνέχεια βάζανε δύο εξημερωμένους αγριόχοιρους να μονομαχήσουν .Όποιος αγριόχοιρος κέρδιζε , συνήθως προοιώνιζε την νίκη της ομάδος στην οποία ανήκε.
Στα είκοσι τους οι νέοι της Σπάρτης ήταν τέλειοι στρατιώτες και μπορούσαν να γίνουν πολίτες της πόλης .
Για να θεωρηθούν όμως πολίτες και πολεμιστές με πλήρη δικαιώματα έπρεπε να περάσουν από την εκπαίδευση και την αγωγή του Κρύπτη καθώς επίσης και ένα σύνολο μυητικών τελετουργιών που συνεχίστηκαν έως την κλασική εποχή.
Όπως είδαμε παραπάνω η κοινωνία της Σπάρτης αν εξαιρέσουμε ότι έδινε στα παιδιά της Σπάρτης κάποια μουσική μόρφωση και τους έδινε τα απαραίτητα στοιχεία αναγνώσεις και γραφής μπορούμε να πούμε πως ολόκληρη η σπαρτιατική εκπαίδευση που την είχε οργάνωση σχολαστικά και την κρατούσε κάτω από τον έλεγχό του το κράτος περιοριζόταν σε σωματικές ασκήσεις και στην προετοιμασία του πολέμου.
Εκτός από τον πόλεμο και τις ασκήσεις ο Σπαρτιάτης τις μόνες ασχολίες που είχε ήταν το κυνήγι και την συνομιλία στους δημόσιους χώρους ,όπου συνηθίζονταν τα λίγα και φρόνιμα λόγια(λακωνισμός).
Απαγορεύονταν τα ταξίδια έξω από την Σπάρτη ,για να μην διατρέχει κίνδυνο εκφυλισμού η σπαρτιάτικη ζωή από την μίμηση ξένων συστημάτων.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι στην Σπάρτη οι κοπέλες σε αντίθεση με την Αθήνα (εκεί οι κοπέλες ζούσαν κλεισμένες) γυμνάζονταν δημόσια στα διάφορα σπορ όπως τα αγόρια. Πάλευαν έριχναν το δίσκο ή το ακόντιο (που θεωρούταν πολεμικό όπλο).Το εκπαιδευτικό σύστημα της Σπάρτης ήθελε να δημιουργήσει μητέρες ρωμαλέες και δυνατές προικισμένες με αντρικές αρετές.
Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Λυκούργος για να αποφευχθεί η μαλθακότητα μιας σπιτικής εκπαίδευσης χωρίς σκληραγωγία επέτρεψε στα κορίτσια να εμφανίζονται γυμνά στις λιτανείες όπως και τα αγόρια και να χορεύουν και να τραγουδούν μπροστά στους άντρες. Οι χοροί των κοριτσιών της Σπάρτης που τους χόρευα ενώ τραγουδούσαν τα παρθένια του Αλκμάνος ήταν περίφημοι ανάμεσα στους χορούς αυτού του είδους.
Έτσι ετοίμαζαν γάμους αρμονικούς που θα έδιναν στην Σπάρτη ρωμαλέα παιδιά.
Ο πόλεμος για τον Σπαρτιάτη ήταν βίωμα ζωής , ξεκινούσε γιαυτόν με την μάνα του η την γυναίκα του να αδιαφορούν για την ζωή του και να ενδιαφέρεται μόνο για την τιμή του, το καλό , την δόξα και την ακεραιότητα της Σπάρτης, γιαυτό ξεκινώντας για τον πόλεμο του έδιναν την ασπίδα του και του έλεγαν : (Η ταν ή επί τας) δηλ. (ή θα νικήσεις ή θα γυρίσεις νεκρός πάνω στην ασπίδα σου).
Για να αποκτήσουν όμως πολιτικά δικαιώματα έπρεπε να εκλεγούν μέλη μίας από τις δεκαπενταμελείς ομάδες που ονομάζονταν (συσσίτια) ή (συσκηνίες) και δεν ήταν τίποτα άλλο από μονάδες στρατού (κάτι σαν τις σημερινές διμοιρίες). Οι εικοσάχρονοι υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας για ομάδες όπου υπήρχαν κενές θέσεις . Τα ήδη μέλη ψήφιζαν με μυστική ψηφοφορία αν θα δεχόταν τον κρύπτη η όχι, μία αρνητική ψήφος ήταν αρκετή να μην γίνει δεκτός ο υποψήφιος.
Οι δεκαπέντε κάθε ομάδος ζούσαν μέρα νύχτα μαζί[33] και κοιμόντουσαν σε κοινούς στρατώνες[34]και έτρωγαν σε κοινούς χώρους[35]τον μέλανα ζωμό.
Μετά απ ';όλα αυτά κάθε μέλος ήταν υποχρεωμένο να προσφέρει στα συσσίτια τα οποία άνηκε ,κάθε μήνα τα εξής :περίπου τριάντα κιλά αλεύρι , δεκαπέντε κιλά κρασί , έντεκα κιλά τυρί, έξι κιλά σύκα και μία μικρή χρηματική προσφορά. Αυτός που δεν κατέβαλε τα παραπάνω εξέπιπτε από μέλος ενώ ταυτόχρονα έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα.
Σε αντίθεση με τους Κρύπτες οι κανόνες των πολιτών ήταν τελείως διαφορετικοί.
Κατά το 30ο έτος παντρευόταν , κατά το 60ο έληγε το στρατιωτικό στάδιο και από τότε καταγίνονταν με την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και με την ανατροφή των παιδιών της πολιτείας. Ελεύθερος πολίτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην αρχαία Σπάρτη ήταν αυτός που είχε γεννηθεί από πατέρα και μάνα Σπαρτιάτες, ήταν υγιείς και κατά την γέννηση του ήταν αρτιμελής να έχει συμμετάσχει σε όλα τα στάδια του Σπαρτιατικού στρατιωτικού βίου και να μην έχει πέσει σε (ατιμία).
Οι πολίτες είχαν δικαίωμα στην κοινή ζωή ,στα δείπνα ,στις ανοιχτές μάχες ,στα πεδινά μέρη, στην κατά μέτωπο επίθεση κ.λ.π., αρετές οι οποίες τιμόντουσαν στην Σπάρτη περισσότερο από οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδος, επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι το χαρακτηριστικό των ενήλικων Σπαρτιατών ήταν τα μακριά μαλλιά πράγμα το οποίο δεν συναντάται στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μοναδική εργασία των Σπαρτιατών ήταν η στρατιωτική εκπαίδευση[36] που συνεχίζονταν είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε περίοδο ειρήνης, ουσιαστικά οι Σπαρτιάτες έως τα τριάντα τους ζούσαν σε κατάσταση μόνιμης επιστράτευσης.
Τα έσοδα τους προέρχονταν από κλήρους που τους καλλιεργούσαν οι είλωτες, οι κλήροι πήγαιναν πάντα στους πρωτότοκους οι υπόλοιποι δεν παίρνανε τίποτα.
Άλλοι λόγοι που έχανε ένας Σπαρτιάτης τα πολιτικά του δικαιώματα[37] ήταν οι εξής:να λιποτακτήσει ή να πιαστεί αιχμάλωτος ή να υποχωρήσει μπροστά στην ανωτερότητα του εχθρού.

ΚΡΗΤΗ

Αντίθετα από την Αθήνα και την Σπάρτη στην Μινωική Κρήτη η εκπαίδευση και η μύηση των εφήβων στους νόμους και τις αρετές της κοινωνίας ήταν δουλειά έμπειρων και επώνυμων παιδαγωγών. Σκοπός αυτών των ανθρώπων ήταν η σωστή διάπλαση των εφήβων ώστε να μπορέσουν να γίνουν ενεργά και αξιότιμα μέλη της κοινωνίας.
Στην Κρήτη οι νέοι ζούσαν κατά ομάδες που ονομάζονταν Αγέλες, ενώ οι ενήλικες απάρτιζαν τα ένοπλα σώματα που ονομάζονταν εταιρίες.
Η εκπαίδευση των νέων της Μινωικής Κρήτης μοιάζει πολύ με την εκπαίδευση που πήρε ο Αχιλλέας από τον Χείρωνα και τον Φοίνικα, δηλ. μαθαίνανε τρόπους καλής συμπεριφοράς ,κυνήγι ,ιππασία, ακόντιο ,τοξοβολία, μουσική χορό, επίσης κατείχαν γνώσεις ιατρικής και φαρμακευτικής.
Υπάρχουν ευρήματα που δείχνουν τους νέους σε αγώνες πυγμαχίας[38] ,αγώνες δρόμου, σύλληψη άγριου ταύρου , κυνήγι με τόξο , να χορεύουν ιερούς χορούς , να παίζουν μουσική με πολλά όργανα, και ιδικά με επτάχορδη λύρα.
Όπως στην Αθήνα και την Σπάρτη οι νέοι στην Κρήτη έπρεπε να περάσουν την δοκιμασία της μεθορίου και να δοκιμαστούν στην απομόνωσης- επιβίωσης. Επειτα από την δοκιμασία της μεθορίου οι νέοι ήταν υποχρεωμένοι και φορούν μαύρα και γυναικεία ρούχα και υποβάλλονταν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες.
Ο αγώνας δρόμου θεωρούταν άθλημα καθαρά αντρικό και ήταν το άθλημα πάνω στο οποίο οι νέοι αποκτούσαν το δικαίωμα να λέγονται άντρες, όποιος έφηβος δεν ήταν δρομέας δεν ονομάζονταν άντρας. Αλλά το υπέρτατο κριτήριο αξιολόγησης για να θεωρηθεί ο έφηβος άντρας ήταν ο χορός και το κυνήγι[39] . Στην γιορτή των Υπερβοϊων (δυνατών κραυγών) ξεκινούσε η γιορτή του κυνηγίου και απαιτείτο από τους έφηβους να φέρουν κάποιο θήραμα. Το κυνήγι του άγριου ταύρου γινόταν ανάμεσα στην κοιλάδα της Μεσσαράς και τους νότιους πρόποδες της Ίδης (Ψηλορείτης) .
Με το πέρας όλων των παραπάνω δοκιμασιών οι νέοι αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα ,γινότανε μάλιστα ιδική τελετή- εορτή που ονομάζονταν γιορτή των Ενδυσιών ή των Περιβλημαίων όπου γιόρταζαν την μετάβαση των νέων στην τάξη των ανδρών. Κατά την διάρκεια της γιορτής σε ιδική τελετή οι νέοι εγκατέλειπαν τα παιδικά ρούχα και ντυνόντουσαν με αντρικά και μετατρεπόταν σε άντρες ενώπιον της Πότνιας Θεάς. Οι παραπάνω τελετές γινόντουσαν σε γνωστά σπήλαια της Κρήτης όπου έχουν βρεθεί πολλά αντικείμενα προσφοράς των νέων. Σε όλη την διάρκεια της εκπαίδευσης οι νέοι έπρεπε να αποδείξουν ότι διακατέχονται από δύναμη ,αντοχή ,θάρρος και εξυπνάδα για να μπορέσουν να αποδείξουν ότι είναι ικανοί για να αντεπεξέρθουν στον νέο τους ρόλο σαν πολίτες ,πολεμιστές και σύζυγοι.
----------------------------------
[1] Ο Πλάτωνας δήλωνε ανοιχτά ότι τα παιδιά ανήκουν περισσότερο στο κράτος παρά στους γονείς και ότι δεν μπορεί να τους επιτραπεί να αποφασίζουν αν πρέπει τα παιδιά να πάνε στο σχολείο ή όχι.
[2] Ο Αριστοτέλης έλεγε :Επειδή το κράτος έχει πάντα ένα σκοπό , η αγωγή πρέπει να είναι υποχρεωτικά η ίδια για όλα τα μέλη του και συνεχίζει τον καιρό της δημοκρατίας η αγωγή να είναι δημοκρατική ,τον καιρό της ολιγαρχίας να είναι ολιγαρχική και θα βρίσκεται πάντοτε σε αντιστοιχία με την μορφή της διακυβέρνησης..
[3] Ο Πλάτωνας στους διαλόγους αναφέρει ότι η πλειοψηφία των νέων που σπούδαζαν ήταν γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών , ο δε Πρωταγόρας είναι πιο συγκεκριμένος και λέει (Τα παιδιά των βαθύπλουτων πάνε στο σχολείο νωρίτερα από τα άλλα παιδιά και τελειώνουν αργότερα απ'; αυτά).
[4] Τους Αισωπικούς ρόλους ο Σωκράτης τους ήξερε απ'; έξω μέχρι τα γεράματα του και είχε βαλθεί να τους κάνει στίχος μέσα στη φυλακή λίγο πριν πεθάνει.
[5] Ο γερο Φιλοκλέων θυμόταν αυτόν που άρχιζε έτσι, Μια φορά και ένα καιρό ένας ποντικός και μια νυφίτσα ...;.))
[6] Από τις Χοηφόρες του Ασχύλου.
[7] Πάντοτε δούλος . Ο Πλάτωνας και αργότερα ο Πλούταρχος ,διαμαρτυρήθηκαν έντονα αλλά μάταια για το παραπάνω σύστημα αγωγής ,γιατί ακόμη και τα πιο φωτισμένα μυαλά της εποχής προτιμούσαν να εμπιστεύονται δούλους για την διαπαιδαγώγηση των δικών τους ανθρώπων . Π.χ. ο Περικλής εμπιστεύθηκε την διαπαιδαγώγηση του ανιψιού του Αλκιβιάδη σ'; έναν Θράκα δούλο τον Ζώπυρο (που είναι ανίκανος για όλες τις δουλειές εξαιτίας των γηρατειών.) ((Πλάτωνας)) . Σύμφωνα με περιγραφές εκείνης της εποχής ο γενική εντύπωση για τους παιδαγωγούς δεν είναι και η καλύτερη , τα διάφορα σχόλια που τους χαρακτηρίζουν είναι τα εξής: μιλάει σπαστά ελληνικά , είναι ωμός , καβγατζής ,μέθυσος κ.λ.π.
[8] Ο Σόλωνας έβγαλε νόμο που υποχρέωνε τους γονείς να μην στέλνου τα παιδία στο σχολείο πριν από την ανατολή του ηλίου και να τα παίρνουν πριν την δύση του ήλιου για να αποφύγουν τους κινδύνους της διαδρομής μάσα στο σκοτάδι. Επίσης απαγόρευαν σε νέους και σε ξένα πρόσωπα να μπουν μέσα στο σχολείο όταν τα παιδία βρίσκονταν εκεί χτυπώντας έτσι την παιδεραστία.
[9] Ο Θεμιστοκλής παραδέχονταν πώς η μόρφωσή του ήταν λειψή γιατί δεν είχε μάθει να παίζει καλά κιθάρα.
[10] Ο Πλάτωνας γράφει πώς σύμφωνα με την γνώμη του δασκάλου του Περικλή Δάμωνα, στην μουσική κανείς δεν μπορεί να κάνει καμία αλλαγή χωρίς να τραντάξει ταυτόχρονα τα θεμέλια του κράτους και της κοινωνίας.
[11] Ο Σόλωνας συνιστούσε στους γονείς να μαθαίνουν στα παιδιά μουσική και γυμναστική.
[12] Αριστοφάνης (Νεφέλες ,στίχοι 963-965)
[13] Από τον καιρό του Σόλωνα στην Αθήνα η γυμναστική ήταν υποχρεωτική.
[14] Που ταυτόχρονα ήταν και παιδοτρίβης.
[15] Στην Αθήνα υπήρχαν τρία γυμνάσια: Η Ακαδημία στην βορειοδυτική πλευρά της πόλης ,το Λύκειο στην δεξιά όχθη του Ιλισού και το Κυνοσάργες που ήταν κτισμένο στον δρόμο προς την Κηφισιά.
[16] Έλεγαν χαρακτηρίστηκα πως κουτός είναι εκείνος που δεν ξέρει να διαβάζει και να κολυμπά.
[17] Γνωρίζουμε ένα ανέκδοτο μ ΄εκείνον τον Αθηναίο ,που το 482 ζήτησε από τον Αριστείδη να γράψει το ίδιο του το όνομα πάνω σ'; ένα όστρακο γιατί δεν ήξερε να γράφει.
[18] Φαίνεται πως τον πέμπτο αιώνα η μόρφωση στην Αθήνα είχε μεγάλη διάδοση στα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου , δεν υπήρχαν αγράμματοι ανάμεσα στα πρόσωπα του Αριστοφάνη :ακόμη και ο χωριάτης Στρεψιάδης στις Νεφέλες ,ακόμη και ο χόντρος αλλαντοπώλης Αγοράκρητος στους Ιππείς ξέρουν τα γραμματάκια τους.
[19] Ένας από τους πιο ξακουστούς δασκάλους των νέων της Αθήνας ήταν ο Ισοκράτης.
[20] Ο Πλάτωνας λέει ότι μόνο στη μάθηση ο άνθρωπος γίνεται η πιο τέλεια και θεία ύπαρξη ,ενώ ο αμαθής είναι το ποιο άγριο δημιούργημα απ'; οσα υπάρχουν στη γη ,ενώ ο Ισοκράτης συμβουλεύει να μην ανακατεύει κανείς το θολό νερό και τις ακαλλιέργητες ψυχές.
[21] Η εφηβεία άρχιζε με την εγγραφή του νέου στους καταλόγους των πολιτών γιαυτό έπρεπε να πέραση από την παραπάνω δοκιμασία.
[22] Ο Πλάτωνας (Στους Νόμους) τους φύλακες των συνόρων τους αναφέρει και σαν Αγρονόμους.
[23] Σύμφωνα με τον όρκο τους εγγυούνταν την φύλαξη των συνόρων της Πόλης ,τα στάχυα, το κριθάρι, τα αμπέλια, τις ελιές, και τις συκιές.
[24] Η παράδοση λέει ότι ο Μέλαθρος πριν την μονομαχία είχε προσευχηθεί στον Απατήνορα Δία.
[25] Ο παραπάνω μύθος ήταν η αιτία της γιορτής των Απατουρίων που γινόταν τον μήνα Πυαμεψίωνα (Οκτώβριο) όταν γύριζαν οι νέοι από τις εκστρατείες.
[26] Το άφηναν κάπου έκθετο μέχρι να πεθάνει ή το πετούσαν στον Καιάδα εκεί που συνήθως πετούσαν τους εγκληματίες και τους αιχμαλώτους πολέμου που δεν γίνονταν είλωτες.
[27] Το σύστημα εκπαίδευσης των νέων της Σπάρτης.
[28] Κοπάδι βοδιών
[29] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι στίχοι του ποιητή Τυρταίου(Τα λόγια των ποιημάτων του Τυρταίου ήταν μέσα στην εξεταστέα ύλη των μαθητών της Σπάρτης) την εποχή του ΄Β Μεσσηνιακού πολέμου όταν καλούσε τους νέους στον υπέρ όλων αγώνα : Είναι ωραίο να πεθαίνεις για την πατρίδα, και ότι δεν πρέπει να υποκύψετε στον φόβο και την αισχρή φυγή και ότι είναι ανάγκη καθένας να μένει ακίνητος γερά στηριγμένος στη γη δαγκώνοντας τα χείλη του όταν δέχεται επίθεση.
[30] Κάποτε ένα σπαρτιατόπουλο είχε πιάσει ένα αλεπουδάκι και το κρατούσε κρυμμένο κάτω από το ιμάτιο του, για να μην φανερωθεί προτίμησε να του ξεσκίσει το ζώο την κοιλιά παρά να φωνάξει ,και πέθανε υπομένοντας τον πόνο.
[31]Κάποιος Ρωμαίος ιστορικός γράφει ότι ο Λυκούργος διέταξε να οδηγήσουν τα παιδιά στα χωράφια για να ζήσουν χωρίς πολυτέλεια μέσα από πολύ δουλειά και μεγάλους κόπους, στην πόλη δε θα γύριζαν μόνο όταν γινόντουσαν άντρες.
[32] Συνήθως τον χειμώνα.
[33] Μόνο ανάμεσα στους παντρεμένους κάνανε τα στραβά μάτια ώστε κάποιες βραδιές να μπορούν να κοιμούνται με τις γυναίκες τους στα σπίτια τους.
[34] Τα ανδρεία
[35] Τα φιδίτια.
[36] Άλλο επάγγελμα δεν εξασκούσαν.
[37] Στην αρχαία Σπάρτη το ποιο εύκολο πράγμα ήταν να χάσει κάποιος τα πολιτικά του δικαιώματα και να γίνει υπομείων.
[38] Από απεικονίσεις σε πολλά αγγεία φαίνεται ότι οι νέοι και οι Κρήτες γενικότερα είχαν αναπτύξει πάρα πολύ καλά την τέχνη της πυγμαχίας.
[39] Ο Μίνωας κατά την μυθολογία ήταν δεινός κυνηγός και διέθετε πολύ καλό τόξο. Η σημαντικότερη θεά της Κρήτης ήταν η θεά του κυνηγιού η Δικτύννα Άρτεμης η οποία συνοδευόταν από έναν νεαρό άντρα που σύμφωνα με τον μύθο ήταν κάποιος νεαρός Αγέλης.

Ασπασία: H εταίρα που δίδασκε φιλοσοφία και σημάδεψε τη ζωή του Περικλή


Η Ασπασία Περιτριγυρισμένη από Έλληνες φιλοσόφους

Η Ασπασία γεννήθηκε στη Μίλητο γύρω στο 470 π.Χ.
Ο πατέρας της ήταν ο Αξίοχος, ο οποίος είχε φροντίσει η κόρη του να έχει επιμελημένη μόρφωση και κατά συνέπεια να γίνει ένα σπάνιο κορίτσι για εκείνη την εποχή, που η μόρφωση ήταν ανδρικό προνόμιο.

Την έπαιρνε μαζί του στη φιλοσοφική σχολή όπου φοιτούσαν μόνο άνδρες, με αποτέλεσμα εκείνη να θεωρεί τη συναναστροφή μαζί τους κάτι το απόλυτα φυσιολογικό.
Διδάχθηκε μουσική, χορό, τραγούδι, ρητορική, ιστορία κλπ.

Ήταν άριστη μαθήτρια και εξαιρετικά εντυπωσιακή κοπέλα και πολλοί πλούσιοι νέοι της Μιλήτου της προσέφεραν μεγάλα ποσά για να την αποκτήσουν.

Η Ασπασία στην Αθήνα

Στη Μίλητο πήγε ο γνωστός αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, Ιππόδαμος. Η Ασπασία λέγεται ότι του ζήτησε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα όπου ανθούσε η φιλοσοφία.
Έτσι έφθασε στο λίκνο της φιλοσοφίας άρκετά έτοιμη για να αντιμετωπίσει όλες τις πνευματικές προκλήσεις.

Έμεινε για κάποιο διάστημα μαζί του και σύντομα ξεκίνησε τις συναναστροφές με τους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας.

Η Ασπασία ήταν 20 χρονών όταν νοίκιασε ένα σπίτι και δίδασκε φιλοσοφία, μια πράξη πολύ προχωρημένη για τα δεδομένα της κλασικής Αθήνας.

Στη δημοκρατική Αθήνα ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων και κατηγορίες παντός είδος για το ήθος και την προσωπική της ζωή, αλλά η Ασπασία δεν πτοήθηκε.

Ο Περικλής τότε ήταν παντρεμένος και είχε δυο γιους τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο.
Ήταν η περίοδος που είχε ξεκινήσει το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή και συνεχίζονταν τα έργα για την αποπεράτωση του Παρθενώνα.

Η γνωριμία της με τον Περικλή


Ο Περικλής και η Ασπασία επισκέπτονται το εργαστήριο του Φειδία (πίνακας του Hector Le Roux, 1829-1900)

Έτσι, η Ασπασία θέλησε να επισκεφθεί το εργαστήριο του Φειδία και να δει από κοντά τα έργα. Και οι δυο άνδρες έμειναν άφωνοι με την ομορφιά της. Λέγεται ότι την ερωτεύτηκαν και οι δύο γι αυτό και ο Φειδίας θέλησε αργότερα να δώσει τη μορφή της στο γλυπτό της Αθηνάς. Η ίδια όμως προτίμησε τον Περικλή. Εκείνος αμέσως άφησε τη σύζυγό του με την οποία είχαν ήδη προβλήματα και έμεινε με την Ασπασία. Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν στη μικρή κοινωνία της Αθήνας.

Η Ασπασία όμως «είχε την αρετή να αντιλαμβάνεται τα πολιτικά πράγματα», έτσι ο Περικλής στο πρόσωπό της βρήκε κι ένα πολύτιμο σύμβουλο. Ήταν η πρώτη που αγωνίστηκε για τη χειραφέτηση των γυναικών και υπέστη τις συνέπειες.

Η Ασπασία κερδίσει το θαυμασμό αλλά…και τη μήνη

Διατηρούσε ένα σχολείο για τα κορίτσια των πλούσιων οικογενειών, όπου σύχναζαν μεγάλοι πολιτικοί και φιλόσοφοι. Έκδηλος ήταν ο θαυμασμός του Σωκράτη στο πρόσωπό της, αλλά και του Πλάτωνα.

Το βέβαιο είναι ότι ο ρόλος της Ασπασίας στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Αθήνας υπερέβαινε το καθιερωμένο ρόλο μιας «πρώτης κυρίας», σε τέτοιο βαθμό που εισέπραξε τη μήνη όλων σχεδόν των κωμικών και σατιρικών συγγραφέων της εποχής.

Οι παρεμβάσεις της εκθέτουν τον Περικλή


Σωκράτης και Ασπασία

Η εμπλοκή της στην πολιτική ζωή του τόπου κάποιες φορές είχε σοβαρές επιπτώσεις για τον Περικλή. Η ίδια ήταν πίσω από την απόφαση του Περικλή για αποστολή εκστρατευτικής δύναμης κατά της Σάμου. Η απόφαση αυτή είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τους Αθηναίους. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Περικλής έστειλε το εκστρατευτικό σώμα μεροληπτώντας υπέρ της Μιλήτου, επειδή ήταν η γενέτειρα της Ασπασίας. Οι Αθηναίοι κατέλαβαν το νησί αλλά έχασαν σημαντικές δυνάμεις. Ακόμα και το εμπάργκο των Αθηναίων στους Μεγαρείς θεωρείται εκδίκηση της Ασπασίας για την απαγωγή εταίρων, από τον οίκο ανοχής που διατηρούσε στην Αθήνα. Όλα αυτά προκάλεσαν πολλά κακόβουλα σχόλια για την εταίρα που έκανε ότι ήθελε τον Περικλή.

Το 432 π.Χ. την παρέπεμψαν σε δίκη για ασέβεια και αθεΐα, αφού δεν μπορούσαν να την οδηγήσουν σε δίκη για όλα όσα της καταλόγιζαν. Όμως, οι δικαστές της Ηλιαίας την αθώωσαν χάρη στη συγκινητική υπεράσπιση του Περικλή.

Την αγάπησε αλλά δεν την παντρεύτηκε

Ο Περικλής την αγάπησε πολύ αλλά ποτέ δεν την παντρεύτηκε, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε. Ο νόμος περί υπηκοότητας που είχε περάσει ο ίδιος το 451, στην προσπάθειά του να αποτρέψει τις αριστοκρατικές οικογένειες από το να συμμαχούν με άλλες πόλεις, σήμαινε ότι θα διακινδύνευε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, εάν παντρευόταν την Ασπασία. Απέκτησαν ωστόσο ένα γιο, τον Περικλή το νεότερο, έναν από τους νικητές στρατηγούς στη ναυμαχία των Αργινουσών το 406 π.Χ.

Οι δύο νόμιμοι γιοι του Περικλή είχαν πεθάνει, κι έτσι ο γιος της Ασπασίας έγινε ο νόμιμος κληρονόμος του.

Κατά συνέπεια, η Μιλήσια εταίρα που είχε φανατικούς εχθρούς αλλά και φανατικούς υποστηριχτές, απόλαυσε σχεδόν όλα τα προνόμια μιας Αθηναίας.

Ο Περικλής πεθαίνει


Ο θάνατος του Περικλή

Το 429 π.Χ. η Αθήνα δοκιμαζόταν από το λοιμό. Ο Περικλής έζησε το θάνατος της αδερφής του και των δυο του παιδιών. Με πεσμένο το ηθικό του έπεσε σε κατάθλιψη. Λίγο πριν πεθάνει, οι Αθηναίοι για χάρη του αγαπημένου τους ηγέτη, άλλαξαν το νόμο για την ιδιότητα του Αθηναίου Πολίτη. Πλέον ο γιος του από την Ασπασία μπορούσε να αποκτήσει πλήρη πολιτικά δικαιώματα και να γίνει κληρονόμος του πατέρα του.

Ο Περικλής πεθαίνει και η Ασπασία μόνη πια έχει ν” αντιμετωπίσει όλα όσα της χρέωναν οι Αθηναίοι. Τότε άρχισε να ζει με τον Λυσικλή, Αθηναίο στρατηγό, αρχηγό της δημοκρατικής παράταξης και πιθανότατα φίλο του Περικλή. Ο Αισχίνης αναφέρει ότι οι δυο τους απέκτησαν ακόμα ένα γιο. Ωστόσο, τονίζει ότι η πολιτική επιτυχία του Λυσκικλή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην Ασπασία. Για την Ασπασία δεν ξέρουμε πότε και πως πέθανε. Γνωρίζουμε μόνο πως είχε πεθάνει, όταν ήπιε το κώνιο ο Σωκράτης.

Παρά τις αντιδράσεις στο προσωπό της δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ήταν μια αξιόλογη και δυναμική γυναίκα που στάθηκε επάξια δίπλα στον Περικλή.
Είναι γεγονός ότι ο καλλωπισμός της Αθήνας και του Πειραιά όπως και η κάποιας μορφής χειραφέτηση των γυναικών, οφειλόταν σε κείνη γι΄ αυτό και υπάρχει μερίδα ιστορικών που ίσως υπερβολικά, τον 5ο αιώνα τον ονομάζουν «Αιώνα της Ασπασίας»!

Η Θεά Ειρήνη στην Αρχαία Ελλάδα

Στο κέντρο της Αγοράς της Αρχαίας Αθήνας δέσποζε το άγαλμα της θεάς Ειρήνης, προσωποποίηση της ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, να κρατάει ένα μικρό αγοράκι τον Πλούτο, με το δεξί του χέρι απλωμένο προς το πρόσωπο της θεάς, ενώ με το αριστερό του χέρι να κρατάει το κέρας της Αμαλθείας που είναι σύμβολο της αφθονίας.

Η θεά Ειρήνη, μία από τις τρεις Ώρες, ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας, και ήταν αδελφή τηςΔίκης και της Ευνομίας που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας...

Μαζί φύλαγαν την είσοδο του Ολύμπου, και επιτηρούσαν την εύνομη ζωή των ανθρώπων.
Έργο τους ήταν να παρακολουθούν τα έργα των ανθρώπων...

Οι θεές Ώρες ήταν οι πρώτες που υποδέχτηκαν την Αφροδίτη και, αφού την έντυσαν, την συνόδεψαν στον Όλυμπο. Αναφέρεται πως ήταν βοηθοί του θεού Ήλιου και επιπλέον βοηθούσαν την θεά Χλωρίδα στο έργο της, στην βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις εποχές του Χρόνου.

Στην Αθήνα αναφέρονταν ως Θαλλώ, Αυξώκαι Καρπώ,όπου συμβολικά και κυριολεκτικά συμβόλιζαν την βλάστηση της φύσεως αλλά και του πνεύματος και των τεχνών σε περίοδο Ειρήνης,την δίκαιη διάταξη των βοσκότοπων όπως και την δίκαιη μεταχείριση των πολιτών,την Δικαιοσύνη.

Από τον Όμηρο μαθαίνουμε πως άνοιγαν και έκλειναν τις πύλες του Ολύμπου, με σύννεφα, και φρόντιζαν τα άλογα της Ήραςκαι βοηθούσαν τους Ολυμπιονίκεςοργανώνοντας τις εποχές και προσθέτονταςτην ισορροπία στη φύση.

Στην τέχνη απεικονίζονταν σαν μια νεαρή όμορφη γυναίκα που κρατούσε το Κέρας της Αμάλθειας, σκήπτρο και ένα πυρσό,ή ένα κλαδί ελιάς,ως προστάτης και πολιούχος του Πλούτου.
Ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης την παρουσιάζουν στα έργα τους ως φορέα της ευφορίας και του πλούτου. Πολύ γνωστό γλυπτό είναι αυτό του Κηφισόδοτου, πατέρα του Πραξιτέλη των αρχών του 4ου αιώνα π.χ. που αναπαριστά την Ειρήνη να κρατά στην αγκαλιά της τον Πλούτο.
Βοηθούσε να κυβερνηθεί η κοινωνία μεεξισορρόπηση και σταθερότητα.

Οι Αρχαίοι Έλληνες πολύ συχνά ίδρυαν βωμούς προς αυτήν μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Γνωστά της επίθετα ήταν τα «Γλυκεία», «Βαθύπλουτος», «Πλουτοδότειρα», κ. α.
Ο συμβολισμός της Ειρήνης και του γενεολογικού της δέντρου, μαζί με την αφθονία των αγαθών που την προσφέρει με αθωότητα ο μικρός Πλούτος, ήταν η ευχή των Αθηναίων για μια διαρκεί ειρήνη με βάση την δικαιοσύνη, της Θέμιδας, την Δίκη και την Ευνομία, μετά τους πολέμους και την δυστυχία που έφερναν μαζί τους....
Μας γράφει ο Ηρόδοτος:

«Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος που να προτιμάει τον πόλεμο απ' την ειρήνη· γιατί στον καιρό της ειρήνης τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους, ενώ, αντίθετα, στον καιρό του πολέμου οι γονείς θάβουνε τα παιδιά τους.»

Παρ' όλον ότι η θεά Ειρήνη δεν λατρεύτηκε όσο ο Άρης, εν τούτοις η Ειρήνη έχει και τις δικές της νίκες, όχι λιγότερο δοξασμένες απ' αυτές του πολέμου.

Τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων να θέλουν την Ειρήνηκαι την Δικαιοσύνη να συμβαδίζουν, την έχει επιβεβαιώσει και η σύγχρονη ιστορία.

«Η ειρήνη είναι η μεγαλύτερη ευλογία όταν μας εγγυάται την τιμή μας και τα νόμιμα δικαιώματα μας. Αλλά όταν έχει σαν επακόλουθο το χάσιμο της εθνικής μας ανεξαρτησίας και το λέρωμα της δοξασμένης μας ιστορίας, τότε δεν υπάρχει τίποτε το πιο ατιμωτικό και το πιο καταστροφικό για τα πραγματικά μας συμφέροντα.» ΠΟΛΥΒΙΟΣ

"Να αγαπάς την Ειρήνη" ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ (Δελφικό παράγγελμα)

"Ειρήνη είναι η στοργική μάνα της Γης" ΗΣΙΟΔΟΣ

Το ουσιαστικό Ειρήνη εικάζεται ότι προέρχεται από το ρήμα είρω (λέγω-συνδέω).Ειρήνη =>είρω=ενώνω, λέγω+συνδέω + νους.

Το τέλος της άνοιξης ήταν η συνηθισμένη εποχή εκστρατείας στην Ελλάδα, όταν η ειρήνη ήταν πλέον σε αυξημένο κίνδυνο.

Ο Ναός του Αβαίου Απόλλωνα στο φως


Θεμέλια Ναού Αβαίου Απόλλωνα

«Οι Πέρσες έφτιαχναν τα πάντα στην έρημο» έγραψε ο Ηρόδοτος. Αυτό περιλαμβάνει και την αρχαία πόλη των Αβών στην Φωκίδα, που είχε «έναν μεγάλο ναό του Απόλλωνα……. καθώς και μαντείο». Σε αντίθεση με το φημισμένο μαντείο των Δελφών που το προστάτευε ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας πετώντας πέτρες στους επιτιθέμενους, το μαντείο των Αβών κάηκε ολοσχερώς.

Ίσως γι’ αυτό τον λόγο το μαντείο των Αβών ξεχάστηκε με την πάροδο του χρόνου, παρόλο που ο Ηρόδοτος το αναφέρει μαζί με τα εξίσου σημαντικά μαντεία της αρχαιότητας, τους Δελφούς και της Δωδώνης. Για αιώνες, τα αρχαία ερείπια κοντά στο χωριό Καλαπόδι στην κεντρική Ελλάδα είχαν θεωρηθεί ως απομεινάρια της αρχαίας πόλης των Αβών, αλλά η ιστορία τους παρέμενε ένα μυστήριο.
Οι ανασκαφές που ξεκίνησαν στην περιοχή από το 2004 από μια διεθνής ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής τον Wolf-Dietrich Niemeier, διευθυντή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών, επιβεβαίωσαν αυτό που καιρό τώρα οι αρχαιολόγοι υποπτεύονταν. Η ομάδα του Niemeir έφερε τον ναό στο φως και οι αρχαιολόγοι πραγματικά παραληρούν από τα ευρήματα.
Οι δύο νέοι ναοί στο Καλαπόδι δίνουν την ευκαιρία για την αποκάλυψη ιστορικών πληροφοριών και γεγονότων που άλλα σπουδαία μαντεία της Ελλάδας δεν μπορούν πια να προσφέρουν. Στην Ολυμπία και στους Δελφούς, οι βασικές αρχαιολογικές ανασκαφές έλαβαν χώρα πριν έναν αιώνα. Έγιναν χωρίς την σημερινές επιστημονικές αρχές και μεθόδους, ενώ δεν έλαβαν υπόψη τους ή υποτίμησαν μερικά από τα μικρότερα στρώματα, θραύσματα και φυτικά υπολείμματα (σπόροι). Το γεγονός ότι το Καλαπόδι ανακαλύφθηκε τόσο αργά σημαίνει ότι η αρχαιολογική ομάδα είχε στην διάθεσή της τις πιο σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.

Αναπαράσταση της δυτικής πρόσοψης του Ναού του Αβαίου Απόλλωνα

Οι ανασκαφές που έχουν μέχρι στιγμής διεξαχθεί έδειξαν ότι οι κάτοικοι των Αβών δεν έκτισαν πάνω στον νότιο κομμάτι του ναού. Τα ιερά κτίρια που βρίσκονταν εκεί είχαν κατασκευαστεί από τους Πέρσες, ενώ σύμφωνα με τον γεωγράφο Παυσανία (2ος αι. π.Χ.), «παρέμειναν ως μακροχρόνια μνημεία μίσους», υποδεικνύοντας την έχθρα με τους Πέρσες.
Παρόλο που οι ανασκαφές συνεχίζονται ακόμα, με την χορηγία του ιδρύματος Gerda Henkel, οι αρχικές ανακαλύψεις δείχνουν ότι κάτω από τα θεμέλια των ναών της πόλης υπάρχει μια σειρά από πρωιμότερες χρονικά κατασκευές που χρονολογούνται μέχρι την μυκηναϊκή περίοδο (πριν το 1200 π.Χ.). Αυτές οι ανακαλύψεις αποδεικνύουν ότι το Καλαπόδι μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση των μυστικών των «Σκοτεινών Χρόνων», που ήρθαν μετά την πτώση του Μυκηναϊκού πολιτισμού και πριν την έναρξη της κλασσικής αρχαιότητας.
Σε έναν παλαιότερο ναό της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου (800 π.Χ.) οι αρχαιολόγοι ξαφνιάστηκαν όταν αποκάλυψαν μια τοιχογραφία, που απεικόνιζε σκηνή μάχης, της οποίας ο δημιουργός είχε εφαρμόσει την τεχνική που συναντάμε στις τοιχογραφίες των μυκηναϊκών παλατιών.

Χάρτης της περιοχής

Ο ναός και το μαντείο των Αβών ήταν σημεία μεγάλης σπουδαιότητας για ολόκληρη την γεωγραφική περιοχή της Φωκίδας και ιδιαίτερα για τους κατοίκους της. Περικυκλωμένοι από εχθρούς, τους Θεσσαλούς από τον βορρά και τους Θηβαίους από τον νότο, αντιμετώπιζαν έναν συνεχή κίνδυνο: στον νότο, οι Δελφοί παρόλο που βρίσκονταν σε Φωκικό έδαφος, είχαν αποκτήσει ισχυρή δύναμη και ανεξαρτητοποιήθηκαν καθώς προστατευόταν από την δική τους κοινότητα. Οι άνθρωποι που έρχονταν στο μαντείο των Αβών αποτελούσαν σημαντική πηγή κέρδους για όλη την περιοχή της Φωκίδας.
Οι ανασκαφές στο Καλαπόδι αρχίζουν και αποδεικνύουν πόσο προσοδοφόρο ήταν το μαντείο. Οι αρχαιολόγοι έχουν βρει μεγάλο αριθμό αναθημάτων κατασκευασμένα από μέταλλο καθώς και μπρούτζινα κοσμήματα και κεραμικά. Ένα μπρούτζινο κύπελλο από μια χετιτική περιοχή της βόρειας Συρίας που φέρει μια περίτεχνη ανάγλυφη διακόσμηση, αποδεικνύει το διεθνές κύρος που είχε το μαντείο των Αβών στην Αρχαϊκή περίοφο (8ος αι. π.Χ.). Μέσα σε αυτό βρέθηκαν υπολείμματα τροφής και στάχτης, τα οποία δίνουν μια γεύση των τελετουργικών διαδικασιών του μαντείου.
Τα ευρήματα της περιοχής δίνουν την δυνατότητα στον Niemeier και στην ομάδα του να αποδείξει ότι έχουν ανακαλύψει τον Ναό του Αβαίου Απόλλωνα. Μέσα στον ναό βρέθηκε επιγραφή «αφιερωμένη στον Απόλλωνα». Σε ένα γειτονικό εκκλησάκι υπάρχει μια επιγραφή που αναφέρει: «Οι κάτοικοι των Αβών τίμησαν τον Αυτόκρατορα Κωνσταντίνο».
Σύμφωνα με τον Παυσανία, η πόλη των Αβών τύγχανε μεγάλης εκτίμησης από τους Ρωμαίους. Τον 2ο αι. μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αδριανός έκτισε έναν μικρότερο ναό δίπλα από το κύριο βορεινό κτίριο. Μερικά από τα μπρούτζινα αναθήματα που ανακαλύφθηκαν εκεί αποτελούν δώρα των κατοίκων των Αβών.
Στο εσωτερικό του γεωμετρικού ναού, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν θησαυρό από 12 σιδερένια σπαθιά, έναν μπρούτζινο ομφαλό ασπίδας, ένα κύπελλο και έναν τήβεννο. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι των Αβών δεν υπολόγιζαν το κόστος όταν ήθελαν να τιμήσουν τον θεό τους.
Ότι οι Φωκείς ήταν περήφανοι για την στρατιωτική τους ισχύ ήταν γνωστό ήδη από την εποχή του Ηρόδοτου. Μετά την επιτυχή απώθηση των Θεσσαλών τον 6ο αι. π.Χ., επέκτειναν τον βορεινό ναό στο Καλαπόδι και τον γέμισαν με τρόπαια, όπως 2000 ασπίδες που πήραν από τους Θεσσαλούς μετά την μάχη.
Αυτή όπως και πολλές άλλες σημαντικές ανακαλύψεις που γίνονται στο Καλαπόδι υποδεικνύουν ότι οι σκοτεινοί χρόνοι του μηκυναϊκού πολιτισμού, ίσως να μην ήταν και τόσο σκοτεινοί τελικά….

Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης (550 – 460 π.χ.)

Ο Δημοκήδης υιός του Καλλιφώντος γεννήθηκε στον ακμάζοντα και εύπορο Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδος και καταγόταν από επιφανή οικογένεια. Ο πατήρ του Καλλιφών ήταν από την Κνίδο, ασκούσε την Ιατρική και ανήκε στο Ιερατείο του Ασκληπιείου. Όταν εγκαταστάθηκε στον Κρότωνα, πολύ προ της ιδρύσεως του Ομακοείου από τον Πυθαγόρα (περί το 521 π.χ.), δίδαξε στην υπάρχουσα ήδη εκεί σχολή, ενώ εξασκούσε παράλληλα και την ιατρική. Σαν χαρακτήρας ήταν συντηρητικότατος, αυστηρός και οργίλος.

Πληροφορίες για την ζωήν και το έργο τού Δημοκήδη μας παρέχουν ‘ο πατήρ’ της ιστορίας Ηρόδοτος στο Γ΄ βιβλίο των ιστοριών του, και οι Αριστόξενος, Πορφύριος, Ιάμβλιχος, Διογ. Λαέρτιος, Αθήναιος, Πολύβιος, Αριστοτέλης, Σουϊδα και άλλοι.
Ο Λατίνος συγγραφεύς Plinius Cointus αναφέρει, ότι για την συγγραφή του έργου του Historia Natura, στηρίχθηκε στο έργο του Δημοκήδη που είχε υπ’ όψιν του, που φρόντισαν και αυτό να το εξαφανίσουν. Το Σουίδα γράφει ότι συνέγραψε σπουδαίο βιβλίο περί Ιατρικής. Ο σύγχρονος ιατροφιλόσοφος Α. Κούζης στην εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού στο λήμμα Δημοκήδης γράφει:«φέρεται ασχοληθείς περί την ανατομίαν και γράψας ιατρικόν έργον».

Ο Δημοκήδης επέδειξε πρώιμον ευφυίαν, φοίτησε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην περίφημο ιατρική σχολή του Κρότωνος, που αργότερα συγχωνεύθηκε με αυτήν του Ομακοείου. Σε αυτή την επιστημονική σχολή αρκετά αργότερα θα διδάξει με επιτυχία, μετά την επιστροφή του από την περιπετειώδη περιπλάνηση του ανά την Ελλάδα, την Ανατολή και την Περσία, όπως μας διέσωσε ο Ηρόδοτος. «Από τούτου του ανδρός (Δημοκήδη) ούχ ήκιστα Κροτωνιήται ιατροί ευδοκίμησαν, εγένετο γάρ ών τούτο ότι πρώτον Κροτωνιήται ιατροί ελέγοντο ανά την Ελλάδα είναι δέ δεύτεροι Κυρηναίοι».Εκείνη την εποχή οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ανώτεροι από τους ιατρούς των σπουδαίων σχολών της Κνίδου, της Κώ και της Κυρήνης.

Στην ιατρική σχολή του Κρότωνος καταξιώθηκαν οι πρώτοι επιστήμονες ιατροί, γνήσια τέκνα του Ασκληπιού και των Κενταύρων. Αργότερα με την συμβολή των πανεπιστημόνων Πυθαγορείων Ιατροφιλοσόφων έφθασε στο απόγειο της, γιατί ήσαν συστηματικοί ερευνητές και μελετητές όλων των επιστημών και φυσικά και της ιατρικής ιδιαιτέρως. «Λέγουσι τους Πυθαγορείους πάνυ σφόδρα περί τήν ιατρικήν σπουδάσασα τέχνην». (Αιλιανός Ποικίλη ιστορία Θ-ΚΒ). Την πολύτιμη αυτή πληροφορία την επιβεβαιώνει και ο Ιάμβλιχος στο 244. Εξ άλλου ο Πυθαγόρας όταν πήγαινε σε άλλη πόλη δήλωνε: «ού διδάξω αλλ’ ιατρεύσω». Όλοι οι Μεγάλοι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι πρώτα από όλα ήσαν ΙΑΤΡΟΙ. Από τους συγχρόνους ιατρούς μελετητάς, η επίδραση των Πυθαγορείων χαρακτηρίζεται «τόσο βαθεία και εκτεταμένη, ώστε να γίνεται αισθητή μέχρι σήμερα» (Κωστής Μπάλας, οι Πυθαγόρειοι σελ. 65).

Ο Καλλιφών, άριστος διδάσκαλος της ιατρικής με συντηρητικές αρχές, ιδέες και οργίλο χαρακτήρα, όπως ήδη αναφερθεί, ερχόταν συχνά σε προστριβές με το παιδί του, λόγω των νεωτεριστικών σκέψεων και πράξεων του. Έτσι ο Δημοκήδης, νέος και φτασμένος ιατρός, εγκατέλειψε τον Κρότωνα και εγκαταστάθηκε στην Αίγινα. «Ο δε Δημοκήδης πατρί συνείχετο έν τη Κροτώνι οργήν χαλεπώ. Τούτον ειπεί τε ούκ εδύνατο φέρειν, απολιπών οίχεο είς Αίγιναν»(Ηρόδοτος Γ 131). Εγκατασταθείς στην Αίγινα, διαπρέπει σαν ιδιωτικός ιατρός, εφαρμόζει νέες διαγνωστικές και θεραπευτικές μεθόδους και αποβαίνει ανώτερος από όλους τους ιατρούς στο νησί, αν και εστερείτο όπως αναφέρει πάντοτε ο Ηρόδοτος, των απαραιτήτων μέσων και εργαλείων, «ασκευής περ’ εών και έχων ουδέν των όσα περί την τέχνην εστί εργαλήια. Και μην δευτέρω έτει ταλάντου Αιγινήται δημοσίη μισθούνται». Και τον δεύτερο χρόνο τον προσλαμβάνει ο Δήμος σαν δημόσιο ιατρό με αμοιβή ένα Τάλαντο τον χρόνο. Η ικανότης, οι γνώσεις και η τεχνική του Δημοκήδη, εκδηλώνεται με τον ώριμο φιλοσοφικό τρόπο σκέψεως του και στην πρακτική ιατρική, με τις συνεχείς επιτυχίες του η φήμη του απλώνεται σε όλη την Ελλάδα. Μετά από έναν χρόνο, προσκαλείται στας Αθήνας ως δημόσιος ιατρός με ετήσιο μισθό 100 Μνάς. Η φήμη του διαρκώς αυξάνει και μετά από ένα χρόνο το 524 π.κ.χ. προσλαμβάνεται από τον σπουδαίο Τύραννο (Κυβερνήτη) της Σάμου Πολυκράτη ως ιατρός της αυλής του, με ετήσιο μισθό 2 τάλαντα.

Κατά την παραμονή του στην Σάμο, ο Δημοκήδης εντυπωσιάζει τον Πολυκράτη, τους Σαμίους και τον ίδιο τον Πυθαγόρα, με το ήθος του και την επιστημονική του κατάρτιση.Ο Δημοκήδης και ο Πυθαγόρας συνδέθηκαν με έναν στενό δεσμό φιλίας και εκτιμήσεως, έτσι είχε αποφασίσει η θεία νομοτέλεια, παρά την διαφορά της ηλικίας που είχαν. Ήταν το 523, ο Πυθαγόρας μόλις είχε επιστρέψει μετά από 33 περίπου χρόνια περιπλανήσεων, σπουδών και μελετών ανά τον κόσμο. Ο επερχόμενος Περσικός κίνδυνος που τον είχε γνωρίσει πολύ καλά για 12 έτη, όταν ήτο υπό Περσική επιτήρηση στην Βαβυλώνα και η αυταρχικότητα του Πολυκράτη, θα τον υποχρεώσουν μετά από ένα χρόνο να εγκαταλείψει την Σάμο. Είχε πάρει την μεγάλη και κοσμοϊστορική του απόφαση! Να δημιουργήσει την μοναδική του ηθικοφιλοσοφική του σχολή, την ιδεώδη του πολιτεία, όπου θα εκπαίδευε και θα μόρφωνε με νέα συστήματα και μεθόδους, άνδρες και γυναίκες ώστε να καταστούν
πολίτες άξιοι και ικανοί να άρχουν και να άρχονται. Τότε ο Πυθαγόρας έγινε κοινωνός των υψηλών σχεδίων του στον φίλο του Δημοκήδη, και εκείνος του μίλησε για την Μεγάλη Ελλάδα, για τα εύφορα εδάφη της, για την υψηλή σκέψη των Ελλήνων εποίκων, για τις ακμάζουσες πόλεις και ιδιαιτέρως για τον πλούσιο και φιλελεύθερο Κρότωνα, με την μοναδική του ιατρική σχολή, για τα στάδια τους περίφημους Ολυμπιονίκες και το θαυμάσιο κλίμα του.

Δίχως αμφιβολία, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ότι, ο Δημοκήδης πρέπει να ενέπνευσε και να εμφύσησε την καταλυτική ιδέα της ΕΠΙΛΟΓΗΣ του Κρότωνος στον Πυθαγόρα. Αλλά και ο Πυθαγόρας τον εμύησε στις ανώτερες υπερβατικές γνώσεις και στην μητέρα όλων των επιστημών, την Φιλοσοφία και στο εύ ζείν.

Περί τα τέλη του 523 Ο Μεγάλος Μύστης Πυθαγόρας, άρχισε την τελευταία του περιήγηση στον Ελλαδικό χώρο, διδάσκοντας σε όλα τα ιερά, τα Ασκληπιεία, τους Ναούς και τα Μαντεία. Ειδικά στο Μαντείο των Δελφών παρέμεινε για ένα περίπου έτος, όπου το αναβάθμισε, μύησε και έχρισε ως Πυθία μία χαρισματική νέα 16 ετών την Θεοκλέα. Μετά ακολούθησε τα βήματα του Αχαιού εποικιστή Μύσκελου για τον Κρότωνα, που είχε πάρει δύο φορές χρησμό από τους Δελφούς, για την ίδρυση του Κρότωνος το 710 π.χ. Ήταν το τελευταίο και το πλέον σημαντικό ταξίδι του Πυθαγόρα στην ζωή του.
Το 522 ο Πέρσης διοικητής της Φρυγίας Οροίτης, πληροφορήθηκε ότι ο Πολυκράτης της Σάμου σχεδίαζε να ναυπηγήσει ακόμη μεγαλύτερο στόλο για να κυριαρχήσει σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, όπως ο Μίνωας χιλιετίες πρίν και να ελευθερώσει όλες τις Ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Αδυνατώντας να εισβάλλει στην Σάμο και να συλλάβει τον Πολυκράτη, σαν πονηρός και ανέντιμος ανατολίτης χρησιμοποίησε ένα δόλιο και ανέντιμο σχέδιο. Έστειλε έναν έμπιστο κήρυκα του στον Πολυκράτη, που του ανακοίνωσε ότι Οροίτης είχε πέσει στην δυσμένεια του Πέρση βασιλέα Καμβύση, και ότι φοβόταν για την ζωήν του και της οικογένειας του. Επειδή δε τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε, επιθυμούσε να φύγει κρυφά με την οικογένειά του και τους πλούσιους θησαυρούς του και να εγκατασταθεί κοντά του, από δε τα πολλά χρήματα που θα πήγαινε θα του έδινε τα μισά να ναυπηγήσει τον στόλο που ήθελε. Έτσι θα εξουσίαζε όλη την Ιωνία και την υπόλοιπη Ελλάδα, τα άλλα μισά θα κρατούσε εκείνος γιά την υπόλοιπη ζωή του στην Σάμο. Προς επιβεβαίωση αυτών, του ζήτησε να στείλει μία έμπιστο αντιπροσωπεία του, να ελέγξει και να διαπιστώσει την ύπαρξη του μεγάλου θησαυρού.
Ο Πολυκράτης έπεσε στην παγίδα του Οροίτη, έστειλε τον πιστό του γραμματέα Μαιάνδριο στις Σάρδεις, όταν έφθασε εκεί του έδειξαν οκτώ μεγάλα αγγεία που τα είχαν γεμίσει με πέτρες και που το επάνω μέρος τους τα είχαν καλύψει με χρυσό.
Ο Μαιάνδριος δεν τα ήλεγξε σε βάθος και όταν επέστρεψε, βεβαίωσε τον Πολυκράτη για την ύπαρξη του τεράστιου θησαυρού. Τότε αποφασίζει να πάει ο ίδιος με μία πολυπληθή αντιπροσωπεία στις Σάρδεις, και να φέρει ο ίδιος τον θησαυρό, τον Οροίτη και την οικογένεια του στην Σάμο, παρά τις αντιρρήσεις των συμβούλων και φίλων του, τον αρνητικό χρησμό του Μαντείου και την άρνηση της κόρης του, που είχε δει την προηγούμενη νύχτα πολύ άσχημο όνειρο.
Μαζί με την αντιπροσωπεία του, πήρε και τον προσωπικό του ιατρό τον Δημοκήδη. Όταν έφθασαν στην Μαγνησία, ο Οροίτης συλλαμβάνει τον Πολυκράτη και τον σκοτώνει με ανάξιο και ειδεχθή τρόπο για άρχοντα: Τον ανασκολοπίζει, καθώς μας αναφέρει ο Ηρόδοτος. «Οι βάρβαροι ανά τους αιώνες παραμένουν βάρβαροι, εμείς οι Έλληνες δεν πρέπει να το λησμονούμε». Από την ακολουθία του ελευθερώνει μόνο τους Σάμιους, ώστε επιστρέφοντας να πούνε ότι τους απήλλαξε από τον Πολυκράτη. Τους δούλους και τους ξένους τους κρατεί για δικούς του δούλους, μεταξύ αυτών και το Δημοκήδη, και τους ρίχνει όλους στις φοβερές φυλακές των Σάρδεων.
Αλυσοδεμένος και ρακένδυτος ο Ιατροφιλόσοφος υποφέρει τα πάνδεινα,
παραμένοντας όμως στην φυλακή συνεχίζει το ανθρωποσωτήριο θεραπευτικό έργο του Ασκληπιού, θεραπεύει όλους τους κρατούμενους και τους φύλακες.
Ως γνωστόν, οι ερινύες δεν συγχωρούν, έτσι δεν αργεί η τιμωρία του Οροίτη «χρόνω δέ ού πολλώ ύστερον και Οροίτεα Πολυκράτειος τίσιες μετήλθον». Μετά από λίγο χρόνο, ύστερα από μία ήττα αυτοκτονεί ο Καμβύσης και ο Δαρείος ο Α΄ ο Υστάπους, το 522 αναρριχάται στον Περσικό θρόνο. Πληροφορείται την μιαρά δολοφονία του Πολυκράτη (ήταν μεγάλος και φημισμένος κυβερνήτης), ως και άλλων ευγενών Περσών που κατ’ εντολήν του Οροίτη είχαν θανατωθεί, έτσι διατάσσει τους ίδιους «δορυφόρους» του Οροίτη, όπου αυτοί με τα σπαθιά τους και δίχως καμία προειδοποίηση τον σκότωσαν στο ανάκτορο του.
Ένα τυχαίο γεγονός (της θείας νομοτέλειας), ήλθε να αποκαταστήσει και να καταξιώσει τον Δημοκήδη και την Ελληνική Ιατρική Επιστήμη, το αρχαίο λόγιο μας«ουδέν κακόν αμιγές καλού»έχει πλήρη επιβεβαίωση εδώ για τον Δημοκήδη.

Ο Δαρείος ήτο δεινός ιππέας και κυνηγός, μία ημέρα κατά την διάρκεια του κηνυγίου, πηδώντας από το άλογο του, τραυματίστηκε σοβαρά στο κάτω μέρος του ποδός του, «ο γάρ αστράγαλος του εξεχώρησε εκ τών άρθρων». Όπως σαφώς διατυπώνει ο Ηρόδοτος, πρόκειται για βαρεία ποδοκνημική εξάρθρωση. Εκείνη την εποχή στην Ανατολή, θεωρούσαν ως τους καλλίτερους ιατρούς τους Αιγυπτίους και αυτοί υπηρετούσαν στην αυλή του Πέρση μονάρχη. Αυτοί με διάφορους χειρισμούς και βίαιες κινήσεις προσπαθούν να ανατάξουν το εξάθρημα,«αλλά στρεβλούντες και βιώμενοι τόν πόδα κακόν μείζον εργάζοντο». Οι Αιγύπτιοι ιατροί μή γνωρίζοντας ανατομία προκάλεσαν μεγαλύτερη βλάβη. Οι πόνοι ήσαν αφόρητοι, επτά ημέρες είχε να κοιμηθεί ο Μέγας βασιλεύς. Τότε ένας σύμβουλος του Δαρείου, που είχε ακούσει ότι στις φυλακές ήταν ένας Έλληνας ιατρός που θεράπευε όλους τους ασθενείς, το είπε στον Δαρείο και εκείνος διέταξε να τον πάνε αμέσως σ’ αυτόν.
Ο Δημοκήδης οδηγείται ρακένδυτος και σέρνοντας τα δεσμά του εμπρός στον βασιλέα. Ο Δαρείος τον ερωτά εάν γνωρίζει την ιατρική τέχνη; Εκείνος του απαντά αρνητικά, φοβούμενος μήπως δεν επιστρέψει ποτέ πλέον στην Ελλάδα. Ο Βασιλεύς αντιλαμβάνεται ότι ψεύδεται και τον απειλεί με φοβερά βασανιστήρια, κατόπιν τούτου αναγκάζεται να αποκαλύψει την ταυτότητα του και την ειδικότητα του, έτσι διαταχθείς άρχισε αμέσως την θεραπεία του Δαρείου. Ο Δημοκήδης γνώστης της ιατρικής επιστήμης και της ανατομίας, χρησιμοποιεί την αρχαία Ελληνική θεραπευτική μέθοδο, με μαλακούς και σωστούς χειρισμούς επιτυγχάνει την ανάταξη του ποδός, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι πόνοι και να βρει τον ύπνο του ο Δαρείος.
Στην αρχή, εφαρμόζοντας την θυγατέρα του Ασκληπιού Ιασώ, του χορήγησε ισχυρά και εν συνεχεία ήπια Ελληνικά ιάματα. Αυτή η επιστημονική αγωγή εφαρμόζεται και σήμερα, ονομάζεται δόσις εφόδου και ακολουθεί η καθορισμένη ήπια, που έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελληνική Ιατρική Επιστήμη. «Ελληνικοίσι ιάμασι χρώμενος καί ήπια μετά τά ισχυρά προσάγων ύπνου τε μέν λαγχάνειν εποίεε καί έν χρόνω ολίγω υγιέα μίν απέδειξε, ουδαμά έτι ελπίζοντα αρτίπουν έσεσθαι» (Ηρόδοτος Γ 130). Μετά από λίγο χρόνο ο Δαρείος περπάτησε κανονικά, ενώ οι Αιγύπτιοι ιατροί τον είχαν διαβεβαιώση το αντίθετο.
Η επιτυχία του Δημοκήδη και η Ελληνική ιατρική αναγνωρίσθηκαν, η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την πόλη και έγινε ο επίσημος ιατρός των ανακτόρων, όλων των ευγενών, ομοτράπεζος και σύμβουλος του Δαρείου, ο οποίος του έκανε πολλά και πλούσια δώρα.
Μετά την θεραπεία ο Δαρείος διέταξε να φονεύσουν με ανασκολοπισμό τους Αιγυπτίους ιατρούς. Όταν το πληροφορήθηκε αυτό Δημοκήδης, παρακάλεσε τον Δαρείο μετ’ επιτάσεως να μην τους τιμωρήσει και να τους χαρίσει την ζωή τους, πράγμα που έπραξε ο βασιλέας. Φρόντισε επίσης και απελευθέρωσε και όλους τους Έλληνας από την ακολουθία του Πολυκράτη οι οποίοι επέστρεψαν στην Ελλάδα. Για αυτόν όλα ήσαν πλέον επιτρεπτά πλην της επανόδου στην Πατρίδα του.

Ένα άλλο ιατρικό σοβαρό περιστατικό, έδωσε την ευκαιρία να διαλάμψει η επιστημονική γνώση και η ικανότητα του Δημοκήδη και να δοξασθεί ακόμη περισσότερο η Ελληνική Ιατρική.«Ατόσση τή Κύρου μέν θυγατρί Δαρείου δέ γυναικί επί τού μαστού έφυ φύμα, μετά δέ εκραγέν ανέμετο πράσσω» (Ηρόδοτος Γ133). Η σύζυγος του Δαρείου και κόρη του Κύρου, ασθενεί συνεπεία φύματος μαστού, (εξελκωθής όγκος του μαστού μετά φλεγμονής – όγκος που είχε βγει προς τα έξω μετά πληγής). Στην αρχή κρύβει την ασθένεια της από ντροπή, όταν όμως επιδεινώθηκε κάλεσε τον Δημοκήδη, «η δέ κρύπτουσα και αισχυνομένη έφραζε ουδενί, επεί τέ δέ έν κακώ ήν, μεταπέμψατο τον Δημοκηδέα καί οί επέδειξε». Μετά από την εξέταση της την διαβεβαίωσε ότι θα την θεραπεύσει. Άρα γνώριζε καλά τις ασθένειες του μαστού και την ενδεδειγμένη θεραπεία τους, έτσι πρέπει να θεωρείται ως ένας από τους πρώτους καταγεγραμμένους επιστήμονας μαστολόγους, και επιβάλλεται να τον τιμήσει δεόντως η πρωτοπόρος Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία. Όμως δεν γνωρίζουμε τι τρόπο και τι ιάματα χρησιμοποίησε. Εδώ ο λαλίστατος κατά άλλα Ηρόδοτος τηρεί το ιατρικό απόρρητο. Προηγουμένως της ζήτησε με όρκο, να κάνει ότι της ζητήσει, χωρίς αυτό να προσβάλλει την θέση της, την τιμή της και την αξιοπρέπεια της, γιατί γνώριζε ότι επηρέαζε πολύ τον σύζυγο της.
Ο Δημοκήδης θεράπευσε την βασίλισσα εφαρμόζοντας την επιστήμη του όπως την είχε διδαχθεί στην φημισμένη σχολή του Κρότωνος,
«Τής Ιατρικής εστίν είδη πέντε. Η μέν φαρμακευτική, η δέ χειρουργική, η δε διαιτητική, η δε νοσογνωμονική, η δέ χειρουργική διά του τέμνειν και του καίειν υγιάζει, η δέ διαιτητική διά τού διαιτάν απαλλάττει τας αρρωστίας, η δέ νοσογνωμονική διά του γνώναι το αρρώστημα, η δέ βοηθητική διά τό βοηθήσαι είς τό παραχρήμα απαλλάττει τας αλγηδόνας» (Διογ. Λαέρτιος κεφ. Πλάτων Γ 85). Άρα πρέπει να έκανε επέμβαση Μαστού και να της χορήγησε και κάποια ιάματα!!! ( Ίσως κάποια φυσική χημειοθεραπεία).

Ο Δημοκήδης, ο αιώνιος Έλληνας, φλέγεται από την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του και ειδικά στην γενέτειρα του τον Κρότωνα, στον Πυθαγόρα στην Ιατροφιλοσοφική σχολή και στις ηθικοπνευματικές αξίες της. Τα τεράστια πλούτη που απέκτησε, η χλιδή και η δόξα δεν τον συγκινούν και δεν τον κρατούν στην μοναδική θέση που επάξια είχε κατακτήσει. Είχε πληροφορηθεί την πρόθεση του Δαρείου να εκστρατεύσει μελλοντικά κατά της Ελλάδος, και ήθελε παράλληλα με την επιστροφή του, να ειδοποιήσει και τους συμπατριώτες του για τον επερχόμενο Περσικό βαρβαρικό κίνδυνο, που τόσο ακριβά τον πληρώσαμε σώζοντας αργότερα, όλη την Ευρώπη. Είχε γνωρίσει την μεγαλομανία και την ματαιοδοξία του Δαρείου εκ του σύνεγγυς, έτσι χρησιμοποίησε για τον σκοπό του το ευαίσθητο σημείο του την Ατόσσα. Της είπε σε κατάλληλο χρόνο, να του ζητήσει την αποστολή μιάς κατασκοπευτικής ομάδας στην Ελλάδα υπό την αρχηγία του, ώστε να διαπιστώσουν τα συμβαίνοντα και τις δυνατότητες των Ελλήνων και όταν επιστρέψει να τις εκθέσει λεπτομερώς στον σύζυγο της. Η Ατόσσα δεν αρνήται στον σωτήρα της, συνηγορεί και συμπληρώνει στον Δαρείο ότι, επιθυμεί σαν μεγάλη βασίλισσα να έχει δούλες
μορφωμένες, από την Λακωνία, το Άργος, την Αττική και την Κόρινθο, τα σχετικά δε με την Ελλάδα θα τα επληροφορείτο λεπτομερώς όταν επέστρεφε ο πιστός της γιατρός.
Ο Δαρείος συνεκάλεσε το συμβούλιο του και όρισε δεκαπέντε εμπίστους και ικανούς Πέρσες, να εξετάσουν τα παράλια της Ελλάδος, τις δυνατότητες και τις συνήθειες των Ελλήνων και όταν επιστρέψουν να του αναφέρουν λεπτομερώς, για να προετοιμάσει αναλόγως μία μελλοντική εκστρατεία κατά της Ελλάδος. Η όλη επιχείρηση θα ήταν υπό τον Δημοκήδη, αλλά τους τόνισε να μην τους διαφύγει και να είναι οπωσδήποτε μαζί τους όταν επιστρέψουν, και στήνει μία παγίδα στον
προσωπικό του γιατρό, αλλά το Ελληνικό πνεύμα πάντοτε ήταν υπέρτερο του βαρβαρικού. Τον κάλεσε και του ανέθεσε επισήμως την αποστολή, του έδωσε πάρα πολλά χρήματα, ένα πλοίο με δώρα για τους δικούς του και την πολυτελή οικοσκευή του. Ο Δημοκήδης τον ευχαρίστησε, δέχθηκε τα χρήματα και τα δώρα, για την φτωχή του πατρίδα και τους συγγενείς του, «αλλά την οικοσκευή μου την αφήνω εδώ στην οικίαν μου μεγάλε βασιλέα, θα μου χρειασθεί όταν επιστρέψω», του απήντησε. Βέβαιος ο Δαρείος για τον πιστό του γιατρό, έπεσε εκείνος στην ίδια την παγίδα του που είχε στήσει.
Πλέοντας από την Σιδώνα της Φοινίκης παραθαλάσσια, ο Δημοκήδης οδήγησε τα δύο πολεμικά και το ένα εμπορικό στον Τάραντα την μοναδική αποικία των Λακεδαιμονίων στην Μεγάλη Ελλάδα.
Ενημερώνει αμέσως τον άρχοντα του Τάραντος Αριστοφυλίδη, σχετικά με την περιπέτεια του και τον σκοπό των Περσών, εκείνος τότε αφαιρεί τα πηδάλια από τα τρία πλοία και τα ακινητοποιεί, συγχρόνως φυλακίζει προσωρινά τους Πέρσες. Ο Δημοκήδης ελεύθερος, φθάνει επιτέλους στον Κρότωνα και την οικογένεια του. Κατόπιν οι Ταραντίνοι ελευθερώνουν τους Πέρσες και τους επιστρέφουν τα πηδάλια των πλοίων των.
Μετά από ημέρες φθάνουν και αυτοί στον Κρότωνα, συναντούν τον Δημοκήδη στην αγορά και προσπαθούν να τον συλλάβουν. Οι Κροτωνιάτες αντιδρούν, τους κτυπούν με ράβδους και τους υποχρεώνουν να εγκαταλείψουν την πόλη τους. Ο ιατροφιλόσοφος κράτησε τα χρήματα και τα δώρα και κατά τον απόπλου των πλοίων τους είπε να ανακοινώσουν στον Δαρείο, ότι νυμφεύεται την θυγατέρα του φημισμένου και πολυολυμπιονίκη Μίλωνα, (τον οποίο θαύμαζε και εκτιμούσε ο Δαρείος), για να δείξει την κοινωνική του θέση και την προβολή του στην κοινωνία του Κρότωνος.
Ο Δημοκήδης εγκατέλειψε τα πλούτη και την ανωτάτη θέση που κατείχε σαν ομοτράπεζος και σύμβουλος του Δαρείου, για να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Το ακατάλυτον «νόστιμον ήμαρ» του Ομήρου ρέει ανά τις χιλιετίες στο αίμα «των αεί παίδων Ελλήνων», για να ενημερώσει για τον επερχόμενο βαρβαρικό κίνδυνο όλους στους Συνέλληνες, και για να βοηθήσει στην ολοκλήρωση του τεράστιου επιμορφωτικού έργου δίπλα στον Πυθαγόρα, σαν άνθρωπος, σαν επιστήμων και σαν φιλόσοφος. Η συνάντηση του με τον Σάμιο σοφό ήταν συγκινητική, η σχολή των σχολών, το περίφημο και μοναδικό «Ομακοείον» είχε δημιουργηθεί και είχε απορροφήσει και την ιατρική σχολή του Κρότωνος.
Ο Δημοκήδης προσχώρησε αμέσως σε αυτήν διδάσκοντας και ασκώντας την Ιατρικήν, παράλληλα αναλαμβάνει την καθοδήγηση των νέων και ασχολείται ενεργά με τα πολιτικοκοινωνικά της Μεγάλης Ελλάδος. Ταξιδεύει σε όλες τις πόλεις και ιδρύει παραρτήματα του Πυθαγορείου Δεσμού. Σε αυτά εγκαθιστά πρότυπα συμβούλια, αποτελούμενα από τους αρίστους που θα κυβερνούσαν με νέο ήθος, άριστα και δημοκρατικά. Ήταν ένα μοναδικό σύστημα αγωγής και μορφώσεως των πολιτών που ο Θέογνις το αποκαλεί «κάλλιστον τό δικαιότατον λώστον δ’ υγιαίνειν», με ηγέτη και πατέρα της θείας Φιλοσοφίας τον Πυθαγόρα, κατά τον Ιάμβλιχο.
Με την κοινοκτημοσύνη και την δικαίαν δομή και οργάνωση των πολιτειών, τις απαλλάσσουν από τις εσωτερικές έριδες, τις διαμάχες και από τις μεταξύ τους επιβουλές. Η πολιτική διακυβέρνηση κατοχυρώνεται με νόμους, «και νόμους έθετο διά Χαρώνδα τε του Καταναίου και Ζαλεύκου του Λοκρού, δι’ ών ευνομόταται και αξιωζήλωτοι τοίς περιοίκοις μέχρι πολλού διετέλεσαν» (Ιάμβλιχος VP 33). Η Πυθαγόρεια αγωγή, η μόρφωση, και η κοινοκτημοσύνη με τα ανυπέρβλητα ηθικά διδάγματα και η βίωση αυτών, όπως μαρτυρούν «τα Πυθαγόρεια Χρυσά έπη», αποτελούν τους υποφήτες και την φιλοσοφική υποδομή, έστω και στρεβλωμένη, μετά από αιώνες του πρωτοχριστιανισμού.

Η πολιτική φιλοσοφία των Πυθαγορείων και του Δημοκήδη, σαν καθοδηγητικού στελέχους των, ισχύει σε εκείνο που διατύπωσε αργότερα ο Πλάτων στους Νόμους του. Μας είναι γνωστό ότι, έναντι μεγάλου ποσού είχε αγοράσει από τους Πυθαγορείους κείμενα τους, ότι στηρίχθηκε σε αυτά, αλλά και σε όλο έργο του είναι φανερή η επιρροή του Πυθαγορισμού, από έμπειρους ερευνητάς. Η καλλίτερη Πολιτεία και οι καλλίτεροι νόμοι ενοικούν στο Ομακοείον, δηλαδή εκεί που βιώνεται διά της ειλικρινούς αυτογνωσίας η Αρετή και το γνωμικόν τους «τά τών φίλων κοινά». Για την επιτυχία των υψηλών σκοπών, με αξιολογική επιβράβευση κηρύσσεται από τον Δημοκήδη ως απαραίτητο στοιχείο η Αρετή, που για τους Πυθαγορείους αποτελεί την βάση της κοινωνικοφιλοσοφικής θεωρίας των και την βάση της ατομικής και κοινωνικής ζωής των, που ενέπνευσε όλους τους μετέπειτα φιλοσόφους και διανοητάς. «Αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω, θήραμα κάλλιστον βίω σάς πέρι». (Αριστοτέλης Ελεγ.5).

Οι δημαγωγοί της εποχής, όπως και σε κάθε εποχή, δεν μπορούσαν να δεχθούν την νέα εποχή που ανέτελλε στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των πόλεων κρατών. Ο Λόγος, η ορθή γνώση, η ισότης των δύο φίλων, η κοινοκτημοσύνη, η μη βία, ο ηθικός και ενάρετος βίος, ο σεβασμός, η αγάπη και η φροντίδα για όλα τα έμβια όντα και την φύση, η σωματική και ψυχική αρμονία που ευαγγελίζονταν αλλά και εφήρμοζαν οι Πυθαγόρειοι, τους ενοχλούσε και τους ανέτρεπε τον γνωστό τρόπο της ζωής των και τα ευτελή συμφέροντα χιλιετιών.
Διότι ο Πυθαγορισμός, πρέπει να ειπωθεί επί τέλους, «ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΑΙ ΠΡΩΤΌΤΥΠΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ», που ανέτρεπε όλα τα γνωστά και σαθρά πολιτικοοικονομικά συστήματα. Αυτό ήθελαν οι Κυλώνιοι να καταστρέψουν με κάθε μέσον, και δυστυχώς για το μέλλον της ανθρωπότητας το επέτυχαν.
Ο Κύλων ως αρχηγός των ευπόρων και ο Νίνων των καλουμένων δημοκρατικών του Κρότωνος, συνέστησαν μία ανίερο συμμαχία κατά των Πυθαγορείων. Τους κατηγορούν ως τυραννικούς και ότι δίδασκαν να σέβονται τους φίλους των σαν θεούς και τους άλλους να τους μεταχειρίζονται σαν θηρία. Πλαστογραφούν το βιβλίο τους που είχε τον τίτλο «Ιερός Λόγος» ( ομώνυμο του Ορφικού Ιερού Λόγου) το παρουσιάζουν, δήθεν εμπιστευτικά, στην σύνοδο των χιλίων του Κρότωνος,
απουσιάζοντος του Πυθαγόρα, και το δίνουν να το αναγνώσει ο γραμματεύς της συνόδου. Προκαλείται μεγάλη αναταραχή, ο παριστάμενος Δημοκήδης με τους Αλκόμαχο, Δείναρχο και Μέτωνα παίρνει τον λόγο και τους διαβεβαιώνει, εν μέσω σκοπίμων αποδοκιμασιών και ουρλιαχτών, για να μην ακούγεται, ότι δεν σκόπευαν να καταλύσουν κανένα πάτριο πολίτευμα καμίας πόλεως, και ότι όλα αυτά ήταν σκόπιμες συκοφαντίες και σκευωρίες αλλά δεν ακούγεται. Παρ’ όλα αυτά, η σύνοδος της εκκλησίας δεν παίρνει καμία απόφαση κατά των Πυθαγορείων.
«Οι δέ λεγόμενοι Κυλώνειοι διετέλουν προς τους Πυθαγορείους στασιάζοντες καί πάσαν ενδεικνυόμενοι δυσμένειαν, άλλ’ όμως, επεκράτει μέχρι τινός η των Πυθαγορείων καλοκαγαθία καί η τών η τών πόλεων αυτών βούλησις, ώστε υπ’ εκείνων βούλεσθαι οικονιμείσθαι τάς πολιτείας». (Ιάμβλιχος ΥΡ 249).
Οι Κυλώνιοι συνέχιζαν τον βρώμικο πόλεμο κατά των Πυθαγορείων, με κάθε μέσον και τρόπο, παρ’ όλα αυτά για κάποιο χρονικό διάστημα επικρατούσε η καλή πολιτική και η καλοσύνη τους και η βούληση των πόλεων να κυβερνώνται από αυτούς. Αλλά οι Κυλώνιοι συνεχίζουν τις συκοφαντίες και περιοδεύουν όλες τις πόλεις για να τις ξεσηκώσουν κατά των Πυθαγορείων.Κατηγορούν ευθέως τον Δημοκήδη, ότι δήθεν οργανώνει τους νέους γι’ την επιβολή της τυραννίδος, «αιτιασόμενοι Δημοκήδην συνεστακέναι τούς νεωτέρους επί τυραννίδι». Αλλά οι εχθροί της προόδου και του πολιτισμού, δεν σταματούν αποκτούν συμμάχους και αποφασίζουν να δράσουν κρυφά και συνωμοτικά και να διαλύσουν βίαια τους Πυθαγορείους, δολοφονώντας τον Πυθαγόρα και τα ηγετικά στελέχη του. Ο Αριστόξενος γράφει σχετικά, όπως και οι Αριστοτέλης, Ιάμβλιχος και ο Πορφύριος ότι, ο Πυθαγόρας αναγκάζεται να μεταβεί κρυφά στο Μεταπόντιο και ότι εκεί απεβίωσε.
Ένα βράδυ που τα ηγετικά στελέχη των Πυθαγορείων συνεδρίαζαν στην οικίαν του Μίλωνος, πεθερού του Δημοκήδη, την περικυκλώνουν και βάζουν φωτιά από όλες τις πλευρές, αναφέρεται ότι εσώθησαν μόνον δύο ο Άρχιππος και ο Λύσις. Κατά τους Απολλώνιο, Νικόμαχο και τον Πολύβιο, εκάει και ο Πυθαγόρας, ο δε Δημοκήδης αντιληφθείς τον εμπρησμό συνεκέντρωσε τους εφήβους και κατέφυγε στην Πλατέα,«μετά τών εφήβων εις Πλατέας απεχώρησεν».
Οι επικρατήσαντες καταλυταί των νόμων με ψήφισμα τους κατηγορούν τον Δημοκήδη, ότι συγκεντρώνει τους νέους με σκοπό να καταλύσει το πολίτευμα και να εγκαταστήσει τυραννία.
Τον μόνο που επεκήρυξαν ήταν αυτός με τρία τάλαντα, και από αυτή την λεπτομέρεια συνάγεται ότι είχε υψηλοτάτη θέση στον Πυθαγόρειο Δεσμό. Επηκολούθησε άνιση συμπλοκή και ο φονιάς του Δημοκήδη Θεάγης έλαβε τα τρία τάλαντα, ήταν το σκοτεινό έτος 495 π.κ.χ.
Έτσι εξέλιπε το σημαντικότερο οργανωμένο εκπαιδευτικό και βιωματικό σύστημα και μία εξέχουσα φυσιογνωμία της αρχαίας Ελληνικής Ιατροφιλοσοφίας, που τίμησε, δόξασε, ανέδειξε, καταξίωσε την Ελλάδα και την Επιστημονική Ιατρική και που διακόνησε τον Πυθαγόρειο Δεσμό διδάσκοντας για πάνω από είκοσι πέντε έτη στην μοναδική σχολή του. Μετά την διάλυση των Πυθαγορείων και του Δεσμού των, επακολούθησαν ταραχές, στάσεις, σφαγές και εγκαταστάθηκαν τυραννικά πολιτεύματα σε πολλές πόλεις.
Πολλοί Πυθαγόρειοι, μετά την βίαια επικράτηση των Κυλωνείων και των συμμάχων τους, κατέφυγαν στο Ρήγιο και σε άλλες πόλεις της Μεγάλης αλλά και της λοιπής Ελλάδος, που ήταν φιλικά προσκείμενες προς αυτούς. Κατά τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο και τον Ιάμβλιχο, οι Πυθαγόρειοι εξακολούθησαν και διατήρησαν τα έθιμα, τα ήθη τους και ότι είχαν διδαχθεί, έτσι συνετέλεσαν στην διάδοση της γνώσεως και των επιστημών για αρκετούς αιώνες.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΠΥΘΟΚΛΕΙΔΗ ΤΟΥ ΚΕΙΟΥ

Πυθοκλείδης, (περ. 535-472 π.Χ.)· αυλητής και σοφιστής από την Κέα (από όπου και η επωνυμία Κείος). Υπήρξε δάσκαλος του Αγαθοκλή και του Περικλή και ιδρυτής μιας σημαντικής αθηναϊκής μουσικής σχολής.

Ο Πυθοκλείδης αναφέρεται από τον Πλάτωνα στον Πρωταγόρα (VIII, 316Ε) ανάμεσα στους σοφιστές που, όπως ο Αγαθοκλής και πολλοί άλλοι, “από φόβο για το φθόνο των άλλων,
χρησιμοποιούσαν τη μουσική σαν πρόσχημα και παραπέτασμα” Ο Πυθοκλείδης εισήγαγε τη μιξολυδική αρμονία στην τραγωδία, μετασχηματίζοντας τη σαπφική μιξολυδική αρμονία (sol – sol) στην τραγική μιξολυδική (si – si).
του Γιώργου Χαραλαμπόπουλου
Ένα από τα βασικά στηρίγματα της αθηναϊκής δημοκρατίας της εποχής του Χρυσού Αιώνα, ήταν η μέριμνα για την αγωγή των πολιτών στο χώρο της οπτικοακουστικής Μάλιστα, ο τομέας αυτός θεωρήθηκε τόσο ευαίσθητος ώστε, ο ίδιος ο ηγέτης της Αθήνας, ο Περικλής, ανέλαβε προσωπικά την αναβάθμιση των μουσικών και των θεατρικών παραστάσεων. Με επιχορηγήσεις και ειδικά κονδύλια δημιούργησε μια πρωτότυπη μουσικοθεατρική αντίληψη του “ευ ζειν”. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Πλάτωνα και άλλων αξιόλογων συγγραφέων και ιστορικών, η πρωτοβουλία αυτή προέρχεται από τις μουσικές αρχές μιας πρωτοποριακής σχολής στην οποία ηγείτο ο σοφιστής και αυλητής Πυθοκλείδης ο Κείος. Μια διερεύνηση της σχολής αυτής σε βάθος, μας οδηγεί στα αρχαϊκά συμπεράσματα των προγονών μας, οπού η μουσική ήταν φιλοσοφικός αλλά και πολιτικός τρόπος ζωής.Στο κείμενο που ακολουθεί αποκαλύπτεται η “εσωτερική σχολή” του Πυθοκλείδη και οι φορείς της μυστικής γνώσης της μουσικής.
Μια σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ανθρώπων που συναναστρεφόταν ο Περικλής, θα μας οδηγήσει στην αθηναϊκή μουσική σχολή του Πυθοκλείδη του Κείου και σε μια “αλυσίδα μουσικών κλειδιών” που άνοιγαν τις πόρτες της σοφιστικής, της ψυχοσωματικής κάθαρσης και της “θείας χληδόνος” (του θείου εχου). Στο δυσνόητο κείμενο του Πλάτωνα με τον τίτλο “Πρωταγόρας”, αποκαλύπτεται ότι, ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Σιμωνίδης χρησιμοποιούσαν την ποίηση, οι μαθητές του Ορφέα και του Μουσαίου τις τελετουργίες και τις προφητείες, και ο Ικκος ο Ταραντίνος και ο Ηρόδικος ο Μεγαρεύς τη γυμναστική, μόνο και μόνο σαν πρόσχημα για να περάσουν στους μαθητές τους μια ιδεολογία του “ευ ζειν”, η οποία ανήκε στον εξίσου δυσνόητο χώρο της σοφιστικής. Με το στόμα του Πρωταγόρα, ο Πλάτωνας αναφέρεται στο χώρο του ήχου και των ιδιοτήτων του, όταν ο Αβδηρίτης σοφιστής στο Σωκράτη και την παρέα του:
«Τη μουσική την πρόβαλε σαν πρόσχημα και ο Αγαθοκλής ο δικός σας (δηλαδή ο Αθηναίος), που ήταν μεγάλος σοφιστής, και ο Πυθοκλείδης ο Κείος και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί, όπως είπα, επειδή φοβήθηκαν το φθόνο, άσκησαν τις τέχνες αυτές για προπετάσματα. Όσο γι’ αυτό όμως εγώ δε συμφωνώ με όλους αυτούς, γιατί νομίζω ότι αυτοί καθόλου δεν κατάφεραν να ξεγελάσουν που έχουν πολιτική δύναμη στις πόλεις, για τους οποίους ακριβώς προορίζονται αυτά τα πράγματα». (“Πρωταγόρας”,
Στα αρχαία κείμενα παραδίνεται μόνο μια πληροφορία σχετικά με τη μουσική προσφορά του Πυθοκλείδη (535-472 π.Χ.), σύμφωνα με την οποία, ο Κείος μουσικός δάσκαλος εισήγαγε τη μιξολυδική αρμονία στην τραγωδία (δηλαδή το οκτάχορδο SΙ-LΑ-SOL-FΑ-ΜΙ-ΡΕ-DΟ-SΙ στο διατονικό γένος), μετασχηματίζοντας έτσι τη σαπφική μιξολυδική αρμονία (SOL – SOL). Ωστόσο, υπήρξε ιδρυτής μιας από τις σπουδαιότερες αθηναϊκές σχολές μουσικής στην οποία φοίτησαν, μεταξύ άλλων, ο Αγαθοκλής και ο Περικλής. Ο Αγαθοκλής (τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα) δίδαξε με τη σειρά του μουσική στο Λαμπροκλή (αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα) και σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς και τον Πίνδαρο. Μαθητής του Λαμπροκλή υπήρξε ο φίλος και σύμβουλος του Περικλή Δάμωνας (5ος π.Χ. αιώνας),
ο οποίος παρέδωσε μαθήματα μουσικής στο Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος β, 5, 19) και στο Δράκοντα (τέλος 5ου – αρχές 4ου π.Χ. αιώνα). Ο Δράκοντας, που δε γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή του, αναφέρεται από τον Πλούταρχο σαν μουσικοδιδάσκαλος του Πλάτωνα. Όλοι αυτοί οι πνευματικοί άνδρες είναι φορείς μιας αρχαιότερης μουσικής κατάρτισης που, όπως φαίνεται στον “Πρωταγόρα”, ανάγεται στην εποχή του Ορφέα και του Μουσαίου. Με βάση τα στοιχεία που μας παραδίνουν τα ιστορικά κείμενα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι αρχαίες αυτές μουσικές γνώσεις διατηρήθηκαν σε ορισμένα ιερατικά κέντρα και κάποια συγκεκριμένη περίοδο διοχετεύτηκαν κατάλληλα στους καλύτερους δέκτες. Ένα τέτοιο ιερατικό κέντρο υπήρχε στην Κέα από την εποχή του Αρισταίου, στα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας, και, όπως αναφέρει ο ποιητής Απολλώνιος ο Ρόδιος, συνέχιζε να λειτουργεί μέχρι τις μέρες του, το 2ο π.Χ. αιώνα. Το κέντρο αυτό, χτισμένο στην κορυφή του ψηλότερου βουνού του νησιού, ήταν αφιερωμένο στον Ικμαίο Δία και στο χώρο του τελούνταν κάθε χρόνο θυσίες στον Απόλλωνα – Κύνα (Σείριο) με την υπόκρουση παρακλητικής μουσικής. Σύμφωνα με τα ευρήματα των τελευταίων ανασκαφών, στην Ιούλη της Κέας, διαπιστώνεται η ύπαρξη προϊστορικού πολιτισμού, ο οποίος άνθισε την 5η π.Χ. χιλιετία. Όλα αυτά τα στοιχεία, που παραδίνονται από τον Ηρακλείδη τον Ποντικό (4ος π.Χ. αιώνας), το ημερολόγιο του Γκαίτε και τις έρευνες του Γάλλου ιστορικού Ζαν Ρισέρ, σε αντιπαράθεση με τα κυκλαδικά μουσικά ειδώλια της 2ης π.Χ. χιλιετίας, είναι μερικές από τις ενδείξεις που στηρίζουν τον άγνωστο πλούτο των γνώσεων του Πυθοκλείδη. Αν και δε γνωρίζουμε πολλά για τη μορφή και το είδος της προϊστορικής κυκλαδικής μουσικής, η σχολή του Πυθοκλείδη και η παρακαταθήκη των πολιτιστικών επιτευγμάτων της Κέας, μας δίνουν κάποια ιδέα για την εξέλιξη της. Το ζητούμενο στην έρευνα μας ωστόσο, δηλαδή η άγνωστη μουσική πορεία που επέτρεψε στον Πυθοκλείδη να μεταλαμπαδεύσει όλες τις γνώσεις γύρω από τον ήχο και την ακουστική στην Αθήνα του Χρυσού Αιώνα, είναι αρκετά πολύπλοκο και έχει τις ρίζες του στη σοφιστική και στο ιερατικό κέντρο της Κέας. Ο σοφιστής Πρόδικος ο Κείος και ο Θρηνωδός Σιμωνίδης ο Λεωπρέπους είναι δύο από τους κύριους παράγοντες που καθόρισαν τη φύση της πυθοκλείδιας σχολής.

Η ΣΟΦΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ
Η τρίτη πολιτιστική ακμή της Κέας συμπίπτει με την εμφάνιση σπουδαίων ανδρών όπως ο Πυθοκλείδης, οι ποιητές και συνθέτες Σιμωνίδης και Βακχυλίδης και ο σοφιστής Πρόδικος. Στους τέσσερις αυτούς διανοουμένους, που έδρασαν στο τέλος του 6ου και στη διάρκεια του 5ου π.Χ. αιώνα, προσδιορίζεται η αναγέννηση και η νέα μουσική ταυτότητα της Κέας. Η χρονολογική απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους ήταν τόσο περιορισμένη ώστε η δράση τους ταυτιζόταν. Ο Πυθοκλείδης (535-472 π.Χ.) ήταν σύγχρονος του Σιμωνίδη (556-467 π.Χ.) και κατά είκοσι χρόνια μικρότερος του. Σύγχρονοι επίσης ήταν μεταξύ τους ο ποιητής Βακχυλίδης (518-431 π.Χ.) και ο σοφιστής Πρόδικος, ο οποίος γεννήθηκε την ίδια εποχή με το Βακχυλίδη και ζούσε ακόμα, όταν ο Σωκράτης πέθαινε στη φυλακή (399 π.Χ.). Μάλιστα ο Βακχυλίδης, που ήταν ανιψιός του Σιμωνίδη, έζησε για ένα διάστημα μαζί με το θείο του στην αυλή του Ιέρωνα των Συρακουσών, γύρω στο 472 π.Χ. Στη συγγενή σχέση του Βακχυλίδη με το Σιμωνίδη, προηγείται ο παππούς του τελευταίου Σιμωνίδης ο Πρεσβύτερος, τα ποιητικά έργα του οποίου λέγεται ότι χάθηκαν. Η ταυτόχρονη ακμή των παραπάνω ανδρών ήταν φυσικό να δημιουργήσει την πνευματική ακμή της Κέας, από την οποία προήλθαν, η μουσική σχολή του Πυθοκλείδη, η σχολή χορού του Σιμωνίδη, η σχολή μελοποιητικής τέχνης του Βακχυλίδη και η σχολή ρητορικής του Πρόδικου. Ο Σιμωνίδης προερχόταν από ιερατική οικογένεια και κατείχε κληρονομικό αξίωμα σχετικό με τη λατρεία του Διόνυσου. Για το λόγο αυτό φοίτησε από μικρός στο ιερατικό κέντρο του θεού, από τις γιορτές του οποίου αργότερα τιμήθηκε με δεκάδες βραβεία (56 τρίποδες και 56 ταύρους). Σε ένα επίγραμμα του μας πληροφορεί ότι διδάχτηκε την ποίηση και τη μουσική και ότι ασκούσε το επάγγελμα του χοροδιδασκάλου, προετοιμάζοντας τη χορωδία που έψαλλε στις γιορτές του Απόλλωνα. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της αρχαίας Ελλάδας και ένας γόνιμος συνθέτης ύμνων, εγκωμίων, παιάνων, υπορχημάτων, ελεγείων, παρθενίων, επιγραμμάτων και θρήνων, θεωρείται από τους ιστορικούς σαν εφευρέτης του επίνικου και εισηγητής του θρήνου στο χορικό τραγούδι. Στο τελευταίο οφείλει την ιδιότητα του σαν συνθέτη, γιατί κατά την όρχηση, οι αρχαίοι συνήθιζαν να εκφράζουν τα αισθήματα τους πρώτα με αναφωνήσεις, ύστερα με ολόκληρες φράσεις και στο τέλος με τραγούδια. Το χορικό τραγούδι εξελίχθηκε στα πλαίσια των θρησκευτικών τελετών προς τιμή διαφόρων θεών και περιλάμβανε και κάποια μιμική όρχηση. Έτσι παρέμεινε βασικός παράγοντας του διθυράμβου και του δράματος. Η θρηνητική μελωδία και οι παρακλητικές ωδές που προέρχονται από τη 2η π.Χ. χιλιετία, στις συνθέσεις του Σιμωνίδη, φαίνεται να είναι αλληλένδετες με την εξέλιξη του χορικού μέρους του δράματος (πάροδος, στάσιμο, εξόδιο), των χορικών ωδών, της χορωδιακής μουσικής και των χορικών αυλών.
Από τις συνθέσεις του Σιμωνίδη, τις περισσότερες από τις οποίες έψαλλε μόνος του, σπουδαιότερες θεωρούνται, η θρηνητική μελωδία του μύθου της Δανάης και το επιτάφιο επίγραμμα των πεσόντων στις Θερμοπύλες,
“Ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”,
που τον καθιέρωσε σαν εθνικό ποιητή της αρχαίας Ελλάδας. Ο ανταγωνισμός, και σε μερικές περιπτώσεις η έχθρα, του συγχρόνου Θηβαίου συνθέτη Πινδάρου κατά των Κείων συνθετών, δε μείωσε καθόλου τη φήμη των τελευταίων. Μάλιστα αναφέρεται ότι ο Σιμωνίδης πρόσθεσε την όγδοη χορδή στη λύρα (λεξικό Σουίδα), προσθήκη που διεκδικούν και οι Σάμιοι Πυθαγόρας και Λυκάονας, ενώ στον ποιητικό αγώνα που έγινε μετά τη μάχη των Θερμοπυλών, νίκησε τον τραγικό ποιητή Αισχύλο. Τα έργα του Βακχυλίδη που βρέθηκαν μόλις τον περασμένο αιώνα (1896), δικαίωσαν κάποιο επίγραμμα του στο οποίο αυτοαποκαλείται “λάλος σειρήν”. Η σχέση του με το Σιμωνίδη, η αδελφή του οποίου ήταν μητέρα του, ήταν φυσικό να τον στρέψει στον ίδιο χώρο δράσης και να τον κάνει κορυφαίο θρηνοποιό και μελοποιό. Στο “Εγκώμιο της Ειρήνης” διαβάζουμε:
«Η ειρήνη είναι πρόξενος μεγάλων
καλών στους ανθρώπους, σε αυτήν
ανήκουν ο πλούτος και τα άνθη των
μελιγλώσσων ασμάτων… οι νέοι
μόνο μέλημα έχουν τα γυμνάσια,
τους αυλούς και τους κώμους… οι
χάλκινες σάλπιγγες δεν ηχούν
πλέον, τους δρόμους τους γεμίζουν
τα τερπνά συμπόσια και οι ύμνοι των
νέων ηχούν στον αέρα.»
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο σχολιαστής του Πινδάρου, αναφέρει τις προτιμήσεις του Ιέρωνα των Συρακουσών στις συνθέσεις του Βακχυλίδη. Αν θυμηθούμε ότι ο Ιέρωνας δημιούργησε στην αυλή του το ονομαστότερο για την εποχή του πανεπιστήμιο (5ος π.Χ. αιώνας), στο οποίο βρέθηκαν οι δυο Κείοι συνθέτες, ή την επίδραση του Βακχυλίδη στον Οράτιο, θα καταλάβουμε ευκολότερα το πνεύμα μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε η μουσική σχολή του Πυθοκλείδη. Η ποιητική αυτή εξέλιξη που ξεπήδησε μέσα από το χώρο του ιερατείου της Κέας, είχε σαν επακόλουθο τη μελοποίηση και τη μουσική επένδυση των στίχων, δηλαδή βασικό στοιχείο που αποτέλεσε κίνητρο για την παραπέρα εξέλιξη της μουσικής. Την ίδια περίοδο κάνει την εμφάνιση του και το κίνημα των σοφιστών. Όσο και αν η αρχαία παράδοση δεν χαρακτηρίζει σαν φιλοσόφους τους στοχαστές που προηγήθηκαν του Σωκράτη και τους αποκαλεί σοφιστές, οι διανοοούμενοι που ανήκαν στην ενδιάμεση αυτή σχολή, πρόσφεραν πολλά στην πνευματική κίνηση του 5ου π.Χ. αιώνα. Ειδικά στο χώρο που εξετάζουμε, εμβάθυναν στους παράγοντες που διαμόρφωναν την ψυχοσωματική ηρεμία. Επαγγελματικά, ήταν δάσκαλοι της ρητορικής τέχνης. Ταξίδευαν από πόλη σε πόλη, μιλούσαν στις δημόσιες γιορτές και τελετές, έβγαζαν πανηγυρικούς λόγους για τις πόλεις, επιταφίους, καθώς επίσης και εγκωμιαστικούς σε πρόσωπα που είχαν δημόσια δράση. Στο χώρο αυτό ανήκε και ο Πρόδικος ο Κείος, ο οποίος περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα και μετά δημιούργησε μια σπουδαία σχολή ρητορικής στην Αθήνα. Μαζί με τον Πρωταγόρα θεωρούνται θεμελιωτές της γλωσσολογικής επιστήμης και της γραμματικής τέχνης. Σύγχρονος και εφάμιλλος του Πρόδικου ήταν μόνο ο Σωκράτης και οι μαθητές του Ξενοφώντας και Πλάτωνας. Οι τελευταίοι, είναι οι μόνοι που μας δίνουν κάποιες πληροφορίες για τον Πρόδικο. Χαρακτηριστικό είναι ότι η φήμη του Πρόδικου αναγνωρίζεται και από αυτόν τον ίδιο το Σωκράτη, ο οποίος ονομάζει τον εαυτό του μαθητή του Κείου σοφού.
Μαθητές του επίσης υπήρξαν και οι, Ευρυπίδης, Ισοκράτης, Θουκυδίδης, Ξενοφώντας, καθώς επίσης και οι μουσικοί Αγάθωνας και Δάμωνας. Μάλιστα, ο τελευταίος, που ταυτόχρονα ήταν και σοφιστής, διετέλεσε σύμβουλος του Περικλή στα θέματα της μουσικής. Από τη σοφιστική του Πρόδικου μέχρι τη μουσική σχολή του Πυθοκλείδη, ο χώρος αποτελείται από μία ομάδα μουσικών δασκάλων. Είναι φανερό ότι η αλληλοεπίδραση και αλληλοεξάρτηση των έργων τους δημιούργησε τη συνισταμένη πάνω στην οποία ο Περικλής στήριζε την πολιτική δραστηριότητα του με την οπτικοακουστική.

ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΠΥΘΟΚΛΕΙΔΗ
Ενας διακεκριμένος μαθητής του Πυθοκλείδη ήταν ο Αγαθοκλής (τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα), ο οποίος μετέδωσε τις γνώσεις του Κείου μουσικού στο Λαμπροκλή. Ο Λαμπροκλής (αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα) έγινε γνωστός από τη σύνθεση του “Ύμνος Στην Αθηνά”, που δυστυχώς σώθηκε μόνο η αρχή. Κατά το φιλόσοφο Λύσι, ήταν ο πρώτος που επιβεβαίωσε ότι η μιξολυδική αρμονία (51-51, από την παραμέση μέχρι την υπάτη υπατών). Πολλοί ερμηνευτές τον ταυτίζουν με το μουσικό Λάμπρο. Ο Λάμπρος, που δε γνωρίζουμε πότε έζησε, χαρακτηρίζεται από τον Αριστόξενο σαν διάσημος λυρικός ποιητής και δημιουργικός μουσικοσυνθέτης. Στον Αθηναίο αναφέρεται σαν δάσκαλος όρχησης και μουσικής του Σοφοκλή (“Δειπνοσοφιστές” Α, 20,37), ενώ ο Φρύνιχος τον κατατάσσει στους ποιητές των θρηνητικών μελωδιών. Κοντά στο Λαμπροκλή διδάχτηκε τη μουσική ο σοφιστής και διανοούμενος Δάμωνας. Γεννημένος στο δήμο Όα, της Αθήνας, έζησε και έδρασε γύρω στο 430 π.Χ. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της μουσικής. Διδάχτηκε τη σοφιστική τέχνη κοντά στον Πρόδικο και στις μουσικές του παραδόσεις είχε μεταξύ των μαθητών του το Σωκράτη, τον
Περικλή και το μουσικό Δράκοντα. Αυτός, ο τελευταίος, υπήρξε μουσικοδιδάσκαλος του Πλάτωνα (Πλούταρχος, “Περί Μουσικής” 1136, 17). Ο Δάμωνας ήταν εξαιρετικά και πλατιά καλλιεργημένος και άσκησε μεγάλη επίδραση στους σοφούς της εποχής του. Στην “Πολιτεία” (Δ, 424) αναφέρεται από το Σωκράτη σε μια ιδιαίτερης προσοχής παρατήρηση: «Γιατί πουθενά δε θα μπορούσαν να αλλάξουν οι τρόποι (τα στιλ) της μουσικής, χωρίς να κλονιστούν οι θεμελιώδεις νόμοι της πολιτείας, όπως λέει ο Δάμωνας και το πιστεύω και εγώ.»
Ο Αθηναίος επίσης αναφέρει τις απόψεις του Δάμωνα σχετικά με την εσωτερική σχέση της μουσικής προς την ψυχή (14, 164), ενώ ο Πλούταρχος στη βιογραφία του Περικλή μας δίνει και άλλες πληροφορίες, στις οποίες διαβάζουμε:
«Οι πιο πολλοί λένε πως δάσκαλος του (του Περικλή) στη μουσική ήταν ο Δάμωνας, για τον οποίο μάλιστα λένε ότι το όνομα του πρέπει να προφέρεται χωρίς να τονίζεται η πρώτη συλλαβή. Ο Αριστοτέλης όμως αναφέρει πως ο Περικλής σπούδασε τη μουσική κοντά στον Πυθοκλείδη. Ωστόσο, φαίνεται πως ο Δάμωνας ήταν εξαιρετικός φιλόσοφος και παρίστανε το μουσικοδιδάσκαλο, απλά για να κρύβει από τους ανθρώπους την πραγματική του ειδικότητα. Με τον Περικλή όμως συναναστρεφόταν με την οικειότητα που συναναστρέφεται ο προπονητής με τοναθλητή του. Τελικά, όμως ο Δάμωνας
με το κάλυμμα αυτό της λύρας δενμπόρεσε να κρυφτεί.»
(Πλούταρχος, “Περικλής”4)
Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε και την παρακάτω, σοφιστικού τύπου, παρατήρηση του Πλούταρχου:
«Όσο γι’αυτούς που υποστηρίζουν πως όταν βρούμε την αιτία ενός φαινομένου, τότε τα σημάδια δεν έχουν καμιά αξία, αυτοί δεν καταλαβαίνουν πως έτσι παραγνωρίζουν όχι μόνο τα σημάδια που στέλνουν οι θεοί αλλά και αυτά που δημιουργεί ο άνθρωπος, όπως για παράδειγμα ο ήχος του δίσκου (του δισκοβόλου).» (Περικλής, 6)
Όπως βλέπουμε, η σοφιστική και ρητορική ήταν αλληλένδετες με τη μουσική. Τη σχέση αυτή θα είχε υπόψη του ο Πλάτωνας όταν έγραφε ότι, «η ρητορική είναι αυτή που χειραγωγεί τις διαθέσεις των ανθρώπων και το πιο σπουδαίο έργο της είναι η μέθοδος με την οποία αντιμετωπίζονται οι συνήθειες και τα πάθη τους». Για το ίδιο θέμα, αργότερα, ο Πλούταρχος, αναφερόμενος στα πάθη και τις συνήθειες, παρομοίασε τις δύο αυτές εκδηλώσεις σαν “χορδές της ψυχής που πρέπει να ξέρει κανείς να τις αγγίζει και να τις χτυπάει”.