Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

10 γευστικές… προκαταλήψεις που κυριαρχούν στον κόσμο

Οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες φαίνεται ότι δεν αφορούν μόνο τις μαύρες γάτες και τις ανοιχτές ομπρέλες μέσα στο σπίτι, αλλά και τη γεύση και το φαγητό.

Το να σπάμε ένα αβγό, να σερβίρουμε νουντλς ή να βάζουμε σε κάποιον λίγο ζεστό τσάι μοιάζουν πολύ αθώες κινήσεις. Και είναι. Οι προκαταλήψεις, όμως, τις κάνουν να χάνουν την αθωότητά τους και να κρύβουν μια βαθύτερη σημασία, ανάλογα με το μέρος στο οποίο συμβαίνουν, τις πολιτιστικές και θρησκευτικές αντιλήψεις που κυριαρχούν εκεί κ.ο.κ. Ας δούμε μερικές από τις πιο… ξακουστές από διάφορα μέρη του πλανήτη.

Το ψωμί και ο… διάβολος
Λέγεται (κυρίως στην Ιρλανδία) ότι αν κάποιος που φτιάχνει ψωμί δεν σχηματίσει ένα σταυρό στην κορυφή της ζύμης πριν την ψήσει, ο διάβολος θα… κάτσει πάνω στο καρβέλι. Άλλες προκαταλήψεις σχετικά με το ψωμί λένε πως πρέπει να κόβουμε μόνο τη μία άκρη, αλλιώς θα απελευθερώσουμε το διάβολο, ενώ πρέπει να προσέχουμε και για τρύπες, οι οποίες συμβολίζουν φέρετρο και σημαίνουν ότι κάποιος θα… πεθάνει σύντομα.

Ο βασιλικός και οι αρχαίοι
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν και πολύ σε εκτίμηση το βασιλικό. Ο λόγος; Πίστευαν ότι οι σκορπιοί προτιμούσαν να φωλιάζουν κάτω από τις γλάστρες του και ότι η έντονη μυρωδιά του ήταν κάποιου είδους κατάρα.

Τα αβγά και οι μάγισσες
Οι Άγγλοι έχουν μια περίεργη προκατάληψη σχετικά με τα αβγά: όποτε ένα αβγό σπάσει πρέπει να θρυμματίσουν τα τσόφλια, αλλιώς μια… μάγισσα θα τα μαζέψει, θα φτιάξει ένα καράβι και θα σαλπάρει προκαλώντας καταιγίδες στη θάλασσα. Επίσης, μετά το βράσιμο ενός σφιχτού αβγού, σπάνε τη μία πλευρά με ένα κουτάλι για να απελευθερώσουν το διάβολο…

Το αλάτι και η κακή τύχη
Δεν είναι λίγοι οι λαοί που πιστεύουν ότι αν χυθεί λίγο αλάτι, η κακή μας τύχη θα ξυπνήσει κι αυτό που μπορεί να διορθώσει τα πράγματα είναι να ρίξουμε λίγο αλάτι πίσω από τον αριστερό μας ώμο, για να τυφλώσουμε το διάβολο. Στην Ουγγαρία, μάλιστα, ρίχνουν αλάτι για τους ίδιους λόγους στην είσοδο ενός νέου σπιτιού.

Η χριστουγεννιάτικη πίτα και οι ανύπαντρες
Προσοχή σε όλες τις ανύπαντρες εκεί έξω, οι οποίες κινδυνεύουν να μην γνωρίσουν το ταίρι τους για άλλον ένα χρόνο, αν χάσουν τη σειρά τους στο ανακάτεμα του χριστουγεννιάτικου κέικ, το οποίο πρέπει να ανακατεύει κάθε μέλος της οικογένειας με τη σειρά.

Τα σκόρδα και το κακό μάτι
Πολύ γνωστή προκατάληψη και στη χώρα μας με τη φράση «φτου σκόρδα» να ακούγεται ουκ ολίγες φορές. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές, λαϊκές παραδόσεις, πρέπει πάντα να κουβαλάμε πάνω μας ένα κομματάκι σκόρδο για να αποφύγουμε το κακό μάτι και την κακή τύχη.

Τα νουντλς και η μακροζωία
Στην κινέζικη κουλτούρα, ένα μακρύ νουντλ συμβολίζει μακροζωία και μακροημέρευση κι αν κάποιος κόψει τα νουντλς πριν τα σερβίρει, αφαιρεί χρόνια από αυτόν που θα τα φάει.

Τα κρεμμύδια και τα πνεύματα
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι θεωρείται ότι πάντα είχαν κάπου κοντά τους κρεμμύδια, προκειμένου να κρατούν τα κακά πνεύματα μακριά.

Το τσάι και η κακοτυχία
Πρώτοι μοιάζουν να είναι οι Άγγλοι στις... παραξενιές, αφού πιστεύουν ότι φέρνει κακή τύχη το να σου βάλει κάποιος άλλος τσάι στο φλιτζάνι. Το καπάκι της τσαγιέρας πρέπει να είναι κλειστό και όταν βάζουν τσάι προσέχουν να μην το χύσουν, γιατί αλλιώς θα έχουν επίσκεψη από κάποιον ξένο.

Οι πιπεριές και οι φιλίες
Πολλοί λαοί πιστεύουν ότι δεν πρέπει ποτέ να δώσεις καυτερή πιπεριά σε φίλο, αλλιώς η φιλία σας θα τελειώσει με μια μεγάλη διαφωνία. Αυτό που πρέπει να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι να τοποθετείται η πιπεριά στο τραπέζι και να την πάρει από μόνος του ο εκάστοτε φίλος.

Το ΝΑΙ της Ιφιγένειας είναι το ΟΧΙ του Γένους των Ελλήνων και η Δύναμη του!

Το ΝΑΙ της Ιφιγένειας είναι το ΟΧΙ του Γένους των Ελλήνων και η Δύναμη του!

Η Ιφιγένεια συγκινημένη από την ανδρεία του Αχιλλέα και το αίσθημα της αυτοθυσίας του για να την σώσει από τον βωμό της θυσίας αποφασίζει με θάρρος και σθένος οικειοθελώς να θυσιαστεί για το Γένος των Ελλήνων. Διότι στους Έλληνες ταιριάζει να είναι Ελεύθεροι και όχι Δούλοι.
Τότε το γένος των Ελλήνων είπε το μεγάλο ΌΧΙ και ξεχύθηκε σε έναν πόλεμο που διήρκεσε 10 χρόνια αλλά κερδήθηκε!

Αν λαχταρά η Άρτεμη να πάρει το κορμί μου,
εγώ θνητή σε μια θεά θα γίνω εμπόδιο;

Απλό δεν είναι; Δίνω το κορμί μου για την Ελλάδα,
πάρτε με, σφάξτε με, πάρτε την Τροία, αυτό θα' ναι για μένα
φήμη παντοτινή, και γάμος και παιδιά και δόξα.
Είναι σωστό να κυβερνούν Έλληνες βάρβαρους κι όχι
βάρβαροι, μάνα, τους Έλληνες, οι λεύτεροι τους δούλους.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ .... ΣΤΗΝ ΧΑΖΑΡΙΑ (;)

Prometheus depicted in a sculpture by Nicolas-Sébastien Adam, 1762 (Louvre)

"..... μαντεία γεμίζ' η φρένα μας, και το εναγώνιο πνεύμα
τρυγά τον πρωτοτρύγητο της προφητείας ανθό.
Σα μέγα σφάγιο, ζωντανών ακόμα, που σπαράζει,
ο Απόλλωνας στη μέση μας κατέβηκε κρυφός,
και μας μαζώνει γύρω του σφιχτά, και μας μεράζει
λαχτάρα απ' τη λαχτάρα του κι από το φως του φως."
Άγγελος Σικελιανός

Τι γνώριζε ο Αισχύλος, ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής της αρχαιότητας, ο εξ ευπατριδών την φύσιν, υιός του ιερέα των Ελευσινίων Μυστηρίων Ευφορίωνος, του γένους των Ευμολπιδών;
Λέγεται, ότι ο Αισχύλος συνέθετε τα έργα του κυριευμένος από θεοληπτική μανία, εκστατικός.

Τα έργα του έχαιραν μεγάλης επιτυχίας και κατηγορήθηκε ότι με τον "Προμηθέα Δεσμώτη" αποκάλυπτε μυστικά των Ελευσινίων Μυστηρίων. Θα είχε καταδικαστεί από τον Άρειο Πάγο "να πιει το κώνειο" εάν δεν επενέβαιναν οι Ευμολπίδες και κατέθεταν υπέρ αυτού. Κάποιοι αναφέρουν ότι είχε παραδεχθεί τρόπον τινά την ενοχή του, τάσσοντας το επιχείρημα ότι ήταν αδύνατον να γίνουν αντιληπτά τα μυστικά από το κοινό. Άλλοι πάλι αναφέρουν ότι δεν γνώριζε ότι αποκάλυπτε απόρρητη γνώση...

Στην παρούσα παρουσίαση δεν θα σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητα του Αισχύλου, ούτε το χάρισμα του, ούτε θα ψάξουμε τα απόρρητα μυστήρια και φυσικά δεν θα τα αναλύσουμε, θα σταθούμε όμως σε μία λεπτομέρεια που στην συνέχεια ο αναγνώστης μπορεί να κάνει την αξιολόγηση του και την περαιτέρω έρευνα του.

Ξεκινώντας την τραγωδία του "Προμηθεύς Δεσμώτης" ο Αισχύλος μας λέει:

Κράτος
Να μας στα πέριορα τ' αλαργινά του κόσμου
στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους.
Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας
πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο
στα βράχια στους ψηλούς γκρεμούς να πεδικλώσεις
μ' αλύσων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια,
γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα,
-τ' άνθος σου εσένα- και το χάρισε τ' ανθρώπου.
Τέτοιο κρίμα χρωστάει λοιπόν να μας πλερώσει,
για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει
και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν' αφήσει.

Ποιοι ήταν οι Σκυθικοί δρόμοι και ποιο το Καυκάσιο Όρος. Πως μετονομάστηκε και πως εξελίχθηκε γεωγραφικά και γεωπολιτικά ο Καύκασος;
Είναι ο Καύκασος η Χαζαρία ή Καζαρία;
Και ποιο ρόλο έπαιξαν οι Χαζάροι στην ιστορία της ανθρωπότητας;
Τι ήθελε να μας πει ο Αισχύλος;

Ο Προμηθέας έκλεψε από τον Δία το Πυρ και το έδωσε στους ανθρώπους από το οποίο πήραν το φως της γνώσης και έμαθαν τις τέχνες. Όταν το έμαθε ο Ζεύς οργισμένος τον παραδίδει στο Κράτος και την Βία οι οποίοι τον υπηρετούν και στον Ήφαιστο για να τον οδηγήσουν στο Καυκάσιο Όρος και να τον προσηλώσουν εκεί με σιδηρά δεσμά.
Να σημειώσουμε ότι ο Ζευς είναι ο συμβολισμός ενός Νέου τύρρανου δεσποτικού, αλαζόνα και υπερφίαλου. Δηλαδή ενός Νέου παγκόσμιου εξουσιαστή. Μία Νέα εξουσία. Νέα Τάξη Πραγμάτων, Νέα Εποχή....

Το Κράτος και η Βία με την εντολή του Νέου τυρράνου θέτουν υπό την εξουσία τους τον Ήφαιστο (τέχνη-τεχνολογία) κηρύσσοντας το τέλος της Ελευθερίας και τον Ερμή ο οποίος από αγγελιοφόρος των θεών εκπίπτει σε δούλο, διαβιβαστή των δεινών της άδικης εξουσίας.

Ο Τιτάνας Προμηθεϊκός Ελληνισμός, ο οποίος προνόησε να μεταδώσει το Φως του πνεύματος του και της γνώσης, προσηλωμένος κείται στο Καυκάσιο όρος δέσμιος των σιδηρών δεσμών του και του σιδηρού και τελευταίου Ησιόδειου γένους των ανθρώπων

ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ - ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΧΘΟΝΙΕΣ ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΕΙΣ...

Ἐν δ᾽ ἦν ἠυκόμου Δανάης τέκος, ἱππότα Περσεύς,
οὔτ᾽ ἄρ᾽ ἐπιψαύων σάκεος ποσὶν οὔθ᾽ ἑκὰς αὐτοῦ,
θαῦμα μέγα φράσσασθ᾽, ἐπεὶ οὐδαμῇ ἐστήρικτο.
Τὼς γάρ μιν παλάμαις τεῦξεν κλυτὸς Ἀμφιγυήεις
χρύσεον· ἀμφὶ δὲ ποσσὶν ἔχεν πτερόεντα πέδιλα.
Ὤμοισιν δέ μιν ἀμφὶ μελάνδετον ἆορ ἔκειτο
χαλκέου ἐκ τελαμῶνος· ὃ δ᾽ ὥς τε νόημ᾽ ἐποτᾶτο·
πᾶν δὲ μετάφρενον εἶχε κάρη δεινοῖο πελώρου,
Γοργοῦς· ἀμφὶ δέ μιν κίβισις θέε, θαῦμα ἰδέσθαι,

ἀργυρέη· θύσανοι δὲ κατῃωρεῦντο φαεινοὶ
χρύσειοι· δεινὴ δὲ περὶ κροτάφοισιν ἄνακτος
κεῖτ᾽ Ἄιδος κυνέη νυκτὸς ζόφον αἰνὸν ἔχουσα.
Αὐτὸς δὲ σπεύδοντι καὶ ἐρρίγοντι ἐοικὼς
Περσεὺς Δαναΐδης ἐτιταίνετο. Ταὶ δὲ μετ᾽ αὐτὸν
Γοργόνες ἄπλητοί τε καὶ οὐ φαταὶ ἐρρώοντο
ἱέμεναι μαπέειν. Ἐπὶ δὲ χλωροῦ ἀδάμαντος
βαινουσέων ἰάχεσκε σάκος μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ
ὀξέα καὶ λιγέως· ἐπὶ δὲ ζώνῃσι δράκοντε
δοιὼ ἀπῃωρεῦντ᾽ ἐπικυρτώοντε κάρηνα.
Λίχμαζον δ᾽ ἄρα τώ γε· μένει δ᾽ ἐχάρασσον ὀδόντας
ἄγρια δερκομένω. Ἐπὶ δὲ δεινοῖσι καρήνοις
Γοργείοις ἐδονεῖτο μέγας Φόβος...
******
Και μέσα ήταν της ομορφομάλλας Δανάης το τέκνο, ο καβαλλάρης Περσέας, ούτε αγγίζοντας με τα πέλματα την ασπίδα ούτε μακριά της, θαύμα μεγάλο να το πεις, γιατί δεν στηριζόταν πουθενά. Γιατί έτσι με τις παλάμες του τον έφτιαξε ο ξακουστός Αμφιδέξιος χρυσόν και γύρω στα πέλματα είχε φτερωτά πέδιλα. Κι απ’ τους ώμους του έπεφτε μαυροθήκαρο σπαθί από χάλκινο τελαμώνα· κι αυτός πετούσε σαν σκέψη. Κι ολόκληρη την πλάτη του σκέπαζε το κεφάλι του φοβερού τέρατος, της Γοργούς· κι ένας σάκος τό ’φερνε γύρω, θαύμα να τον δεις, ασημένιος· και θύσανοι απ’ αυτόν κάτω αιωρούνταν φωτεινοί χρυσοί· και το φοβερό γύρω στους κροτάφους του βασιλιά ήταν βαλμένο κράνος του Άδη που είχε τον τρομερό ζόφο της νύχτας. Κι ο ίδιος όμοιος να ορμάει να φύγει και να τρέμει ο Περσέας ο γιος της Δανάης τεντωνόταν. Κι από πίσω του οι Γοργόνες οι αζύγωτες κι ανείπωτες τινάζονταν ορμώντας να τον αρπάξουν. Και καθώς σε χλωμό χάλυβα πατούσαν, ηχούσε η ασπίδα μ’ ορυμαγδό μεγάλο σκληρά και καθαρά· κι από τις ζώνες του φίδια δύο κρέμονταν καμπυλώνοντας το κεφάλι. Κι έπαιζαν αυτά την γλώσσα· και μανιακά χτυπούσαν τα δόντια άγρια κοιτώντας. Και πάνω στα φοβερά κεφάλια των Γοργόνων τρανταζόταν ο μεγάλος Φόβος.

Ἡσιόδου, Ἀσπὶς Ἡρακλέους.

ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ- ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Ο αρχαίος Σπαρτιάτης, ήταν απελευθερωμένος από τον φόβο του θανάτου, δεν καταλάβαινε τι σημαίνει καλοπέραση και σωματικός εθισμός. Δεν ερωτευόταν, αλλά σεβόταν τη γυναίκα. Ο συμπολεμιστής του ήταν το δεύτερο εγώ, ή μάλλον δυο άνθρωποι σε μια οντότητα. Η μάχη ήταν ιερή και ο πολεμικός παιάνας συνέγειρε τους Σπαρτιάτες, που αδιαφορούσαν για τους δειλούς και τιμωρούσαν με αμείλικτο τρόπο όσους δεν ακολουθούσαν τα δικά τους πρότυπα και θέσφατα.
Μα ήταν σκληροί και αδίστακτοι στη μάχη. Η Σπάρτη ήταν μια ιδιαίτερη κοινωνία, με συγκεκριμένη δομή και φιλοσοφία. Επειδή είναι και θέμα των ημερών, ξέρετε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν υποχρεωτική δημόσια Παιδεία, σε αντίθεση με τους Αθηναίους, όπου η εκπαίδευσή τους ήταν μόνο ιδιωτική. Μιλάμε για μια πραγματικά αταξική κοινωνία, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς τους πολίτες της. Είχαν επίσης συγκεκριμένες απόψεις για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και τον έρωτα, την τέχνη, την μύηση και την αλήθεια. Και φυσικά για τον πόλεμο…

- Οι οπλίτες καλλωπίζονται πριν τη μάχη για να μην προσβάλλουν τους χθόνιους θεούς με την ατημέλητη εμφάνισή τους σε περίπτωση θανάτου τους.
- Από τη στιγμή που παρατάσσεται
ο στρατός δεν επιτρέπεται καμιά μετακίνηση γιατί θεωρείται <<αποφυγή>> της μάχης και άρα πράξη ταπεινωτική.

- Επιτρέπεται η ανταλλαγή γυναικών μεταξύ των ομοίων και γι’ αυτό δεν υπάρχει μοιχεία, ή ζήλια, καθότι <<ο διπλανός μου δεν είναι άλλος. Είμαι εγώ ο ίδιος, μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής και δυσκολιών και τίποτα δεν μπορεί να παρεισφρήσει ανάμεσά μας>>
Και οι γυναίκες; Τι ρόλο παίζουν οι γυναίκες σ αυτή την ενάρετη στρατοκρατική κοινωνία; Είναι καταδικασμένες στην αφάνεια, είναι φύσει αμαρτωλές, όπως στις μονοθεϊστικές θρησκείες, αποτελούν εμπόδιο στην πορεία του πολεμιστή για τη γνώση; H θέση των Σπαρτιατών είναι και σ αυτό διαφορετική. Οι γυναίκες είναι κυρίαρχες στον οίκο, οι άνδρες είναι κυρίαρχοι στον στρατώνα. «Γιατί εσείς οι Λάκαινες έχετε τόση επιρροή στους άνδρες σας;» γράφει ο Πλούταρχος, διασώζοντας το ερώτημα κάποιας Αθηναίας προς τη Γοργώ, τη σύζυγο του Λεωνίδα. «Γιατί είμαστε οι μόνες που γεννάμε άνδρες» απαντάει αυτή αποστομωτικά..
- Οι Σπαρτιάτισσες ήταν υπεύθυνες των οικονομικών του οίκου και κατά συνέπεια απολύτως σεβαστά πρόσωπα από τους άντρες τους, αφού η πληρωμή του συσσιτίου και συνεπώς η παραμονή των ανδρών στην κατηγορία των <<ομοίων>>, εξαρτιόταν πλήρως από την οικονομική διαχείριση που θα έκαναν οι γυναίκες τους.
- Τα νομίσματα είναι μεγάλα και σιδερένια για να αποφεύγεται ο αποθησαυρισμός
- Στην Αθήνα κυβερνούν οι πλούσιοι αφού υπάρχει μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου. Στη Σπάρτη όμως πράγματι <<κρατεί ο Δήμος>>, αφού όλοι διαβιούν με ισότητα και αξιοπρέπεια, ενώ για τη διακυβέρνηση του τόπου, επιλέγονται οι συνετοί και γενναίοι.

Στην πορεία του Σπαρτιάτη πολεμιστή για την κατάκτηση της αρετής και μέσω αυτής στην προσέγγιση της γνώσης, τη θέαση του θείου και μετά τη μέθεξη με αυτό, τη «θέωση» την ίδια.
Δεν είναι εύκολη πορεία αυτή. Αντίθετα. «H δική μας πορεία στη ζωή δεν είναι γραμμένη «με μελάνι», είναι γραμμένη με αίμα» λένε. Είναι πορεία μυητική, όπως σε όλα τα μυστήρια, είτε Ελευσίνια, είτε Καβείρια, είτε όλα τα άλλα. «Ποια, όμως, μύηση, σε ποιο μυστήριο είναι περισσότερο εναργής από τη μάχη την ίδια;», αναρωτιέται ο σπαρτιάτης γερουσιαστής.

Αν δεν ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου, πώς μπορείς να αντικρίσεις με αξιοπρέπεια την αλήθεια, αυτή που αποκαλούμε «θεό»; Πώς, όμως, θα ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου; Αρκούν οι προκατασκευασμένες και ακίνδυνες τελευτές των μυστηρίων; Αρκεί η προσομοίωση της πραγματικότητας ή μήπως απαιτείται πραγματική ενατένιση του θανάτου, κάτι που μόνο η μάχη εγγυάται;

Γι αυτό οι Σπαρτιάτες μάχονται, δεν μάχονται για να νικήσουν. Νικούν, επειδή μάχονται. H νίκη είναι τυπικά ο σκοπός, αλλά πραγματική ενδόμυχη επιδίωξή τους είναι η μάχη η ίδια. Το ταξίδι, δηλαδή, όχι ο προορισμός. Ποια μάχη, όμως; H μάχη στη ζωή, όχι μόνο στον πόλεμο. «Ηττημένος στη ζωή, τι αξία έχει αν νικήσεις στη μάχη; Ηττημένος από τον εαυτό σου, τι αξία έχει αν νικήσεις τον αντίπαλο;» μονολογεί ο σπαρτιάτης αξιωματικός. Γι αυτό ζουν λιτά και στερημένα, γι αυτό περιορίζουν τα πάθη και τις επιθυμίες τους, γι αυτό αποφεύγουν τον πλούτο και τις ταξικές διακρίσεις που οδηγούν σε αυτόν.

Είναι υπεράνθρωποι και ήρωες; Είναι διαφορετικοί και ανώτεροι; Όχι, φέρονται να ομολογούν οι ίδιοι. «H διαφορά μας από τους άλλους είναι πολιτική, όχι φυσική. Δεν διαφέρουμε επειδή υπερέχουμε. Υπερέχουμε επειδή διαφέρουμε» λένε. Είναι μια κοινωνία «ομοίων», μια αδελφότητα πολεμιστών, «ομοίων» στην περιουσιακή κατάσταση, αλλά «ομοίων» και στην καθημερινή ζωή. Όλοι ζουν «όμοια». Όλοι επιδιώκουν την αρετή με τρόπο σκληρό και επώδυνο, αλλά ποια αρετή; «Αν γνωρίζεις είναι περιττό να ρωτάς, αν δεν γνωρίζεις είναι μάταιο» απαντά ο Σπαρτιάτης στον αθηναίο συνομιλητή του, όταν αυτός τολμά να του θέσει ένα τέτοιο ερώτημα. H αρετή βιώνεται, αλλά δεν περιγράφεται. Τι να περιγράψεις; Οι Αθηναίοι, λέει ο Δάμις, «έχουν μανία με τα λόγια, αντίθετα με εμάς». H σπαρτιατική κοινωνία δίνει αξία στη σιωπή, δίνει πρόγευση όσων πολύ αργότερα είπαν και έγραψαν οι πατέρες της Εκκλησίας.
Καμία άλλη κοινωνία, της Αρχαίας Ελλάδας, δεν εκτίμησε τόσο την αξία της σιωπής. H σιωπή είναι ανώτερη μορφή πάλης, που μέσα από την εξοικείωση με τον θάνατο, σε οδηγεί στη γνώση. Την εσωτερική αυτή πορεία είχε βιώσει ο Σπαρτιάτης. Ήταν ελεύθερος και εκούσια επέλεγε την αυτοθυσία κατά τη μάχη. Άλλωστε αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτό σε καθιστά ευδαίμονα. Και η αίσθηση της πληρότητας και της ευδαιμονίας σε μετατρέπει σε γενναίο και εύψυχο πολεμιστή.

H έννοια μιας μάχης όπως παράδειγμα η μάχη των Πλαταιών, έτσι όπως τη βιώνει ο ίδιος ο μαχόμενος σπαρτιάτης οπλίτης, είναι μεν συναρπαστική, είναι, όμως παράλληλα κοπιώδης για τον αμύητο στα στρατιωτικά. Είναι όμως ο τρόπος της βιωματικής πορείας του σπαρτιάτη πολεμιστή προς τη μύηση. Τη μύηση στη ζωή, άρα τη μύηση στον θάνατο. Είναι μια μελέτη του θανάτου για τον σπαρτιάτη και μέσω του θανάτου μια μελέτη υπέρβασης του κόσμου των θνητών. Είναι μια πορεία ά-τεχνη αφού οι Σπαρτιάτες απορρίπτουν την τέχνη, κάθε μιμητική τέχνη και πρώτα απ όλα το θέατρο με τις διονυσιακές καταβολές του.

Η χλαμύδα ήταν πάντα κόκκινη να μην είναι εμφανές το αίμα στον εχθρό και ενθαρρύνεται
H Σπάρτη δεν είχε θέατρο την κλασική εποχή και τείχη της ήταν τα σώματα των ανδρών-πολεμιστών της… H γλώσσα του σπαρτιάτη συμπυκνωμένη και δωρική, συνάδει πρώτον με την προσωπικότητά του και δεύτερον με τους νόμους της πόλης. Ένας Σπαρτιάτης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει επιτήδευση στην έκφρασή του.

Αδιάφοροι για την συσσώρευση πλούτου αγχώδεις όμως για την συσσώρευση αρετής .Τόσης αρετής όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή .Υπέρβαση δηλαδή του κόσμου των θνητών εξύψωση δηλαδή του πολεμιστή σε ημίθεο. Σε όλη την ζωή τους ,από την ηλικία των επτά ετών μέχρι το τέλος , μια αργή αλλά σταθερά μυητική πορεία .

Η υιοθέτηση των ψηλών λοφίων στις περικεφαλαίες και των πλούσιων γενειάδων και μαλλιών που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται πιό ψηλοί και επιβλητικοί. Στην ίδια χρήση του εντυπωσιασμού εντάσσεται και η επιβλητική πολεμική τελετή “Καστόρειον” που προηγείτο της επίθεσης των Σπαρτιατών κατά της εχθρικής παράταξης: οι οπλίτες παρατάσσονταν στεφανωμένοι με τα κράνη και τις ασπίδες μπροστά στα πόδια τους, και ο επικεφαλής βασιλιάς θυσίαζε μία κατσίκα στην Αρτέμιδα «Αγροτέρα», τον Απόλλωνα «Βαδρόμιο» και τις Μούσες, ενώ οι αυλοί έπαιζαν έναν ειδικό παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων και των προγονικών ψυχών. Αυτός ο πολεμικός παιάν συνέχιζε να παίζεται από τους αυλητές μέχρι την ολοκλήρωση των θυσιών και τη μελέτη του σφάγιου από τους μάντεις, και στη συνέχεια οι πολεμιστές φορώντας τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες τους, άρχιζαν να τον ψάλλουν δυνατά όλοι μαζί, καθώς στρέφονταν κατά των εχθρών και βάδιζαν εναντίον τους. Περαιτέρω για τις διάφορες αρχαιοελληνικές τελετές στο βιβλίο του γράφοντος “Εορτές Και Ιεροπραξίες Των Ελλήνων”.

Ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης του σχετικά ολιγάριθμου δωρικού σπαρτιατικού έθνους, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές του πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μή-καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματός του, δηλαδή του στρατού του. Για αιώνες πολλούς, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ, αφού αυτό καθίστατο αδύνατο όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης / συμπλέγματος οικισμών, που λεγόταν Σπάρτη.

Από τη μία υπήρχε ο θεσμός της λεγόμενης “ξενηλασίας”. Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν δηλαδή να εγκατασταθεί και να ζήσει στην πόλη για διάστημα αρκετό ώστε να κατασκοπεύσει, να εντοπίσει στρατηγικά σημεία και να καταμετρήσει τη δύναμη κρούσης που αυτή διέθετε. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος ώφειλε ν’ αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη-καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιό ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους τη νύκτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των “ομοίων” και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε τη νύκτα, όπως άλλωστε νύκτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων που ποτέ δεν έπρεπε να δούν “τσακισμένο” Σπαρτιάτη πολεμιστή. Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες (δηλαδή τους είλωτες). Για την τήρηση της απαγόρευσης φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Με δεδομένα τα πιο πάνω και με επίσης γνωστό ότι, ούτως ή άλλως, αρκετοί από τους είλωτες ακολουθούσαν στον πόλεμο -ως “παραστάτες”- τους Σπαρτιάτες οπλίτες, είναι φανερό ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη-καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών.

Αυτή ήταν λοιπόν η περίφημη “Κρυπτεία”: αν έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός.

Χάρη στην “Κρυπτεία” και την “Ξενηλασία” η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, δηώνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή.

Μέσα από πανέξυπνες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλό χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού (Anton Powell, editor, “Classical Sparta. Techniques Behind Her Success”, University of Oklahoma Press, Οκλαχόμα, 1989) η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε καιρούς θυελλώδεις και σαρωτικούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της.

Η αρχή του τέλους για την αρχαία Σπάρτη, δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που υποχρεώθηκε αυτή σε αναγκαστική καταμέτρηση των αληθινών δυνάμεών της. Ήταν η τρομερή εκείνη ημέρα επί βασιλείας Κλεομένη του Γ που, με όλο της τον κανονικό στρατό ήδη κατασφαγμένο στα στενά της Σελλασίας, τα γερόντια και οι αγένειοι νεαροί της αναγκάστηκαν να παραταχθούν μπροστά της για να την υπερασπιστούν απελπισμένα ενάντια στον νικητή στρατό του Μακεδόνα Αντιγόνου Δώσωνος.

Οἱ ἀσπίδες τῶν Λακεδαιμονίων ἔφεραν σὰν διακριτικὸ ἔμβλημά τους τὸ γράμμα “Λ”, ὥστε οἱ ἀντίπαλοι στρατοὶ νὰ γνωρίζουν μὲ ποιοὺς πολεμοῦν.Ἦταν ἕνας τρόπος ἄσκησης ψυχολογικῆς πίεσης στὸν ἀντίπαλο, ποὺ ἐτρομοκρατεῖτο γνωρίζοντας πώς πολεμᾶ τὸν καλύτερο στρατὸ τῆς Ἑλλάδος. Οἱ νέοι ὁπλίτες τῆς Σπάρτης ἐλάμβαναν τὴν ἀσπίδα ἀπὸ τὴ μητέρα τους, μὲ τὴν ἐντολὴ “Τᾶν ἢ ἐπὶ τᾶς”. Ἦταν ὑποχρεωμένοι δηλαδὴ νὰ ἐπιστρέψουν νικητὲς μὲ “τᾶν ἀσπίδα” τοὺς ἀνὰ χείρας ἢ νεκροὶ “ἐπὶ τᾶς ἀσπίδος” τοὺς ! Γενικότερα ὅμως στὴν Ἑλλάδα ἡ ἀσπίδα τοῦ πολεμιστῆ ἀντιπροσώπευε τὴν τιμή του. Κάθε πολεμιστὴς ἔπρεπε μετὰ τὴ μάχη νὰ γυρίσει μὲ τὴν ἀσπίδα τοῦ στὸ σπίτι του. Νεκρὸς ἢ ζωντανός. Οἱ ζωντανοὶ ποὺ ἐπέστρεφαν χωρὶς τὴν ἀσπίδα τοὺς Ἦταν τιποτένιοι, “ριψάσπιδες”. Παράτησαν τὴν ἀσπίδα τοὺς στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ νὰ τοὺς εἶναι εὔκολη ἡ φυγὴ ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὸ βάρος της.

Εσύ μπορείς να αγγίξεις το Τόξο της Ίριδας;

Μπορείς! Αν έχεις αφήσει την Ψυχή σου ανέγγιχτη από την κακία, τα μίση, την μοχθηρία, την ζήλια...
Μπορείς, αν δεν αφήσεις τα πάθη της Ψυχής σου να γεννήσουν τέρατα αλλά όμορφες νοήσεις, Δια-νοήσεις...
Αν έχεις αφήσει την Ψυχή σου αλώβητη μετά από κάθε καταιγίδα...
Αν έχεις παραμείνει παιδί, δεν έχεις αφήσει να σου πάρουν την αγνότητα σου...
Αν έχουν καταπατηθεί τα όνειρα σου αλλά εξακολουθείς να ονειρεύεσαι...
Αν παρ' όλες τις απογοητεύσεις εξακολουθείς να πιστεύεις ότι όλοι είναι καλοί... μέχρις αποδείξεως του εναντίου και όχι το αντίθετο...
Αν τα ποιο απλά πράγματα μπορεί να σε συγκινήσουν αφάνταστα...
Αν ένας χορός στα άστρα μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο...
Αν είναι γεμάτη αγάπη η καρδιά και η ψυχή σου...

Τότε μπορείς να αρπάξεις το Τόξο της Ίριδας ή και να περπατήσεις πάνω σε αυτό...


Η ΠΡΩΤΗ ΜΥΗΣΗ

Βλέπετε, στη ζωή παίρνετε ακριβώς αυτό που δίνετε. Η ζωή σας είναι ο καθρέφτης αυτού που είστε, κατ’ εικόνα και ομοίωσή σας. Είστε παθητικοί, τυφλοί, απαιτητικοί. Παίρνετε τα πάντα, δέχεστε τα πάντα χωρίς ποτέ να αισθάνεστε υποχρέωση. Η συμπεριφορά σας απέναντι στον κόσμο και απέναντι
στη ζωή, είναι η συμπεριφορά εκείνου που έχει το δικαίωμα να απαιτεί και να
παίρνει. Που δεν έχει ανάγκη ούτε να πληρώσει ούτε να κερδίσει (με τον κόπο
του). Πιστεύετε πως όλα σας πρέπουν, απλά και μόνο επειδή είσαστε εσείς!

Όλη σας η τύφλωση βρίσκεται εκεί! Και δεν τραβάει την προσοχή σας. Όμως αυτό είναι που χωρίζει μέσα σας έναν κόσμο από έναν άλλο κόσμο.

Δεν έχετε μέτρο για να μετρηθείτε. Ζείτε αποκλειστικά με το “αυτό μ’ αρέσει” ή “ αυτό δεν μου αρέσει”. Που πάει να πει ότι δεν έχετε εκτίμηση παρά μόνο για τους εαυτούς σας.

Δεν αναγνωρίζετε τίποτα πάνω από εσάς. Θεωρητικά, λογικά, ίσως, αλλά πραγματικά, όχι. Να γιατί είσαστε απαιτητικοί και συνεχίζετε να νομίζετε ότι όλα τα πράγματα αγοράζονται στις ευκαιρίες, ότι μπορείτε να τα έχετε στην τσέπη σας αγοράζοντας τα αν το επιθυμήσετε. Τίποτε δεν αναγνωρίζετε ούτε πάνω από εσάς, ούτε έξω, ούτε μέσα σας. Να γιατί, το ξαναλέω, δεν έχετε μέτρο και ζείτε παθητικά, κατά τα γούστα σας.

Ναι! η “αυτοεκτίμησή σας ”, σας τυφλώνει! Είναι το πιο μεγάλο εμπόδιο για μια καινούργια ζωή.

Πρέπει να μπορέσετε να υπερπηδήσετε αυτό το εμπόδιο, αυτό το κατώφλι, πριν να πάτε πιο πέρα.

Είναι η δοκιμασία που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο είδη: “την ήρα” και τον “καρπό”.

Όσο έξυπνος, όσο προικισμένος, όσο λαμπρός και να είναι ένας άνθρωπος, αν δεν αλλάξει την αυτοεκτίμησή του, θα είναι χαμένος για μια εσωτερική ανάπτυξη, για μια εργασία με σκοπό την γνώση του εαυτού, για ένα αληθινό γίγνεσθαι,

Θα μείνει σ' όλη του την ζωή όπως είναι. Η πρώτη απαίτηση, η πρώτη προϋπόθεση, η πρώτη δοκιμασία για όποιον επιθυμεί να εργαστεί στον εαυτό του, είναι να αλλάξει την αυτοεκτίμηση του.

Πρέπει όχι να φανταστεί, όχι απλά να πιστέψει η να σκεφτεί, αλλά να δει μέσα του πράγματα που δεν είχε δει πριν, να τα δει πραγματικά. Η εκτίμησή του δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ, αν δεν δει μέσα του.

Και για να δει, πρέπει να “μάθει” να βλέπει: αυτή είναι η πρώτη μύηση του ανθρώπου προς την αυτογνωσία.

Πριν από όλα πρέπει να ξέρει αυτό που πρέπει να κοιτάξει. Μόλις το μάθει πρέπει να κάνει προσπάθειες, να κρατήσει την προσοχή του, να κοιτάζει σταθερά, εντατικά. Με το να κρατάει την προσοχή του, με το να μην ξεχνά να κοιτάζει, μια μέρα ίσως μπορέσει να δει. Αν δει μια φορά, ίσως δει μια δεύτερη φορά, και αν αυτό επαναληφθεί δεν θα μπορεί πια να μην βλέπει. Εκεί βρίσκεται η κατάσταση που αναζητούμε, ο σκοπός της παρατήρησής μας και από εκεί θα γεννηθεί η αληθινή επιθυμία, η ακατανίκητη επιθυμία του γίγνεσθαι... Από ψυχροί γινόμαστε θερμοί, δονούμενοι... μας αγγίζει η πραγματικότητά μας..._

Jeanne de Salzmann : Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Το πούμα και το ελαφάκι

Ένας πολύ πιστός άνθρωπος ένιωθε πως ήταν πολύ κοντά στο να λάβει τη φώτιση για το πώς να συνεχίσει τον δρόμο του. Κάθε νύχτα, πριν πέσει να κοιμηθεί, παρακαλούσε τον Θεό να του στείλει ένα σημάδι για το πώς θα έπρεπε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του. Πέρασε έτσι δυο-τρεις εβδομάδες σε μια κατάσταση σχεδόν μυστικιστική, περιμένοντας να λάβει ένα θεϊκό σημάδι.

Ώσπου μια μέρα, περνώντας μέσα από το δάσος, βλέπει ένα ελαφάκι ξαπλωμένο στο έδαφος, πληγωμένο, με το ένα πόδι μισοσπασμένο. Μένει να το κοιτάζει και ξαφνικά... εμφανίζεται ένα πούμα. Στη θέα του αισθάνεται να παγώνει. Το πούμα, εκμεταλλευόμενο την κατάσταση, είναι έτοιμο να κατασπαράξει το ελαφάκι. 

Άφωνος και παράλυτος από φόβο, μένει να κοιτάζει τη σκηνή, τρέμοντας στην ιδέα ότι το πούμα δεν θα ικανοποιηθεί μόνο με το ελαφάκι αλλά μετά θα επιτεθεί και στον ίδιο. Ξαφνικά, βλέπει το πούμα να πλησιάζει το ελαφάκι. Και τότε, συμβαίνει κάτι ανέλπιστο: αντί να το κατασπαράξει, το πούμα αρχίζει να του γλείφει τις πληγές.

Μετά φεύγει και γυρίζει με μερικά βρεγμένα κλαδιά που τα σπρώχνει με το πόδι του κοντά στο ελαφάκι για να μπορέσει εκείνο, όπως είναι ξαπλωμένο, να πιει λίγο νερό. Κατόπιν πάει και φέρνει λίγη υγρή χλόη και τη σπρώχνει κι αυτήν κοντά στο ελαφάκι για να φάει. Απίστευτο.

Την άλλη μέρα, ο άντρας επιστρέφει σ' εκείνο το μέρος και βλέπει το ελαφάκι να είναι ακόμη ξαπλωμένο εκεί, και το πούμα να έρχεται ξανά για να το ταΐσει, να του γλείψει τις πληγές και να του δώσει να πιει. Τότε, σκέφτεται ο άντρας: «Αυτό είναι το σημάδι που έψαχνα ,είναι προφανές. Ο Θεός σου προμηθεύει αυτό που έχεις ανάγκη. Το μόνο που δεν πρέπει να κάνεις εσύ είναι να αγχώνεσαι και να τρέχεις απελπισμένος πίσω από τα πράγματα».

Παίρνει λοιπόν το μπογαλάκι του, κάθεται στην πόρτα του σπιτιού του και περιμένει να του φέρει κάποιος να φάει και να πιει. Περνάνε δύο ώρες, περνάνε τρεις, έξι ώρες, μια μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες... κανένας όμως δεν του δίνει τίποτε. Όσοι περνάνε από μπροστά του τον κοιτάνε, κι αυτός παίρνει ύφος κακομοίρη, μιμούμενος το τραυματισμένο ελαφάκι. Παρ' όλ' αυτά, όμως, δεν του δίνουν τίποτα. Ώσπου μια μέρα περνάει κάποιος πολύ σοφός που ζούσε στο χωριό, κι ο καημένος ο άνθρωπος, που τώρα πια αισθάνεται μεγάλη αγωνία, του λέει:

«Ο Θεός με ξεγέλασε. Μου έστειλε ένα λάθος σημάδι για να με κάνει να πιστέψω ότι τα πράγματα ήταν με τον άλφα τρόπο ενώ ήταν με τον βήτα. Γιατί μου το 'κανε αυτό; Εγώ είμαι ένας άνθρωπος πιστός...»

Και του διηγείται τι είδε στο δάσος...

Ο σοφός τον ακούει και ύστερα του λέει:

«Θέλω να ξέρεις κάτι. Είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος πολύ πιστός. Ο Θεός δεν στέλνει σημάδια χωρίς λόγο, ο Θεός σου έστειλε αυτό το σημάδι για να μάθεις».

Τον ρωτάει τότε ο άντρας:

«Γιατί με εγκατέλειψε;»

Και ο σοφός τον απαντάει:

«Τι κάνεις εδώ εσύ, που είσαι ένα πούμα έξυπνο και δυνατό, ικανό να παλεύεις; Κάθεσαι και παριστάνεις το ελαφάκι; Η θέση σου είναι να ψάξεις να βρεις ένα ελαφάκι να βοηθήσεις. Να βρεις κάποιον που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του, με τα δικά του μέσα...»

Χόρχε Μπουκάι-Ο δρόμος της συνάντησης

Ο άνθρωπος που φοβόταν μήπως χαθεί μέσα στους άλλους...

 Ήταν κάποιος μια φορά, που υπέφερε από έναν παράλογο φόβο: φοβόταν μήπως χαθεί μέσα στους άλλους.

Όλα άρχι­σαν μια νύχτα σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων, όταν ήταν πολύ νέος.

Κάποιος έβγαλε μια φωτογραφία όπου φαίνονταν στη σειρά όλοι οι προσκεκλημένοι. Όμως, όταν ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είδε τη φωτογραφία, δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον εαυτό τον.

Είχε ντυθεί πειρατής, μ’ έναν επίδεσμο στο μάτι και μαντίλι στο κεφάλι, όμως, κι άλλοι πολλοί είχαν μεταμ­φιεστεί με τον ίδιο τρόπο.

Είχε βάλει στα μάγουλά του έντονο κοκκινάδι και λίγο φούμο για μουστάκι, αλλά μασκαράδες με μουστάκια και στρουμπουλά μάγουλα βαμμένα με κοκκινάδι υπήρχαν αρκετοί.

Είχε διασκεδάσει πολύ σ’ εκείνον τον χορό, όμως, όλοι στη φωτογραφία φαίνονταν να διασκεδάζουν πολύ. Τότε θυμήθηκε ότι τη στιγμή της φωτογραφίας ήταν αγκαλιά με μια ξανθιά, οπότε προσπάθησε να εντοπίσει τον εαυτό του μ’ αυτό το στοιχείο. Ανώφελο: πάνω από τις μισές γυναίκες ήταν ξανθιές και αρκετές απ’ αυτές χαμογελούσαν στη φωτογραφία, αγκαζέ με πειρατές.

Η εμπειρία τον επηρέασε βαθιά. Εξαιτίας αυτού του γε­γονότος, επί χρόνια δεν συμμετείχε σε καμία συνάντηση από φόβο μήπως ξαναχαθεί.

Ωστόσο, κάποια μέρα σκέφτηκε μια λύση: όπου κι αν πή­γαινε, από κει και πέρα, θα φορούσε πάντα καφέ ρούχα. Καφέ πουκάμισο, καφέ παντελόνι, καφέ σακάκι, κάλτσες και παπού­τσια.

«Οπότε, αν τραβήξει κάποιος φωτογραφία, θα ξέρω πά­ντα ότι αυτός με τα καφέ είμαι εγώ» είπε μέσα του.

Με τον καιρό, ο ήρωάς μας βρήκε εκατοντάδες ευκαιρίες για να επιβεβαιώσει το έξυπνο κόλπο του: όταν τύχαινε να βρε­θεί μπροστά στους καθρέφτες των μεγάλων καταστημάτων κι έβλεπε τον εαυτό του ανάμεσα σε άλλους που περνούσαν από κοντά του, επαναλάμβανε με σιγουριά: «Εγώ, είμαι αυτός με τα καφέ».

Τον επόμενο χειμώνα, κάποιοι φίλοι τού έκαναν δώρο το εισιτήριο για να απολαύσει μια βραδιά σε ένα σπα. Το δέχτηκε ευχαρίστως. Δεν είχε πάει ποτέ σε ένα τέτοιο μέρος, και είχε ακούσει από το στόμα των φίλων του για τα οφέλη του σκωτσέζικου ντους, του φινλανδικού μπάνιου και της αρωματικής σάουνας.
Όταν πήγε εκεί, του έδωσαν δύο μεγάλες πετσέτες και τον οδήγησαν σ’ ένα δωματιάκι για να γδυθεί. Έβγαλε το σακάκι του, το παντελόνι, το πουλόβερ, το πουκάμισο, τα παπούτσια, τις κάλτσες... κι ενώ ετοιμαζόταν να βγάλει το εσώρουχο, πέ­φτει το βλέμμα του στον καθρέφτη και παγώνει.

«Αν βγάλω και το τελευταίο μου ρούχο, θα μείνω γυμνός σαν όλους τους άλλους», σκέφτεται. «Κι αν χαθώ; Πώς θα μπορέσω να με ανα­γνωρίσω αν δεν βασιστώ στο μόνο στοιχείο που μέχρι τώρα μου έχει φανεί τόσο χρήσιμο;»

Για πάνω από ένα τέταρτο της ώρας κάθεται στα αποδυ­τήρια με το εσώρουχο φορεμένο, αναποφάσιστος, μη ξέροντας αν πρέπει να μείνει ή να φύγει...

Τότε σκέφτεται ότι, αν δεν μπορεί να μείνει ντυμένος, θα μπορούσε ίσως να κρατήσει κάποιο αναγνωριστικό σημάδι. Με μεγάλη προσοχή, τραβάει μια κλωστή από το πουλόβερ του και τη δένει στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού.

«Αυτό θα πρέπει να το θυμάμαι σε περίπτωση που χαθώ: αυτός που έχει μια καφέ κλωστή στο δάχτυ­λο, είμαι εγώ» μονολογεί.

Ήρεμος τώρα, με το σημάδι του, αφοσιώνεται στην από­λαυση του ατμού και του μπάνιου, και καθώς πάει κι έρχεται κολυμπώντας και κάνοντας βουτιές, δεν προσέχει πως η κλω­στή έχει φύγει από το δάχτυλό του και επιπλέει στο νερό της πισίνας.

Κάποιος άλλος που κολυμπάει εκεί κοντά, βλέπει την κλωστή και λέει στον φίλο του: «Τι σύμπτωση! Αυτό είναι το χρώμα που πάντα ήθελα να περιγράφω στη γυναίκα μου για να μου πλέξει ένα κασκόλ. Θα πάρω την κλωστή και θα ψάξω να βρω μαλλί σ’ αυτό το χρώμα».

Πιάνει την κλωστή που επιπλέει στο νερό, κι επειδή δεν έχει πού να τη φυλάξει, του έρχεται η ιδέα να τη δέσει στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού.
Στο μεταξύ, ο πρωταγωνιστής της ιστορία μας έχει δοκι­μάσει όλα όσα προσφέρει το σπα, και πηγαίνει στα αποδυτήρια να ντυθεί. Μπαίνει με αυτοπεποίθηση, σκουπίζεται, και μόλις τελειώνει βλέπει στον καθρέφτη με τρόμο ότι είναι τελείως γυ­μνός και δεν έχει την κλωστή στο πόδι.

«Χάθηκα» λέει μέσα του τρέμοντας, και τρέχει έξω να ψάξει παντού για την καφέ κλωστή με την οποία θα αναγνώριζε τον εαυτό του. Μετά από λίγα λεπτά προσεκτικής αναζήτησης στον χώρο, βλέπει το πόδι τού άλλου που είχε στο δάχτυλο την καφέ κλωστή.

Δειλά δειλά τον πλησιάζει και του λέει:

«Με συγχωρείτε, κύριε. Εγώ ξέρω ποιος είστε εσείς. Μήπως κι εσείς θα μπορούσατε να μου πείτε ποιος είμαι εγώ;»

Ακόμη κι αν δεν φτάσουμε στο ακραίο σημείο να εξαρτόμαστε από τους άλλους για να μας πουν ποιοι είμαστε, θα βρεθούμε πολύ κοντά, αν αρνηθούμε τα μάτια μας κι αρχίσουμε να βλέπουμε μόνο με τα μάτια των άλλων.

Χόρχε Μπουκάι - Ο δρόμος της αυτοεξάρτησης

Η ψυχολογία της κριτικής

Κάθε φορά που ακούτε μια κριτική, μαθαίνετε περισσότερα για το χαρακτήρα του κρίνοντος παρά για το ποιόν του κρινόμενου.
Οι αρνητικές κρίσεις συσχετίζονται σχεδόν νομοτελειακά με τη νευρωσική προσωπικότητα αυτού που τις εκφέρει.Ναρκισσισμός, κατάθλιψη, μη ρεαλιστική αντίληψη, έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή, πλημμελής συναισθηματική νοημοσύνη, κυκλοθυμία, τραυματικές εμπειρίες, αντικοινωνικότητα, αίσθημα μειονεξίας και χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι μερικά από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά όσων καθ´ έξιν προβάλλουν το δικό τους αξιολογικό σύστημα στις πράξεις και τα λόγια των υπολοίπων.

Πρόκειται για ένα νοσηρό τρόπο προσαρμογής και πρόκλησης ενδιαφέροντος, ειδικά εάν ο κριτής δεν έχει επιβεβαιώσει με τις γνώσεις του ή τον παραδειγματικό βίο ότι δικαιούται να εκφέρει άποψη ή ότι τα κίνητρά του δεν είναι η αυτοπροβολή μέσω της υποβάθμισης του συνανθρώπου.
Οι κρίνοντες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά :

1.Είναι αυτόκλητοι ή λάθρα απέκτησαν το δικαίωμα της παρέμβασης
2.Προβαίνουν σε αυθαίρετες γενικεύσεις
3.Κρίνουν την πηγή του μηνύματος κι όχι τα επιχειρήματά του
4.Έχουν ιδιότυπη λογική, που βασίζεται σε αναπόδεικτες προσωπικές εμπειρίες
5.Αναζητούν σημασίες εκεί που δεν υπάρχουν και αγνοούν την ουσία
6.Χρησιμοποιούν συναισθηματικές εκφράσεις, ακραίες λέξεις και προτασιακές παρεκτροπές
7.Δεν αντιπροτείνουν
8.Θεωρούν εαυτούς ειδήμονες επί παντός του επιστητού
9. Ασκούν κριτική για χάρη της κριτικής και όχι για την ανάπτυξη γόνιμου διαλόγου
10. Ενστερνίζονται ακραίες απόψεις
11. Προσδοκούν στην πρόκληση εντυπώσεων
12. Αποκρύπτουν στοιχεία και ομνύουν σε μισές αλήθειες
13. Είναι δογματικοί και άτεγκτοι

Αντίθετα, όσοι διανθίζουν το λόγο τους με θετικούς χαρακτηρισμούς και πρωτίστως αναγνωρίζουν την ιδιαιτερότητα και τα καλά γνωρίσματα του άλλου, χωρίς να κολακεύουν, συνήθως χαίρουν συναισθηματικής ασφάλειας και πληρότητας, αψεγάδιαστης αυτοεικόνας, που τους αναδεικνύει σε ηγετικά πρόσωπα.
Η κριτική, θετική ή αρνητική, πρέπει να ασκείται και να γίνεται αποδεκτή με προσοχή, γιατί πάντοτε εμπεριέχει το μεταμήνυμα της διάθεσης κάποιου να επηρεάσει..Δεν είναι λίγοι εκείνοι, που ενδίδοντας στην παγίδα μερικών φιλοφρονήσεων , παραχωρούν το δικαίωμα της αντίδρασης στην κακοπροαίρετη κριτική..
Η ανασφάλεια του κρινομένου

Κανόνας 1. Ο εαυτός νιώθει ψυχολογική ασφάλεια μόνο όταν έχει διασφαλιστεί η βιολογική. Γεγονός, που παραπέμπει στην εποχή, που και τα δυο ήταν απόλυτα καθορισμένα από τη στάση των γονέων απέναντι στο εύθραυστο παιδί. Όταν οι γονείς ασκούν αναιτιολόγητη κριτική, ψυχολογική βία ή είναι υπερβολικά επικριτικοί προς τις ενέργειες του παιδιού, ο λανθάνων τρόμος της απόρριψης, της μοναξιάς, της στέρησης της αγάπης, της μη επιβίωσης κατά συνέπεια, φωλιάζει στην αμάθητη καρδιά και ανακαλείται με μεγάλη ευκολία αργότερα

Κανόνας 2. Αν κάθε φορά που σας ασκούν κριτική, καταβάλλετε προσπάθεια να δικαιολογηθείτε, ο εαυτός τελείως υποσυνείδητα ενθυμείται την παιδική εξάρτηση, την υποχώρηση στις απαιτήσεις των ενηλίκων και περιπίπτει σε κατάσταση απειλής και κατ´ επέκταση άμυνας, αποφυγής και επίθεσης, ανάλογα με τις μνήμες ανάλογων συμπεριφορών, που κάποτε είχαν πετύχει.

Κανόνας 3. Οι άνθρωποι όταν νιώσουν πως απειλούνται βιολογικά προετοιμάζονται για μάχη μέχρις εσχάτων, χωρίς όρια, αν δε λειτουργήσουν τα κοινωνικά αντανακλαστικά και το υπερεγώ. Για παράδειγμα, αναλογιστείτε ένα καυγά με κάποιον οδηγό: Τα λόγια που εκστομίζονται είναι δυσανάλογα της περίστασης..Ο εαυτός, όμως, όπως τονίσαμε συγχέει πάντα την ψυχολογική με τη σωματική απειλή και αντίστροφα..

Κανόνας 4. Η ψυχολογική πίεση, που επέρχεται με την κριτική, ισοδυναμεί με έλεγχο κατά της ανεξαρτησίας και παραπέμπει σε αντίδραση υπεράσπισης του πολύτιμου αυτού αγαθού, που συμβολίζει την ενηλικίωση, ακόμα κι αν αντιληφθούμε πως ο κρίνων έχει δίκιο.

Κανόνας 5. Όταν γίνετε αντικείμενο κριτικής μη δικαιολογηθείτε. Εξάλλου, αυτό προσδοκούν οι κριτές σας. Σκεφθείτε τον εαυτό σας σα να έχει τις ιδιότητες, που του καταμαρτυρεί ο κρίνων και εκπλήξτε τον με την περιγραφή αυτού του απαίσιου χαρακτήρα.

Τι περιμένεις; Πίστεψε σ’ εσένα!

Αυτό που ξεχωρίζει εκείνους που κατάφεραν όσα ονειρεύτηκαν από τους υπόλοιπους είναι ότι οι πρώτοι πίστεψαν στον εαυτό τους. Αν κι εσύ λαχταράς να επιτύχεις σε ό,τι αγαπάς, ο κύριος παράγοντας που πρέπει να δουλέψεις είναι το να πιστεύεις σ’ εσένα. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να στρώσεις τον δρόμο προς την επιτυχία!

Αναρωτιέσαι γιατί είναι τόσο απαραίτητο να έχεις πίστη στον εαυτό σου; Μήπως δυσπιστείς ή θεωρείς πώς αυτό το είδος σκέψης δεν πρόκειται να σε βοηθήσει να καταφέρεις τίποτα; Κι όμως, το μόνο που στέκεται ανάμεσα σ’ εσένα και στο κυνήγι της ευτυχίας σου είναι αυτός ακριβώς ο ανασταλτικός τρόπος σκέψης.

Ένα κοινό λάθος που έκαναν -και κάνουν, δυστυχώς- οι περισσότεροι γονείς και δάσκαλοι είναι ότι γέμισαν το μυαλό μας με αρνητικότητα, χωρίς καν να το καταλάβουν.

Έτσι γεννήθηκε και δυνάμωσε μέσα μας το αίσθημα ότι δεν μπορούμε να ολοκληρώσουμε τίποτα με επιτυχία. Μεγαλώνοντας, ό,τι και να σκεφτόμασταν ή να ονειρευόμασταν, χτυπούσε πάνω στο εμπόδιο «δεν μπορώ να το κάνω…» που είχε γίνει πια μια αυτόματη αντίδραση μέσα μας.

Αυτή η αρνητικότητα είναι ο πρωταρχικός λόγος που πολλοί από μας δεν κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να επιτύχουμε τους στόχους μας, αν και όλοι έχουμε όνειρα για τη ζωή. Όλοι θέλουμε να πετύχουμε σ’ αυτό που αγαπάμε και να δημιουργήσουμε κάτι σπουδαίο.

Η αρνητικότητα μας κάνει ανίκανους να πιστέψουμε στον εαυτό μας και να ξεκινήσουμε τη διαδρομή μας προς τις επιτυχίες και τα επιτεύγματα που μας περιμένουν. Όλα μοιάζουν απαγορευτικά.

Έτσι, πολλοί άνθρωποι απογοητεύονται, αφού θεωρούν ότι δεν είναι αρκετά καλοί για να φτάσουν τους στόχους τους. Στη συνέχεια, αρχίζουν να παίζουν το παιχνίδι των ενοχών και των κατηγοριών ή ψάχνουν δικαιολογίες για να κρυφτούν από πίσω τους.

Αυτό το αίσθημα αποτυχίας δηλητηριάζει όποια προσπάθεια καταβάλλουμε και κάνει τα όνειρα να μοιάζουν και να παραμένουν μακρινά, φαντασιώσεις που ποτέ δεν θα γίνουν πραγματικότητα, σκέψεις που ίσως δεν είχαμε καν το δικαίωμα να κάνουμε…

Για να επιτύχεις τους στόχους και τις φιλοδοξίες σου είναι απαραίτητο να αποβάλεις την αρνητικότητα που σε στοιχειώνει. Ξεκίνα σήμερα! Γέμισε το μυαλό σου με θετικές σκέψεις!

Για να το καταφέρεις, όμως, αυτό, είναι απαραίτητο να αρχίσεις να πιστεύεις στον εαυτό σου. Δες τον ως νικητή. Όλοι είμαστε απόλυτα ικανοί να φτάσουμε μεγάλα ύψη.

Αν αρχίσεις να πιστεύεις σ’ εσένα, αληθινά κι ολοκληρωτικά, και να δουλεύεις προς την κατεύθυνση των στόχων σου, τότε θα είσαι ακόμα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε την ασφάλεια του μέσου όρου και γνώρισε πραγματικά τον εαυτό του.

Θέλεις να ζήσεις τη ζωή κάποιου άλλου ή αυτή των ονείρων σου; Η απάντηση βρίσκεται μέσα σου.

Δεν χρειάζεται να είσαι σύζυγος ή σύντροφος κάποιου για να είσαι καλά

Τα περισσότερα μέσα, μας βομβαρδίζουν για την ευτυχισμένη σχέση, τον ευτυχισμένο γάμο, πώς να τον σώσεις και πώς να τον γλιτώσεις.

Και ως εδώ καλά και συμφωνώ. Κι εμείς δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα αυτής της θεματολογίας διότι δεν θέλουμε να χωρίζουν οι άνθρωποι αν δεν υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος. Από την άλλη ωστόσο, ελάχιστες είναι οι αναφορές στο πώς να είσαι ή να γίνεις ευτυχισμένος εκτός σχέσης.

Όχι, δεν υπάρχουν μαγικά κουμπιά και η νοοτροπία πάνω στην οποία μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, ότι δηλαδή είσαι καλά μόνο όταν είσαι σε σχέση, δεν αλλάζει σε μια νύχτα. Αλλά η αλήθεια είναι πως όχι, δεν χρειάζεται να είσαι με κάποιον για να είσαι καλά. Γιατί αν συμβαίνει αυτό, αργά ή γρήγορα δεν θα είσαι καλά ούτε με αυτόν τον κάποιον.

Κάποτε είχα μια φίλη. Όχι τόσο καλή όπως αποδείχτηκε στη πορεία, αλλά φίλη. Πάντοτε τη θαύμαζα για την έμφυτη ανεξαρτησία της, για το ότι μπορούσε να ζεί και χωρίς σύντροφο με τόση ευκολία όπως εγώ κι εσύ πάμε και παίρνουμε γάλα στο σούπερ μάρκετ. Το θεωρούσα χάρισμα. Πήγαινε μόνη της για καφέ ή φαγητό.

Έβγαινε μόνη της χωρίς να έχει κανονίσει τίποτα με κανέναν και κανόνιζε στη πορεία αν προέκυπτε. Έφευγε μόνη της διακοπές και μάλιστα χωρίς αυτόν που γνώρισε πρίν ένα μήνα και ήταν τρελλά ερωτευμένη. Με ένα μαγικό τρόπο, είχε μάθει να διαχωρίζει κάθε σύντροφο από τη ζωή της και το ανάποδο και να κρατάει αποστάσεις όχι μόνο για να μην πληγωθεί αλλά γιατί περνούσε και μόνη της, πραγματικά καλά. Αλλά…

…για να φτάσει σε αυτό το σημείο, κάποιος κάποτε τη τσάκισε ψυχολογικά, αναγκάζοντάς τη από τη μια μέρα στην άλλη να ζεί χωρίς να ζεί. Σαν να είχε υψοφοβία και την πέταξε σε χαράδρα χωρίς δίχτυ, χωρίς αλεξίπτωτο. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν και πήγε το κέρατο σύννεφο. Πολύ σύντομα η φίλη μου άρχισε να μαθαίνει τις απιστίες του και εκείνος στην αρχή να τις αρνείται αλλά μετά μαζεύτηκαν τόσες, που αναγκάστηκε να τις παραδεχτεί.

Την απατούσε, εκείνη το ανακάλυπτε, εκείνος έκλαιγε κάτω από το σπίτι τους, εκείνη τον δεχόταν πιστεύοντας και ελπίζοντας να αλλάξει, περνούσε λίγος καιρός με λουλούδια ταξίδια και αγάπες και μετά ξανά τα ίδια. Πέρασε έτσι ένας χρόνος ώσπου η κοπέλα έμεινε έγκυος και το βράδυ που είχε ετοιμαστεί να του το πεί, ανακάλυψε πως την απατούσε με τη ξαδέρφη της. Και το κορίτσι μας απέβαλλε. Και το μωρό της και εκείνον.

Μάζεψε τα πράγματά της, έφυγε στο εξωτερικό και δεν τον ξαναείδε ποτέ. Έδωσε σε μια δικηγόρο ό,τι χαρτιά χρειαζόταν και αρνήθηκε να τον ξαναδεί και να τον ξανακούσει. Γύρισε μετά από 5 χρόνια στην Ελλάδα έχοντας δουλέψει πολύ με τον εαυτό της. Έχοντας περάσει μια πολύ επώδυνη αποτοξίνωση γιατί έπρεπε να αποβάλλει από τον οργανισμό της, την αγάπη της για εκείνον.

Δεν τα κατάφερε τελείως και μαθαίνω πως τον αγαπάει ακόμα αλλά όχι με τρόπο που να επηρεάζει τη ζωή της. Μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναπαντρευτεί. Όμως είναι καλά. Δεν χρειάζεται να έχει σύντροφο για να νιώθει γεμάτη, δεν χρειάζεται να είναι παντρεμένη για να νιώθει ασφαλής. Γιατί κάποτε έμεινε τόσο γυμνή μέσα στον ίδιο της το γάμο, που δεν έχει πια τίποτα να φοβάται.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να πληγωθείς για να αναγκαστείς να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Δεν χρειάζεται να πέσεις χαμηλά για να μάθεις να τον βάζεις ψηλά. Εξάλλου όπως λέει και ο σοφός λαός, μόνος γεννιέσαι και μόνος πεθαίνεις. Αν δεν νιώθεις πλήρης χωρίς σύντροφο, δεν θα νιώσεις ποτέ πλήρης ούτε με σύντροφο κι αν θες να κάνεις μια πραγματικά καλή σχέση με κάποιον που αξίζει, η μόνη σου ελπίδα είναι να είσαι καλά και μόνη σου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εγγύηση επιτυχίας από αυτή!

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ….

Οφείλεις
να κάμεις μια πιο σωστή διατροφή και να μην καταναλώνεις πολλά junk φαγητά καιειδικά αυτά από τα ταχυφαγεία.

Να πίνεις
αρκετό φυσικό νερό και ειδικά από πηγές. Αν τα ούρα σου έχουν χρώμα ανοιχτό κίτρινο…έως και διαφανές τότε είσαΙ σε καλή κατάσταση. Αν δεΙς ότι είναι πιο σκούρα τότε να πίνεις περισσότερο νερό.

Αφού
κάμεις γενικές εξετάσεις να διαπιστώσεις …αν έχεις έλλειψη βιταμινών Β…κι αυτό ώστενα μπορούν τα μιτοχόνδρια που βρίσκονται στον οργανισμό σου να μετατρέπουν τη γλυκόζη σε ενέργεια.

Περπατήστε
και ειδικά πηγαίνετε σε δάση με δένδρα….διότι με το περπάτημα απελευθερώνεται το
οξείδιο του αζώτου από τα εσωτερικά μας τοιχώματα των αρτηριών μας και αυτό
επιτρέπει το αίμα μας να κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσα στα αγγεία μας. Μας βοηθά στην
ουσία να πάρουμε περισσότερες θρεπτικές ουσίες στα κύτταρά μας μέσω της διατροφής. Αν όμως μένουμε άπραγοι-αραχτοί….τότε το σώμα μας θα μειώσει την παροχή ενέργειας, επειδή ακριβώς δεν την καταναλώνουμε και θα την αποθηκεύσουμεσε μορφή λίπους για μελλοντική χρήση.

Προσέχουμε
ώστε το ορμονικό μας σύστημα να βρίσκεται σε μια ισορροπία. Υπάρχουν πολλές
ορμόνες που παίζουν ακριβώς το ρόλο στο πόση ενέργεια νιώθουμε ότι έχουμε. Όταν
χρειαζόμαστε ενέργεια, ενεργοποιούνται ορισμένες ορμόνες για να αυξήσουν την ενέργεια μας σ’ εκείνη την περιοχή και να μειώσουν τη χρήση της αλλού. Η ρύθμιση αυτή ξεκινάει στον υποθάλαμο και την Υπόφυση του εγκεφάλου μας. Οι δύο συνήθως κύριες πηγές του προβλήματος είναι η κακή λειτουργία του θυρεοειδούς και των επινεφριδίων. Όσο για τις ορμόνες των επινεφριδίων, μπορούμε να κάνουμε αυτό το τεστ: «Όταν είμαστε πεινασμένοι, γινόμαστε εύκολα οξύθυμοι….αν δεν φάμε κάτι άμεσα;»
Αν ναι, τότε αυτό είναι ένα σημάδι….ότι τα επινεφρίδια μας μπορεί να μην λειτουργούν σωστά.

Η ενέργεια…..βρίσκεται μέσα μας και γύρω μας.

ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΘΕΙΤΕ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Το αξίζετε.

Ωχ, εδώ τι απαντάμε; (IX)

Σκοτώστε τα νήπια... των άλλων!

«Μακάριος όστις πιάση και ρίψη τα νήπιά σου επί την πέτραν»! Ψαλμ. 136.9, 137.9

Ωχ, δεν αγαπάει ο θεούλης τους ανθρώπους; Δεν αγαπάει τα νήπια, τα οποία έτσι κι αλλιώς δεν έχουν ευθύνη για κάποια «εγκλήματα» των ενηλίκων; Άμα πιάσουμε λοιπόν ένα ή μερικά νήπια και τα σκοτώσουμε πάνω στην πέτρα, πάμε κατευθείαν στον Παράδεισο των χριστιανών ή μόνο των Ιουδαίων; Μήπως είναι καλός αυτός που θα σκοτώσει μόνο τα νήπια του εχθρού; Άρα το «ου φονεύσεις» πάει περίπατο, αφού αφορά μόνο τους φίλους, συγγενείς και ομοεθνείς;

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο στίχος αυτός έχει αριθμό 136.9 στην ελληνορθόδοξη εκδοχή της Π.Δ., ενώ στους Καθολικούς είναι 137.9 (αιρετικοί, όπως πάντα!)

Οι χριστιανοί απολογητές ισχυρίζονται λοιπόν ότι είναι δικαιολογημένη η οργή των Ιουδαίων, γιατί καταπιέζονταν από τους Βαβυλώνιους και γι' αυτών τα νήπια γίνεται προτροπή να συντριβούν σε κάποιον βράχο. Απ' την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι οι μορφωμένοι Ιουδαίοι πέρναγαν μια χαρά στη Βαβυλώνα, μερικοί εξ αυτών μάλιστα είχαν καταλάβει υψηλά αξιώματα, όπως ο ίδιος ο «προφήτης» Δανιήλ.

Αλλά, πέρα απ' αυτά, η αγάπη του θεού που «γίνεται κόσμος-κόσμημα, κάλλος και σοφία κλήσης μανικού εραστή προς το ερώμενο λογικό πλάσμα του, τον άνθρωπο», όπως γράφει μέσα σε καπνούς λιβανιού ο Χρήστος Γιανναράς, εξαρτάται από πολιτικές και στρατιωτικές συγκυρίες; Μήπως ο θεούλης που πιστεύουν οι ελληνορθόδοξοι, τα λέει όλα αυτά που γράφει ο κ. Χρήστος μόνο για τους Ιουδαίους, άρα τσάμπα τον πιστεύουν και τον δοξολογούν οι ελληνορθόδοξοι;

Οπότε, τι δουλειά έχουν οι Έλληνες χριστιανοί να ταυτίζονται με αυτές τις ιστορίες μίσους των Ιουδαίων, αυτός δε ο ψαλμός να διαβάζεται στις ορθόδοξες εκκλησίες κάθε Παρασκευή στον όρθρο;

ΥΓ: Η εβραϊκή επιγραφή αναφέρει το όνομα του Γιαχβέ - όλα εγώ θα σας τα μάθω τελικά!

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΠΟΧΗ».
… Μέσα σ’ αυτή τη μυστικιστική νύχτα, που σκεπάζει το πρόβλημα του Αναξίμανδρου για το γίγνεσθαι, εισχώρησε ο Ηράκλειτος από την Έφεσο και το φώτισε με μια θεϊκή έκλαμψη. «Ατενίζω το γίγνεσθαι», φωνάζει αυτός, «και κανένας δεν έχει παρατηρήσει με την ίδια προσοχή αυτήν την αιώνια κυματωγή και ρυθμό των πραγμάτων.
Και τι είδα; Σύμφωνες μ’ ένα νόμο καταστάσεις, αλάθητες βεβαιότητες, πάντα όμοιους δρόμους του δικαίου, τις Ερινύες να δικάζουν όλες τις παραβάσεις των νόμων, ολόκληρο τον κόσμο ως το θέαμα μιας άρχουσας δικαιοσύνης και φυσικών δαιμονικών δυνάμεων που είναι πανταχού παρούσες, υποταγμένες στην υπηρεσία της.
Δεν είδα την τιμωρία αυτού που έχει γίνει αλλά την δικαιοσύνη του γίγνεσθαι. Πότε εκδηλώθηκαν το έγκλημα και η έκπτωση με απαραβίαστες μορφές και με ευσεβώς τιμώμενους νόμους; Εκεί που άρχει η αδικία, εκεί υπάρχει αυθαιρεσία, αταξία, απουσία κανόνων, αντίφαση. Το μέρος όμως που βασιλεύουν μόνον ο νόμος και η κόρη του Δία, η Δίκη πώς θα ήταν δυνατόν να είναι η σφαίρα την ενοχής, του εξιλασμού, της καταδίκης, και κατά κάποιο τρόπο ο τόπος της εκτέλεσης όλων των καταδικασμένων;»
Απ’ αυτήν την διαίσθηση ο Ηράκλειτος άντλησε δύο συνδεόμενες αρνήσεις, οι οποίες φωτίζονται πλήρως μόνο από τη σύγκριση με τις θέσεις του προκατόχου του. πρώτα αρνήθηκε τη δυϊκότητα δύο κόσμων τελείως διαφορετικών, την οποία αναγκάσθηκε να παραδεχτεί ο Αναξίμανδρος. Δεν έκανε πια τη διάκριση ανάμεσα σ’ έναν φυσικό και σ’ έναν μεταφυσικό κόσμο, σ’ ένα πεδίο προσδιορισμένων ιδιοτήτων και σ’ ένα πεδίο μη δυνάμενης να οριστεί απροσδιοριστίας.
Μετά, ύστερα απ’ αυτό το πρώτο βήμα, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και να μην προβεί σε μια ακόμη τολμηρότερη άρνηση: αρνήθηκε το είναι γενικά. Γιατί αυτός είναι ο ένας κόσμος τον οποίο διατήρησε – αυτός ο κόσμος που προστατεύεται από αιώνιους άγραφους νόμους, που ορμάει μπρος και τραβιέται πάλι πίσω κάτω από το σιδερένιο χτύπημα του ρυθμού – δεν δείχνει κατά κανένα τρόπο μια μονιμότητα, μια αφθαρσία, ένα φράγμα στο ρεύμα του.
Ο Ηράκλειτος φωνάζει πιο δυνατά από τον Αναξίμανδρο: «δεν βλέπω τίποτα άλλο από το γίγνεσθαι. Μην πλανάσθε! Αν νομίζεται ότι βλέπετε κάποια στεριά στη θάλασσα του γίγνεσθαι και του φθαρτού, αυτό οφείλεται στην κοντόθωρη ματιά σας κι όχι στην ουσία των πραγμάτων. Χρησιμοποιείτε τα ονόματα των πραγμάτων σαν να είχαν αυτά σταθερή διάρκεια: αλλά ακόμη και το ποτάμι, στο οποίο κατεβαίνετε για δεύτερη φορά, δεν είναι το ίδιο όπως την πρώτη φορά».

Η βασιλική περιουσία του Ηράκλειτου είναι η ύψιστη δύναμη της διαισθητικής παράστασης, ενώ φαίνεται ψυχρός, αναίσθητος, ακόμη και εχθρικός απέναντι σ’ εκείνον τον άλλο τρόπο παράστασης ο οποίος προχωρεί με έννοιες και λογικούς συνδυασμούς, συνεπώς και απέναντι στο Λόγο, και δείχνει να νιώθει ευχαρίστηση όταν μπορεί να του εναντιωθεί με κάποια αλήθεια που έχει αποκτήσει με τη διαίσθηση. Και αυτό κάνει σε θέσεις όπως «κάθε πράγμα, σε κάθε χρονική στιγμή, έχει μέσα του το αντίθετό του», με τέτοια αυθάδεια που ο Αριστοτέλης τον κατηγορεί για το μέγιστο έγκλημα μπροστά στο δικαστήριο του Λόγου, τον κατηγορεί ότι αμάρτησε ενάντια στην αρχή της αντίφασης.
Η διαισθητική παράσταση όμως περικλείει δυο διαφορετικά πράγματα: αρχικά τον παρόντα κόσμο, έναν κόσμο πολύχρωμο και μεταβαλλόμενο, ο οποίος πέφτει πάνω μας δια μέσου όλων των εμπειριών μας. κατόπιν τις συνθήκες μέσω των οποίων γίνεται κατ’ αρχήν δυνατή κάθε εμπειρία, αυτού του κόσμου, ο χώρος και ο χρόνος. Διότι αυτές οι συνθήκες μπορούν να γίνουν αντιληπτές ανεξάρτητα από κάθε εμπειρία, έστω κι αν δεν έχουν καθορισμένο περιεχόμενο, και από την διαίσθηση, ως καθαρά καθ’ εαυτά.
Όταν λοιπόν ο Ηράκλειτος βλέπει μ’ αυτόν τον τρόπο τον χρόνο, αποχωρισμένο απ’ όλες τις εμπειρίες, έχει στα χέρια του το πιο διδακτικό κλειδί για όλα όσα εμπίπτουν στο πεδίο της διαισθητικής παράστασης. Ο τρόπος με τον οποίο συνέλαβε τον χρόνο είναι όμοιος μ’ εκείνον του Σοπενάουερ παραδείγματος χάρη, στο βαθμό που ο δεύτερος λέει, επαναλαμβάνοντας τον Ηράκλειτο, για τον χρόνο, ότι καθεμιά από τις στιγμές του δεν υπάρχει καταστρέφοντας την προηγούμενη στιγμή, τον πατέρα της, για να καταστραφεί κι αυτή με τη σειρά της εξίσου γρήγορα, ότι το παρελθόν και το μέλλον είναι τόσο μηδαμινά όσο και οποιοδήποτε όνειρο, και ότι, τέλος, το παρόν δεν είναι παρά το δίχως διαστολή και σταθερότητα σύνορο μεταξύ των δύο.
Ο Σοπενάουερ όμως πιστεύει επίσης ότι με τον χρόνο είναι όπως και με τον χώρο, και ότι με τον χώρο είναι όπως με όλα όσα είναι συγχρόνως μέσα στον χρόνο και στον χώρο: όλα αυτά δεν έχουν παρά μια σχετική ενθαδική ύπαρξη, μια ύπαρξη διαμέσου ενός και για ένα άλλο πράγμα, ομοειδές προς αυτά, δηλαδή κάτι που επίσης δεν έχει σταθερότητα.
Αυτή είναι μια αλήθεια άμεση στον ύψιστο βαθμό και προσιτή σε όλους, γεγονός που ακριβώς κάνει πολύ δύσκολη την προσέγγισή της δια των εννοιών και του Λόγου. Όποιος κρατήσει στο μυαλό του αυτήν την αλήθεια, οφείλει επίσης να προχωρήσει παραπέρα στην ηρακλείτεια συνέπεια και να πει ότι ολόκληρη η ουσία της πραγματικότητας πάντα είναι ένα δραν και ότι γι’ αυτήν δεν υπάρχει άλλος τρόπος είναι…
Το ένα και αιώνιο γίγνεσθαι, η ολοκληρωτική έλλειψη σταθερότητας καθετί ενεργά πραγματικού, το οποίο συνεχώς μόνον δρα και γίνεται αλλά δεν είναι, όπως μας διδάσκει ο Ηράκλειτος, είναι μια παράσταση που προκαλεί φόβο και σύγχυση. Στην επίδραση που ασκεί είναι εντελώς ανάλογη με το αίσθημα εκείνου ο οποίος, σ’ έναν σεισμό, χάνει την εμπιστοσύνη του στο στερεό έδαφος. Χρειάζονταν εκπληκτική δύναμη για να μεταμορφωθεί αυτό το αποτέλεσμα στο αντίθετό του, στην υπέροχη και ευτυχισμένη έκπληξη.
Ο Ηράκλειτος το πέτυχε αυτό παρατηρώντας τη χαρακτηριστική πορεία αυτού του γίγνεσθαι και της φθοράς, την οποία συλλαμβάνει υπό τη μορφή της πολικότητας και ως τον χωρισμό μιας δύναμης σε δύο ποιοτικά διαφορετικές, αντιτιθέμενες και αγωνιζόμενες να επανενωθούν δραστηριότητες. Αδιάκοπα μια ιδιότητα χωρίζεται σε δύο αντίθετα, τα οποία τείνουν αδιάκοπα να επανενωθούν.
Ο λαός πιστεύει ότι αναγνωρίζει κάτι άκαμπτο, τελειωμένο, σταθερό. Στην πραγματικότητα όμως φως και σκοτάδι, γλυκό και πικρό είναι κάθε στιγμή συνδεδεμένα και ενωμένα μεταξύ τους όπως δυο παλαιστές από τους οποίους μια ο ένας μια ο άλλος έχει την υπεροχή.
Κατά τον Ηράκλειτο, το μέλι είναι πικρό και γλυκό συγχρόνως, και ο ίδιος ο κόσμος είναι ένας κρατήρας που πρέπει συνεχώς να ανακινείται. Από τον πόλεμο των αντιθέτων γεννιέται όλο το γίγνεσθαι. Οι προσδιορισμένες ιδιότητες που μας φαίνονται διαρκείς εκφράζουν μόνον την στιγμιαία επικράτηση ενός από τους δύο αγωνιζομένους, αλλά ο πόλεμος δεν τελειώνει εδώ, η πάλη συνεχίζεται αιώνια. Τα πάντα συμβαίνουν συναρτήσει αυτού του αγώνα, και ακριβώς αυτός ο αγώνας φανερώνει την αιώνια δικαιοσύνη.
Πρόκειται για μια θαυμαστή παράσταση, δημιουργημένη από την πιο καθαρή πηγή του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος θεωρεί τον αγώνα διηνεκή κυριαρχία μιας ενιαίας, αυστηρής, συνδεδεμένης με αιώνιους νόμους δικαιοσύνης.
Μόνον ένας Έλληνας ήταν ικανός να βρει αυτήν την παράσταση θεμέλιο μιας κοσμοδικίας. Είναι η καλή Έρις του Ησιόδου ανυψωμένη σε αρχή του κόσμου, είναι η σύλληψη του αγώνα που χαρακτηρίζει τον μεμονωμένο Έλληνα και το ελληνικό κράτος. Η σύλληψη αυτή προέρχεται από τα γυμνάσια και τις παλαίστρες, από τους καλλιτεχνικούς αγώνες, από την πάλη μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και των πόλεων, έχει ανυψωθεί και έχει γίνει τόσο γενική που τώρα κινείται μέσα της ο μηχανισμός του κόσμου.
Όπως κάθε Έλληνας αγωνίζεται σαν να είχε μόνον αυτός δίκιο και σαν να καθόριζε κάθε στιγμή ένα τελείως σίγουρο κριτήριο διαιτησίας και κρίσης προς τα πού κλίνει η νίκη, έτσι παλεύουν και οι ιδιότητες μεταξύ τους σύμφωνα με άφθαρτους, εμμενείς στον αγώνα νόμους και κριτήρια.
Τα ίδια τα πράγματα, στων οποίων τη σταθερότητα και τη σιγουριά πιστεύει το στενό μυαλό των ανθρώπων και των ζώων, δεν έχουν καμιά προσιδιάζουσα σ’ αυτά ύπαρξη. είναι οι σπίθες και οι λάμψεις σπαθιών που συγκρούονται, είναι οι αναλαμπές της νίκης στον αγώνα των αντιτιθεμένων ιδιοτήτων…
Ενώ η φαντασία του Ηράκλειτου μετρούσε το ακατάπαυστα κινούμενο σύμπαν, την «ενεργό πραγματικότητα», με το μάτι του ευχαριστημένου θεατή, ο οποίος βλέπει να παλεύουν αναρίθμητα ζεύγη σε χαρούμενες κονταρομαχίες κάτω από την επίβλεψη αυστηρών διαιτητών, τον κατέλαβε ένα άλλο πιο υψηλό προαίσθημα. δεν μπορούσε πια να βλέπει τα ζευγάρια που πάλευαν χωριστά από τους κριτές τους. Και οι ίδιοι οι κριτές έμοιαζαν να αγωνίζονται, και αγωνιζόμενοι να κρίνουν τον δικό τους αγώνα. Κι ακόμη περισσότερο: καθώς κατά βάθος έβλεπε μόνον την αιωνίως κυριαρχούσα μία και μοναδική δικαιοσύνη, τόλμησε να φωνάξει:
«Η πάλη μέσα στο πολλαπλό είναι η ίδια η καθαρή δικαιοσύνη! Και γενικά: το ένα είναι το πολλαπλό. Γιατί τι είναι όλες αυτές οι ιδιότητες όσον αφορά την ουσία τους; Είναι αθάνατοι θεοί; Είναι ουσίες χωρισμένες, που δρουν από την αρχή και δίχως τέλος δι’ εαυτές; Και εάν ο κόσμος, τον οποίο βλέπουμε, δεν γνωρίζει παρά το γίγνεσθαι και τη φθορά και αγνοεί τη μονιμότητα, οι ιδιότητες αυτές δεν θα έπρεπε να συγκροτήσουν έναν διαφορετικού είδους μεταφυσικό κόσμο και ασφαλώς όχι εκείνον τον κόσμο της ενότητας τον οποίο έψαχνε να βρει ο Αναξίμανδρος κάτω από τον κυματίζοντα πέπλο της πολλαπλότητας, αλλά έναν κόσμο αιώνιων και ουσιαστικών πολλαπλοτήτων;»
Και όμως, δεν περιέπεσε άραγε ο Ηράκλειτος, από μια παρακαμπτήριο, και πάλι σε μια διττή τάξη του κόσμου, όσο έντονα κι αν την αρνούνταν, έχοντας από τη μια μεριά έναν Όλυμπο αναρίθμητων αθανάτων θεών και δαιμόνων – δηλαδή πολλές πραγματικότητες – και από την άλλη έναν κόσμο των ανθρώπων, που βλέπουν μόνο το σύννεφο σκόνης του ολύμπιου αγώνα και τις λάμψεις των θεϊκών σπαθιών. δηλαδή, που βλέπουν μόνον ένα γίγνεσθαι;
Μπροστά στις προσδιορισμένες ιδιότητες, ο Αναξίμανδρος είχε βρει καταφύγιο στο μεταφυσικό «Απροσδιόριστο». Στο βαθμό που οι ιδιότητες αυτές υφίσταντο ένα γίγνεσθαι και ένα τέλος, είχε αρνηθεί να δώσει σ’ αυτές την αληθινή και ουσιαστική ενθαδική ύπαρξη. Δεν έμοιαζε όμως τότε σαν να ήταν το γίγνεσθαι μόνον η αισθητή εκδήλωση ενός αγώνα μεταξύ αιωνίων ιδιοτήτων; Δεν ήταν κάτι σαν επιστροφή στην ιδιάζουσα αδυναμία της ανθρώπινης γνώσης το να μιλάμε για το γίγνεσθαι – ενώ δεν υπάρχει ίσως στην ουσία των πραγμάτων κανένα γίγνεσθαι, αλλά μόνον μια συνύπαρξη πολλών αληθινών πραγματικοτήτων πλάι πλάι, πραγματικοτήτων που δεν έχουν γίγνεσθαι και δεν είναι δυνατόν να καταστραφούν;
Αυτά είναι διέξοδοι και λάθος δρόμοι που δεν θα μπορούσε να πάρει ο Ηράκλειτος, ο οποίος φώναζε άλλη μια φορά: «το ένα είναι πολλαπλό». Οι πολλές αντιληπτές ιδιότητες δεν είναι ούτε αιώνιες ουσίες ούτε φαντάσματα των αισθήσεών μας (την πρώτη υπόθεση θα υιοθετήσει αργότερα ο Αναξαγόρας, τη δεύτερη ο Παρμενίδης), δεν είναι ούτε ένα άκαμπτο και μόνο κυρίαρχο είναι ούτε μια φευγαλέα φαινομενικότητα που διασχίζει το ανθρώπινο μυαλό.
Την τρίτη υπόθεση, τη μόνη που έμεινε για τον Ηράκλειτο, κανένας δεν μπόρεσε να τη μαντέψει με τη βοήθεια μιας διαλεκτικής όσφρησης και κατά κάποιο τρόπο μ’ έναν υπολογισμό. γιατί αυτό που ανακάλυψε ο Ηράκλειτος είναι κάτι το πρωτόφαντο ακόμη και στο πεδίο των απίστευτών στοιχείων του μυστικισμού και των πιο απροσδόκητων κοσμικών μεταφορών.
Ο κόσμος είναι το παιχνίδι του Δία, ή, με όρους φυσικής, το παιχνίδι της φωτιάς με τον εαυτό της. μόνον υπ’ αυτήν την έννοια το ένα είναι συγχρόνως το πολλαπλό.
Για να εξηγήσουμε πρώτα-πρώτα αυτήν την εισαγωγή της φωτιάς ως δύναμης συστατικής του κόσμου, υπενθυμίζω με ποιον τρόπο επεξεργάστηκε περαιτέρω ο Αναξίμανδρος την θεωρία του νερού ως προέλευσης των πραγμάτων. Δείχνοντας στα ουσιώδη σημεία εμπιστοσύνη στον Θαλή, ενισχύοντας και επαυξάνοντας τις παρατηρήσεις εκείνου, ο Αναξίμανδρος δεν ήταν μολαταύτα πεισμένος ότι πριν από το νερό και κατά κάποιο τρόπο πίσω από το νερό δεν υπήρχε καμιά βαθμίδα ιδιοτήτων. του φαινόταν, αντίθετα, ότι το υγρό σχηματίζονταν από μόνο του από το θερμό και το ψυχρό.
Το θερμό λοιπόν και το ψυχρό όφειλαν να είναι τα προκαταρτικά στάδια του νερού και οι πιο αρχέγονες ακόμη ιδιότητες. Με τον αποχωρισμό τους από το πρωταρχικό είναι του «Απροσδιορίστου» αρχίζει το γίγνεσθαι. Ο Ηράκλειτος, ο οποίος ως φυσικός υποτασσόταν στην αυθεντία του Αναξιμάνδρου, ερμηνεύει από τη μεριά του αυτήν την αναξιμάνδρεια θεωρία της θερμότητας για να την κάνει την πνοή, την θερμή ανάσα, τους ξηρούς ατμούς, κοντολογίς το διάπυρο στοιχείο.
Και λέει γι’ αυτή τη φωτιά το ίδιο που είχαν πει για το νερό ο Θαλής και ο Αναξίμανδρος: διατρέχει υπό αναρίθμητες μεταβαλλόμενες μορφές τον δρόμο του γίγνεσθαι, προπάντων στα τρία βασικά στάδια, που είναι το θερμό, το υγρό και το στερεό. Διότι το νερό μεταβάλλεται εν μέρη σε γη όταν κατεβαίνει την κλίμακα των σταδίων, εν μέρει σε φωτιά όταν την ανεβαίνει. ή καλύτερα, σύμφωνα με την έκφραση του Ηράκλειτου, που φαίνεται ακριβέστερη: από τη θάλασσα ανεβαίνουν μόνον οι καθαροί ατμοί, που χρησιμεύουν ως τροφή στην ουράνια φωτιά των αστεριών, από τη γη μόνον οι σκοτεινοί και νεφελώδεις ατμοί από τους οποίους τρέφεται το υγρό.
Οι καθαροί ατμοί αντιπροσωπεύουν την ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στη θάλασσα και στη φωτιά, οι ακάθαρτοι την ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στη γη και στο νερό. Έτσι πηγαίνουν συνεχώς οι δύο δρόμοι μετασχηματισμού της φωτιάς, προς τα πάνω και προς τα κάτω, εμπρός και πίσω, πλάι πλάι, από τη φωτιά στο νερό, από το νερό στη φωτιά. Ενώ ο Ηράκλειτος είναι οπαδός του Αναξιμάνδρου στις σημαντικότερες από τις συλλήψεις του δεύτερου, παραδείγματος χάρη στην ιδέα ότι η φωτιά συντηρείται από τις αναθυμιάσεις ή στην ιδέα ότι από το νερό βγαίνουν δια διαχωρισμού εν μέρει γη κα εν μέρει φωτιά, είναι, αντίθετα ανεξάρτητος και έρχεται σ’ αντίθεση με τον δάσκαλό του όταν αποκλείει το ψυχρό από τη φυσική διαδικασία, ενώ ο Αναξίμανδρος το είχε κάνει ισοδύναμο με το θερμό και το είχε βάλει πλάι σ’ αυτό, προκειμένου να μπορεί να γεννηθεί από τα δυο τους το υγρό.
Αυτή η ενέργεια ήταν για τον Ηράκλειτο αναγκαία: αν όλα έπρεπε να ήταν φωτιά, ο μετασχηματισμός της υπό οποιαδήποτε μορφή δεν θα έδινε τίποτα που να ήταν το απόλυτο αντίθετό της. Ο Ηράκλειτος ερμήνευσε λοιπόν αυτό που ονομάζουμε ψυχρό μόνον ως έναν βαθμό του θερμού και μπόρεσε να δικαιολογήσει αυτήν την ερμηνεία δίχως δυσκολία.
Πολύ σημαντικότερη όμως απ’ αυτήν την παρέκκλιση από τη θεωρία του Αναξιμάνδρου είναι μια περαιτέρω συμφωνία. Πιστεύει όπως κι εκείνος, στην περιοδική επανάληψη ενός τέλους του κόσμου και στη συνεχώς ανανεούμενη ανάδυση ενός άλλου κόσμου μέσα από την καθολική πυρκαγιά που έχει εκμηδενίσει προηγουμένως τα πάντα. Η περίοδος στη διάρκεια της οποίας πέφτει ο κόσμος σ’ αυτήν την καθολική πυρκαγιά και στη διάλυση μέσα στην καθαρή φωτιά, ορίζεται από τον Ηράκλειτο με τρόπο εξαιρετικά εκπληκτικό ως ένας πόθος και μια ανάγκη, ενώ το πλήρες καταβρόχθισμα από τη φωτιά ως ο κορεσμός.
Σ’ εμάς μένει να ρωτήσουμε πώς κατανόησε και κατονόμασε την καινούργια ενόρμηση σχηματισμού του κόσμου, αυτήν την ενόρμηση που αφυπνίζεται, αυτήν την έκχυση στις μορφές της πολλαπλότητας. Η ελληνική παροιμία έρχεται να μας βοηθήσει με την σκέψη ότι «ο κορεσμός γεννάει το έγκλημα (την ύβριν)». Πράγματι, μπορούμε να ρωτήσουμε μια στιγμή μήπως ο Ηράκλειτος είχε κάνει να βγει από την ύβριν αυτή η επιστροφή στην πολλαπλότητα. Ας πάρουμε στα σοβαρά αυτήν την σκέψη: στο φως της αλλάζει μπροστά στα μάτια μας το πρόσωπο του Ηρακλείτου, η περήφανη λάμψη των ματιών του σβήνει, μια βαθιά ρυτίδα επίπονης παραίτησης και αδυναμίας σκάβεται στα χαρακτηριστικά του.
Φαίνεται ότι καταλαβαίνουμε γιατί τον ονόμασε η ύστερη αρχαιότητα «δακρύοντα φιλόσοφο». Ολόκληρη η διαδικασία του κόσμου είναι τώρα η τιμωρία της ύβρεως; Η πολλαπλότητα το αποτέλεσμα ενός εγκλήματος; Ο μετασχηματισμός του καθαρού σε ακάθαρτο συνέπεια της αδικίας; Η ενοχή δεν είναι πια εγκαταστημένη στον πυρήνα των πραγμάτων; Και ο κόσμος του γίγνεσθαι και των ατόμων που βρίσκεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ελαφρωμένος από την ενοχή δεν καταδικάζεται συγχρόνως να υποφέρει για πάντα εκ νέου από τις συνέπειές της;
Αυτή η επικίνδυνη λέξη, η ύβρις, είναι πραγματικά η λυδία λίθος κάθε ηρακλειτείου φιλοσόφου. Εδώ μπορεί αυτός να αποδείξει αν έχει καταλάβει ή αν έχει παρανοήσει τον δάσκαλό του. ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος ενοχή, αδικία, αντίφαση, πόνο;
Ναι, φωνάζει ο Ηράκλειτος, αλλά μονάχα για τον περιορισμένου βεληνεκούς άνθρωπο, που βλέπει τα πράγματα χωριστά και όχι στο σύνολό τους. όχι όμως για τον θεό, που βλέπει τον κόσμο στη συνέχειά του. γι’ αυτόν τον θεό, όλες οι ασυμφωνίες ενώνονται σε μια αρμονία, αθέατη για τα μάτια του συνηθισμένου ανθρώπου, κατανοητή όμως σ’ εκείνον, ο οποίος, σαν τον Ηράκλειτο, μοιάζει με τον ατενίζοντα θεό. Ούτε μια σταγόνα αδικίας δεν μένει κάτω από το πύρινο βλέμμα του, στον κόσμο που εκτείνεται γύρω του.
Και ακόμη και εκείνη την θεμελιακή απορία, το πώς η καθαρή φωτιά μπορεί να πάρει τόσο ακάθαρτες μορφές, την ξεπερνά με μια υπέροχη σύγκριση. Σ’ αυτόν τον κόσμο μόνον το παιχνίδι του παιδιού και του καλλιτέχνη υφίσταται ένα γίγνεσθαι και έναν θάνατο, χτίζει και καταστρέφει, χωρίς κανέναν ηθικό καταλογισμό, μέσα σε μια αιωνίως άθικτη αθωότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο, όπως το παιδί και ο καλλιτέχνης, κατά τον ίδιο τρόπο παίζει η αιωνίως ζωντανή φωτιά, κατά τον ίδιο τρόπο χτίζει και καταστρέφει, με πλήρη αθωότητα… και το παιχνίδι αυτό είναι ο Αιών που παίζει με τον εαυτό του.
Μετατρέπεται σε νερό και γη, χτίζει σαν παιδί πύργους στην άμμο της θάλασσας, χτίζει και γκρεμίζει: από καιρού σε καιρό ξαναρχίζει το παιχνίδι. Μια στιγμή κορεσμού, και ύστερα τον κυριεύει πάλι η ανάγκη, όπως ακριβώς η ανάγκη πιέζει τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει. Όχι η εγκληματική προδιάθεση, αλλά η ενόρμηση του παιχνιδιού, η οποία συνεχώς ξυπνάει, είναι εκείνη που καλεί στη ζωή καινούργιους κόσμους. Το παιδί πετάει κάποτε το παιχνίδι του, μα σε λίγο το ξαναπιάνει με αθώο καπρίτσιο. Από τη στιγμή όμως που αυτό θα χτίσει, συγκεντρώνει, αρθρώνει και διαπλάθει σύμφωνα μα κάποιο νόμο και με κάποια εσωτερική διάταξη….
Ποιος θα απαιτούσε λοιπόν από μια τέτοια φιλοσοφία να μας δώσει επιπλέον και μια ηθική με την απαραίτητη κατηγορική προσταγή «Οφείλεις»; Και ποιος θα κατηγορούσε τον Ηράκλειτο για αυτήν την έλλειψη; Ο άνθρωπος είναι ως την τελευταία ίνα του αναγκαιότητα και απολύτως «ανελεύθερος», αν με τη λέξη ελευθερία εννοούμε την τρελή αξίωση να μπορούμε να αλλάζουμε την ουσία μας σαν ένα ρούχο, μια αξίωση που κάθε σοβαρός φιλόσοφος μέχρι τώρα απώθησε με την πρέπουσα ειρωνεία.
Αν ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν συνειδητά μέσα στο λόγο, και σε συμφωνία με το μάτι του καλλιτέχνη που εποπτεύει τα πάντα, είναι τόσο μικρός, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ψυχές τους είναι υγρές και ότι τα αυτιά τους και τα μάτια τους, γενικά η νόησή τους, είναι κακοί μάρτυρες όταν «ο υγρός βόρβορος κυριεύει τις ψυχές τους». Γιατί συμβαίνει αυτό, είναι κάτι που δεν το ρωτάμε, όπως δεν ρωτάμε το γιατί η φωτιά γίνεται νερό και γη.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει άλλωστε κανέναν λόγο να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει (ο Λάιμπνιτς είχε έναν) ότι αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός. Του αρκεί που ο κόσμος είναι το ωραίο αθώο παιχνίδι του αιώνος. Θεωρεί μάλιστα γενικά τον άνθρωπο ά-λογο ον, πράγμα που δεν αντιφάσκει με το ότι σ’ όλο το είναι του ανθρώπου εκπληρώνεται ο νόμος του παντοδύναμου Λόγου.
Ο άνθρωπος δεν κατέχει μια ιδιαίτερα προνομιούχα θέση στη φύση, της οποίας ύψιστη εκδήλωση είναι η φωτιά, υπό τη μορφή ενός άστρου παραδείγματος χάρη, και όχι ο ηλίθιος άνθρωπος. Αν αυτός μετέχει κατά κάποιο τρόπο στη φωτιά, λόγω της αναγκαιότητας, είναι τότε κάπως πιο λογικός. Αν αποτελείται από νερό και γη, τα πράγματα δεν πάνε καλά με το λογικό του. δεν υπάρχει υποχρέωση να γνωρίζει τον λόγο επειδή είναι άνθρωπος. Γιατί όμως υπάρχει ο νερό, γιατί υπάρχει η γη; Αυτό είναι για τον Ηράκλειτο πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα από το να ρωτήσει γιατί είναι οι άνθρωποι τόσο ηλίθιοι και κακοί.
Τόσο στον πιο έξοχο άνθρωπο όσο και στον πιο στραβό αποκαλύπτεται η ίδια εμμενής συμφωνία μ’ έναν νόμο και η ίδια εμμενής δικαιοσύνη. Αν όμως ήθελε να θέσει κανείς στον Ηράκλειτο το εξής ερώτημα: γιατί η φωτιά δεν είναι πάντα φωτιά, γιατί είναι άλλοτε νερό, άλλοτε γη; εκείνος θα απαντούσε απλώς: «Είναι ένα παιχνίδι, μην το παίρνεται τραγικά και προπάντων ηθικά!» Ο Ηράκλειτος περιγράφει μόνον τον παρευρισκόμενο κόσμο και τον ατενίζει μ’ εκείνην την ικανοποίηση με την οποία βλέπει ο καλλιτέχνης το έργο του καθώς αυτό γίνεται.
Μόνον εκείνοι που έχουν κάποιο λόγο να μην είναι ικανοποιημένοι με την περιγραφή που κάνει για την ανθρώπινη φύση, τον έχουν βρει θλιμμένο, μελαγχολικό, δακρύοντα, σκοτεινό, κατηφή, πεσιμιστή και γενικά αξιομίσητο. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί, με τις αντιπάθειές τους, το μίσος τους και την αγάπη τους, θα του ήταν αδιάφοροι, και θα τους φίλευε μάλλον κάποιες φράσεις του είδους: «Τα σκυλιά γαυγίζουν εκείνον που δεν ξέρουν», ή «Ο γάιδαρος προτιμά το άχυρο από το χρυσάφι».
Τέτοιοι δυσαρεστημένοι είναι κι εκείνοι που πολύ συχνά παραπονιούνται για την σκοτεινότητα του ύφους του Ηρακλείτου. Ποτέ, μάλλον όμως, δεν έγραψε άνθρωπος σε πιο διαυγές και φωτεινό ύφος. Ύφος, είναι η αλήθεια, πολύ λακωνικό, συνεπώς σίγουρα σκοτεινό για τους βιαστικούς και πρόχειρους αναγνώστες…
… Όσον αφορά τώρα τη λακωνικότητα, ο Ζαν-Πωλ δίνει μια καλή συμβουλή: «Συνολικά είναι σωστό, καθετί μεγάλο – με πολλά νοήματα για ένα σπάνιο πνεύμα – να εκφράζεται μόνον λακωνικά και (επομένως) σκοτεινά, ώστε το ασήμαντο πνεύμα να προτιμά να βλέπει σ’ αυτό μια α-νοησία παρά να το μεταφέρει στη δική του κενολογία. Γιατί τα συνηθισμένα, μέτρια πνεύματα έχουν την απεχθή ικανότητα να μην βλέπουν μέσα στον πιο βαθύ και πλούσιο αφορισμό παρά την ίδια την καθημερινή και κοινότυπη γνώμη τους».
Εξάλλου και μολαταύτα, ο Ηράκλειτος δεν ξέφυγε από τα «ασήμαντα πνεύματα». Οι Στωικοί ήδη τον είχαν ερμηνεύσει ισοπεδώνοντάς τον και υποβιβάζοντας τη βασική του αισθητική αντίληψη για το παιχνίδι του κόσμου σε κοινότοπη προσοχή στις σκοπιμότητες του κόσμου, και προς όφελος φυσικά των ανθρώπων. Και αυτό έγινε σε τέτοιο βαθμό που η φυσική του κατάντησε, στα πνεύματα αυτά, ένας χοντροκομμένος οπτιμισμός που απαιτεί συνεχώς από τον ένα και τον άλλο ένα «χειροκροτήστε φίλοι»….

Καπιταλισμός κι Eλευθερία

Καπιταλισμός κι EλευθερίαΜόνο μία κρίση οδηγεί σε πραγματικές αλλαγές
«Μόνο μία κρίση-είτε είναι, είτε απλώς εκλαμβάνεται ως πραγματική-οδηγεί σε πραγματικές αλλαγές. Όταν ξεσπάει μια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις περιρρέουσες ιδέες.
Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία μας: να αναπτύσσουμε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες, να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο.»
***
Μίλτον Φρίντμαν

REM ύπνος

REM ύπνοςΚάθε βράδυ αποσυρόμαστε στο δωμάτιό μας, ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και παρασυρόμαστε στην ασυνείδητη κατάσταση του ύπνου. Οι περισσότεροι κοιμόμαστε περίπου 8 ώρες, πράγμα που σημαίνει ότι περνάμε περίπου το ένα τρίτο της ζωής μας μη συνειδητά, με εξαίρεση τη φάση των ονείρων.
Αν προσπαθήσετε να αποφύγετε τον ύπνο και να χρησιμοποιήσετε αυτόν τον πολύτιμο χρόνο για άλλες δραστηριότητες, όπως για νυχτερινή διασκέδαση ή για σκληρό νυχτερινό διάβασμα για τις εξετάσεις, το σώμα σας και ο εγκέφαλός σας θα σας πουν σύντομα, ότι δε πρέπει να το κάνετε. Μπορούμε να αποφύγουμε τον ύπνο για ένα διάστημα, αλλά ποτέ για πολύ.
Ο κύκλος ύπνου-εγρήγορσης είναι μία από τις πολλές ρυθμικές δραστηριότητες του σώματος και του εγκεφάλου. Γιατί υπάρχει αυτός ο κύκλος, ποιες περιοχές του εγκεφάλου εμπλέκονται και πώς λειτουργούν;

Ένας ρυθμός στη ζωή. Ο κύκλος ύπνου-εγρήγορσης, είναι ένας ενδογενής ρυθμός, που από τα πρώτα χρόνια της ζωής σταθεροποιείται σταδιακά στον κύκλο ημέρα-νύχτα.. Πρόκειται για τον επονομαζόμενο κιρκάδιο ρυθμό (circadian rhythm) – ονομάζεται έτσι επειδή «circa» στα Λατινικά σημαίνει κύκλος και «dies» σημαίνει ημέρα.
Ο ύπνος είναι σημαντικός σε όλη τη διάρκεια της ζωής: τα μωρά κοιμούνται για μικρές περιόδους κατά τη διάρκεια τόσο της μέρας όσο και της νύχτας, τα μικρά παιδιά συχνά παίρνουν έναν υπνάκο μετά το φαγητό, ενώ οι ενήλικες, γενικά, κοιμούνται μόνο το βράδυ.

Ο ύπνος είναι θεραπευτικός. Ο Winston Churchill, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κοιμότανε για μικρά διαστήματα ακόμα και για πέντε λεπτά, μερικές φορές ακόμα και κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου! Το φυσιολογικό μοτίβο που σταθεροποιεί τον ύπνο και την εγρήγορση στον κύκλο ημέρας-νύχτας ελέγχεται σε κάποιο βαθμό από μία μικρή ομάδα κυττάρων στον υποθάλαμο, ακριβώς πάνω από το οπτικό χίασμα, που ονομάζονται υπερχιασματικός πυρήνας (SCN).
Οι νευρώνες στη δομή αυτή, οι οποίοι έχουν ασυνήθιστα πολλές συνάψεις ανάμεσα στους δενδρίτες τους ώστε να συγχρονίζουν την πυροδότησή τους, αποτελούν τμήμα του βιολογικού ρολογιού του εγκεφάλου.
Στον άνθρωπο, ο χρόνος παρέρχεται με ρυθμό λίγο μικρότερο από αυτόν μιας μέρας αλλά φυσιολογικά διατηρείται σε εύρυθμη λειτουργία με τη βοήθεια της πληροφορίας που δέχεται από τα μάτια, σχετικά με το αν είναι μέρα ή νύχτα.
Αυτό το γνωρίζουμε επειδή άνθρωποι που έχουν συμμετάσχει σε έρευνες ύπνου, διαβιώνοντας σε σπηλιές για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μακριά από όλες τις ενδείξεις που σχετίζονται με την πραγματική ώρα της ημέρας, υιοθετούν ένα τρόπο ζωής που κυμαίνεται σε ένα κύκλο ύπνου-εγρήγορσης διάρκειας περίπου 25 ωρών.

Tα στάδια του ύπνου. Ο ύπνος δεν είναι η παθητική διεργασία που φαίνεται. Αν τοποθετήσουμε ηλεκτρόδια στο κρανίο ενός ανθρώπου σε ένα εργαστήριο ύπνου (που έχει κρεβάτια και όχι παγκάκια!), το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) που λαμβάνουμε αποτελείται από διαφορετικά και διακριτά στάδια. Όταν είμαστε σε εγρήγορση, οι εγκέφαλοί μας δείχνουν χαμηλού εύρους ηλεκτρική δραστηριότητα. Καθώς μας παίρνει ο ύπνος, το EEG γίνεται πιο επίπεδο στην αρχή αλλά στη συνέχεια, σταδιακά, εμφανίζει αυξήσεις στο εύρος και μειώσεις στη συχνότητα των κυμάτων, καθώς περνάμε μέσα από μία σειρά διακριτών σταδίων ύπνου. Αυτά τα στάδια ονομάζονται ύπνος βραδέων κυμάτων (SWS).
Ο λόγος για αυτές τις αλλαγές στην ηλεκτρική δραστηριότητα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Ωστόσο, πιστεύεται ότι καθώς οι νευρώνες στον εγκέφαλο σταματούν να απαντούν στην πληροφορία που δέχονται, σταδιακά συγχρονίζονται μεταξύ τους. Ο μυϊκός τόνος εξαφανίζεται καθώς οι νευρώνες οι οποίοι ελέγχουν τις κινήσεις των σκελετικών μυών αναστέλλονται. Ευτυχώς, αυτοί που ελέγχουν την αναπνοή και τον καρδιακό ρυθμό συνεχίζουν να δουλεύουν κανονικά!
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, κινούμαστε ανάμεσα σε αυτά τα διαφορετικά στάδια του ύπνου. Σε ένα από αυτά, το EEG γίνεται όπως και όταν είμαστε ξύπνιοι και τα μάτια μας μετακινούνται μπρος και πίσω, κάτω από τα κλειστά βλέφαρά μας. Αυτό είναι το ονομαζόμενο στάδιο ταχείας οφθαλμικής κίνησης (Rapid eye movement,REM) και είναι το στάδιο που βλέπουμε όνειρα.
Αν οι άνθρωποι ξυπνήσουν κατά τη διάρκεια του REM ύπνου, σχεδόν όλοι αναφέρουν ότι ονειρεύτηκαν – ακόμη και αυτοί που συνήθως ισχυρίζονται ότι δε βλέπουν όνειρα ποτέ (δοκιμάστε το σα πείραμα με κάποιον από την οικογένεια σας!). Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από μας θα έχουν περίπου 4 με 6 σύντομα επεισόδια REM ύπνου κάθε βράδυ. Τα μωρά έχουν αυξημένο REM ύπνο. Ακόμα και τα ζώα εκδηλώνουν ύπνο REM.

Αποστέρηση Ύπνου. Πριν από κάποια χρόνια, ένας Αμερικανός έφηβος, ο Randy Gardner, αποφάσισε να προσπαθήσει να κερδίσει μία θέση στο βιβλίο Ρεκόρ Guinness μένοντας άυπνος για τη μεγαλύτερη χρονική περίοδο που έχει ποτέ καταγραφεί. Η φιλοδοξία του ήταν να παραμείνει 264 ώρες χωρίς ύπνο – και τα κατάφερε! Ήταν ένα προσεκτικά σχεδιασμένο πείραμα υπό την επίβλεψη γιατρών του Αμερικάνικου Ναυτικού. Δε σας συνιστούμε να το επαναλάβετε! Περιέργως, επιβίωσε πολύ καλά.
Οι κυριότερες δυσκολίες που αντιμετώπισε (πέρα από τη μεγάλη υπνηλία) είχαν σχέση με την ομιλία, την αδυναμία συγκέντρωσης, τα κενά μνήμης και την ονειροπόληση σε συνδυασμό με παραισθήσεις κατά τη διάρκεια της μέρας. Αλλά το σώμα του παρέμεινε σε άριστη φυσική κατάσταση και δεν έγινε ψυχωσικός ούτε έχασε την επαφή με την πραγματικότητα. Αφού τελείωσε το πείραμα, έκανε ένα μικρό «πισωγύρισμα» και κοιμήθηκε σχεδόν 15 ώρες το πρώτο βράδυ και μικρές επιπλέον περιόδους τις επόμενες νύχτες.
Αυτό και πολλά άλλα παρόμοια πειράματα έπεισαν τους ερευνητές του ύπνου ότι από τον ύπνο κερδίζει κυρίως ο εγκέφαλος και όχι το σώμα. Ανάλογα συμπεράσματα έχουν προκύψει από άλλες μελέτες, συμπεριλαμβανομένων προσεκτικά δομημένων πειραμάτων με ζώα.

Γιατί κοιμόμαστε; Πολλά θέματα στις νευροεπιστήμες παραμένουν αίνιγμα και ο ύπνος είναι ένα από αυτά. Κάποιοι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι ο ύπνος είναι απλώς ένας βολικός τρόπος για να κρατηθούν τα ζώα ακίνητα και ως εκ τούτου εκτός κινδύνου. Αλλά πρέπει να υπάρχει κάτι παραπάνω.
Πειράματα αποστέρησης ύπνου μας οδηγούν να πιστέψουμε ότι ο ύπνος REM και συγκεκριμένες φάσεις του SWS δίνουν τη δυνατότητα στον εγκέφαλο να ανακτήσει δυνάμεις. Αυτό το είδος ύπνου συμβαίνει κατά τις πρώτες 4 ώρες της νύχτας.
Ίσως δε, βοηθά να ρυθμιστούν εκ νέου τα πράγματα στον εγκέφαλο. Μια καλή στιγμή για να γίνει αυτή η απαραίτητη εργασία είναι, όπως όταν ένα πλοίο αράζει στη στεριά, η στιγμή που ο εγκέφαλος δεν επεξεργάζεται αισθητηριακή πληροφορία, δε βρίσκεται σε εγρήγορση και προσοχή, ή δεν χρειάζεται να ελέγξει τις πράξεις μας. Ερευνητικά δεδομένα επίσης υποδεικνύουν ότι ο ύπνος είναι η ώρα που εμπεδώνουμε ό,τι μάθαμε την προηγούμενη μέρα – μία απαραίτητη διεργασία της μνήμης.

Πώς δουλεύουν οι ρυθμοί; Έχουμε μάθει πολλά σχετικά με τους νευρωνικούς μηχανισμούς ρυθμικών δραστηριοτήτων όπως είναι ο ύπνος, καταγράφοντας τη δραστηριότητα νευρώνων σε διάφορες εγκεφαλικές περιοχές, κατά τη μετάβαση ανάμεσα στα διαφορετικά στάδια του ύπνου.
Επίσης βρέθηκε ένα σύστημα ενεργοποίησης που εδράζει στο εγκεφαλικό στέλεχος και που περιλαμβάνει διάφορους νευροτροποιητικούς διαβιβαστές συμπεριλαμβανομένου κάποιου που ονομάζεται Αδενοσίνη, η οποία φαίνεται να λειτουργεί σαν ένα είδος μοριακής αλυσιδωτής αντίδρασης που μας μεταφέρει στα διάφορα στάδια του ύπνου. Μηχανισμοί συγχρονισμού δίνουν τη δυνατότητα σε δίκτυα να περάσουν από τη μία κατάσταση του ύπνου στην άλλη.
Η νευρογενετική, προώθησε την έρευνα στον τομέα του ύπνου ακόμα ένα βήμα μπροστά. Αναγνωρίστηκαν διάφορα γονίδια που, όπως τα γρανάζια και η άγκυρα ενός ρολογιού, φαίνεται να είναι οι μοριακές συνιστώσες των ρυθμικών βηματοδοτών. Μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς έχει γίνει στη Δροσόφιλα (μυγάκι των φρούτων) στην οποία βρέθηκε ότι δύο γονίδια – το per και το tim – παράγουν πρωτεΐνες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ρυθμίζουν την ίδια τη σύνθεσή τους.
Η σύνθεση mRNA και πρωτεϊνών ξεκινά νωρίς την ημέρα, οι πρωτεΐνες συσσωρεύονται, συνδέονται μεταξύ τους και αυτή η σύνδεση στη συνέχεια σταματά τη σύνθεσή τους. Το φως της ημέρας βοηθά στην αποδόμηση των πρωτεϊνών, όταν το επίπεδό τους πέφτει κάτω από ένα σημείο και τότε τα γονίδια που φτιάχνουν τις πρωτεΐνες PER και TIM ξεκινούν τη δουλειά τους ξανά. Αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται και θα συνεχιστεί ακόμη και αν οι νευρώνες διατηρηθούν ζωντανοί σε ένα τρυβλίο.
Το βιολογικό ρολόι στα θηλαστικά, όπως είμαστε και εμείς, λειτουργεί με τον ίδιο περίπου τρόπο με εκείνο στις μύγες. Καθώς οι κιρκάδιοι ρυθμοί είναι πολύ παλιοί με όρους εξέλιξης, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα ίδια είδη μορίων ρυθμίζουν το βιολογικό ρολόι σε τόσο διαφορετικούς οργανισμούς.

Χριστιανισμός η Κατιούσα του Πολιτισμού

Χριστιανισμός το Αποτέλεσμα της Κατιούσας του Πολιτισμού

Πώς τα αδιέξοδα του αρχαίου κόσμου έφεραν τον χριστιανισμό και όχι το αντίστροφο

Τις τελευταίες δεκαετίες γίνεται πεποίθηση σε έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων στην Ελλάδα, ότι  ελληνικός πολιτισμός  και χριστιανισμός είναι έννοιες διαμετρικά αντίθετες και αντίπαλες. Και επίσης,  ότι ο «ελληνοχριστιανισμός», ως επίσημη ιδεολογία του νεοελληνικού κράτους, είναι ένα σχήμα πέρα για πέρα οξύμωρο και  ανιστόρητο.

Και, επιπλέον, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των βυζαντινών εξουσιαστικών ομάδων (οι οποίες, συνεργαζόμενες με τους οθωμανούς) ξεπέρασαν την πτώση του «Βυζαντίου» και επιβίωσαν και στο νεώτερο ελληνικό κράτος, πρώην βυζαντινοί φεουδάρχες και τουρκοκοτσαμπασήδες / νυν εικονική «αστική» τάξη νεοφεουδαρχών, πρώην πατριαρχούμενη εκκλησία / νυν «αυτοκέφαλο» και πρώην τουρκοβυζαντινοί φαναριώτες / νυν νεοφαναριώτες πολιτικάντηδες.

Θα πρέπει πάντως να παραδεχθούμε, ότι ο «ελληνοχριστιανισμός» δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά εγκαταστάθηκε στη νεοελληνική συλλογική συνείδηση, εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και την ιστορική αμνησία της. Αυτή η ιδεολογική στροφή, που φαίνεται πως έχει αρχίσει να συντελείται αμυδρά στην νεοελληνική συλλογική συνείδηση  δεν οφείλεται -όπως θα υπέθετε κάποιος- σε κάποιες αλλαγές κατεύθυνσης που (δεν) έγιναν στην -εκκλησιαστικώς χειραγωγούμενη- σχολική εκπαίδευση. Οφείλεται αποκλειστικά στις προσωπικές προσπάθειες ανθρώπων, οι οποίοι από διάφορες αιτίες οδηγήθηκαν στην  ανακάλυψη τού χαλκευμένου τής επίσημης κρατικής ιδεολογίας.

Αλλά, επειδή οι προαναφερθέντες άσκησαν αυτή την πνευματική τους αναζήτηση με τρόπο συχνά ερασιτεχνικό, χωρίς στοιχειώδη επιστημονική μεθοδολογία, κατέληξαν πολλές φορές  σε υπεραπλουστευτικά συμπεράσματα και ερμηνείες. Π.χ. έχοντας ανακαλύψει τις αποκρυμμένες από τη σχολική προπαγάνδα πλευρές της ελληνικής ιστορίας, που αποδεικνύουν το καταστροφικό και γενοκτονικό μένος του χριστιανισμού για τον ελληνικό πολιτισμό, δεν απέφυγαν κατ’ εξοχήν απλοϊκά συμπεράσματα, όπως π.χ.

ότι  μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας «καλός»  και «αθώος»  αρχαίος  κόσμος, που ξαφνικά άρχισε να δέχεται τις θανάσιμες και «ανεξήγητες» επιθέσεις του «κακού» χριστιανικού μεσαιωνισμού. Οι ερμηνείες αυτές «ανακυκλώνονται» εν είδει παραεπιστημονικής υποκουλτούρας σε διάφορους ομίλους «πνευματικών» ενδιαφερόντων διαιωνίζοντας την ημιμάθεια (η οποία, ως γνωστόν, είναι κατά πολύ χειρότερη της αμάθειας).

Μάλιστα κάποιοι έχουν οδηγηθεί στο λογικοφανές συμπέρασμα, ότι αφού ο «κακός» χριστιανισμός κατέστρεψε τον «καλό» αρχαίο κόσμο, τότε, για να τον πολεμήσουμε αποτελεσματικά δεν έχουμε παρά να τού αντιτάξουμε ως αντίπαλο δέος την αρχαία («πολυθεϊστική») θρησκεία… «αναβιώνοντάς» την. Οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται απλοϊκά την Ιστορία με όρους τής ύστερης αρχαιότητας, δηλαδή ως σύγκρουση θρησκειών και γι’ αυτό ίσως δεν έχουν αποφύγει τον σχεδόν καθολικό χαρακτηρισμό τους ως γραφικών. (!!!)

Ωστόσο, στην Ιστορία, αλλά και σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες (εάν πραγματικά επιθυμούμε να ασχοληθούμε σοβαρά με κάποιο ζήτημα) δεν υπήρξαν ποτέ «καλοί» και «κακοί» όπως στον κινηματογράφο και στο χριστιανισμό.  Τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να εξετάζονται κατ’ εξοχήν ως κοινωνικές  διαδικασίες, δηλαδή με τρόπο, που να μην καταργεί  ως άλλος Προκρούστης την σύνθετη πραγματικότητα τών εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, αλλά και της ίδιας της ζωής.

xristianismos kretinismos (1)61


Απλοϊκοί αντιχριστιανικοί μύθοι για την προέλευση του χριστιανισμού

- «Ο χριστιανισμός είναι μια συνωμοσία των κακών εβραίων, για να καταστρέψουν τον ελληνικό λαό, που από (πρό Χριστού…) αιώνων τούς “καθόταν στον λαιμό” και τους εμπόδιζε να  κυριαρχήσουν στην ανθρωπότητα».

- «Ο χριστιανισμός είναι μια επινόηση της ρωμαϊκής εξουσίας για να ομογενοποιήσει-ισοπεδώσει τον πολυεθνικό πληθυσμό της και να εδραιώσει την παγκόσμια -για τα τότε δεδομένα- κυριαρχία της».

- «Ο χριστιανισμός είναι ένα σκοτεινό σχέδιο, που εξυφάνθηκε από αρρωστημένους ανθρώπους με “καταστροφικά” και “κατώτερα”  ένστικτα μόνο και μόνο από εκδικητικότητα για το υγιές κομμάτι της ανθρωπότητας».

Τα παραπάνω, ή συνδυασμοί αυτών ακούγονται συχνά από ανθρώπους, που νομίζουν, ότι έχουν αρχίσει να κατακτούν (ή ότι έχουν κατακτήσει ήδη) τη μαγική μέθοδο, που θα δώσει απαντήσεις σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα τής ελληνικής -ή και τής παγκόσμιας- Iστορίας. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά θα δείξει, ότι δεν πρόκειται παρά για τα γνωστά χριστιανικά «ιστορικά» συμπεράσματα αλλά, αντεστραμμένα.

Π.χ. ότι οι «κακοί» εβραίοι, που, παρά τη σιδηρόφρακτη ρωμαϊκή επικράτηση παρέμεναν, υποτίθεται, αφανείς κυρίαρχοι της ανθρωπότητας,  συνωμοτούσαν ανέκαθεν εναντίον τού δήθεν «ριζοσπαστικού» χριστιανισμού, που τούς χαλούσε τα σχέδια, ενώ ο τελευταίος «ήρθε κι έδεσε» αμέσως με το ελληνικό πνεύμα, που κι αυτό υποτίθεται, ότι τό πολεμούσαν ανέκαθεν οι εβραίοι – να ένα σημείο ταύτισης ελληνοχριστιανών και «αυθεντικών» ελλήνων!

Ή ότι η Ρώμη δίωκε ανηλεώς και ανεπιτυχώς το χριστιανισμό, ο οποίος δήθεν θα ανέτρεπε την κυριαρχία της, μέχρι που «αναγκάστηκε» να τον επισημοποιήσει λόγω δήθεν λαϊκής πίεσης, ή ότι οι δήθεν  ψυχικά άρρωστοι «ειδωλολάτρες» επιχειρούσαν να ανασχέσουν την πορεία της ανθρωπότητας προς την… αληθινή θρησκευτική και ψυχική υγεία, κατασκευάζοντας έντεχνα και συνωμοτικά διάφορες προβοκατόρικες «αιρέσεις».

Άν τις διαδεδομένες χριστιανικές απόψεις περί προελεύσεως και εδραιώσεως του χριστιανισμού τις θεωρούμε από επιστημονική άποψη γελοίες, γιατί να μην κάνουμε το ίδιο και με τις αντιχριστιανικές, οι οποίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από απλές αντιστροφές των χριστιανικών;  Ένα συμπέρασμα κρίνεται ως λανθασμένο πρώτα και κύρια λόγω της μεθοδολογίας, από την οποία έχει προκύψει: Άν η μεθοδολογία είναι λανθασμένη, τότε και το εξ’ αυτής συμπέρασμα είναι λάθος. Αν η χριστιανική μεθοδολογία είναι αντιεπιστημονική, τότε και τα οποιαδήποτε συμπεράσματα απορρέουν από την εφαρμογή της, ακόμα και τα δυσμενή για το χριστιανισμό. είναι λανθασμένα.

Πέρα από την «ακμή» και την «παρακμή» Το ότι ο κατακτημένος από τους ρωμαίους κόσμος είχε βρεθεί αντιμέτωπος με οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά,  κ.ά. αδιέξοδα δηλαδή το ότι είχε, κατά το κοινώς λεγόμενο, «παρακμάσει» είναι κάτι, που κανείς ιστορικός  δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει.  Ωστόσο θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τη χρήση ασαφών λέξεων, όπως «παρακμή», οι οποίες συνήθως αποφεύγονται από τους επιστημονικά σκεπτόμενους ερευνητές.

Η λέξη «παρακμή» χρησιμοποιήθηκε -και χρησιμοποιείται- από τη χριστιανική προπαγάνδα για να περιγράψει έναν κόσμο  με τέτοιον τρόπο, ώστε, εκ των υστέρων, αυτός να φαίνεται ότι είχε  ανάγκη ενός «σωτήρα». Από την άλλη ιδεολογική μεριά οι αντιχριστιανικά, αλλά εξίσου μή επιστημονικά, σκεπτόμενοι έχουν βαλθεί να αντιστρέψουν την κατηγορία περί παρακμής, παρουσιάζοντας έναν δήθεν περίλαμπρο αρχαίο ρωμαϊκό κόσμο στο πολιτισμικό του απόγειο.

Στο έργο του «Πνευματικά» ο Ήρων περιγράφει μιά μεγάλη εφεύρεση, τον περιστροφικό ατμοστρόβιλο -ο οποίος έμενε γνωστός ως Αιολόσφαιρα ή Αιόλου πύλη- θέτοντας τις βάσεις για τη σύγχρονη ατμομηχανή.Οι κοσμοϊστορικές εφευρέσεις της «μ.Χ.» εποχής έμειναν στα αζήτητα, όχι μόνο λόγω του «κακού» Xριστιανισμού, αλλά λόγω της αδυναμίας των ρωμαίων να απαλλαγούν από την εξάρτησή τους από τη δουλεία και να ενσωματώσουν την τεχνολογική ανάπτυξη στην οικονομία και την παραγωγή. Ο χριστιανισμός απλώς επικύρωσε και θεολογικά τη δουλεία.    

Αλλά  η «ακμή», που θέλουν να αποδώσουν κάποιοι στον αμέσως προμεσαιωνικό κόσμο είναι εξ ίσου αντιεπιστημονική και αόριστη με την «παρακμή», που θέλουν να τού αποδώσουν οι αντίπαλοί τους. «Ακμή», ή  «παρακμή» σε σύγκριση με τί;

Το ότι ο  αρχαίος κόσμος έκλεινε τον ιστορικό του κύκλο δεν σημαίνει, ότι είχε «παρακμάσει» συλλήβδην, αφού είχε θέσει τίς βάσεις επιστημών όπως η σύγχρονη ιατρική (π.χ. Γαληνός), ή η σύγχρονη μηχανολογία (π.χ. Ήρων ο αλεξανδρεύς).

Από την άλλη, τα επιστημονικά του επιτεύγματα δεν πρέπει να μας παραπλανούν ως προς το πραγματικό του πολιτισμικό επίπεδο αφού, άλλοι γνωστικοί τομείς, όπως η φιλοσοφία, ή η πολιτική σκέψη είχαν πισωγυρίσει στην επικράτεια του σκοταδισμού βλ. εκτεταμένη γάγγραινα στη φιλοσοφική σκέψη λόγω εισβολής ασιατικών δοξασιών, ή τη θεοποίηση τών κάθε είδους εξουσιαστών, αυτοκρατόρων κλπ.

Επίσης οι καίριες τεχνολογικές ανακαλύψεις της ελληνιστικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, όπως η ατμοδύναμη, ή οι πολλαπλές εφαρμογές της υδραυλικής έμειναν στα «αζήτητα» για τους επόμενους δεκαέξι – δεκαεπτά αιώνες, αφού η γενικευμένη δουλοκτησία και μετέπειτα δουλοπαροικία) αποτελούσε τήν αδιαφιλονίκητη βάση της παραγωγικής διαδικασίας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Θα ήταν αληθινότερο να πούμε – όχι ότι ο αρχαίος κόσμος είχε «παρακμάσει», αλλά- ότι παρά τα αναμφισβήτητα επιτεύγματά του, βρισκόταν σε μια γενικώς φθίνουσα πορεία κι ότι έκλεινε τον ιστορικό του κύκλο (κάτι απολύτως φυσιολογικό και συνηθισμένο.

Οι εποχές και οι ιστορικές περίοδοι δεν είναι ούτε «ακμαίες», ούτε «παρακμιακές»: είναι απλώς αυτές που είναι. Άλλωστε υπάρχει η δυνατότητα να εξεταστεί αντικειμενικά ο ύστερος αρχαίος κόσμος, χωρίς να καταφεύγουμε σε απλοϊκές δυϊστικές σχηματοποιήσεις. Π.χ. μπορούν να ερευνηθούν και να φωτιστούν οι μακροϊστορικές διαδικασίες, που οδήγησαν στην δημιουργία του χριστιανισμού, στην υιοθέτησή του, στην επιβολή του  και, τελικά,  στον Μεσαίωνα.

Το στρώσιμο του δρόμου για την εισαγωγή στην Ευρώπη της ανατολίτικης μεταφυσικής: Τον 5ο αι. π.κ.ε. οι επιστημονικές προφυλακές του ελληνικού πνεύματος ανακάλυψαν την αθεΐα. Ο Σοφιστικός Διαφωτισμός, το αποκορύφωμα της  ελληνικής σκέψης, έθεσε το ζήτημα του ξεπεράσματος της θρησκείας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ίσως εξελικτικό άλμα μπροστά στο οποίο βρέθηκε ποτέ η ανθρωπότητα (και το οποίο, όπως γνωρίζουμε, τελικά δεν πραγματοποίησε).

Ο διακεκριμένος ελληνιστής E. R. Dodds στο κλασικό σύγγραμμά του «Οι Έλληνες και το Παράλογο» παρομοιάζει το γεγονός με έναν ιππέα (Άνθρωπος), που διαθέτει ένα εξαιρετικών δυνατοτήτων  άλογο (Ελληνική Σκέψη) και ετοιμάζεται να πηδήξει επάνω από ένα σκοτεινό βάραθρο (Φόβος). Στην απέναντι μεριά του χάσματος ο Άνθρωπος θα έχει στη διάθεσή του μια απέραντη, ανεξερεύνητη και πολλά υποσχόμενη χώρα (Ελευθερία), αλλά θα είναι απόλυτα μόνος απέναντι στο Άγνωστο χωρίς κανενός είδους καταφύγιο, χωρίς «χρησμούς», συχνά αβέβαιος, συχνά αντιμέτωπος με τον εαυτό του, υποχρεωτικά αυτοκαθοδηγούμενος και αποκλειστικά υπεύθυνος για τον ίδιο, για τις αποφάσεις του και για τις αμετάκλητες συνέπειες της δράσης του.

Πρόκειται για τον γνωστό «Φόβο μπροστά στην Ελευθερία» (όρο που χρησιμοποιεί και ο Dodds, αλλά και η σύγχρονη Ψυχολογία -βλ. το ομώνυμο γνωστό βιβλίο του Έριχ Φρομ). Ο Dodds αναρωτιέται, ποιός δείλιασε τον 5ο αι. π.κ.ε. και το άλμα δεν πραγματοποιήθηκε; Ο αναβάτης, ή ο ίππος; Ήταν δηλαδή η ελλιπής ψυχική προετοιμασία του αναβάτη, ή η ανεπάρκεια του διανοητικού του εξοπλισμού αυτό, που τελικά δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση του άλματος;

Πρωταγόρας, ο σοφιστής, που με μια μόνο φράση «προσγείωσε» ανώμαλα και μια για πάντα, τους «μεταφυσικούς» όλων των εποχών. Δεν είναι ανεξήγητο, που δεν έχει διασωθεί τίποτε από όσα έγραψε. Ο χριστιανισμός έκαψε βιβλιοθήκες, αλλά δεν είναι ο μοναδικός  υπεύθυνος για την απώλεια όσων έργων της αρχαίας γραμματείας δεν διασώθηκαν, όπως αβασάνιστα τού καταλογίζεται. Π.χ. τα πάμπολλα διαπιστωμένα έργα των αθέων διανοητών της αρχαιότητας (Σοφιστών), ή ακόμα και των πρώτων επιστημόνων (Φυσικών φιλοσόφων) είχαν ήδη σταματήσει να αντιγράφονται και να διατηρούνται στις  βιβλιοθήκες από την ελληνιστική κιόλας εποχή.

Ωστόσο, ακόμα κι έτσι η θρησκεία είχε δεχθεί ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα αξιοπιστίας. Μετά την ανακάλυψη της αθεΐας η θρησκεία δεν θα μπορούσε πλέον να παραμείνει η ίδια. Η θρησκευτική παλινδρόμηση, που ακολούθησε μετά από την φυγή (διωγμό;) των Σοφιστών από την Αθήνα είχε σαν κύριο φορέα της μια συλλογική συνείδηση, που δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τα πρότερα σημεία αναφοράς της (θεοί), που τής ενέπνεαν κάποια ασφάλεια. Και σαν κύριο διανοητικό εκφραστή της ανέδειξε αργότερα έναν στοχαστή  του ελληνικού φιλοσοφικού περιθωρίου, τον Πλάτωνα.

Ο Πλάτων ανέλαβε να δώσει στη θρησκεία «βάθος» και «νόημα» -και προπάντων σοβαροφάνεια- ώστε να  αποκαταστήσει την χαμένη τιμή της από την σαρωτική επίθεση του ορθολογισμού. Στην προσπάθειά του αυτή δεν επέδειξε καμία πρωτοτυπία, αλλά κατέφυγε στο γνωστό θεωρητικό οπλοστάσιο των ανατολικών θρησκειών, δηλαδή στην επιτηδευμένη αοριστία, στη μεταφυσική αφαιρετικότητα, στον μυστικισμό, στην αστρολογία κλπ. Η μόνη του ίσως «πρωτοτυπία» βρίσκεται στην επιστημονικοφάνεια με την οποία διατυπώνει (συνήθως δια στόματος Σωκράτη) τούς ολοφάνερα διάτρητους συλλογισμούς του.

Εννοείται, ότι στην περίπτωση, που η ψευδοφιλοσοφική του συλλογιστική για την εγκυρότητα της θρησκείας δεν έπειθε, ο Πλάτων πρότεινε ανεπιφύλακτα τη χρήση ωμής  βίας ως μέσου νουθεσίας τών «ασεβών» (Νόμοι 907D-909D).

Γίνεται, νομίζουμε, κατανοητό ότι οι ιδέες  τής κάθε εποχής δεν κατασκευάζονται συνωμοτικά σε κάποια ιδεολογική «γιάφκα», αλλά αντανακλούν τις διάφορες όψεις της συλλογικής ψυχικής και διανοητικής κατάστασης.

Ο Πλάτων προδιέγραψε όλη την μετέπειτα διαδρομή της δυτικής (ελληνόφωνης) θρησκευτικής σκέψης προς την ανατολικοποίηση – ασιατοποίησή της:  την προοδευτική βύθισή της στη μεταφυσική αοριστολογία και μυστικοπάθεια, την αναπόφευκτη προσέγγισή της με τις «εμπειρότερες» σε αυτά τα ζητήματα προσωασιατικές, κυρίως, θρησκείες, την υιοθέτηση της   θρησκευτικής εννοιολογίας  τους και την τελική καταβρόχθισή της από αυτές μέσω του χριστιανισμού.

Θα πρέπει πάντως να αναγνωριστεί, ότι η αν ελληνική θρησκεία  ήθελε να επιβιώσει μετά το θανάσιμο αθεϊστικό πλήγμα, δεν είχε άλλη επιλογή από το να στραφεί προς την «επανεγκυροποίησή» της δια της μεταφυσικής οδού. Μόνο έτσι θα μπορούσε να αποκτήσει μια κάποια σοβαροφάνεια έναντι του αμείλικτου αθεϊστικού ορθολογισμού. Τη συνέχιση του πλατωνικού έργου ανέλαβαν οι διάφοροι νεοπλατωνικοί, νεοπυθαγόρειοι και άλλοι επίγονοι. Έτσι στα τελικά της στάδια, αυτά της ύστερης αρχαιότητας, η ελληνική θρησκεία δεν δικαιολογεί με τίποτα την καλλιτεχνική αντιμετώπιση, που τής  επεφύλαξαν κάποτε οι έλληνες ποιητές. Π.χ. οι αμφισβητηθέντες έλληνες θεοί έχουν στην πλειοψηφία τους «θωρακιστεί» θεολογικά με αιγυπτιοασιατικές συγκρητιστικές «ενισχύσεις», κάτι που αποτελεί κανόνα για όλες σχεδόν τις θρησκείες της εποχής.

Οι ιδεολογικές ζυμώσεις, που οδήγησαν προοδευτικά στο χριστιανισμό: Είναι αναμενόμενο, ότι σε έναν ενοποιημένο κόσμο, όπως ο ρωμαϊκός, οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να συζητούν, να συγκρίνουν και να συναναζητούν σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, για ό,τι τους ενδιαφέρει. Από την άλλη, μετά την σύντομη αθεϊστική (σοφιστική) παρένθεση της αρχαίας Αθήνας ο αρχαίος κόσμος είχε επιστρέψει με περισσότερη ένταση στην εμμονή του με τη θρησκεία (κάτι, που εξηγεί και το ότι τα έργα των Σοφιστών και των προδρόμων τους Φυσικών φιλοσόφων είχαν σταματήσει να αντιγράφονται -και γι’ αυτό «χαθεί»- από την ελληνιστική κιόλας εποχή).

Έτσι, από το τεράστιο συγκρητιστικό χωνευτήρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αναδύονταν κατά καιρούς νεοφανείς θρησκείες με αξιώσεις παγκοσμιότητας. Όλα αυτά τα θεολογικά δόγματα προήλθαν και διαμορφώνονταν αυθόρμητα από τις ιδεολογικές ζυμώσεις της εποχής, οι οποίες -τότε- διεξάγονταν και εκφράζονταν μέσω της θρησκείας (σε πλήρη αντίθεση με τις αρχαίες ελληνικές πόλεις, όπου η πνευματική αναζήτηση δεν διεξήχθη ποτέ με όρους της θεολογίας / μεταφυσικής).

Οι διάφορες ηλιολατρείες, ο μιθραϊσμός και, τέλος, ο χριστιανισμός είναι οι γνωστότερες από αυτές. Ο μόνος τρόπος για να είχε αποτραπεί αυτή η εξέλιξη ήταν το να υπήρχε ένα ισχυρό αθεϊστικό / ορθολογικό ρεύμα, το οποίο θα επανέφερε την πνευματική αναζήτηση στις αυθεντικές ελληνικές επιστημονικές της καταβολές. Έτσι, όχι μόνο θα επανερχόταν η γνήσια κοινωνική και πολιτική αναζήτηση (δηλαδή χωρίς να διαστρεβλώνεται από την αντιορθολογική οπτική της θρησκείας), αλλά και το καταταλαιπωρημένο  φιλοσοφικό λεξιλόγιο θα έπαυε να είναι εργαλειακό υποχείριο της θεολογίας και θα ξαναποκτούσε την αρχική επιστημονική του  εγκυρότητα.

Όσο για τις υπόλοιπες διαδεδομένες φιλοσοφικές τάσεις της εποχής και συγκεκριμένα για τον Επικουρισμό και τον Στωικισμό, δεν είχαν διαρρήξει πλήρως τους δεσμούς τους με τη μεταφυσική και οι δύο δέχονταν ανεπιφύλακτα την ύπαρξη θεϊκών οντοτήτων, και οι δύο προέτρεπαν στην συμμετοχή και τήρηση των δημοσίων τύπων της λατρείας. Έτσι, παρά το ενδιαφέρον, που είχαν οι άλλες πλευρές της φιλοσοφίας τους, π.χ. τις θεωρήσεις τους περί ανθρώπινης ευδαιμονίας θα τις προσυπέγραφε ίσως κι ένας άθεος, παρέμεναν να προβάλλουν αδύναμα τις «εναλλακτικές» και  «εξορθολογισμένες» θεολογίες τους, σε έναν κόσμο με κρίση ταυτότητας, που βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη μεταφυσική χίμαιρα, μάλιστα οι στωικοί, που ερωτοτροπούσαν και με την αστρολογία, στο παρελθόν είχαν χρησιμοποιήσει όλη την επιρροή, που διέθεταν για να μην γίνει δεκτό από την επιστημονική κοινότητα της εποχής το ηλιοκεντρικό σύστημα του Αρίσταρχου του Σάμιου.

Oι θρησκείες της ύστερης αρχαιότητας ακολούθησαν μια κοινή πορεία μέσα από την συγκρητιστική  αλληλοπροσέγγισή τους.  Η συγκρητιστική αυτή αλληπροσέγγιση δεν ήταν τόσο αθώα όσο δείχνει αρχικά, αλλά αποτελούσε ταυτόχρονα και μέρος του δρόμου αυτών των θρησκειών προς την εξουσία. Γιατί τα ιερατεία που αναπτύσσονταν στον ρωμαϊκό κόσμο είχαν και πολυπληθή ποίμνια και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και, φυσικά, τους ανταγωνισμούς τους.

Η εύνοια της πανταχού παρούσας ρωμαϊκής εξουσίας εξασφάλιζε και τη δική τους δύναμη. Αλλά και το αντίθετο ίσχυε: η θρησκεία μπορούσε να κρατά υπό έλεγχο, για λογαριασμό της πολιτικής εξουσίας, τον πολυεθνικό πληθυσμό, αν μάλιστα ήταν και «παγκόσμια», τότε τους «χωρούσε» όλους, έτσι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μεταβλήθηκε με τον εκχριστιανισμό της στο πρώτο θρησκευτικό κράτος της Ιστορίας, δηλ. στο πρώτο κράτος, που αυτοπροσδιορίστηκε με θρησκευτικό τρόπο.

Έτσι τα διάφορα αναφυόμενα ιερατεία δεν δίσταζαν να οικειοποιούνται έννοιες των αντιπάλων τους, να λαϊκίζουν ακολουθώντας τις θρησκευτικές τάσεις και «μόδες», ή να καταχρώνται αδέξια το  ελληνόφωνο (όπως είχε καταντήσει – και όχι πλέον ελληνικό, φιλοσοφικό λεξιλόγιο, φανερώνοντας ταυτόχρονα την κενότητά τους (όπως αργότερα έκανε, επιδεξιότερα από όλους, ο χριστιανισμός.

Ο χριστιανισμός γεννήθηκε σαν μια ιουδαϊκή αίρεση δυσαρεστημένων από το επίσημο ιερατείο τους εβραίων. Ξεκίνησε σαν μια  από τις πολλές συνηθισμένες θρησκειούλες, που γεννιόντουσαν και πέθαιναν κάθε λίγο και λιγάκι στο ρωμαϊκό κόσμο. Ωστόσο, επιβίωσε, γιατί στα πρώτα κρίσιμα στάδια της ζωής του κατάφερε να συγκρητιστεί επιτυχώς και έτσι να διεθνοποιηθεί. Αν είχε παραμείνει στα στενά αρχικά του πλαίσια δεν θα ξέραμε καν ότι είχε υπάρξει.

Αντίθετα ο συνεχής συγκρητισμός του, η οικειοποίηση εννοιών και συμβόλων άλλων θρησκειών π.χ. ο τρόπος γέννησης, θανάτου και επαναφοράς τής κεντρικής θεϊκής του μορφής και, τέλος, η κατάχρηση τής απολύτως πρόσφορης πλατωνικής εννοιολογίας, τού έφτιαχναν ένα ακαταμάχητο «βιογραφικό» για την «πρόσληψή» του από τη ρωμαϊκή εξουσία. Είναι γεγονός, ότι πριν την επιβολή του ο χριστιανισμός υπήρξε μια εξαιρετικά ανεκτική θρησκεία, αφού κατά τη στιγμή εκείνη θύμιζε ελάχιστα το περιφρονημένο και άξεστο ιουδαϊκό αποπαίδι, που ήταν κάποτε.

Όσο για τους νεοπλατωνικούς / νεοπυθαγόρειους διανοούμενους, αιφνιδιάστηκαν χαρακτηριστικά από την άνοδο αυτού του «πληβείου» και «νεόπλουτου» αντιπάλου  τους, που είχε φτάσει να χειρίζεται τη γλώσσα τους, ίσως επιδεξιότερα κι από τους ίδιους. Δεν υπήρξαν λίγοι οι πλατωνικοί  «αυτομολήσαντες» στον χριστιανισμό (Ωριγένης, Συνέσιος κ.ά.)

Αλλά και οι εναπομείναντες στο πλατωνικό φιλοσοφικοθρησκευτικό στρατόπεδο πολύ σύντομα έκριναν -ηττοπαθώς- ότι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν τον ανταγωνιστή τους χωρίς να τού μοιάσουν.

Π.χ. ο φερόμενος ως ο κυριότερος πολέμιος του χριστιανισμού, ο Πορφύριος (συγγραφέας ενός δεκαπεντάτομου έργου «Κατά Χριστιανών», που αργότερα οι χριστιανοί αντίπαλοί του τό έκαψαν) αποδέχεται την γνωσιολογική προτεραιότητα της σκοταδιστικής χριστιανικής έννοιας τής «πίστης» έναντι της ελληνικής επιστημονικής έννοιας της «γνώσης» («πρέπει να πιστέψουμε ότι η στροφή προς τον Θεό είναι η μόνη μας σωτηρία», επιστολή  Προς Μαρκέλλαν, 24 –για να προλάβουμε όσους σπεύσουν να μιλήσουν για μεταγενέστερη χριστιανική παραχάραξη, η γνησιότητα της επιστολής δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν ερευνητή).

Ενώ επινοήθηκαν μέχρι και παγανιστικά ομοιώματα / αντίπαλα δέη του ανύπαρκτου χριστιανικού «Ιησού», όπως π.χ. ο εξ ίσου ανύπαρκτος «Απολλώνιος ο Τυανεύς». Ο δε αυτοκράτορας Ιουλιανός, παρά την αναντίρρητη παιδεία του και την ιδεολογική του συνέπεια, προέτρεψε σαν μέσο άμυνας τα μή χριστιανικά ιερατεία να μιμηθούν την «αποτελεσματική» οργάνωση του ανερχόμενου χριστιανικού (βλ. «επιστολή Αρσακίω αρχιερεί Γαλατίας»).

Μετά από τέτοιες νεοπλατωνικές ιδεολογικές αβαρίες και με αντιπάλους που αντέγραφαν δεύτεροι και καταϊδρωμένοι τα φτηνά  κολπάκια του, η προδιαγεγραμμένη ιδεολογική νίκη τού χριστιανισμού  ήταν απλώς θέμα  χρόνου. Και προς το τέλος της διαμάχης  οι πλατωνικοί επίγονοι, τό «sacred bureau» του «υψηλού» θρησκευτικού συγκρητισμού, κατέληξαν να μην διαφέρουν σε τίποτε απολύτως από τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον οποίο οι ίδιοι  είχαν, εν -αδικαιολόγητη- αγνοία τους, κυοφορήσει και εκθρέψει.

Η φιλοσοφική σκέψη τους τελευταίους  αιώνες της αρχαιότητας είχε καταντήσει φλύαρη μεταφυσική. Οι πιο πολλοί φιλόσοφοι ασχολούνταν με τον μυστικισμό, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στον χριστιανισμό. Ο Πλωτίνος (γ΄αι. μ.κ.ε.) στην προσωπική του ζωή ασκήτευε, φαίνεται όμως, πως τόσο πολύ είχε απομονωθεί, ώστε ενίοτε πάθαινε παρακρούσεις. Δίδασκε, ότι ο άνθρωπος προσωρινά μένει στον επίγειο κόσμο, ο προορισμός του είναι να φύγει και να συναντηθεί με το θεό, το οποίο μπορεί να επιτύχει μόνο με καθαρμούς, με ασκητικό βίο και με το βυθισμό του σε έκσταση. Επι πλέον αρνιόταν να γιορτάσει τα γενέθλιά του, διότι πίστευε, ότι η ημέρα των γενεθλίων πρέπει να είναι ημέρα πένθους. Το ίδιο ακολούθησε κι ο χριστιανισμός αργότερα, που  γιορτάζει την ημέρα θανάτου –κι όχι γέννησης- του κάθε αγίου.

Μετά από αδιάκοπες προσπάθειες  επτά αιώνων  για την αποκατάσταση του γοήτρου της θρησκείας, οι επίγονοι, της πλατωνικής  θρησκευόμενης επιστημονικοφάνειας, αλώθηκαν -όχι από τον αιώνιο αντίπαλό τους, την αθεϊα, αλλά- από έναν απρόβλεπτο (;) απόγονο της δικής τους θεολογίας (δηλαδή κατά βάθος από τον εαυτό τους, όπως άλλωστε τούς άξιζε).

Ο χριστιανισμός αποτελεί την ακρότατη συνέπεια τής απόρριψης της αθεΐας, που είχε συντελεστεί μερικούς αιώνες πριν στον κλασικό ελληνικό κόσμο. Αλλά ειδικά για τους πλατωνιστές, μυστικιστές και λοιπούς «λεπτώς και υψηλώς» θεολογούντες, ο χριστιανισμός αποτελεί την φυσιολογική τους ιστορική συνέχεια, αλλά και την επιβεβαίωση της λαϊκής ρήσης: «μόνοι τους τό έφαγαν το κεφάλι τους».

Η γενικευμένη στασιμότητα του ρωμαϊκού κόσμου γέννησε τέρατα: Ο ρωμαϊκός κόσμος υπήρξε ένας κόσμος στασιμότητας. Δεν σημειώθηκε η παραμικρή πραγματική πρόοδος σε κανέναν τομέα του επιστητού. Ακόμα και οι κοσμοϊστορικές τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής (αναφέραμε ήδη την ανακάλυψη της ατμοδύναμης, που επάνω της βασίστηκε η Βιομηχανική Επανάσταση του 18ου  αιώνα – δύο αιώνες μετά η ανθρωπότητα έφτασε στη Σελήνη) πέρασαν απαρατήρητες.  Η ρωμαϊκή κοινωνία δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να αξιοποιεί και να ενσωματώνει στην πορεία της τήν επιστημονική εξέλιξη.

Αγκυλωμένη και επαναπαυμένη στην απαρχαιωμένη δουλοκτησία δεν πραγματοποίησε το πέρασμα στην τεχνολογία και σε νέες μορφές παραγωγής και  οικονομίας, παρ’ όλο που τής παρεχόταν πλήρως η επιστημονική δυνατότητα.

Πολύ πριν η επιστήμη απαξιωθεί από τον χριστιανικό Μεσαίωνα είχε ήδη απαξιωθεί από τον αρχαίο (ρωμαϊκό) κόσμο. Δεν είναι ο χριστιανισμός μόνος υπεύθυνος για την υπερχιλιετή διακοπή της επιστημονικής εξέλιξης, όπως λανθασμένα πιστεύεται από ανθρώπους, που μόλις ανακαλύπτουν σοκαρισμένοι τόν όντως ολέθριο για τον πολιτισμό ρόλο του. Δεν είναι ο χριστιανισμός μόνος υπεύθυνος, που η Βιομηχανική Επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε 1.700 χρόνια νωρίτερα.

Ούτε είναι ο χριστιανισμός, που εμπόδισε να πάμε στη Σελήνη από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ο χριστιανισμός απλώς δαιμονοποίησε την επιστήμη, το μόνο που δεν είχαν κάνει οι -καχύποπτοι απέναντί της- ρωμαίοι), και έτσι παρέτεινε την απαξίωσή της, η οποία όμως είχε ήδη συμβεί προγενέστερα (αναφέραμε ήδη την επιτυχημένη αντίδραση των στωικών στην ηλιοκεντρική θεωρία.

Μια και αναφερθήκαμε στη δουλεία πρέπει να επισημανθεί, ότι επρόκειτο για μια γενικευμένη κατάσταση στην αυτοκρατορία. Αντίθετα με την αρχαία Ελλάδα, όπου η δουλεία υπήρξε ένα περιστασιακό και περιορισμένο φαινόμενο (κάτι που υποχρέωσε σε ανάπτυξη επιστημονικών μηχανικών και τεχνολογικών μεθόδων) , η Ρώμη δεν θα είχε σταθεί ούτε μια μέρα χωρίς μια απέραντη συνεχώς ανανεούμενη μάζα  δούλων.
Οι κοινωνίες που βασίζονται στη δουλεία δεν αναπτύσσουν ούτε πολιτική σκέψη, ούτε ιστορική συνείδηση, ούτε τεχνολογία, αφού το μόνο που τις απασχολεί είναι η ένοπλη επαγρύπνηση για την διατήρηση της δουλοκτητικής βάσης τους και η ακινητοποίηση του ιστορικού χρόνου στο σημείο που τις εξυπηρετεί. Ειδικά η τεχνολογική ανάπτυξη απειλεί τέτοιες κοινωνίες με πλήρη και άμεση ανατροπή της ζωτικής οικονομικής βάσης τους. Οι δουλοκτητικές κοινωνίες γρήγορα μετατρέπονται έτσι  σε δούλους τής παραγωγικής τους βάσης. Οι πνευματικές αναζητήσεις που αναπτύσσονται  εντός τέτοιων κοινωνιών δεν μπορούν παρά να καθαγιάζουν τη δουλεία.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι αμφισβήτηση της δουλείας έχουμε μόνο στην αρχαία Ελλάδα (ακριβώς επειδή η ελληνική οικονομία και ζωή δεν εξαρτιόταν από τη δουλεία – [2] ενώ στη Ρώμη δεν υπήρξε η παραμικρή αμφισβήτησή της, ούτε από τους πιο ανθρωπιστές διανοούμενους.

Αλλά ούτε και οι ίδιοι οι δούλοι αμφισβήτησαν ποτέ τη δουλεία: οι εξεγέρσεις των δούλων στην αυτοκρατορία κατέληγαν στο να αναπαράγουν εντός τών συλλογικοτήτων τών εξεγερμένων τα δουλοκτητικά σχήματα και δομές που εφάρμοζε η Ρώμη επάνω τους.

…βλ. την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση των εξεγέρσεων των δούλων στη Ρώμη, που κάνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στον Β’ τόμο της Ελληνικής Ιδιαιτερότητας, σελίδες 99-107. Το αποτέλεσμα ήταν οι πρωτοδιδάξαντες ρωμαίοι να συντρίβουν γρήγορα και παραδειγματικά τις εξεγέρσεις των δούλων. Η μόνη κοινωνικο-οικονομική «εξέλιξη», που στάθηκε δυνατό να πραγματοποιηθεί στον ύστερο αρχαίο κόσμο ήταν το επουσιώδες πέρασμα  από τη δουλεία στη δουλοπαροικία.

Όλοι, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, σκέφτονταν με όρους δουλείας. Αλλά, θα πρέπει να προσθέσουμε και με όρους θρησκείας. Θρησκεία και δουλεία είναι οι δύο κυρίαρχες εμμονές του κόσμου της ύστερης αρχαιότητας. Δεν έμενε παρά να συναντηθούν. Ο χριστιανισμός, μια θρησκεία δούλων, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη μήτρα για να κυοφορηθεί.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η στασιμότητα του αρχαίου κόσμου είναι απλώς ένα σχήμα, για να εξηγηθεί μια κατάσταση. Στη πραγματική ζωή δεν υπάρχει κατάσταση στασιμότητας, αφού η ζωή προχωρά, είτε το θέλουμε είτε όχι. Οι στάσιμες κοινωνίες αργά ή γρήγορα αντιμετωπίζουν κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού, ενώ  η ατομική και συλλογική ζωή φτάνουν να κυριαρχούνται από μια αίσθηση απαισιοδοξίας, αδιεξόδου και ματαιότητας.

Ο Dodds στο «Εθνικοί και χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας» παρουσιάζει μια πλειάδα κειμένων γνωστών μή χριστιανών συγγραφέων της εποχής (Πρόκλος, Πλωτίνος, Μάρκος Αυρήλιος κ.ά.), που εκφράζουν ακριβώς και επί λέξη αυτά τα συναισθήματα. Έτσι αποδεικνύεται, ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν ο «κακός του έργου», ο οποίος εισηγήθηκε ξαφνικά την απαξίωση του επιγείου κόσμου, αλλά ακριβώς εξέφρασε ένα αρκετά γενικευμένο συναίσθημα (το οποίο μάλιστα αφορούσε ανθρώπους ανεξαρτήτως κοινωνικής ή μορφωτικής στάθμης – έτσι εξηγείται και το ότι ο Χριστιανισμός απευθυνόταν πραγματικά σε όλους).

Στα τέλη της ύστερης αρχαιότητας τόσο οι εξουσιαστές, όσο και οι εξουσιαζόμενοι κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία το μέλλον, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Θα ήταν δύσκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποιός τελικά επέβαλε το Χριστιανισμό σε ποιόν; Η ρωμαϊκή εξουσία στα πλήθη που εξουσίαζε, ή το αντίστροφο; Θεωρούμε, ότι η διαδικασία ήταν σε μεγάλο ποσοστό αμοιβαία. Ο χριστιανισμός αποτέλεσε το σημείο σύγκλισης ενός ψυχικά άρρωστου κοπαδιού και μιας βαθιά προβληματισμένης εξουσίας εντός ενός  κόσμου, που είχε προσκρούσει στα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά του όρια.

Ο χριστιανισμός «βόλεψε» πολλούς είτε υλικά, είτε υπαρξιακά. Το ότι, μόλις έγινε ο εκλεκτός της εξουσίας, φέρθηκε με  πρωτοφανή βιαιότητα επί του πολιτισμού, που είχε αναλάβει να «σώσει» δεν σημαίνει, ότι δεν είχε ήδη αποκτήσει μια ευρεία βάση κοινωνικής αποδοχής (μια «κρίσιμη μάζα»). Το ότι έδρασε σαν πολιτισμικό πραξικόπημα δεν σημαίνει, ότι δεν είχε κερδίσει ήδη ένα προβάδισμα στη συλλογική ψυχική προδιάθεση.

Άλλωστε, την ίδια ευρεία συναίνεση είχαν π.χ.  και τα πρόσφατα ολοκληρωτικά καθεστώτα (Χίτλερ, Μάο, Μουσολίνι, Λένιν), και, όπως είναι γνωστό, τελικά ούτε αυτά απέφυγαν να κάνουν εκτεταμένη χρήση βίας εναντίον των πολλών επιμενόντων αντιφρονούντων.

Ο χριστιανισμός δεν ήλθε από το πουθενά, αλλά φαίνεται σαν η προδιαγεγραμμένη κατάληξη ενός κόσμου, που οι κεντρικές φαντασιακές του σημασίες προέρχονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη θρησκεία (δεν είναι τυχαίο, το ότι σε όλη την  δήθεν «ανεκτική» αρχαιότητα, οι άθεοι υπήρξαν ανέκαθεν είτε κοινωνικά στιγματισμένοι, είτε διωκόμενοι). Είναι η τελευταία πράξη ενός ιστορικού δράματος.

Και πραγματικά «έσωσε» αυτόν τον κόσμο αφού καθαγίασε όλες τις κυρίαρχες αξίες του, την δουλεία, την υποταγή και εκμηδένιση μπροστά στον κάθε εγκόσμιο και υπερκόσμιο μπαμπούλα, την απαξίωση της ζωής, την πνευματική στασιμότητα και θάνατο (καθαγιασμό, που καμία προγενέστερη φιλοσοφία  δεν είχε προλάβει να κάνει ανοιχτά -αν και ο πλατωνισμός τόν είχε υπαινιχθεί εμφανώς).

Κάνουν λάθος όσοι νομίζουν, ότι ο χριστιανισμός είναι υπεύθυνος για την «παρακμή» του αρχαίου κόσμου. Είναι απλά η φυσιολογικότερη εκδήλωση αυτής της «παρακμής» και τη θέση του θα μπορούσε να έχει πάρει οποιαδήποτε άλλη από τις μαζικές ψυχοθρησκευτικές παρακρούσεις, που γεννοβολούσε μαζικά η ύστερη αρχαιότητα, αρκεί να υπενθυμίσουμε, ότι ο αυτοκράτορας -και άγιος- Κωνσταντίνος μέχρι τις τελευταίες του ώρες ταλαντευόταν, για το εάν θα επισημοποιούσε το χριστιανικό, ή κάποιο άλλο από τα τόσα ιερατεία, που περίμεναν στον προθάλαμο της ρωμαϊκής εξουσίας.
Όσο πιστεύουμε αφελώς, ότι ο χριστιανισμός ήταν ο «κακός του έργου» και ότι εμφανίστηκε από το πουθενά, για να καταστρέψει τον «αθώο» αρχαίο κόσμο, δεν θα κατανοήσουμε ποτέ τις αιτίες που τον γέννησαν και τον εξέθρεψαν. Δεν θα κατανοήσουμε ποτέ, ότι ο Μεσαίωνας κυοφορήθηκε αργά και σταθερά στον αρχαίο κόσμο, με διαδικασίες απολύτως φυσιολογικές και αναμενόμενες.
Και όσο αναπαράγουμε στο ιδεολογικό επίπεδο τις αιτίες αυτές, δηλαδή όσο δεν επιχειρούμε το εξελικτικό άλμα προς την ελευθερία από θεούς και αφέντες, ο Μεσαίωνας, με χριστιανική ή άλλη μορφή δεν έχει σημασία, θα παραμένει  φρεσκότατος στην ιστορική «κατάψυξη» προς χρήση των εξουσιαστών του μέλλοντος.