Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Λίγα λόγια για το Στύλ.....

Και επειδή τον τελευταίο καιρό διαβάζω πολλά και διάφορα για το στύλ..
και επειδή χρησιμοποιώ ευρέως τη λέξη....
και μου αρέσει.....πολύ....
θα γράψω δυο λογάκια...που εκφράζουν εμένα ..έτσι στα γρήγορα ...

Το.. Στυλ ...είναι να ξέρεις ποιος είσαι,
τι θέλεις να πεις και να μη σου καίγεται καρφί....
Και λέγοντας Στυλ εννοώ...είναι το σύνολο των επιλογών μας...
Ακολουθώντας την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων,
η μόδα γιγαντώθηκε παραγκωνίζοντας το στυλ.
Έγινε έκφραση του «πόσα βγάζω» αλλά και της οικονομικής ευμάρειας.

Το στυλ δεν απαιτεί χρήματα, ούτε πιστωτικές κάρτες
ενώ αντιθέτως χρειάζεται θάρρος και δημιουργικότητα
καθώς αποτελεί ένα μοναδικό μίγμα ουσίας και πνεύματος,
μια προσωπική «δήλωση» του ποιά είμαι και τι θέλω.
Είναι δηλαδή, μια έκφραση της διαφορετικότητας και μοναδικότητάς μας.

Η μόδα έχει σχέση με το παροδικό, το προσωρινό,
ενώ αντίθετα το στυλ αποκτιέται και εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Είναι κι αυτό ρευστό, αλλά επηρεάζεται από παράγοντες προσωπικούς,
όπως η ηλικία, η εργασία, το περιβάλλον, οι συνθήκες της ζωής μας.

Ωστόσο, είναι στην ουσία του πιο δημοκρατικό,
καθώς όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φυλής ή οικονομικής κατάστασης,
ανεξαρτήτως προσωπικότητας και εργασίας, μπορούν να έχουν τη δική τους προσωπική έκφραση.
Στην πραγματικότητα το στυλ αποτελεί μια δήλωση ευζωίας,
κι αυτό γιατί δεν απαιτεί συγκεκριμένα κιλά ή σωματότυπο για να επιτύχεις το αποτέλεσμα που επιθυμείς.

Αρκεί απλώς το γεγονός ότι είσαι και νιώθεις καλά, να είσαι υγιής και να έχεις ενδιαφέροντα....

Το Στυλ..δηλώνει μια ζωή γεμάτη, δραστήρια, ενθουσιώδη,
μια ζωή όπου ζεις την κάθε μέρα της
και δεν περιμένεις παθητικά να περάσει.

Η μόδα περνάει...αλλά το στυλ παραμένει....
Για να είναι κάποιος αναντικατάστατος, πρέπει πάντα να είναι διαφορετικός...

Μαρία Ιωσηφίδου

ΟΙ ΑΤΑΚΕΣ....

Ώρες ώρες...
απορώ πως βγαίνουν κάποια αποφθέγματα.
Πως σκέφτονται και συνδυάζουν κάποιες φράσεις
με τόσο έξυπνο τρόπο
ώστε να βγει μια ατάκα που θα μείνει για πάντα;
Αλλά κυρίως μια ατάκα που θα σε κάνει να γελάσεις,
να στεναχωρηθείς, να σκεφτείς, να προβληματιστείς, να χαμογελάσεις;
Μια τέτοια ατάκα-φράση βρέθηκε μπροστά μου έτσι απλά.
Την ανέβασε μια κοπέλα και τολμώ να πω με τράβηξε:
"Φοβάμαι μήπως συνηθίσω έτσι. Πάντα από μακριά να σ’ αγαπώ".
Δυνατό. Πολύ δυνατό....

Κυρίως αν αναλογιστεί κανείς το ότι είναι του Γιώργου Σεφέρη.
Αλλά κυρίως αν αναλογιστούμε το νόημα της.
Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η αγάπη δίχως ανταπόκριση θα σκεφτεί ο ένας.
Το απωθημένο, θα ψιθυρίσει ο άλλος.
Η αγάπη που υπάρχει ανεξαρτήτως των συνθηκών, θα φωνάξει ο άλλος.
Είναι ο συνδυασμός των τριών αυτών συναισθημάτων.

Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας,
ένα δίχως ανταπόκριση συναίσθημα που με τον καιρό όχι μόνο δεν μπόρεσες να το ξεπεράσεις
αλλά αντίθετα το κατέπνιξες τόσο πολύ που σου έγινε απωθημένο.
Ένα απωθημένο που με τον καιρό το ξεπερνάς,
με τα συναισθήματα να φθείρονται και να ξεχνιούνται.
Το μόνο που μένει είναι η αγάπη για ένα πρόσωπο που στην ουσία δεν είχες,
έχεις και λογικά (πάντα) δεν θα έχεις ποτέ...

Μια αγάπη από μακριά.
Αρχίζω να πιστεύω ότι οι μεγαλύτερες αγάπες είναι αυτές που υπάρχουν,
ακόμα κι όταν δύο άνθρωποι δεν είναι μαζί...

Γιατί αγαπάς κάποιον είτε είναι δίπλα σου, είτε όχι.
Θέλεις πάντα να είναι καλά, ακόμα και από απόσταση...

Γιατί οι άνθρωποι δεν έρχονται κοντά από επιλογή
αλλά τους φέρνει η μοίρα, και δεν απομακρύνονται λόγο της μοίρας,
αλλά από επιλογή....

Μαρία Ιωσηφίδου

Τι συμβουλεύει ο Σοπενχάουερ για την γνώμη των άλλων;

 Το τι παριστάνει κανείς, η ύπαρξή μας δηλ. στην γνώμη των άλλων, προσλαμβάνει καθολικά μία σημασία -ως συνέπεια μιας ιδιαίτερης αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης -υπερβολικά μεγάλη, παρότι και ο πλέον επιπόλαιος στοχασμός θ’ αρκούσε για να μας διδάξει ότι τούτο, καθ’ εαυτό, είναι για την ευτυχία μας επουσιώδες.
 
Συνεπώς, είναι μόλις και μετά βίας εξηγήσιμο το πόσο ό καθένας χαίρεται μέσα του όποτε αντιλαμβάνεται σημεία που προδίδουν ότι οι άλλοι έχουν ευνοϊκή γνώμη γι’ αυτόν και κολακεύουν την ματαιοδοξία του. Συχνά, τέτοια σημεία τον παρηγορούν για μια απτή κακοτυχία ή για την φειδωλότητα με την οποία ρέουν γι’ αυτόν οι δυο κυρίες πηγές της ευτυχίας μας, τις όποιες πραγματευθήκαμε ως τώρα. Αλλά και αντίστροφα, είναι απορίας άξιον το πόσο σίγουρα τον θίγει και πόσο βαθιά συχνά τον πληγώνει κάθε προσβολή της φιλοδοξίας του -υπό οποιαδήποτε έννοια, σε οποιονδήποτε βαθμό και ως προς οτιδήποτε-, κάθε εκδήλωση περιφρόνησης κάθε παραγκωνισμός, κάθε σημείο έλλειψης σεβασμού
 
Η ιδιότητα αυτή, καθόσον αποτελεί την βάση για το αίσθημα της φιλοτιμίας, μπορεί, βέβαια, να έχει ευεργετικές συνέπειες για την καλή διαγωγή πολλών ανθρώπων ως υποκατάστατο της ηθικής τους· όμως, για την προσωπική ευτυχία, για την αταραξία και ανεξαρτησία, την τόσο ουσιαστικής σημασίας για την ευτυχία του ανθρώπου, ή επίδρασή της είναι μάλλον οχληρή κι επιζήμια παρά επωφελής. Ώς εκ τούτου και από την οπτική μας γωνία, είναι ενδεδειγμένο να της βάλουμε όρια και, μέσω του κατάλληλου στοχασμού και της ορθής αποτίμησης της αξίας των σχετικών αγαθών, να μετριάσουμε, κατά δύναμιν, την μεγάλη εκείνη ευαισθησία για την γνώμη των άλλων, και μάλιστα τόσο όταν ή ευαισθησία αυτή κολακεύεται όσο και όταν πληγώνεται, καθώς αμφότερες οι πλευρές της αποτελούν τις δυο όψεις του αυτοί νομίσματος. Ειδάλλως, παραμένει κανείς υποχείριος της γνώμης και της εντύπωσης των άλλων:
 
Sic leve, sic parvum est, animum quod laudis avarum
Submit ac reficit.
(Τόσο ελαφρύ, τόσο μικρό είναι αυτό που ρίχνει ή ανεβάζει
Την ψυχή που δίψα για έπαινο
- Οράτιος, «Επιστολές» Β', I, 79].
 
Σύμφωνα με τούτα, ή ορθή αποτίμηση της αξίας του τί είναι κανείς καθ’ εαυτόν και για τον εαυτό τον κατ’ αντιπαραβολή προς το τί είναι απλώς στα μάτια άλλων θα συμβάλει ιδιαίτερα στην ευτυχία μας. Ο πρώτος όρος της σύγκρισης περιλαμβάνει το συνολικό περιεχόμενο του χρόνου της ύπαρξής μας, το εσωτερικό δηλ. περιεχόμενο αυτής της ίδιας, συνεπώς, όλα τα αγαθά που εξετάσαμε στο πλαίσιο των κατηγοριών «τί είναι κανείς» και «τί έχει κανείς», καθώς ή έδρα, το πεδίο δράσης όλων αυτών είναι το προσωπικό συνειδέναι του καθενός· ή έδρα, απεναντίας, του τί είμαστε για τούς άλλους είναι ή συνείδηση αυτών: ή παράσταση, ή εικόνα, με την όποια εμφανιζόμαστε εκεί, συμπεριλαμβανομένων και των εννοιών που εφαρμόζονται επ’ αυτής. Τούτα ( είναι πράγματα που δεν υφίστανται για μάς καθόλου άμεσα, αλλά μόνον έμμεσα, καθόσον δηλ. ή συμπεριφορά των άλλων απέναντι μας καθορίζεται απ’ αυτά. Αλλά και τούτη επίσης δεν αποκτά σημασία παρά μόνο καθόσον επηρεάζει κάτι διά του οποίου μπορεί να τροποποιηθεί το τί είμαστε καθ’ εαυτούς και για τους εαυτούς μας.

Εξάλλου, το τί διαδραματίζεται στο συνειδέναι ενός άλλου είναι για μάς, καθ’ εαυτό, αδιάφορο. Θα γίνουμε δε όντως αδιάφοροι γι’ αυτό όταν λάβουμε επαρκή γνώση σχετικά με την έπιφανειακότητα και την μηδαμινότητα των σκέψεων, τα στενά όρια των εννοιών, την ευτέλεια του φρονήματος, την διαστροφή των απόψεων και το πλήθος των πλανών πού χαρακτηρίζει την συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, καθώς επίσης και όταν μάθουμε, από προσωπική πείρα, με τί περιφρόνηση μιλούν οι άνθρωποι για κάποιον μόλις πάψει να υφίσταται λόγος να τον φοβούνται ή πιστέψουν ότι δεν θα φθάσει στα αυτιά του- οριστικά δε, αφοί ακούσουμε μία φορά με τί απαξία μιλούν μια ντουζίνα κουφιοκέφαλοι για έναν μεγάλο άνδρα.
 
Ούτως ή άλλως, από μία τέτοια πενιχρή πηγή, εξαρτάται για την ευτυχία του μόνον όποιος δεν την βρίσκει στις δύο κατηγορίες αγαθών πού ήδη πραγματευθήκαμε, αλλά πρέπει να την αναζητήσει σ’ αυτή την τρίτη, όχι δηλ. στο τί πραγματικά είναι, αλλά στο πώς εμφανίζεται στους άλλους· διότι, όλως, βάση της οντότητας μας κι άρα και της ευτυχίας μας είναι ή ζωική μας φύση. Για τον λόγο αυτόν, το ουσιαστικότερο για την ευημερία μας είναι ή υγεία, κατόπιν δε αυτής τα μέσα για την επιβίωσή μας, για μία δηλ. αμέριμνη διαβίωση. Ή τιμή, ή λαμπρότητα, οι βαθμοί και ή δόξα, όση σημασία και αν τους αποδίδουν κάποιοι, δεν μπορούν ν’ ανταγωνισθούν τα ουσιώδη εκείνα αγαθά ούτε να τα αντικαταστήσουν απεναντίας, εάν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, θα μπορούσαν, χωρίς ενδοιασμό, να θυσιαστούν χάριν αυτών.
 
Ώς εκ τούτου, είναι αποφασιστικής σημασίας για την ευτυχία μας να εννοήσουμε το απλό αυτό πράγμα ότι ό καθένας ζει, κατ’ αρχάς και κατ’ ουσία, μέσα στο πετσί του και όχι στην γνώμη των άλλων και ότι, συνεπώς, ή πραγματική και προσωπική κατάστασή μας, όπως αυτή καθορίζεται από την υγεία, την ιδιοσυγκρασία, τις ικανότητες, τα εισοδήματα, την γυναίκα και τα παιδιά, τους φίλους, τον τόπο κατοικίας κοκ., είναι εκατό φορές σημαντικότερη για την ευτυχία μας από το τί εικόνα πλάθουν για μάς οι άλλοι κατά την βούλησή τους. Ή χίμαιρα πώς ισχύει το αντίθετο μόνο δυστυχία προκαλεί.

Ή εμφατική διακήρυξη «πάνω από την ζωή είναι ή τιμή» δεν δηλώνει ουσιαστικά παρά το εξής: «ύπαρξη και ψυχική ευφορία δεν σημαίνουν τίποτε- απεναντίας, το ζήτημα είναι τί οι άλλοι σκέπτονται για μάς». Ή διακήρυξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί, στην καλύτερη περίπτωση, μία υπερβολή με βάση την πεζή αλήθεια ότι, για την προαγωγή και την διατήρηση της θέσης μας κατά την συνύπαρξη με τους άλλους, ή τιμή, ή γνώμη δηλ. άλλων για μάς, είναι απολύτως αναγκαία - ένα θέμα στο όποιο θα επανέλθω αργότερα. Το ότι, αντίθετα, βλέπουμε πώς σχεδόν τα πάντα για τα οποία οι άνθρωποι πασχίζουν ακαταπόνητα και διά παντός του βίου, διεξάγοντας αγώνα ακατάπαυστο και αντιμετωπίζοντας μύριες αντίξοες κι επικίνδυνες καταστάσεις, δεν έχουν ως σκοπό παρά την άνοδο στην υπόληψη άλλων -καθώς όχι μόνον οι θώκοι, οι τίτλοι και τα παράσημα, αλλά και τα πλούτη, ακόμη δε και οι επιστήμες και οι τέχνες επιδιώκονται, κατά βάθος και κυρίως, χάριν του σκοπού αυτοί-, με την κατάκτηση περισσότερου σεβασμού άλλων να συνιστά το έσχατο τέλος των πράξεών τους - όλα αυτά δεν αποδεικνύουν, δυστυχώς, παρά ένα μόνο πράγμα, το μέγεθος της ανθρώπινης ανοησίας.
 
Το ν’ αποδίδει κανείς υπερβολική αξία στην γνώμη άλλων είναι μία καθολικά κρατούσα παράνοια, ή οποία -είτε έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη φύση είτε γεννήθηκε ως συνέπεια της κοινωνίας και του πολιτισμού- ασκεί εν πάση περιπτώσει μία επίδραση υπέρμετρη και άπάδουσα με την ευτυχία μας, επίδραση την όποια μπορούμε να παρακολουθήσουμε από εκεί που εμφανίζεται με την μορφή της φοβισμένης και δουλικής έγνοιας για το qu’on dira-t-on  (τί θα πει ό κόσμος), μέχρι εκεί που βυθίζει το στιλέτο του Βιργινίου στην καρδιά της κόρης του ή παρασύρει τον άνθρωπο να θυσιάσει χάριν της υστεροφημίας του την υγεία, την γαλήνη και τα πλούτη του, ενίοτε δε και την ίδια του την ζωή. Ή παράνοια, πάντως, αυτή παρέχει σ’ όποιον καλείται να εξουσιάσει ή, άλλως, να χειραγωγήσει τους ανθρώπους μία πρόσφορη λαβή· ως εκ τούτου, ή οδηγία να διατηρείται ζωηρό και να διεγείρεται το αίσθημα της φιλοτιμίας κατέχει κεντρική θέση σε κάθε είδους τέχνη του στρατιωτικώς έκπαιδεΰειν. Όμως, ως προς την προσωπική ευτυχία του ανθρώπου, το αντικείμενο δηλ. της θεώρησής μας εδώ, τα πράγματα έχουν εντελώς διαφορετικά: πρέπει ν’ αποτρέψουμε εμφατικά τους ανθρώπους από το ν’ αποδίδουν υπερβολική άξια στην γνώμη άλλων.

Εάν, παρά ταύτα, -όπως διδάσκει ή καθημερινή πείρα-αυτό όντως συμβαίνει, εάν δηλ. οι περισσότεροι άνθρωποι αποδίδουν την μεγίστη άξια στην γνώμη άλλων και φροντίζουν περισσότερο για τούτη απ’ ότι για τα όσα είναι γι’ αυτούς, ως διαδραματιζόμενα στο δικό τους συνειδέναι, άμεσα υφιστάμενα, εάν συνεπώς τούς φαίνεται -κατ’ αντιστροφή της φυσικής τάξης- πώς ή μεν γνώμη των άλλων είναι το πραγματικό, τα δε διαδραματιζόμενα στην δική τους συνείδηση το ιδεατό μέρος της ύπαρξής τους, εάν, λοιπόν, ανακηρύσσουν το παράγωγο και δευτερεύον στο κύριο θέμα και κόπτονται περισσότερο για το είδωλο του εαυτού τους στο μυαλό άλλων απ’ ότι γι’ αυτόν τον ίδιο τον εαυτό τους - τότε αυτή ή άμεση υψηλή εκτίμηση εκείνου πού, άμεσα, δεν υφίσταται καθόλου για μάς δεν είναι άλλη παρά ή ανοησία εκείνη πού ονομάστηκε κενοδοξία, να-nitas, ώστε να χαρακτηρίσει και με την ίδια την λέξη το κενόν και ανούσιων αυτής της έπιδίωξης.91 Επίσης, από τα ανωτέρω, εύκολα μπορεί κανείς να εννοήσει ότι ή ματαιοδοξία, όπως άλλωστε και ή φιλαργυρία; αποτελεί υποπερίπτωση της πλάνης να λησμονεί κανείς τον σκοπό χάριν των μέσων.
 
Και πράγματι, ή άξια πού αποδίδουμε στην γνώμη άλλων και ή διαρκής μας μέριμνα γι’ αυτήν υπερβαίνει, κατά κανόνα, κάθε λογική στοχοθεσία, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος καθολικά διαδεδομένης ή μάλλον ενδιάθετης μανίας. Για κάθε τι πού πράττουμε ή δεν πράττουμε λαμβάνουμε υπόψη, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την γνώμη άλλων, από δε την έγνοιά μας γι’ αυτήν προέρχονται, εάν το εξετάσει κανείς προσεκτικά, οι μισές σχεδόν από τις στενοχώριες και τούς φόβους πού έχουμε ποτέ νιώσει, καθώς ή έγνοια τούτη κρύβεται πίσω από όλη την αξιοπρέπεια μας -την τόσο συχνά θιγόμενη καθότι τόσο νοσηρά εύθικτη-, πίσω απ’ όλες τις ματαιοδοξίες και αξιώσεις μας, καθώς επίσης και πίσω από την έπιδειξιομανία και μεγαλορρημοσύνη μας. Χωρίς αυτή την έγνοια και μανία, ή πολυτέλεια δεν θα είχε παρά το ένα δέκατο της σημασίας πού έχει τώρα.

Δείτε σε μικροσκόπιο το τσίμπημα της τσούχτρας

Οι μέδουσες είναι θαλάσσια ασπόνδυλα (κνιδόζωα) της τάξης σκυφόζωα. Πρόκειται για πλαγκτονικούς οργανισμούς, οι οποίοι απαντώνται σε όλες τις θάλασσες του κόσμου.
 
Αντιπροσωπεύουν το κυρίαρχο στάδιο του βιολογικού κύκλου των κοιλεντερωτών, υδρόζωων (υδρομέδουσες, που έχουν ένα κράσπεδο, που περιβάλλει την κοιλότητα που σχηματίζεται κάτω από την «ομπρέλα» τους) και σκυφόζωων (που δεν έχουν κράσπεδο) (σκυφομέδουσες).
 
Ζουν σε ομάδες και το τσίμπημά τους προκαλεί κνησμό και παράλυση της λείας τους. Τρέφονται με μικρά ψάρια και ζωοπλαγκτόν, τα οποία συλλαμβάνουν με τα πλοκάμια τους.
 
Είναι γνωστότερες με την κοινή ονομασία τσούχτρες.
 

Αρχαίων Ελλήνων ευφυολογήματα -Αριστοτέλης


Ο Βασιλιάς Φίλιππος θέλοντας να διαπαιδαγωγήσει σωστά τον Αλέξανδρο και λίγους ακόμα επιλεγμένους νέους, ανέθεσε στον Αριστοτέλη την εκπαίδευση τους σε όλους τους τομείς και επιστήμες εκείνης της εποχής. Έτσι κι έγινε.

Μετά κανένα από λίγο καιρό ο Φίλιππος ρώτησε τον σπουδαίο Φιλόσοφο πως πάνε τα μαθήματα. Πολύ καλά του λέει ο Αριστοτέλης.

“Δηλαδή έχετε ξεκινήσει αριθμητική, γεωμετρία, Φιλοσοφία” κ.λπ., ρώτησε ο Φίλιππος.

“Όχι ακόμα Φίλιππε”, απάντησε ο Αριστοτέλης, αλλά σύντομα.

Την ίδια ερώτησε έκανε και μετά κανένα λίγους μήνες, και πήρε την ίδια απάντηση. Εκνευρισμένος ο Φίλιππος, ρώτησε τον Αριστοτέλη τι τους μαθαίνει τόσο καιρό...

Και ο Αριστοτέλης του έδωσε την εξής απάντηση:
 
“Τους  μαθαίνω να σκέφτονται σωστά”. 

Λογική

 Η λογική είναι η επιστήμη τού ορθού λόγου, της ορθής νόησης και τού ορθώς διανοείσθαι. Είναι τμήμα της Φιλοσοφίας που ερευνά τις διαδικασίες και τη δομή της σκέψης για να καθορίσει την ορθότητα και την τυπική συνάφειά τους, ανεξάρτητα από τον τρόπο ερμηνείας της φύσης και της διάρθρωσης της πραγματικότητας (μεταφυσική) καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο η σκέψη τη γνωρίζει (γνωσιολογία).

Ο ορισμός αυτός όμως δεν εξαντλεί όλη την ποικιλία των σημασιών που ο όρος λογική έχει λάβει στην ιστορία της σκέψης και τις οποίες διατηρεί έως τις ημέρες μας. Είναι σκόπιμο λοιπόν να δοθεί μια γενική εικόνα του πώς εμφανίστηκε η ίδια η ιδέα της λογική και ποιες εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί.

Αν και η εισαγωγή του όρου λογική στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο δεν είναι ίσως παλαιότερη από τον στωικισμό (ο Αριστοτέλης δεν τον χρησιμοποιεί και κάνει λόγο μάλλον για «αναλυτική»), η ιστορία του προβλήματος είναι αρκετά παλαιότερη.

Στην αρχαϊκή φάση της ελληνικής σκέψης, ο όρος λόγος (από τον οποίο προέρχεται και η λέξη λογική) δήλωνε τόσο την ομιλία όσο και τη σκέψη (στον βαθμό που αυτή εκφράζεται προφορικά με την ομιλία)· και επειδή αυτή η σκέψη εξεταζόταν κυρίως από την άποψη της αλήθειας της, δηλαδή ως σκέψη «ενός πράγματος που υπάρχει αληθινά», γεννιόταν μια άμεση και αυθόρμητη συμφωνία ανάμεσα στη γλώσσα, στη σκέψη που εκφράζεται με τη γλώσσα καθώς και στην πραγματικότητα που γίνεται γνωστή στη σκέψη και εκφράζεται στη γλώσσα. Αυτή η αρχαϊκή συμφωνία –που συναντάται σε μεγάλη έκταση σε όλους τους προσωκρατικούς, αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανής στον Ηράκλειτο και στον Παρμενίδη– δεν ήταν άλλη επομένως παρά η αρχική εννοιολογική αοριστία της λογική, γνωσιολογική και μεταφυσική, που έγινε μεγαλύτερη επειδή συνδέθηκε μαζί της μια άλλη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια των πραγμάτων βρίσκεται στο σχήμα τους, δηλαδή στη μορφή με την οποία εμφανίζονται στο μάτι εκείνου που τα αντιλαμβάνεται: λογική της λέξης και λογική της όρασης βρίσκονται έτσι στη βάση της γένεσης της κλασικής λογική.

Μέγιστα τεκμήρια αυτής της αρχαϊκής νοοτροπίας είναι από τη μία η φιλοσοφία του Ηράκλειτου και από την άλλη η ελεατική φιλοσοφία, αντίθετες λύσεις μιας κοινής προβληματικής: η αντίφαση που ενυπάρχει σε κάθε ξεχωριστό πράγμα (στον βαθμό που μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτό ότι «είναι» εκείνο το πράγμα και «δεν είναι» τα άλλα, και επομένως ότι, συγχρόνως, «είναι και δεν είναι») οδηγεί πράγματι τον Ηράκλειτο να δει στην αντίθεση και στην αντίφαση τη θεμελιώδη δομή της πραγματικότητας και την αιτία του γίγνεσθαί της. Και ο Παρμενίδης επίσης ξεκινά από την ίδια άποψη, αλλά για να αρνηθεί, ακριβώς γι’ αυτό, την πραγματικότητα των επιμέρους πραγμάτων, να τα αναγάγει σε απλό απατηλό φαινόμενο και για να τα αντιπαραθέσει σε εκείνο το μοναδικό ον για το οποίο μπορεί να ειπωθεί μόνο ότι «είναι» και ότι, ως απαλλαγμένο από κάθε περαιτέρω κατηγόρημα, ποτέ δεν του αντιλέγεται κανένα «δεν είναι».

Η ιστορία της κατάλυσης της αρχαϊκής αυτής νοοτροπίας, η οποία αρχίζει, σε μορφή έστω μόνο ειρωνική και αρνητική, με τους σοφιστές (κυρίως με τον Γοργία) και γίνεται θετική με τον Σωκράτη και με τον Πλάτωνα ώσπου να φτάσει στην ολοκλήρωσή της με τον Αριστοτέλη, είναι επομένως το αναγκαίο ιστορικό προηγούμενο στην ιστορία της λογική που αρχίζει ακριβώς με τον Αριστοτέλη.
Ξεκινώντας από τον ίδιο σοφιστικό υποκειμενισμό, ο Σωκράτης αναζήτησε τη δυνατότητα να φτάσει σε εκείνες τις σταθερές και αναλλοίωτες αλήθειες που ζούσαν στη σκέψη των ανθρώπων και μπορούσαν να αντληθούν με τη μεθοδική χρησιμοποίηση της συζήτησης, της έρευνας και της αμφιβολίας. Έτσι ο Αριστοτέλης μπόρεσε να του αποδώσει την ανακάλυψη των «επαγωγικών συλλογισμών» («επακτικών λόγων») ή τους «δι’ εννοιών ορισμούς» («ορίζεσθαι καθ’ όλου») και η μεταγενέστερη παράδοση την ανακάλυψη της «εννοίας» ή μάλλον της «εννοίας της εννοίας».

Αλλά η σωκρατική ερώτηση, διατυπωμένη με το σχήμα «τι είναι;», επανέφερε στο προσκήνιο όλα τα προβλήματα που ενυπήρχαν στην ελεατική της βάση. Εξηγείται έτσι πώς ένας σοφιστής, ο Λυκόφρων, σκεπτόταν ότι αποφεύγει εκείνα τα προβλήματα με το να αποφεύγει να χρησιμοποιεί το ρήμα «είναι»· ή πώς στους κυνικούς και στους μεγαρικούς φαινόταν αδύνατο να διατυπώσουν μια κρίση με κατηγορούμενο διαφορετικό από το υποκείμενο και περιορίζονταν γι’ αυτό στη διατύπωση ταυτολογικών κρίσεων («ο άνθρωπος είναι ο άνθρωπος»).

Η προβληματική αυτή βρίσκεται στη βάση της ίδιας της πλατωνικής σκέψης: οι ιδέες, αν από τη μια πρέπει να εγγυώνται, με τη διαρκή τους σταθερότητα και τη μορφική συνάφειά τους, την αντικειμενικότητα του πραγματικού και της αλήθειας, πρέπει επίσης, από την άλλη, να εγγυώνται το θεμέλιο και τη δυνατότητα της κρίσης και του λόγου. Κάθε ιδέα, ως «ταυτόσημη» με τον εαυτό της και «διαφορετική» από τις άλλες, εισέρχεται σε μια πλοκή σχέσεων με τις άλλες ιδέες και με τα αισθητά πράγματα, που είναι έργο της διαλεκτικής να διερευνήσει. Και η διαλεκτική χρησιμοποιεί, γι’ αυτό τον λόγο, τη «διαιρετική» μέθοδο, η οποία, κάνοντας διάκριση ανάμεσα στο «ταυτόν» και στο «έτερον», αποκαλύπτει το «κοινόν» και την «ετερότητα» των γενών και των ιδεών. Η αντίθεση ανάμεσα στο «είναι» και στο «μη είναι» λυνόταν έτσι ολοκληρωτικά με την αντίθεση ανάμεσα στο «είναι ταυτόν» και στο «είναι έτερον», με την αντίθεση ανάμεσα στις δύο διαφορετικές σημασίες της λέξης «είναι»: έτσι η ελεατική άποψη δεχόταν αποφασιστικό πλήγμα.

Πράγματι ο Αριστοτέλης συνέχισε, από αυτή την άποψη, την ανάλυση του Πλάτωνα, και με τη φράση «για το είναι γίνεται λόγος υπό πολλές έννοιες» διατύπωσε την οριστική ανασκευή του ελεατισμού, βρίσκοντας έτσι τον δρόμο μιας επεξεργασίας της λογική αποδεσμευμένης από άμεσες μεταφυσικές προκαταλήψεις.

Οι «πολλές έννοιες υπό τις οποίες γίνεται λόγος για το είναι» είναι οι «κατηγορίες» ή τα κορυφαία γένη όλων των δυνατών κατηγοριών: η σύνδεση ενός κατηγορουμένου με ένα υποκείμενο δίνει αφορμή σε μια κρίση ή πρόταση, ενώ η σύνδεση προτάσεων γεννά έναν συλλογισμό ή λόγο. Συνάπτονται έτσι στην αριστοτελική διδασκαλία δύο στοιχεία: το νοητικό ή της άμεσης εποπτείας, με το οποίο ο νους αντιλαμβάνεται άμεσα τα περιεχόμενά του σε αλήθειες, και το διανοητικό ή διαλογικό, με το οποίο τα περιεχόμενα αυτά συνδέονται μεταξύ τους, ακριβώς στο γλωσσικό σχήμα της ένωσης υποκειμένου και κατηγορουμένου. Η ένωση περισσότερων κρίσεων γεννά τον κυρίως διαλογισμό: τον συλλογισμό, στον οποίο, όταν τεθούν δύο προτάσεις που έχουν κοινό έναν όρο (το μέσο), συνάγεται αναγκαστικά μια άλλη πρόταση που αποτελεί το συμπέρασμά τους. Η αλήθεια (όχι η εγκυρότητα) του συμπεράσματος εξαρτάται από την αλήθεια των προκείμενων προτάσεων, που έχει εξακριβωθεί ή με την επαγωγή (την οποία πρώτος ο Αριστοτέλης διατύπωσε θεωρητικά) ή με την άμεση εποπτεία της ορθότητάς τους. Η ανάλυση των όρων που κάνουν δυνατές αυτές τις συνδέσεις (υποκειμένου ή κατηγορουμένου στην κρίση, ή κρίσης στον συλλογισμό) και τους οποίους οι συνδέσεις αυτές οφείλουν να πληρούν για να δημιουργήσουν τον αποδεικτικό συλλογισμό –που ξεχωρίζει από τον πιθανό συλλογισμό (διαλεκτικό) αποτελεί τον βασικό πυρήνα της αριστοτελικής «αναλυτικής» και αυτού που οι Έλληνες υπομνηματιστές του Αριστοτέλη ονόμασαν λογική Επίσης, σαν για να προστατεύει αυτό το οικοδόμημα, υπήρχε η θεωρία των λογικών αρχών (ταυτότητας και αντίφασης), έτσι που η ανακάλυψη του συλλογισμού επέτρεπε να αναπτυχθεί μια ολόκληρη θεωρία του παραγωγικού συλλογισμού (αποδεικτικού ή διαλεκτικού, κατηγορικού ή ηθικού). Η θεωρία του συλλογισμού, που της έδωσαν ρωμαλέα ώθηση οι στωικοί με την έρευνα των υποθετικών και διαζευκτικών συλλογισμών, εξακολούθησε, παρά τις επικρίσεις των σκεπτικιστών, να αποτελεί το βασικό τμήμα της λογική, έως τον Βοήθιο που τη μεταβίβασε στη μεσαιωνική παιδεία.

Στο τέλος της αρχαίας εποχής και στις αρχές του Μεσαίωνα, η λογική υποδιαιρέθηκε έτσι στα εξής μέρη: 1) θεωρία των κατηγορημάτων ή των quinque voces (γένος, είδος, διαφορά, ιδιότητα, περίπτωση)· 2) θεωρία των κατηγοριών (ουσία, ποσόν, ποιόν, σχέση, τόπος, χρόνος, θέση, έχειν, πράττειν, πάσχειν)· 3) θεωρία της πρότασης και της αντιστροφής της· 4) θεωρία του κατηγορικού και τροπικού συλλογισμού· 5) θεωρία του υποθετικού συλλογισμού· 6) διαλεκτική, διακρινόμενη σε θεωρία των κοινών τόπων και σε θεωρία των σοφισμάτων.

Η μεσαιωνική λογική όχι μόνο σχολίασε σε μεγάλη έκταση την αριστοτελική και της προσέθεσε πρωτότυπα συμπληρώματα (θεωρία του προσδιορισμού, θεωρία των λογικών σημείων, της υλικής συνεπαγωγής κλπ.), αλλά αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα του καθορισμού της φύσης των αντικειμένων της λογική Αυτό προκάλεσε την περίφημη διαμάχη για τις «καθολικές έννοιες» (universalia): για ορισμένους οι «καθολικές έννοιες» είναι πραγματικές οντότητες (πραγματοκράτες: Μπερνάρ της Σαρτρ, Γκιγιόμ του Σανπό, Ανσέλμος της Αόστης κ.ά.), για άλλους οι καθολικές έννοιες είναι μόνο ονόματα (ονοματοκράτες: Αβελάρδος και αργότερα Γουίλιαμ Όκαμ).
Ο Αβελάρδος (12ος αι.) είναι ο ιδρυτής της λεγόμενης νέας οδού (που αντιτάσσεται στην αρχαία οδό, περιπλεγμένη ακόμα σε μεταφυσικά προβλήματα): η λογική είναι scientia sermocinalis και οι όροι της είναι λέξεις και λόγοι, που έχουν νοηματική πρόθεση. Αυτή η sermocinalis ή νομιναλιστική λογική επιβλήθηκε από τον 13o αι. και ύστερα, έστω και αν από μια πλευρά μερικοί (ο Ντουνς και ο Θωμάς ο Ακινάτης) θεώρησαν αντικείμενα ίδια της λογική τα νοητικά γεγονότα, ενώ άλλοι (ο Μπουριντάνο, ο Αλβέρτος της Σαξονίας, ο Νικόλαος ντι Οτρεκούρ κ.ά.) επέμεναν να υποστηρίζουν ότι αντικείμενα της λογική δεν είναι τα νοητικά γεγονότα, αλλά τα δομικά σχήματα, τα οποία σκόπιμα τείνουν στην κατασκευή σημασιολογικών περιεχομένων και, ως σχήματα, είναι ανεξάρτητα και από τα περιεχόμενα και από τον τρόπο με τον οποίο τα προσλαμβάνει ο νους.

Η ουμανιστική αντίδραση κατά του σχολαστικού φορμαλισμού οδήγησε από τη μια στην υποτίμηση της λογική ως επιστήμης της απόδειξης (Κολούτσιο Σαλουτάτι, Λορέντσο Βάλα κ.ά.) και από την άλλη σε μια ρητορική αντίληψη της λογική, ως αναζήτησης των μέσων της πειθούς και της επινόησης ή ανακάλυψης των αληθειών τόσο στον φυσικό όσο και στον ανθρώπινο τομέα. Η αντίληψη αυτή, στην οποία είναι φανερή η επίδραση του Κικέρωνα, αποκορυφώνεται στον ραμισμό (από το όνομα του Πέτρους Ράμους, 16ος αι.), ενώ, εξαιτίας κυρίως του αριστοτελισμού της σχολής της Πάντοβα του 16ου αι. (Φρακαστόρο, Τσαμπαρέλα κ.ά.), το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στην επαγωγική μέθοδο.

Είναι ανοιχτός έτσι ο δρόμος στη μεταρρύθμιση την οποία πρότεινε ο Φράνσις Μπέικον (Φραγκίσκος Βάκων) στις αρχές του 17ου αι., με το έργο του Νέο όργανο (Novum Organum)· η λογική έγινε επιστημονική μεθοδολογία, όργανο για να πλαισιώνει και να οδηγεί την επιστημονική έρευνα στην ανακάλυψη των αληθειών. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούνται, επομένως, η πειραματική μέθοδος του Γαλιλαίου, η μεθοδολογία του Ντεκάρ και οι σκέψεις του Πασκάλ, στις οποίες είναι εξίσου ισχυρή η επίδραση του προτύπου του μαθηματικού λογισμού, ως τελείου παραδείγματος «αυστηρότητας και ακρίβειας». Τόσο αληθεύει που ο Χομπς, κατά ένα μέρος ξεκινώντας από την αγγλική νομιναλιστική λογική και κατά ένα μέρος εξαιτίας συρροής των εμπειρικών και μαθηματικών διαφερόντων, διατύπωσε τη θεωρία, που τόσο ευνοϊκά έγινε δεκτή και στη νεότερη εποχή, ότι η λογική είναι «λογικός υπολογισμός» ορισμένων συμβόλων μέσω συμβατικών κανόνων, σύμφωνα με το υπόδειγμα του μαθηματικού λογισμού. Τη θεωρία αυτή ανέπτυξαν στο έπακρο ο Λάιμπνιτς (ο οποίος δεν κατόρθωσε πάντως να την ολοκληρώσει) και οι οπαδοί του (Λάμπερτ, Χόλαντ κ.ά.). Ο Λάιμπνιτς έθεσε ως ιδιαίτερο αντικείμενο της λογική μια αρχιτεκτονική του λογικού, εκφραζόμενη στα σχήματα και στις δομές του προφορικού λόγου. Η αρχιτεκτονική αυτή αναπτύχθηκε σε πλάτος από τους Γερμανούς οπαδούς του κατά τον 18ο αι. (Λάμπερτ, Βολφ, Κράους), οι οποίοι έδωσαν επίσης εκτεταμένες διδασκαλικές πραγματείες εκείνης της παραγωγικής λογική που είχε, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθήσει να είναι αντικείμενο μελέτης, όπως αποδεικνύεται από το φημισμένο έργο Λογική του Πορ Ρουαγιάλ, ένα κείμενο που σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία.

Σε αυτό ακριβώς το έδαφος γεννήθηκε η Κριτική του καθαρού λόγου του Καντ. Σε αυτό το έργο του ο Καντ διακρίνει σαφώς μια γενική λογική, που δεν είναι άλλη από την τυπική λογική της αριστοτελικής κληρονομιάς (την οποία όμως ο Καντ αντιλαμβάνεται ως θεωρία της σκέψης και όχι του προφορικού λόγου), λογική που έχει ήδη διαμορφωθεί ολοκληρωτικά και δεν επιδέχεται εξελίξεις, και μια υπερβατική λογική ή θεωρία των a priori (καθαρών) μορφών της σκέψης. Αυτή η υπερβατική λογική υποδιαιρείται έπειτα σε αναλυτική (θεωρία των κατηγοριών και του συνθέτου a priori λογισμού) και σε διαλεκτική (θεωρία των αντινομιών στις οποίες περιπίπτει αναπόφευκτα το λογικό, όταν ξεπερνά την εμπειρία). Με τον τρόπο αυτό η λογική έπαιρνε έναν εντελώς νέο χαρακτήρα, ταυτιζόμενη τελικά με τη γνωσιολογία και προετοιμάζοντας έτσι την αναγωγή σε λογική της γνωσιολογίας και της μεταφυσικής.

Στον Χέγκελ, που είναι ο μέγιστος εκπρόσωπος αυτού του ρεαλισμού, η λογική έγινε δίχως άλλο η θεωρία και το σύστημα των καθαρών εννοιών και των κατηγοριών στις οποίες διαρθρώθηκε η Ιδέα, δηλαδή η πρώτη φάση της διαλεκτικής εξέλιξης του πνεύματος. Η διαλεκτική, η οποία στον Καντ, λόγω του αντικειμενικού ορίου που είχε τεθεί στην ενέργεια της σκέψης από την ύπαρξη του νοουμένου, ήταν ακόμα μια φαινομενολογική θεωρία, έγινε οπωσδήποτε στον Χέγκελ ο ίδιος ο νόμος της αλήθειας και της σκέψης: η διαλεκτική λογική (στην οποία συναντώνται και στοιχεία της πλατωνικής διαλεκτικής) αντιτίθεται έτσι, ως συγκεκριμένη σκέψη, στην τυπική λογική, που χαρακτηρίζει την αφηρημένη σκέψη, και η αντίθεση αυτή (που εξωτερικεύεται και στις περίφημες κριτικές στη μεσαιωνική αρχή της ταυτότητας και της μη αντίφασης) παραμένει σε όλους τους διαλεκτικούς διανοητές, από τον Μαρξ μέχρι τον Κρότσε.

Αλλά ακριβώς σε αυτή την αντίθεση βρίσκεται και η αιτία της αντίδρασης που στο όνομα της τυπικής λογική παρουσίασαν μερικοί παραδοσιακοί θεωρητικοί της λογική (για παράδειγμα, ο Μπολτσάνο και ο Τρεντέλενμπουργκ). Έχουμε έτσι μια αναγέννηση της καθαρής τυπικής λογική: από τη μια πλευρά, με τον Χούσερλ, η λογική θεωρείται θεωρία των προτάσεων «καθ’ εαυτάς» (ανεξάρτητα από κάθε ψυχολογική, γνωσιολογική και μεταφυσική αντίληψη) και της καθαρής παραγωγής προτάσεων από προτάσεις· από την άλλη πλευρά, η λογική μεταμορφώνεται σε λογιστική ή σε μαθηματική λογική, και έτσι γίνεται ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του λεγόμενου νεοθετικισμού ή λογικού εμπειρισμού.

Ήδη στα μέσα του 19ου αι. επιστήμονες ασχολούμενοι με τη λογική και φιλόσοφοι, όπως οι Μπένθαμ και Χάμιλτον, είχαν ξεκινήσει έρευνες που απέβλεπαν στην κατασκευή μιας άλγεβρας της λογική Στην αριστοτελική λογική οι ποσοτικές εκτιμήσεις είχαν εισαχθεί μόνο στις σχέσεις του υποκειμένου με το κατηγορούμενο («όλοι» οι άνθρωποι είναι θνητοί)· τώρα αυτές επεκτάθηκαν και στα κατηγορούμενα («όλοι» οι άνθρωποι είναι «μερικά» από τα θνητά όντα)· σχηματίστηκε έτσι μια ποσοτικοποιημένη λογική, όπου οι έννοιες νοούνταν μόνο ως τάξεις ή ως συλλογές αντικειμένων και οι προτάσεις ως συμπεριλήψεις ή εξαιρέσεις (κριτήριο καθαρά εκτατικό) ολικές ή μερικές ορισμένων τάξεων σε –ή από– ορισμένες άλλες τάξεις. Αυτή η λογική άλγεβρα έδωσε αφορμή κατόπιν στη λεγόμενη μαθηματική λογική, η οποία, αφού άρχισε με τους Φρέτζε και Πεάνο, έφτασε στο αποκορύφωμά της με το έργο των Ράσελ και Γουάιτχεντ (Prinicipia Mathematica) και ύστερα με ποικίλους τρόπους αναπτύχθηκε από τους Βιτγκενστάιν, Κάρναπ, Τάρσκι, Ντιούι κ.ά. προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: από τη μια πλευρά η καθαυτό μαθηματική λογική και από την άλλη η τυπική αναλυτική λογική, που είναι τμήμα εκείνης της πιο πλατιάς ανάλυσης της γλώσσας που επανασυνδέεται με τη σημειολογία (ή γενική θεωρία των σημείων, Μόρις), η οποία αργότερα διακρίθηκε σε συντακτική ανάλυση (δηλαδή των κανόνων με τους οποίους τα σημεία, που αποτελούν την ομιλία ή τη γλώσσα, συνδέονται μεταξύ τους, Κάρναπ) και σε σημαντική ανάλυση (δηλαδή της σημασίας και των αξιών της αλήθειας ή του ψεύδους των γλωσσικών εκφωνημάτων).

Σωστό ή Λάθος;

Είσαι σίγουρος ότι ξέρεις να επιλέγεις κάθε χρονική στιγμή τη σωστή πορεία?

Στη ζωή μας, στη καθημερινότητα μας, στα κομβικά σημεία για την εξέλιξη μας, πάντα μας διακατέχει η αμφιβολία και η ανασφάλεια για το αν είναι σωστή ή λάθος η απόφαση που σκοπεύουμε να πάρουμε για τη συνεχεία τη ζωής μας.

Πόσοι από σας έχετε αντιληφθεί ποια είναι η πραγματική έννοια του σωστού και του λάθους?

Παρακάτω θα σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Απαντήστε σε όλες με ένα "ναι" η με ένα "όχι":

ΠΡΟΣΟΧΗ! Η απάντηση ίσως να μην είναι και τόσο προφανής όσο φαίνεται.
Για να είναι κάποιος "καλός" χριστιανός πρέπει απαραιτήτως να δίνει το παρόν και να συνεισφέρει κάθε βδομάδα στην εκκλησία;
Η Ελίτ των πιο επιτυχημένων έφηβων είναι αυτή που αριστεύουν στις βαθμολογίες στο σχολείο;
Πετυχημένος και αξιόλογος είναι μόνο αυτός που βγάζει αρκετά χρήματα;
Καλός πολιτικός είναι αυτός που είναι ευχάριστος και λέει όμορφα λόγια στους πολίτες;
Καλός μουσικός είναι αυτός που έχει τις περισσότερες πωλήσεις και ακροάσεις της δουλειάς του;
Πρέπει να επιλέξεις και να ασχοληθείς με κάτι που το αρμόζει η ηθική της κοινωνίας, της γειτονιάς και του οικογενειακού σου περίγυρου;
Πρέπει να δίνεις αναφορά στους γονείς σου για ο,τι κάνεις;

Πιστεύω πως η απάντηση που έδωσες στις περισσότερες από τις παραπάνω ερωτήσεις είναι "όχι".

Και αν είναι έτσι, ρώτα τον εαυτό σου, χρησιμοποιείς τη λογική που απάντησες στις πιο πάνω ερωτήσεις ώστε να παίρνεις τις "σωστές" αποφάσεις σε κρίσιμα και κομβικά σημεία για την καθημερινότητα σου την εξέλιξη σου και το μέλλον σου?

Είναι απορίας άξιο πως ενώ όλοι διαφωνούν ριζικά με τα παραπάνω ερωτήματα, στην πραγματικότητα οι αποφάσεις που παίρνουν οι περισσότεροι για τις ζωές τους είναι σαν να συμφωνούν απολύτως με αυτά.

Ποια είναι η αιτία?

Δυστυχώς στην κοινωνία μας έχουν καθιερωθεί εδώ και δεκαετίες πάρα πολλά κοινωνικά, θρησκευτικά, επαγγελματικά και πολιτικά στερεότυπα. Είτε το θέλουμε είτε όχι η κοινωνία μας θεωρεί πως η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι "Σωστό". Ασχέτως με το αν διαφωνούμε κατά βάθος μ´αυτά οι περισσότερες αποφάσεις μας παίρνονται με γνώμονα αυτά τα κριτήρια. Θα ανησυχήσετε ιδιαίτερα όταν συνειδητοποιήσετε πως υπάρχουν και χιλιάδες άλλα τέτοια βλακώδη ερωτήματα που στις συνειδήσεις μας θεωρούμε πως είναι σωστά.

Άρα τι είναι το σωστό και τι το λάθος?

Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη και ίσως και να μην υπάρχει. Μια προσεγγιστική απάντηση για αυτό το ερώτημα είναι, να παίρνεις αποφάσεις που σε οδηγούν στην προσωπική σου επιτυχία.

Πρέπει να ξέρεις τι πραγματικά θέλεις και να έχεις το ΘΑΡΡΟΣ όταν σου δίνεται η ευκαιρία να ρισκάρεις ανεξαρτήτως κάθε κόστους.

Την επόμενη φορά που θα βρεθείς σε δίλλημα για το τι πρέπει να κάνεις σκέψου λίγο πιο ώριμα.

Τι θα πρέπει να σταματήσετε να κάνετε στον εαυτό σας και κυρίως στα παιδιά σας;

Υπάρχει κάτι που σας περιορίζει και δεν μπορείτε να απολαύσετε την οικογενειακή ζωή που αξίζετε; Ναι, παραδεχτείτε το! Όλοι μας κάνουμε λάθη που μπορεί να καταστρέψουν την σχέση μας αλλά και τον χαρακτήρα των παιδιών μας. Σταματήστε λοιπόν να κάνετε τα παρακάτω γιατί κάνετε κακό και στα παιδιά σας αλλά και στον εαυτό σας.

Σταματήστε επιτέλους να ανησυχείτε για το μέλλον και για το τι θα συμβεί. Είναι λογικό να ανησυχείτε αν τα παιδιά σας , θα είναι υγιή, ή αν θα είναι χαρούμενα και ευτυχισμένα. Η πραγματική αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί στο μέλλον, για αυτό σταματήστε να αγχώνετε τα παιδιά σας και ζήστε το σήμερα.

Μην ξεχνάτε να επικοινωνείτε μεταξύ σας. Ακούστε, κοιτάξτε τα παιδιά σας στα μάτια και μιλήστε μαζί τους και με τον σύντροφό σας.

Μην τους κρατάτε κακία. Εντάξει μπορεί να έσπασαν το αγαπημένο σας βάζο, κούπα κλπ αλλά ότι έγινε -έγινε. Ξεχάστε το και προχωρήστε παρακάτω και σταματήστε επιτέλους να γκρινιάζετε στα παιδιά σας.

Μην προσπαθείτε να κάνετε τα παιδιά σας να μεγαλώσουν γρήγορα. Για παράδειγμα να μάθουν να διαβάζουν από την ηλικία των τριών, ή να προσπαθείτε να τα κάνετε να λένε την ώρα από νωρίς κλπ. Όταν έρθει η ώρα θα τα μάθουν, οπότε απολαύστε τα πράγματα που κάνουν τώρα και αφήστε τα υπόλοιπα για αργότερα.

Όπως έχουμε ξαναπεί πρέπει να σταματήσετε να κατηγορείτε τον εαυτό σας για τα λάθη σας . Είχατε μια δύσκολη ημέρα, πήρατε μια απόφαση για την οποία μετανιώσατε, φωνάξατε στα παιδιά σας και τώρα νιώθετε άσχημα. Απολογηθείτε μια φορά σκουπίστε τα δάκρυά σας και ξαναρχίστε από την αρχή.

Μην πιέζετε τα παιδιά σας να γίνουν ανεξάρτητα. Ναι, όλοι μας το θέλουμε να γίνει και έχουμε πει τους τρόπους για το πετύχουμε σε προηγούμενα άρθρα. Μην ξεχνάτε όμως ότι είναι παιδιά, και σε εσάς θα έρχονται να τα αγκαλιάσετε γιατί στην αγκαλιά σας νιώθουν ασφάλεια και φροντίδα. Αγκαλιάστε τα λοιπόν και παράλληλα δείξτε τους τον δρόμο της ανεξαρτησίας.

Μην αφήνετε τους άλλους να σας επικρίνουν συνεχώς για τα λάθη σας και να αποφασίζουν για εσάς και τα παιδιά σας. Λίγη εμπιστοσύνη στον εαυτό σας στην οικογένειά σας και στις αποφάσεις σας δεν βλάπτει.

Τέλος μην συγκρίνετε την οικογένειά σας με κανέναν άλλο. Ούτε εκείνη η μαμά είναι καλύτερη από εσάς ούτε τα παιδιά σας είναι καλύτερα από τα δικά της. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός για αυτό που είναι…

Τι μπορούμε να κάνουμε με τα παιδιά μας, για τo θυμούνται παντοτινά!

Η παιδική ηλικία θα πρέπει να είναι γεμάτη από εκατομμύρια γλυκές αναμνήσεις, περιβαλλόμενη από οικογένεια, φίλους και ανθρώπους που κατανοούν τι είναι η αγάπη. Αυτό το άρθρο γράφτηκε για να βοηθήσει να δημιουργηθούν γλυκές αναμνήσεις, που τα παιδιά μας θα θυμούνται ΠΑΝΤΑ!

1. Διαβάστε τους!
«Οι σελίδες ενός βιβλίου, είναι ένα υπέροχο μέρος για να βρίσκεσαι»
Είναι υπέροχο να διαβάζεις ΜΕ ένα παιδί, αλλά είναι μαγικό να διαβάζεις ΣΕ ένα παιδί! Τα βιβλία δημιουργούν έναν κόσμο που οποιοσδήποτε τα διαβάζει γίνεται κομμάτι του. Χωρίς να έχει σημασία η ηλικία του παιδιού, διάβασέ του, διάβασέ της, διάβασε μαζί τους! Ας δώσουμε την ευκαιρία στα παιδιά μας να μεγαλώσουν λέγοντας: «Οι γονείς μου, με διάβαζαν πάντα»!

2. Ακούστε τα!
«Ακούστε προσεκτικά οτιδήποτε θέλουν να σας πουν τα παιδιά σας. Αν δεν ακούσετε τα ασήμαντα πράγματα τώρα που είναι μικρά, δε θα σας πουν τα σημαντικά πράγματα όταν είναι μεγάλα, γιατί για τα παιδιά, όλα όσα είχαν να σας πουν ήταν σημαντικά»
Στον πολυάσχολο και τρελό μας κόσμο, είναι πολύ εύκολο να πεις «περίμενε ένα λεπτό». Στην πραγματικότητα δεν είναι ποτέ μόνο ένα λεπτό. Μερικές φορές το λεπτό της αναμονής κρατάει τόσο πολύ που δεν τελειώνει ποτέ. Μερικές φορές όταν είμαστε επιτέλους έτοιμοι να ακούσουμε τα παιδιά μας, εκείνα δε θυμούνται τι ήθελαν να μας πουν. Τα παιδιά τις περισσότερες φορές δε θέλουν να μοιραστούν μια σκέψη τους μαζί μας, αλλά μια στιγμή μαζί μας. Για τα παιδιά αυτό που έχουν να πουν δεν είναι τόσο σημαντικό όσο είναι σημαντικό το να τα κάνετε προτεραιότητα.
Το κλειδί για να ακούσετε είναι ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΤΕ! Αντί να πούμε στα παιδιά μας «περίμενε ένα λεπτό» μπορούμε να πούμε σε οτιδήποτε κάνουμε εμείς «περίμενε ένα λεπτό». Η τηλεόραση δε θα πληγωθεί, ο υπολογιστής δε θα ξεχάσει και δεν θα του λείψεις του facebook ούτε εσύ ούτε εγώ… όμως τα παιδιά μας ΚΑΙ θα πληγωθούν ΚΑΙ θα ξεχάσουν ΚΑΙ θα τους λείψουμε! Ας κάνουμε αυτό το δώρο στα παιδιά μας! Ας τα αφήσουμε να μεγαλώσουν μιλώντας μας: «Οι γονείς μου πάντα άκουγαν ό,τι ήθελα να τους πω»!

3. Αγκαλιάστε τα!
«Οι αγκαλιές εφευρέθηκαν για να γνωρίζουν οι άνθρωποι ότι τους αγαπάς χωρίς να χρειάζεται να το πεις»
Το θέμα είναι πως δεν έχει σημασία το πόσο μικροί ή μεγάλοι είμαστε. Μερικές φορές όλοι χρειαζόμαστε μία αγκαλιά! Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, για μερικά από αυτά μια μεγάλη αγκαλιά είναι καλοδεχούμενη για κάποια άλλα μια μικρή αγκαλιά είναι αρκετή! Το σημαντικό είναι να μην χάνουμε τις στιγμές που η στοργή είναι απαραίτητη. Οι αγκαλιές είναι ένα σύμβολο όχι μόνο αγάπης αλλά ασφάλειας χαράς και προστασίας. Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Οι γονείς μου πάντα ήξεραν πότε χρειαζόμουν μία αγκαλιά»!

4. Να έχετε οικογενειακές παραδόσεις!
«Μερικές φορές τα πιο συνηθισμένα πράγματα, μπορεί να γίνουν εντελώς ξεχωριστά, κάνοντάς τα με τους κατάλληλους ανθρώπους»
Μια από τις δικές μας αγαπημένες οικογενειακές παραδόσεις είναι η «νύχτα κινηματογράφου». Τις περισσότερες φορές είναι την Παρασκευή. Φτιάχνουμε ποπκόρν, δεν τρώμε τίποτα υγιεινό και κοιτάζουμε την ταινία όλοι μαζί σαν οικογένεια! Είναι περισσότερο από μία ταινία στην πραγματικότητα! Είναι η στιγμή που χτίζεται μια παράδοση, είναι η στιγμή που γελάμε, που μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι την ίδια κουβέρτα! Γινόμαστε η οικογένεια που για δύο ώρες δε μοιραζόμαστε μόνο τον ίδιο χώρο αλλά δημιουργούμε και τις ίδιες αναμνήσεις! Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Στην οικογένεια μου κάναμε αυτό και εκείνο και το άλλο»…

5. Να τρώτε μαζί
«Το να κάθομαι δίπλα σου κάνοντας απολύτως τίποτα, είναι απολύτως τα πάντα για εμένα»
Ας κατανοήσετε το πόσο μεγάλη ευλογία το παιδί να τρώει με την οικογένειά του! Ο χρόνος τρέχει. Το να μαγειρεύεις είναι πολυτέλεια σε πολλούς από εμάς εξαιτίας της έλλειψης χρόνου. Το να καθόμαστε γύρω από το ίδιο τραπέζι μερικές φορές είναι μια τεράστια πρόκληση λόγω του ότι είμαστε πολυάσχολοι με διαφορετικά πράγματα. Δεν έχει σημασία αν τα παιδιά μας τρώνε σάντουιτς ή δημητριακά με γάλα ή κάποια νόστιμη σπιτική συνταγή. Το καλύτερο δώρο που μπορεί να έχει ένα παιδί είναι η ανάμνηση του ότι τρώμε όλοι μαζί.
Για άλλους μπορεί να είναι το πρωινό, για άλλους το μεσημεριανό ή το βραδινό. Είναι η τέλεια στιγμή για να μιλήσουμε να σχεδιάσουμε να ξεκουραστούμε να φάμε και να καθαρίσουμε όλοι μαζί! Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Στην οικογένειά μας τρώγαμε όλοι μαζί»!

6. Να είναι το αγαπημένο σας!
«Είσαι ευγενικό, είσαι έξυπνο, είσαι σημαντικό»
Δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε τον αγαπημένο μας γιο ή την αγαπημένη μας κόρη μεταξύ των παιδιών μας αλλά είναι πολύ σημαντικό για κάθε παιδί να νιώθει ιδιαίτερο με κάθε ξεχωριστό τρόπο! Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Στην οικογένειά μας ήμασταν τα αγαπημένα των γονιών μας»!

7. Γιορτάστε!
«Το ότι δε μοιάζεις με τα άλλα χρώματα στο κουτί, δε σημαίνει πως δε μπορείς να ζωγραφίσεις τις ομορφότερες εικόνες! Μην παραιτηθείς ποτέ! Είσαι απλά υπέροχος»
Κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Τα επιτεύγματά τους είναι διαφορετικά. Κάποια από αυτά στην ηλικία των 6 μπορεί να διαβάζουν καλύτερα από κάποια στην ηλικία των 9 χρόνων. Μερικά από αυτά θα είναι τέλεια στα σπορ ενώ κάποια άλλα θα έχουν αλλεργία στην μπάλα. Μερικά από τα παιδιά θα είναι εξαιρετικοί μαθητές, ενώ άλλα θα θέλουν ενισχυτική διδασκαλία. Όπως και να’χει κάθε παιδί έχει μια διαφορετική ικανότητα αλλά ΚΑΘΕ παιδί χρειάζεται να νιώθει επιτυχημένο, Δεν έχει σημασία το κατόρθωμά του. Ο πανηγυρισμός πρέπει να είναι ίσος. Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Οι γονείς μου πίστευαν σε εμένα, ήταν οι μεγαλύτεροι θαυμαστές μου. Πάντα μου έλεγαν πόσο περήφανοι ήταν για εμένα»!

8. Παίξτε!
«Δεν σταματάς να παίζεις επειδή γερνάς, γερνάς επειδή σταματάς να παίζεις»
Τα παιδιά έχουν από τη φύση τους παιχνιδιάρικες ψυχές! Παρέχοντας ένα περιβάλλον όπου η οικογένεια παίζει και διασκεδάζει μαζί, δεν είναι απλά πιθανό να συμβαίνει. Για εμάς «ΠΡΕΠΕΙ» να συμβαίνει! Βρείτε κάτι που η οικογένειά σας θα απολαύσει: Επιτραπέζια παιχνίδια, πεζοπορία, camping, αθλήματα, ποδηλασία, διάβασμα, ταινίες… Οποιαδήποτε δραστηριότητα που μπορεί να παρέχει μια ποιοτική και διασκεδαστική οικογενειακή στιγμή, η οποία θα γίνει μια ανάμνηση και δε θα ξεχαστεί ποτέ από τα παιδιά μας! Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Στην οικογένειά μου περνούσαμε χρόνο μαζί, περνούσαμε καλά, παίζαμε όλοι μαζί»!

9. Να Θυμάστε!
«Ωχ!!! Σήμερα ήταν αυτό»; Ναι είχα πάει εκεί και είχα κάνει αυτό!
Οι ζωές των παιδιών μας είναι φτιαγμένες από μικρές στιγμές! Αυτές οι στιγμές πολλές φορές συνοδεύονται από κάποια γεγονότα: Σχολικές γιορτές, γενέθλια, διοργανώσεις, αθλητικές συμμετοχές, συναντήσεις γονέων δασκάλων. Αυτές οι στιγμές είναι ιδιαίτερες για εκείνα κυρίως επειδή πιστεύουν πως είναι σημαντικές και για εμάς. Όταν θυμόμαστε αυτές τις στιγμές με το να παραβρισκόμαστε, με το να τα φωτογραφίζουμε υπερήφανοι, τα κάνουμε να εξιτάρονται όταν δουν ότι θυμόμαστε. Δεν ξεχνούν ΠΟΤΕ! Ας δώσουμε στα παιδιά μας το δώρο να μεγαλώσουν λέγοντας: «Οι γονείς μου ήταν ΠΑΝΤΑ εκεί για εμένα»!

10. Αγαπάτε τα!
«Αγάπη μόνο»
Δε μπορούμε να λέμε σε κάποιον ότι τον αγαπάμε και μετά να τον αγνοούμε! Δε μπορούμε να πούμε ότι τον αγαπάμε και μετά να τον παραμελούμε.
Όταν αγαπάμε ΤΟ ΛΕΜΕ
Όταν αγαπάμε ΤΟ ΔΕΙΧΝΟΥΜΕ
Όταν αγαπάμε ανυψώνουμε αυτούς που μας περιβάλλουν! Δεν τους γκρεμίζουμε!
Όταν αγαπάμε προσφέρουμε καθοδήγηση και επιβεβαίωση αντί για κριτική και ψευδο-αφοσίωση!
Όταν αγαπάμε ένα παιδί χτίζουμε τον χαρακτήρα του, ευχόμαστε και ελπίζουμε για το καλύτερο!
Τα κάνουμε να αισθάνονται μοναδικά τα εμπνέουμε να ανακαλύψουν τις απεριόριστες δυνατότητές τους
Τα καθοδηγούμε, τα διδάσκουμε και μαθαίνουμε απο αυτά!
Τα ευχαριστούμε!

Γιατί τα μωρά «τα φέρνει ο πελαργός»

Γιατί τα μωρά «τα φέρνει ο πελαργός». Πώς ξεκίνησε ο διάσημος αυτός μύθος.

newego_LARGE_t_1101_54113031Κάποτε τα παιδιά μεγάλωναν με την ιδέα ότι τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός, μέχρι τουλάχιστον να μεγαλώσουν αρκετά για να μάθουν την αλήθεια.

Ο πελαργός τις περισσότερες φορές πετούσε πάνω από σκεπές, κρατώντας μέσα σε ένα κομμάτι ύφασμα ένα μωρό, προτού το αφήσει στην εξώπορτα ενός σπιτιού και οι ένοικοί του διαπιστώσουν ότι ένα χαμογελαστό πλασματάκι περίμενε έξω από την πόρτα τους.
Αυτά στα παραμύθια!

Πώς όμως ξεκίνησε αυτός ο μύθος, που έχει συντροφεύσει πολλά παιδιά στον ύπνο τους;
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία οι πελαργοί εμφανίζονται ως κλέφτες μωρών. Η Ήρα μετέτρεψε την αντίπαλό της σε πελαργό και εκείνη προσπάθησε να κλέψει το γιο της.

Στην αιγυπτιακή μυθολογία, η ψυχή ενός ανθρώπου παρουσιαζόταν με τη μορφή ενός πελαργού. Η επιστροφή ενός πελαργού σήμαινε και την επιστροφή της ψυχής, κάτι που σήμαινε ότι το άτομο μπορούσε να «αναγεννηθεί».

Στη σκανδιναβική μυθολογία ο πελαργός αναπαριστούσε τις οικογενειακές αξίες και την αφοσίωση του ενός στον άλλον.

Σε αρκετές μυθολογίες οι πελαργοί αποτελούσαν ακόμη σύμβολο πίστης και μονογαμίας, καθώς οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα πτηνά αυτά μένουν με το ταίρι τους για μια ζωή.
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνουν οι πελαργοί είναι να επιστρέφουν στις ίδιες φωλιές κάθε χρόνο, ενώ συνηθίζουν να ζευγαρώνουν με το ίδιο ταίρι.

Οι πελαργοί εμφανίζονται ακόμη σε κινεζικούς, ισραηλινούς και άλλους ευρωπαϊκούς μύθους, όμως η σύνδεσή τους με την έλευση ενός μωρού πιστεύεται ότι ξεκίνησε από τη Γερμανία εκατοντάδες χρόνια πριν.

Η φυσική συμπεριφορά των πελαργών προσδίδει μερικές ενδείξεις για τη σύνδεσή τους με τη γέννηση: Ως αποδημητικά πτηνά, οι πελαργοί πετούν νότια το φθινόπωρο και επιστρέφουν στην Ευρώπη εννέα μήνες αργότερα.

Η γιορτή του θερινού ηλιοστασίου (21η Ιουνίου) σχετιζόταν με το γάμο και τη γονιμότητα. Πολλά παιδιά λοιπόν που γεννιούνταν το Μάρτιο και τον Απρίλιο είχαν συλληφθεί τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους. Την περίοδο αυτή γίνονταν πολλοί γάμοι, με αποτέλεσμα πολλά παιδιά να γεννιούνται περίπου την εποχή που επέστρεφαν οι πελαργοί στις φωλιές τους.

Ο συμβολισμός του προτύπου της μετανάστευσης των πελαργών σε συνδυασμό με την παρουσία τους σε μύθους και θρύλους πιθανόν να συνέβαλε στην αύξηση της δημοτικότητας της συγκεκριμένης ιστορίας.