Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ...

Όπου κι αν βρεθώ αντικρίζω ανθρώπους με αγριεμένα μάτια,
ανθρώπους αποφασισμένους να σταθούν όρθιοι
στο τέλος της υπομονής, ανθρώπους
που δεν έχουν τίποτα άλλο να χάσουν!
Πέρα όμως από εκείνους που θα επιλέξουν να πεθάνουν,
ακολουθώντας την οδό της αυτοκτονίας ή της μιζέριας,
υπάρχουν και πολλοί άλλοι που έχουν αποφασίσει να ζήσουν.
 Είναι οι άνθρωποι με τα αγριεμένα μάτια που με κοιτάνε κατάματα
όπου βρεθώ κι αν σταθώ.
Άνθρωποι που σφίγγουν γροθιές
και καρτερούν το σημάδι του μεγάλου ξεσηκωμού,
γιατί πολύ απλά δεν έχουν τίποτα άλλο να χάσουν.
Αυτούς τους αποφασισμένους ανθρώπους
κανείς δεν θα καταφέρει να τους αναχαιτίσει!
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι ήδη συνωμοτούν.
Και δεν είναι από εκείνες τις συνωμοσίες
που μπορείτε να εντοπίσετε, να συλλάβετε, να δικάσετε ...  
Δεν είναι οργανωμένοι, είναι παντού! 
Είναι σε κάθε σοκάκι, σε κάθε γειτονιά,
σε κάθε συσσίτιο, σε κάθε ουρά ανέργων,
σε κάθε Ερωτα που Γεννιέται και Πεθαίνει ...
Οι ημέρες μετράνε αντίστροφα,
τους ανθρώπους με τ αγριεμένα μάτια να φοβάστε ...
Και μην πείτε ποτέ ότι δεν σας προειδοποίησα ...

Μαρία Ιωσηφίδου

Αρχαία Ελληνικά προϊόντα με ονομασία προέλευσης

Στα 200 χρόνια από την εισβολή του Ξέρξη ένας γαστρονομικός πολιτισμός εκπληκτικής περιπλοκότητας αναπτύχθηκε στην Ελλάδα.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του πολιτισμού ήταν και η παράδοση των τοπικών τροφών και κρασιών. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός πως, καθώς η Ελλάδα αποκτούσε συνείδηση και γνώση των φαγητών της, οι τοπικές σπεσιαλιτέ και τα τοπικά επιτεύγματα ήρθαν στην επιφάνεια της συλλογικής γαστρονομικής συνείδησης.

Πελοπόννησος
Οι Έλληνες της Πελοποννήσου είχαν ασφαλώς τα δικά τους αγαπημένα φαγητά και κρασιά. Δυστυχώς όμως από τα κείμενά τους μας έχουν σωθεί ελάχιστα πράγματα. Οι μαρτυρίες που διαθέτουμε από συγγραφείς εκτός της χερσονήσου είναι, επομένως, αδύναμες. Γνωρίζουμε πάντως πως η Αρκαδία ήταν διάσημη για μια μάλλον αμφιβόλου ποιότητος γαστρονομική διάκριση, για το γεγονός δηλαδή ότι τα βελανίδια αποτελούσαν το βασικό είδος διατροφής των κατοίκων της.
Είναι βέβαιο πως υπήρχαν αμπέλια στον Φλιούντα κατά τους ύστερους κλασικούς χρόνους, όπως υπάρχουν και σήμερα: οι αμπελώνες αυτοί είναι οι γνωστοί αμπελώνες της Νεμέας. Οι γόγγροι της Σικυώνας πάλι είχαν κερδίσει τους επαίνους και άλλων συγγραφέων.
Αλλά αν πάρουμε το έργο του Αρχέστρατου ως παράδειγμα, ανάμεσα στα εξήντα οκτώ τοπωνύμια που καλύπτουν τον γεωγραφικό χώρο μεταξύ Σικελίας και βόρειας Μαύρης Θάλασσας, όπως τα συναντούμε στα σωζόμενα αποσπάσματα, μόνον δύο είναι πελοποννησιακά. Γαστρονομικώς λοιπόν, αν κρίνουμε τουλάχιστον από τη σωζόμενη λογοτεχνία, η Πελοπόννησος δεν κατείχε περίοπτη θέση στον κλασικό κόσμο. Όχι μόνον οι Αρκάδες, αλλά και οι κοσμοπολίτες Κορίνθιοι ακόμη, δεν ετύγχανον ιδιαιτέρας γαστρονομικής φήμης.
Παρ΄ όλο που ήταν η μητρόπολη των Συρακουσών, η Κόρινθος δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στα αποσπάσματα του Αρχέστρατου. Στην αγορά τροφίμων της Κορίνθου κατά τον 4ο αιώνα, κατά τα λεγόμενα των Αθηναίων και παρά την ενδεχόμενη αντίφαση που μπορούμε να διακρίνουμε στα λόγια τους, οι ντόπιοι αναζητούσαν με πάθος τα ακριβά ξένα κρασιά, γιατί τα προτιμούσαν από τα δικά τους, παρ΄ όλο που η υπερβολική σπατάλη προκαλούσε την αστυνομική παρέμβαση και την τιμωρία.
Για την υπόλοιπη Πελοπόννησο οι πληροφορίες μας είναι ελάχιστες. Η Τεγέα έψηνε το ψωμί της στη στάχτη, η Ηλιδα είχε τις τρούφες της, η Αρκαδία τη ρίγανή της, οι Κλεωνές και η Κόρινθος τα ραπανάκια τους.
Φτάνουμε τώρα στη Σπάρτη όπου, κατά τρόπον άκρως ενδεικτικό, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε είναι σχετικά αντιφατικές. Στην αρχαιότητα κυκλοφορούσαν τα χειρότερα ανέκδοτα για το κακό φαγητό και την κακής ποιότητας φιλοξενία της Σπάρτης. Ο «μέλας ζωμός» ήταν θρυλικός.
Παρ΄ όλα αυτά, η Σπάρτη διέθετε συντεχνία κληρονομικών μαγείρων, υπάρχουν δε και κάποιες μαρτυρίες, που δεν είναι ευθέως γαστρονομικές και δεν χαρακτηρίζονται από τις συνήθεις κοινοτοπίες, σύμφωνα με τις οποίες οι μάγειροι αυτοί είχαν στη διάθεσή τους πολύ καλής ποιότητας προϊόντα (οι μαρτυρίες αυτές προέρχονται από εγχειρίδια κηπουρικής).
Από τα κείμενα αυτά μαθαίνουμε πως διάφορες ποικιλίες μαρουλιών, αγγουριών, μήλων και σύκων είχαν πάρει την ονομασία τους από τη Λακωνία- και πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν μπορούμε να αναφέρουμε ούτε καν τέσσερα ανάλογα παραδείγματα από οποιαδήποτε άλλη Ελληνική πόλη.
Αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις συγκεκριμένες πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες της Σπάρτης, δεν είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μια περιοχή που, όπως γνωρίζουμε, διέθετε καλές γεωργικές εκτάσεις τις οποίες εκμεταλλευόταν ένας μικρός αριθμός γαιοκτημόνων, ήταν προφανώς η πηγή πολλών εκλεκτών ποικιλιών. Για το σπαρτιατικό κρασί γίνονταν κάποια σχόλια κατά την αρχαϊκή περίοδο, αλλά κατά τον 4ο αιώνα το μόνο που βρίσκουμε είναι μια αναφορά, προφανώς ειρωνική, στο σπαρτιατικό ξίδι.

Αττική
Βορείως της Κορίνθου ακούμε επαίνους για τα μήλα (ή μάλλον τα ρόδια) της Σίδης και για τα σύκα των Μεγάρων. Ο βόρειος Σαρωνικός, που προστατευόταν από την Αίγινα, από τα Μέγαρα, περνώντας από την Ελευσίνα και τον Πειραιά, ως το Φάληρο, προσέφερε διάφορες θαλασσινές σπεσιαλιτέ, κυρίως τις μαρίδες και τα άλλα μικρά ψάρια που γίνονται τηγανητά.
Κατά τον Χρύσιππο τον Σολέα, ο καλύτερος γαύρος ήταν της Αθήνας, αλλά οι ίδιοι οι Αθηναίοι δεν τον τιμούσαν όπως του άξιζε. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει πως ο καλύτερος γαύρος υπήρχε στη Σαλαμίνα, στον Μαραθώνα και στην περιοχή γύρω από το Θεμιστόκλειον. Η Αθήνα ήταν επίσης φημισμένη για το ψωμί φούρνου και τα γλυκά της αρτοσκευάσματα, που συχνά ήταν ποτισμένα με μέλι (αυτό το μέλι θα είχε φυσικά το άρωμα του θυμαριού του Υμηττού). Τα καλά σύκα προέρχονταν από την Αίγιλα της Αττικής.

Βοιωτία
Το καμάρι της Βοιωτίας, στον βαθμό τουλάχιστον που μπορούμε να εμπιστευθούμε τις αθηναϊκές πηγές, ήταν τα χέλια της Κωπαΐδας. Υπήρχαν επίσης οι βοιωτικές ποικιλίες ραπανιών και αγγουριών, καθώς και το βοιωτικό κριθάρι, που το εκτιμούσαν πολύ στην αρχαιότητα. Η Τανάγρα, όπως και η γειτονική Χαλκίδα, ήταν η πηγή μιας ράτσας κατοικίδιων πουλερικών.
Η Ανθηδόνα, στην ακτή της Βοιωτίας, είχε «καλό κρασί και καλό φαΐ», ειδικά μάλιστα μπακαλιάρο. Ο χυλός από σιτάρι και το βοδινό κρέας ήταν τα χαρακτηριστικά προϊόντα της πλούσιας γεωργικής περιοχής της Θεσσαλίας. Οι νεροκολοκύθες της Μαγνησίας επαινούνταν πολύ κατά την αρχαιότητα, όπως άλλωστε και το κρασί της περιοχής. Κρασί άφθονο υπήρχε και στις γειτονικές περιοχές, αφού απέναντι από τις ακτές του Πηλίου βρίσκονται η Σκιάθος και η Πεπάρηθος.
Η Καλυδώνα, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, και η Αμβρακία, στα βόρεια της Καλυδώνας, διέθεταν εκλεκτά ψάρια. Ανάμεσα στα Ιόνια νησιά, το κρασί της Λευκάδας είχε αρχίσει εκείνη περίπου την εποχή να γίνεται περιζήτητο.

Αιγαίο
Τα νησιά του Αιγαίου ήταν γνωστά για τα ψάρια τους και, επίσης, για τις ποικιλίες κηπευτικών τους. Η Εύβοια, το μεγαλύτερο νησί, ήταν προφανώς η πηγή των αχλαδιών, των μήλων και των κάστανων που έφταναν στην αθηναϊκή αγορά (ευβοϊκόν κάστανον ήταν άλλωστε η κοινή ονομασία των καστάνων). Υπήρχε μια χαλκιδική ποικιλία σύκων, που αργότερα καλλιεργήθηκε και στη δημοκρατική Ρώμη. Η Χαλκίδα, η Ερέτρια και η Κάρυστος, τρεις πόλεις της Εύβοιας, επαινούνται από τον Αρχέστρατο για τα ψάρια τους, όπως και η Δήλος και η Τήνος.
Στη Σκύρο παραγόταν το εκλεκτότερο κατσικίσιο γάλα, έτσι τουλάχιστον έλεγε ο Πίνδαρος. Τα αμύγδαλα της Νάξου, το ναξιώτικο κρασί, τα σύκα της Πάρου και της Κιμώλου είχαν αξιόλογη φήμη. Η βασική καλλιεργούμενη ποικιλία κυδωνιών είχε πάρει το όνομά της από την Κυδωνία, στη βόρεια ακτή της Κρήτης, έτσι τουλάχιστον θεωρούσαν γενικώς οι Ελληνες. Υπήρχε επίσης μια κρητική ποικιλία κρεμμυδιών. Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Κρήτη έγινε ο σημαντικότερος παραγωγός ιατρικών βοτάνων.

Μακεδονία
Μεταφερόμαστε τώρα στα βόρεια παράλια του Αιγαίου. Ο Αρχέστρατος γνώριζε τα ψάρια τριών πόλεων του Θερμαϊκού, το καλαμάρι του Δίου, το μιλιοκόπι της Πέλλας και τον γλαύκο της Ολύνθου. Η Μένδη, στη νότια Χαλκιδική, έδινε ένα πασίγνωστο και φημισμένο κρασί. Κρασί παρήγαν επίσης η Σκιώνη και η Τορώνη.
Η Τορώνη μάλιστα διέθετε και μια ποικιλία καρχαρία που άρεσε ιδιαίτερα στον Αρχέστρατο. Στην ίδια περιοχή, υπήρχαν δύο ψάρια του γλυκού νερού. Το λαβράκι (ή κέφαλος) της λίμνης Βόλβης προσφερόταν ως θύμα σε μια «ετήσια θυσία, ετήσια ψαριά» από τους κατοίκους της περιοχής της Ολύνθου, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτόν, προμηθεύονταν παστό ψάρι για όλο τον χρόνο. Τα χέλια του Στρυμόνα γίνονταν επίσης παστά.
Το μεγάλο νησί της Θάσου ήταν επίσης γνωστό για τα μπαρμπούνια, τις σκορπίνες και τα χταπόδια του, για το κριθάρι, τους ξηρούς καρπούς και μια ποικιλία ραδικιών που ονομάζονταν λειοθάσια ή θρακιώτικα. Μια ποικιλία κρεμμυδιών ήταν γνωστά ως κρεμμύδια της Σαμοθράκης. Η Τένεδος ήταν πηγή ρίγανης.
Κατά μήκος των θρακικών ακτών, στα βόρεια και τα ανατολικά της Θάσου, μια σειρά από ελληνικές πόλεις καυχιόντουσαν για το καλό κρασί και το εκλεκτό τους ψάρι: τα Αβδηρα για τους κέφαλους και τις σουπιές τους, η Μαρώνεια για τις σουπιές της, η Ακανθος και ο Αίνος για τα μύδια και τις ύες.

Λέσβος
Τέλος, ερχόμαστε στα ανατολικά παράλια του Αιγαίου και στα μεγάλα νησιά της περιοχής. Η Λέσβος ήταν φημισμένη όχι μόνο για το κρασί της, αλλά και για τη σάλπα της Μυτιλήνης, τα χτένια της Μυτιλήνης και της Μήθυμνας, τις τρούφες της Μυτιλήνης και το κριθάρι της Ερεσού, «λευκότερο κα από το αιθερογεννημένο χιόνι. Αν οι θεοί τρώνε ψωμί (άλφιτα), εκεί πηγαίνει ο Ερμής και τους το αγοράζει» (Αρχέστρατος). Η διαβεβαίωση αυτή ταιριάζει και με τα νομίσματα της Ερεσού, που έφεραν μία κεφαλή Ερμού και ένα στάχυ κριθαριού.

Χίος
Η Χίος ήταν μια άλλη σημαντική οινοπαραγωγική περιοχή· επίσης εκεί είχε αναπτυχθεί μια από τις μεγάλες σχολές μαγειρικής παράδοσης. Αργότερα αποτελούσε πηγή καλών σαλιγκαριών. Η Χίος είχε, ήδη κατά την αρχαιότητα, μεγάλη φήμη για την εξαιρετική της μαστίχα, ενώ στο νησί αυτό βρίσκουμε και μια ποικιλία σύκων. Απέναντι από τα στενά της Χίου βρίσκονταν οι μικρασιατικές πόλεις Τέως και Ερυθραί, και οι δύο φημισμένες για τα μπαρμπούνια τους, οι Ερυθρές δε και για το ψωμί τους, που ψηνόταν σε πήλινους φούρνους. Ο Αρχέστρατος είχε πολλά να πει για τα θαλασσινά της Εφέσου. Τα μύδια της τα συστήνει και ο διαιτολόγος συγγραφέας Δίφιλος ο Σίφνιος.

Ο τόνος της Σάμου, ένα καρκινοειδές της Πάρου και τέσσερα ψάρια που μπορούσε κανείς να βρει στη Μίλητο συστήνονταν επίσης ενθέρμως. Η Μίλητος ήταν προφανώς γνωστή για τα ρεβίθια και το κάρδαμό της. Στο λιμάνι της Τειχιούσσας, κοντά στον φημισμένο ναό των Διδύμων, έβρισκε κανείς μπαρμπούνια. Γαρίδες υπήρχαν, μεταξύ άλλων προϊόντων, στην ιχθυαγορά της Ιασού.
Ο Αρχέστρατος συνιστούσε επίσης τα χταπόδια της Καρίας. Η Αστυπάλαια ήταν αργότερα περήφανη για τα σαλιγκάρια της. Η Ικαρία, και αργότερα η Κως και η Κνίδος, ήταν γνωστές για τα κρασιά τους. Από την Κνίδο προερχόταν και μια ποικιλία κρεμμυδιών. Η Κως και η Κάλυδνα παρήγαν εξαίρετο μέλι. Και δεν είναι άσχετο με τα ζητήματα της γαστρονομίας το γεγονός πως στην Κω παράγονταν αρώματα από μαντζουράνα και κυδώνι, ενώ στη Ρόδο έφτιαχναν άρωμα από ζαφορά.

Η Ρόδος ήταν σημαντικό νησί για τα θαλασσινά και μεγάλος εξαγωγέας σταφίδας και ξερών σύκων. Στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο, το ροδίτικο κρασί έγινε καλύτερα γνωστό. Σύμφωνα με έναν μεταγενέστερο θρύλο, το ροδίτικο ήταν το ένα από τα δύο κρασιά στα οποία αναφέρθηκε ο Αριστοτέλης την ώρα του θανάτου του. Τα ξερά φρούτα της Ρόδου πρέπει πάντως, εν μέρει τουλάχιστον, να προέρχονταν από την απέναντι καρική ακτή, αφού η Καρία ήταν σημαντική πηγή ξερών σύκων (caricae) κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Οι τοπικές γαστρονομικές παραδόσεις έφτασαν σε υψηλό σημείο ανάπτυξης κατά τον 5ο και τον 4ο αιώνα, ήταν όμως περιορισμένης διάδοσης. Τα πράγματα που αναζητούσαν οι Ελληνες εκτός των προϊόντων της ευρύτερης περιοχής τους, με εξαίρεση βεβαίως του σταριού, αυτής της βασικής τροφής την οποία εισήγαν κυρίως από τη Μαύρη Θάλασσα, τη Βόρεια Αφρική και τη Φοινίκη, και κάποιων πολύτιμων αρωματικών και μπαχαρικών, ήταν τελικά λίγα. Η αρχαία αυτή ελληνική γαστρονομική παράδοση έγινε τελικά μέρος της γαστρονομίας της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής Μεσογείου.

Προβλέποντας της εξαφάνιση μίας γλώσσας

Τη μελέτη του φαινομένου του περιορισμού της γλωσσικής ποικιλομορφίας επιχείρησαν δύο φυσικοί από την Ισπανία δημιουργώντας ένα υπολογιστικό εργαλείο που ποσοτικοποιεί το πρόβλημα και δίνει τη δυνατότητα πρόβλεψης των κοινωνικών επιπτώσεων που επιφέρει η εξαφάνιση κάποιας γλώσσας.

Σύμφωνα με στοιχεία από έρευνες των πανεπιστημίων του Κέμπριτζ και του Κάρντιφ, το 96% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει ως κύρια γλώσσα μία εκ του 4% του συνόλου των υπαρχόντων γλωσσών, ενώ το 25% των γλωσσών απειλείται άμεσα αφού ομιλείται από λιγότερους από 1.000 ανθρώπους.

Το πρόβλημα μάλιστα φαίνεται πως επιτείνεται εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και της βελτίωσης της επικοινωνίας μεταξύ των πληθυσμών, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην εξάλειψη ή το δραστικό περιορισμό της χρήσης του 90% από τις 6.000 ομιλούσες γλώσσες, μέχρι το τέλος του αιώνα που διανύουμε.

Οι Χοακίμ Φορτ και Νεούς Ίσερν από τα πανεπιστήμια της Χιρόνα και της Βαρκελόνης αντίστοιχα, χρησιμοποίησαν ορισμένα από τα εργαλεία των μαθηματικών και της φυσικής ώστε να εκτιμήσουν το μέγεθος της γλωσσικής υποκατάστασης, της υποχώρησης δηλαδή της γλώσσας μίας περιοχής όταν έρχεται σε επαφή με μία γλώσσα που προέρχεται από μία γειτονική περιοχή κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη.

Το μοντέλο που παρήγαγαν οι δύο Ισπανοί ερευνητές,  επιτρέπει την εκτίμηση του κινδύνου εξαφάνισης που υφίσταται μία γλώσσα και με τον τρόπο αυτό βοηθά στην εύρεση λύσεων ώστε να αναστραφεί η καταστροφή της.

Εφαρμόζοντας τη θεωρία τους για την περίπτωση των Ουαλικών, κατέδειξαν πως από το 1961 έως το 1981 τα Αγγλικά επικράτησαν στην περιοχή της Ουαλίας και έγιναν η κύρια γλώσσα επικοινωνίας.

Στο μοντέλο τους χρησιμοποιούν μία σειρά από παραμέτρους προκειμένου να υπολογίσουν τη γεωγραφική μείωση που υφίσταται η χρήση μία γλώσσας, εκτιμώμενη σε χιλιόμετρα ανά χρόνο.
Αξίζει να σημειωθεί πως ένα από τα ευρήματα της έρευνας είναι πως η διαδικασία εξάλειψης μίας γλώσσας μπορεί να αναστραφεί, κάτι που φαίνεται πως έγινε στην περίπτωση των Ουαλικών, με μία σταθεροποίηση των γεωγραφικών της ορίων τη δεκαετία του 1970 και μία ανάκαμψη μετά το 2001.
Οι μελετητές ανέλυσαν και την περίπτωση άλλων τοπικών διαλέκτων (Gaelic και     Quechua), δείχνοντας τη σημαντική επιρροή που μπορεί να έχει η πολιτεία στη διάσωση μίας γλώσσας όταν εισάγει προστατευτικά μέτρα για τη συνέχισή της.

Σε ένα επόμενο στάδιο οι ερευνητές υποστηρίζουν πως θα μπορούσε η μέθοδός τους να εφαρμοστεί και στη μελέτη άλλων πολιτισμικών αλλαγών στην οποία υπάρχει παρόμοια σύγκρουση και επικράτηση ενός πολιτισμού έναντι ενός άλλου.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the Royal Society.

Τα όπλα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου

Είναι μία δυσάρεστη όσο και τραγική αλήθεια, ένας πόλεμος να αναγκάζει υπό μία έννοια την επιστήμη να προχωρά. Παλιότερα ο τρομερός πόνος στις επεμβάσεις "ώθησε" την ιατρική να βρει τρόπους για αναισθησία. Στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο η ανθρωπότητα θρήνησε εκατόμβες νεκρών. Η επιστήμη εκτός από φάρμακα βρήκε και νέα όπλα τα οποία "δοκιμάστηκαν" στα πεδία των μαχών.

Τανκς. Παρουσιάστηκαν στον πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστα αλλά άνοιξαν το δρόμο γι αυτό που θα επακολουθούσε κατά το Β παγκόσμιο
Τα άρματα μάχης ως σχέδιο υπήρχαν νωρίτερα αλλά μόνο στη φαντασία κάποιων ανθρώπων και στο μυαλό άλλων οι οποίοι θεωρούνταν μέχρι και αιθεροβάμονες. Ακόμα και ο Λεονάρντο Νταβίντσι ο οποίος ήταν πιθανότατα ο πρώτος που σχεδίασε ένα άρμα μάχης, αντιμετωπίστηκε με σχετικό χλευασμό. Έτσι, όταν έδειξαν στα στρατιωτικά επιτελεία διάφορων χωρών σχέδια αρμάτων μάχης, οι υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί τα απέκλεισαν, είτε ως δυσκίνητα είτε ως πολύ βαριά και θα βούλιαζαν στο έδαφος.
Η αλήθεια είναι όμως πως η εποχή του Μεσαίωνα είχε περάσει. Τότε τον πρώτο ρόλο τον έπαιζε το ιππικό σε συνδυασμό με την εμφάνιση των πυροβόλων όπλων. Κατά τον 15ο αιώνα η δράση του πεζικού υποστηρίχθηκε και από πυροβολικό. Η εξέλιξη της στρατιωτικής μηχανής οδήγησε στην ανάγκη να βρεθεί μία άλλη τεχνολογία. Ο κύριος λόγος ήταν ο εξής:
Επειδή ήταν ένας πόλεμος χαρακωμάτων, αδυσώπητος και ιδιαίτερα σκληρός, ο επιτιθέμενος δεν μπορούσε να διασπάσει την άμυνα του αντιπάλου. Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονταν στα χαντάκια και στα συρματοπλέγματα στα μέτωπα. Το ιππικό αποδείχθηκε ανίκανο να συνδράμει σε αυτό τον πόλεμο. Η εποχή του είχε τελειώσει.
Τα "άρματα εφόδου" όπως ονομάζονταν αρχικά, με την ιδέα της αυτοδύναμης κίνησής τους επί "παντός εδάφους", δηλαδή με ερπύστριες (αλυσίδες) εμφανίστηκαν λοιπόν για πρώτη φορά στον Α' παγκόσμιο πόλεμο ως οχήματα για την καταστροφή των εχθρικών συρματοπλεγμάτων και άλλων οχυρωμάτων. Το 1915 κατασκευάζεται το πρώτο τεθωρακισμένο στη Μεγάλη Βρετανία και ακολουθεί το Μαρκ Ι άρμα μάχης το οποίο το επέδειξε ο βρετανικός στρατός στις δύο Φεβρουαρίου του 1916, στη μάχη του Σομμ. Η ιδέα της "φόρτωσης" μεγάλου πυροβόλου σε θωρακισμένο ερπυστριοφόρο όχημα, ικανό έτσι να κινείται σε κάθε είδους εδάφη, ανήκει στον Άγγλο αντισυνταγματάρχη Έρνεστ Σουίντον.
Οι Γάλλοι προχώρησαν στη δική τους ανάπτυξη αρμάτων μάχης, βγάζοντας τα πρώτα στο πεδίο μάχης το 1917 ενώ μπόρεσαν να παράξουν περισσότερα άρματα μάχης από όλους τους άλλους μαχόμενους μαζί.

Οι Γερμανοί από την άλλη ήταν πιο αργοί. Ωστόσο, δεν είχαν τα άρματα μάχης στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο την ισχυρή παρουσία που αναμενόταν ούτε προκάλεσαν τις καταστροφές που θα βλέπαμε μετά. Είναι απόλυτα ενδεικτικό πως η πρώτη μάχη ανάμεσα σε άρματα μάχης έγινε μόλις το 1918, στις 24 Απριλίου. Ήταν μια εμπλοκή ανάμεσα σε τρία Γερμανικά Α7V και τρία Βρετανικά Mk. IV στο Βιγιέρ-Μπρετονέ στη βόρεια Γαλλία.  Τα υποβρύχια και ο ρόλος τους Σαφώς και τα υποβρύχια δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά κατά το μεγάλο αυτόν πόλεμο των περίπου οκτώ εκατ. νεκρών. Ίσα ίσα, η ιστορία τους είναι μακρά, καθώς το 1814 ο Silas Halsey χάνει τη ζωή του στο λιμάνι του Νέου Λονδίνου προσπαθώντας με ένα "υποβρύχιο" να βυθίσει βρετανικό σκάφος. Στις 31 Μαρτίου του 1862 καθελκύται το CSS Pioneer το πρώτο υποβρύχιο το οποίο μετέφερε στρατιώτες. Για να φτάσουμε στο 1912 όταν το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας δημιουργεί την πρώτη μοίρα υποβρυχίων στον Ατλαντικό. Αυτά στις ΗΠΑ γιατί στην Ευρώπη τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Ο Τζον Π. Χόλλαντ, Ιρλανδός και ο Γάλλος Laubet σχεδιάζουν και κατασκευάζουν τα σκάφη – υποβρύχια Narval, τους πραγματικούς προγόνους των σημερινών υποβρυχίων, το 1899. Και όμως! Παρά τη μακρά ιστορία και πολεμική τους εμπλοκή, επί της ουσίας το παρθενικό θέρετρο μαχών και δράσης των υποβρυχίων είναι ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι η εποχή που κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα "ύπουλα όπλα", δηλαδή νάρκες, για παράδειγμα. Ταυτόχρονα, στη θάλασσα οι τορπίλες βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ εμφανίζεται και το περισκόπιο. Η πρώτη εμπλοκή υποβρυχίου σε εθνικό άγώνα, σε παγκόσμια βάση, θεωρείται η επιχείρηση του ελληνικού υποβρυχίου Δελφίν, τον Δεκέμβριο του 1912, κοντά στην Τένεδο. Το Φεβρουάριο του 1917 τα γερμανικά υποβρύχια παύουν πλέον να τηρούν τον εθιμοτυπικό κώδικα της "μη βύθισης εμπορικών πλοίων" απειλώντας ακόμη και την αμερικανική ναυτιλία στον Ατλαντικό, βάζοντας ουσιαστικά τις ΗΠΑ ενεργά στον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, η εμφάνιση των υποβρυχίων και ο ρόλος που έπαιξαν στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο πρόλογος για τον απόλυτο πόλεμο των υποβρυχίων κατά το Β Παγκόσμιο, όταν η Γερμανία διέθετε το μεγαλύτερο στόλο από αυτές τις πολεμικές μηχανές από όλους τους εμπόλεμους. Είναι αξιοσημείωτο πως η Γερμανία εισήλθε στο δεύτερο μεγάλο παγκόσμιο έχοντας υπεροπλία σε υποβρύχια και έχοντας συγχρόνως δημιουργήσει τον κεραυνοβόλο πόλεμο ο οποίος βασιζόταν κατά πολύ στα άρματα μάχης.  Η αυγή μίας νέας εποχής. Αντιαεροπορικά και μαχητικά αεροσκάφη Εισάγεται στο θέατρο του πολέμου το βομβαρδιστικό. Το πρώτο αεροπλάνο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοιο ήταν το βρετανικό Bristol T.B.8 του 1913, μονοκινητήριο διπλάνο με δύο πιλότους ως πλήρωμα. Διέθετε ένα σκοπευτικό και μετέφερε σε έναν περιστρεφόμενο κοιλιακό μηχανισμό 12 βόμβες των 4,54 κιλών. Όμως, αυτό που έμεινε στην πολεμική ιστορία είναι το γαλλικό Voisin III με την χαρακτηριστική προωθητική έλικα στην ουρά, το οποίο είχε εξαιρετικές επιδόσεις και πολλές επιτυχίες. Η βελτιωμένη του έκδοση, το Voisin VIII, έδρασε ως το 1918 και εξόπλισε 16 μοίρες αποτελώντας την ραχοκαλιά της γαλλικής αεροπορίας. Και η Βρετανία όμως κατασκεύασε μερικά από τα καλύτερα βομβαρδιστικά αεροπλάνα της περιόδου. Στο πλευρό τους στάθηκε επάξια το γενικών καθηκόντων Avro 504. Τρία Avro 504 ξεκίνησαν από τη Γαλλία στις 21/11/1914 και έκαναν την πρώτη αποστολή βομβαρδισμού εναντίον ενός στόχου στρατηγικής σημασίας, που ήταν η βάση των γερμανικών Ζέπελιν. Στον αντίποδα, η Γερμανία μέσα από τις εταιρίες Friedrichshafen, Gotha και Zepellin Staaken, έφτιαξε το δικό της στόλο πολεμικών αεροσκαφών. Με δύο μοντέλα της Friedrichshafen ξεκίνησε επιχειρήσεις κατά των Αγγλογάλλων το Φεβρουάριο του 1917. Λίγο αργότερα ρίχτηκε στη μάχη και το Gotha V. Αν και είχε σχεδόν κατά το ήμισι μικρότερο φορτίο από τα άλλα πολεμικά αεροπλάνα, εντούτοις πετούσε 2.000 μέτρα ψηλότερα με αποτέλεσμα να είναι απολύτως μη αναχαιτίσιμο.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος φόβος των Βρετανών στον Α παγκόσμιο πόλεμο ήταν το Zepellin Staaken. Αυτά τα φουσκωτά μπαλόνια βομβάρδισαν για πρώτη φορά την Αγγλία ρίχνοντας μάλιστα βόμβα 1.000 kg. Να σημειωθεί πως η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που χρησιμοποίησε αεροπορία για να βομβαρδίσει στόχους σε εχθρικό έδαφος. Στο μεγάλο αυτό πόλεμο εισήλθαν και τα μαχητικά ή καταδιωκτικά ή αναχαιτιστικά αεροσκάφη. Από το 1914 ως και το 195 η αναχαίτιση – αερομαχία παρουσιάζει ένα πρωτόγνωρο θέαμα, άκρως περίεργο θα λέγαμε, που συνδυάζει το μοντέρνο, το αεροπλάνο δηλαδή, με το παλιό, που είναι η χρήση εμβολισμού ή σχοινιού. Στην πρώτη περίπτωση ο πιλότος του μαχητικού εμβόλιζε το βομβαρδιστικό ή τέλος πάντων το άλλο σκάφος, μία τεχνική δίωξης η οποία ξεχάστηκε γρήγορα λόγω του μεγάλου κινδύνου που εγκυμονούσε. Η πρώτη επιβεβαιωμένη κατάρριψη στην ιστορία είναι με εμβολισμό και έγινε από τον Ρώσο Nesterov στις 26 Αυγούστου του 1914. Η δεύτερη τεχνική, την οποία επίσης εισήγαγαν οι Ρώσοι με τον εξίσου τολμηρό Kazakov, ήταν η ρίψη χαλύβδινων βελών ή γάντζων, με πολύ μικρή αποτελεσματικότητα. Εφαρμόστηκε και τρίτη τεχνική, η οποία κράτησε κάπως περισσότερο, και ήταν η χρησιμοποίηση διθέσιων τύπων αεροσκαφών με έναν πιλότο στη πίσω θέση και έναν πυροβολητή στην μπροστινή για να έχει μεγαλύτερο πεδίο βολής. Χρειάστηκε να φτάσουμε στην άνοιξη του 1915, για να δράσει το πρώτο αληθινό μαχητικό αεροσκάφος στον κόσμο, το γαλλικό Morane-Saulnier L, ένα διθέσιο μονοπλάνο και ταχύτητα 115 km/h στα 2.000 μέτρα. Όμως ένα συμμαχικό αεροσκάφος τέτοιου τύπου προχώρησε σε αναγκαστική προσγείωση και έπεσε στα χέρια των Γερμανών οι οποίοι άμεσα προχώρησαν στη δημιουργία μαχητικών με καλύτερες επιδόσεις και οπλισμό από τα γαλλικά. Έτσι, για περίπου οκτώ μήνες, η Γερμανία απέκτησε την απόλυτη αεροπορική υπεροχή στο Δυτικό Μέτωπο. Ήταν δε τέτοια η υπεροπλία της που γινόταν λόγος για τη "μάστιγα Fokker". Στα επόμενα χρόνια έχουμε την εμφάνιση αξιόλογων αεροπλάνων που έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο Δυτικό Μέτωπο με τις επιδόσεις τους. Τέτοια ήταν το Spad VII, το βρετανικό SE5 αλλά και το γερμανικό Albatros D.V. Η στρατιωτική μηχανή όμως χρειαζόταν και άλλα αεροπλάνα, πιο εξελιγμένου τύπου, τα στρατιωτικά επιτελεία είχαν αντιληφθεί πλήρως την χρησιμότητα – αναγκαιότητα τους και ήθελαν πλέον να υπάρχουν μαχητικά που να "ακούνε" στο δόγμα "πιο ψηλά πιο γρήγορα". Το κατάλαβε ο Bechereau ο οποίος κατασκεύασε τον πρώτο υγρόψυχτο Hispano-Suiza V8 των 150hp. Δεν αρκούσαν όμως μόνο τα μαχητικά – αναχαιτιστικά αεροσκάφη. Η από αέρος εξέλιξη ανάγκασε το Γερμανό καθηγητή Φον Έμπερχαρντ το 1916 να σχεδιάσει το πρώτο αντιαεροπορικό όπλο. Τη μαζική παραγωγή του αναλαμβάνει η εταιρεία Κρουπ. Το αντιαεροπορικό έφερα ιδιαίτερα μακριά κάνη και είχε βεληνεκές πάνω από 100 χλμ.
 
Το 1910 ο Ολλανδός γενικός αρχίατρος De Mooy προτείνει την χρησιμοποίηση των αεροπλάνων για τη μεταφορά των τραυματιών μακριά από το πεδίο της μάχης. Από τότε η ιατρική αεροπορία αποκτά σημαντική εξέλιξη.  Τα στρατηγεία κατάλαβαν ξανά την αξία του κράνους Αν και η ιστορία έπρεπε να τους είχε διδάξει, καθώς χρησιμοποιούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων, εντούτοις το κράνος ως απαραίτητο εξάρτημα της στολής και της προστασίας του οπλίτη είχε εγκαταλειφθεί. Στους ναπολεόντειους πολέμους το κράνος είναι είδος υπό εξαφάνιση, το ίδιο και στον πόλεμο της ανεξαρτησίας στις ΗΠΑ, στον εμφύλιο στην Αμερική, ακόμα και στους Βαλκανικούς πολέμους το κράνος σχεδόν δεν υφίσταται. Γνωστές οι εικόνες και φωτογραφίες και από τη μικρασιατική εκστρατεία όπου πάλι το κράνος δεν υπάρχει. Δεν είναι άλλωστε σύμπτωση πως η Ελλάδα αγοράζει κράνη από την Ιταλία παραμονές της ιταλικής επίθεσης μάλιστα για να αντικαταστήσει τα γαλλικά Αντριάν ή πιο σωστά για να ενισχύει τα λίγα Αντριάν που διέθετε. Κατά τη διάρκεια του Α παγκοσμίου πολέμου λοιπόν οι Γερμανοί ξεκίνησαν να αντικαθιστούν με χαλύβδινο κράνος το λεγόμενο spiked κράνος που ήταν από δέρμα. Στην αρχή του πολέμου, κανένας από τους στρατιώτες δεν προμηθεύτηκε οποιαδήποτε μορφή προστασίας για το κεφάλι. Είχαν μόνο καλύμματα υφάσματος και δέρματος. Όμως, η εξέλιξη του πολέμου ήταν τέτοια και τα θύματα αυξάνονταν ραγδαία, μαζί με εκείνους οι οποίοι έφεραν τραύμα στο κεφάλι και αντιμετώπιζαν βαριές βλάβες. Οι Γάλλοι ερίζουν για την πρωτιά με τους Γερμανούς για το ποιος αντιλήφθηκε την ανάγκη για την αποτελεσματικότερη προστασία. Στα τέλη πάντως του 1915 άρχισαν να φτιάχνουν και εν συνεχεία να δίνουν κράνη τύπου Adrian στο στράτευμα τους. Οι Βρετανοί ακολούθησαν με Κράνος Brodie, και οι Γερμανοί με το Stahlhelm.  Μία ξεχωριστή κατασκευή – θρύλος στη στρατιωτική ιστορία. Η Μεγάλη Μπέρθα του γερμανικού στρατού Κατά τη διάρκεια του μεγάλου πολέμου ανάμεσα σε Ρώσους και Ιάπωνες το 1904-1905 οι Ιάπωνες χρησιμοποίησαν 28ρια κανόνια χόβιτζερ για να κάμψουν την αντίσταση των Ρώσων, σε βάση στο Πορτ Άρθουρ. Ήταν μία ξεχωριστή στιγμή στην παγκόσμια ιστορία του πολέμου καθώς ως τότε χρησιμοποιούνταν 20ρια μόνο. Ωστόσο, για δικούς τους λόγους, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έδωσαν σημασία στο επίτευγμα αυτό, με εξαίρεση τους Γερμανούς και τους Αυστριακούς οι οποίοι ενθουσιάστηκαν. Έχοντας ως πρότυπο τους Ιάπωνες, ο βιομήχανος Κρουπ ξεκινά να κατασκευάζει πανίσχυρους όλμους και χόβιτζερ που από 28ρια γίνονται 30,5 εκατοστών. Το 1908 κατορθώνει να φτιάξει μία νέα έκδοση χόβιτζερ 39,5 εκατοστών (η διάμετρος). Τότε μπαίνει στο παιχνίδι το γερμανικό κράτος και δη η στρατιωτική του μηχανή η οποία ζητά από τον Κρουπ να κατασκευάσει ένα πανίσχυρο κανόνι που να μπορεί να διαλύει οχυρώσεις. Φτιάχνει λοιπόν ένα 42ρι! Ήταν το καλύτερο που μπορούσε να πετύχει για να έχει το όπλο του μεγάλη ισχύ. Συγχρόνως όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Το τεράστιο κανόνι ζύγιζε υπερβολικά πολύ, όλα τα μέρη του μαζί έφταναν τους 43 τόνους! Το μήκος του πλησίαζε τα έξι μέτρα (5.90) και οι βολές του έφταναν τα 12.5 χλμ. Έπρεπε λοιπόν να υπάρξει προετοιμασία ημερών για να στηθεί το "υπερόπλο" ενώ για να μεταφερθεί απαιτούνταν το "σπάσιμο" του σε κομμάτια – μέρη και η μεταφορά τους. Συνολικά δέκα βαγόνια τρένου το μετέφεραν! Όπως ήταν επόμενο η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε από το βιομήχανο μία πιο εύκολα κινούμενη έκδοση του κανονιού. Ο Κρουπ τα καταφέρνει και κάνει μετατροπές. Ο τύπος "Μεγάλη Μπέρθα" είναι έτοιμος. Η πραγματική δοκιμή γίνεται, πού αλλού, στα πεδία των μαχών, όπου η Μπέρθα σμπαραλιάζει στην κυριολεξία τα οχυρά των Βέλγων σε Λιέγη, Ναμούρ και Αμβέρσα. Την ίδια τύχη έχουν γαλλικά οχυρά στον νότο. Καταγράφεται στο ενεργητικό της και μία ξεχωριστή επιτυχία. Με μία βολή η οποία βρίσκει την αποθήκη πυρομαχικών καταστρέφει το οχυρό Loncin. H "Μεγάλη Μπέρθα" γίνεται θρύλος. Ιστορίες τρόμου κυκλοφορούν στα μέτωπα, η κατασκοπεία των αντιπάλων των Γερμανών προσπαθεί να συλλέξει πληροφορίες και οι Γερμανοί ζούνε σε έναν υπέροχο κόσμο όπου η νίκη είναι σίγουρη. "Υπέροχο όπλο" το ονομάζει ο εγχώριος Τύπος. Όμως, το 1916 ο θρύλος και ο μύθος σταματά στο Βερντέν. Παρά το συνεχή βομβαρδισμό όλο το Φεβρουάριο η αμυντική γραμμή κρατά. Μόνο το οχυρό Vaux υπέστη σημαντικές ζημιές και παραδόθηκε. Γιατί έγινε αυτό; Ο γερμανικός στρατός πιθανότατα υπερβολικά ενθουσιασμένος από την ισχύ της "Μεγάλης Μπέρθας" δεν υπολόγισε πως τα βελγικά οχυρά δεν ήταν καλά οχυρωμένα. Ήταν χτισμένα παλιά, πριν το 1890, ενώ όλα είχαν ελλείψεις στην ενίσχυση από σίδερο. Αντίθετα στο Βερντέν όλα τα οχυρά είχαν μέσα τους ατσάλι. Αυτό έκανε τη διαφορά. Το τέλος των κανονιών αυτού του τύπου είναι μάλλον πικρό, κατά μία έννοια. Μετά την αποτυχία στο Βερντέν και την ήττα να πλησιάζει ξεκίνησαν και τα τραγικά λάθη που κόστισαν ανθρώπινες ζωές αλλά και κανόνια. Αρκετές "Μπέρθες" ανατινάχτηκαν όταν χρησιμοποιήθηκαν «λάθος» πυρομαχικά και βλήματα. Άλλες δύο "πιάστηκαν" από τον αμερικανικό στρατό στο τέλος του πολέμου. Συνολικά εκτιμάται ότι υπήρχαν περίπου 20 όπλα τέτοιου τύπου τα οποία δεν ξαναχρησιμοποιήθηκαν. Υπάρχει η φήμη – λαθεμένη πληροφορία ότι η "Μεγάλη Μπέρθα" έκανε ξανά την εμφάνισή της στην πολιορκία της Σεβαστούπολης, κατά το Β παγκόσμιο πόλεμο αλλά δεν ισχύει.  Οι χειροβομβίδες Σε ταινίες έχουμε όλοι δει ήρωες, "καλούς" και "κακούς" να εκτοξεύουν χειροβομβίδες σε διάφορες εποχές. Ουσιαστικά όμως οι πρώτες "πραγματικές" χειροβομβίδες εμφανίζονται κατά τον 18ο αιώνα. Χρησιμοποιούνται κατά του ιππικού και ναι, είναι φτιαγμένες από σίδηρο. Το 1904, στη διάρκεια του ρωσοϊαπωνικού πολέμου η πυρίτιδα αντικαθιστάται με εκρηκτικές ύλες και δίνουν άλλη ώθηση στη χειροβομβίδα. Ακόμα όμως δεν έχει έρθει η τελειοποίησή τους η οποία φυσικά επέρχεται με τον Α' παγκόσμιο πόλεμο. Η χρησιμοποίηση των αρμάτων μάχης, η αντικατάσταση του ιππικού από αυτά και η στασιμότητα στα χαρακώματα αναγκάζει τα επιτελεία να δούνε διαφορετικά το θέμα "χειροβομβίδα". Το 1915 ο Βρετανός σχεδιαστής γηπέδων γκολφ Γουίλιαμ Μιλς (William Mills) φτιάχνει την αμυντική χειροβομβίδα και υιοθετείται αμέσως από τον αγγλικό στρατό. Συνεχίζεται η κατασκευή της με μία σειρά από αλλαγές, βελτιώσεις και τροποποιήσεις, για να φτάσει στην τελική της μορφή με την ονομασία 36Μ, ειδικά κατασκευασμένη για την περιοχή της Μεσοποταμίας (1917). Στα χαρακώματα οι εναλλάξ ρίψεις δίνουν και παίρνουν, με τους καθηλωμένους στρατιώτες να αντιμετωπίζουν πυροβολικό, αέρια και τις χειροβομβίδες, οι οποίες από το 1918 και μετά αλλάζουν πάλι μορφή.
Χημικά, αέριο μουστάρδας και οι φρικτοί θάνατοι στα χαρακώματα Ο Α παγκόσμιος πόλεμος, όπως έγινε, δημιούργησε αδιέξοδα στις μάχες. Η γενικότερη πεποίθηση πως δεν θα κρατήσει πολύ τελείωσε γρήγορα, το ίδιο γρήγορα σταμάτησε και η αισιοδοξία πως θα υπήρχε εύκολη επικράτηση της μίας ή της άλλης πλευράς. Το αδιέξοδο αποδεικνύεται περίτρανα στη μάχη του Σομμ, η οποία ουσιαστικά οδήγησε στον "πόλεμο των χαρακωμάτων". Τότε ξεκίνησαν όλα. Τότε ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται τα λεγόμενα "όπλα της απελπισίας", όπως χαρακτηρίστηκαν τα χημικά όπλα, δηλαδή οβίδες - χειροβομβίδες που απελευθέρωναν ασφυξιογόνα και δηλητηριώδη αέρια. Σκοπός αυτής της βάρβαρης αν μη τι άλλο δημιουργίας ήταν να σπάσει το ηθικό των στρατιωτών και δη των αμυνομένων σκοτώνοντας και τραυματίζοντας βαριά υπερασπιστές γραμμών και χαρακωμάτων. Οι τύποι των αερίων που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολλοί. Άλλοι έκαναν του στρατιώτες ανίκανους να πολεμήσουν, σε αυτά τα αέρια ανήκουν τα δακρυγόνα και το καυστικό αέριο μουστάρδας. Άλλοτε επιδιωκόταν ο θάνατος και γι αυτό οι «εγκέφαλοι» των επιτελείων είχαν ωρει το φωσγένιο και το χλώριο. Το κωμικοτραγικό της όλης υπόθεσης είναι πως από τη μία πλευρά εγκαθιδρύθηκε ένας απόλυτα άδικος και άνισος πόλεμος, με τους στρατιώτες να περιμένουν και να υπομένουν τη μοίρα τους, ενώ ταυτόχρονα ο χημικός πόλεμος ήταν ένα σημαντικό συστατικό του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Από την άλλη πλευρά όμως, είναι πλέον αποδεδειγμένο πως η δολοφονική ικανότητα των αερίων ήταν περιορισμένη. Μόνο ένα 4% των θανάτων σε μάχες προκλήθηκαν από αέρια και αυτό επειδή υπήρχε η δυνατότητα να αναπτυχθούν αποτελεσματικά αντίμετρα κατά των χημικών επιθέσεων, όπως μάσκες αερίου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως κατά το τέλος του πολέμου η χρήση του αερίου αυξανόταν, αλλά η συνολική αποτελεσματικότητά του μειωνόταν. Πώς χρησιμοποιούνταν τώρα τα χημικά. Οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν χειροβομβίδες 26 χιλιοστών οι οποίες περιείχαν δακρυγόνο αέριο, αλλά δεν είχε την αποτελεσματικότητα που ήθελαν και έτσι το σταμάτησαν. Οι Γερμανοί από την πλευρά τους αντικατέστησαν το ΤΝΤ σε οβίδες με ένβα άεριο, το dianisidine chlorosulphonate. Στις 27 Οκτωβρίου του 1914, οι Γερμανοί έριξαν 3.000 τέτοιες οβίδες σε Βρετανούς στρατιώτες κοντά στο Νεβ-Σαπέλ, των οποίων όμως η υγεία δεν επηρεάστηκε από το αέριο. Στις 31 Ιανουαρίου του 1915 έριξαν στους Ρώσους περίπου 18.000 οβίδες οι οποίες περιείχαν xylyl bromide, αλλά η επίθεση των Γερμανών αποκρούστηκε. Τότε, αποφασίστηκε να αλλάξει ο τρόπος διοχέτευσης του αερίου και χρησιμοποιήθηκαν εμπορικοί κύλινδροι αποθήκευσης του. Η πρώτη επιτυχημένη επίθεση με αέριο σε κυλίνδρους έλαβε χώρα στις 22 Απριλίου τπυ 1915, όταν οι Γερμανοί απελευθέρωσαν 168 τόνους χλωρίου κοντά στην Υπρ. Κατορθώθηκε ρήγμα στις γαλλικές γραμμές μήκους περίπου 15 χιλιομέτρων. Τριάντα έξι ώρες μετά οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν ξανά το χλώριο σε άλλο σημείο του μετώπου. Βρήκαν όμως μπροστά τους έναν ευφυή λοχαγό, Καναδό ο οποίος ήταν και χημικός. Αναγνώρισε το χλώριο. Ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει, με τα ούρα. Έδωσε εντολή να βρεχτούν πανιά με ούρα και να αναπνέουν όλοι μέσα από αυτά. Δεν υπήρξε απόλυτη επιτυχία, αφού πέρασε στο σύστημα των στρατιωτών το αέριο, σίγουρα όμως ήταν ένα έστω και πρόχειρο μέτρο προστασίας. Το 1915 εμφανίστηκαν και άλλα αέρια. Το φωσγένιο ήταν πιο αποτελεσματικό από το χλώριο γιατί ήταν άχρωμο και μύριζε σαν "μουχλιασμένο άχυρο" με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναγνωρισθεί εύκολα. Λιγότερο σπάνια χρησιμοποιούταν το διφωσγένιο. Αυτά τα δύο αέρια προκάλεσαν το 80% των θανάτων που συνολικά προήλθαν από ασφυξιογόνα αέρια. Το φωσγένιο χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τους Γερμανούς, στις 19 Δεκεμβρίου του 1915 και έξι μήνες αργότερα από τους Βρετανούς, των οποίων υπήρξε το κύριο χημικό όπλο (χρησιμοποίησαν 1.500 τόνους σε 15 επιθέσεις). Ένα άλλο είδος χημικού όπλου που χρησιμοποιήθηκε ήταν το καυστικό αέριο μουστάρδας, για πρώτη φορά ως χημικό όπλο στις 12 Ιουλίου 1917, εναντίον των βρετανικών στρατευμάτων στην Υπρ σε οβίδες. Οι Γάλλοι το ονόμασαν υπερίτη, από το όνομα της πόλης Υπρ, ενώ οι Γερμανοί LOST, από τα αρχικά των Γερμανών χημικών Λόμμελ και Στάινκοφ, που είχαν την έμπνευση να χρησιμοποιηθεί ως πολεμικό χημικό όπλο. Στη συνέχεια, οι Σύμμαχοι το χρησιμοποίησαν εναντίον τον Γερμανών και σε μία από αυτές τις επιθέσεις, στις 14 Οκτωβρίου 1918, ένα από τα θύματα ήταν ο νεαρός δεκανέας Αδόλφος Χίτλερ ο οποίος πέρασε μήνες στο νοσοκομείο στο Πάσεβαλκ, κοντά στο Βερολίνο, με φριχτούς πόνους στα μάτια.

Δέκα αλήθειες που πονάνε για τις ανθρώπινες σχέσεις

“Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο…”
 Πάμπλο Νερούδα
 
Τον τελευταίο καιρό μ΄απασχολεί πολύ το θέμα των σχέσεων. Βλέπω ολοένα και πιο συχνά γύρω μου τους ανθρώπους να κλείνονται ερμητικά στο μικρόκοσμό τους, τη ίδια στιγμή που λαχταρούν να εισπράξουν ενδιαφέρον και νοιάξιμο. Σαν να θέλουν να κερδίσουν την πιο όμορφη φιλική, ερωτική ή συναδελφική σχέση χωρίς όμως να χάσουν τίποτα από τη βολή τους, χωρίς να παραχωρήσουν χιλιοστό από το ζωτικό τους χώρο, χωρίς να επιτρέπουν ούτε μια ρωγμή στο προσωπείο που διάλεξαν να τους αντιπροσωπεύει στον έξω κόσμο.
Κάποτε αυτό θα με πλήγωνε, τώρα πια αρχίζω να αποδέχομαι πως οι αληθινές σχέσεις – αυτές που για χάρη τους βάζεις το χέρι σου στη φωτιά – είναι λιγοστές. Κατέγραψα εδώ ό,τι έχω προσωπικά αντιληφθεί για το θέμα των σχέσεων, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω τις προτεραιότητές μου και να βεβαιωθώ πως αφήνω χώρο στις σχέσεις που αξίζουν να εξελιχθούν και ν΄ανθίσουν:

1. Κάποιες σχέσεις είναι ευλογία ενώ κάποιες είναι μαθήματα ζωής. Οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή σου άλλοτε σε στηρίζουν, άλλοτε σε δοκιμάζουν, άλλοτε σε χρησιμοποιούν και άλλοτε σε ωθούν να βγάλεις τον καλύτερο (ή χειρότερο εαυτό σου). Ολ΄αυτά είναι πολύτιμες εμπειρίες που σε ωριμάζουν και σ’ αναγκάζουν να πάρεις θέση για το τι λογής σχέσεις θέλεις τελικά να έχεις στη ζωή σου.
 
2. Οταν η ζωή σού φέρνει αλλαγές – ακόμα και προς το καλύτερο – κάποιοι άνθρωποι απομακρύνονται από κοντά σου. Ισως γιατί η προηγούμενη φάση σου τούς πήγαινε περισσότερο, ίσως γιατί ο νέος τρόπος ζωής σου δεν τους ταιριάζει πια, ίσως γιατί πατιούνται κουμπιά που πονάνε…, πάντως είναι κάτι που συμβαίνει και χρειάζεται να το αποδεχτείς, όσο δυσάρεστο κι αν είναι.
 
3. Οταν είσαι σε δύσκολη θέση και νιώθεις την ανάγκη για υποστήριξη, ποιος παραμένει δίπλα σου; Ποιος αφιερώνει χρόνο και ενέργεια για σένα; Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι αληθινοί σου φίλοι. Μαζί στη χαρά και στη λύπη, στα εύκολα και στα δύσκολα.
 
4. Οι άνθρωποι σου φέρονται με τον τρόπο που τους επιτρέπεις. Εσύ βάζεις τον πήχυ ψηλά ή χαμηλά, εσύ θέτεις τα όρια. Σίγουρα δεν μπορείς να ελέγξεις τη συμπεριφορά τους, είσαι σε θέση όμως να ελέγχεις το τι θα δεχτείς και τι όχι.
 
5. Ενα λάθος μπορεί να είναι τυχαίο. Τα απανωτά ψέματα και οι δόλιες συμπεριφορές δεν είναι τυχαία. Αν είσαι αποδέκτης τέτοιων συμπεριφορών συστηματικά, και με ένα “συγγνώμη” υποχωρείς και παραμένεις στη σχέση, τότε κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου και ξεγελάς τον ίδιο σου τον εαυτό.

6. Βεβαιώσου πως αναγνωρίζεις τις σχέσεις που αξίζουν πραγματικά. Μήπως έχεις γίνει ο εγωπαθής που παραπονιέται γιατί ο κόσμος δεν ασχολείται αδιάλειπτα με την ευτυχία του; Αυτό που ζητάς από τους αγαπημένους σου το προσφέρεις εσύ ο ίδιος; Καμιά φορά ο φίλος που πονάει ίσως σου πει “μην ανησυχείς, είμαι καλά”, αλλά αυτό που χρειάζεται στ’ αλήθεια είναι να τον κοιτάξεις στα μάτια και να του πεις “όχι, ξέρω πως δεν είσαι καλά. Μίλησέ μου, είμαι δίπλα σου”.
 
7. Οι “βαριές” κουβέντες πληγώνουν περισσότερο από τον φυσικό πόνο. Εχε το νου σου μήπως, θεωρώντας δεδομένους τους δικούς σου ανθρώπους, ξεφορτώνεις άθελά σου πάνω τους τα καταπιεσμένα συναισθήματα από σχέσεις που σε πόνεσαν και τις κουβαλάς ακόμα. Οι άλλοι, όσο κι αν μας αγαπούν, δεν είναι τα συναισθηματικά μας υποζύγια.
 
8. Οι πράξεις μετράνε, όχι τα λόγια. Συνήθως όσοι αγαπούν δεν το διατυμπανίζουν, αρκούνται στο να το δείχνουν με μικρές ή μεγάλες κινήσεις μέσα στην καθημερινότητα.Μην παρασύρεσαι από τα μεγάλα λόγια, άφησε τις συμπεριφορές να μιλήσουν για την αλήθεια.
 
9. Κανείς δεν μπορεί να σου προσφέρει την ευτυχία, ούτε να ανακαλύψει το σκοπό της ζωής για λογαριασμό σου. Μην κάνεις το λάθος να περιμένεις τους άλλους να σου ανοίξουν το δρόμο στην προσωπική σου ολοκλήρωση. Ο μόνος που μπορεί είσαι εσύ ο ίδιος.
 
10. Η γνήσια αγάπη σε μια σχέση ανθίζει όταν εξαλείφονται οι παντός είδους “χειρισμοί”. Οταν αποδέχεσαι τον άνθρωπο που είναι δίπλα σου γι΄αυτό που είναι κι όχι γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι. Οταν έχεις τη δυνατότητα να αποκαλύψεις πόσο ευάλωτος κι ανασφαλής νιώθεις. Κι όλο αυτό κερδίζεται όταν βάζουν πλάτη και οι δύο, με αφοσίωση και ακεραιότητα. Διαφορετικά απλώς δεν γίνεται να συμβεί.
 
Κλείνω αυτή την ανάρτηση με τη σημείωση πως δεν έχω την πρόθεση να δώσω συμβουλές σε κανένα. Γράφω μόνο τις σκέψεις μου, που ίσως να είναι και αφελείς και εκτός πραγματικότητας. Πολύ θα το ήθελα οι σχέσεις μας να έχουν όλες χάπι-εντ, μάλλον όμως αυτό δεν συμβαίνει. Ο χορός της ζωής έχει τους δικούς του ρυθμούς κι εμείς μαθαίνουμε αδιάκοπα τα βήματα που ολοένα αλλάζουν καθώς κυλάει ο καιρός… Geo

Ο καθρέφτης του εγωλάτρη

fun-house-mirrorΟ Χόρχε Μπουκάι, αργεντινός γιατρός και ψυχοθεραπευτής, ορίζει τον εγωιστή ως το άτομο που αγαπάει τον εαυτό και τον ευνοεί έναντι των άλλων. Και συνεχίζει.. και τι με αυτό; Ο υγιής εγωισμός, σε αντιδιαστολή με τον παθολογικό εγωισμό που χαρακτηρίζει τους κακούς και σκληρούς ανθρώπους, είναι αυτός που ωθεί τα άτομα να αφουγκράζονται τις προσωπικές τους ανάγκες και να κάνουν πράγματα που ευχαριστούν τα ίδια.
 
Ο καλώς εννοούμενος εγωισμός σημαίνει ότι είμαι τόσο εγωιστής που θα βοηθήσω τον πλησίον μου μόνο και μόνο γιατί αυτό μου δίνει χαρά. Το κάνω εγώ για μένα οπότε ο ευεργετούμενος δεν μου οφείλει το παραμικρό.  Σε γενικές γραμμές, ο υγιής εγωιστής άνθρωπος δεν κάνει χάρη στον άλλο, πράττει και προσφέρει ό,τι του δίνει ευχαρίστηση.
 
Από την άλλη, υπάρχει ο εγωλάτρης τύπος. Ο εγωκεντρικός είναι αυτός που θεωρεί ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ποιου κόσμου όμως; Του δικού του κόσμου, των δικών του ονείρων, των δικών του υλικών αντικειμένων. Γεγονός απόλυτα φυσιολογικό και υγιές. Ο καθένας μας, έτσι, έχει τον μικρόκοσμο του στον οποίο ο ίδιος είναι ο πυρήνας. Σκεφτόμαστε, πράττουμε, κυνηγάμε και αποζητούμε βάσει της δικής μας ιδιοσυγκρασίας. Ο εγωλάτρης είναι αυτός που πιστεύει ότι είναι ή πρέπει να είναι στο επίκεντρο, πέραν του δικού του κόσμου και των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Και αυτό, σύμφωνα με τον Χόρχε Μπουκάι, «είναι ματαιοδοξία, είναι ανάξιο, όπως ανάξιο είναι να μειώνω τον εαυτό μου επιτρέποντας στους άλλους να θεωρούν πως αποτελούν εκείνοι το κέντρο της δικής μου ζωής».

Ο εγωλάτρης τοποθετεί απέναντι του έναν καθρέπτη στον οποίο αντικατοπτρίζεται μόνο ο ίδιος. Το είδωλο του είναι φορεμένο σε κάθε άνθρωπο που έχει απέναντι του. Ουσιαστικά, απορρίπτει την αυθυπαρξία της άλλης οντότητας, τοποθετείται αυτόβουλα στο επίκεντρο και περιμένει να δει στους άλλους τον εαυτό του. Τις σκέψεις του, τα όνειρα του, την συμπεριφορά του. Το εύρος του σκεπτικού του είναι μονοδιάστατο και στεγανό, είναι το δικό ΤΟΥ, το οποίο βρίσκει αντικειμενικά σωστό, ανεπίδεκτο περαιτέρω συζήτησης και άρα τουλάχιστον αποδεκτό από τα άτομα με τα οποία συγχρωτίζεται, δεδομένου ότι αυτά αποτελούν την αντανάκλαση του ίδιου του ειδώλου.
 
Δέχεται την προσφορά και τη βοήθεια ως κάτι δεδομένο και αναγκαίο. Είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει ο ΑΛΛΟΣ για να δικαιολογήσει την παρουσία του ζωή του εγωλάτρη, για να δικαιολογήσει τη θέση του ως σημαιοφόρου του καθρέπτη! Από την άλλη, ο εγωλάτρης παρέχει με τη μορφή της χάρης. Από την στιγμή που κάποια παροχή του δεν αφορά άμεσα τον ίδιο και τον ξεβολεύει στιγμιαία από το κέντρο του κόσμου, ακόμη κι αν είναι η πράξη του λειτουργεί στα όρια της αμοιβαιότητας ή του αυτονόητου, μεγεθύνεται και δίνεται με τη μορφή του ανταλλάγματος «εγώ έκανα αυτό για σένα, να το ξέρεις» ,με την διαφανή ερμηνεία «την επόμενη φορά που θα ζητήσω κάτι οφείλεις να το πράξεις». Το δόσιμο λειτουργεί στο μέτρο που ο αντικατοπτρισμός στον καθρέφτη παραμένει ακέραιος και χωρίς δυσμορφίες.  Και η συμπεριφορά αυτή δεν μοιάζει καθόλου παράλογη στον εγωλάτρη με το δεδομένο ότι στον ΑΛΛΟ βλέπει τον εαυτό του και άρα τις προσωπικές του επιθυμίες, οι οποίες, το δίχως άλλο, πρέπει να ικανοποιηθούν. Το σύνδρομο του καθρέφτη λέει πως ο ΑΛΛΟΣ θα γίνει ευτυχισμένος αν πρώτα ευτυχίσει ο εγωλάτρης. Διότι από τον εγωλάτρη όλα εκπορεύονται και όλα καταλήγουν.
 
Οι διαπροσωπικές σχέσεις ξεκινούν και προχωρούν μόνο στα πλαίσια της αμοιβαιότητας. Αν από το πηγάδι αφαιρούμε αφειδώλευτα το νερό στο τέλος θα στερέψει. Και εμείς θα διψάσουμε και το πηγάδι θα χάσει την χρησιμότητα του.
 
Είναι προφανές ότι σχέσεις με τέτοια βάση δεν μπορούν παρά ,αργά ή γρήγορα να διαλυθούν. Το τεφτέρι της σχέσης κρατάει ο εγωλάτρης. Στη μια στήλη σημειώνει τι δεν έκανε ο άλλος (γιατί οι παροχές νοούνται ως αυτονόητες) και στην άλλη στήλη τι πρόσφερε ο ίδιος (ακόμη κι αν θεωρείται βασικό). Διότι ο εγωλάτρης άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του και περιμένει ότι και οι γύρω του αυτόν πρέπει να έχουν ως μέλημα τους!  Γεγονός μη επιτεύξιμο φυσικά, σε βάθος χρόνου, αλλά και αυτό θεωρείται λάθος του ΑΛΛΟΥ, σύμφωνα με τον εγωλάτρη, διότι στον τελικό απολογισμό δεν πληρεί τις απαιτητικές και συνεχώς αυξανόμενες προϋποθέσεις του.

Όμως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στον εκάστοτε ΑΛΛΟ αλλά στην αντανάκλαση. Η λύση δεν είναι να στερέψουμε όσα πηγάδια είναι πρόθυμα να μας ξεδιψάσουνε και για να το πω και αντίστροφα, όσα πηγάδια κι αν στερέψουμε η δίψα θα παραμείνει ακόρεστη, αλλά να πετάξουμε τον καθρέπτη που μας εμποδίζει να αντικρίσουμε την πραγματικότητα και τους ΑΛΛΟΥΣ. Να επιτρέψουμε στους γύρω μας να μας συμπληρώσουν, να τους ευχαριστήσουμε που μας άφησαν να τους βοηθήσουμε. Διότι σε αυτή τη διαδικασία, όπου ο ένας βοηθάει τον άλλον, οι κερδισμένοι είναι δύο. Η μοναδική βοήθεια που δεν αφήνει πίσω της οφειλές είναι αυτή που υποκινείται από τη χαρά να βοηθάς. Για τον λόγο αυτό, Αγάπα τον πλησίον σου ως σ εαυτόν. Όχι παραπάνω αλλά ούτε και λιγότερο..

«Άχρηστο» το 92% του DNA μας

Ούτε το ένα δέκατο του DNA του ανθρώπου δεν έχει κάποια σημαντική λειτουργία μέσα στον οργανισμό, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, που βασίστηκε σε συγκρίσεις με άλλα ζώα και αναμένεται να αναζωπυρώσει τη διαμάχη για το κατά πόσο είναι πράγματι άχρηστο το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου γενετικού υλικού.

Τα ευρήματα
Η νέα μελέτη υπολόγισε ότι μόνο το 8,2% του DNA μας είναι «λειτουργικό», δηλαδή χρήσιμο σε κάτι, μια πολύ διαφορετική εκτίμηση από αυτήν που είχαν κάνει το 2012 οι επιστήμονες της διεθνούς ομάδας  «Εγκυκλοπαίδεια Στοιχείων DNA» (ENCODE) ότι το 80% του γονιδιώματος μας έχει τελικά κάποια χρήσιμη βιοχημική λειτουργία.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον καθηγητή Κρις Πόϊντινγκ υποστηρίζουν ότι κακώς η ερευνητική κοινοπραξία ENCODE έδωσε τόσο ευρύ ορισμό στο τι είναι λειτουργικό και χρήσιμο από βιοχημική άποψη, καθώς δεν αρκεί να «κάνει» κάτι ένα κομμάτι του DNA,  αλλά αυτό το «κάτι» πρέπει και να είναι αποδεδειγμένα ωφέλιμο για τον οργανισμό.
Για τους Βρετανούς επιστήμονες σημαντικό κριτήριο αποτελεί πόσο ποσοστό του DNA στα ζώα έχει αποφύγει να υποστεί μεταλλάξεις κατά τα τελευταία 100 εκατ. έτη, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό ακριβώς το τμήμα του γενετικού υλικού είναι όντως χρήσιμο και ζωτικό. Οι ερευνητές συνέκριναν, με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα γονιδιώματα διαφόρων θηλαστικών, από ποντίκια και λαγούς έως σκύλους, άλογα και ανθρώπους.

Γονιδιακά σκουπίδια
Από τη συγκριτική αυτή μελέτη, προέκυψε η εκτίμηση ότι μόνο το 8,2% του ανθρώπινου DNA έχει κάποια πράγματι χρήσιμη λειτουργία. Το υπόλοιπο 91,8%, κατά τους ερευνητές, είναι εξελικτικό απομεινάρι - ένα DNA-σκουπίδι, μέρος του οποίου προέρχεται από αρχαίους ιούς, οι οποίοι κάποτε ενσωματώθηκαν στο γενετικό υλικό των προγόνων μας.
«Τείνουμε να πιστεύουμε ότι όλο το DNA μας πρέπει να κάνει κάτι. Στην πραγματικότητα όμως, μόνο ένα μικρό κομμάτι του κάνει κάτι», δήλωσε ο ερευνητής Κρις Ραντς. «Δεν έχουμε επιστημονικές ενδείξεις ότι το 92% του γονιδιώματός μας συνεισφέρει καθόλου στη βιολογία μας. Απλώς ‘κάθεται' εκεί και πιάνει χώρο», πρόσθεσε ο ερευνητής Γκέρτον Λούντερ.
Αλλά ακόμη και από το λειτουργικό 8,2% του DNA, δεν έχει όλο την ίδια σημασία. Μόνο το 1,2% είναι το κατ' εξοχήν σημαντικό κομμάτι, επειδή κωδικοποιεί τις πρωτεΐνες που ελέγχουν σχεδόν όλες τις κρίσιμες βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου. Το υπόλοιπο 7% εμπλέκεται κυρίως στην ενεργοποίηση και απενεργοποίηση, δηλαδή στην «έκφραση» των γονιδίων που κωδικοποιούν τις πρωτεΐνες, ανάλογα με την χρονική φάση, το σημείο του σώματος, το περιβάλλον και άλλους παράγοντες.
«Οι πρωτεΐνες που παράγονται, είναι ουσιαστικά ίδιες σε όλα τα κύτταρα του σώματός μας. Όμως ποιές από αυτές θα ενεργοποιηθούν κάθε φορά, σε ποιό σημείο στο σώμα και πότε, αυτό πρέπει να ρυθμιστεί - και αυτή είναι η δουλειά που κάνει το 7%», δήλωσε ο Ραντς. Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «PLoS Genetics»