Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Aρχέτυπα: η καταγωγή των ανθρώπινων ιδεών

Ο Πλάτωνας έλεγε πως για κάθε ιδέα ή αντικείμενο στον ανθρώπινο κόσμο, υπάρχει και μία αντίστοιχη υπερβατική απεικόνιση στον κόσμο των ιδεών. 
 
Έτσι λοιπόν θα υπήρχε μία απεικόνιση σε εκείνο το μεταφυσικό κόσμο όχι μόνο για ένα καθημερινό αντικείμενο, μία καρέκλα π.χ., αλλά και για κάθε ιδέα, θα υπήρχε δηλαδή και ιδανική απεικόνιση της δικαιοσύνης, της ομορφιάς, της κακίας, κ.ο.κ. Με αυτήν τη συλλογιστική, ο Πλάτωνας σκόπευε να δείξει ότι μέσα στο σύμπαν υπάρχει μία αντικειμενική και ανώτερη κατάσταση μέσα από την οποία θα μπορούσε να περιγραφεί το Ιδανικό. Το Ιδανικό για τον Πλάτωνα ήταν και αυτό μια ιδέα, κάπου μέσα στον κόσμο των ιδεών.

Ο Jung αιώνες μετά, θα θεωρήσει την ύπαρξη αντικειμενικών υπερβατικών μορφών, από τις οποίες θα αποτελείται η ανθρώπινη ψυχή, και τις οποίες ονόμασε αρχέτυπα. Τ’ αρχέτυπα θα μπορούσαν να ‘συγκεντρωθούν’- εκφραστούν στον ανθρώπινο ψυχισμό με τη μορφή συμπλεγμάτων, τουλάχιστον σ’ ένα πρώτο, ψυχαναλυτικό, επίπεδο. Πάντως, σε ό,τι αφορά μια σύγκριση ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον Jung, υπήρξε μεταξύ ίσως άλλων και μία σημαντική διαφοροποίηση, η οποία εν μέρει είχε ήδη γίνει από άλλους αρχαίους Έλληνες, όπως και από σύγχρονους ή λίγο προγενέστερους του Jung επιστήμονες.

T’ αρχέτυπα, οι θεμελιώδεις αυτές οντότητες των ανθρώπινων ιδεών, δεν προϋπάρχουν των ανθρώπινων σκέψεων, αλλά δημιουργούνται κατά τη στιγμή της αλληλεπίδρασης της ανθρώπινης ψυχής (ατομικού ασυνείδητου) και της παγκόσμιας ψυχής (συλλογικό ασυνείδητο). Επομένως, τ’ αρχέτυπα είναι δευτερογενείς υπάρξεις, δεν προϋπάρχουν σε κάποιον κόσμο ‘αρχετυπικών ιδεών,’ αλλά αποκτούνε ‘σχήμα’ και συγκεκριμένη σημασία τη στιγμή της αλληλεπίδρασης με την ανθρώπινη ψυχή.

Μετά την εποχή του Jung υπήρξε και η τεκμηρίωση της σημαντικότερης ίσως (όπως πίστευε ο φυσικός Feynman) θεωρίας όλων των εποχών, της ατομικής θεωρίας. Τα πράγματα, όπως πίστευε και ο Δημόκριτος, αποτελούνται από ό,τι απλούστερο, τα άτομα. Άτομα, τα οποία ωστόσο στην πραγματικότητα κόβονται σε μικρότερα ‘άτομα’ και σε μία διαδικασία που ίσως και να μην τελειώνει ποτέ. Πάντως, σε κάθε περίπτωση μπορούμε πάντοτε να αναλύουμε το οποιοδήποτε αντικείμενο ή ‘σχέδιο σκέψης’ σε ολοένα και ‘μικρότερα και στρογγυλά’, μικροσκοπικά και παρατηρήσιμα σωματίδια. Πιθανώς, δηλαδή, ακόμη και οι Πλατωνικές ιδέες ή τ’ αρχέτυπα του Jung, αποτελούνται από κάποιας μορφής ‘σωματίδια’ ή ‘ενεργειακές διακυμάνσεις’ και υπάρχουν ως κάποιου είδους καταστάσεις μέσα σε πεδία.

Ο φυσικός Pauli ασχολήθηκε εκτενώς με τ’ αρχέτυπα και είχε μάλιστα για μία μεγάλη περίοδο αλληλογραφία με τον Jung, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και μία κοινή θέση διατυπωμένη από τους δύο επιστήμονες: Στον κόσμο υπάρχει η αιτιότητα στην οποία ανήκουν φαινόμενα τα οποία λαμβάνουν χώρα μέσω της σχέσης αιτίας- αποτελέσματος και η συγχρονικότητα, όρος που χρησιμοποιήθηκε από τον Jung, όπου φαινόμενα μπορούν να λάβουν χώρα ‘αναίτια’ και ταυτόχρονα σε διάφορα σημεία του χώρου.
O φυσικός Bohm από τη μεριά του πίστευε πως ολόκληρο το σύμπαν έχει τη μορφή ενός ολογράμματος και πως υπάρχει ένα είδος ‘υπόγειου’ κβαντικού πεδίου μέσα από το οποίο προκύπτουν τα φυσικά φαινόμενα με τη μορφή κυματικής συμβολής. Επίσης θεώρησε πως η ανθρώπινη συνείδηση δε βρίσκεται ‘έξω’ από το σύμπαν, αλλά ότι συμμετέχει ουσιαστικά και καταλυτικά στις φυσικές διαδικασίες. Βλέπουμε δηλαδή πως οι απόψεις του Bohm βρίσκονται πολύ κοντά στις απόψεις του Jung περί ενός συλλογικού ασυνείδητου.

Υπάρχει δε και η ολογραφική αρχή, διατυπωμένη από τον Gerard Hooft, σύμφωνα με την οποία όλη η πληροφορία που βρίσκεται σε μια περιοχή του χώρου μπορεί να αναπαρασταθεί από μία θεωρία που αναφέρεται στα σύνορα εκείνης της περιοχής. Με άλλα λόγια, όλο το σύμπαν μπορεί να αναπαρασταθεί πάνω σ’ ένα δισδιάστατο κομμάτι χαρτί, όπως και τα άγνωστα ψυχικά φαινόμενα θα μπορούσαν να αποτυπωθούν πάνω στην ανθρώπινη ψυχή.

Ο ψυχίατρος και νευροφυσιολόγος Pribram την ίδια εποχή με τον Bohm διαπίστωσε πως κόβοντας μεγάλα τμήματα από τον εγκέφαλο ποντικιών, εκείνα δεν ξεχνούσαν πώς να εκτελούν τις βασικές τους λειτουργίες, Διαπίστωσε δηλαδή πως η μνήμη και γενικότερα η σκέψη δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου, αλλά διασκορπισμένη μέσα σ’ αυτόν, υπό τη μορφή πιθανότατα κάποιων πεδίων. Ίσως δηλαδή οι ανθρώπινες σκέψεις αποτελούνται από μορφώματα, τα οποία ζουν στην -ευρύτερη- περιοχή του εγκεφάλου.

Ο βιολόγος Dawkins με τη σειρά του διατύπωσε τη θεωρία των μιμιδίων (memes). Τα μιμίδια, είναι το ‘πνευματικό’ αντίστοιχο των γονιδίων. Είναι δηλαδή ‘μη βιολογικές οντότητες πληροφορίας’ που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και μεταφέρονται μέσα από την ανθρώπινη επικοινωνία. Οι απόψεις, τα πιστεύω, οι υιοί των υπολογιστών, είναι μιμίδια, ενώ τα πολιτισμικά ρεύματα, οι θρησκείες, είναι ομαδοποιήσεις μιμιδίων.

Κατόπιν αυτών, θεωρώ, πως είμαστε περισσότερο έτοιμοι να κάνουμε μία πληρέστερη και ακριβέστερη προσέγγιση του θέματος:

Ερώτημα πρώτο.
Τι είναι τελικά τ’ αρχέτυπα;


Τα αρχέτυπα είναι κάποιες θεμελιώδεις μορφές, ‘πρότυπα’, πάνω στα οποία δομείται η ανθρώπινη ψυχή. Όταν λέμε ψυχή, θα εννοήσουμε το ‘ενεργειακό καλούπι’ με βάση το οποίο χτίζονται οι υλικές δομές και καταρτίζονται οι βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου. Βλέπουμε δηλαδή ότι ευθύς εξαρχής με την παραδοχή της ύπαρξης των αρχέτυπων έχουμε ήδη φύγει από το πεδίο της ‘ορθόδοξης’ επιστήμης και έχουμε ήδη εισέλθει στο χώρο της ‘μεταφυσικής,’ αφού πλέον ουσιαστικά μιλάμε για ‘ενεργειακά μορφογενετικά πεδία,’ πεδία δηλαδή που δεν αποτελούνται από τα ‘κλασσικά’ σωματίδια ή έστω ‘άμορφα’ κβάντα ενέργειας, αλλά από κάποιου είδους ενεργειακές συγκεντρώσεις που έχουν συγκεκριμένο και καθορισμένο σχήμα, περιεχόμενο και, από τη στιγμή της αλληλεπίδρασής τους με την ανθρώπινη ύπαρξη, και συγκεκριμένο νόημα.

Η ιδέα πάντως της διαφοροποίησης των αρχέτυπων, της σχηματοποίησής τους κατά τη στιγμή της αλληλεπίδρασής τους με την ανθρώπινη παρατήρηση ή συνείδηση δεν πρέπει να μας ξενίζει. Η αλλαγή της συμπεριφοράς των στοιχειωδών σωματιδίων κατά τη στιγμή της παρατήρησης είναι ήδη ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο γεγονός. Ο ουσιαστικός νέος παράγοντας είναι ότι τα πεδία πλέον δεν πρέπει να τα βλέπουμε σαν να αποτελούνται από ‘μικρές και ομοιόμορφες σφαίρες,’ αλλά από ‘οντότητες’ οι οποίες έχουν ή μπορούν να λάβουν πολύ συγκεκριμένα σχήματα, καταστάσεις και ιδιότητες. Κρατώ λοιπόν εδώ τον όρο ‘μορφογενετικά πεδία.’

Ερώτημα δεύτερο.
Πού βρίσκονται τα αρχέτυπα;


Τα αρχέτυπα βρίσκονται στο συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο μπορούμε να ταυτίσουμε ή τουλάχιστον να παραλληλίσουμε με κάποιο θεμελιώδες πεδίο μορφογενετικής φύσης, ή το υποβόσκον και παντού παρόν κβαντικό πεδίο του Bohm, αυτό που η σύγχρονη φυσική ονομάζει το ‘Ενιαίο Πεδίο,’ αυτό που οι ανατολικοί ονόμασαν ακασσικό πεδίο, ή που απλούστατα μπορούμε να πούμε το Πεδίο. Αυτό το Πεδίο, θα είναι το πεδίο όλων των πεδίων, από το οποίο θα προέρχονται όλα τα άλλα γνωστά και άγνωστα πεδία όπως το βαρυτικό το ηλεκτρομαγνητικό κ.ο.κ. Αυτό το πεδίο θα βρίσκεται διάχυτο μέσα στο χώρο, θα είναι ένα πεδίο το οποίο θα μας διαπερνά και θα μας διαρρέει ανεπαίσθητο και πολυδιάστατο. Θα αποτελείται ακριβώς από κυμάνσεις ικανές να διαμορφώσουν τις όποιες ‘ενεργειακές δίνες’ από τις οποίες θα προέρχονται όλα τα αντικείμενα της ύλης. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που αποκαλούμε ‘άυλο’ είναι απλά κάτι υλικό που εμείς οι άνθρωποι δεν ‘πιάνουμε.’ Ακόμη και οι ιδέες μας αν μπορούσαν να γίνουν ‘μικρές χορεύτριες μέσα στις παλάμες μας,’ θα έπαυαν να είναι ‘μη υλικές’.

Ερώτημα τρίτο.
Πώς δρούνε τα αρχέτυπα;


Μπορούμε να τονίσουμε τη σημασία της αλληλεπίδρασής τους με τα ζωντανά όντα. Μπορούμε να φανταστούμε ότι κάθε φορά που σκεφτόμαστε ερχόμαστε σε επαφή με το συλλογικό ασυνείδητο, το χώρο όπου κατοικούν όλες οι δυνατές μορφές, όλες δηλαδή οι πιθανές υλικές καταστάσεις που μπορεί ο άνθρωπος να παράξει από εκείνο το αρχέγονο δυναμικό. Σαν μία απέραντη παραλία με άμμο, όπου τα παιδιά πλάθουν σχήματα με το φτυάρι και το κουβαδάκι, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση αυτά τα σχήματα είναι οι ιδιότητες, οι καταστάσεις και τα περιεχόμενα της ίδιας μας της ψυχής και των σκέψεων. Έτσι ίσως εξηγούνται οι διάφοροι χαρακτήρες που παίρνουν τα αρχέτυπα κατά την ‘προσωποποίησή’ τους μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, πχ. η ‘Σκιά,’ η ‘Άνιμα’ και ο ‘Άνιμους,’ το ‘Παιδί,’ ο ‘Εαυτός,’ κοκ. Απομένει, ωστόσο, να διευκρινιστεί αν και σε το βαθμό αυτή η ‘αλληλεπίδραση’ είναι συνειδητή ή ακούσια.

Ερώτημα τέταρτο.
Τα αρχέτυπα αποτελούνται από σωματίδια ή τα σωματίδια αποτελούνται από αρχέτυπα;


Σύμφωνα με μία άλλη θεωρία, αυτή των χορδών, όλα τα σωματίδια αποτελούνται από διαφορετικές ταλαντώσεις ενεργειακών ‘μονάδων’, που ονομάζονται χορδές. Τα σωματίδια δηλαδή προκύπτουν από ενεργειακές ταλαντούμενες ‘δίνες.’ Τα αρχέτυπα προφανώς, αν υπάρχουν, θα αποτελούνται και αυτά από ‘συσσωματώματα’ ενέργειας. 
 
Το χαρακτηριστικό των χορδών σε αντίθεση με τα στοιχειώδη σωματίδια είναι ότι έχουν μέγεθος, ενώ τα σωματίδια θεωρούνται αδιάστατα. Έτσι λοιπόν, στο μέλλον μπορεί να ανακαλυφτεί πως αυτές οι θεμελιώδεις μονάδες που σήμερα κάποιοι λένε χορδές όχι μόνον έχουν μέγεθος, αλλά μπορεί να έχουν και διαφορετικά σχήματα, ή τουλάχιστον μια ανάλογη δυνατότητα. Τότε πράγματι θα βρισκόμαστε πολύ κοντά σε κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘στοιχειώδεις ενεργειακές μορφές’ ή, κατά μία άλλη ονομασία, αρχέτυπα.

Ερώτημα πέμπτο.
Πώς μπορούμε να ‘δούμε,’ να παρατηρήσουμε και να ‘μετρήσουμε’ τα αρχέτυπα;


Απέχουμε πολύ ακόμη από αυτήν την εργαστηριακή προοπτική. Ίσως κάποτε κάποια ‘υπερμικροσκόπια’ να καταφέρουν να μας δείξουν ότι ο κενός χώρος βρίθει από ‘υπάρξεις,’ όπως ακριβώς κι ένας βάλτος είναι γεμάτος από ζωύφια. Ίσως στο μέλλον μια νέα τεχνική απεικόνισης της ευρύτερης περιοχής του εγκεφάλου, να δείξει ότι τριγύρω από τον ανθρώπινο εγκέφαλο υπάρχουν κάποια περιρρέοντα πεδία γεμάτα ‘με όλα τα μιμίδια των πληροφοριών της μνήμης.’ Την περιοχή δηλαδή του μυαλού μας που ζουν όλες οι σκέψεις.

Πιστεύω πως οι παραπάνω νύξεις και προεκτάσεις προς το παρόν είναι αρκετές. Το εντυπωσιακό στην όλη συζήτηση πάντως είναι το εξής:

Μια ιδέα ενός ανθρώπου, όπως και αυτή των αρχετύπων, γεννιέται, διαφοροποιείται και συνεχίζει να υπάρχει, όχι μόνο στο μυαλό των άλλων ανθρώπων και σε βιβλιοθήκες ή υπολογιστές, αλλά και μέσα στον ίδιο το χώρο, σε κάποια περιοχή του ή διάχυτη ‘παντού’, όπου αποθηκεύονται ή, απλά, βρίσκονται ‘όλες οι ιδέες όλων των εποχών.’ Από εκεί και πέρα όλες αυτές οι ιδέες παραμένουν άφθαρτες, άλλες, ίσως, φωτεινότερες και άλλες λιγότερο προβαλλόμενες, αλλά σε κάθε περίπτωση στη διάθεση των όποιων ενδιαφερομένων.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές αν τα φαντάσματα υπάρχουν. Αν υπήρχαν από πριν και απλώς κάποιοι ‘αλαφροΐσκιωτοι’ τα ανατάραξαν και ξύπνησαν, ή αν δημιουργήθηκαν κατευθείαν από τις ανθρώπινες σκέψεις. Τίποτε δεν μας περιορίζει στη μία ή στην άλλη εκδοχή προς το παρόν, ενώ μπορεί να συμβαίνει κι ένας συνδυασμός τους. Το γεγονός είναι πως επειδή δεν βλέπουμε και δεν ακούμε π.χ. ‘το στοιχειό της βαρύτητας’ δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει, καθώς όλοι έχουμε βάρος. Κατά τον ίδιο τρόπο οι ιδέες μας υπάρχουν όσο υπάρχουν και τα φυσικά αντικείμενα στα οποία αντιστοιχούν και αναφέρονται, παρότι πιο δυσπρόσιτες και ανεπαίσθητες.

Αν ήμασταν γίγαντες στο μέγεθος βουνών, μια πέτρα θα μας φαινόταν ασήμαντη ενώ ο ουρανός ότι πιο πραγματικό υπάρχει. Αν ήμασταν στο μέγεθος μικροβίων, η πέτρα θα μας φαινόταν ακαθόριστο βουνό και ο ουρανός αδιανόητος. Αν ήμασταν όντα χωρίς προδιαθέσεις και προκαταλήψεις, τότε θα κατανοούσαμε όλα τα υπόλοιπα όντα του κόσμου, φυσικά και νοερά, εξίσου πιθανά και πάντοτε με ίσους όρους. Όσα πράγματα ή πλάσματα θεωρούμε ανύπαρκτα ή εξαλείφουμε με τις πράξεις ή την αδιαφορία μας, είναι μόνο για τη δική μας διαφοροποίηση ή επιβίωση.

Πληροφορίες για την Ελληνική γλώσσα που θα πρέπει να μας κάνουν υπερήφανους

Βρήκα ένα άρθρο για την Ελληνική γλώσσα που σκεφθήκα ότι πρέπει να μοιραστώ μαζί σας και εσείς με όλους τους γνωστούς σας. Είναι μία πλούσια, ανεπανάληπτη γλώσσα που θα πρέπει να μας κάνει υπερήφανους που την γνωρίζουμε, που την μιλάμε και που την μεταλαμπαδεύσαμε σε άλλους λαούς για να μιλούν και εκείνη τη δική τους γλώσσα αλλά με βάση τη δική μας. Διαβάστε τι έχει ειπωθεί….. Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις. είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (Guinness Book of Records) Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Bill Gates, Microsoft) Η Ελληνική και η Κινέζικη. είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος). Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της. Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό. Η ΣΟΦΙΑ Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο». Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρ=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. ( ΣημείωσηΒΜ από το αρ προέρχονται και αρουραίος καθώς άργυρος, άργιλος κτλ.) Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο». Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!! Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία. Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο. Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις. Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ. Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική». Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει». Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής. Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου. «Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου. Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Ο Θουκυδίδης, ο Αλκιβιάδης και η πεμπτουσία της δόλιας πολιτικής

O Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης (περίπου 450-404 π.Χ), ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός.

O Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης (περίπου 450-404 π.Χ), ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός.

 
Μετά τη δεύτερη συνθήκη των Λακεδαιμονίων με τον Πέρση βασιλιά ο Θηριμένης παρέδωσε, ως όφειλε, όλες τις ναυτικές των Πελοποννησίων στον Αστύοχο. Από τη μεριά τους οι Αθηναίοι μετέβησαν από τη Σάμο στη Χίο και κυριαρχούσαν σε στεριά και θάλασσα. Άρχισαν μάλιστα να οχυρώνουν το Δελφίνιο, που βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη της Χίου. Οι Χιώτες βλέποντας τη γη τους να λεηλατείται και τις στρατιωτικές τους δυνάμεις να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πιέσεις των Αθηναίων, άρχισαν να χάνουν το ηθικό τους και να κατηγορούν ο ένας τον άλλο: «Αιτία ήταν ότι κι ο Πεδάριτος (διοικητής της Χίου) είχε θανατώσει τον Τυδέα του Ίωνα και τους οπαδούς του, με την κατηγορία πως ήταν φίλοι της Αθήνας, κι οι κάτοικοι είχαν εξαναγκαστεί να κυβερνούνται από τους ολιγαρχικούς. Έτσι οι πολίτες υποπτεύονταν ο ένας τον άλλο και δεν επιχειρούσαν τίποτε. Πίστευαν, για όλους τους πιο πάνω λόγους, πως ούτε οι ίδιοι ούτε οι μισθοφόροι του Πεδάριτου ήταν σε θέση να μετρηθούν με τους Αθηναίους». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 38). Η βοήθεια από τον Αστύοχο ήταν επιβεβλημένη, όμως ο τελευταίος την αρνιόταν λόγω της προηγούμενης απροθυμίας του Πεδάριτου να συνεισφέρει στην αποστασία της Λέσβου. Ο Πεδάριτος έστειλε γράμμα στη Σπάρτη κατηγορώντας τον Αστύοχο για αδιαφορία απέναντι στη συμμαχική Χίο, που κινδύνευε να περάσει και πάλι στα χέρια των Αθηναίων. Το ίδιο διάστημα σάλπαραν από την Πελοπόννησο είκοσι εφτά καράβια με αρχηγό τον Αντισθένη, έχοντας αποστολή να βοηθήσουν τις ενέργειες του Φαρνάβαζου στον Ελλήσποντο. Μαζί με τα πλοία αυτά στάλθηκαν κι έντεκα Σπαρτιάτες ως σύμβουλοι του Αστύοχου. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Λίχας του Αρκεσιλάου.
  Σταδιακά η κατάσταση στη Χίο πήγαινε από το κακό στο χειρότερο: «Επειδή στη Χίο οι δούλοι ήταν πολλοί, περισσότεροι απ’ όσους υπήρχαν σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη – εκτός από τη Σπάρτη – και ταυτόχρονα, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τους, οι τιμωρίες που τους επιβάλλονταν για τις παρεκτροπές τους ήταν πολύ αυστηρές, τούτοι, όταν νόμισαν πως οι δυνάμεις των Αθηναίων είχαν εγκατασταθεί σταθερά στο τείχος που σήκωσαν, άρχισαν, οι πιο πολλοί, ν’ αυτομολούν σ’ αυτούς. Κι είναι τούτοι που προκάλεσαν τις μεγαλύτερες ζημιές, επειδή γνώριζαν καλά τον τόπο». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 40). Οι Χιώτες μήνυσαν εκ νέου στον Αστύοχο την απόλυτη ανάγκη για βοήθεια. Ο Αστύοχος αποφάσισε πλέον να τους βοηθήσει, όμως προέκρινε την ανάγκη να πλεύσει πρώτα ως την Καύνο και να παραλάβει τα είκοσι εφτά πλοία του Αντισθένη, με τους συμβούλους, ώστε να φτάσουν με ασφάλεια στη Μίλητο. Στα ανοιχτά της Σύμης ναυμάχησε με αθηναϊκές δυνάμεις που παραφύλαγαν τα πλοία του Αντισθένη. Μετά από σκληρή σύγκρουση κατάφερε να απωθήσει τους Αθηναίους και να αγκυροβολήσει στην Κνίδο, όπου και ενώθηκε με τα είκοσι εφτά καράβια που έφτασαν εκεί από την Καύνο. Στην Κνίδο επήλθε η πρώτη ρήξη ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους και τον Τισσαφέρνη, που έφτασε επίσης εκεί για διαπραγματεύσεις: «Ο Λίχας, ιδιαίτερα, κρίνοντας τα όσα είχαν γίνει, υποστήριζε πως καμιά από τις δύο συνθήκες – κι εκείνη που κλείστηκε από το Χαλκιδέα κι άλλη από το Θηριμένη – δεν μπορούσε να θεωρηθεί ορθή. Θα ‘ταν, έλεγε, φοβερό, να μπουν πάλι κάτω από την κυριαρχία του βασιλιά όσες χώρες εξουσίαζε άλλοτε ο ίδιος ή οι πρόγονοί του. Γιατί έτσι όλα τα νησιά, η Θεσσαλία, η Λοκρίδα κι όλες οι περιοχές ως τη Βοιωτία θα υποδουλώνονταν ξανά, κι αντί να προσφέρουν οι Λακεδαιμόνιοι στους Έλληνες την ελευθερία, θα τους επιβάλανε την περσική εξουσία. Ζητούσε, λοιπόν, να γίνει καινούργια συνθήκη με καλύτερους όρους, αλλιώς, δήλωνε, οι Λακεδαιμόνιοι δε θα θεωρούσαν ισχυρή αυτή που υπήρχε και ποτέ δε θα δέχονταν με τέτοιους όρους να εξασφαλίζεται η συντήρηση του στρατού τους. Ο Τισσαφέρνης αγανάχτησε κι αποχώρησε οργισμένος, χωρίς να κλείσει μαζί τους καμιά συμφωνία». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 43).
  Κι αμέσως μετά παίχτηκε στη Ρόδο το ίδιο παιχνίδι που παίχτηκε και στη Χίο. Εν αγνοία του λαού, οι ολιγαρχικοί Ροδίτες κάλεσαν τις πελοποννησιακές δυνάμεις για να αποστατήσουν: «Οι Λακεδαιμόνιοι, ωστόσο, είχαν τη γνώμη πως έπρεπε ν’ αρμενίσουν για τη Ρόδο, όπου, με κήρυκες που έστελναν, τους προσκαλούσαν οι πιο σημαντικοί πολίτες. (Οι ολιγαρχικοί δηλαδή)……. Στη διάρκεια λοιπόν του ίδιου χειμώνα σάλπαραν από την Κνίδο κι έπιασαν πρώτα στην Κάμιρο της Ρόδου μ’ ενενήντα τέσσερα καράβια. Οι περισσότεροι απ’ τους κατοίκους, αγνοώντας τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, φοβήθηκαν κι έφυγαν από την πόλη, η οποία, άλλωστε, ήταν κι ατείχιστη. Κατόπιν όμως οι Λακεδαιμόνιοι σύναξαν τούτους, καθώς και τους κατοίκους των δυο άλλων πόλεων του νησιού, της Λίνδου και της Ιαλυσού, κι έπεισαν τους Ροδίτες ν’ αποστατήσουν από την αθηναϊκή συμμαχία. Έτσι η Ρόδος προσχώρησε στην πελοποννησιακή συμμαχία». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 44). Παρακολουθούμε τη διαμόρφωση του συμμαχικού χάρτη χωρίς να τηρούνται ούτε τα προσχήματα, αφού, ανά πάσα στιγμή, ο καθένας μπορεί να απευθυνθεί στην πολεμική δύναμη που εξυπηρετεί τα συμφέροντά του και να αποκτήσει το πάνω χέρι στην πολιτική σκηνή της περιοχής του. Ο λαός «απελευθερώνεται» χωρίς καν να ερωτηθεί. Οι Λακεδαιμόνιοι καταφθάνουν στη Ρόδο με ενενήντα τέσσερα καράβια, σκορπούν  το φόβο και τελικά την «απελευθερώνουν» με την «πειθώ», αφού κανείς δε φέρνει αντίρρηση στο θέμα της προσχώρησης στην πελοποννησιακή συμμαχία. Ο λαός βρίσκεται πάντα προ τετελεσμένων κι όταν φτάνουν τα αδιέξοδα, αρχίζουν τα μίση, αφού όλοι κατηγορούν τους άλλους. Τα ίδια ακριβώς γίνανε και στη Χίο. Η διπλωματία του πολέμου είναι αναγκαστικά υπόθεση των λίγων που ξέρουν να καρπώνονται τις συγκυρίες. Όσο για τις προθέσεις του ελευθερωτή, είναι πάντα δεδομένες: «Ελπίζανε (οι Λακεδαιμόνιοι εννοείται) ότι θα ‘παιρναν με το μέρος τους ένα τόσο σημαντικό νησί με πολυάριθμους ναύτες και στρατιώτες, ενώ, ταυτόχρονα, θαρρούσαν πως, με τους συμμάχους που είχαν αποκτήσει, θα ‘ταν σε θέση να συντηρούν το ναυτικό τους χωρίς να ζητούν χρήματα από τον Τισσαφέρνη… Οι Πελοποννήσιοι εισπράξανε από τους Ροδίτες ως εισφορά τριάντα δύο τάλαντα κι αφού σύρανε τα καράβια τους στη στεριά, για ογδόντα μέρες δεν έκαναν τίποτε» (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 44).
Μετά τη δεύτερη συνθήκη των Λακεδαιμονίων με τον Πέρση βασιλιά ο Θηριμένης παρέδωσε, ως όφειλε, όλες τις ναυτικές των Πελοποννησίων στον Αστύοχο. Από τη μεριά τους οι Αθηναίοι μετέβησαν από τη Σάμο στη Χίο και κυριαρχούσαν σε στεριά και θάλασσα.
  Η πρώτη ρήξη με τον Τισσαφέρνη δεν είναι τίποτε άλλο από την ισχύ που πρέπει να επαναπροσδιορίσει τη δυναμική της. Ο Λίχας, ζητώντας νέα συνθήκη, στην ουσία εξέφρασε ακριβώς αυτό, τους φόβους της σπαρτιατικής ισχύος μπροστά στη νέα ισχύ που αρχίζει να διαμορφώνεται με εκφραστή τον Τισσαφέρνη. Γιατί αν κατατροπωθεί η αθηναϊκή ισχύς φέρνοντας ως αντικαταστάτη τον Τισσαφέρνη, όλος ο αγώνας της σπαρτιατικής ισχύος ματαιώνεται απολύτως. Το να αλλάξει το αφεντικό στις «απελευθερωμένες» περιοχές δεν είναι τίποτε άλλο από την υποθήκη της νέας σύγκρουσης, καθώς, σε τελική ανάλυση, φτάνουμε πάλι στα ίδια. Η καχυποψία απέναντι στον Τισσαφέρνη, είναι η καχυποψία απέναντι στην αντίπαλη ισχύ, που τελικώς ενδυναμώνεται επικίνδυνα δημιουργώντας νέες ανεξέλεγκτες προοπτικές. Για τους Σπαρτιάτες τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Πρέπει να κατατροπώσουν τους Αθηναίους χωρίς όμως να ενδυναμώσουν την κυριαρχία του Τισσαφέρνη και ταυτόχρονα να τον πείσουν να συνδράμει οικονομικά. Γι’ αυτό, επί της ουσίας, καμία συνθήκη δεν μπορεί να τους αφήσει ικανοποιημένους. Γιατί ο Τισσαφέρνης είναι αδύνατο να χρηματοδοτήσει το στρατό χωρίς προσωπικό όφελος. Κι αυτό το όφελος φοβούνται πλέον οι Λακεδαιμόνιοι, που έχουν μπλέξει για τα καλά μέσα στο φαύλο κύκλο του παιχνιδιού της κυριαρχίας. Μοιραία φτάνουν στο συμπέρασμα ότι για να απομακρύνουν τον Τισσαφέρνη πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τους συμμάχους τους οποίους «ελευθερώνουν». Κι αυτή ακριβώς είναι η αφετηρία της αθηναϊκής ισχύος, που (εν πολλοίς) προκάλεσε και τον πόλεμο. Και βέβαια, η καχυποψία απέναντι στον Τισσαφέρνη δε θα μπορούσε να αφήσει στο απυρόβλητο και το διαμεσολαβητικό του κρίκο. Με άλλα λόγια, ο Αλκιβιάδης ήταν πλέον ξεκάθαρα ενοχλητικός: «Ο Αλκιβιάδης, ύστερα από το θάνατο του Χαλκιδέα και τη μάχη στη Μίλητο, είχε γίνει ύποπτος στους Πελοποννησίους, κι απ’ τη Σπάρτη έφτασε επιστολή προς τον Αστύοχο με οδηγίες να τον θανατώσει (ήταν, άλλωστε, και του Άγη εχθρός και γενικά τον θεωρούσαν αναξιόπιστο)». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 45). (Ο Γεωργοπαπαδάκος, επικαλούμενος ως πηγή τον Πλούταρχο, αναφέρει σε υποσημείωση ότι ο Αλκιβιάδης ξεμυάλισε τη γυναίκα του Άγη).
  Ο Αλκιβιάδης, αντιλαμβανόμενος ότι οι μέρες του με τους Σπαρτιάτες ήταν πολύ μετρημένες, πέρασε πλέον εξ’ ολοκλήρου στο στρατόπεδο του Τισσαφέρνη: «Ο Αλκιβιάδης φοβήθηκε και πήγε πρώτα κοντά στον Τισσαφέρνη, όπου, κατόπιν, άρχισε να βλάφτει όσο μπορούσε περισσότερο τα συμφέροντα των Πελοποννησίων. Αφού έγινε κύριος σύμβολός του σε καθετί, πέτυχε να μειωθεί ο μισθός του κάθε ναύτη από μια αττική δραχμή την ημέρα σε τρεις οβολούς (ο Γεωργοπαπαδάκος εξηγεί ότι πρόκειται για μείωση κατά 50%), χωρίς μάλιστα αυτοί να δίνονται ταχτικά……….. Δασκάλευε επίσης τον Τισσαφέρνη να δωροδοκήσει τους τριηράρχους και τους στρατηγούς των συμμαχικών πόλεων για να δώσουν τη συγκατάθεσή τους σ’ αυτά. Συμφώνησαν έτσι μαζί του όλοι εκτός από τους Συρακουσίους. Ο στρατηγός τούτων Ερμοκράτης ήταν ο μόνος που εναντιώθηκε στο όνομα όλων των συμμάχων. Τους αντιπροσώπους των πόλεων που ζητούσαν χρήματα τους έδιωχνε ο Αλκιβιάδης, απορρίπτοντας για λογαριασμό του Τισσαφέρνη το αίτημά τους». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 45).
 Κατανοώντας ότι το παιχνίδι της κυριαρχίας αποκτά πλέον και τρίτο πόλο προσπαθεί να ελιχθεί μέσα στην όλη κατάσταση επιδιώκοντας το προσωπικό του όφελος. Γιατί το σχέδιο που έχει συλλάβει για τη σωτηρία του εαυτού του είναι η ανώδυνη επιστροφή στην Αθήνα με τη βοήθεια του Τισσαφέρνη, χωρίς βέβαια ο τελευταίος να το έχει υπόψη του. Όμως για το πετύχει αυτό, πρέπει οι Αθηναίοι να φτάσουν στην απόλυτη εξαθλίωση και ο Τισσαφέρνης να αναδειχθεί κυρίαρχος παράγοντας της πολεμικής σκηνής. Παρουσιαζόμενος ως διαμεσολαβητής του Τισσαφέρνη θα μπορούσε να τους εξαναγκάσει να τον δεχτούν ξανά μην έχοντας άλλη σωτηρία. Ταυτόχρονα όμως έπρεπε να φθείρει και τις πελοποννησιακές δυνάμεις, ώστε ο εξισορροπητικός παράγοντας να είναι ο Τισσαφέρνης και μόνο ο Τισσαφέρνης. Κι αφού προς στιγμή τα συμφέροντά του συμπλέουν με κείνα του Τισσαφέρνη δεν έχει παρά να ταχθεί με το μέρος του και να τον βοηθήσει: «Συμβούλευε ακόμη τον Τισσαφέρνη να μη βιάζεται πολύ να τελειώσει τον πόλεμο, ούτε να θελήσει, είτε φέρνοντας το φοινικικό στόλο, τον οποίο ετοίμαζε, είτε πληρώνοντας μισθό σε περισσότερους Έλληνες, να δώσει στον έναν από τους εμπόλεμους την κυριαρχία στη στεριά και στη θάλασσα, αλλά ν’ αφήσει να ‘χουν κι οι δυο τους διαιρεμένη την εξουσία για να μπορεί ο βασιλιάς, κάθε φορά που ο ένας τους θα του γινόταν ενοχλητικός, να στρέφει τον άλλο εναντίον του. Αν όμως η κυριαρχία στη στεριά και στη θάλασσα συγκεντρωθεί στα ίδια χέρια, ο βασιλιάς δε θα μπορούσε να βρει συμμάχους για να καταστρέψει μαζί τους αυτή τη δύναμη, εκτός αν προτιμούσε να σηκωθεί κάποτε και ν’ αναλάβει μόνος έναν αγώνα πολύ δαπανηρό κι επικίντυνο. Θα ήταν πιο ανέξοδο, και ταυτόχρονα ακίντυνο για τον ίδιο, με μικρό μόνο μέρος της δαπάνης αυτής να φθείρει τους Έλληνες μεταξύ τους, τον ένα με τον άλλο». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 46). Ο Τισσαφέρνης έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη στον Αλκιβιάδη κι ακολούθησε σχεδόν κατά γράμμα τις συμβουλές του. Πλήρωνε ελάχιστα και καθήλωσε τους Πελοποννησίους σε υποχρεωτική αναμονή του τρομερού φοινικικού στόλου που θα εξασφάλιζε την απόλυτη υπεροχή στη θάλασσα και που όμως δεν έφτανε ποτέ: «Τους προξένησε έτσι σημαντική φθορά και μείωσε πολύ τη μαχητικότητα του ναυτικού τους, που πραγματικά τη στιγμή κείνη ήταν πολύ μεγάλη. Γενικά, ήταν τόσο φανερή η απροθυμία με την οποία τους βοηθούσε ο Τισσαφέρνης στον πόλεμο, ώστε δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητη». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 46).
Η Περσική Αυτοκρατορία το 490 π.Χ..
Η Περσική Αυτοκρατορία το 490 π.Χ.
 
Τώρα οι συνθήκες είχαν διαμορφωθεί για το παιχνίδι του Αλκιβιάδη. Το μόνο που έμενε ήταν να αρχίσει να επηρεάζει τον Τισσαφέρνη ώστε να βλέπει θετικά μια συμφωνία με τους Αθηναίους και ταυτόχρονα να μεταβάλλει το πολιτικό κλίμα της Αθήνας ώστε να του επιτραπεί η επάνοδός του εκεί. Άρχισε λοιπόν να συμβουλεύει τον Τισσαφέρνη «πως οι Αθηναίοι θα ήταν πιο κατάλληλοι για συνέταιροι του βασιλιά στην εξουσία, επειδή ενδιαφέρονται λίγο για κατακτήσεις στη στεριά και τόσο ο λόγος όσο και ο τρόπος που κάνουν τον πόλεμο συμβιβάζονται καλύτερα με τα συμφέροντα του βασιλιά. Οι Αθηναίοι θα συνεργάζονταν να υποδουλώσουν για λογαριασμό τους τη θάλασσα και για λογαριασμό του βασιλιά τους Έλληνες που κατοικούσαν στην επικράτειά του, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι, αντίθετα, είχαν έρθει για να τους ελευθερώσουν. Και δεν είναι λογικό οι Λακεδαιμόνιοι, που ελευθερώνουν σήμερα τους Έλληνες από τους συμπατριώτες τους Έλληνες, να μην επιχειρήσουν να τους ελευθερώσουν από τους βαρβάρους, εκτός αν οι Λακεδαιμόνιοι δεν κατορθώσουν να κατανικήσουν τους Αθηναίους». (βιβλίο όγδοο, παράγραφος 46). Όσο για την πολιτική κατάσταση της Αθήνας που θα ευνοούσε περισσότερο την επάνοδό του εκεί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ολιγαρχία που θα στηριζόταν στη βία και στο ανελεύθερο θα του ερχόταν γάντι, και γιατί ένα τέτοιο πολίτευμα θα έκανε τον Τισσαφέρνη πιο ευνοϊκό σ’ ένα ενδεχόμενο συμφωνίας με την Αθήνα, και γιατί με τα απολυταρχικά καθεστώτα οι συνεννοήσεις αυτού του είδους είναι σαφώς βολικότερες, αρκεί να μπορεί κανείς να πείσει τους λίγους που ασκούν την εξουσία. Κι ο Αλκιβιάδης σ’ αυτά ήταν ακαταμάχητος…

Πώς να κερδίσετε κάθε επιχειρηματολογία

Δεν χρειάζονται παρεκτροπές, αρκεί η τήρηση λίγων απλών κανόνωνΘα επιχειρήσουμε εδώ να βρούμε τεχνάσματα για να βγαίνουμε από πάνω σε κάθε διαφωνία που μπορεί να συμμετέχουμε και να βγούμε από τη δύσκολη θέση όταν δεν έχουμε γνώσεις ή ικανότητες για να υπερασπιστούμε τη γνώμη μας, ή να σώζουμε την υπόληψή μας όταν συνειδητοποιούμε ότι ο αντίπαλός μας είναι ανώτερος σε ρητορικά χαρίσματα και πρόκειται να κερδίσει. Σημασία λοιπόν δεν έχει αν έχουμε δίκιο ή όχι. Σημασία έχει η εξόντωση του αντιπάλου και η υπεροχή της δικιάς μας θέσης, πάση θυσία. Προσοχή όμως: τα περισσότερα από τα παρακάτω τεχνάσματα (αν όχι όλα) δεν πρόκειται να έχουν αποτέλεσμα στο να αλλάξουν τη γνώμη του αντιπάλου μας, αλλά να αποπροσανατολίσουν το ακροατήριο και να το πείσουν ότι εφόσον αυτός έχει γελοιοποιηθεί από εμάς, εμείς πρέπει να έχουμε τη σωστή άποψη στο εν λόγω θέμα.
Δεν χρειάζονται παρεκτροπές, αρκεί η τήρηση λίγων απλών κανόνων
  • Κάνουμε με μιας πολλά ερωτήματα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θέσεων, ώστε να κρύψουμε αυτό στο οποίο θέλουμε να καταλήξουμε. Οι ερωτήσεις μας είναι στοχευμένες στο συμπέρασμα που θέλουμε να δείξουμε χωρίς όμως αυτό να φαίνεται από πριν, και τόσο γενικές και αυταπόδεικτες, ώστε οι απαντήσεις να είναι αναμενόμενες. Προχωρούμε στο να επεκτείνουμε τις απαντήσεις του ίδιου του αντιπάλου μας, και κατευθύνουμε το διάλογο εκεί που θέλουμε εμείς να φτάσουμε, χωρίς πλέον ο συνομιλητής να μπορεί να πάρει αντίθετη θέση καθώς έτσι θα φανεί ότι έρχεται σε αντίθεση με αυτά που ο ίδιος έχει πει. Είναι η μαιευτική μέθοδος που χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Σωκράτης. 
  • Ταυτίζουμε τις θέσεις του αντιπάλου με φιλοσοφίες ή κοσμοθεωρίες που θεωρούνται παρωχημένες ή αποτυχημένες στην πράξη και δίνουμε την εντύπωση ότι το θέμα διαφωνίας έχει ήδη λυθεί πριν η επιχειρηματολογία έχει καν αρχίσει. Π.χ. «Τι θέλετε κύριε; Καθολική δωρεάν ιατρική κάλυψη; Μα αυτό είναι σοσιαλισμός! Τέτοιες πρακτικές είναι που οδήγησαν τόσες χώρες του πρώην κομουνιστικού μπλοκ στην οικονομική καταστροφή. Θέλετε τα ίδια και στη χώρα μας;» κτλ κτλ. Χρησιμοποιούμε λέξεις φορτισμένες με αρνητικά συμφραζόμενα όταν αναφερόμαστε στις θέσεις του αντιπάλου, όπως «άπιστος» αντί για «άθρησκος», «προκατειλημμένος» αντί για «ορθολογιστής», «φανατικός» αντί για «ισχυρογνώμων», «αιρετικός» αντί για «αλλόθρησκος» και άλλα τέτοια.  
«Ξέρεις ποιος άλλος είχε αυτήν την άποψη; Ο Χίτλερ!»
  • Αντικρούουμε τις ψευδείς προτάσεις του αντιπάλου με άλλες ψευδείς, τις οποίες όμως αυτός θεωρεί αληθείς. Απέναντι με τους κατάλληλους αντιπάλους χρησιμοποιούμε τον δικό τους τρόπο σκέψης. Μας λέει αυτός: «Η ομοφυλοφιλία είναι κάτι κακό γιατί έτσι λέει η βίβλος και τους ομοφυλόφιλους πρέπει να τους θεωρούμε μιάσματα» Απαντάμε ως εξής: «Βεβαίως δίκιο έχετε, και μάλιστα, εφόσον ακολουθούμε τη βιβλική διδασκαλία, τότε πρέπει να λιθοβολούμε τις μοιχαλίδες, τους ειδωλολάτρες, τους βλάσφημους κλπ κλπ». Ταυτίζουμε έτσι μια θέση που έχει πάρει ο αντίπαλος με μια άλλη, προφανώς λανθασμένη, ακολουθώντας την ίδια μεθοδολογία που οδήγησε αυτόν στην πρώτη. 
  • Τραβάμε τον ισχυρισμό του αντιπάλου από τα μαλλιά, τον ερμηνεύουμε με όσο το δυνατόν πιο γενικό τρόπο και με την ευρύτερη δυνατή έννοια αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής και της γελοιότητας. Παρουσιάζει κάποιος τη θεωρία της εξέλιξης; Του απαντάμε προσβεβλημένοι: «Εγώ δε γεννήθηκα από μπαμπουίνους!». Υπερασπίζεται τη θανατική καταδίκη για τους παιδεραστές; Απαντάμε: «Και τους παιδοκτόνους τότε τι να τους κάνουμε; Να τους σκοτώνουμε δύο φορές;» 
    Αυτοί τα ξέρουν ήδη…
  • Παρομοίως, επιχειρούμε να δείξουμε την αντίπαλη άποψη σαν πολύ απόλυτη για να είναι υποχρεωτικά ορθή. Ανοίγουμε έτσι το δρόμο στην παραδοχή της δικής μας θέσης, τουλάχιστον σαν μιας πιθανότητας που δεν πρέπει να απορριφθεί. Π.χ. θέλοντας να υπερασπιστούμε την ομοιοπαθητική μέθοδο έναντι της «παραδοσιακής» ιατρικής, και αντιμέτωποι με τον ορθολογικό στοχασμό, με επιστημονικές αποδείξεις και μελέτες που εμείς δεν έχουμε να επιδείξουμε υπέρ μας, επικαλούμαστε την αβεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης και τα όρια της επιστήμης γενικά. Δείχνουμε έτσι ότι η θέση μας είναι τουλάχιστον «πιθανή» και άρα η πλήρης άρνησή της από τον αντίπαλο δεν τον κάνει ορθολογικό, αλλά απόλυτο, οπισθοδρομικό, αντιδραστικό κλπ. 
  • Χρησιμοποιούμε τη χυδαιότητα, τον εμπαιγμό και την ιλαρότητα για να γελοιοποιήσουμε τον αντίπαλο. Π.χ. αν αυτός υπερασπίζεται το δικαίωμα στην αυτοκτονία, εμείς του απαντάμε αμέσως: «Γιατί λοιπόν δεν πάτε να κρεμαστείτε;». Κάποιοι στο ακροατήριο σίγουρα θα γελάσουν, και το γέλιο είναι πάντα σύμμαχος αυτού που το προκαλεί˙ με το γέλιο μπορούμε να κερδίσουμε κάθε ανίδεο που παρακολουθεί σιωπηλά και είναι ανίκανος να έχει δικιά του άποψη. 
  • Ιδιαίτερα για θέματα που είναι περίπλοκα και απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, μπορούμε εύκολα να αποπροσανατολίσουμε το ακροατήριο δίνοντας μονόπλευρες ή και λανθασμένες πληροφορίες. Π.χ. αν ο αντίπαλος παρουσιάζει τους κινδύνους του φαινομένου του θερμοκηπίου, εμείς αναφερόμαστε γενικά σε έρευνες που υποτίθεται ότι αντικρούουν την ύπαρξη του φαινομένου και ότι η επιστημονική κοινότητα είναι τάχα διχασμένη σε αυτό το θέμα. Μπορούμε επίσης να παρουσιάσουμε «στοιχεία», λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να θερμαίνεται ο πλανήτης τη ίδια στιγμή που οι εμπειρίες μας είναι πιο κρύοι χειμώνες από ποτέ και αύξηση καταιγίδων και άλλων τέτοιων ακραίων φαινομένων: «Εγώ κρυώνω» μπορούμε να δηλώσουμε. Ο αντίπαλος θα πρέπει να μπει στη διαδικασία να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ «κλίματος» και «καιρικών συνθηκών» και να καταδείξει ότι αρχικά η θέρμανση του πλανήτη θα βιωθεί ως ψύχρανση σε τοπικό επίπεδο, κάτι που όμως χρειάζεται χρόνο και παρουσίαση πολύπλοκων ιδεών που το ακροατήριο μάλλον δε θα είναι διατεθειμένο να παρακολουθήσει τη στιγμή εκείνη. Έτσι, βγαίνουμε κερδισμένοι εμείς. Αυτή η τακτική είναι η αγαπημένη αυτών που αντιτίθενται στον εμβολιασμό, και υποστηρίζουν ότι μπορεί να προκαλέσει ακόμα και αυτισμό. 
    Ιεραρχία αντιλογίας
    Ιεραρχία αντιλογίας
Ιεραρχία αντιλογίας 
  • Γενικά, προσπαθούμε να προκαλέσουμε το θυμό του αντιπάλου, γιατί όταν είναι θυμωμένος χάνει την ικανότητα να κρίνει σωστά και να αντιλαμβάνεται πού ακριβώς είναι τα πλεονεκτήματα και οι αδυναμίες του επιχειρήματός του και των δικών μας. Δίνει επίσης κακή εντύπωση στο ακροατήριο και έτσι το κερδίζουμε εμείς. Τον θυμό του μπορούμε να τον προκαλέσουμε με κατηγορίες (ακόμα και άδικες) ή και με προσωπικές προσβολές. Αν δεν μπορούμε να αντικρούσουμε τις απόψεις του ή αν συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε άδικο, επιτιθέμεθα στο άτομο και όχι στις ιδέες του. 
Αυτά και άλλα πολλά παραθέτει ο Σοπενχάουερ στο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», κατά πολύ επηρεασμένος από τα «Τοπικά» του Αριστοτέλη.

Οι τεχνικές της μαγείας: θέλξις και φάρμακα στον Όμηρο

Giovanni Domenico Cerrini. La maga Circe 17 век
Giovanni Domenico Cerrini. La maga Circe 17 век
 
Μιλάμε για μαγεία όταν αναφερόμαστε σε μια τάξη τελετουργιών που μοιάζουν ακατανόητες ή ασύμβατες με τις επιστημονικά τεκμηριωμένες εξηγήσεις και τεχνικές στις οποίες ο δυτικός πολιτισμός μάς έχει συνηθίσει. Συμβαίνει, ωστόσο, σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις, να υιοθετούμε τελικά –έστω και άθελά μας– ορολογίες και οπτικές οι οποίες, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχουν καθιερωθεί από το πνεύμα του ορθολογισμού, αλλά έχουν μάλλον επιβληθεί από εκείνο το μακραίωνο, ανηλεές, παράλογα βίαιο και αποτρόπαιο “κυνήγι”, με το οποίο ο χριστιανισμός προσπάθησε –και εν πολλοίς κατάφερε– να εξαφανίσει οτιδήποτε έδειχνε να διαφεύγει του δόγματος και του ελέγχου του.
Η πρώιμη ελληνική αρχαιότητα δεν γνώριζε τη λέξη μαγεία κι ούτε στεκόταν απορριπτικά, ή έστω απαξιωτικά, απέναντι στις αντίστοιχες τελετουργίες. Χρησιμοποιούσε εντελώς διαφορετικούς –και ακριβέστερους – όρους για να αποδώσει ενδιαφέροντα ή πρακτικές, που είχαν ρίζες στην κοινοτική παράδοση και δίνουν την εντύπωση ότι εντάσσονταν σε ενιαίο ιεροπρακτικό όλον. Έτσι, υπήρχε καταρχάς ο όρος φαρμακεία που σχετιζόταν με βοτανολογικές αναζητήσεις. Αυτές όμως εντάσσονταν στην ευρύτερη σφαίρα της θέλξεως η οποία αφορούσε σε μια αναγκαστική, αναπότρεπτη και μηχανιστική σχεδόν επίτευξη επιθυμητών αποτελεσμάτων, μέσω της γνώσης και εφαρμογής συγκεκριμένων τεχνικών.
Στα ομηρικά έπη πρωτοκαταγράφεται η λέξη φάρμακον, με σημασίες που κυμαίνονται απ’ το ευφορικό, το ίαμα και το ξόρκι μέχρι το επικίνδυνο δηλητήριο και με αντίστοιχα ευρεία γκάμα συμπαραδηλώσεων που ξεκινούν από ωφέλιμες πρακτικές και φτάνουν έως τις κακόβουλες. Τα έπη δεν ενδιαφέρονται τόσο για τη σύσταση των φαρμάκων, όσο για τα αποτελέσματά τους. Η ποικιλία των αντιστίξεων φανερώνεται στη ραψωδία κ της Οδύσσειας, όπου ο ήρωας φτάνει στο νησί όπου κατοικεί η Κίρκη “η ωριοπλέξουδη, η φοβερή θεά (δεινὴ θεὸς) που ανθρώπινα λαλούσε,/ η ομοαίματη του δολοπλέχτη Αιήτη”. Η Κίρκη έχει δώσει ένα καταστροφικό βοτάνι (φάρμακον οὐλόμενον) στους συντρόφους του Οδυσσέα, για να τους μετατρέψει σε γουρούνια. Όμως με φάρμακον ἄλλο τούς αλείφει έναν έναν, για να εξαφανίσει τη ζωώδη τριχοφυία και να τους επαναφέρει στην κανονική τους μορφή, όταν ο ήρωας την απειλεί. Η θεά σκιαγραφείται ως απόλυτη γνώστης της θέλξεως. Επίσης, ξέρει να εξαπατά. Είναι δολοφρονέουσα. Κατέχει “ολέθρια τεχνάσματα” (ὀλοφώια δήνεα). Θα είχε καταφέρει, εξάλλου, να μεταμορφώσει και τον ίδιο τον Οδυσσέα σε ζώο, όταν του προσέφερε κούπα με μείγμα (κυκεῶ) μέσα στο οποίο είχε ρίξει βοτάνι με κακό σκοπό (ἐν δέ τε φάρμακον ἧκε κακὰ φρονέουσα ἐνὶ θυμῷ), αν δεν είχε εφοδιάσει έγκαιρα τον ήρωα ο χρυσόραβδος Ερμής με το κατάλληλο αντίδοτο, ένα καλό βοτάνι (φάρμακον ἐσθλόν), τον μῶλυ:
“έτσι είπε και ξερίζωσε βοτάνι ο Αργειφόντης
τραβώντας το από τη γη και μου ’δειξε το κάθε γνώρισμά του,
μαύρη είχε ρίζα και λευκό σαν γάλα το άνθος του ήταν,
μῶλυ το λεν οι αθάνατοι, και δύσκολα απ’ το χώμα
το ξεριζώνουν οι θνητοί, μα δύνανται όλα εκείνοι.”
Τα μαντζούνια που ξέρουν οι θεοί ξεπερνούν κάθε φαντασία. Οι σχετικές γνώσεις και τεχνικές εκπλήσσουν κυρίως όταν η θεουργία είναι γένους θηλυκού. Τα φάρμακα της Κίρκης δεν είναι άσχετα με τα κόλπα της που εμπίπτουν στη σφαίρα της ερωτικής θέλξεως και ίσως προοιωνίζουν τις αφροδισιακές επωδούς τις οποίες κατέγραψε η ύστερη αρχαιότητα στους λεγόμενους Μαγικούς Παπύρους. Εκείνα τα κόλπα που αποσκοπούσαν στην ἁγωγήν, την αναγκαστική κατάληξη των επιθυμητών εραστών στην αγκαλιά μιας γυναίκας. Κι έτσι, μπορεί το αντίδοτο του Ερμή να προστάτευσε τον Οδυσσέα από την θέλξιν μιας κτηνώδους μεταμόρφωσης, όμως η Κίρκη τελικά οδήγησε τον ήρωα στο κρεβάτι της.
Αν η Κίρκη είχε μια φορά τέτοιες συνταγές κρυμμένες στην κουζίνα της, οι ολύμπιες θεές ήξεραν άλλες τόσες. Η Ιλιάδα Ξ προσφέρει μια σύνθετη εικόνα. Προκειμένου να δικαιώσει τον οργισμένο Αχιλλέα που απέχει από τον πόλεμο, ο Δίας προσφέρει προς στιγμήν καλή τύχη στον Έκτορα για να αρχίσει να πυρπολεί τα καράβια των Αχαιών. Προκειμένου να τους προστατεύσει, μια και είναι οι αγαπημένοι της, η Ήρα αποφασίζει να τραβήξει από τους Τρώες το ευνοϊκό βλέμμα του Δία. Πρέπει να τον απομακρύνει, να αποσπάσει την έγνοια του απ’ τη μάχη, να τον αποπλανήσει. Ξεμοναχιάζεται λοιπόν στο δώμα της, λούζεται, αλείφει το θαυμαστό κορμί της με έλαια αρωματικά, ντύνεται και στολίζεται (170-86). Ετοιμάζει τα όπλα της θηλυκότητάς της με τον ίδιο αέρα αυτάρεσκης περισυλλογής κι ακαταμάχητης αυτοπεποίθησης, με τον οποίο ένας πολεμιστής φοράει την πανοπλία του πριν απ’ τον πόλεμο όταν η ομηρική αφήγηση κάνει λόγο για τα έργα και τα επιτεύγματα τα αντρικά. Και, στη συνέχεια, για να ενισχύσει τη δύναμη της γοητείας της, η Ήρα εξαπατά την Αφροδίτη ώστε να πάρει απ’ αυτήν λαμπρά υφασμένο στηθοπάνι που “πάνω του είχε όλες τις γητειές” (θελκτήρια πάντα τέτυκτο). Εκεί ήταν κι η αγάπη (φιλότης), εκεί κι ο πόθος (ἵμερος) και τα γλυκόλογα του ξελογιάσματος (ὀαριστὺς πάρφασις) “που πλανεύουνε και συνετό ακόμα”. Κι ούτε σ’ αυτά αρκείται η Ήρα για να πετύχει τον δόλο της – γιατί είναι κι αυτή δολοφρονέουσα (197). Διαπραγματεύεται με τον Ύπνο, τάζοντάς του γυναίκα που επιθυμεί, για να χυθεί αυτός γλυκός κι ακαταμάχητος στα βλέφαρα του Δία μετά τον έρωτα. Και τελικά, βεβαίως, κάνει τα απαραίτητα νάζια στον Δία, για να τον οδηγήσει εκεί ακριβώς που θέλει: σε ερωτική φωλιά πάνω στην Ίδη, μακρυά απ’ την Τροία, μακρυά από το κρίσιμο θέατρο της μάχης.
Σε όποια εκδοχή τους, οι γητειές που μέχρι τώρα είδαμε φαίνονται να αποτελούν γνώσεις που αποτελούν προνόμιο ενός κόσμου υπερφυσικού. Αναμφίβολα, ωστόσο, αντανακλούν υπαρκτές ανησυχίες. Η εικόνα για το πώς η ανθρώπινη κοινότητα χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της θέλξεως γίνεται ξεκάθαρη στη ραψωδία δ της Οδύσσειας, όπου ο Τηλέμαχος έχει επισκεφθεί το παλάτι του Μενέλαου στη Λακεδαίμονα, για να πάρει πληροφορίες για τον πατέρα του. Ενώ το τραπέζι του δείπνου έχει στρωθεί και οι συνδαιτυμόνες συζητούν, η Ελένη ρίχνει κρυφά στο κρασί τους “βοτάνι που σβήνει τους πόνους, διώχνει την οργή και φέρνει λήθη σε κάθε οδύνη” (φάρμακον… νηπενθές τ’ ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων).
“Μες στο ποτήρι ανάμιχτο αν το έπινε κανένας
ολημερίς δεν θα ’κλαιγε με δάκρυ θαλερό
ούτε κι αν πέθαινε ο πατέρας του ή η μάνα του ή εμπρός του έβλεπε
να σφάζουν αδερφό για αγαπημένο γιο.
Τέτοια σοφά βοτάνια κάτεχε του Δία η θυγατέρα,
εκπληκτικά, δοσμένα απ’ την Πολύδαμνα του Θώνα τη γυναίκα,
την Αιγυπτία, εκεί που πλούσια βγαίνουνε στη γη τη ζωοδότρα
βοτάνια, ποικίλα, άλλα ωφέλιμα κι άλλα θανατερά.
Καθένας είναι εκεί γιατρός που όλα τα ξέρει, πιότερο
από τους άλλους τους λαούς.” (222-32)
Η Ελένη, βέβαια, είναι κόρη του Δία. Εδώ, όμως οι γνώσεις της φαίνονται να προκύπτουν από πολιτισμική διάδοση. Το μαγικό της βοτάνι το έχει μάθει στην Αίγυπτο, τόπο που παρουσιάζεται ως λίκνο της λαϊκής βοτανολογίας και πρακτικής ιατρικής. Το φάρμακον της Οδύσσειας δ μάλλον ήταν όπιο – εξάλλου, η παπαρούνα είναι γνωστή στην Ιλιάδα Θ 305-6, όπου αναφέρεται ως μήκων που “γέρνει το κεφάλι της, βαριά απ’ τους χυμούς της στην ανοιξιάτικη δροσιά.”
Τόσο χαριτωμένες ήταν οι αναπαραστάσεις της φαρμακείας και της θέλξεως στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια: γειτονικές με το μυστήριο και το παιχνίδι, τον πειραματισμό και τη μάχη, τη διεκδίκηση και τον έρωτα. Δίνουνε την εντύπωση ενός χαρακτήρα αγωνιστικού. Σαν να ’χει βαλθεί ο άνθρωπος να ψιλαφήσει και να κατακτήσει, να αξιοποιήσει και να κλείσει στο σακούλι του όλες τις εκφάνσεις, όλα τα μυστικά της ζωής. Σ’ ένα διαρκή μετεωρισμό ανάμεσα στην ανακούφιση, τη χαρά, την ηδονή και τον κίνδυνο. Αποενοχοποιημένα και αθώα τραγουδούσαν τα έπη την θέλξιν. Κι έτσι, οι ανθρώπινες κοινότητες κέρδιζαν το μερίδιό τους στις δυνάμεις της φύσης γύρω τους και στη φύση τη θεϊκή.

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ

epicuros1Σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη1, η φιλοσοφία έχει κέντρο και προορισμό τον άνθρωπο, την κατάστασή του και τη θέση του στην κοινωνία.
Τα ολοκληρωμένα φιλοσοφικά συστήματα, και περισσότερο αυτά των ελληνιστικών χρόνων, δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ηθική, που εξετάζει ακριβώς τον άνθρωπο και προτείνει τον τρόπο να ζει τη ζωή του.
Παράλληλα με την γνωσιοθεωρία τους, τη λογική όπως λέμε, εξετάζουν την ικανότητα του ανθρώπου και τον τρόπο, τη μέθοδο για να αντιληφθεί τα πράγματα,
και μαζί μ’ αυτά καταπιάνονται να δομήσουν τη φυσική τους θεωρία, να εξηγήσουν δηλαδή τον κόσμο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε.
Είναι επόμενο αυτά τα διακριτά εννοιολογικά τμήματα να συνδέονται απόλυτα μεταξύ τους καθώς το ένα βασίζεται και δικαιολογεί το άλλο.
Όμως στη λογική πως οι αντιλήψεις που διαμορφώνουμε – και στη φιλοσοφία2 – επηρεάζονται από την κοινωνική θέση του φορέα τους, θ’ ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση. Γιατί με βάση τα προηγούμενα θα πρέπει να δικαιολογήσουμε την ιδεαλιστική φιλοσοφία, ακριβώς γι αυτό που είναι: Καθώς επιθυμεί τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας για να την στηρίξει, θα μας πει πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε καθαρά αυτά που γίνονται είτε γιατί τα καθορίζει μια υπέρτατη δύναμη3 είτε γιατί είναι εικονικά είτε γιατί είναι μηχανικά τακτοποιημένα4 και πορεύονται μια χαρά για εμάς χωρίς εμάς.
Η ελληνική φιλοσοφία στο σύνολό της δέχεται σαν επιδίωξη ζωής για τον άνθρωπο την ευτυχία του. Για τον Επίκουρο μάλιστα αυτή είναι και η χρησιμότητα – η αποστολή – της ίδιας της φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τον ορισμό που μας παραδίδει ο Σέξτος, – ο ίδιος ο Επίκουρος δεν τα πήγαινε καλά με τους ορισμούς, – η φιλοσοφία είναι σκέψη και δράση που σκοπό έχει να υπηρετήσει την ευτυχισμένη ζωή5. Θα φιλοσοφήσουμε λοιπόν για να βρούμε τον πιο σύντομο δρόμο για την ευδαιμονία. Χωρίς περιττές συνταγές, όπως γράφει στην πέτρα ο Διογένης από τα Οινόανδα: πρώτα θα αναρωτηθούμε τι είναι η ευτυχία κι έπειτα τι φέρνει την ευτυχία6.
Εδώ θα επισημάνουμε την προσήλωση του Επίκουρου στο αληθινά ζητούμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι για τη φιλοσοφία, ούτε η επιστήμη για την επιστήμη. Καμιά δραστηριότητα δεν υπηρετεί τον εαυτό της μα όλες τον άνθρωπο για την επίτευξη της ευτυχία του.

Ο Επίκουρος κι εδώ δεν ψάχνει για ορισμούς. Αναγνωρίζει πως η βάση της ύπαρξής μας είναι ωφελιμιστική. Κι όλα όσα κάνουμε ή δεν κάνουμε είναι για την ευχαρίστησή μας. Και διακρίνει ως σύμφυτο, συγγενικό, που θα πει μ’ αυτό γεννιόμαστε, αγαθό την ηδονή7. Αυτή τραβάει σαν μαγνήτης όλα τα ζωντανά πλάσματα όπως τα μικρά παιδιά, πριν τα φορτώσει η κοινωνία με τις έγνοιες και τα υπόλοιπα.
Κάθε ζωντανό πλάσμα απ’ τη φύση του, κι όχι από κάποια προηγούμενη γνώση, αποφεύγει τον πόνο κι αποζητά την ηδονή8. Μ’ αυτά τα λόγια, που αποδίδει και πάλι ο Σέξτος στους επικούρειους, ορίζεται άμεσα και τόσο απλά και σε ποια ηδονή αναφέρονται.
Αυτή που νιώθουμε καθ’ όσο απουσιάζει ο πόνος, η έλλειψη, η οδύνη. Η ηδονική κατάσταση απουσίας σωματικού πόνου και ταραχής στην ψυχή9. Την ηδονή που όλοι μας αποζητάμε όταν μας βασανίζουν προβλήματα υγείας, όταν μας κόβει η πείνα,
- να συμπληρώσουμε και τις ταραχές των καιρών μας, – όταν δεν καλύπτουμε την επιταγή, όταν δε μας φτάνουν για το νοίκι ή τη δόση του δανείου. Η επικούρεια ηδονή υπάρχει, όταν δεν έχουμε βάλει τέτοιες υπογραφές κι όταν δεν έχουμε απλώσει τα πόδια πέρα απ’ το πάπλωμα.
Έτσι, σύμφωνα με τα προηγούμενα, μοιάζει εύκολο κι απλό να είμαστε ευτυχισμένοι. Σα να είναι το πιο φυσικό πράγμα. Σα να το έχουμε μέσα μας να γεννιόμαστε μ’ αυτό. Σα να είναι η ίδια η ζωή συνώνυμη με την ευτυχία.
Πολύ αισιόδοξο και ταυτόχρονα, κατά τους επικούρειους, πολύ αληθινό!
Και σε απόλυτη αντίθεση – ανοίγουμε την παρένθεση ξανά – με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη των νεανικών του συγγραμμάτων, που δίδασκαν πως ο άνθρωπος είναι η ψυχή του, που είναι ξέχωρη από το σώμα (δυισμός), κι όταν βρίσκεται σ’ αυτό βιώνει το θάνατό της, και περιμένει το θάνατο του σώματος για να απελευθερωθεί, επομένως – όπως έλεγαν – καλύτερα να μη γεννιόμαστε, αλλά αφού την πατήσαμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, θα το υποστούμε μέχρι ν’ αποδημήσουμε στους ουρανούς.
Για τον Πλάτωνα η φιλοσοφία ήταν «μελέτη θανάτου». Για τον Επίκουρο εργαλείο για την ευζωία.
Ο Θεοδωρίδης γράφει πως ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Επίκουρου βασίζεται στο ότι ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του αρκεί να λείψουν οι ενοχλήσεις10.
Τι θα πει ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του;
Σε ποια δύναμη θα βασιστεί για να το πετύχει;
Θα εστιάσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, γιατί εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ηθικής φιλοσοφίας του Επίκουρου. Και θα απαντήσουμε αμέσως.
Ο άνθρωπος είναι αρκετός γιατί είναι ελεύθερος. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος απλά γιατί νιώθει τον εαυτό του ελεύθερο. Δεν υπάρχει πουθενά στη φιλοσοφία παρόμοια εμπιστοσύνη και ανάδειξη της βούλησης ως κινητήρια δύναμη των ενεργειών του ανθρώπου. Γι αυτό οι μελετητές του Επίκουρου δεν αναφέρονται σε οποιαδήποτε ελευθερία αλλά σε επικούρεια ελευθερία, που δεν είναι άλλη από αυτή που από τη φύση μας διαθέτουμε.
Εκεί την αποδίδει ο δάσκαλος στηρίζοντάς την στη φυσική του με την περίφημη παρέγκλιση στην κίνηση των ατόμων. Δεν θ’ αναφερθούμε εδώ στη φυσική θεωρία του Επίκουρου, θα επισημάνουμε μόνο, πως ενώ ασπάστηκε την ατομική θεωρία του Δημόκριτου, διαφοροποιήθηκε στο σημείο που αυτή συγκρούονταν με το τυχαίο και με την ελεύθερη βούληση.
Έτσι ανάγκασε τον Λουκρήτιο να τον υμνήσει σαν μέγα διαφωτιστή11, λέγοντας πως δεν μπορεί ο άνθρωπος πλάσμα της φύσης να διαθέτει βούληση κι η φύση η ίδια να είναι σκλαβωμένη στην ανάγκη. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο νεαρός Καρλ Μαρξ με τη διδακτορική του διατριβή «Για τη διαφορά ανάμεσα στη Δημοκρίτεια και Επικούρεια φιλοσοφία της Φύσης».
Ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια12 ο Επίκουρος πολεμάει ν’ ανατρέψει όλα όσα βαραίνουν τη ζωή του ανθρώπου και στέκονται εμπόδιο στην ευτυχία του.
Στον αντίποδα οι συγκαιρινοί των επικούρειων στωικοί αναγνώριζαν την άσκηση της ελεύθερης βούλησης μόνο ως προς την αποδοχή ή μη της σκόπιμης αλληλουχίας αναγκαίων συμβάντων που συνιστούν τη μηχανική αρμονία του κόσμου. Η ελευθερία τους έτσι συνιστούσε την υποταγή μας στη μοίρα.
Είναι γνωστό ότι παρθενογένεση δεν υπάρχει. Κι ο Επίκουρος δεν προέκυψε από το πουθενά. Από μικρό παιδάκι γνωρίζει τον Όμηρο, τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και των ιδεαλιστών, θαυμάζει τις γνώμες των φυσικών φιλοσόφων και των σοφιστών και ακολουθεί σε πολλά τον Δημόκριτο. Ζει όλες τις αναστατώσεις από τους πολέμους των στρατηγών για επιρροή, παρακολουθεί την απογύμνωση του δήμου στις πόλεις, γνωρίζει τους όρους και τα κίνητρα για όλον αυτόν τον παραλογισμό, αντιλαμβάνεται και τις θεωρίες που οδηγούν στη δεισιδαιμονία και την παθητικότητα του βυθισμένου στη μοιρολατρία ανθρώπου. Γνωρίζει τον εχθρό, τα όπλα και τις μεθόδους του και στρώνει τη διδασκαλία του με δικό του όπλο την αυτοσυνειδησία, τη χειραφέτηση, την άρνηση της ανάγκης.
Ο Επίκουρος δεν βολεύεται με τα περιθώρια χειρισμού δυνατοτήτων που μας παρέχει η φύση (Δημοκρίτεια χρεία) μα με την φυσική δύναμη της βούλησης ώστε να χειριστούμε τα πράγματα για τη ζωή που επιλέγουμε να ζήσουμε.
Μ’ αυτή τη φυσική δύναμη, με το θάρρος της σοφίας, θα ορίσει με τη φορτισμένη από τότε λέξη ηδονή το τέλος, το σκοπό της ανθρώπινης δράσης, που κι αυτό μέσα στη φύση μας βρίσκεται.
«Η αλήθεια απλά υπάρχει. Το ψέμα χρειάζεται να εφευρεθεί». Και πράγματι στα ψέματα και την παραπλάνηση των ιδεαλιστών βρίσκει ο Επίκουρος την πηγή των ενοχλήσεων της ψυχής. Στους φόβους και τις παράλογες επιθυμίες που ταράζουν τη ζωή μας.
Πώς είναι δυνατόν να είμαστε ελεύθεροι όταν η ηθική μας συμπεριφορά καθοδηγείται από το φόβο των θεών ή την ελπίδα για την εύνοιά τους.
Όταν η ζωή μας σκιάζεται από το φόβο του θανάτου.
Με ποιο τρόπο θα ζήσουμε τη ζωή μας όταν προσδοκούμε τη συνέχισή της μετά το θάνατο, όπου θα έχουμε άπειρο χρόνο είτε να διορθώσουμε είτε να χαρούμε όσα στερούμαστε τώρα.
Ή όταν αναρωτιόμαστε σε τι πλάσμα θα φωλιάσει η ψυχή μας όταν επανέλθει στη ζωή.
Πώς θα ζήσουμε ελεύθεροι κι ατάραχοι όταν φορτωνόμαστε με υπέρμετρες φιλοδοξίες για φήμη κι αξιώματα.
Πώς θα ριχτούμε στον αγώνα για πλούτο κι απολαύσεις χωρίς δουλικότητα προς τον όχλο και την εξουσία όπως λέει χαρακτηριστικά ο δάσκαλος.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος μας διέσωσε την επιστολή του Επίκουρου στο Μενοικέα, μια επιστολή για την ευζωία που θα έπρεπε να διδάσκεται αυτούσια στα σχολεία όλου του κόσμου, όπου βρίσκουμε απαντήσεις σ’ όλα τα προηγούμενα.
Εκεί αναδεικνύει τη φρόνηση αξιότερη κι από την ίδια φιλοσοφία13. Είναι η ύψιστη αρετή, ικανή να μας οδηγήσει στην ευζωία. Με τη φρόνηση θα χειριστούμε σοφά τη βούληση, την αυτοσυνειδησία μας, θα πάρουμε την ευθύνη των πράξεών μας και θα πολεμήσουμε την κηδεμόνευση.
Θα κατανοήσουμε πως δεν ταιριάζει στην ατάραχη φύση των θεών ν’ ασχολούνται με τ’ ανθρώπινα και δεν ωφελεί ν’ αποδίδουμε σ’ αυτούς όσα μας συμβαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως όσο ζούμε δεν έχει νόημα να μας κυριεύει ο φόβος του θανάτου, καθώς δεν πρόκειται να τον αντιληφθούμε ούτε όταν θα έρθει ούτε αφού θα έχει έρθει.
Με τη φρόνηση θα ζυγίσουμε σωστά τις επιθυμίες μας και θα επιτύχουμε την αυτάρκεια, για να νιώθουμε ασφαλείς και ελεύθεροι, καθώς αρκούμενοι στα λίγα εισπράττουμε γνήσια χαρά και από αυτά και από τα παραπάνω, όταν μας τυχαίνουν.
Θα κατανοήσουμε πως είναι περιττό το κυνήγι της φήμης και της εξουσίας καθώς οδηγούν την ψυχή μας σε όλο και μεγαλύτερη ταραχή.
Με τη φρόνηση θα κατανοήσουμε την αξία και το νόημα της γνήσιας επικούρειας φιλίας, του αθάνατου αγαθού που χτίζει ολοκληρωμένες κοινωνίες στηριγμένες στη φυσική σύμβαση του μη βλάπτειν ίνα μη βλάπτεσθαι αντί για το δίκαιο το επινοημένο από τα λογής συμφέροντα.
Και τις 4 έννοιες που έδωσε ο Επίκουρος τ’ όνομά του η ελευθερία, η αταραξία, η ηδονή, η φιλία βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη φύση. Χρωστάμε χάρη στην μακάρια φύση που έκανε εύκολα τα αναγκαία και δύσκολα τα μη αναγκαία.
Η Επικούρεια φιλοσοφία είναι μια φιλοσοφία του κατά φύση ευ ζην.
Αν η ελευθερία είναι η ηδονή τότε η σκλαβιά είναι πόνος. Εδώ θα συναντήσουμε και την ενότητα των αντιθέτων του Ηράκλειτου με την ερμηνεία που της έδωσε ο Δημόκριτος. Το ένα γίνεται κατανοητό χάρη στο έτερο, το αντίθετό του. Τόσο λαχταρούμε την ελευθερία όσο βιώνουμε τη στέρησή της. Όσο πιο βαριά η ανάγκη τόσο πιο ισχυρή η θέληση γι αποφυγή της.
«Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης» λέει ο δάσκαλος.
Θα αποφύγουμε την κοινοτυπία πως τη σημερινή εποχή συμβαίνει αυτό ή εκείνο. Ο άνθρωπος υπάρχει πάντοτε ως θύμα των εξουσιαστικών ελίτ. Από εκείνα τα χρόνια ο Επίκουρος αναγνώριζε πως η μεγάλη μάζα των ανθρώπων βιώνει «…το δεσμωτήριο από τα εγκύκλια και τα πολιτικά».
Το πώς πορεύεται ο κόσμος και τα δημόσια πράγματα, το ζούμε αιώνες τώρα: Θ’ ανοίξω ξανά την παρένθεση. Επιτρέψτε μου για την οικονομία του λόγου τις παρακάτω γενικεύσεις:
Τα μοντέλα διοίκησης είναι πλατωνικά και πυθαγόρεια. Πυραμιδικά και συντεχνιακά. Η πνευματική και θρησκευτική καθοδήγηση στωική, με αρκετό Πλάτωνα εδώ στα δικά μας. Η επιστημονική σκέψη κυρίως αριστοτελική. Οι κοινωνικές δομές συντεχνιακές επίσης και τα οικονομικά συστήματα είτε καπιταλιστικά είτε μαρξιστικά εμπνέονται από το στωικισμό. Ο καθένας άνθρωπος μέσα του, μέχρι ν’ αλλοτριωθεί η φύση του, και στο βαθμό αντίστασης που διαθέτει, είναι επικούρειος.
Ενδεχομένως όλο αυτό είναι συνταγή παραφροσύνης. Εμείς όμως εφόσον έχουμε κατανοήσει τον Επίκουρο, είμαστε ικανοί να βιώσουμε και να δείξουμε τις λύσεις. Εξάλλου η διέξοδος βρίσκεται στην ίδια τη φύση μας.
Οι Κήποι στην αρχαιότητα ήταν εστίες επικούρειας ζωής και διαρκούς εμπνευσμένης διαφώτισης. Ο Επίκουρος είναι πάντα το ίδιο επίκαιρος όσο και η ανθρώπινη ανάγκη για το κατά φύσιν ευ ζην.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου
[2] Στο ίδιο, σελ.218
[3] Ο Πλάτων είναι βέβαιος πως στα άστρα κατοικούν οι ψυχές ώστε είναι βέβηλοι όσοι τους αποδίδουν φυσικές ιδιότητες: Όποιοι κατά το παρελθόν βρέθηκαν μπλεγμένοι με το να διαβεβαιώνουν ψευδώς, ότι τα ουράνια σώματα είναι “μεστά λίθων και γης”, οφείλουν να θεωρήσουν ως μόνους υπεύθυνους τους εαυτούς τους. Πλάτων, Νόμοι 967 B-C
[4] Στωικοί
[5] «…Επίκουρος μεν έλεγε την φιλοσοφίαν ενέργειαν είναι λόγοις και διαλογισμοίς τον ευδαίμονα βίον περιποιούσαν». Σέξτος Εμπειρικός.
[6] «…το πρόβλημα ου τούτό εστίν τι της ευδαιμονίας ποιητικόν, τι δε το ευδαιμονείν εστίν…». Διογένης Οινοανδέας
[7] «Και δια τούτο την ηδονήν αρχήν και τέλος λέγομεν είναι του μακαρίως ζην, ταύτην γαρ αγαθόν πρώτον και συγγενικόν έγνωμεν…» Επιστολή προς Μενοικέα 129
[8] «…φυσικώς και αδιδάκτως το ζώον φεύγει μεν την αλγηδόνα διώκει δε την ηδονήν…». Σέξτος Εμπειρικός
[9] «Όταν ουν λέγωμεν ηδονήν τέλος υπάρχειν, ου τας των ασώτων ηδονάς, …αλλά το μήτε αλγείν κατά σώμα μήτε ταράττεσθαι κατά ψυχήν…». Επιστολή προς Μενοικέα
[10] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος, Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, σελ.219
[11] Λουκρήτιος Κάρος, De rerum natura II 251-260
[12] Η αρχή της αβεβαιότητας της ύλης, μέσα από τα πειράματα του Χάϊζενμπεργκ επιβεβαιώνουν τον Επίκουρο. Βλ. Μαίρη Σταματιάδου, Επίκουρος και κβαντική φυσική.
[13] «Τούτων δε πάντων αρχή και το μέγιστον αγαθόν φρόνησις, διό και φιλοσοφίας τιμιώτερον υπάρχει φρόνησις, εξ ης αι λοιπαί πάσαι πεφύκασι αρεταί…» Επιστολή προς Μενοικέα 132

Ο πόλεμος των τσέλο


Cello-Wars-2«Πολύ καιρό πριν, σε ένα μακρινό γαλαξία…». Με αυτά τα λόγια ξεκινά μια παρωδία του διάσημου μουσικού θέματος που έγραψε ο Τζον Γουίλιαμς για τον «Πόλεμο των Άστρων». Ονομάζεται «Cello Wars» και το ερμηνεύει ο Steven Sharp Nelson, που παίζει βιολοντσέλο στην ορχήστρα των Αμερικανών Piano Guys.
Το γκρουπ έγινε διεθνώς γνωστό από τα βίντεο που ανεβάζει στο You Tube με πρωτότυπες εκτελέσεις κλασικών συνθέσεων. Ο πόλεμος των τσέλο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2011 και μέχρι σήμερα το έχουν δει 16 εκατομμύρια θεατές.
Η ιδέα του βίντεο, που χρειάστηκε 6 μήνες για να ολοκληρωθεί, ανήκει στον σκηνοθέτη και μέλος της ομάδας, Paul Anderson. Χάριν αστείου, αποφάσισε να βάλει μια δέσμη ακτίνων στα δοξάρια των δύο τσέλο που συμμετέχουν, μετατρέποντάς τα στα ενεργειακά όπλα που χρησιμοποιούν οι ήρωες της διαστημικής σειράς. Ο Steven Sharp Nelson εμφανίζεται σε διπλοτυπία, παίζοντας ταυτόχρονα το ρόλο ενός Jedi Master και ενός Sith Lord που «πολεμούν» με τα μουσικά τους όργανα. Στο χάι-τεκ κοντσέρτο συμμετέχουν δύο ακόμα μέλη των Piano Guys, με τις στολές του τρομερού Νταρθ Βέιντερ και του… μαλλιαρού Τσουμπάκα.
Απολαύστε το με επωδό τη θρυλική ευχή: «may the Force be with you».
***

Ο Θεανθρώπινος δεσμός η ανακύκλωση της ψυχής

theanthroposΟ Θεανθρώπινος δεσμός η ανακύκλωση της ψυχής:  Στην σπειροειδή κίνηση της ύλης όπως αυτή γίνεται αντιληπτή απο τους έλλογους οργανισμούς ως χρόνος, δημιουργούνται διαρκώς σφαιρικές συμπυκνώσεις που αενάως πλανώνται σε καθορισμένες τροχιές στο κενό της.
Σπανίως απαντάται υπό ιδανικές συνθήκες το φαινόμενο της ζωής πλήθους μικροοργανισμών που με την παρέμβαση οντοτήτων της ανώτερης ψυχικής και νοητικής ύλης, επιφορτισμένων με τον ρόλο της επιτήρησης της ζωής, εξελίσονται ώστε να συναποτελέσουν τροφική αλυσίδα για την αέναη διατήρηση όλων των ειδών.
Η ανθρωπότητα παρουσιάζει έλλογη μορφή ζωής, μια ανώτερη καλλιέργεια των Θεϊκών οντοτήτων ικανή να παρατηρεί τον κόσμο να αντιλαμβάνεται τον χρόνο στην κίνηση της ύλης και να την μετασχηματίζει εργαζόμενη. Η θεία παρέμβαση συνίσταται στην εξέλιξη του μικροοργανισμού μετά την εμφύσηση του υλοενεργειακού πλέγματος που καλούμε ψυχή για την καλλιέργεια της μέσα απο την παραγωγή πολιτιστικού έργου. Διαμέσου της παραγωγής πληθώρας πολιτισμών η ανθρωπότητα μιμείται το χωροταξικό θείο έργο της Αρμονίας, της δημιουργίας Τάξης στο Χάος επαναλαμβάνοντας το στην ανθρώπινη σφαίρα.
Στο αγώνα για την ανθρώπινη επιβίωση η ψυχή εκβάλει διαρκώς ψυχική ενέργεια με την παραγωγή συναισθημάτων που αποτελούν τροφή για τίς οντότητες αντιστοίχως της ποιότητάς της. Όπως η χλωρίδα και η πανίδα αποτελούν τροφή των έμβιων ειδών, η ποικιλότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων θέλγει διαφορετικής στάθμης Οντότητες ως βρώση. Η ανθρώπινη σοφία και χαρά είναι το νέκταρ και αμβροσία των ανωτέρων Θεών ενώ τα συναισθήματα του φόβου και της λύπης γίνονται βορά των κατωτέρων δαιμόνων.
Εξ αυτής της σχέσης του ανθρώπου με την ιεραρχία των οντοτήτων εξηγείται ο δημιουργικός και παρεμβατικός ρόλος των Θεών στην ανθρώπινη ιστορία και τον μύθο, η ανθρώπινη ιδιαιτερότητα, η ποικιλότητα πολιτισμών και φυλών αλλά και το ανθρώπινο δράμα της επίγνωσης του θανάτου.
Συνεχώς και αδιαλείπτως στον αγώνα της βιοπάλης διαχέουμε στην ατμόσφαιρα ψυχικά παράγωγα που η ποιότητά τους καθορίζει την συχνότητα κραδασμού που θα τα φέρει ως τροφή στα θεικά βασίλεια. Η ποιότητα των συναισθημάτων στην διάρκεια του βίου διαμορφώνει το ψυχικό αποτέλεσμα, την πορεία και τον προορισμό της ατομικής ψυχής.
Τό ύψος που θα ανέλθει, αν θα ξεπεράσει ή όχι την σεληνιακή περιφορά και βαρύτητα, αν θα βρεθεί στα Τάρταρα η τα Ιλύσσια εξαρτάται απο την ομοιοσύσταση της με την συχνότητα αυτών των Τόπων. Αν η ατομική ψυχή ενωθεί με τις θείες οντότητες ή γίνει βορά για ψυχική ανακύκλωση είναι κάτι που θα κερδίσει απο την ποιότητα του βίου της.
Σε όλες τις μυθολογίες θα δούμε το ανθρώπινο δράμα να απεικονίζεται με τους ήρωες να γίνονται ομοτράπεζοι των θεών, τους δικαίους να καταστερίζονται, το Άτμα, η ατομική ψυχή νά γίνεται μέρος του Μπράχμαν της παγκόσμιας ψυχής κ.ο.κ.
Τόποι υψηλών ή χαμηλών συχνοτήτων υλοενεργειακού μαγνητικού όπου ελκύονται οι ατομικές μας σπίθες απο το δυναμικό που επιτύχαμε στον ανθρώπινο βίο, τροφή και ανακύκλωση της Νοήμουσας ύλης, των Οντικών Ψυχών!
Ανώτεροι μαθηματικοί κανόνες διέπουν του Παγκόσμιους Φυσικούς Νόμους σε όλες τις διαστάσεις του Σύμπαντος. Ένας Νοήμον Οργανισμός με Θεούς Δημιουργούς της Τάξεως στο Χάος και Θεούς τηρητές της Αρμονίας, της εύρυθμης λειτουργίας του και τα έλλογα ενσαρκωμένα μέρη τους, εμάς, που διακαώς προς τα άνω θρώσκουμε για να επανενωθούμε μαζί τους.
Στο θεικό έργο των Νόμων που αφορά την δημιουργική ανακύκλωση της Κοσμικής ψυχής, η υποκειμενική αντίληψη της αυθυπαρξίας μας ένεκα του περιορισμένου φάσματος των αισθήσεων μας, απλούστερα το εγώ που γύρω του διαμορφώνεται η παροδική μας προσωπικότητα γίνεται βρώση των επί γής διαμένοντων Οντοτήτων που όταν επιλέγουν να γίνουν αισθητοί καλούμε δαίμονες, ντέβας, δασκάλους-οδηγούς.
Υπάρχουμε ως άνθρωποι για να δημιουργούμε πολιτισμούς μετασχηματίζοντας την ύλη, κατεργάζοντας μέσα απο την διαχείρισή της, την άγρια ψυχή μας στις αγνότερες δυνατές υφές του ηλεκτρομαγνητικου πλέγματος. Η άγρια πρωτόγονη ψυχή ενούμενη με την ύλη ταυτίζεται με αυτήν φέρει πάθη γιατί επιθυμεί να αποκτήσει και γιαυτό επιζητεί να κυριεύσει και να εξουσιάσει. Το περιοριστικό εγώ γίνεται εργαλείο της, δεν αναγνωρίζει κοινό πλούτο και δίκαιο παρά μόνο ιδιωτικό πλούτο και ατομικό δίκαιο. Δημιουργεί έτσι απάνθρωπους πολιτισμούς και βυσοδομεί στην φύση που θεωρεί εαυτόν κύριό της.
Η καλλιεργημένη ψυχή αντίθετα ενούμενη με την ύλη την περιεργάζεται για να την γνωρίσει, να την επεξεργαστεί καλλίτερα και παράλληλα να εξελιχθεί μαζί της. Το περιοριστικό εγώ μειώνεται απο την δύναμή της και της επιτρέπει να μοιραστεί τον κοινό πλούτο και να θεσπισει κοινά αποδεκτό δίκαιο διαχείρισής του. Δημιουργεί ανθρώπινους πολιτισμούς σε αρμονία με το περιβάλλον του οποίου είναι μόνο ο διαχειριστής.
Οι Ιερείς, πρωταρχικοί γνώστες του Έργου της Θείας Ανακύκλωσης αποτελούν φορείς των Δογμάτων που συνθέτουν τις θρησκείες και των πολιτικών καθεστώτων διαχείρισης της ύλης που αυτά εξυπηρετούν. Δόγματα που δημιουργούν και συντηρούν ψυχές κατωτέρου δυναμικού, ταπεινές, μισαλλόδοξες, λυπημένες και φοβικές και δόγματα που καλλιεργούν και συντηρούν ψυχές ανωτέρου δυναμικού αλληλέγγυες, περήφανες ελεύθερες και χαρούμενες. Ψυχές που στην ταπεινότητα και την συντριβή ελπίζουν στην μεταθανάτιο αμοιβή και ψυχές που στην ελευθερία βρίσκουν την χαρά και την σοφία είναι τα άμεσα παράγωγά τους.
Τα πολιτικά καθεστώτα που περιορίζουν ή συντρίβουν την ελευθερία και τα πολιτεύματα που την κερδίζουν και την απολαμβάνουν αποτελούν υπηρέτες των αφανών δογμάτων της ηθικής και τις διεύθυνσης που αυτά εξυπηρετούν. Ο τρόπος διαχείρισής της ύλης, η απο κοινού ή ατομική εκμετάλευσή του πλούτου, η διανομή του στους πλείονες ή στους μείονες δεσμεύει ή απαλάσσει τον άνθρωπο απο τα υλικά δεσμά της βιοπάλης και του επιτρέπει ή όχι να εξελιχθεί και να δημιουργήσει. Καθορίζει το ήθος των ανθρώπινων ψυχών και την διεύθυνση του πολιτισμού, την φυγή απο το κτήνος ή την φυγή απο τον Θεό.
Είναι ο Ηράκλειος δρόμος της Αρετής και της Κακίας ο ίδιος δρόμος της ελευθερίας και της σκλαβιάς, της δημοκρατίας ή της τυραννίας. Ο θεανθρώπινος δεσμός είναι άρρητος και αφου οι Θεοί είναι αθάνατοι και η ψυχική ανακύκλωση μας είναι αέναη. Η επιλογή δική μας διότι οι Θεοί δεν τέρπονται απο την τσίκνα των σφαγίων αλλά απο την χαρά των πιστών που ανυψώνει την ψυχή σε αυτούς, δεν θέλγονται απο τους ύμνους αλλά απο τον ενθουσιασμό των υμνητών τους όταν τους εκφωνούν, δεν έλκονται από τα τυπικά των εορτών αλλά απο την διάθεση των εορταστών. Είναι ουσιαστική και ζωτική λοιπόν για την ψυχή η απόφαση του τρόπου ζωής και πορείας της, αν θα είναι με το σύνολο και για το σύνολο ή μακριά απο αυτό.
Γιαυτό παντοτε οι περιθωριακοί και οι κυβερνήτες είναι οργισμένοι αφού θέτοντας εαυτούς πέραν και άνω της κοινωνίας τίθονται αυτόματα εκτός αυτής και έτσι στερούνται την ανθρώπινη χαρά που σε αυτήν μόνον ανευρίσκεται. Και βρίσκονται σε ανάγκη, απο τον φθόνο που τους διακατέχει, να αγωνίζονται να την αρπάξουν απο την κοινωνία με κάθε δυνατό μέσο αφού η χαρά παράγεται μόνο στους κόλπους της.
Περιορίζουν οι μισερές ψυχές τους την ελευθερία μας αυξάνοντας τά υλικά μας βάρη για να κατασκευάσουν το κοινωνικό περιθώριο δημιουργίας των -ισμών που μάχεται το κύριο σώμα της κοινωνίας διαιρώντας μας ώστε αυτοί να κυβερνούν ατιμώρητοι με το άλλοθι του.
Η γνώση του νοήματος του θεανθρώπινου δεσμού, της ψυχικής ανακύκλωσης, όμως θα ορίσει το μέτρο των πράξεών και επιλογών μας, την ανάγκη να εύρουμε την δύναμη της θέλησης για να αναστρέψουμε την κατιούσα φορά της σπείρας σε ανιούσα, και να επαναφέρουμε πάλι την ανθρώπινη κοινωνία απο τον βόρβορο στους ουρανούς που δικαιούται.
Να διατηρήσουμε την χαρά της ανθρώπινης αλληλεγγύης, να μην την πουλήσουμε στους κενόψυχους εξουσιαστές, να μην αφήσουμε τους αρνησίζωους περιθωριακούς των ιδεολογιών να σβήσουν το χαμόγελο απο τα χείλη μας. Η χαρά μας πηγάζει απο την συνοχή μας και θα φέρει την χαρά της ελευθερίας μας.

Για πρώτη φορά υπολογιστής πέρασε το τεστ Τιούρινγκ

Ένας υπολογιστής πέρασε για πρώτη φορά το «τεστ Τιούρινγκ», καταφέρνοντας να «ξεγελάσει» τους κριτές/εξεταστές του και να τους πείσει ότι είναι ένα 13χρονο παιδί.
Σύμφωνα με το εν λόγω τεστ, το οποίο δημιουργήθηκε το 1950 από τον Άλαν Τιούρινγκ, μαθηματικό και πρωτοπόρο της επιστήμης υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης, μία μηχανή μπορεί να θεωρηθεί ότι «σκέφτεται», αποτελώντας πραγματική τεχνητή νοημοσύνη, εάν σε μία συζήτηση μαζί της δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν είναι υπολογιστής, αλλά άνθρωπος.
Μέχρι τώρα κανένας υπολογιστής δεν είχε καταφέρει να περάσει το τεστ, βάσει του οποίου πρέπει να «ξεγελαστεί» το 30% των κριτών σε μία σειρά από πεντάλεπτες συζητήσεις μέσω πληκτρολογίου και κειμένου.
Το εν λόγω event διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ (Μ. Βρετανία) στη Royal Society το Σάββατο, και ο υπολογιστής που πέρασε το διάσημο τεστ είναι ο «Eugene Goostman»: ένα πρόγραμμα υπολογιστή που εξομοιώνει ένα 13χρονο αγόρι. Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, και δημιουργοί του είναι ο Βλάντιμιρ Βέσελοφ (γεννηθείς στη Ρωσία και πλέον μόνιμος κάτοικος των ΗΠΑ) και ο Γιουτζίν Ντεμτσένκο (από την Ουκρανία- πλέον ζει στη Ρωσία).
Το τεστ Τιούρινγκ βασίζεται στο διάσημο παιχνίδι ερωταπαντήσεων που ανέπτυξε ο Άλαν Τιούρινγκ, «Can Machines Think?». Όπως προαναφέρθηκε, σκοπός του είναι να διερευνήσει το αν ένας άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί εάν μιλά σε υπολογιστή ή σε άνθρωπο.
Σημειώνεται ότι το όλο event έχει ιδιαίτερα συμβολική σημασία, καθώς έλαβε χώρα την 60ή επέτειο του θανάτου του Άλαν Τιούρινγκ, περίπου έξι μήνες μετά την απονομή μετά θάνατον χάρης στον διάσημο μαθηματικό.
Ο «Eugene» κατάφερε να πείσει το 33% των εξεταστών του ότι ήταν άνθρωπος στο τεστ, το οποίο διοργανώθηκε από το School of Systems Engineering του πανεπιστημίου, σε συνεργασία με τον RoboLaw, οργανισμό χρηματοδοτούμενο από την Ε.Ε. που ασχολείται με θέματα ρομποτικών τεχνολογιών.
Όπως δήλωσε ο καθηγητής Κέβιν Γουόργουϊκ, επισκέπτης καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ρέντινγκ και αναπληρωτής αντικαγκελάριος έρευνας του Πανεπιστημίου Κόβεντρι, «στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό και αμφιλεγόμενο ορόσημο από το τεστ Τιούρινγκ, στο οποίο ένας υπολογιστής πείθει έναν επαρκή αριθμό ʽεξεταστώνʼ έτσι ώστε να πιστέψουν ότι δεν είναι μηχανή, αλλά άνθρωπος.
Είναι απόλυτα ταιριαστό το ότι φτάσαμε σε αυτό το ορόσημο στη Royal Society στο Λονδίνο, το ʽσπίτιʼ της βρετανικής επιστήμης και τη σκηνή τόσο μεγάλων εξελίξεων στην ανθρώπινη κατανόηση ανά το πέρασμα των αιώνων. Αυτό το ορόσημο θα περάσει στην ιστορία ως ένα από τα πλέον συναρπαστικά. Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι το τεστ έχει περαστεί ήδη.
Οι λέξεις ʽτεστ Τιούρινγκʼ έχουν χρησιμοποιηθεί σε παρόμοιους διαγωνισμούς σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο αυτή η εκδήλωση περιελάμβανε πιο ταυτόχρονα συγκριτικά τεστ από ποτέ άλλοτε, επικυρώθηκε ανεξάρτητα και το σημαντικότερο, δεν υπήρχαν περιορισμοί στις συζητήσεις. Ένα πραγματικό ʽτεστ Τιούρινγκʼ δεν καθορίζει τις ερωτήσεις ή τα θέματά τους πριν τις συζητήσεις. Οπότε είμαστε περήφανοι που μπορούμε να διακηρύξουμε ότι το τεστ του Άλαν Τιούρινγκ περάστηκε για πρώτη φορά το Σάββατο».
Όσον αφορά στη σημασία του σε κοινωνικό επίπεδο, ο Γουόργουϊκ τόνισε ότι ένας υπολογιστής ο οποίος μπορεί να ξεγελάσει έναν άνθρωπο έτσι ώστε να σκεφτεί ότι ʽκάποιοςʼ, ή ʽκάτιʼ αποτελεί ένα πρόσωπο που μπορεί να εμπιστευτεί αποτελεί «wake-up call» σε θέματα κυβερνοεγκλήματος. «Το ʽτεστ Τιούρινγκʼ είναι ένα ζωτικής σημασίας εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτής της απειλής. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε καλύτερα πώς online επικοινωνίες τέτοιου τύπου σε πραγματικό χρόνο μπορούν να επηρεάσουν ένα άτομο με τέτοιον τρόπο ώστε να πιστέψει ότι κάτι είναι πραγματικό, όταν στην πραγματικότητα δεν είναι».
Ο «Eugene» ήταν ένας από πέντε υπερυπολογιστές που διαγωνίστηκαν για το Turing Test 2014 Prize. Από πλευράς του, ο Βλάντιμιρ Βέσελοφ συνεχάρη όσους εργάστηκαν πάνω στο πρόγραμμα και εξέφρασε την ελπίδα ότι το συγκεκριμένο επίτευγμα θα τονώσει το ενδιαφέρον πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη και τα «chatbots».
Όπως επεσήμανε, ο «Eugene» «γεννήθηκε» το 2001 και η κεντρική ιδέα γύρω από αυτόν ήταν ότι μπορεί να ισχυριστεί ότι ξέρει οτιδήποτε, αλλά λόγω ηλικίας είναι απόλυτα αναμενόμενο να μην ισχύει κάτι τέτοιο. «Προχωρώντας σκοπεύουμε να κάνουμε τον ʽEugeneʼ εξυπνότερο και να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για να βελτιώσουμε αυτό το οποίο χαρακτηρίζουμε ʽλογική συζήτησηςʼ».

Το ολιγαρχικό κίνημα των 400 στην αρχαία Αθήνα


Ολιγαρχικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), που ανέτρεψε το δημοκρατικό πολίτευμα στην αρχαία Αθήνα και εγκαθίδρυσε τη λεγόμενη «Αρχή των 400». Εκδηλώθηκε την 15η του μηνός Θαργηλιώνος (10 Ιουνίου) του 411 π.Χ.

Μετά την καταστροφική εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία (415-413πΧ), το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα άρχισε να κλονίζεται. Οι πλούσιοι κάτοικοί της, που επωμίζονταν τις δαπάνες του πολέμου, αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες και σχεδίαζαν την ανατροπή του και την εγκαθίδρυση ολιγαρχικού πολιτεύματος. Δεν δίσταζαν, μάλιστα, να καταφύγουν στην τρομοκρατία, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Επιφανείς ηγέτες των δημοκρατικών, όπως ο Ανδροκλής, δολοφονήθηκαν από ομάδες νεαρών αριστοκρατών.
Το ολιγαρχικό κίνημα είχε ως ιθύνοντα νου τον δεινό ρήτορα Αντιφώντα, που δρούσε κυρίως από το παρασκήνιο. Άλλες σημαντικές προσωπικότητες των ολιγαρχικών ήταν οι δημαγωγοί Φρύνιχος και Πείσανδρος, άλλοτε θανάσιμοι αντίπαλοι και τώρα σύμμαχοι προ του κοινού σκοπού, και ο μετριοπαθής Θηραμένης. Οι ολιγαρχικοί ζητούσαν περικοπή δαπανών και περιορισμό των ενεργών πολιτών σε αυτούς μόνο που «χρήμασι και σώμασι» ήταν σε θέση να ωφελούν την πόλη. Γι’ αυτούς ήταν ο μόνος τρόπος να σωθεί η Αθήνα, που είχε απολέσει το στρατιωτικό πλεονέκτημα στην αναμέτρησή της με τη Σπάρτη.
Οι συνωμότες κέρδισαν αρχικά την Εκκλησία του Δήμου, όταν ανακοίνωσαν ότι η Περσία ήταν διατεθειμένη να βοηθήσει οικονομικά την Αθήνα με την μεσολάβηση του Αλκιβιάδη. Όταν, όμως, αυτός δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, οι ολιγαρχικοί δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω, σε μια Αθήνα που βρισκόταν σε έκρυθμη κατάσταση. Συγκάλεσαν την Εκκλησία του Δήμου και πρότειναν να δημιουργηθεί με μικτό σύστημα διορισμού και εκλογής η Βουλή των 400, που θα είχε απόλυτες εξουσίες, ενόσω διαρκούσε ο πόλεμος. Η Βουλή αυτή θα μπορούσε να συμβουλεύεται ένα σώμα 5.000 πολιτών, όποτε το θεωρούσε αναγκαίο.
Οι 400, που αποτελούνταν κυρίως από ακραίους ολιγαρχικούς, δεν ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν την εξουσία με τους πεντακισχιλίους. Επέβαλαν τη θέλησή τους και διέλυσαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή των 500. Η κατάλυση της Δημοκρατίας είχε επιτελεσθεί.
Οι πραξικοπηματίες δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη δύναμή τους, αν δεν είχαν τη συγκατάθεση του πανίσχυρου αθηναϊκού στόλου, που εκείνη την περίοδο ναυλοχούσε στη Σάμο. Δεν το πέτυχαν, γεγονός που συνετέλεσε στο θνησιγενές του εγχειρήματός τους. Τα πληρώματα μόλις έμαθαν για το κίνημα στην Αθήνα, ορκίστηκαν πίστη στη δημοκρατία, καθαίρεσαν τους αρχηγούς τους και εξέλεξαν νέους. Ο  Θρασύβουλος και ο Θράσυλος ήταν δύο από αυτούς. Οι νέοι ηγέτες του στόλου ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη και διακήρυξαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τον πόλεμο κατά της Σπάρτης.
Στην Αθήνα, η νέα ολιγαρχική διακυβέρνηση υπέφερε εξ αρχής από εσωτερικά προβλήματα, καθώς στους κόλπους της ξέσπασε διαμάχη μεταξύ μετριοπαθών και ακραίων στοιχείων.
Οι μετριοπαθείς, με αρχηγό τον Θηραμένη, ζητούσαν την αντικατάσταση των 400 με ένα διευρυμένο ολιγαρχικό σώμα των 5.000, στο οποίο θα συμμετείχαν και εκπρόσωποι από τις κατώτερες τάξεις (ζευγίτες και άνω). Ευρισκόμενοι υπό πίεση, οι ακραίοι ολιγαρχικοί υπό τον Φρύνιχο ήταν έτοιμοι να συνάψουν ειρήνη με τους Σπαρτιάτες, θυσιάζοντας την ηγεμονία, ακόμη και την ανεξαρτησία της πόλης.
Παράλληλα, άρχισαν να τειχίζουν την Ηιετιώνεια χερσόνησο (σημερινή Δραπετσώνα), στην είσοδο του Πειραιά. Οι διαδόσεις του Θηραμένη, ότι το οχυρό προοριζόταν να διευκολύνει την απόβαση των Σπαρτιατών, προκάλεσε την αντίδραση των οπλιτών, οι οποίοι το κατεδάφισαν. Θύμα των διαδόσεων αυτών έπεσε και ο Φρύνιχος, ο οποίος δολοφονήθηκε.
Μετά την εξέλιξη αυτή, οι μετριοπαθείς ολιγαρχικοί πήραν το πάνω χέρι και εγκατέστησαν την «αρχή των 5.000» τον Σεπτέμβριο του 411 π.Χ. Ο Θουκυδίδης εγκωμιάζει το νέο πολίτευμα, που αποτελούσε συνδυασμό ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων.
Από τους ηγέτες των ακραίων ολιγαρχικών, ο Αντιφών καταδικάσθηκε σε θάνατο και ήπιε το κώνειο, ενώ o Πείσανδρος κατέφυγε στους Σπαρτιάτες. Η δημοκρατία στην Αθήνα αποκαταστάθηκε τον Ιούνιο του 410 π.Χ, μετά τη διπλή νίκη του αθηναϊκού στόλου στην Κύζικο.