Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Το «ελληνόμετρο» της φαντασίας μας και οι ελληνικές αρετές με οδηγό τον Αριστοτέλη

Στις καλές εποχές, τότε που το δανεικό χρήμα είχε πλάσει έναν φανταστικό κόσμο, που τον πήραμε για δικό μας δημιούργημα, οι λέξεις "πατρίδα", "έθνος", "Ελληνικότητα", είχαν εξαφανιστεί στη διαδρομή Αράχωβα - Μύκονος.

Τώρα, που η ονειροφαντασία μας χάθηκε και πάει, ψάχνουμε απεγνωσμένα να εντοπίσουμε τα χνάρια της πραγματικότητας. Στα τυφλά ψάχνουμε και, όταν δεν βρίσκουμε σημείο σταθερό να γαντζωθούμε, καταφεύγουμε στο «ελληνόμετρο». 

Και για να παρηγορηθούμε, επικαλούμαστε ένδοξους προγόνους και επινοούμε «ανθέλληνες» εχθρούς που μας κατατρέχουν και προσπαθούν να μας αλλοτριώσουν. Που αν τους εξοντώσουμε, θα λάμψει πάλι η αδαμάντινη ελληνική ψυχή, την οποία "προσπαθούν να απογυμνώσουν, για να μας υποτάξουν".

Τι είναι, όμως, αυτό που φοβόμαστε πως θα μας αφαιρέσουν; Ποιες αρετές των λαμπρών προγόνων μας είχαμε τάχα, που τώρα προσπαθούμε να διαφυλάξουμε; Πόσο μοιάζει το δικό μας σύστημα αξιών με το δικό τους;

Η καρδιά του αρχαίου ελληνικού κόσμου είναι η Αρετή. Η επιδίωξή της ήταν που γέννησε όλα όσα σήμερα θαυμάζουμε: το ελεύθερο πνεύμα, την γενναιότητα στον πόλεμο, την υπεροχή στις τέχνες και στα γράμματα σε καιρό ειρήνης, την οικονομική ανάπτυξη, τη δημοκρατία, τις επιστήμες. Θα ήταν ανοησία να ισχυριστεί κανείς πως όλοι οι αρχαίοι ήταν ενάρετοι. Δεν ήταν, αλλά θαύμαζαν εκείνους που ήταν, γνώριζαν καλά την αξία τους και απέβλεπαν σε αυτούς με δέος!

Η λέξη «αρετή» έχει τις ρίζες της στο θέμα του ρήματος αραρίσκω, που σημαίνει ενώνω, συνάπτω, τακτοποιώ. Στα ομηρικά χρόνια ήταν συνώνυμη με την ανδρεία και την υπεροχή. Απλά πράγματα! Όταν όμως η εποχή των βασιλιάδων πέρασε και οι μικροκτηματίες έγιναν ταυτόχρονα εύποροι νοικοκυραίοι και επιχειρηματίες, και στη συνέχεια πολεμιστές που προστάτευαν τον τόπο τους και ενεργοί πολίτες, η αρετή απέκτησε νέο νόημα. Έγινε σύνθετη, όπως και η και η ζωή αυτών των ανθρώπων.

Ποιες ήταν λοιπόν οι αρετές που χαρακτήριζαν τον αξιοθαύμαστο Έλληνα της κλασικής εποχής; Ρώτησα τον Αριστοτέλη και μου είπε!



Περί Αρετών και Κακιών
Ο Αριστοτέλης ορίζει την Αρετή, ως την παγιωμένη εκείνη ψυχική διάθεση του ανθρώπου που τον ωθεί στην αναζήτηση κι επιλογή της μέσης οδού σε κάθε ζήτημα, και τον κρατά σε σταθερή πορεία μέσα σε αυτήν, χωρίς παρεκκλίσεις. Οι λειτουργίες της ψυχής εναρμονίζονται μεταξύ τους και καθιστούν τον άνθρωπο ευτυχή, στον βαθμό που έχει κατακτήσει τις αρετές που αντιστοιχούν σε κάθε μία από αυτές τις λειτουργίες.Για τον λόγο αυτό, χρειάζονται όλες.
Ακολουθώντας την τριμερή διάκριση της ψυχής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης αναλύει κάθε μία αρετή μαζί με το αντίθετό της, που ονομάζει κακία.

Λογιστικό μέρος (νόηση)
Αρετή της νόησης είναι η φρόνηση. Ο ενάρετος άνθρωπος φρονεί (δηλ. συλλογίζεται) με σύνεση, εξετάζει με ψυχραιμία όλα τα δεδομένα και καταλήγει σε ορθές αποφάσεις. Αναγνωρίζει τις δυνατότητες και τις αξιοποιεί, ενώ χρησιμοποιεί με σύνεση τα αγαθά του. Στον αντίποδα, ο άφρων είναι αμαθής, άπειρος, ασυγκράτητος και αδέξιος.

Θυμοειδές μέρος (συναίσθημα)
Αρετή του συναισθηματικού μέρους της ψυχής είναι η πραότης, που επιτρέπει στον άνθρωπο να υποφέρει ψύχραιμα τις αστοχίες και τις παραλείψεις και να μην στρέφεται εύκολα προς την τιμωρία. Ο πράος δεν αφήνεται στις παρορμήσεις της οργής, ελέγχει την έμφυτη τάση προς τη φιλονικία και εκφράζεται με ήπιο τρόπο. Όποιος δεν διαθέτει αυτή την αρετή, αποκαλείται οργίλος, με κύριο γνώρισμα τα ξεσπάσματα οργής με την παραμικρή αφορμή και την τάση για εκδίκηση. Ο οργίλος είναι ευμετάβλητος, πικρόχολος και παρασύρεται από την οργή του και σε σπουδαία και σε ασήμαντα ζητήματα.

Αρετή του θυμοειδούς είναι και η ανδρεία. Ο ανδρείος δεν καταβάλλεται από τους φόβους, κυρίως εκείνους που αφορούν τον θάνατο. Είναι γενναίος όταν τον βρίσκουν συμφορές και τολμά σε καταστάσεις κινδύνου. Πάνω απ’ όλα, προτιμά έναν έντιμο θάνατο από μία ζωή ατιμωτική, δεν αποφεύγει τους κόπους και επιδιώκει τη νίκη. Το αντίθετο είναι ο δειλός, ο άνανδρος, ο μαλθακός, που υποτάσσεται σε κάθε είδους εξευτελισμό, όταν κινδυνεύει το «τομάρι»του.

Επιθυμητικό μέρος (επιθυμίες, ορέξεις του σώματος)
Αρετή του κατώτερου μέρους της ψυχής, είναι ησωφροσύνη. Σώφρων (σῶς +φρήν «με σώας τας φρένας»), είναι ο ισορροπημένος, ο κόσμιος, ο ευπρεπής. Αυτός που έχει κατακτήσει αυτή την αρετή δεν θαυμάζει τις σωματικές εκείνες ηδονές που είναι φαύλες, δηλαδή ασήμαντες, ανωφελείς και χυδαίες. Επιπλέον απεχθάνεται την ατιμία και στέκεται με την ίδια αξιοπρέπεια μπροστά στα μικρά και στα μεγάλα της ζωής. Αντίθετο της σωφροσύνης είναι η ακολασία. Ο ακόλαστος επιλέγει να σύρει τον εαυτό του σε κάθε βλαβερή ηδονή και σπαταλά τη ζωή του σε επιπολαιότητες και ασήμαντες ασχολίες. Καταντά δε αναιδής, άτακτος, αγενής και ασυνεπής.

Η δεύτερη αρετή που αφορά το επιθυμητικό είναι η εγκράτεια, με την οποία ο ενάρετος άνθρωπος υποτάσσει στη λογική σκέψη κάθε επιθυμία που τον ωθεί σε φαύλες απολαύσεις. Ο εγκρατής είναι καρτερικός και υπομένει την φυσική ένδεια και την θλίψη. Η έλλειψη εγκράτειας είναι η «ακρασία». Ο ακρατής, ενώ μπορεί να είναι σώφρων σε κάποιο βαθμό και να μην προτιμά (όπως ο ακόλαστος παραπάνω) τις ταπεινές ηδονές, ωστόσο δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, όταν αυτές παρουσιάζονται. Έτσι, εκτός από τα χαρακτηριστικά του ακόλαστου είναι επίσης νωθρός και ανόητος και υποφέρει κάθε φορά που μεταμελείται.

Πίσω και πάνω απ'όλα αυτά
Τον κατάλογο ολοκληρώνουν τρεις αρετές που αποτελούν τη βάση όλων των άλλων και αφορούν και τα τρία μέρη της ψυχής.
Μία είναι η δικαιοσύνη, που απαιτεί την απονομή στον καθένα «κατ’αξίαν», ό, τι ακριβώς αξίζει. Ούτε παραπάνω ούτε λιγότερο. Ο δίκαιος άνθρωπος είναι ευσεβής, σέβεται τους γραπτούς και άγραφους νόμους τηρεί τις συμφωνίες, σέβεται τους νεκρούς. Τη δικαιοσύνη ακολουθούν η οσιότητα, η αλήθεια, η πίστη και η μισοπονηρία (μίσος για την πονηρία). Ο άδικος άνθρωπος, είναι ασεβής ως προς τα θεία, πλεονέκτης ως προς τον εαυτό του και υβριστής ως προς τους άλλους, καθώς δεν διστάζει να παρασύρει και τους συντρόφους του σε ενέργειες που επιφέρουν ντροπή. Είναι ακόμα αλαζόνας, ψεύτης, επίορκος, μισάνθρωπος, υποκριτής και κακοήθης.

Αρετή της ψυχής συνολικά, είναι και η ελευθεριότητα. Ο ελευθέριος άνθρωπος είναι αυτός που ενεργεί και μιλά όπως ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο. Είναι γενναιόδωρος και ξοδεύει με ευχαρίστηση τα χρήματά του σε έργα αξιέπαινα. Προσφέρει εκεί που πρέπει και δεν παίρνει από εκεί που δεν πρέπει. Έχει περιποιημένη εμφάνιση, τακτοποιημένο και καθαρό σπιτικό, φέρεται με ευγένεια και αγαπά το ωραίο. Αντίθετα, τον ανελεύθερο άνθρωπο χαρακτηρίζει η αισχροκέρδεια και η τσιγκουνιά. Από τη μία καμαρώνει για τα άδικα κέρδη του και από την άλλη δεν ξοδεύει ούτε για όσα είναι απαραίτητα ή ξοδεύει ελάχιστα και με κακό τρόπο. Είναι, λοιπόν, φιλάργυρος, δούλος του χρήματος, γεμάτος άγχος, αναξιοπρεπής και χωρίς μέτρο στη ζωή του.



Η τρίτη αρετή όλων των μερών της ψυχής είναι η μεγαλοψυχία. Ο μεγαλόψυχος αντιμετωπίζει αξιοπρεπώς και με γενναιότητα και τη δυστυχία, αλλά και την ευτυχία. Δεν θεωρεί πως η ζωή καθαυτήν είναι υπέρτατη αξία. Είναι απλός στους τρόπους, γενναίος, φιλαλήθης και καθόλου εκδικητικός. Ο μικρόψυχος, από τη άλλη, αποβλακώνεται όταν είναι ευτυχής και απολαμβάνει δόξα και τιμές, ενώ με την ελάχιστη δυστυχία οδύρεται σαν να ήρθε το τέλος του κόσμου. Ερμηνεύει κάθε μικρή παράλειψη ως εσκεμμένη πράξη εναντίον του, εκδηλώνει ταπεινή συμπεριφορά και γίνεται γκρινιάρης, μίζερος και απαισιόδοξος.

Τι είχαμε, τι χάσαμε;
Οι ελληνικές αρετές, που φοβόμαστε πως θα μας στερήσουν, δεν είναι πια κοντά μας. Κάποιες μεταβλήθηκαν φυσιολογικά, και προσαρμόστηκαν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κάποιες τις εγκαταλείψαμε γιατί μας κούραζαν ή δεν μας βόλευαν. Κάποιες δεν γνωρίζαμε καν ότι υπάρχουν.

Το μόνο βέβαιο, πάντως, είναι πως αν ο Αριστοτέλης αντίκριζε το κομμάτι εκείνο της δικής μας εν Ελλάδι κοινωνίας, που κυριεύεται από τον φόβο και διψά για βία και εκδίκηση, που καρπώνεται χωρίς αιδώ τους κόπους των άλλων, που απαιτεί εκείνα που δεν αξίζει, που αποφασίζει για την τύχη του απερίσκεπτα για να μετανιώσει λίγα λεπτά αργότερα, που είναι ανοιχτοχέρης με τους ανάξιους και βάζει τρικλοποδιά στους άξιους, που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά κλαίει τη μοίρα του νυχθημερόν, φοβάμαι πως με τίποτα δεν θα πίστευε πως αντικρίζει Έλληνες!

Ο Ελληνοέλληνας (Δημήτρης Λιαντίνης)

Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους Νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί να 'χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους Φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;
Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους Ευρωπαίους οι Νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι Ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.
Θέλεις νά 'χεις πιστή την εικόνα του Νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι του Μακαρίου Β' της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της Τούρκισσας, και έχεις τον Νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο...
Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου Έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά. Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες. Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι Ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου. Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ' ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.
Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά 'χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους: Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;
Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας.
Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών;
Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών;
Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξαναπροσαρτήσουν;
Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι Έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες;
Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης;
Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες Έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που 'τοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό Έλληνες μισό Τούρκοι;
Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια Ευρωπαίοι και Αλβανοί, Βούλγαροι και Εβραίοι, ορθόδοξοι και Ρούσοι, Τούρκοι και Βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;
Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά.
Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι 'τη: Νεοέλληνες ίσον Ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.
Ότι οι Νεοέλληνες είμαστε Ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: Ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε Έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε Εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά. Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά 'σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά 'σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους Ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι Νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.
Θα σε καλέσω όμως σ' έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά 'χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά 'ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο. Θα ρωτήσουμε Νεοέλληνες απ' όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά 'ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες. Όλα ετούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο.
Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια· ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο, ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη, ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο. Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά 'τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας. Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊνστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος. Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως σφαίρας στον Εμπεδοκλή, κενό στο Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς. Να μας ειπούν οι κάθε λογής Έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη ψυχρά φλογί στον Πίνδαρο, μεταδάλλον αναπαύεται στον Ηράκλειτο, δακρυόεν γελάσασα στον Όμηρο, χαλεπώς μετεχείρισαν στο Θουκυδίδη. Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία). Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιος γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες, ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των Ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.
Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους Νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους. Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε Έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.
Θα μου ειπείτε:
- Μήπως και οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:
- Όχι. Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι Έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι Γάλλοι, και Ιταλοί, και Βέλγοι. Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική ιδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.
Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι Έλληνες, ονομάζουνται Έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο Έλληνες δεν είναι. Γιατί τους Έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.
Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα. Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους Εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους Νεοέλληνες τα ναι γίνουνται εννιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως Προς Κολασσαεΐς, Προς Κορινθίους, Έκ τοϋ κατά Λουκάν. Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός Νεοελλήνων ξεύρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα:
- Τι όρτζα, πότζα, και γαμώ το καυλί του μας λέει ο κερατάς;
Το ίδιο συμβαίνει, αν ζητήσεις να σου αναλύσουν την επί του Όρους Ομιλία, ή να σου τραβήξουνε διάλεξη περί νηστείας, περί προσευχής, περί του «Δεύτε οι ευλογημένοι...». Ο κάθε Νεοέλληνας εδώ είναι πτυχιούχος και ειδήμονας. Είναι κληρονόμος και καθηγητής. Ξέρει να ταΐσει άχυρα το σκυλί του, και κόκαλα το γαϊδούρι του. Γνώση και πίστη και σοφία, που να ιδούν τα μάτια σου και να μην πιστεύει ο νους σου.
Ένας παπάς, και Κρητικός μάλιστα, στη μητρόπολη Κορίνθου, με κοίταζε κάποτε γλαρωμένος.
- Τι βλέπεις παπά;
- Έχω ένα όραμα,
μου λέει. Να μαζέψω κάποτες λεφτά από τους ομογενήδες. Να σηκώσω εδώ στον Ισθμό, μπαίνοντας στο Μοριά να το βλέπουν ούλος ο κόσμος, ένα άγαλμα του απόστολου Παύλου. Ίσαμε πενήντα πήχες ψήλος, και βάλε.
- Σαν το άγαλμα της Ελευθερίας ε;
του κάνω.
- Έτσι, μου λέει. Κι όλο έπαιρνε φωτιά.
- Και γιατί του Παύλου, δηλαδή; Και τόσο πελώριο;
- Μα...για τις «Προς Κορινθίους» ντε!
- Τον ξέρεις τον Κολοσσό της Ρόδου;
τον ερωτώ.
- Ναι. Τέτοιονε θέλω και τον Παύλο.
- Τον Κολοσσό του Μαρουσιού τον ξέρεις;
- Εννοείς το βιβλίο για τον Κατσίμπαλη; Το ξέρω.
- Τον κώλο του Μαρουσιού, παπά, τον ξέρεις;
- ...
- Άστα αυτά,
του λέω. Είναι της αριστερής διανόησης.
- Εμ, λέω κι εγώ. Γι' αυτό δεν τον ξέρω,
μου απαντάει.
- Γιατί, βρε αρκουδόπαπα, ξέσπασα, δε στήνεις ένα άγαλμα του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, που μας λευτερώσανε και είδαμε μοίρα στον ήλιο; Και να το κάμεις ψηλό και βαρύ ωσάν τον Ακροκόρινθο που βλέπεις αντίκρια σου; Όπως θα ταίριαζε στους παλικαράδες μας; Μόνο μου θέλεις τον Εβραίο. Δεν ξέρεις ότι με τους Εβραίους οι Έλληνες είμαστε η φωτιά με το νερό; Όχι από εθνικό μίσος, όπως με άλλους, αλλά από αντιπαράθεση κοσμοθεωριών; Δεν άκουσες ποτέ την ιερή βρισιά του λαού μας: «Γαμώ τον Εβραίο σου!». Δεν άκουσες ποτέ το δημοτικό μας τραγούδι, «Και κείνη η σκύλα η άνομη, Οβρέσσας θυγατέρα»; Άιντε, καημένε μου. Που να ζεις και νά είσαι. Κι είσαι κι από τα χωριά του Ερωτόκριτου και του Βενιζέλου.
Μ' ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των Νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί 'ναι μαγαρισμένες, λέει. Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτοιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής.
Τέτοιας λογής αποτέλεσμα θα μας δώσει η στατιστική έρευνα στον πληθυσμό της χώρας αναφορικά με την απόδραση του Ελληνικού, και την επίδραση του Εβραίικου. Στην επιφάνεια και στον τύπο και στο όνομα είμαστε Έλληνες. Στο βυθό όμως και στην ουσία και στην ύλη είμαστε Εβραίοι. Και μη μας παραπλανά το απλοϊκό δικηγοριλίκι, που κανοναρχούν ιεροκήρυκες και ιερολόγοι, ότι τάχατες άλλο Εβραίοι κι άλλο χριστιανοί. Άλλο ορθόδοξοι κι άλλο ρωμαιοκαθολικοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι δόλιο σόφισμα, και αφέλεια ξεχειλωμένη. Όσοι λένε τούτη την παλαβομάρα, είναι σα να λένε: Άλλο εταίρα κι άλλο πουτάνα. Μα σε σεμνεία δουλεύουνε και οι δύο. Άλλο δρομέας κι άλλο δισκοβόλος. Μα αθλητές είναι και οι δύο. Άλλο λέμφωμα, άλλο λευχαιμία, κι άλλο νεοπλασία του λάρυγγα. Μα καρκίνοι είναι όλοι τους. Και κακά σπυριά, που σκοτώσανε Καβάφη και Φρόυντ.
Οι Νεοέλληνες εκρατήσαμε το σχήμα μόνο από τους Έλληνες. Η μάζα όμως, το πι που λένε οι φυσικοί, είναι καθαρά εβραίικη. Και ο χώρος, το βραύνιπι ή β που λένε οι φυσικοί, μέσα στον οποίο συντελέστηκε η αφελλήνιση των Ελλήνων είναι το χριστιανικό Βυζάντιο. Και ο χρόνος, ο Ιειτιριιβ ή το ΐ που λένε οι φυσικοί, που στη διάρκεια του συντελέστηκε ο εξεβραϊσμός των Ελλήνων είναι από τον καιρό του Θεοδόσιου μέχρι σήμερα. Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε τα στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι' αυτό τον εβαφτίσανε Μέγας. Όπως εβαφτίσανε Μέγας και τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία η λέξη, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιό του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.
Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των Ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε Εβραιοέλληνες αλλά έμειναν Ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:
«Γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματα των, γιατί τους διώξαμεν
απ' τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί».

Καβάφης ειν' αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας και Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δε λέγεται Χερουβικόν.

Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού Έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλωση των εικόνων. Η γιορτή της Ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.
Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου «Έλληνα» στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος. Έξυπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και ετελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του Νεοέλληνα.
Έλληνες λοιπόν στο δέρμα. Και Εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας.
Πίσω από τα Σκόπια, από το Αιγαίο, τις Ολυμπιάδες, την Κύπρο, πίσω από τους κατσιβελισμούς, τα δάνεια και τις ψωροκώσταινες· πίσω από Εξαρχόπουλους, Μεταξάδες και Παπαδοπουλέους· πίσω από Μαρίκες και Μιμίκες και κατσίκες, και Κοσκωτάδες και σκατάδες· πίσω από Κορυδαλλούς και κοριούς και καθάρσεις και λοιμοκαθαρτήρια· πίσω από ρουσφέτια και βιλαέτια και κασαβέτια, βρίσκεται η εθνική μας σχιζοφρένεια. Αυτή απεργάστηκε την εθνική πόλωση, και την εθνική αταυτότητα.
Στο χωριό των χιλίων κατοίκων του πλανήτη μας σήμερα οι δύο Έλληνες πηδοκοπούν κατά μπροστά, κι έχουν βιδωμένο το κεφάλι να βλέπει κατά πίσω. Τους κοιτάνε οι ξένοι, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια, και τους προγκάνε.
- Στραβομάρα και πάλαβρα. Βρε ούστ!
Στους χρόνους της Άλωσης οι στρατιώτες του Παλαιολόγου που υπεράσπισαν τα τείχη ήσαν οχτώ χιλιάδες. Την ίδια ώρα που στα μοναστήρια του κράτους βρίσκουνταν τριακόσιες χιλιάδες καλόγεροι στην άλκιμη ηλικία του μάχιμου άντρα. Να τρώνε και να πέρδονται και να τρέφουνε πρωκτό. Και ο αρχηγός του κράτους την Κυριακή έψελνε πατριάρχης στην αγια-Σοφιά, και τη Δευτέρα γονάτιζε τσανακογλείφτης στο σαράι.
Έτσι, μιλώντας για πατριάρχη και για σουλτάνο, φτάνουμε στους πρώτους κύκλους της Κόλασης του Δάντη. Κάποτε πρέπει να ξεκλειδώσουμε το κατώγι της ιστορίας μας. Και να φέρουμε στο φως «τους όφεις και τα φίδια» που είναι μέσα κλεισμένα. Να ειπούμε, δηλαδή, ότι το πρώτο μέλημα του πορθητή της Πόλης ήτανε να θρονιάσει στο στασίδι των σκλάβων τουρκόφρονα πατριάρχη. Όχι για να προστατέψει τα νιτερέσα του δούλου γένους, όπως μας λένε αιώνες τώρα οι δάσκαλοι και τα βιβλία. Αλλά για να τον έχει δόλιο και χθόνιο συνεργάτη στο αρειμάνιο οθωμανιλίκι του. Στο να μη σηκώσουνε, δηλαδή, ποτές κεφάλι οι ραγιάδες.
- Εσύ από τη μεριά σου, παπά, είπε ο Πορθητής στον πατριάρχη Γεννάδιο, αυτόν που διάταξε να κάψουν τα βιβλία του Πλήθωνα για τον Πλάτωνα, θά' σαι το δικό μου μούτρο με τη μουστακοφόρα και τη ραγιάδικη προβοσκίδα. Ο κρυφός πολυχρονεμένος πατισάχ. Θα τους λες, μαζί με την κυρα-Δέσποινα, υπομονή και κουράγιο, και «πάλε με χρόνους με καιρούς...». Και θα τους κρατάς καλά στους χαλκάδες και τις άλυσες. Με τον καιρό θα μάθεις. Και η συμπεριφορά σου θα γενεί πολιτική σκεπαστή, και υψηλή διπλωματία. Με τους δραγομάνους και τους οσποδάρους που θα σου φτιάξω, και δίπλα στους ιδικούς μου τζοχανταραίους, τον πασά και το μουφτή, τον κατή και το βοΐβοντα, θα οργανώσουμε ένα τέλειο σύστημα διοίκησης. Τη συντήρηση, δηλαδή, και το διαιωνισμό της σκλαβιάς. Και τού 'κλεισε το μάτι.
Εγώ από τη μεριά μου, υποσχέθηκε, θα σ' έχω στα χρυσά και στην πορφύρα, Θα τρως, και θα πίνεις, και θα παχαίνεις. Όπως το λέει και το τραγούδι:
«Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα,
τι πρήξιμο, κοιλιά μου».

Και τα «οθωμανικά» τερτίπια μου, αν το βαστά η καρδούλα σου, και κείνα δικά σου. Παπαδάκια και γιουσουφάκια. Μόνε πρόσεχε! Στο κρυφό και στο σκεπασμένο. Θά 'χεις τις εκκλησιές σου, τις πισκοπές και τα μοναστήρια σου. Δίσκους, κεριά, λιβάνια, τάματα, διαθήκες, άσπρα και γρόσια, βακούφια και χτήματα μοναστηριακά, ούλα αφορολόγητα. Θα τα γιομίζεις με διάκους, και με καλόγερους τίγκα. Κι αμάν αμάν. Αλλά τη συμφωνία μας και τα μάτια σου. Γιατί θα σε κρεμάσω με τ' άντερα σου.

Έχεις ακουστά, τίμιε αναγνώστη, για τα μοναστηρίσια γεύματα και τα μοναστηρίσια τραπέζια; Ακόμη αποκρατά ο απόηχος. Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας διηγάται πως ο δεσπότης Ιωαννίνων είχε μια κοιλιά σαν εξάμετρο βαγένι. Και πως σαν εστρωνότανε για πρόγευμα, έτρωγε δύο οκάδες γιαούρτι σακούλας, και μισή οκά σαρδέλλα παστωμένη με το χουλιάρι την καθησιά.
Έτσι, λοιπόν, από τούτη τη συμφωνία του πατριάρχη με το σουλτάνο, πέρα από τους τέσσερες αιώνες της φοβέρας και της σκλαβιάς, τι βγήκε; Βγήκε η περίφημη ρασοφόρα διπλωματία του ραγιά και του καγιά. Σήμερα τη λέμε φανάρι και φαναριωτισμό. Είναι οι Φαναριώτες. Οι αόρατοι τουρκολάτρες. Οι πρίντζιπες και οι ηγεμόνες της Βλαχομπογδανίας που λέει ο Ρήγας. Οι Καρατζάδες, οι Μουρούζηδες, οι Σούτσοι, οι Ραγκαβήδες, οι Μαυροκορδάτοι, και οι πανάθλιοι Κωλέττηδες. Αυτή η λύμη και η συφορά. Το θρεφτάρι του πατριάρχη και του σουλτάνου. Το θρεφτάρι του ελληνοεβραίικου φυράματος, δηλαδή, στην καινούργια του μετάλλαξη, που όταν θα 'ρθεί η ώρα του μεγάλου Σηκωμού, θα παίξει τον ολέθριο ρόλο του. Θα δημιουργήσει τη μοιραία αντιπαράθεση ανάμεσα στους γνήσιους Έλληνες, τους Ελληνοέλληνες αλλιώτικα, και στους μούλους Έλληνες, τους Ελληνοεβραίους αλλιώτικα. Ανάμεσα, δηλαδή, «στα συνήθια της Ιλιάδας» που αποκρατούν ακόμη, όπως έγραφε ο Σολωμός, την ουσία, και στη δουλόφρονα και μουλωχτή πολιτική του κλήρου, τον τύπο.
Το σχήμα Ελληνοέλληνες και Ελληνοεβραίοι στο μεγάλο Σηκωμό θα λάβει τη διπλή διάταξη. Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι Φαναριώτες. Φιλικοί και Ρήγας και Υψηλάντες· Μαρκομπότσαρης και Κολοκοτρωναίοι· Αντρούτσος, Παπαφλέσσας, Νικηταράς και Μακρυγιάννης· ο Αθανάσης Διάκος, ο Κανάρης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας· οι Σουλιώτες και οι Μανιάτες. Αυτή είναι η κρυστάλλινη πηγή του Ελληνοέλληνα, που δεν κατεβαίνει από τα συναξάρια και το Οκτωήχι της εκκλησίας. (Μη σε ξεγελά, που ο Κολοκοτρώνης γραφή και ανάγνωση έμαθε από το Οκτωήχι). Αλλά ροβολάει από τον Όλυμπο και τον Αλφειό και την Κασταλία βρύση. Από τον Κιθαιρώνα, το Βριλησσό και τον Ευρώτα. Είναι η αρχαία αρετή και η νέα λεβεντιά. Είναι η εμορφάδα και το φιλότιμο, η μπέσα, και ο λόγος σπαθί. Το καθαρό μάτι, και το τίμιο χέρι.
Όταν η Διοίκηση, το φαναριωτιλίκι δηλαδή, μας λέει ο Σολωμός, για να διασπάσει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου, έστειλε είκοσι διπλώματα στρατηγών, εκεί που ήταν μόνο ο Μαρκομπότσαρης, ο Μάρκος τους εκάλεσε, έσκιασε μπροστά στα μάτια τους το δίπλωμα του, και είπε:
- Ο Σκόντρα πασάς τα δίνει τα διπλώματα. Κι όποιος είναι παλικάρι, ταχιά το παίρνει από τα χέρια του.
Είπε και τράβηξε κατά το Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Εσκοτώθηκαν Τούρκοι έως οχτακόσιοι. Από τους δικούς του δεκατρείς. Και τριάντα λαβωμένοι. Τον έφεραν από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι στον ώμο. Και τον ταφιάσανε με μοιρολόγια και κλάηματα. Όπως παλαιά οι Αχαιοί τον Πάτροκλο.
Κι από την άλλη στο σχήμα το κηφηναριό του πατριάρχη. Οι πρίντζιπες, οι καλαμαράδες, οι σπουδαγμένοι στην Ευρώπη με τα ψαλιδοκέρια και τις βελάδες. Οι Φαναριώτες που προσφωνάζουνταν Εξοχότατε και Γενναιότατε! Κι όσες φορές πέτυχαν να ηγηθούν στις μάχες, έσπειραν στους Έλληνες το θρήνο και τη συφορά. Μαυροκορδάτος, Νέγρης, ο άθλιος Κωλέττης, κι όλη η συναφής κουλουμωτή μύγα.
Θα κατεβούν στη σηκωμένη χώρα σα θολωμένα ρέματα και λασπουριά. Θα κοιταχτούν πονηρά με τα δύο και τα τέσσερα στραβά τους. Θα συναγροικηθούν αστραπιαία στις γωνίες και στα σκοτεινά. Και θ' αμολήσουν στον τόπο τις όχεντρες. Δεκαπέντε μήνους επολέμησαν οι Έλληνες τον τύραννο. Κι αν ήθελαν βαστάξει μονιασμένοι ως το τέλος, θα τον εφτάνανε στην Κόκκινη Μηλιά. Αλλά τους άλλους πεντέμισυ χρόνους σφαξόντανε μεταξύ τους. Και το σπαθί να βυθίζεται στη λαβή. Αυτό ήταν το έργο των Φαναριωτών, των δεσποτάδων, και της ελληνοεβραίικης ανομίας.
-Τι κοιτάς, Κολοκοτρώνη μου, με το μάτι σου στυλωμένο τόση ώρα εκεί, κατά τα βουνά;
-Α! βλέπω πίσω από τα βουνά. Εκεί στην πόρτα τ' Αναπλιού. Και τους καλαμαράδες να πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Μα ένα γαϊτανάκι!

Κι άλλη φορά σε μια σύναξη γυρίζει άγρια ο Γέρος κατά το δεσπότη της Άρτας:
-Μη μου βροντάς, παπά, το πασουμάκι στο τραπέζι, γιατί βροντώ το σπαθί, και σου κόβω το κεφάλι.
Πήρε φόρα το ράσο του δεσπότη, κι ακόμη λακάει. Από το Μοριά στην Άρτα με τα πόδια. Και με τα πασουμάκια.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε';
Είναι εκείνος που σύνταξε το κείμενο του αφορισμού στα 1799. Και η εκκλησία το βρόντηξε αργότερα στην ανθρωπιά του Καΐρη, όπως η κατάρα τον κεραυνό στο μέτωπο του Κάιν. Του φωτισμένου σοφού, και του ήρωα στους ιερούς αγώνες Καΐρη. Γιατί άρχισε να ξεμπροστιάζει τους παπάδες, και να φωτίζει τον κοσμάκη.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε';
Είναι ο ίδιος που αφόρισε τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς. Το μεγαλείο και το μυστήριο της Εταιρείας.
Θα μου ειπείς πως τον εκρέμασε ο σουλτάνος. Θα σου ειπώ, μα πώς αλλιώς λοιπόν; Επρόδωσε την καταχθόνια συμφωνία τους. Εκοιμήθηκε. Και χωρίς να το νιώσει άφηκε να ξεσφίξει η θηλειά στο λαιμό του ραγιά. Εφούσκωσε στο σκαφίδι το προζύμι του εθνικού άρτου, και πια δεν ημπορούσε να το κρατήσει με τίποτα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε';
Είναι αυτός που στα 1819 με πατριαρχικό φιρμάνι απαγόρεψε στους παπάδες να βαφτίζουν τα παιδιά μας με ονόματα ελληνικά. Καταλαβαίνεις τι σου λέω, τίμιε αναγνώστη;
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε';
Είναι ο πατριάρχης που έσκασε από το κακό του, γιατί τον εμπόδισαν και δεν επρόφταξε να αφορίσει το Ρήγα. Το μεγαλομάρτυρα Ρήγα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε';
Είναι ο πατριάρχης που βλέπουμε τον ανδριάντα του μπροστά στο εθνικό πανεπιστήμιο. Δίπλα στο Ρήγα. Πού ξανακούστηκε τέτοιο κυλώνειο άγος! Ο Λεωνίδας κι ο Εφιάλτης αγκαλιά. Η ελληνική σχιζοφρένεια αγαλματοποιημένη μπροστά στα πόδια της ελληνικής παιδείας. Μπροστά στο αγνό βάθρο του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή η συμβολική στιγμή και εικόνα, ο Γρηγόριος Ε' δίπλα στο Ρήγα μπροστά στο πανεπιστήμιο, είναι το σύμβολο παλλάδιο της μουλαροσποράς μας.
Ο καημένος ο Κολοκοτρώνης. Είπε κάποτε πως μια μέρα το πανεπιστήμιο θα γκρεμίσει το παλάτι. Λάθος, σοφέ μου γέρο. Γιατί αφόντας εστήσανε μπροστά στο πανεπιστήμιο τον πατριάρχη, η νεότερη Ελλάδα είχε παίξει πια τη ζαριά της στο Ρουβίκωνα. Είχε πάρει το δρόμο της. Τη στράτα του κακού και της ανεμοζάλης. Η Ελλαδοελλάδα αποσύρθηκε, άκρα πικραμένη και περήφανη. Και άφηκε την Εβραιοελλάδα να ξερογλείφεται σα μαϊμού απάνου στη σκηνή του Καραγκιόζη:
«Γειά σου, μάνα μου Ελλάς, είμαι κλεφτοφουκαράς».

Η σμαρδή και φαναριώτικη πολιτική στον Αγώνα, με Μαυροκορδάτο και Κωλέττη και παπάδες, θα περάσει ύστερα, και θα δώσει το ρυθμό και τον τόνο της στην πολιτική ιστορία της «νεότερης Ελλάς». Φατρίες, κομματισμός, αρριβισμός, βουλευτοτσιφλικάδικα. Εθνική αφασία, ξενοκίνητα νήματα της μαριονέττας, το αγγλόφιλο, το γαλλόφιλο, το ρωσόφιλο. Πολιτική του ρουσφετιού και της ασυδοσίας, δουλοφροσύνη, λεονταρισμοί, απαξία, ιδιοτέλεια. Ό,τι ανθίζει πια, κι ό,τι καρπίζει σήμερα στη χώρα. Νούλες και κουλούρηδες, χάχηδες και σάκηδες, ντόρες και ντορήδες. Περάστε κόσμε.
Έξω από τα λίγα αργά φωτεινά διαλείμματα. Το αγγελικό και μαύρο φως του ποιητή. Που ο ένας θα περάσει μια Κυριακή πρωί μπροστά στον αη-Σπυρίδωνα. Που ο άλλος θα ειπεί κατάδακρυς: «Ώστε λοιπόν, ανθ' ημών Γουλιμής!». Και ο τρίτος θα σημειώσει σιωπηλά στο καλεντάρι του: 1 Νοεμβρίου 1920.
Η τελευταία πράξη της τραγωδίας, η ταφόπλακα δηλαδή που σκέπασε το φονικό, ανάλογη με την ταφόπλακα του 843 που έθαψε την αρχαία Ελλάδα, ήταν το διάταγμα του ελληνικού κράτους να ονομάσει το Υπουργείο για τη μόρφωση των παιδιών μας Υπουργείο των Εκκλησιαστικών. Και λίγο αργότερα Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και τούτο το άνομο όνομα και νόημα τέρας το φέρνει μέχρι σήμερα. Η εθνική σχιζοφρένεια υπογράφτηκε και σφραγίστηκε με τη μεγάλη του Κράτους σφραγίδα.
Ακούσατε πουθενά σε Ευρώπη ή σε Αμερική, σε Σαχαλίνη, Ταγκανίκα ή Εσκιμώους, η παιδεία ενός έθνους, η μεγάλη ελπίδα και το μυστήριο των μυστηρίων του, να μπερδεύεται με το αντερί και το ράσο; Οι Ελληνοεβραίοι πολλοί θωρούν ακίνητοι τον πατριάρχη μπροστά στο πανεπιστήμιο, και φουσκώνουν σά διάνοι. Οι Ελληνοέλληνες λίγοι μιλούν για την εθνική σχιζοφρένεια, και ψιθυρίζουν σαν το μεγάλο Σολωμό: «Αλλίμονον, η δάφνη κατεμαράνθη!». Και κλαίνε.
Αλλά πέστε να πάψουν επάνω οι φωνές των γυναικών. Και σταματήστε τα δάκρυα για τον Ορέστη. Γιατί κάπου βαθιά στον καθένα μας υπάρχουν κρυμμένοι οι Έλληνες. Και περιμένουν. Τό 'δειξε ο Θοδωράκης και ο Σολωμός. Τό 'δειξε ο Καποδίστριας και η Λιογέννητη. Τό 'δειξε το '12-'13 και ο Τρικούπης. Τό 'δειξε ο Γοργοπόταμος, ο Καβάφης, και το ύψωμα 731 κοντά στο Βεράτι.
Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαντόν. Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: ΣΤΑΘΙ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΟΝ. Σταμάτα, και δάκρυσε· γιατί δε ζω πια. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: Προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης. Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό 'ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη...
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:
«Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη.
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τ' αγια-Δημητριού ν' ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ' ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος».

Πηγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη (κεφάλαιο «Ο Ελληνοέλληνας») 

Γιατί ο Βαν Γκογκ αγαπούσε το κίτρινο;

Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (5)Την τελευταία περίοδο της ζωής του (και της καλλιτεχνικής του δημιουργίας), ο διάσημος Ολλανδός ζωγράφος, Βίνσεντ Βαν Γκογκ έδειχνε μια σαφή προτίμηση στο κίτρινο χρώμα. Πολλές εικασίες έχουν διατυπωθεί γύρω από την πρακτική του αυτή.
Προτιμούσε το κίτρινο βάσει κάποιου αισθητικού κριτηρίου; Ή μήπως ήταν παρενέργεια των βοτάνων που έπαιρνε για θεραπευτικούς λόγους; Ή ίσως είχε αποκτήσει τη λεγόμενη “ξανθοψία” εξαιτίας της μεγάλης του αγάπης για ένα ποτό, το αψέντι;

Ο καθηγητής Φαρμακολογίας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων, Μάριος Μαρσέλος, μίλησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο και έφτασε στο σημείο που η ιστορία της Ιατρικής συναντά την ιστορία της Τέχνης. Θα μπορούσε να γίνει διάγνωση των παρενεργειών φαρμάκων ή ουσιών από τα χρώματα που χρησιμοποιούσε ο Βαν Γκογκ στους πίνακές του;
“Αυτή είναι μία θεωρία, η οποία δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει. Η αναφορά σε αρρώστιες ιστορικών προσώπων και οι προσπάθειες αναδρομικής διάγνωσής τους πρέπει να αντιμετωπίζονται γενικώς με σκεπτικισμό. Η βιβλιογραφία για τον Βαν Γκογκ βρίθει ανακριβειών που αναπαράγονται με περισσή επιπολαιότητα από συγγραφέα σε συγγραφέα. Έτσι, ορισμένες εικασίες καταλήγουν σε αυταπόδεικτες ‘αλήθειες’ με τη μέθοδο της αστήρικτης επανάληψης. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και οι ‘επίσημες’ διαγνώσεις περιέχουν πολλές ασάφειες και αοριστίες, όπως είναι αναμενόμενο, από τις περιορισμένες ιατρικές γνώσεις της εποχής εκείνης” επισημαίνει ο κ. Μαρσέλος.

Παράλληλα, υπογραμμίζει πως είναι τεκμηριωμένο ότι ο Βαν Γκογκ έπινε πάρα πολύ, πράγμα που τον οδήγησε σε αλκοολισμό, και ότι κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του είχε αναπτύξει ξανθοψία, δηλαδή έβλεπε όλα τα φωτεινά σώματα κίτρινα με μία άλω που είχε ασαφή όρια, πράγμα που φαίνεται στους πίνακες που ζωγράφισε. Πιθανολογείται ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στην κατανάλωση αφεψήματος δακτυλίτιδας ή στην μεγάλη κατανάλωση αψεντιού. Από πού ξεκινά η εικασία ότι ο Βαν Γκογκ έπαιρνε δακτυλίτιδα που του προκαλούσε ξανθοψία;
“Η δακτυλίτιδα παραδοσιακά είναι ένα καρδιοτονωτικό φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε όλον τον 20 αιώνα. Ο Βαν Γκογκ δεν είχε καρδιολογικά προβλήματα. Κοιτώντας παλιά βιβλία φαρμακολογίας, διαπίστωσα ότι τον 19ο αιώνα τη χρησιμοποιούσαν και σε ψυχιατρικούς ασθενείς ή σε χρόνιους αλκοολικούς, αλλά σε άλλη δοσολογία. Δεν υπάρχουν δεδομένα ότι ο Βαν Γκογκ έπαιρνε δακτυλίτιδα. Εκείνο το οποίο κάνει εντύπωση είναι ότι βλέπουμε μια μεγάλη αλλαγή στο στυλ του. Όταν ήταν στην Ολλανδία ζωγράφιζε, χρησιμοποιώντας το συμβατικό φάσμα των χρωμάτων, ενώ μετά το 1886 που πήγε στο Παρίσι και κυρίως μετά που πήγε στην πόλη Αρλ της Προβηγκίας, όπου εγκαταστάθηκε και έζησε περίπου τρία χρόνια, παρατηρείται μια τεράστια αλλαγή.
Ξαφνικά άρχισε να χρησιμοποιεί χρώματα πολύ πιο φωτεινά, κυρίως στις αποχρώσεις του κίτρινου και του πορτοκαλί. Υπάρχει μια θεωρία, ότι ίσως λόγω της μανιοκατάθλιψης που είχε, ανέπτυξε και αλκοολισμό και ότι δεν αποκλείεται να χρησιμοποιούσε και τη δακτυλίτιδα σαν κατασταλτικό φάρμακο, σαν ηρεμιστικό, πίνοντας αφέψημα από τα φύλλα της. Δεν ξέρουμε όμως αν αυτό ισχύει. Αυτή η παραφιλολογία ξεκίνησε από το γεγονός ότι σε δύο πίνακες του Βαν Γκογκ απεικονίζεται με ένα κλαδί με φύλλα και άνθη δακτυλίτιδας ο γιατρός Πολ Γκασέ, ο οποίος τον κούραρε στους τρεις τελευταίους μήνες πριν από την αυτοκτονία του.

Ο Γκασέ ήταν φιλότεχνος και αμειβόταν με πίνακες. Ξαφνικά βρέθηκαν στην κατοχή του δυο πίνακες, που τους είχε ζωγραφίσει ο Βαν Γκογκ και τον απεικόνιζαν με ένα κλαδί δακτυλίτιδας. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί. Θα μπορούσε να έχει ένα τριαντάφυλλο να έχει κάτι άλλο, γιατί ειδικά τη δακτυλίτιδα; Ένας γιατρός μαζί με ένα φαρμακευτικό φυτό, δηλαδή ένα εικαστικό στοιχείο που υποδηλώνει την ιδιότητα του εικονιζόμενου. Αυτό φαίνεται αρκετά πιθανό, επειδή η δακτυλίτιδα έχει αποδοθεί με σημαντικές λεπτομέρειες. Οπότε από εκεί ξεκίνησε όλη αυτή η εικασία ότι έπαιρνε δακτυλίτιδα. Πιστεύω ότι ο Βαν Γκογκ ήξερε τι ήταν η δακτυλίτιδα και ότι τη χρησιμοποιούν οι γιατροί σε ασθενείς διεγερτικούς που θέλουν μια καταπράυνση. Τώρα, αν έπαιρνε ο ίδιος ή δεν έπαιρνε, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε” απαντά ο κ. Μαρσέλος.
Μήπως τελικά ευσταθεί η εικασία ότι η ξανθοψία του Βαν Γκογκ οφειλόταν στην κατανάλωση αψεντιού, αφού δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η χρήση δακτυλίτιδας;
“Κοιτάζοντας στη βιβλιογραφία διαπίστωσα ότι ο Βαν Γκογκ, που ήταν χρόνιος αλκοολικός, είχε αναπτύξει αυτό που εκείνη την εποχή λεγόταν αψεντισμός, δηλαδή έπινε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες από αψέντι. Το αψέντι, το οποίο οι Εγγλέζοι το λένε wormwood και οι Γερμανοί το λένε wermut (το γνωστό βερμούτ που περιέχει αψέντι), έχει ελμινθοκτόνες ιδιότητες, δηλαδή σκοτώνει τα σκουλήκια στο έντερο γιατί περιέχει μια ουσία που λέγεται σαντονίνη. Η σαντονίνη ήταν και επίσημα ελμινθοκτόνο φάρμακο μέχρι πολύ πρόσφατα, αλλά την εγκατέλειψαν γιατί είχε πολλές παρενέργειες και αντικαταστάθηκε με τα νεότερα.

Μία από τις σοβαρές παρενέργειες ήταν ότι δημιουργεί ξανθοψία, δηλαδή βλέπει κανείς έντονες τις αποχρώσεις του κίτρινου και ένα θαμπό περίγραμμα μιαν άλω στα φωτεινά αντικείμενα. Δηλαδή, τη λάμπα δεν τη βλέπει με σαφές περίγραμμα, τη βλέπει με μια φωτεινή άλω γύρω γύρω, με ασαφή όρια. Αυτό το βλέπουμε και στους πίνακες του Βαν Γκογκ, επομένως εάν δεν οφείλεται στη χρήση δακτυλίτιδας, είναι πιθανόν, με τη μεγάλη κατανάλωση αψεντιού, αυτές οι ελάχιστες ποσότητες σαντονίνης που περιέχει το ποτό να τού δημιούργησαν αυτή την ξανθοψία”
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (1)
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (2)
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (3)
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (4)
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (6)
Van_Gogh_Self-Portrait_with_Straw_Hat_1887 (7)1

Σαπφώ: Δέηση στην Αφροδίτη


Το απόσπασμα που ακολουθεί σώζεται χαραγμένο πάνω σε ένα ὄστρακον (θραύσμα πήλινου αγγείου) του 3ου αι. π.κ.ε. Έχει τη μορφή κλητικού ύμνου και απευθύνεται στην Αφροδίτη: η θεά καλείται να παρευρεθεί στις συγκεκριμένες τελετές που γίνονται προς τιμήν της. Η περιγραφή δεν είναι καθόλου τυχαία, αφού η Αφροδίτη ως θεά των κήπων λατρευόταν ιδιαίτερα στην Κρήτη, ενώ τα μήλα και τα ρόδα ως ερωτικά σύμβολα συνδέονταν στενά με τη θεά.
Στην τελευταία στροφή η Αφροδίτη καλείται να παρακαθίσει στο τραπέζι (θεοξένια) και να γεμίσει με νέκταρ τις κούπες.
----------

«Έλα και φτάσε από την Κρήτη
εδώ στου ναού τούτου το λάμπος.
που το ζώνει γελαζούμενο δασάκι
μήλων και όπου καίει πάντα στους βωμούς
λιβανωτού θυμίαμα.
Εδώ που κελαρύζει
το νερό κατάδροσο μέσ᾽ από της μηλιάς
τους κλώνους· όπου απ᾽ τα ρόδα τα πολλά
σκιές γεμίζει ο κήπος· κι από τις φυλλωσιές
οπού θροούν και τρέμουν λες μια χαύνωση
αργοπέφτει.
Εδώ το λιβαδάκι οπού
βοσκάνε τ᾽ άλογα φούντωσε απ᾽ άνθη του
Μαγιού κι ελαφρές πνέουν οι αύρες
Έλα λοιπόν εδώ Αφροδίτη μου σε κάλυκες χρυσούς
ετοιμασμένο με λεπτή τέχνη νέκταρ
του τραπεζιού τους φίλους να κεράσεις.»

Δεν υπάρχει φυσική χωρίς μεταφυσική

Άραγε, στη σύγχρονη επιστημονική κοσμοαντίληψη συνδέεται –και πώς– ο εύτακτος μακρόκοσμος της θεωρίας της Σχετικότητας με τον αβέβαιο και άναρχο μικρόκοσμο της Κβαντομηχανικής. Εξακολουθεί να είναι σήμερα αποδεκτή η αποστασιοποιημένη, ουδέτερη και υποτίθεται αντικειμενική γνώση του φυσικού κόσμου, ή μήπως το συλλογικό γνωστικό υποκείμενο που αποκαλούμε «επιστήμη» επιδρά δημιουργικά και επηρεάζει την έκβαση των όσων παρατηρεί; Μπορεί η επιστήμη να γνωρίσει τον νου που τη δημιουργεί ή να προικίσει με ανθρώπινη νοημοσύνη της μηχανές;

Αυτά τα βασανιστικά φυσικά-μεταφυσικά ερωτήματα επιχειρούμε να διαφωτίσουμε σήμερα με τη βοήθεια του διαπρεπούς Ελληνα επιστήμονα και ακαδημαϊκού Πάνου Λιγομενίδη. Αφορμή γι’ αυτήν τη συνέντευξη ήταν η πρόσφατη έκδοση του πεντάτομου έργου του με τίτλο «Το Γίγνεσθαι», μια εντυπωσιακή και αντισυμβατική διερεύνηση των πιο πρόσφατων επιστημονικών-μεταφυσικών εξελίξεων στην ανθρώπινη σκέψη. Ο επιφανής επιστήμονας και ακαδημαϊκός Πάνος Λιγομενίδης μάς μιλά για τις προϋποθέσεις της επιστημονικής περιπέτειας.
-Από πού να ξεκινήσουμε; Ίσως μια καλή εκκίνηση θα ήταν ο τίτλος του νέου πολύτομου έργου σας. Γιατί «Το Γίγνεσθαι» και όχι «Το Είναι;»
«Με κάποιον τρόπο και σε κάποιον βαθμό, η τέχνη και η επιστήμη των πρόσφατων χρόνων φωτίζουν τον θολό ορίζοντα των αινιγματικών ερωτημάτων της προέλευσης και της εξέλιξης του κόσμου μας, της ύπαρξης και του «εγώ». Τέτοιες υπαρξιακές έννοιες μπορούν στις μέρες μας να γίνουν προσιτές στο ενδιαφερόμενο κοινό που δεν διαθέτει εξοικείωση με τα επιστημονικά αντικείμενα και την ορολογία τους.
Η επικρατέστερη σήμερα επιστημονική άποψη είναι πως η κλασική νευτώνεια, «μηχανιστική» προσέγγιση, η οποία περιγράφει την κατάσταση της φύσης ως το «Είναι που εξαρτάται αποκλειστικά από το Ήταν», δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως η έσχατη αλήθεια. Και αυτό επειδή καθιστά όλα τα εξελικτικά αντικείμενα του κόσμου μας και ειδικότερα τον άνθρωπο (ένα σχετικά πρόσφατο εξελικτικό προϊόν) χωρίς νόημα και χωρίς σημασία. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τη μηχανιστική θεώρηση, τα πάντα είναι προκαθορισμένα πριν από την έλευσή τους στην ύπαρξη. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του, το σύμπαν «κουρδίστηκε» και τέθηκε σε αυτόνομη αιτιοκρατική λειτουργία, η οποία, με απόλυτη συνέπεια και σε κάθε λεπτομέρεια, καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου μας.
Η μυστηριώδης ποιότητα και η κοσμογονική δύναμη της «επικοινωνιακής κίνησης» που προέρχεται από το «γίγνεσθαι» και από το «εν δυνάμει» για να θυμηθούμε τη σπουδαία αριστοτελική έννοια, αποτελεί τη μηχανή της εξελικτικής ροής. Το γίγνεσθαι αφορά το πλούσιο πιθανοκρατικό μέλλον, και αποδίδει μοναδικό και πρωτεύοντα ρόλο στον νου και τη συνείδηση του ανθρώπου και ίσως όλης της ζωής πάνω στον πλανήτη μας. Ίσως γι’ αυτό στα βιβλία μου θέτω και διερευνώ το δύσκολο ερώτημα, μήπως η πραγματικότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά «φτιάχνεται» κάθε στιγμή;»
-Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έλαβαν χώρα μια σειρά από σπουδαίες επιστημονικές επαναστάσεις. Ειδικότερα όμως στη φυσική, επικρατούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις: η αιτιοκρατική-νομοτελειακή της Σχετικότητας και η αντιαιτιοκρατική-πιθανοκρατική της Κβαντομηχανικής. Σήμερα, έναν αιώνα μετά, το όνειρο της μεγάλης ενοποίησης ή της θεωρίας των Πάντων παραμένει απραγματοποίητο. Πώς αντιμετωπίζετε αυτήν την εξόφθαλμα σχιζοειδή επιστημονική κατάσταση;
«Έχετε δίκιο, η επιστημονική εξήγηση του φυσικού κόσμου περιορίζεται ακόμα από παράδοξα και ανεξήγητα φαινόμενα. Ολο και πιο πολύ συνειδητοποιούμε τελευταία πως η εξελικτική ροή των φυσικών συμβάντων εξαρτάται από πιθανοκρατικές επιλογές που δεν ελέγχονται από κανέναν από τους γνωστούς φυσικούς νόμους. Για να κατανοήσει κάποιος την ανοίκεια εικόνα της φύσης που προβάλλει η σύγχρονη επιστήμη, πρέπει να αποδεχτεί την ιδέα ότι ο φυσικός κόσμος είναι εξελικτικός και αβέβαιος (βρίσκεται διαρκώς σε γίγνεσθαι), και συνεπώς το μέλλον δεν είναι δεδομένο, αλλά «φτιάχνεται κάθε στιγμή».
Οι δύο πυλώνες της σύγχρονης φυσικής, οι θεωρίες της Σχετικότητας και της Κβαντομηχανικής, μαζί με τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα της ταχέως αναπτυσσόμενης θεωρίας του χάους, έχουν αλλάξει ριζικά τις απόψεις μας για την «αντικειμενική» αλήθεια. Η επιστημονική αλήθεια είναι η «πραγματικότητα» των πολλών, όσων παρατηρούν, ερμηνεύουν και τελικά συμφωνούν για ό,τι υπάρχει.
Μια άποψη η οποία κερδίζει διευρυνόμενη αποδοχή αφορά στο προβάδισμα της «κίνησης και συνδετικότητας» ως των αρχέγονων κοσμογονικών στοιχείων, έναντι της δευτερογενούς παραγωγής της ύλης (των υλικών σωματιδίων) και του χωροχρόνου. Αυτή η άποψη, η οποία αναλύεται εκτενώς στο βιβλίο μου «Το Γίγνεσθαι» αλλάζει το νόημα της μεγάλης ενοποίησης και της «Θεωρίας των Πάντων».
-Τόσο στη μικροφυσική όσο και στις επιστήμες του εγκεφάλου και του νου η συνείδηση του παρατηρητή παίζει αποφασιστικό ρόλο όχι μόνο στη γνώση, αλλά και στην ίδια την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων. Τι απομένει από την κλασική ιδέα περί «αντικειμενικότητας της επιστημονικής γνώσης» μετά από την αποδοχή του θεμελιωδώς αντικειμενικού ρόλου της συνείδησης;

«Η ιδέα ότι η συνείδηση, ο νους, η ψυχή και το εγώ συνιστούν κάτι το διαφορετικό, και ίσως ξεχωριστό και ανεξάρτητο από τον υπόλοιπο κόσμο, κατέχει κεντρική θέση στα δόγματα όλων των μεγάλων θρησκειών. Στις μέρες μας, ωστόσο, διερευνώντας τους δυσεπίλυτους γρίφους και τα μυστήρια που ανακύπτουν από την έρευνα του φυσικού κόσμου και των νοητικών λειτουργιών, οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν τη δυνατότητα να συνυπολογίσουν τον συνειδητό παρατηρητή στην εξήγηση των εξελικτικών φαινομένων. Η θεωρία περί κβαντικών μετρήσεων βασίζεται στην αποδοχή του κεντρικού ρόλου του ανθρώπινου νου, και κατά συνέπεια προϋποθέτει ότι η συνείδηση είναι μοναδική και διαφορετική από οτιδήποτε άλλο υπάρχει στο σύμπαν.
Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια αυξανόμενη κινητικότητα για μεγαλύτερη κατανόηση τυχόν ειδικής σχέσεως μεταξύ της συνείδησης και του φυσικού κόσμου, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό των εξελικτικών διαδικασιών. Φαίνεται πως η αποδοχή κάποιου ουσιαστικού ρόλου της συνείδησης στον καθορισμό της «πραγματικότητας» δεν απαιτεί ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση της ύπαρξης του «έξω» κόσμου.
Αν δεχτούμε ότι η πραγματικότητα του φυσικού κόσμου εξαρτάται άμεσα από την παρατήρησή του, τότε η συνειδητοποίηση αυτής της «γνώσης» από τον παρατηρητή θα πρέπει να παίζει θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της φυσικής πραγματικότητας. Το «παρελθόν» αποκτά νόημα μόνο αφού καταγραφεί στην συνείδηση του παρατηρητή. Με άλλα λόγια, αυτή η «συμμετοχική μας ύπαρξη» φαίνεται να υποδηλώνει ότι προκαλούμε αυτό που παρουσιάζεται να μας συμβαίνει!
Και ειλικρινά θα δυσκολευόμασταν να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που λέμε εδώ, αν η κβαντική φυσική δεν ήταν μια τόσο επιτυχημένη επιστημονική θεωρία, όσον αφορά στις εφαρμογές και στην πειραματική επιβεβαίωση των προβλέψεων που παρέχει ο κβαντικός φορμαλισμός».

-Τις τελευταίες δεκαετίες η Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να αναπαραγάγει ή να προσομοιώσει σε υπολογιστικές μηχανές τον ανθρώπινο νου. Με αξιοσημείωτα μεν αλλά «πενιχρά» ως προς τον υψηλό αρχικό στόχο αποτελέσματα: κατάφερε να βελτιώσει τις επιδόσεις των μηχανών χωρίς όμως να καταφέρει να τις προικίσει με έναν πραγματικά αυτόνομο νου (ανθρώπινου ή άλλου τύπου). Πού, κατά τη γνώμη σας, οφείλεται αυτή η αποτυχία;

«Ο κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.) που σκοπό έχει να απομιμηθεί όσο καλύτερα γίνεται την ανθρώπινη νοητική συμπεριφορά με τεχνητά μέσα, γνώρισε κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεγάλη ανάπτυξη. Η σχετική έρευνα και κυρίως η παραγόμενη τεχνολογία –πληροφορικά προγράμματα και ηλεκτρονικοί υπολογιστές– χρηματοδοτήθηκε πρωτίστως και ευρύτατα από κυβερνητικές και στρατιωτικές πηγές. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να έλθουν εντυπωσιακά και καταιγιστικά, ενώ συγχρόνως προέκυψαν και θεμελιώδη προβλήματα του τύπου: «δεν μπορείς να κάνεις έναν ελέφαντα να πετάξει, εφόσον δεν έχει φτερά».
Η θεμελιώδης ιδέα για τη συγκρότηση της Τ.Ν. υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι απλώς ένα από τα πολλά είδη υπολογιστικών «μηχανών». Συνεπώς, αν μπορέσουμε να σχεδιάσουμε για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές κάποιο πρόγραμμα που να λειτουργεί όπως ο «νους», τότε θα έχουμε βρει τον τρόπο να κατασκευάσουμε μηχανές οι οποίες θα «έχουν» νοητικές ικανότητες ισοδύναμες με αυτές ενός συνειδητού ανθρώπου. Δεδομένου μάλιστα ότι οι υπολογιστές γίνονται κάθε μέρα περισσότερο ικανοί και ταχύτεροι, η επίτευξη αυτού του στόχου είναι μόνο ζήτημα χρόνου, ΦΕΥ! Στο ανθολόγιο τέτοιων υπερβολικών ισχυρισμών υπέρ της τεχνητής νοημοσύνης περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισμοί διακεκριμένων επιστημόνων, οι οποίοι όμως θα περίμενε κανείς να γνωρίζουν καλύτερα τους θεμελιώδεις περιορισμούς που έχουν εγγενώς οι υπολογιστικές μηχανές.
Η θαυμαστή δύναμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών πηγάζει από το γεγονός ότι είναι μηχανές που διαχειρίζονται σύμβολα με τυπικά συντακτικό τρόπο. Την όποια «νοήμονα» συμπεριφορά μπορεί να επιδείξει αυτή η μηχανή την εισάγει ο προγραμματιστής από έξω.
Για να προγραμματίσετε έναν υπολογιστή ικανό να πραγματοποιεί αυτομάτως μεταφράσεις μεταξύ διαφορετικών γλωσσών, θα αντιμετωπίσετε δυσκολίες που απορρέουν από την ανερμήνευτη διαχείριση των συμβολικών ακολουθιών, στην οποία περιορίζεται η λειτουργία των ψηφιακών υπολογιστών. Η σύνταξη, από μόνη της, δεν δύναται να παράγει «νόημα». Αυτές οι μηχανές, δηλαδή οι σημερινοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι οποίοι λειτουργούν όλοι στο πρότυπο των «μηχανών Τούρινγκ», περιορίζονται στην κατά περίπτωση προσομοίωση της «ως εάν» νοητικής ικανότητας, χωρίς να μπορούν να αναπαράγουν τη συγκεκριμένη νοητική ή συνειδησιακή ικανότητα.Ετσι, το αρχικό ερώτημα «μπορούν οι μηχανές να αποκτήσουν νου» μετατοπίζεται στο βαθύτερο ερώτημα: «Αν πετύχουμε να προσομοιώσουμε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μια καταιγίδα, θα μας αφήσει βρεγμένους;».
-Ενα πράγμα που εντυπωσιάζει και ασφαλώς θα ξενίσει αρκετούς αναγνώστες των βιβλίων σας είναι η ρητή επίκληση του θεού ως εξηγητικής «Πρώτης Αρχής» που ενώ παραμένει αόρατη είναι απαραίτητη για την ουσιαστική κατανόηση των Πάντων. Ωστόσο, η εντυπωσιακή ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης έγινε εξ αρχής με τη ρητή προϋπόθεση ότι στην επιστημονική γνώση δεν πρέπει ποτέ να επικαλούμαστε εξω-φυσικές ή υπερ-φυσικές αιτίες. Το γεγονός ότι η επιστήμη δεν μας προσφέρει οριστικές απαντήσεις στα θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα δικαιολογεί την επίκληση υπερφυσικών «εξηγήσεων;»
«Οι αδιαφιλονίκητοι δεσμοί μας με τον φυσικό κόσμο που μας γέννησε παραμένουν ακόμη ένα μυστήριο. Η επίκληση υπερφυσικών εξηγήσεων για τα θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, ίσως με τη μορφή «ιδιαζουσών θεωρήσεων» αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της τυπικά ανθρώπινης εμπλοκής στην επιτακτική αναζήτηση «νοήματος».  Οι μεγάλες επιστημονικές πρόοδοι, ιδιαίτερα των τελευταίων εκατό ετών, έχουν οδηγήσει πολλούς σκεπτικιστές στο να πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι ένας θεσμός του παρελθόντος και ότι μόνο η επιστήμη είναι υπόθεση του μέλλοντος.
Αυτή η υπεραπλουστευμένη και παραπλανητική άποψη διατείνεται ότι η θρησκεία, μέσω της τυφλής πίστης, αλυσοδένει την ανθρώπινη σκέψη με δεισιδαιμονίες και με αδιαμφισβήτητα δόγματα, ενώ η επιστήμη και η τεχνολογία, μέσω της ορθολογικής προσέγγισης, απελευθερώνει τη σκέψη των ανθρώπων και επιφέρει μία νέα εποχή ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ένα νέο είδος επίγειου επιστημονικού-τεχνολογικού παραδείσου.
Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η ψευδο-ανθρωπιστική διαφωτιστική νοοτροπία εγκυμονεί πολλούς και σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι θεολόγοι, αλλά και πολλοί σημαντικοί φιλόσοφοι, επικαλούνται πάντα την υπερβατολογική αναφορά ως μέσο για τη θεμελίωση της ηθικής και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, για να είναι απαραβίαστες και υπέρτατες οι «αξίες» της ζωής πρέπει να αποτελούν τις επιταγές μιας θείας βούλησης.»
Συνέντευξη του ακαδημαϊκού Πάνου Λιγομενίδη στον ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ
***
* Ο Τζορτζ Μπέρκλεϊ (George Berkeley 1685-1753)  διδάσκει ότι τα πράγματα υπάρχουν όπως τα αντιλαμβανόμαστε, αλλά πέρα από τις ίδιες τις αντιλήψεις μας δεν είναι τίποτε άλλο, το οποίο θα υπήρχε χωρίς αυτές. Διαπιστώνουμε πως έχουμε άμεσα αντιλήψεις, χωρίς να είμαστε εμείς οι ίδιοι η αιτία τους και υπονοούμε την εξωτερική ύπαρξη μίας ύλης, για την οποία δεν μπορούμε να έχουμε καμιά αντίληψη και καμιά λογική γνώση.

* Την ύπαρξη μίας άλλης ζωντανής ύπαρξης τη γνωρίζουμε έμμεσα από το συνδυασμό των αντιλήψεων που γεννούν οι δραστηριότητές της, οι οποίες μας δείχνουν μία διανοητική ύπαρξη όμοια με τον εαυτό μας. Η ίδια η διάνοια ή φορέας των αντιλήψεων δεν είναι μία αντίληψη. Όπως αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη δράση από τα αντιληπτά αποτελέσματά της, το ίδιο αναγνωρίζουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των αντιλήψεών μας, οι οποίες δε δημιουργούνται από εμάς, πρέπει να δημιουργούνται από μία άλλη διάνοια.

* Τελικά,  η ύπαρξη των εξωτερικών πραγμάτων είναι βέβαια, γιατί αυτή η βεβαιότητα προέρχεται από τις  αντιλήψεις,τηναξιοπιστία  τωνοποίωνκι οΜπέρκλεϋ διαβεβαίωνε. Οι  αντιλήψεις  περιέχουνβεβαιότητα,  γιατί συνδέονται άμεσα και πιο έμμεσα με μία κοινή πραγματικότητα, η οποία είναι τέλεια στο σύνολό της και έτσι τα μέρη της έχουν τη δυνατότητα να συνδέονται με συνέπεια, συνέχεια, ανάλογα και  σταθερά.  Αν  η  πραγματικότητα  ήταν  μόνο  άμεσα  οι αντιλήψεις μας, τότε δε θα μας έλειπε καμία αντίληψη.

* Μόνο που δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ΑΝΤΙΛΗΨΗ ούτε ΔΙΑΚΡΙΣΗ επομένως ούτε και η αντιληπτικότητα του ενός δεν είναι ίδια με την αντιληπτικότητα του άλλου, ακόμη και για καθημερινά απτά και λογικά θέματα, πόσο μάλλον για έννοιες αφηρημένες και δυσνόητες όπως η έννοια του άγνωστου ή του θεού.

* Η σύντομη και ξερή μέθοδος των μαθηματικών δεν ταιριάζει στη μεταφυσική, ούτε στην ηθική, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν προκαταλήψεις στο θέμα των μαθηματικών προτάσεων, δεν έχουν γνώμες καθιερωμένες προκαταβολικά, τις οποίες πρέπει να συζητήσουν. Γιατί δεν σκέφθηκαν ακόμη αυτά τα θέματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο στις δύο άλλες επιστήμες που μνημονεύσαμε’ αυτές οφείλουν όχι μόνο ν’ αποδείξουν την αλήθεια, αλλ’ επίσης να την υπερασπίσουν απ’ τις αμφιβολίες και τις καθιερωμένες γνώμες, που την πολεμούν. Με λίγα λόγια, η ξερή μέθοδος, άκαμπτη και τραχειά, δεν θα επαρκέσει «. σ 86, 87

Ότι η αποκάλυψη αυτής της μεγάλης αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μέσω του συλλογισμού παρά μόνο από ένα μικρό αριθμό ανθρώπων, αυτό είναι ένα θλιβερό παράδειγμα για την μωρία και την απροσεξία των ανθρώπων, που, αν και περιβάλλονται από τόσες σαφείς εκδηλώσεις της Θεότητας, έχουν ωστόσο τόσο λίγη ευαισθησία, ώστε φαίνονται σαν να έχουν τυφλωθεί απ’ το πολύ φως «. σ 178, 179

Huffington Post: Σπουδαιότερος επιστήμονας όλων των εποχών ο Αρχιμήδης

Η Huffington Post αυτή τη φορά κάνει αφιέρωμα στον Αρχιμήδη, ως τον σπουδαιότερο επιστήμονα που έχει ζήσει έως σήμερα. Μπορείτε να δείτε παρακάτω το κείμενο που αναρτήθηκε στη γνωστή ιστοσελίδα.

Ο επιστήμονας που προσωποποιεί τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής και δυτικής επιστήμης ήταν ο Αρχιμήδης.
Ήταν αυτός που χρησιμοποίησε τα μαθηματικά για την κατανόηση του φυσικού κόσμου και του σύμπαντος. Σε ένα από τα βιβλία του, Ψαμμίτης, ο Αρχιμήδης
επιχείρησε να μετρήσει το μέγεθος του σύμπαντος με τον υπολογισμό του αριθμού των κόκκων της άμμου που απαιτούνται για να γεμίσει το σύμπαν (σφαίρα των σταθερών αστεριών). Ο αριθμός αυτός κατέληξε να είναι ένας τεράστιος : περίπου 1.063. Ο Αρχιμήδης υπολογίζει σωστά τη γωνία του του ηλίου στον ουρανό: 32 έως 27/60 του ενός βαθμού. «Η διάμετρος του ήλιου είναι περίπου 30 φορές μεγαλύτερη από τη
διάμετρο της Σελήνης και όχι μεγαλύτερη… Η διάμετρος του ήλιου είναι μεγαλύτερη από την πλευρά του χιλιόγονου (ένα πολύγωνο με χίλιες
πλευρές) χαραγμένο στο μεγαλύτερο κύκλο του σύμπαντος» έγραψε στο προαναφερθέν βιβλίο του. Ο Αρχιμήδης ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας μαθηματικός του αρχαίου κόσμου και, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος επιστήμονας που έζησε ποτέ. Γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας,
το 287 π.Χ. Ήταν επίσης, φιλόσοφος, αστρονόμος, φυσικός, μηχανικός και εφευρέτης. Στην πραγματικότητα, όπως ο Αριστοτέλης πριν από αυτόν, έθεσε τα θεμέλια της ελληνικής και δυτικής επιστήμης. Σε μια μεταφορική έννοια, όλη η Δυτική επιστήμη είναι μια σειρά υποσημειώσεων στον Αρχιμήδη.

«Θαυματουργή» η μαστίχα Χίου

Γνωστή ως «θαυματουργή» τροφή από την αρχαιότητα, η μαστίχα χρησιμοποιείται στη μαγειρική, στην ποτοποιία και στην κοσμετολογία.

Η ρητίνη, βασικό συστατικό της μαστίχας είναι γνωστή για τη μεγάλη αντιοξειδωτική, αντικαρκινική και αντιφλεγμονώδη της δράση.

Επίσης στη μαστίχα συναντάμε μεγάλη συγκέντρωση πολυφαινολών, ισχυρών αντιοξειδωτικών συστατικών που καταστρέφουν τις βλαβερές ελεύθερες ρίζες και αποτρέπουν τη γήρανση.

Όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά, η μαστίχα μειώνει την υψηλή αρτηριακή πίεση και τη χοληστερίνη, βελτιώνει τη λειτουργία της καρδιάς, ενισχύει τη στοματική υγιεινή, απομακρύνει τα βλαβερά βακτήρια που υπάρχουν στη στοματική κοιλότητα μέσω της έκκρισης περισσότερου σάλιου και ενισχύει τη λειτουργία του πεπτικού και ανοσοποιητικού συστήματος.
Μαστίχα μπορείτε να καταναλώσετε σε φυσική μορφή, ως τσίχλα ή να τη χρησιμοποιήσετε αλεσμένη σε φαγητά και γλυκά.

Αυτός είναι ο νέος φόρος που έχει τρελάνει το διαδίκτυο!

Για το συγκεκριμένο φόρο μάλιστα θα αποστέλλεται ξεχωριστή εκκαθάριση προκειμένου να χρησιμοποιείται και σαν πιστοποιητικό το οποίο θα χρησιμοποιείται για πρόσληψη στη...βιομηχανία ρ0ζ ταινιών!

Παρακαλείσθε όπως από αύριο προσέρχεστε στις κατά τόπους εφορίες για τις σχετικές βιομετρικές εξετάσεις.

Τα έξι πιο «άχρηστα» μέρη του ανθρώπινου σώματος

Ο οργανισμός του ανθρώπου είναι ένα τέλεια συναρμολογημένο σύστημα με το κάθε όργανο να έχει τη δική του λειτουργία και να προσφέρει το δικό του κομμάτι σε αυτή την καλοκουρδισμένη μηχανή.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα όργανα ο ρόλος των οποίων δεν είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρος, ενώ καθημερινά παρακολουθούμε ανθρώπους να αφαιρούν τις αμυγδαλές ή τη σκωληκοειδή απόφυση χωρίς να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα στη ζωή τους.
Η καθηγήτρια Ρέιτσελ Σουλτς γράφει στο Men's Health αναλύοντας τα «άχρηστα» σημεία του ανθρώπινου σώματος «Μέσω της εξέλιξης κάποια χαρακτηριστικά αποκτούν μεγαλύτερη υπεροχή, έναντι άλλων, τα οποία ενδεχομένως να επιτελούσαν πολύ σημαντικό ρόλο στους προγόνους μας. Κάποια από αυτά εξακολουθούν να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό, ο οποίος όμως δεν είναι απαραίτητα ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή μας».
Αναλυτικά έξι άχρηστα μέρη του σώματός μας:

Οι ρώγες στους άντρες
«Ολοι οι άνδρες ξεκινούν ως γυναίκες» αναφέρει η Σουλτς και συνχίζει «Ολα τα έμβρυα ξεκινούν ως θυληκά και στην πορεία αρσενικοποιούνται, αλλά κρατάνε πολλά χαρακτηριστικά της ίδιας ανατομίας». Οι ρώγες είναι το ίδιο πράγμα στους άντρες και τις γυναίκες, μόνο που χωρίς τα οιστρογόνα, επιτελούν απλά διακοσμητικό χαρακτήρα στα αρσενικά, είπε ακόμη.

Τρίχες στις μασχάλες
Υπάρχουν δύο τύποι ιδρωτοποιών αδένων στο σώμα μας, οι εκκρινείς και οι αποκρινείς, με τους τελευταίους να βρίσκονται κυρίως στις μασχάλες, αναφέρει ο καθηγητής ανθρώπινης, εξελικτικής βιολογίας στο Χάρβαρντ, Ντάνιελ Λίμπερμαν. Θεωρητικά οι τρίχες της μασχάλης συγκρατούν οσμές του σώματος για περισσότερο καιρό προκειμένουν να αυξηθούν οι πιθανότητες να τις «πάρει μυρωδιά» ένας πιθανός σύντροφος.

Φρύδια
Ο εξελικτικός ρόλος των φρυδιών διχάζει τους ειδικούς. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τα φρύδια συγκρατούν τον ιδρώτα και τη βροχή, για να μην πέφτει στα μάτια, κάτι που θα ήταν πολύ βοηθητικό στους προγόνους μας, κυνηγούς και πλοηγούς.
Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι τα φρύδια παρέμειναν στον άνθρωπο, ακριβώς επειδή παίζουν κρίσιμο ρόλο στην αναγνώριση προσώπων και κοινωνικών συναισθημάτων.

Σκωληκοειδής απόφυση
Η σκωληκοειδής απόφυση είναι ένα υποτυπώδες όργανο, που έχει χάσει μεγάλο μέρος της προγονικής του λειτουργίας.
«Μια θεωρία θέλει τη σκωληκοειδή απόφυση να είναι απομεινάρι, αυτού που κάποτε ήταν κάτι σαν ένας θάλαμος ζύμωσης στο έντερό μας» εξηγεί ακόμη ο Lieberman.
Από τη στιγμή που οι άνθρωποι σταμάτησαν να τρώνε ωμές ή χαμηλής ποιότητας τροφές, όπως το γρασίδι, αυτός ο θάλαμος έπαψε να είναι χρήσιμος.
Πρόσφατη έρευνα, ωστόσο, υποδηλώνει ότι μπορεί να λειτουργεί ως «στέκι» για υγιή βακτήρια.

Αμυγδαλές
Οι αμυγδαλές είναι τεχνικά λεμφαδένες, μέρος του λεμφικού συστήματος, το οποίο είναι ζωτικής σημασίας για το ανοσοποιητικό σύστημα. «Η στοματική κοιλότητα είναι μία πύλη εισόδου στο σώμα, επομένως τα ανοσοποιητικά κύτταρα στο λαιμό βοηθούν στην καταπολέμηση των αναπνευστικών λοιμώξεων» είπε ο καθηγητής.
Κάποιες φορές οι αμυγδαλές παθαίνουν φλεγμονές και μολύνονται και γι' αυτό αφαιρούνται.
Είναι εξαιρετικά σημαντικές για τον οργανισμό, όμως μπορεί να επιβιώσει κανείς και χωρίς αυτές.

Φρονιμίτης
Μέχρι πρόσφατα οι φρονιμίτες δεν απασχολούσαν τον άνθρωπο. «Τα δόντια δεν αλλάζουν μέγεθος. Μεγαλώνουν προτού αρχίσει να τα χρησιμοποιεί κανείς και στη συνέχεια βγαίνουν στην επιφάνεια» ανέφερε ακόμη ο Lieberman.
Η οδοντοστοιχία αποτελείται από κόκκαλα, και όπως συμβαίνει με αυτά που έχουμε στο υπόλοιπο σώμα μας πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αναπτυχθούν σωστά. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι τρώνε πλέον μαλακά, μαγειρευτά φαγητά, τα σαγόνια μας δεν αναπτύσσονται στην πλήρη δυναμικότητά τους.

Μεγαλώνει ο εγκέφαλος μικραίνει η μυική δύναμη

Η μείωση της μυϊκής δύναμης ήταν το τίμημα που κατέβαλαν οι άνθρωποι, για τη διόγκωση του εγκεφάλου τους και για την μεγαλύτερη εξυπνάδα τους, στην πορεία της εξέλιξης, όπως επιβεβαιώνει μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα.

Σύμφωνα με τη μελέτη, ανάμεσα στο νου και στη σωματική ρώμη υπήρξε μια ανταλλαγή, με συνέπεια, αυτό που οι άνθρωποι κερδίζουν σε μυαλό, να το χάνουν σε μυϊκή μάζα, με τη διαδικασία αυτή ενδεχομένως να μην έχει σταματήσει.
Ερευνητές από τη Γερμανία, την Κίνα, την Ιαπωνία, τις ΗΠΑ, τη Σουηδία και τη Δανία, με επικεφαλής τον βιολόγο Φίλιπ Καΐτοβις του Ινστιτούτου Υπολογιστικής Βιολογίας της Σαγκάης, μελέτησαν για πρώτη φορά πώς εξελίχτηκαν διαχρονικά οι μεταβολίτες, μια σειρά από μικρά μόρια όπως τα σάκχαρα, οι βιταμίνες, τα λιπίδια, τα αμινοξέα και οι νευροδιαβιβαστές, που παίζουν καθοριστικό ρόλο στον μεταβολισμό και στις λειτουργίες του οργανισμού.
Οι επιστήμονες, για λόγους σύγκρισης, ανέλυσαν την εξέλιξη αυτή όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε άλλα τρία είδη (χιμπατζήδες, μαϊμούδες και ποντίκια).
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών στο σώμα εξελίχτηκαν γρήγορα στην πορεία της ανθρώπινης προόδου, τόσο στον εγκέφαλο, όσο και στους μύες.
Η συγκριτική ανάλυση έδειξε ότι οι μεταβολίτες του ανθρωπίνου εγκεφάλου εξελίχτηκαν τέσσερις φορές πιο γρήγορα από ότι του χιμπατζή, παρά τις ελάχιστες γενετικές διαφορές ανάμεσα στα δύο είδη, κάτι που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι είναι σαφώς πιο έξυπνοι από τους χιμπατζήδες.
Πιο απρόσμενη ήταν όμως η ανακάλυψη ότι οι ανθρώπινοι μύες συσσώρευσαν ένα ακόμη μεγαλύτερο αριθμό μεταβολικών αλλαγών, με ρυθμό δεκαπλάσιο σε σχέση με του χιμπατζή, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την μυϊκή εξασθένηση του είδους μας.
Αυτό επιβεβαιώθηκε από ένα πείραμα που έκαναν οι ερευνητές, όπου άνθρωποι, μεταξύ των οποίων επαγγελματίες μπασκετμπολίστες και ορειβάτες, πίθηκοι και μαϊμούδες, δοκίμασαν τις δυνάμεις τους σέρνοντας ένα βάρος.
Όπως αποδείχτηκε, οι άνθρωποι έχουν, ανάλογα με τα κιλά τους, κατά μέσο όρο μόνο τη μισή δύναμη από ότι οι πίθηκοι και οι μαϊμούδες. Επρόκειτο για την πρώτη άμεση σύγκριση της μυϊκής δύναμης ανάμεσα στα τρία είδη.
Αυτό που, κατά τους επιστήμονες, προκύπτει είναι πως καθώς πολλαπλασιαζόταν η νοητική δύναμη του ανθρώπου με το πέρασμα του χρόνου, η μυϊκή δύναμή του υποχωρούσε αναλογικά ακόμη περισσότερο, σε σχέση με τα άλλα ζωικά είδη.
Στην ουσία, όπως ανέφεραν, η ενέργεια των ανθρωπίνων μυών διοχετεύτηκε στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Με μέσο όγκο 1.400 κυβικών χιλιοστών, ο εγκέφαλός μας είναι περίπου τριπλάσιος σε σχέση με του στενότερου συγγενή μας, του χιμπατζή.
Επίσης ο ανθρώπινος εγκέφαλος, ακόμη και σε ώρα ανάπαυσης, δαπανά το 20% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης του ανθρώπινου σώματος, με το 20% των θερμίδων της τροφής πηγαίνει στους νευρώνες του εγκεφάλου, μια υπερδιπλάσια ενεργειακή δαπάνη σε σχέση με τον εγκέφαλο των χιμπατζήδων.
Ο άνθρωπος και το ποντίκι διαχώρισαν την εξελικτική πορεία τους πριν από 130 εκατ. χρόνια, οι άνθρωποι και οι μαϊμούδες πριν από 45 εκατ. χρόνια, ενώ οι άνθρωποι και οι χιμπατζήδες πριν από περίπου 6 εκατ. χρόνια.