Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ο Ομάρ και οι προσβολές

Μια μέρα, κάποιος προσέβαλε άσχημα δημοσίως τον φιλόσοφο και ποιητή Omar Chajam λέγοντάς του:
.
- Είσαι παλιάνθρωπος, πότης και κλέφτης!
 .
Ο Chajam δεν απάντησε, αλλά απλώς χαμογέλασε.
 .
Ένας άντρας ντυμένος με κομψά και ακριβά ρούχα βλέποντας αυτή τη σκηνή ρώτησε τον Chajam:
 .
- Πώς μπορείς και ανέχεσαι τέτοιες προσβολές; Δεν αισθάνεσαι άσχημα;
Ο Omar Chajam χαμογέλασε ξανά και του είπε:
 .
- Έλα μαζί μου.
 .
Ο άντρας τον ακολούθησε στη σκονισμένη αποθήκη. Ο Chajam άναψε φωτιά και άρχισε να ψάχνει τριγύρω, μέχρι που βρήκε μια άχρηστη, κουρελιασμένη ρόμπα. 
 
Την έδωσε στον άντρα και του είπε:
 .
- Φόρεσέ τη, θα σου κάνει.
 .
Ο άντρας κοίταξε τη ρόμπα και αγανάκτησε:
 .
- Τι είναι αυτά τα βρώμικα κουρέλια; Εγώ φορώ όμορφα και ακριβά ρούχα, θα πρέπει να είσαι τρελός! Και του πέταξε πίσω τη ρόμπα.
 .
- Βλέπεις, του είπε ο Chajam, φυσικά και δεν θέλεις να δοκιμάσεις αυτά τα κουρέλια. Έτσι κι εγώ, δεν ήθελα να δοκιμάσω τα βρώμικα λόγια που μου πέταξε εκείνος ο άνθρωπος.
 .
Το να ταράσσεται λοιπόν κάποιος και να θυμώνει από τις προσβολές των άλλων, είναι σαν να θέλει να φορέσει τα κουρέλια που του ρίχνουν.

Δημιουργήθηκε ο πρώτος ζωντανός ημι-συνθετικός οργανισμός

Ένα ακόμη σημαντικό -και, για κάποιους, επίμαχο- βήμα πραγματοποιήθηκε στο πεδίο της συνθετικής βιολογίας, καθώς το «αλφάβητο» της ζωής μεγάλωσε με τεχνητό τρόπο και απέκτησε πλέον έξι γράμματα, αντί για τα τέσσερα που του χάρισε η φύση. Αμερικανοί επιστήμονες δημιούργησαν τον πρώτο οργανισμό -ένα κοινό βακτήριο E.coli- του οποίου το γενετικό υλικό περιλαμβάνει ένα πρόσθετο ζεύγος «γραμμάτων» (βάσεων) DNA που δεν υπάρχουν στη φύση.
Το επίτευγμα ανοίγει νέες δυνατότητες για την ιατρική, τη φαρμακευτική, τη βιομηχανία - και γενικά για την ανθρώπινη φαντασία. Τα κύτταρα αυτού του μοναδικού μέχρι σήμερα ημι-συνθετικού μικροοργανισμού μπορούν να αναπαράγουν -και συνεπώς να πολλαπλάσιάσουν- αυτό το «αφύσικο» DNA και έτσι να το κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή βιοχημείας Φλόιντ Ρόουμσμπεργκ του Ινστιτούτου Ερευνών Scripps της Καλιφόρνια, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το «New Scientist», τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» και τη βρετανική «Γκάρντιαν».
Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια «η ζωή στη Γη, σε όλη την ποικιλομορφία της, κωδικοποιείται σε δύο μόνο ζεύγη χημικών βάσεων DNA (Α-Τ και C-G ή αδενίνη-θυμίνη και κυτοσίνη-γουανίνη). Αυτές οι τέσσερις βάσεις αποτελούν τους κώδικες για τα 20 αμινοξέα, τους θεμέλιους λίθους από όπου δημιουργούνται σχεδόν όλες οι πρωτεΐνες και, τελικά, οι διάφορες μορφές ζωής.
Κάποια στιγμή θα καταστεί πιθανώς δυνατό να δημιουργηθούν πλήρως συνθετικές μορφές ζωής, που δεν θα περιέχουν κανένα από τα τέσσερα «γράμματα» με τα οποία μέχρι σήμερα έχει «γραφτεί» η ιστορία της ζωής στον πλανήτη μας. Θα μπορούσε έτσι μελλοντικά -χάρη σε ένα διαφορετικό γενετικό σύστημα- να δημιουργηθεί μία τελείως «εξωγήινη» μορφή ζωής πάνω στον πλανήτη μας.
Όπως είπε ο Φλόιντ Ρόουμσμπεργκ, «αυτό που κάναμε, είναι ένας οργανισμός που περιέχει σταθερά αυτά τα δύο ζεύγη Α-Τ και C-G, συν ένα τρίτο αφύσικο ζεύγος βάσεων. Αυτό δείχνει ότι είναι δυνατές και άλλες λύσεις για την αποθήκευση (βιολογικών) πληροφοριών, πράγμα που ανοίγει το δρόμο για μια "βιολογία διευρυμένου DNA" με πολλές συναρπαστικές εφαρμογές - από νέα φάρμακα έως νέα είδη νανοτεχνολογίας».
Η συγκεκριμένη ερευνητική ομάδα εργάζεται από το τέλος της δεκαετίας του ’90, προκειμένου να βρει ζεύγη μορίων που είναι δυνατό να λειτουργήσουν ως βάσεις DNA, που θα κωδικοποιούν πρωτεΐνες και θα αποτελούν τη βάση για οργανισμούς, οι οποίοι ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει στη φύση - και φαίνεται πως επιτέλους το πέτυχαν, παρά τις μεγάλες δυσκολίες.
Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν τα δύο έξτρα συνθετικά «γράμματα» του DNA με τις ονομασίες d5SICS (ή βάση Χ) και dNAM (ή βάση Υ), που από χημική άποψη έχουν ελάχιστη ομοιότητα με τα τέσσερα υπάρχοντα χημικά γράμματα - βάσεις της φύσης, να γίνουν αποδεκτά, να ενσωματωθούν στο υπόλοιπο «αλφάβητο της ζωής» και να μην απορριφθούν από τους φυσικούς αμυντικούς μηχανισμούς που διαθέτει το DNA για να αυτο-επιδιορθώνεται.
Σε πρώτο στάδιο, πριν λίγα χρόνια, οι ερευνητές πέτυχαν να δημιουργήσουν ημι-συνθετικό DNA στο εργαστήριο. Τώρα, για πρώτη φορά, έδειξαν ότι αυτό το DNA με τα πρόσθετα «γράμματα» λειτουργεί κανονικά -έτσι φαίνεται τουλάχιστον- σε ένα ζωντανό οργανισμό και στα κύτταρά του. Το ημι-συνθετικό DNA αναπαράγεται με ικανοποιητική ταχύτητα και ακρίβεια, δεν εμποδίζει ιδιαίτερα την ανάπτυξη των κυττάρων του βακτηρίου και δεν δείχνει να χάνει στην πορεία τα αφύσικα ζεύγη βάσεων του γενετικού υλικού του.
Οι ερευνητές ήδη σχεδιάζουν το επόμενο βήμα τους, που θα είναι να δείξουν ότι αυτό το διευρυμένο αλφάβητο του DNA μπορεί να «μεταφραστεί» σε νέου τύπου πρωτεΐνες, άρα και σε νέες μορφές ζωής. Όπως είπε ο αναπληρωτής καθηγητής βιοχημείας, «θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε νέες πρωτεΐνες από νέα αμινοξέα που δεν υπάρχουν στη φύση.
Αν διαβάζεις ένα βιβλίο που έχει γραφτεί με τέσσερα γράμματα, δεν είσαι σε θέση να πεις πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες. Αν όμως διαθέτεις περισσότερα γράμματα, τότε μπορείς να εφεύρεις νέες λέξεις, μπορείς να βρεις νέους τρόπους να χρησιμοποιήσεις αυτές τις λέξεις και έτσι μπορείς πιθανώς να πεις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες».
Το νέο επίτευγμα -και οι άγνωστες προοπτικές που ανοίγει- αναμένεται να πυροδοτήσουν νέες ανησυχίες ότι οι επιστήμονες «παίζουν τον Θεό», διακινδυνεύοντας να απελευθερωθεί στο περιβάλλον κάποια ανεξέλεγκτη μορφή ζωής με άγνωστες συνέπειες.
 Από την άλλη, οι πιο αισιόδοξοι προσπαθούν να φανταστούν τις τεράστιες δυνατότητες που ανοίγονται από μια βιολογία που δεν θα περιορίζεται πλέον στο γενετικό «αλφάβητο» που «επέλεξε» η φύση. Για παράδειγμα, θα ήταν ίσως δυνατό να ενσωματώνεται ένα τοξικό αμινοξύ σε μία ανύπαρκτη μέχρι σήμερα πρωτεΐνη, έτσι ώστε αυτή να καταστρέφει μόνο τα καρκινικά κύτταρα. Ήδη η ομάδα του Φλόιντ Ρόουμσμπεργκ έχει ιδρύσει την εταιρεία Synthorx στην Καλιφόρνια, για να αξιοποιήσει εμπορικά τις διαγραφόμενες πρακτικές εφαρμογές.
 

Γιατί ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου...

Η Τρέλα, αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ...
η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: "Τί είναι το κρυφτό;".

Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια-την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα-να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν... να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο 'Ανανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.

"Ένα, δύο, τρία" άρχισε να μετράει η Τρέλα. Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.

Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.

Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.

Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.

Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.

"...1000" μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε τον "ρυθμό" του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.

Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά, ώσπου άκουσε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει.

Θεός Καιρός: Ο νεότερος γιός του Δία

Στην ελληνική μυθολογία ο Καιρός ήταν θεότητα, το πνεύμα που προσωποποιούσε την ευνοϊκή χρονική στιγμή, την ευκαιρία, η οποία μπορούσε να αξιοποιηθεί μόνο όταν πλησίαζε.
Γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 5ο αιώνα π.χ. (στα ομηρικά έπη δεν συναντάται ο Καιρός, παρά μόνο το επίθετο «καίριος»)...

Προς τιμή του Καιρού συνέθεσε ποίημα ο Ίων ο Χίος, όπου τον αποκαλεί «τον νεότερο γιο του Δία», μάλλον μία ποιητική έκφραση και όχι μαρτυρία μιας παλαιότερης γενεαλογίας.
Κατά μία άποψη ο ύμνος αυτός σχετίζεται με την έναρξη της λατρείας του Καιρού στην Ολυμπία. Και οΜένανδρος ονόμαζε τον Καιρό, θεό. Η αντίστοιχη ρωμαϊκή θεότητα ήταν ο Occasio ή Tempus.
Σχετικά με τη λατρεία του Καιρού υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις.

Κατά τον Παυσανία υπήρχε βωμός του Καιρού στην Ολυμπία, στην είσοδο του σταδίου, κοντά στον βωμό του «Εναγωνίου» Ερμή (δηλαδή του Ερμή προστάτη των αγώνων).
Στους μεταγενέστερους αιώνες η λατρεία του Καιρού αναπτύχθηκε περισσότερο, όπως συνάγεται από την ύπαρξη πολλών αντιγράφων του αγάλματός του που είχε φιλοτεχνήσει ο Λύσιππος.
Σύμφωνα με άλλη άποψη, αγάλματα του Καιρού στόλιζαν τα αρχαία γυμνάσια.

Αργότερα ο θεός λογιζόταν ως συγγενής προς την Τύχη και τη Νέμεση: σε καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις παρατηρείται μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στον Καιρό και τη Νέμεση.
Βαθμιαία η λέξη «καιρός» έχασε την αρχική σημασία της και ταυτίσθηκε προς τη λέξη «χρόνος». Πολλοί βυζαντινοί συγγραφείς (Τζέτζης, Βλεμμύδης, Κεδρηνός) ονομάζουν το άγαλμα του Λυσίππου «Χρόνο» και όχι «Καιρό».
Πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα του αγάλματος αυτού απεικόνιζαν τον θεό όχι πια νεαρό, αλλά γενειοφόρο. Οι καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του Καιρού αποτελούν σημαντικό στοιχείο για τις γνώσεις μας σχετικά με τον θεό αυτό.

Η πληροφορία ότι ο Φειδίας είχε φιλοτεχνήσει άγαλμα του Καιρού είναι μάλλον εσφαλμένη, ενώ αντίθετα είναι πιθανό να φιλοτέχνησε τέτοιο άγαλμα ο Πολύκλειτος.

Ονομαστό ήταν το χάλκινο άγαλμα του Καιρού του Λυσίππου, που βρισκόταν στα «πρόθυρα» της Σικυώνας, όπως μαρτυρεί ο Ποσείδιππος.
Το άγαλμα αυτό παρίστανε ένα γυμνό έφηβο με κοντά μαλλιά και φτερούγες στα πόδια. Σύμφωνα με μαρτυρία του Καλλίστρατου, ήταν  το πιο όμορφο από τα αγάλματα.


Ο «Καιρός», με λυγισμένα γόνατα, με φτερά στην πλάτη και στα ποδοστράγαλα, τρέχει βαστώντας στο αριστερό χέρι ζυγαριά στηριγμένη σε ακμή ξυραφιού, υποδηλώνοντας πόσο εύκολο είναι να διαταραχτεί η ισορροπία των πραγμάτων. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πλάγια και μπροστά, αφήνοντας γυμνό το κρανίο, ώστε, αν δεν αδράξει κάποιος την ευκαιρία από τα μαλλιά... τη στιγμή που αυτή περνάει δίπλα του, τη χάνει οριστικά.
Πρόκειται για μορφοποίηση ενός «πιστεύω» με αλληγορικό χαρακτήρα.

Το πραγματικό χάλκινο, αλληγορικό άγαλμα του Λυσίππου ήταν τοποθετημένο έξω από το σπίτι του στην Αγορά της Ελληνιστικής Σικυώνας. Ο «Καιρός» ήταν στημένος μπροστά από οικοδόμημα, σύμφωνα με τον επιγραμματοποιό Ποσείδιππο, ώστε να αποτελεί διδαχή για τους περαστικούς.

Το Επίγραμμα του Ποσείδιππου, αναφερόμενο στην αλληγορική μορφή του έργου του Λυσίππου, που σώζεται είναι η παρακάτω:
-Ποίος και από που είναι ο δημιουργός σου;
-Από την Σικυώνα είναι.
-Ποίο είναι το όνομα του;
-Λύσιππος.
-Ποίος είσαι εσύ;
-Είμαι ο Καιρός, που δαμάζει τα πάντα.
-Γιατί με τα άκρα των δακτύλων σου πατάς;
-Πάντα τρέχω.
-Γιατί έχεις φτερά στα πόδια σου;
-Σαν τον άνεμο πετάω.
-Γιατί κρατάς ξυράφι στο δεξί σου χέρι;
-Δείγμα προς τους ανθρώπους, πώς είμαι πιο κοφτερός από την αιχμή του.
-Γιατί έχεις την κόμη στην όψη; Για να με αρπάξει εκείνος που θα με συναντήσει.
-Γιατί είσαι πίσω φαλακρός;
-Γιατί αν δεν με πιάσεις από εμπρός, είναι αδύνατον να με πιάσεις από πίσω
-Για πιο σκοπό σε έκανε ο τεχνίτης;
-Για σένα ξένε, για να μάθεις και να γίνεις σοφότερος.

Ο «Καιρός» θεωρείται προγραμματικό έργο της λυσιππικής τέχνης. Η προσωποποίησή του εκφράζει το φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό «πιστεύω» του γλύπτη να παρουσιάζει τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως φαίνονται και παράλληλα τις ιδεώδεις για τον Λύσιππο αναλογίες της ανθρώπινης μορφής. Ο απόηχος του έργου σώζεται σε μεταγενέστερα από την εποχή του Λυσίππου ανάγλυφα.

Δόγματα και οι μνηστήρες … των πολεμιστών!

 Ιησούς:
Εγώ ειμί το φως του κόσμου!
Αναφωνεί, ο Ιουδαίος εσταυρωμένος,
υποπίπτοντας στην αστοχία του… «Έγώ»
και αμαρτάνοντας… με την έννοια της διαχωριστικότητας.
Από εκεί και μετά
θα «ξημερώσει» μια μεγάλη νύχτα για τον κόσμο και …ένας μεσαίωνας… που θα κρατήσει αιώνες.
Η ανθρωπότητα θα σταυρωθεί και οι άνθρωποι θα κουβαλήσουν τον σταυρό
…του πόνου.
Συνεχίζοντας, ο θρησκευτικός ηγέτης των χριστιανών, ως λυτρωτής,
θα αυτοπροβάλλεται συνεχώς:
Εγώ λεγω υμίν…εγώ…
Πως μπορεί όπως να στοχεύει κανείς στην ενότητα και την αγάπη και την ειρήνη ξεκινώντας από ένα υπερτροφικό εγώ και συγκεντρώνοντας
όλες τις εξουσίες πάνω του;
Ακόμη και η ιδιότητα του ενανθρωπισθέντος θεού
δεν μπορεί να το δικαιολογήσει αυτό.
Αφού η αγάπη είναι η θυσία, η υπέρβαση του Εγώ, πως μπορείς να την διδάξεις, με τόσο επιδεικτικό εγωκεντρισμό;
Ήταν αυτά τα λόγια ενός σοφού ηγέτη ή απλώς ήταν το ‘image maker” των κληρονόμων του;
Ήταν ο εγωκεντρικός υιός… συνέχεια… ενός αυταρχικού πατέρα;
Αν δεχτούμε σαν φυσικό, αληθινό γεγονός την ιστορία, έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερα σαδιστή θεό που υστερεί αρκετά σε έπνευση, σε φαντασία και πρωτοτυπία και
στέλνει τον αρσενικό υιό, που τα διαγγέλματα του ξεκινούν με ένα εγώ, να σταυρωθεί και να βασανιστεί για να …σώσει τους ανθρώπους.
Ένα σχέδιο που μάλλον αποδείχτηκε ανεπιτυχές, όχι ιδιαίτερα οξυδερκές και χρονοβόρο… τόσο καιρό τώρα.
Σίγουρα θα υπήρχαν πιο απλές λύσεις και λιγότερο σαδιστικές και σε τελευταία ανάλυση θα μπορούσε να στείλει και μια κόρη σε πρωτεύοντα ρόλο και όχι παθητικό όργανο αναπαραγωγής, για την σωτηρία και για λόγους… ευφαντασίας.
Αν εστιαστούμε μόνο στην αλληγορία του μύθου, ο συμβολισμός αυτοαναιρείται, και δεν δένει πολύ καλά μεταξύ του.Έχουμε μία έλλειψη αρμονίας και ισορροπίας, για τον απλούστατο λόγο,
όταν εσύ ξεκινάς με ένα «εγώ», ο άλλος δεν μπορεί να είναι δίπλα σου, σύντροφος σου, ούτε το εννοείς άλλωστε , δεν μπορεί να γίνει… πλησίον σου.
Είναι πάντα ο άλλος, ο διαφορετικός και… ξένος.
Στις σχέσεις εξουσίας και σε επιδείξεις της, δεν είναι εύκολο να δημιουργηθεί, να δομηθεί η αγάπη, η συντροφικότητα και η φιλία.
Άλλωστε είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις το επίπεδο πνευματικής εξέλιξης κάποιου,
το αυτογνωστικό του βαθμό και το μέγεθος της ανασφάλειας του και της αβεβαιότητας του, από το όσα «εγώ» θα χρησιμοποιήσει σε μια αυτοπροβολή και πόσα ‘μου’… κτητικότητας.
Έτσι, είναι πολύ συχνό φαινόμενο και παρελαύνει συνέχεια το:
Εγώ πιστεύω εγώ είμαι σπουδαίος, εγώ ξέρω, εγώ είμαι καλός, ωραίος, αδικημένος,… η γυναίκα μου το αυτοκίνητο μου, το παιδί μου, η ερωμένη μου, οι καταθέσεις μου, ο θεός μου και η ποδοσφαιρική ομάδα μου.
Το «εγώ» θέλει πάντα να επιδεικνύεται, σαν μωρό και νιώθει κατώτερο και αβέβαιο πάντα αναπληρώνοντας με επιδείξεις σπουδαιότητας και ανωτερότητας ή πολλές φορές με αυτοοικτιρμούς.
Δεν μπορεί όμως να γίνει και να νιώσει ίσο… με τους άλλους.
Ένα τέτοιο ‘Εγώ» εμπεριέχει και μπόλικη κριτική και κατάκριση, σε πλήρη αντίθεση με το «μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε», γιατί αφού εσύ είσαι ΄τόσο πολύ «εγώ», κρίνεις ότι οι άλλοι δεν είναι…σαν και σένα, τους διαχωρίζεις και τους κατακρίνεις.
Μία πρόταση που αρχίζει από το «εγώ» είναι μια ευάλωτη πρόταση, μερική, μικρή, γιατί πάντα ένα «εγώ» είναι μικρότερο από το Όλον.
Γι ‘αυτό τον λόγο, ο Σωκράτης , ένας απλός φιλόσοφος, χωρίς να είναι απεσταλμένος και γιός θεού, απέφευγε τις πομπώδεις ανακοινώσεις, και ξεκινούσε την συζήτηση με μια ερώτηση,
ανοίγοντας τον διάλογο και τοποθετώντας τον συνομιλητή του δίπλα, αριστερά στην καρδιά,
σε μια πράξη ουσιαστικής αγάπης, βοηθώντας τον έμμεσα να βρεί τις απαντήσεις και την αλήθεια μόνος του, να την ξαναθυμηθεί, αποδεχόμενος ακόμη και το κώνειο
-χωρίς θεατρινίστικους μελοδραματισμούς-
υπέρηφανα αξιοπρεπής και χωρίς να ζητήσει ποτέ, αυτός και οι μαθητές του, ανταλλάγματα, αμοιβές, εξουσίες, προσκυνήματα και επικάρπιες.
Η συνειδητή ατομικότητα είναι μια επίτευξη, αλλά συμπεριέχεται σε πράξεις κατανόησης και συνεργασίας.
Ο άνθρωπος ξεκινάει με ένα “εγώ”, σαν Άρης, στην διάρκεια καταλαβαίνει πως είναι πολλά ασυνείδητα εγώ, αλλά όταν φθάσειστον πυρήνα του εαυτού του, δεν το χρειάζεται πια, γίνεται ένα ‘Ολο.
Γίνεται σφυρηλατημένη ατομική συνείδηση και μπορεί να συνυπάρχει με τους άλλους, διαθέτοντας, εσωτερική αυτοπεποίθεση και γνώμη και κρίση αλλά και ουσιαστική σεμνότητα χωρίς ψεύτικες μετριοφροσύνες, με πνεύμα όμως συνεργασίας, οπότε αποφεύγει να
χρησιμοποιεί καταχρηστικά το εγώ και να το προβάλει… με εμμονή. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μια διακριτική και σεμνή αορατότητα και προωθεί ένα αέρα πνευματικής εξέλιξης και αρετής.
Συνεπώς δεν μπορεί, ο λυτρωτής του κόσμου, να κάνει τέτοιες δηλώσεις
υπεροπτικής, εμπρηστικής και διαχωριστικής γραμμής, διδάσκοντας την σεμνότητα και την ταπεινότητα με ένα τόσο κραυγαλέο εγώ.
Το “εγώ” είναι πάντα απαραίτητο για την ανάληψη μιας ευθύνης της πράξης ενός ανθρώπου και όχι για μια δημαγωγική περιαυτολόγηση!
Που αρχίζει και που σταματά η ευθύνη ενός θρησκευτικού ή πολιτικού ηγέτη ή ακόμη και ενός θεού για την συμπεριφορά και τις πράξεις των οπαδών του και των πιστών του;
Ποιο είναι το μερίδιο ευθύνης του; Ευσταθεί το άλλοθι:
Άλλο τι είπε ο θεός άλλο τι κάνανε οι άνθρωποι, επειδή… ήταν ελεύθεροι να το κάνουν;
Σε αυτόν τον κόσμο μάλλον ισχύει ο νόμος της αλληλεπίδρασης, η ποιότητα και συμπεριφορά των οπαδών κάποιου εκφράζει σε ένα μεγάλο ποσοστό και την ποιότητα, το επίπεδο του ειδώλου, γιατί «όμοιος ομοίω αεί πελάζει»
Οι άγνωστες δυνάμεις του υποσυνείδητου καθορίζουν το είδος του θεού που πιστεύουμε, τα πρότυπα μας, τους αρχηγούς που εκλέγουμε
και μαρτυράνε πολλά για την ποιότητα και των δύο πλευρών.
Έτσι δεν είναι μόνο δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι αλλά δείξε και το θεό σου, το πρότυπο σου και θα ξέρω πολλά για σένα,
επειδή οι επιλογές γίνονται εσωτερικά και τις περισσότερες φορές ασυνείδητα.
Ο ηγέτης, το είδωλο, που εμπνέει το όραμα μια ιδέας και ενός κινήματος,
βάζει την σφραγίδα μαζί με την γραμμή και την γραμμή που χαράσσει.
Και σίγουρα ένας θεός που σχεδιάζει προωθεί και ευλογεί μια θρησκευτική δικτατορία παύει να είναι ουδέτερος, δίκαιος και “άμοιρος ευθυνών”.
Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε το μερίδιο ευθύνης του Ιησού, ενός προσώπου που δεν έγραψε, ο ίδιος τίποτα, που αμφισβητείται και ιστορικά η παρουσία του, αλλά σίγουρα για την μετέπειτα εξέλιξη του κινήματος υπάρχουν αρκετά που μπορούν να ειπωθούν.
Και σίγουρα “από τον καρπό καταλαβαίνεις το δέντρο“ και καταλαβαίνεις ότι ο καρπός του Ιησού, είναι ο Αντίνοος, ο χριστιανισμός, ένας θρασύτατος αλαζονικός υπεροπτικός, λαίμαργος μνηστήρας της ανθρωπότητας.
Ο ρόλος των διαδόχων του και μαθητών του Ιησού είναι πλέον διάφανος μετά από μία ομίχλη αιώνων.
Αποφασίζουν να κάνουν εξαγωγή θρησκείας και μανατζάρουν… τον θεό.
Οργανώνουν μια κερδοσκοπική επιχείρηση εκμεταλλευόμενη όλα τα προβλήματα της εποχής τους και την δομούν ιεραρχικά και αποτελεσματικά, στοχεύοντας σε μια παγκόσμια διδακτορία, με το φόβο του Σατανά και την δουλεία του θεού.
Είναι να απορεί κανείς πως οι Έλληνες βρέθηκαν με τον χριστιανισμό πάνω από το κεφάλι τους.
Οι Έλληνες γλεντζέδες, ερωτικοί, σατυρικοί, ενθουσιώδεις, φιλόσοφοι, φωτεινοί, βρέθηκαν με μια θρησκεία που σε θεωρεί ένοχο επειδή γεννήθηκες, μελαγχολική καταθλιπτική,
διαστροφικά ανέραστη, αντιερωτική, αγέλαστη,
και τόσο σκοτεινή και μαυροφορεμένη.
Οι Έλληνες που ακόμη μπροστά στο θάνατο τους γελούσαν και χτενιζόταν όπως οι πολεμιστές των Θερμοπυλών, πως χωρέσανε σε τόση μιζέρια και τόσο στενούς ορίζοντες;
Πως μπλέχτηκαν σε παιγνίδια θεοκρατίας, προσυλητισμού, πουριτανισμού και θρησκολειψίας; Που παίχτηκε όλη η ιστορία;
Στον οίκτο και στον αυτοοίκτο, που ανήκει στην τέταρτη κατηγορία των μικρών τυράννων.
Λυπήθηκαν, συμπόνεσαν, τον Ιησού, το μαρτύριο του και αποφάσισαν να κουβαλήσουν λίγο από τον σταυρό.
Το ύπουλο σημείο του χριστιανισμού, ήταν η οδύνη του εσταυρωμένου και η συνεπαγομένη ενοχή και συνοδευομένη από τον φόβο.
Με αυτά τα στοιχεία φτιάξανε το κοπάδι των προβάτων και των δούλων .
Το δικαίωμα ζωής και θανάτου, η οργή, ο φόβος και η ανησυχία αλλά και ο οίκτος, είναι τα χαρακτηριστικά, οι μέθοδοι και οι τακτικές που χρησιμοποιούν
οι κατηγορίες των μικρών τυράννων για να σε ισοπεδώσουν.
Οι πολεμιστές ακονίζουν το πνεύμα τους κάτω από τέτοιες συνθήκες και δοκιμάζουν τα όρια τους και τις αντοχές τους.
Ο Αντίνοος χρησιμοποίησε όλες τις μεθόδους, εναλλάξ και ειδικά τον οίκτο και την ενοχή.
Οι υποκριτές, γραμματείς και οι φαρισαίοι, του αντινοηκού και μικρονοηκού μνηστήρα
σταυρώνουν τον Χριστό και τον ξανασταυρώνουν και θησαυρίζουν από αυτό το εμπόριο
Δεν έχουν ούτε μία εικόνα του Χριστού χαρούμενη, χαμογελαστή.
Αυτοί οι μαυροφορεμένοι ιερείς, του Αντίνοου, ακολουθώντας την τακτική
του «Σκοτώνοντας τα άλογα όταν γεράσουν», έχουν μετατρέψει σε επικερδές φθηνό ριάλιτι την οδύνη και τον πόνο του Ιησού, παίζοντας το… συνέχεια και συνέχεια.
Ο Αντίνοος, φυσικά, συνεργάζεται πάντα με ένα Ευρύμαχο, την διεφθαρμένη πολιτική εξουσία, τρώγοντας και πίνοντας, όπου στρογκυλοκαθήσουν.
Ο Αντίνοος «ελεώ θεού» χρήζει φεουδάρχες, αυτοκράτορες, βασιλιάδες, ευλογεί πρωθυπουργούς, υπουργούς και ο Ευρύμαχος του ανταποδίδει την εξυπηρέτηση, με δωρεές με απαλλαγές και εξουσίες.
Και οι δυο τους πολιόρκησαν επίμονα τον Ελληνισμό, προσπαθώντας να στηριχθούν επάνω του και να τον καπηλευτούν.Ακόμη και οι δικτάτορες ερωτοτρόπησαν με τον Ελληνισμό, στην προσπάθεια τους να πάρουν λίγη από την λάμψη του.
Ο Αντίνοος μιλώντας για ένα οξύμωρο σχήμα ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, κομμένο και ραμμένο στις επιδιώξεις του και ο Ευρύμαχος, αρχαιολάτρης,
κατασκευαστής της κατ‘ επίφαση δημοκρατίας.
Μιας δημοκρατίας, στην οποία την κληρονομική βασιλεία την έχει αντικαταστήσει η κληρονομική οικογενειοκρατία.
Έτσι έχουμε το φαινόμενο κυβέρνησης μιας χώρας που η εξουσία μεταβιβάζεται στον γιο, στον ανεψιό, στον εγγονό και στη κόρη κάποιου,
ακόμη και στην σύζυγο.
Και παρελαύνουν και αλληλοευλογούνται και μεγαλώνουν τις περιουσίες τους, τις καταθέσεις τους και αλληλοκαλύπτονται .
Όλοι έχουν τους δούλους τους που θα πάνε με το κερί την εκκλησία να προσκυνήσουν και τους λακέδες που θα περάσουν μετά από το γραφείο του γραμματέα του υπουργού για την χάρη.
Αυτό απέχει από την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όμως ο χρόνος τους έχει τελειώσει και αρκετοί το γνωρίζουν.
Οι κινήσεις τους είναι πια σπασμωδικές… εγκαταλείποντας το πλοίο.
Καταρρέουν, όπως τα χρηματιστήρια και οι τράπεζες της Ν Υόρκης.
Η κοσμοθεώρηση τους είναι μικρονοηκή, ελλιπής, φτωχή, ανόητη, πεπερασμένη, αδύναμη να καλύψει τα αιτήματα της καινούργιας κατάστασης που διαμορφώνεται.
Η «παράγκα» που έχουν στήσει σε βάρος των ανθρώπων… γκρεμίζεται. Η Πηνελόπη, η μεγάλη Κυρία του Ελληνισμού και η ψυχή του,
αρνήθηκε να κοιμηθεί μαζί τους και παρέμεινε πιστή «στο ταίρι» της.
‘Οσο υπάρχουν Έλληνες που σκέφτονται και άνθρωποι που δεν προδίνουν τον εαυτό τους… οι αρχηγικοί μνηστήρες είναι περιπατώντες νεκροί και φαντάσματα, συνοδευόμενοι από τον ψυχομπομπό Ερμή.
Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη πια από Μεσσίες, λυτρωτές και σωτήρες,
και περιφερόμενες μαριονέτες αρχηγών.
Έχουν απομυθοποιηθεί όλοι τους και έχουν ξεσκεπαστεί.
Έχουν απομείνει “γυμνοί’, όπως στο παραμύθι “τα ρούχα του αυτοκράτορα”.
Η έννοια του μόνου αληθινού, αποκλειστικού, αλάνθαστου
“σούπερ σταρ θεού”,
εγκλώβισε την ανθρώποτητα σε μεγάλα εγκληματικά λάθη και πλάνες
και προωθήθηκε εσκεμμένα και μεθοδικά!
Στον κόσμο αυτό παρέλασαν πολλά υπερτροφικά εγώ και η ανθρωπότητα έχει ταλαιπωρηθεί από εγωμανείς σωτήρες που θέλησαν να “την σώσουν” επιβάλλοντας την δική τους άποψη για την σωτηρία και καταλήγοντας …Τύραννοι. Αλλά ούτε μπορούν να εναποθέσουν τις ελπίδες τους τους σε ανίκανες διεφθαρμένες ηγεσίες.
Οι άνθρωποι πια χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη της ζωή τους, της ύπαρξης τους, να γνωρίσουν το εαυτό τους να γίνουν Κύριοι του εαυτού τους στο εδώ και τώρα και να συνεργαστούν μεταξύ τους αρμονικά για το καλό όλων.
Ο άνθρωπος πρέπει να νιώθει μέρος ενός μεγαλύτερου Όλου
και να θεωρεί τους συνανθρώπους, του πολύτιμους συντρόφους, ούτε πάνω, ούτε κάτω από αυτούς αλλά ίσους… φίλος, σύντροφος
και συνοδοιπόρος τους, σε ένα περιπετειώδες ταξίδι…!

«Εγώ είμαι»
ή
εμείς μπορούμε να γίνουμε
φωτεινά, διακριτά, συνειδητά αστέρια
σε… ένα καθαρό ουρανό?

Οι 10 βασικοί λόγοι που δεν θα γίνετε ποτέ πλούσιοι

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον γνωμικό σχετικά με το χρονικό διάστημα που ο πλούτος μένει πραγματικά σε έναν άνθρωπο και «περνά» στους απογόνους του: Το πολύ 3 γενιές. Η πρώτη γενιά δημιουργεί τον πλούτο, η δεύτερη τον ξοδεύει και η τρίτη τον εξαφανίζει!

Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις στον «κανόνα», αλλά... έχετε καθίσει ποτέ να σκεφτείτε σοβαρά τι σημασία έχει για εσάς ο πλούτος –ή έστω τα όποια χρήματα διαθέτετε; 'Η ανήκετε σε εκείνους που λένε...
«δεν βαριέσαι, πάντα φτωχός ήμουν, φτωχοί ήταν και οι γονείς μου... είναι κληρονομικό!». Αν κάπως έτσι σκέφτεστε, δεν είστε οι μόνοι. Έρευνες δείχνουν ότι αμέτρητοι άνθρωποι δεν ξέρουν ότι έχουν τις δυνατότητες να γίνουν εκατομμυριούχοι –αρκεί να κόψουν κάποιες πολύ κακές συνήθειες.
Τι είναι, τελικά, ο πλούτος;
Πλούτος σημαίνει διαφορετικά πράγματα για τον καθέναν. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν εξισώνουν τον πλούτο με μία βίλλα ή ένα πολυτελές σκάφος. Σύμφωνα με έρευνες, μόνο 7% των ανθρώπων αναφέρουν υλικά αγαθά όταν τους ζητούν να περιγράψουν τον πλούτο. Για πολλούς, περίπου 3 στους 10, πλούτος σημαίνει να έχουν όσα χρειάζονται για να «βγάζουν» τον μήνα. Ενώ περίπου 26% των ανθρώπων θα ένιωθαν πλούσιοι αν δεν χρειαζόταν να εργάζονται. Ο λόγος που οι άνθρωποι έχουν αυτές τις αντιλήψεις είναι ότι, στο μυαλό τους, το να είναι κανείς «πλούσιος» δεν έχει να κάνει με το πόσα υλικά αγαθά έχει, αλλά με το πώς νιώθει. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν μπορείτε να γίνετε πλούσιοι αν έχει τις παρακάτω -κακές- συνήθειες:
 
1. Ξοδεύετε πολλά
Αν έχετε την τάση να ξοδεύετε περισσότερα από αυτά που μπορείτε... δεν είστε μόνοι! Σύμφωνα με έρευνες, περίπου οι μισοί άνθρωποι ξοδεύουν παραπάνω από αυτά που βγάζουν. Από αυτούς οι μισοί αναγκάζονται να «τρώνε» από τα «έτοιμα», ενώ οι άλλοι μισοί βασίζονται στις πιστωτικές τους κάρτες. Με τον τρόπο αυτόν αποκλείεται κάποτε να γίνετε πλούσιοι! Καλά θα κάνετε, λοιπόν, να ελέγχετε καλύτερα πού ξοδεύετε κάθε μήνα και, αν έχετε το περιθώριο, να βάζετε κάποια χρήματα στην άκρη για «ώρα ανάγκης».
 
2. Δεν αποταμιεύετε αρκετά
Έχει υπολογιστεί ότι μόλις το 5% του πληθυσμού αποταμιεύει χρήματα από το μηνιαίο εισόδημα. Κι όμως, η αποταμίευση πρέπει να σας γίνει τρόπος ζωής, αν θέλετε να συσσωρεύσετε πλούτο. Ξεκινήστε συγκεντρώνοντας ένα ποσό για «ώρα ανάγκης» και όταν θα τα έχετε καταφέρει, μπορείτε να αρχίσετε να μαζεύετε χρήματα για άλλους σκοπούς, π.χ. για αγορά νέου αυτοκινήτου ή για δίδακτρα στις ακαδημαϊκές σπουδές των παιδιών.
 
3. Χρωστάτε πολλά
Κάποια δάνεια αποτελούν πρόδρομο μελλοντικής οικονομικής ευμάρειας, π.χ. για αγορά κάποιου σπιτιού ή έναρξη μιας επιχείρησης. Ωστόσο, αν πρόκειται για οφειλές σε πιστωτικές κάρτες, μην αποβλέπετε σε πλούτο!
 
4. Δεν έχετε πλάνο
Χωρίς συγκεκριμένο, ξεκάθαρο πλάνο, το να γίνετε πλούσιοι αποτελεί «όνειρο θερινής νυκτός». Αυτός και μόνο είναι ένας λόγος που ξοδεύετε πολλά χωρίς να αποταμιεύετε. Το να δημιουργήσετε, ιδανικά μαζί με τον σύντροφό σας, ένα οικονομικό πλάνο, δεν είναι δύσκολο. Αρκεί να παραμείνετε πιστοί σε αυτό.
 
5. Δεν έχετε χρήματα «έκτακτης ανάγκης»
Οι ειδικοί λένε ότι ένας μέσος εργαζόμενος χρειάζεται να αποταμιεύσει περί τους έξι μισθούς για να μπορέσει να δημιουργήσει ένα ποσό «έκτακτης ανάγκης». Η ζωή έχει γυρίσματα, όπως έλεγαν και οι παλιοί, και το να μην έχετε κάποια χρήματα «στην άκρη» μπορεί να μετατρέψει μια δύσκολη κατάσταση σε πραγματική καταστροφή!
 
6. Ξεκινήσατε αργά
Όπως συμβαίνει και με την γυμναστική έτσι και με την αποταμίευση, όσο πιο αργά στην ζωή σας την ξεκινήσετε τόσο πιο δύσκολο θα είναι. Ακόμα κι αν έχετε δάνεια, μικρό εισόδημα ή πολλά έξοδα, πάντα μπορείτε να βάζετε ένα μικροποσό «στην άκρη», έστω και ένα ευρώ την ημέρα!
 
7. Παραπονιέστε αντί να δεσμεύεστε
«Δεν βγάζω πολλά λεφτά», «Τα έξοδα είναι τεράστια», «Είναι μάταιο –δεν θα σταματήσω ποτέ να χρωστάω»: Σας αντιπροσωπεύει κάποια από αυτές τις φράσεις. Δεν είστε μόνοι. Ωστόσο, αν δεν κάνετε κάτι για την δύσκολη οικονομική σας κατάσταση δεν θα αλλάξει ποτέ. Σταματήστε να παραπονιέστε και αναλάβετε τις ευθύνες σας. Μειώστε τα έξοδά σας και βρείτε παραγωγικά χόμπι. Με τι θα μπορούσατε να ασχοληθείτε στον ελεύθερο χρόνο σας που να σας αποφέρει χρήματα;
 
8. Ζείτε για το σήμερα και ξεχνάτε το αύριο
Σε κανέναν δεν αρέσει να σκέφτεται τα γεράματα. Ωστόσο, κάποτε θα έρθει η στιγμή να τα αντιμετωπίσετε. Αν, όμως, μέχρι τότε συνεχίσετε να ξοδεύετε αλόγιστα, τα γεράματα θα σας βρουν χρεοκοπημένους.
 
9. Βάζετε όλα τα αυγά σε ένα καλάθι
Αν έχετε επενδύσει σε μετοχές, είτε εσείς είτε ο σύντροφός σας, και έχετε βάλει όλα σας τα χρήματα σε μία μόνο μετοχή, μπορεί κάποια στιγμή να σταθείτε τυχεροί και να κερδίσετε πολλά, όμως μπορεί και να τα χάσετε όλα. Ένας καλός χρηματιστής θα σας συμβούλευε να μειώσετε το ρίσκο, επενδύοντας σε διάφορες μετοχές ή σε ομόλογα, μικρότερης ή μεγαλύτερης απόδοσης, κάποια εκ των οποίων να έχουν και την δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης.
 
10. Απλά δεν «το'χετε»!
Μπορεί να ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που πιστεύουν ότι κάποια στιγμή, κάτι θα γίνει στην ζωή τους και θα σωθούν, οπότε γιατί να «σκάνε» με αποταμιεύσεις και αποπληρωμές δανείων; Και μπορεί πράγματι να φανείτε τυχεροί, να βρείτε μια πολύ καλά αμειβόμενη δουλειά, να πάρετε αύξηση, να κληρονομήσετε κάποιον πλούσιο συγγενή ή να κερδίσετε το λαχείο. Αλλά, αν θέλετε πραγματικά να γίνετε πλούσιοι, δεν αρκεί να βασίζεστε στην τύχη. Η ζωή είναι αβέβαιη –κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει. Έχετε, όμως, πάντα τον έλεγχο του σήμερα. Εξασφαλίστε, λοιπόν, σήμερα ό,τι μπορείτε, στην περίπτωση που δεν μπορέσετε αύριο! Άλλωστε, ακόμα κι αν μια μέρα πράγματι γίνει το θαύμα και κερδίσετε το λαχείο, θα ήταν άσχημα να έχετε γίνει ήδη πλούσιοι από μόνοι σας;

Ο Πλάτων επαναλαμβάνεται

O Πλάτων ως φιλόσοφος, με δυσκολία ανευρίσκεται στο σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα. Πάντα υπήρχε η συνωμοσιολογική θεώρηση του γιατί συμβαίνει αυτό, μελετώντας τον διαπιστώσαμε ότι αυτό συμβαίνει, διότι ο Πλάτων, προβλέπει τα όσα αυτήν την στιγμή εξελίσσονται στην πατρίδα μας, και θα ήταν πολύ δυσάρεστη η διδαχή του στα σχολεία, για όσους οφελούνται απο την σημερινή παρακμή.

Στο 8 βιβλίο της Πολιτείας, γράφει κάποια πράγματα, η όλη περιγραφή θυμίζει την σημερινή κατάντια και αυτά που διαβάζετε, δεν τα λέμε εμείς αλλά ο Πλάτων.

«… Μετά περιφρονήσεως απέρριπταν την μετριοπάθεια, ως έλλειψη ανδρισμού [...]
Την αυθάδεια αποκαλούν ευγενή ανατροφή και την αναρχία ελευθερία και την ασωτία μεγαλοσύνη και την αναισχυντία τόλμη [...]
Ο Πατήρ έχει  συνηθίσει να κατέρχεται εις το επίπεδο των υιών του και να τους φοβάται και ο υιός να ίσταται εις το αυτό επίπεδο με τον πατέρα του, μη εντρεπόμενος, ουδέ φοβούμενος τους γονείς του [...]
Ο διδάσκαλος φοβάται και κολακεύει τους μαθητές του και οι μαθητές περιφρονούν τους διδασκάλους και τους παιδαγωγούς τους [...]
Ενώ οι γέροντες έρχονται στην ίδια θέση με τους νέους και όλο κάνουν αστεία και χαριεντισμούς, κατά μίμηση των νέων, για να μην δείχνουν ότι είναι αποκρουστικοί και αυταρχικοί [...]
Όσο για τις γυναίκες παρ’ολίγο να ξεχάσουμε να πούμε πόση ισότητα και ελευθερία έχουν σε σχέση με τους άνδρες, όπως και οι άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες [...]
Οι πολίτες εξάπτονται αν θιγούν εις το παραμικρό από την εξουσία, δεν έχουν καθόλου υπομονή [...]
Γιατί στο τέλος ξέρεις γενικά πως ούτε τους γραπτούς νόμους  φροντίζουν ούτε τους άγραφους, για να μην υπάρχει σε καμία περίπτωση κανένας αφέντης πάνω από το κεφάλι τους»

Όμως κατά την εποχή του θανάτου του Πλάτωνα, συνέβαιναν και άλλα που ίσως να μας θυμίζουν κάποιες όχι πολύ μακρινές περιόδους. Η Αθήνα ανέκτησε τον πλούτο της, αλλά τώρα ήταν πλούτος των επιχειρηματιών μάλλον παρά των γαιοκτημόνων.

Οι βιομήχανοι, οι έμποροι και οι τραπεζίτες ευρίσκονταν στην κορυφή της πυραμίδας. Η αλλαγή αυτή είχε ως επακόλουθο ένα πυρετώδη αγώνα για το χρήμα, μία πλεονεξία, όπως την έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες – μία όρεξη για την απόκτηση διαρκώς περισσότερων.

Οι νεόπλουτοι έκτισαν μεγαλοπρεπή μέγαρα, στόλισαν τις γυναίκες τους με πανάκριβα φορέματα και κοσμήματα έθεσαν στην υπηρεσία τους δεκάδες υπηρετών, συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο στις εορταστικές συγκεντρώσεις προς χάριν των προσκεκλημένων τους.

Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών μεγάλωνε.

Η Αθήνα χωρίσθηκε, κατά την έκφραση του Πλάτωνα σε δύο πόλεις. Η μία ήταν η πόλις των πτωχών, η άλλη των πλουσίων και  η πρώτη ήταν σε πόλεμο εναντίον της δεύτερης.

Παρόμοιες καταστάσεις υπήρχαν σε όλες τις ελληνικές πόλεις,  μέχρι που ήλθε ο Φίλιππος της Μακεδονίας.

Να λοιπόν γιατί το σύστημα θέλει οι νέοι  να μη μελετούν ούτε Πλάτωνα αλλά ούτε και την πραγματική ιστορία. Για να μπορούν οι επικυρίαρχοι των πολιτικών και της οικονομικής ολιγαρχίας να επαναλαμβάνουν τα ίδια σε όλες τις εποχές !

Μια επανάληψη ζούμε και σήμερα και ήδη γνωρίζουμε τι να περιμένουμε χωρίς απολύτως καμία έκπληξη !

Ποιό χρήμα;

thisavrosΟ Δίας τιμώρησε την Ήρα και την έδεσε την με μια χρυσή αλυσίδα μεταξύ ουρανού και γης.
Η Ήρα, με τη βοήθεια του Ηφαίστου, έσπασε τη χρυσή αλυσίδα και απελευθερώθηκε.
Λέγεται ότι όλος ο χρυσός που βρίσκεται στη γη προέρχεται από τα κομμάτια
αυτής της χρυσής αλυσίδας, που έπεσαν από τον ουρανό.
***
Ο Πλάτων στους Νόμους, ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια

Με το όρο χρήμα εννοούμε τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται και γίνονται ευρέως αποδεκτά για πληρωμές. Αν και ο ορισμός αυτός είναι κατά κάποιο τρόπο ταυτολογία (αντίστροφα: πληρωμή είναι η χρήση χρημάτων) δηλώνει ακριβώς ότι χρήμα μπορεί να είναι οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως τέτοιο. Η φυσική μορφή των χρηματικών στοιχείων μπορεί να διαφέρει, και διαφορετικές μορφές χρημάτων έχουν υπάρξει ιστορικά. Για παράδειγμα, σε κάποιους αρχαίους πολιτισμούς χρησιμοποιούσαν κοχύλια ως χρήμα, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του 2ρου Παγκοσμίου χρησιμοποιούσαν τσιγάρα ως χρήμα, και ούτω καθ εξής.

Πάντως για τον ακριβή προσδιορισμό της έννοιας του χρήματος είναι χρήσιμο να γίνεται με σαφήνεια η διάκριση ανάμεσα στα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία (πχ κέρματα) και τα μη-χρηματικά περιουσιακά στοιχεία (όλα τα άλλα εκτός από τα χρηματικά, πχ προϊόντα).

Σήμερα ο ορισμός του τι είναι χρήμα σε μια οικονομία είναι πολύ συγκεκριμένος: Χρήμα είναι το σύνολο των κερμάτων, τραπεζογραμματίων και καταθέσεων. Οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά τα τρία δεν είναι χρήμα. Ο όρος τραπεζογραμμάτιο είναι συνώνυμος με τον όρο χαρτονόμισμα. Το σύνολο κερμάτων και χαρτονομισμάτων ονομάζεται σύνολο νομισματικής κυκλοφορίας. Χρήμα όμως δεν είναι μόνο η νομισματική κυκλοφορία. Οι καταθέσεις είναι καταθέσεις των ιδιωτών στις εμπορικές τράπεζες και καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών στην κεντρική τράπεζα.

Ο σύγχρονος ορισμός του χρήματος σημαίνει για παράδειγμα ότι οι επιταγές είναι χρήμα (αρκεί βέβαια το ποσό της επιταγής να υπάρχει διαθέσιμο στο λογαριασμό καταθέσεων του εκδότη, και η επιταγή αντιπροσωπεύει ακριβώς μια άμεση εγγραφή στο λογαριασμό καταθέσεων χωρίς την ανάγκη μεταφοράς χαρτονομισμάτων). Επίσης χρήμα είναι η χρέωση πιστωτικών και χρεωστικών καρτών. Αντίθετα, για παράδειγμα, τα ομόλογα και άλλα παρόμοια χρεόγραφα, τα αμοιβαία κεφάλαια και αξιόγραφα όπως οι μετοχές δεν είναι χρήμα (παρότι καταρχήν θα μπορούσε να γίνει απευθείας ανταλλαγή για παράδειγμα ακίνητων περιουσιακών στοιχείων με μετοχές ή ομόλογα, η χρήση τέτοιων αξιογράφων για πληρωμές δεν είναι βέβαια ευρέως αποδεκτή). Γι’ αυτό και τα διάφορα χρηματοδοτικά αξιόγραφα ονομάζονται γενικά και χρηματοδοτικά ή χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Η εμφάνιση του χρήματος: Κατά τις συναλλαγές τους στην αρχαιότητα οι άνθρωποι είχαν καθιερώσει το ανταλλακτικό σύστημα βάσει του οποίου ο παραγωγός ενός προϊόντος αντάλλαζε τα επιπλέον προϊόντα με προϊόντα άλλου παραγωγού. Η μέθοδος της ανταλλαγής αγαθών χρονολογείται σε τουλάχιστον 100.000 χρόνια πριν, αν και δεν υπάρχει κανένα ιστορικό στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη μιας κοινωνίας ή οικονομίας που βασίζονταν μόνο στη μέθοδο αυτή.

Πολλοί πολιτισμοί σε όλο τον κόσμο ανέπτυξαν τελικά τη χρήση χρημάτων των οποίων η αξία βασίζονταν στην αξία του υλικού από το οποίο ήταν φτιαγμένα. Ο σίγλος ή σέκελ ήταν αρχικά μια μονάδα χρήματος αλλά και μονάδα βάρους. Η πρώτη χρήση του όρου προήλθε από τη Μεσοποταμία γύρω στο 3000 π.κ.ε. Κοινωνίες στην Αμερική, την Ασία, την Αφρική και την Αυστραλία άρχισαν να χρησιμοποιούν όστρακα ως χρήμα. Πολλά αντικείμενα έχουν χρησιμοποιηθεί ως χρήματα, από τα φυσικά λιγοστά πολύτιμα μέταλλα έως κοχύλια και από τσιγάρα έως τα εξ ολοκλήρου τεχνητά χρήματα όπως τα χαρτονομίσματα.

Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν αρχικά από χαλκό, κατόπιν από σίδηρο και αυτό επειδή ο χαλκός και ο σίδηρος ήταν ισχυρά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή όπλων. Η χρηματική αξία των νομισμάτων προέκυπτε από την αξία του μετάλλου από το οποίο ήταν κατασκευασμένο.

Ο Βασιλιάς Φείδων του Άργους, το 700 π.κ.ε. περίπου, άλλαξε τα νομίσματα από σίδηρο, σε ένα μάλλον άχρηστο και διακοσμητικό μέταλλο, το ασήμι, και σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφιέρωσε μερικά από τα νομίσματα σιδήρου που έμειναν (που ήταν στην πραγματικότητα ράβδοι σιδήρου) στο ναό της Ήρας.

Ο βασιλιάς Φείδων έπλασε τα ασημένια νομίσματα στην Αίγινα, στο ναό της θεάς της φρόνησης και του πολέμου Αθηνάς Αφαίας, και χάραξε τα νομίσματα με μια Χελώνα, η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως σύμβολο της κεφαλαιοκρατίας. Τα νομίσματα Χελώνες έγιναν αποδεκτά ευρέως και χρησιμοποιήθηκαν ως διεθνές μέσο ανταλλαγής μέχρι τις ημέρες του Πελοποννησιακού Πολέμου [1] όταν η Αθηναϊκή δραχμή τα αντικατέστησε.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο Τα πρώτα χρυσά νομίσματα στην ιστορία εκδόθηκαν από το Λύδιο βασιλιά Κροίσο, γύρω στο 650 – 600 π.κ.ε. Σύμφωνα με ένα μύθο, ο Δίας τιμώρησε την Ήρα και την έδεσε την με μια χρυσή αλυσίδα μεταξύ ουρανού και γης. Η Ήρα, με τη βοήθεια του Ηφαίστου, έσπασε τη χρυσή αλυσίδα και απελευθερώθηκε.

Λέγεται ότι όλος ο χρυσός που βρίσκεται στη γη προέρχεται από τα κομμάτια αυτής της χρυσής αλυσίδας, που έπεσαν από τον ουρανό. Ίσως λόγω αυτού του μύθο, ο χρυσός χρησιμοποιήθηκε στην αρχαία Ελλάδα μόνο στους ναούς, τάφους και κοσμήματα και δεν υπάρχει οποιοδήποτε αρχαίο ελληνικό χρυσό νόμισμα, μέχρι περίπου το 390 π.κ.ε., όταν ο Έλληνας βασιλιάς Φίλιππος ο 2ος της Μακεδονίας εξέδωσε τα πρώτα χρυσά νομίσματα. Σύμφωνα με άλλο μύθο, οι εφευρέτες των χρημάτων ήταν η Δημοδίκη (ή Ερμοδίκη) από την Κύμη (σύζυγος του Μίδα), ο Λύκος (γιος του Πανδίου του 2ου και πρόγονος των Λυκίων) και ο Εριχθόνιος, από τη Λυδία ή τη Νάξο.

Η εξέλιξη του χρήματος: Η μέθοδος της χρήσης νομισμάτων, ως χρήμα, με βάση την αξία του υλικού από το οποίο ήταν φτιαγμένα τελικά εξελίχθη στη μέθοδο του αντιπροσωπευτικού χρήματος. Αυτό συνέβη επειδή οι έμποροι χρυσού και αργύρου ή οι τράπεζες άρχισαν να εκδίδουν αποδείξεις στους καταθέτες – εξαργυρώσιμες με χρήματα ουσιαστικής αξίας – τα οποία είχαν κατατεθεί. Τελικά, αυτές οι αποδείξεις έγιναν ευρέως αποδεκτές ως μέσο πληρωμής και ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται ως χρήμα.

Τα χάρτινα χρήματα ή τραπεζογραμμάτια χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στην Κίνα, κατά τη διάρκεια της Δυναστείας των Σονγκ. Αυτά τα τραπεζογραμμάτια, γνωστά ως «Jiaozi» εξελίχθηκαν από χρεόγραφο που είχαν χρησιμοποιηθεί από τον 7ο αιώνα μ.κ.ε. ωστόσο, δεν είχαν σταματήσει τη χρήση των νομισμάτων ουσιαστικής αξίας. Στην Ευρώπη τα πρώτα τραπεζογραμμάτια εξεδόθησαν από τη Stockholms Banco το 1661 και χρησιμοποιήθηκαν παράλληλα με κέρματα.

Η ευκολία των συναλλαγών που παρείχε η έκδοση των τραπεζογραμματίων από τις τράπεζες καθιέρωσε τα χαρτονομίσματα σε ευρεία και κοινώς αποδεκτή συναλλακτική πρακτική. Μ’ αυτό το νομισματικό σύστημα, όπου το μέσο συναλλαγής είναι χαρτιά, τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε προκαθορισμένες, σταθερές ποσότητες χρυσού, αντικαταστάθηκε η χρήση των χρυσών νομισμάτων ως χρήματος μεταξύ του 17ου και 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Αυτά τα πιστοποιητικά χρυσού νομιμοποιήθηκαν ως χρήμα και η ρευστοποίησή τους σε χρυσό αποθαρρύνθηκε. Στις αρχές του 20ου αιώνα όλες σχεδόν οι χώρες υιοθέτησαν αυτό το σύστημα όπου για τα πιστοποιητικά που εξέδιδαν, υπήρχε προκαθορισμένη ποσότητα χρυσού προς εξαργύρωση.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με τη διάσκεψη του Bretton Woods, οι περισσότερες χώρες υιοθέτησαν τα χρήματα Fiat των οποίων η τιμή είχε καθοριστεί σύμφωνα με το δολάριο ΗΠΑ. Το αμερικανικό δολάριο με τη σειρά του καθορίστηκε σε σχέση με το χρυσό. Το 1971, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έπαυσε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου ΗΠΑ σε χρυσού. Μετά από αυτό, πολλές χώρες ακολούθησαν το παράδειγμα των ΗΠΑ και η πλειονότητα των χρημάτων παγκοσμίως σταμάτησε να υποστηρίζεται από αποθέματα χρυσού.

Μεταφυσικό χρήμα: Το χρήμα είναι ένα ακόμη εργαλείο των επικυρίαρχων του πλανήτη, για να κρατούν την μάζα υπόδουλη. Οι Εβραίοι είναι οι διαχειριστές του χρήματος, όπως οι Μορμόνοι είναι οι γενεαλόγοι των επικυρίαρχων. Τώρα μιας και βρεθήκαμε σε αυτό το σύμπαν, χρειάζεται να προσαρμοστούμε, αποστασιοποιημένοι ταυτόχρονα σε αυτό για να επιβιώσουμε. Ανάμεσα στην απόκτηση χρήματος για την κάλυψη των αναγκαίων και την συσσώρευση χρήματος για την κάλυψη της ανασφάλειας και των φοβιών, η απόσταση είναι χαώδης και η διαφορά τεράστια, όπως και το παιχνίδι για την απόκτηση του. Το ασημένιο κλειδί για την επιβίωση του πολεμιστή, είναι η ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ και το χρυσό κλειδί ανήκει στους Άλλους.

volos mousiumΤράπεζες, τραπεζίτες και αργυραμοιβοί στην Αρχαία Ελλάδα: Στην αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα π.κ.ε. το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και συχνά ταυτιζόταν με αυτό του τοκογλύφου. Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος» [2] μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει» και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του.

Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια.

Ο ελληνικός πολιτισμός δεν ήταν “πλουτοκεντρικός” αλλά ανθρωποκεντρικός. Η ελληνική φιλοσοφία θεωρούσε το χρήμα ως μέσο για την απόκτηση αγαθών αλλά τίποτε περισσότερο. Εφόσον το κέντρο της ελληνικής φιλοσοφίας είναι ο άνθρωπος και καθώς η τοκογλυφία οδηγεί στον εξευτελισμό του ανθρώπου, ήταν λογικό να θεωρείτο ανήθικη. Η πρακτική χρέωσης τόκων είχε αποκηρυχτεί από πολλούς Έλληνες και ξένους φιλοσόφους και ηγέτες, όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Κικέρων, ο Μουχάμαντ κλπ.

Ο Κάτων, όταν ρωτήθηκε “τί γνώμη έχεις για τη τη χρέωση τόκων;” απάντησε “τί γνώμη έχεις για τη δολοφονία;”

Ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και αποτέλεσε την αιτία ανάπτυξης μίας αγοράς νομισματικών ισοτιμιών, όπου γινόταν ο υπολογισμός της αξίας κάθε νομίσματος σε σχέση με τα υπόλοιπα.

Η διαδικασία αυτή έδωσε λαβή για τη δημιουργία του επαγγέλματος του αργυραμοιβού – ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα επί αμοιβής. Μεταξύ άλλων, οι αργυραμοιβοί έπρεπε να γνωρίζουν τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Έπρεπε να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα και να εντοπίζουν τα ελλιποβαρή.

Η αναγνώριση της ανάγκης για την αγορά συναλλάγματος ήταν ελληνική αλλά η εκμετάλλευση της νεοσυσταθείσας αγοράς νομισματικών ισοτιμιών δεν ενδιέφερε του Έλληνες και έμεινε στα χέρια των εμπόρων του χρήματος. Οι ιδιώτες τραπεζίτες επεκτάθηκαν και σε αυτόν τον τομέα τον οποίο συμπεριέλαβαν στις δραστηριότητες τους.

Ακόμη, τα νομίσματα, εκτός από τη χρήση τους ως μέσο για τον υπολογισμό της αξίας των προϊόντων και τη διευκόλυνση των συναλλαγών, λειτουργούν τα ίδια ως εμπορεύματα στις περιοχές εκείνες που δεν διαθέτουν τα απαραίτητα πολύτιμα μέταλλα. Οι τραπεζίτες βρήκαν και άλλον έναν τομέα εμπορίας χρήματος, πουλώντας χρήμα στις περιοχές που δεν είχαν και παίρνοντας ως αντάλλαγμα γη και αγαθά.

Έτσι, οι τραπεζικές εργασίες, σε εκείνη τη φάση χωρίζονταν στις εξής κατηγορίες:

*στη δοκιμασία και στην ανταλλαγή νομισμάτων
*τις καταθέσεις
*τις χορηγήσεις δανείων
*την εκτέλεση εντολών προς τρίτους.

Σύντομα, στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια, συγκαταλέγονταν και άλλες.Ανάμεσά τους:

*η διαχείριση περιουσιών
*η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών
*η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή.

Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.

Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα.

Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι ιερές τράπεζες δεν εισέπρατταν «φύλακτρα», αλλά και δεν έδιναν τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.

Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε πχ. ότι στην Αθήνα του 4ου αιώνα. π.κ.ε. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%.

Ρόλο τραπεζών και μάλιστα ανταγωνιστικό αυτού των ιδιωτικών τραπεζών έπαιξαν και τα ιερά (!)

Όσον αφορά στις ιδιωτικές τράπεζες, ωστόσο, κατά κανόνα τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα αυτών των ιερών ενώ στα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα επιτόκια έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο.

Σταδιακά, οι ιδιωτικές τράπεζες απέκτησαν αρκετά μεγάλη δύναμη ώστε να μπορούν να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα, όμως, οι πόλεις αποταμίευαν κατά κανόνα χρήματα κατά τις περιόδους ειρήνης οι περιπτώσεις που χρειάζονταν δάνεια ήταν, κυρίως, στις περιόδους πολέμων. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές τράπεζες να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του σε περιόδους πολέμου και γι΄ αυτές οι πόλεμοι να αποτελούν πηγή πλούτου.

Επιπλέον, μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση πολέμων ανάλογα με τον ποιον από τους αντιπάλους θα επέλεγαν να δανειοδοτήσουν και με τί κόστος. Τελικά, οι τραπεζίτες κατάφεραν μέσω του ελέγχου του εμπορίου χρήματος να επηρεάσουν τόσο την οικονομική, όσο και την κοινωνικοπολιτική ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

Η επιρροή αυτή αποτυπώνεται και στην τέχνη καθώς μια σειρά έργων αντλούν θεματολογία από Έλληνες που έφτασαν στην πτώχευση και την εξαθλίωση χρωστώντας σε τραπεζίτες. Αν και η Ελλάδα άκμασε στο πραγματικό εμπόριο, στη ναυτιλία, στον πολιτισμό και στις τέχνες και παρά το γεγονός πως έφτασε να γίνει κυρίαρχος οικονομική και στρατιωτική δύναμη για αιώνες, δεν κατάφερε ποτέ, πιθανώς γιατί ήταν αντίθετο στη φιλοσοφία της, να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο εμπόριο του χρήματος και αυτό τελικά της κόστισε καθώς το κενό στην αγορά καλύφθηκε από τραπεζίτες συχνά όχι με τον καλύτερο και πιο ηθικό τρόπο.

Ο βλάκας δεν ξέρει ότι είναι βλάκας

Yana Fefelova (4)Οι ανθρώπινες υποθέσεις βρίσκονται, κατά κοινή ομολογία, σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Τούτο άλλωστε δεν είναι κάτι το νέο. Όσο πίσω κι αν καταφέρει κανείς να κοιτάξει, αυτές ήταν πάντα στην ίδια αξιοθρήνητη κατάσταση. Το βαρύ φορτίο των συμφορών και των αθλιοτήτων που πρέπει να υποφέρουν τα ανθρώπινα όντα, είτε σαν άτομα, είτε σαν μέλη της οργανωμένης κοινωνίας, είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα του εντελώς απίθανου -και θα τολμούσα να πω βλακωδώς- τρόπου με τον οποίο οργανώθηκε η ζωή στις απαρχές της.

Από τον Δαρβίνο γνωρίζουμε ότι μοιραζόμαστε την καταγωγή μας με τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου και σε όλα τα είδη, ως γνωστόν, από το πιο μικρό σκουληκάκι μέχρι τον ελέφαντα, πρέπει να εισπράττουν την καθημερινή τους δόση από βάσανα, φόβους, απογοητεύσεις, αγωνίες και αντιξοότητες. Τα ανθρώπινα όντα, ωστόσο, έχουν το προνόμιο να πρέπει να επωμιστούν ένα επιπρόσθετο βάρος, μια επιπλέον δόση από καθημερινά βάσανα, τα οποία προέρχονται από ομάδα ατόμων που ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο γένος.

Αυτή η ομάδα είναι πολύ πιο ισχυρή από τη Μαφία ή το βιομηχανικό-στρατιωτικό Μπλοκ ή την Κομμουνιστική Διεθνή (το βιβλίο γράφτηκε τη δεκαετία του ’70). Είναι μια ανοργάνωτη ομάδα που δεν αποτελεί τμήμα κάποιας οργάνωσης, που δεν έχει αρχηγό, ούτε πρόεδρο, ούτε καταστατικό, αλλά τα καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να λειτουργεί σε τέλειο συντονισμό, λες και καθοδηγείται από ένα αθέατο χέρι με τέτοιο τρόπο ώστε οι δραστηριότητες του κάθε μέλους να συμβάλλουν σημαντικά στην ενίσχυση και την επαύξηση της αποτελεσματικότητας της δραστηριότητας όλων των άλλων μελών. Η φύση, ο χαρακτήρας και η συμπεριφοράς αυτής της ομάδας είναι το θέμα των σελίδων που ακολουθούν.

Χρειάζεται να υπογραμμίσω σε τούτο το σημείο ότι αυτό το δοκίμιο δεν είναι καρπός κυνισμού ούτε μια άσκηση κοινωνικής ηττοπάθειας – τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ όσο ένα βιβλίο μικροβιολογίας. Οι επόμενες σελίδες είναι, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα μιας εποικοδομητικής προσπάθειας να εξερευνηθεί, να καταστεί γνωστή και κατόπιν, αν είναι δυνατό, να εξουδετερωθεί μια από τις πιο ισχυρές και σκοτεινές δυνάμεις που εμποδίζουν την αύξηση της ανθρώπινης ευημερίας κι ευτυχίας.

Βλακεία και δύναμη: Όπως όλα τα ανθρώπινα πλάσματα, ακόμα και οι βλάκες επιδρούν πάνω στα άλλα άτομα ποικιλοτρόπως. Μερικοί ηλίθιοι προκαλούν φυσιολογικά μόνο περιορισμένες απώλειες, ενώ άλλοι καταφέρνουν να προξενήσουν τρομακτικές απώλειες όχι μόνο σε ένα ή δύο άτομα, αλλά σε ολόκληρες κοινότητες ή κοινωνίες. Το δυναμικό ενός ηλίθιου προσώπου για τη δημιουργία ζημιών εξαρτάται από δύο βασικούς παράγοντες. Πριν απ’ όλα από τον γενετικό παράγοντα.
Μερικά άτομα κληρονομούν αξιοσημείωτες δόσεις γόνους της βλακείας και χάρη σ’ αυτή την κληρονομικότητα συμμετέχουν, από τη γέννησή τους, στην ελίτ της ομάδας τους. Ο δεύτερος παράγοντας που καθορίζει το δυναμικό ενός ηλίθιου προσώπου προέρχεται από θέση ισχύος και εξουσίας που κατέχει μέσα στην κοινωνία. Ανάμεσα στους γραφειοκράτες, τους στρατηγούς, τους πολιτικούς, τους αρχηγούς κρατών και τους ανθρώπους της Εκκλησίας βρίσκεται το χρυσό ποσοστό των κατά βάση ηλίθιων ατόμων, η ικανότητα των οποίων να ζημιώνουν τον πλησίον τους αυξήθηκε (ή αυξάνεται) επικίνδυνα από τη θέση ισχύος που κατείχαν (ή κατέχουν).
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως η πολιτική, η οικονομική ή η γραφειοκρατική δύναμη αυξάνει την καταστροφική και βλαπτική ενέργεια ενός ηλίθιου προσώπου. Αλλά πρέπει ακόμα να εξηγήσουμε και να κατανοήσουμε τι ουσιαστικά καθιστά ένα ηλίθιο πρόσωπο επικίνδυνο. Με άλλα λόγια, σε τι συνίσταται η δύναμη της βλακείας.

Ουσιαστικά οι ηλίθιοι είναι επικίνδυνοι και ολέθριοι, επειδή τα λογικά πρόσωπα το βρίσκουν δύσκολο να φανταστούν και να κατανοήσουν μια βλακώδη συμπεριφορά. Ένα έξυπνο άτομο μπορεί να καταλάβει τη λογική ενός κακοποιού. Οι ενέργειες του κακοποιού ακολουθούν ένα μοντέλο λογικότητας: διεστραμμένη λογικότητα, αν θέλετε, αλλά οπωσδήποτε λογικότητα. Ο κακοποιός θέλει ένα «επιπλέον» στον λογαριασμό του.
Έχοντας ως δεδομένο ότι δεν είναι αρκετά έξυπνος για να επινοήσει μεθόδους με τις οποίες να κερδίσει ένα «επιπλέον» για τον εαυτό του, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα «επιπλέον» και για τους άλλους, ο κακοποιός θα κερδίσει το δικό του «επιπλέον» προξενώντας ένα «μείον» στον πλησίον του. Όλο αυτό δεν είναι δίκαιο, αλλά είναι λογικό, κι αν είναι λογικό μπορεί κανείς να το προβλέψει. Μπορούν τέλος πάντων να προβλεφθούν οι ενέργειες ενός κακοποιού, οι ύπουλες μανούβρες του και οι αξιοθρήνητες επιδιώξεις του και συχνά μπορούν να προετοιμαστούν οι κατάλληλες άμυνες. Με ένα ηλίθιο άτομο όλα αυτά είναι εντελώς αδύνατα.

Όπως υποδηλώνεται στον Τρίτο Θεμελιώδη Νόμο, ένα ηλίθιο πλάσμα θα σας καταδιώξει χωρίς λόγο, χωρίς ένα ακριβές σχέδιο, στους πιο απίθανους και αδιανόητους καιρούς και τόπους. Δεν υπάρχει κάποιος λογικός τρόπος να προβλέψει κανείς αν, πότε, πώς και γιατί ένα ηλίθιο πρόσωπο θα εξαπολύσει την επίθεσή του. Μπροστά σε ένα ηλίθιο πρόσωπο, είναι κανείς ολοκληρωτικά στο έλεός του. Από τη στιγμή που οι ενέργειες ενός ηλίθιου προσώπου δεν συμφωνούν με τους κανόνες της λογικής, συνεπάγεται ότι:
α) γενικά αιφνιδιάζεται κανείς από την επίθεση,
β) ακόμα κι όταν υπάρχει υποψία για την επικείμενη επίθεση, δεν καταφέρνει κανείς να οργανώσει μια λογική άμυνα, επειδή η επίθεση καθαυτή στερείται οποιασδήποτε λογικής δομής.
Το γεγονός ότι η δραστηριότητα και οι κινήσεις ενός ηλίθιου πλάσματος είναι εντελώς ασταθείς και παράλογες, όχι μόνο καθιστά την άμυνα προβληματική, αλλά και οποιαδήποτε αντεπίθεση αποβαίνει εξαιρετικά δύσκολη – πώς να προσπαθήσεις να πυροβολήσεις ένα αντικείμενο ικανό για τις πιο απίθανες και αδιανόητες κινήσεις; Αυτό εννοούσαν ο Ντίκενς και ο Σίλερ, όταν ο ένας διαβεβαίωνε ότι «με τη βλακεία και την καλή πέψη μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει πολλά πράγματα» κι ο άλλος ότι «ενάντια στη βλακεία και οι ίδιοι οι θεοί πολεμάνε μάταια».
Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη και μιαν άλλη περίπτωση. Το έξυπνο άτομο γνωρίζει ότι είναι έξυπνο. Ο κακοποιός έχει επίγνωση ότι είναι κακοποιός. Ο αμόρφωτος άνθρωπος είναι οδυνηρά διαποτισμένος από την αίσθηση της ίδιας του της έλλειψης. Σε αντίθεση με όλα αυτά τα πρόσωπα, ο βλάκας δεν ξέρει ότι είναι βλάκας.

Αυτό συμβάλλει πολύ στο να προσδώσει μεγαλύτερη δύναμη, έμπνευση και αποτελεσματικότητα στην καταστροφική του ενέργεια. Ο βλάκας δεν έχει αναστολές εξαιτίας του ότι στερείται αυτού που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «self-consciousness» (=αυτεπίγνωση). Με το χαμόγελο στα χείλη, σαν να κάνει το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ο βλάκας θα εμφανιστεί ξαφνικά για να καταστρέψει τα σχέδιά σου, να σου χαλάσει την ησυχία σου, να σου περιπλέξει τη ζωή και τη δουλειά, να σε κάνει να χάσεις χρήμα, χρόνο, καλή διάθεση, όρεξη, παραγωγικότητα – κι όλα αυτά χωρίς κακία, χωρίς τύψη και χωρίς λόγο. Βλακωδώς.

Carlo M. Cipolla, Δοκίμιο περί ανθρώπινης βλακείας

Πλωτίνος ο Νεοπλατωνιστής

Μοναδικός σκοπός της φιλοσοφίας του Πλωτίνου είναι η γνώση της θεότητας, που επιτυγχάνεται με την έκσταση και όχι με τη λογική. Υπαινικτικός στη γραφή, δύσκολος στο ύφος και τη σκέψη, ο Πλωτίνος εκφράζει τον πόθο του μυστικιστή, που συνταράσσεται από το πάθος για να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της γήινης ύπαρξης και να ομοιωθεί μέσω της έκστασης με τον θεό.
Η αλληλεπίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας με τον χριστιανισμό γέννησε την τελευταία φάση της ελληνικής φιλοσοφίας, που είναι γνωστή ως Νεοπλατωνισμός. Τα νεοπλατωνικά συστήματα αποτελούν τις τελευταίες εκφράσεις της ελληνικής σκέψης, στον βαθμό που αυτή είχε πλέον κατανοήσει πλήρως τον εαυτό της, δηλαδή την αρχαία θρησκεία και τον αρχαίο μύθο. Ο Νεοπλατωνισμός, λοιπόν, μια εξέλιξη της μεταφυσικής και θρησκευτικής διδασκαλίας του Πλάτωνα, του οποίου οι γνωστότεροι εκπρόσωποι ήταν ο Πλωτίνος.

Ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος και ο Πρόκλος, υπήρξε η κύρια φιλοσοφική σχολή της Υστερης Αρχαιότητας. Εμφανίσθηκε περίπου επτά αιώνες μετά την Κλασική Περίοδο του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, σε μια προσπάθεια να αναζωογονήσει τον Πλατωνισμό που είχε παραμερισθεί λόγω της προτίμησης των στοχαστών για νέες θεωρίες, όπως αυτές των Στωικών και των Επικούρειων. Κυριάρχησε στις ελληνικές φιλοσοφικές σχολές έως το 529 μ.Χ., οπότε ο Ιουστινιανός εξέδωσε το διάταγμα με το οποίο διέκοπτε τη λειτουργία των φιλοσοφικών σχολών, επικυρώνοντας το τέλος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.

Ο Νεοπλατωνισμός διαμορφώθηκε αρχικά τον 3ο αιώνα στην Αλεξάνδρεια από τον Αμμώνιο Σακκά (ο οποίος όμως δεν άφησε γραπτό έργο) και κυρίως από τον μαθητή του Πλωτίνο, τον πιο σημαντικό εκπρόσωπο του Νεοπλατωνισμού, ο οποίος του προσέδωσε και την τελική του μορφή. Ο Πλωτίνος θεωρούσε τον εαυτό του επίγονο του Πλάτωνα. Σκεπτόταν με αφετηρία τα έργα του Πλάτωνα και ουσιαστικά κράτησε από αυτά την αρχική θέση του Πλατωνισμού, η οποία διαχώριζε τον αισθητό κόσμο από τον κόσμο των Ιδεών, θεωρούσε τον πρώτο κατώτερο και επιζητούσε άμεσα την απελευθέρωση και την αποδέσμευση του ανθρώπου από αυτόν.

Η απελευθέρωση από το σώμα και η ομοίωση προς τον θεό αποτέλεσε ακριβώς τον πυρήνα της φιλοσοφίας του Πλωτίνου. Οπως ο Επίκτητος, έτσι και ο Πλωτίνος επιδίωξε την πλήρη αποσύνδεση του ατόμου από τον κόσμο των αισθήσεων, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με ένα είδος άσκησης. Επρόκειτο, ουσιαστικά για μια ριζική ανανέωση του Πλατωνισμού εκ των ένδον, καθώς ο άνθρωπος δεν οδηγείται μόνο στη θέαση του Αγαθού αλλά στην πραγματική ένωσή του με αυτό. Η μυστικιστική αυτή όψη της σκέψης του Πλωτίνου αποκαλύπτει πως ο Νεοπλατωνισμός είναι λιγότερο ορθολογιστικός και περισσότερο θρησκευτικός.

Ο Πλωτίνος γεννήθηκε στην Λυκόπολη της Αιγύπτου το έτος 204 και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια. Σε ηλικία 28 ετών επισκέφθηκε τη σχολή του Αμμώνιου Σακκά. Ενθουσιάσθηκε, ισχυρίσθηκε ότι αυτό αναζητούσε τόσον καιρό και αφοσιώθηκε στη φιλοσοφία. Για τη φιλοσοφία του Αμμώνιου δεν γνωρίζουμε τίποτα, επειδή δεν έγραψε τίποτα. Εμπιστευόταν τη διδασκαλία του μόνο σε μια μικρή ομάδα μαθητών του, μέλη της οποίας ήταν ο Πλωτίνος μαζί με τον Ερρένιο και τον Ωριγένη.

Πιθανόν αυτό να οφειλόταν στην επιθυμία του να μην επιτρέψει στους μαθητές του να μετατρέψουν τη φιλοσοφία του σε επιδεικτική διδασκαλία, κατά το προηγούμενο των σοφιστών, γιατί ήθελε να τη διατηρήσει σε υψηλό επίπεδο, με πυρήνα την προαγωγή της πνευματικής του ζωής και κάθαρσης. Αγνοούμε λοιπόν ουσιαστικά τι διδασκόταν στη σχολή του Αμμώνιου. Μόνο τον 5ο αιώνα πληροφορούμαστε από τον Νεμέσιο και τον Ιεροκλή για τις ιδέες του αλλά και πάλι δεν είμαστε σίγουροι ότι αυτός στον οποίο αναφέρονται είναι ο Αμμώνιος.

Η περίοδος εκείνη ήταν μια εποχή έντονων πιέσεων στα σύνορα της αυτοκρατορίας, κυρίως από τον 6ορρά και την ανατολή. Ο Πλωτίνος, μετά από 11 χρόνια μαθητείας κοντά στον Αμμώνιο Σακκά κατατάχθηκε στον στρατό του Γορδιανού Γ’, κατά την εκστρατεία του εναντίον των Περσών το 242-243, με σκοπό να μετα6εί στην Ινδία για να γνωρίσει τους Γυμνοσοφιστές (ο Wallis αναφέρει πως ο Πλωτίνος ενθουσιάσθηκε τόσο πολύ με τη φιλοσοφία του Αμμώνιου, ώστε κατατάχθηκε στον στρατό ως μέλος του επιστημονικού προσωπικού που συχνά συνόδευε τον στρατό ελπίζοντας ότι θα γνώριζε την περσική και την ινδική σκέψη).

Την ίδια εποχή τον θρόνο της Περσίας κατείχαν ο Αρδασίρ και ο Σαπώρ Α’. Το 244 πέθανε ο Γορδιανός Γ’ και τον θρόνο της Ρώμης κατέλαβε ο Φίλιππος ο Αραβας. Το ίδιο έτος ο Πλωτίνος κατέφυγε στην Αντιόχεια (μετά την ήττα του Γορδιανού στη Μεσοποταμία) και στη συνέχεια μετέβη στη Ρώμη, καθώς δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία του να γνωρίσει από κοντά τη μυστικιστική ινδική φιλοσοφία. Ηταν πλέον 40 ετών. Στη Ρώμη άνοιξε μια σχολή και το έτος 246 άρχισε μια σειρά σεμιναρίων. Κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του Φιλίππου του Αραβα εντάχθηκε στη σχολή του ο Αμέλιος, ένας από τους κύριους μαθητές του Πλωτίνου. Το 263, κατά το δέκατο έτος της βασιλείας του Γαλλιηνού, ενσωματώθηκε στη σχολή του ο Πορφύριος, ένας από τους μεγαλύτερους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους και συντάκτης του Βίου και των έργων του Πλωτίνου.

Ολα όσα γνωρίζουμε για το πρόσωπο του Πλωτίνου τα οφείλουμε σε έναν μαθητή του από τη Συρία, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μάλχος (Βασιλιάς ή Βασίλειος). Αυτός δημοσίευσε τις Εννεάδες του Πλωτίνου 30 χρόνια μετά τον θάνατό του, δηλαδή μεταξύ του 303 και του 305. Η φιλοσοφική δραστηριότητα του Πλωτίνου περιελήφθηκε λοιπόν σε μια συλλογή από 54 πραγματείες σε έξι Εννεάδες, οι οποίες γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των οκτώ τελευταίων χρόνων της ζωής του.

Ο Πορφύριος διαίρεσε το έργο του με βάση το θέμα, ξεκινώντας από το υποτιθέμενο πιο εύκολο υλικό και καταλήγοντας στο πιο δύσκολο. Στην πρώτη Εννεάδα περιλαμβάνονται τα λεγάμενα ηθικά θέματα, ενώ η δεύτερη και η τρίτη περιλαμβάνουν πραγματείες για τη φυσική φιλοσοφία και την κοσμολογία, για τις οποίες παρέχονται κάποιες ορθολογικές εξηγήσεις στην τρίτη Εννεάδα. Ο Δημήτρης Βελισσαρόπουλος, στο έργο του «Ελληνες και Ινδοί», σημειώνει πως τα υπομνήματα τα οποία προσέθεσε, οφείλονται στις παρακλήσεις των φίλων του, που ζητούσαν διευκρινίσεις σε διάφορα σημεία.

Η τέταρτη Εννεάδα αναφέρεται στην ψυχή ενώ η πέμπτη στον Νου. Ακολουθεί η έκτη, στην οποία περιέχονται θέματα για τους αριθμούς, περί του Ενός και περί των γενών του Οντος. Η θεματική ενότητα της πρώτης, τέταρτης και πέμπτης Εννεάδας είναι κατά κάποιο τρόπο αξιολογότερη από τις υπόλοιπες, αλλά και σε αυτές η προσδοκία μιας συστηματικής πραγμάτευσης εμφανίζεται απατηλή.
Σκοπός του Πορφύριου δεν ήταν να αναφέρει όλα όσα γνώριζε για τον δάσκαλό του, αλλά να αποτυπώσει τις πλευρές του χαρακτήρα του και της σταδιοδρομίας του οι οποίες συνταιριάζονται σε ένα παραστατικό πλαίσιο της ζωής του. Σύμφωνα με τα λόγια του, «ζωγράφισε το πορτραίτο ενός από τους πιο ασυνήθιστους ανθρώπους της εποχής του, ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπηρεσία των άλλων και ταυτόχρονα στον κόσμο του πνεύματος». Διδάσκοντας στη Ρώμη σε μια εποχή η οποία χαρακτηριζόταν από μια απερίγραπτη έλλειψη φιλοσοφίας, το πρόσωπο του Πλωτίνου, με τις εξαιρετικές ικανότητες, έγινε το καταφύγιο όσων ήθελαν να έλθουν σε επαφή μαζί του και να ασχοληθούν συστηματικά με τη φιλοσοφία.

Ειδικότερα ο Πορφύριος, ήδη στις πρώτες γραμμές του Βίου, αναφέρει πως ο Πλωτίνος δεν προκαλούσε ποτέ συζήτηση γύρω από το θέμα των προγόνων του, των γονέων του ή για τον τόπο της γέννησής του. Σύμφωνα με τον Πορφύριο, αυτό οφειλόταν κυρίως στην ασκητική αποστροφή του για τη σωματική του υπόσταση («έμοιαζε να ντρέπεται που βρισκόταν μέσα σε σώμα»). Μόνο κρυφά μπορούσαν να φιλοτεχνήσουν ένα πορτραίτο του Πλωτίνου. Η απάντησή του, όταν του ζήτησε ο μαθητής του Αμέλιος να καθίσει μπροστά σε έναν ζωγράφο, βασίσθηκε στην πλατωνική αρχή «είδωλο ενός ειδώλου»: «Δεν αρκεί που κουβαλάμε το είδωλο με το οποίο η φύση μας έχει περιβάλει αλλά έχεις την απαίτηση να δεχθώ να αφήσω πίσω μου και ένα ανθεκτικότερο στον χρόνο είδωλο του ειδώλου, σαν να πρόκειται για κάτι αξιοθέατο»;

Γι’ αυτό τον λόγο ο Αμέλιος συνωμότησε με τον αξιόλογο ζωγράφο και φίλο του Καρτέριο, ο οποίος αποτύπωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του, κατά τη διάρκεια των διαλέξεών του. Κατόπιν, φιλοτέχνησε από μνήμης ένα πρώτο σχέδιο και με τη βοήθεια του Αμέλιου προέκυψε εν αγνοία του Πλωτίνου ένα άψογο πορτραίτο. Η μόνη λοιπόν πληροφορία που μας παρέχει για τη ζωή του ο Πλωτίνος είναι πως σε ηλικία οκτώ ετών μετέβαινε στο σχολείο με τη συνοδεία μιας τροφού, με την οποία συνήθιζε να διασκεδάζει, όταν γύμνωνε τους μαστούς της για τον θηλάσει.

Εγκατέλειψε αυτή τη συνήθεια όταν άρχισε να ντρέπεται γι’ αυτή τη συμπεριφορά του, μετά από μια αυστηρή επίπληξη. Για ποιον λόγο ο Πλωτίνος διηγήθηκε αυτό το περιστατικό, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε. Ισως είναι σωστή η υποψία κάποιων πως ο σκοπός αυτής της εξιστόρησης ήταν παραδειγματικός, για να επισημάνει ένα ακούσιο και αθέλητο σφάλμα του. Οτιδήποτε άλλο γνώριζε ο Πορφύριος σχετικά με την παιδική και εφηβική ηλικία του Πλωτίνου, προτίμησε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν.

Παράλληλα ο Πλωτίνος είχε και επιστημονικά ενδιαφέροντα. Η ενασχόλησή του με τους κανόνες των αστέρων δεν είχε ιδιαίτερα μαθηματική χροιά. Επιπλέον, αφιέρωσε χρόνο και στην εγκυρότητα των ωροσκοπίων, αλλά μόνο για να πείσει για την αχρηστία και την έλλειψη αξίας τους. Στην πραγματεία «Περί του αν τα άστρα ασκούν κάποια επίδραση», καταδίκαζε την αστρολογία, η οποία σαφώς δεν συμβαδίζει με την επιστημονική αστρονομία. Αμέσως κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό του αυτοκράτορα Γαλλιηνού και της συζύγου του Σαλονίνας.

Εκμεταλλευόμενος λοιπόν τη συμπάθεια του αυτοκρατορικού ζεύγους, τους πρότεινε να ανοικοδομήσουν μια κατεστραμμένη πόλη στην Καμπανία (κάποτε πόλη των φιλοσόφων) η οποία θα ονομαζόταν Πλατωνόπολις και θα διοικείτο με βάση τους πλατωνικούς νόμους. Επενέβησαν όμως αλλά πρόσωπα του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος από φθόνο ή απλώς από κακεντρέχεια, μοχθηρία ή κάποια άλλη αιτία και ματαίωσαν το σχέδιο. Ο Rist ερμηνεύει αυτή την ενθάρρυνση του Γαλλιηνού ως μια προσπάθεια να αποτελέσει το πλωτινικό σχολείο την «εμπροσθοφυλακή» μιας ελληνικής αναγέννησης. Μολονότι όμως ο αυτοκράτορας έδειχνε μεγάλο σεβασμό για το πρόσωπο του Πλωτίνου, αργότερα αποδείχθηκε πως οι δημόσιες δραστηριότητές του είχαν μικρή σχέση με τη δράση ενός φιλοσόφου.

Κατά την περίοδο της οργάνωσης αυτού του σχεδίου, δηλαδή στο πρώτο έτος της βασιλείας του Γαλλιηνού (253-268), ο Πλωτίνος είχε αφοσιωθεί στην έκθεση των φιλοσοφικών του βιβλίων. Ηταν ήδη 48-49 ετών όταν άρχισε να γράφει. Μαθήματα φιλοσοφίας βέβαια είχε αρχίσει να παραδίδει ήδη από το 244-245. Παράλληλα έγραψε όλα του τα έργα κατά περιόδους, σε διάστημα 16 ετών. Συγκεκριμένα, πριν έλθει σε επαφή με τον Πορφύριο είχε ήδη γράψει 21 βιβλία, με θέματα που προέκυπταν από τα σεμινάρια και τις διαλέξεις και κυκλοφορούσαν σε στενό κύκλο.

Ο Πορφύριος μάλιστα αναφέρει πως, επειδή ο Πλωτίνος δεν τα τιτλοφορούσε, όλοι έβαζαν στο καθένα διαφορετικό τίτλο. Γι’ αυτό ο Πορφύριος, κατά τα έξι χρόνια που ήταν μαζί του, τον ανάγκασε (με τη βοήθεια του παλαιότερου μαθητή του Αμέλιου) να γράψει άλλα 24 βιβλία. Η διαδικασία γραφής ακολουθούσε την ίδια οδό: τα βιβλία είχαν ως εισαγωγή τα θέματα που ανέκυπταν κατά τις συζητήσεις τους. Οταν ο Πορφύριος ήταν στη Σικελία (περί το 268), ο Πλωτίνος του έστειλε άλλα εννέα βιβλία.
Οσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έγραφε τα έργα του ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος γράφει: «Αφού είχε ολοκληρώσει τη σκέψη του από την αρχή ως το τέλος στο μυαλό του, έπειτα, όταν μετέφερε στο γραπτό όσα είχε σκεφθεί, έγραφε χωρίς διακοπή αυτά που είχε βάλει σε τάξη στην ψυχή του, σαν να τα αντέγραφε από ένα βιβλίο. Αφού, και αν ακόμη στο μεταξύ συνομιλούσε με κάποιον, διατηρούσε παράλληλα με την ομιλία του τη σειρά των σκέψεών του, έτσι ώστε και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ομιλίας και να διατηρεί αδιάκοπα τη σκέψη τους στο προκείμενο ζήτημα. 
Οπότε, όταν ο συνομιλητής του έφευγε, δεν χρειαζόταν να ξανακοιτάξει αυτά που είχε γράψει, αφού άλλωστε η όρασή του δεν επαρκούσε για επαναλήψεις, αλλά προχωρούσε στη συνέχεια της συγγραφής του, σαν να μην είχε μεσολαβήσει το χρονικό διάστημα της συνομιλίας του. Ηταν λοιπόν παρών συνάμα με τον εαυτό του και με τους άλλους, και ποτέ δεν χαλάρωνε την προσοχή προς τον εαυτό του, παρά μόνο στον ύπνο, τον οποίο εξάλλου ελάττωνε η μειωμένη τροφή – πολλές φορές δεν άγγιζε ούτε ψωμί – και η διαρκής μεταστροφή του προς το νου».
Τα έργα του Πλωτίνου λοιπόν δεν συγκροτήθηκαν με 6άση ένα γενικό πλάνο, και αυτό οφειλόταν (όπως αναφέρει ο Πορφύριος) στην αδυναμία που είχαν τα μάτια του, γι’ αυτό και δεν ξαναδιάβαζε ποτέ όσα είχε γράψει. Η ταχύτητα, μάλιστα, με την οποία του έρχονταν οι ιδέες, τον ανάγκαζε να γράφει τόσο γρήγορα, ώστε το γράψιμό του να γίνεται εξαιρετικά δυσανάγνωστο (ούτε όμως χειριζόταν άψογα τη γλώσσα). Αν και κατείχε μια επιμελέστερη γνώση της φιλοσοφίας, ο Πλωτίνος δεν διακρινόταν για την τέλεια μόρφωσή του. Η ορθογραφία του ήταν μέτρια και συχνά μπέρδευε ορισμένες λέξεις όταν μιλούσε και έγραφε. Γι’ αυτό δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν κατάφερε να διαμορφώσει τις συζητήσεις του κατά το πρότυπο του σωκρατικού διαλόγου. Οι γνώσεις του επίσης ήταν εγκυκλοπαιδικές, όχι μόνο σε σχέση με το έργο άλλων φιλοσόφων αλλά και σε θέματα γεωμετρίας, μηχανικής, οπτικής και μουσικής.

Το πάθος του ήταν η φιλοσοφία. Οπως σημειώνει ο Πορφύριος στο έργο του, «όταν μιλούσε, η νόηση φανερωνόταν μέχρι το πρόσωπό του, λάμποντας με το φως της. Ηταν πάντα θελκτικός στην όψη, όμως τότε γινόταν ακόμη πιο ωραίος στη θέαση. Ενας λεπτός ιδρώτας τον κάλυπτε και η πραότητά του έλαμπε από μέσα του ενώ, όταν απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, έδειχνε την προσήνεια και την πνευματική του ρώμη».

Οσον αφορά τη διδασκαλία του, αυτή ήταν ανοικτή στο ευρύ κοινό – σε αντίθεση με τα γραπτά του, που ήταν διαθέσιμα μόνο σε έναν μικρό κύκλο μαθητών του – και ακολουθούσε μια μορφή συζήτησης βασισμένη σε μια σειρά κειμένων. Ο Αμέλιος μάλιστα παρουσιάζει στον Πορφύριο μια εικόνα του τρόπου διδασκαλίας πριν τον Πλωτίνο. Τα μαθήματα δηλαδή τότε ήταν μπερδεμένα και γεμάτα ανοησίες, ώσπου εμφανίσθηκε ο Πλωτίνος, για να διεγείρει την έρευνα στον κύκλο των συμμετεχόντων.

Οπως μας πληροφορεί ο Πορφύριος (αφότου έγινε μέλος του κύκλου το 263), ο δάσκαλός του χρησιμοποιούσε ποικίλα γραπτά, όπως αυτά του Πλάτωνα και των περιπατητικών, του Νουμήνιου ή του Αλεξάνδρου, ως βάση για να παρουσιάσει τη δική του πραγματεία και διατριβή. Προηγείτο μια ανάγνωση κειμένων διαφόρων Ελλήνων φιλοσόφων, πάνω στα οποία ο Πλωτίνος έκανε τις παρατηρήσεις του. Στη συνέχεια, με αφορμή αυτά εξέθετε μια δική του θεωρία. Σκοπός της προσπάθειας ήταν να διεισδύσουν βαθιά στο νόημα των αποσπασμάτων.

Ο Πλωτίνος ήταν αυστηρά χορτοφάγος και δεν άγγιζε τις τροφές που προέρχονταν από τη σάρκα ζώων. Δεν πήγαινε στα δημόσια λουτρά, αλλά καθημερινά του έκαναν εντριβές κατ’ οίκον. Οταν όμως ενέσκηψε λοιμός στη Ρώμη, πέθαναν οι άνθρωποι που τον φρόντιζαν κατ’ οίκον και διακόπηκε η περιποίηση του σώματός του. Απόρροια αυτής της κατάστασης ήταν να επιδεινωθεί η υγεία του και να του παρουσιασθεί μια μορφή οξείας κυνάγχης, μια νόσος του φάρυγγα.

Κατά την απουσία του Πορφύριου στη Σικελία, η υγεία του Πλωτίνου επιδεινωνόταν συνεχώς, και σταδιακά άρχισε να χάνει τη φωνή του, η οποία γινόταν ολοένα και πιο βραχνή. Η όρασή του επίσης μειωνόταν αισθητά και τα χέρια και τα πόδια του γέμισαν έλκη. Τότε άρχισαν να τον αποφεύγουν οι φίλοι του, γιατί συνήθιζε να τους φιλά όταν τους υποδεχόταν. Απογοητευμένος, λοιπόν, ο Πλωτίνος αποσύρθηκε στην Καμπανία, στο κτήμα του παλαιού του φίλου Ζήθου. Ο,τιδήποτε χρειαζόταν, του το προμήθευε ο φίλος του Καστρίκος από τα κτήματά του στις Μιντούρνες.

Ο Πλωτίνος ζούσε πλέον μοναχικά αξιοποιώντας όμως τον χρόνο του για τη συγγραφή των τελευταίων έργων του, τα οποία αφορούν θέματα ηθικής. Στα πρόθυρα του θανάτου του τον επισκέφθηκε ο φίλος και γιατρός του Ευστόχιος (στον οποίο αποκάλυψε την ηλικία του λίγο πριν πεθάνει) ο οποίος έμενε τότε στις Ποτιόλες. Ο Πλωτίνος ήταν 66 ετών όταν πέθανε, στο τέλος του δεύτερου χρόνου της βασιλείας του Κλαυδίου Β’). Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στον Ευστόχιο: «Εσένα περίμενα ακόμη. Προσπαθήστε να αναγάγετε τον θεό μέσα σας στο θείο που ενυπάρχει στο όλο».

Ο Χρησμός του Απόλλωνα για την ψυχή του Πλωτίνου: Μετά τον θάνατο του Πλωτίνου το 270, ο μαθητής του Αμέλιος ρώτησε τον Απόλλωνα πού βρισκόταν η ψυχή του Πλωτίνου. Τότε ο θεός απάντησε δίνοντας έναν χρησμό υπό τη μορφή ποιήματος. Σε γενικές γραμμές αυτός ανέφερε πως η ψυχή του μεγάλου φιλοσόφου κατοικεί σε ένα μέρος όπου ισχύουν δίκαιοι νόμοι, και παραμένει αγνή και αμόλυντη. Μολονότι ο Πλωτίνος προσπάθησε πολλές φορές κατά τη γήινη ζωή του (όσο δηλαδή η ψυχή του ζούσε μέσα στο σώμα του) να αντιταχθεί «στην άγρια ταραχή, στις τρικυμίας τη ζάλη», συχνά του φανερωνόταν το όραμα της κατοικίας των μακαρίων, ένα όραμα που έπρεπε να αποτελέσει τον τελικό του στόχο. Το όραμά του αυτό λοιπόν δεν μπορούσε να το σβήσει η ανηθικότητα και η απανθρωπιά της σαρκικής ζωής.

Ο Πλωτίνος, όμως, συνέχισε ο Απόλλων, είχε απαλλαγεί πια από τη διαφθορά και η ψυχή του έδρευε σε έναν τόπο ιερό, μαζί με αυτές του Πλάτωνα, του Πυθαγόρα, του Αιακού, του Δία, του Μίνωα και του αδελφού του Ραδάμανθυ. Ο ύμνος προς τιμήν του Πλωτίνου τελείωνε με μια προσφώνηση στις Μούσες να τελειώσουν το τραγούδι τους, αφού αυτός ό,τι είχε να πει με τη χρυσή του λύρα για την άφθαρτη και ευτυχισμένη ψυχή του φιλοσόφου το είχε ολοκληρώσει.

Στη συνέχεια ο Πορφύριος ολοκλήρωσε τον ύμνο του Απόλλωνα σε ύφος πεζό και απλό, συμπληρώνοντας πως η προσωπικότητα του Πλωτίνου διακρινόταν για την ηρεμία, την πραότητα και την καλοσύνη της. Ιδιαίτερο ήταν το χάρισμα της ψυχής του να θεάται διαρκώς το θείο, το οποίο λάτρευε. Αντίθετα, ο Πορφύριος ομολογούσε πως ο ίδιος έφθασε στο υπέρτατο Ον μόνο μία φορά, σε αντίθεση με τον Πλωτίνο που το προσέγγισε τέσσερις φορές μέσω μιας άρρητης ενεργοποίησης.

Ο Βελισσαρόπουλος σημειώνει πως αυτή η εκστατική κατάσταση μοιάζει με εκείνη των Ινδών φιλοσόφων. Μολονότι διαρκεί λίγο, τόσο οι Ινδοί μύστες όσο και ο Πλωτίνος τον υπόλοιπο χρόνο 6ίωναν ένα χαρισματικό κλίμα. Ο Πορφύριος καταλήγει στο συμπέρασμα πως όλα τα γραπτά του δασκάλου του εμποτίζονται από θεϊκή χάρη και επίβλεψη, γεγονός που αποδεικνύει πως μόνο εκείνος από τους κοινούς ανθρώπους αντίκρισε πράγματα θεάρεστα και μεγαλειώδη, δυσπρόσιτα για την υλική υπόσταση.

Το φιλοσοφικό του σύστημα: Το πλωτινικό φιλοσοφικό σύστημα θεωρείται μονιστικό, γιατί, σύμφωνα με αυτό, ο κόσμος είναι απόρροια και προϊόν μιας πνευματικής αρχής, σε μια αδιάσπαστη σειρά απορροών από το Εν, τον Νου και την Ψυχή, η οποία μέσω της διείσδυσης, όπως θα δούμε, παρέχει ύπαρξη στην Υλη.

Κεντρικός άξονας, λοιπόν, στη σκέψη του είναι η οντολογική ιεράρχηση του σύμπαντος σε τέσσερις υποστάσεις. Στην κορυφή βρίσκεται το Εν, η αρχή των πάντων και επέκεινα του όντος, στο οποίο καταλήγουν όλα.

Το Εν το ονοματίζει και Πρώτο, Αγαθό ή Θεό και Υπέρκαλον, όχι λόγω της υπερβολικής ομορφιάς του αλλά διότι ίσταται υπεράνω του κάλλους. Συνεπώς, ο Νους και η Ψυχή, ακόμη και η ίδια η Υλη, πηγάζουν κατά τον Πλωτίνο από αυτή την ακίνητη πρωταρχή, δηλαδή το Εν, το οποίο δεν είναι ενέργεια αλλά δημιουργεί χωρίς να κινείται.

Το γεγονός, βέβαια, πως το Εν δημιουργεί και γεννά τα πάντα δίχως να είναι ούτε κινούμενο ούτε στάσιμο, χωρίς να προσδιορίζεται από χωροχρονικές ιδιότητες, οφείλεται στην πληρότητα και στην τελειότητά του. Επιπλέον το Εν δεν έχει καμία σωματική ιδιότητα, γιατί είναι απεριόριστο και άπειρο.

Δεν έχει όμως και καμία πνευματική ιδιότητα, δηλαδή δεν έχει νόηση ούτε βούληση. Ασφαλώς, το γεγονός ότι το Εν δεν γιγνώσκει, δεν σημαίνει ότι αγνοεί. Απλώς δεν γνωρίζει κάτι άλλο από αυτό το ίδιο. Το Εν είναι απαλλαγμένο από την ανάγκη να σκεφθεί και σαφώς δεν γνωρίζει με τη συνήθη έννοια που γνωρίζουμε εμείς. Τα έχει όλα μπροστά του σε αιώνια όψη και δεν χρειάζεται να σκεφθεί, γιατί έχει άμεση γνώση των πάντων.

Η πρώτη απόρροια του Ενός είναι ο Νους. Πρόκειται για την εικόνα του Ενός που προκύπτει από τη στροφή του Ενός προς αυτό το ίδιο. Στον Νου εμφανίζεται για πρώτη φορά η έννοια της πολλότητας και της ετερότητας. Η εμφάνιση αυτή όμως δεν είναι παρά νοητή, και συνίσταται στις ιδέες, στις νοητές ουσίες, οι οποίες ως όλον συνιστούν τον Νου και θα συντελέσουν στη δημιουργία του κόσμου. Ο Νους στον Πλωτίνο φιλοξενεί τις Ιδέες, αντίθετα με τη θεωρία του Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία οι ιδέες είναι ανεξάρτητες και ελεύθερες οντότητες.
Επειδή όμως ο Νους είναι τέλειος, πρέπει να γεννήσει και αυτός κάτι άλλο (σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Πλωτίνου, οτιδήποτε είναι τέλειο παράγει αυτόματα και κάτι άλλο). Το γέννημα αυτό είναι η Ψυχή.

Η ψυχή βρίσκεται στη μέση, ανάμεσα στον Νου και στον επιστητό κόσμο. Φωτίζεται δηλαδή από τον Νου αλλά επηρεάζεται και εξαρτάται από τον υλικό κόσμο. Αυτή η ίση απόστασή της από τον νοητό και τον υλικό κόσμο είναι και η αιτία του μερισμού και της διχοτόμησής της. Από τη μια πλευρά δηλαδή προσφεύγει στον νοητό κόσμο, όπου διατηρεί την ενότητά της, αλλά από την άλλη έλκεται από το σώμα, εμπλέκεται μαζί του και επιμερίζεται. Εντούτοις, η ψυχή ποτέ δεν λησμονεί την ουράνια και ασώματη ζωή της, παρά τη λαγνεία και τη μέθη που προκαλούν τα πάθη της επίγειας ζωής.

Η Υλη είναι η κατώτερη βαθμίδα στην κλίμακα της οντολογικής ιεραρχίας, γι’ αυτό και η πιο υποχθόνια και σκοτεινή, λόγω της μακρινής απόστασής της από το Εν. Η ύπαρξή της συνίσταται στη διείσδυση της ψυχής μέσα της. Συνεπώς, πριν συμ6εί αυτό, η ύλη είναι ανύπαρκτη, είναι μη ον. Οταν λοιπόν η δημιουργική ψυχή εισέρχεται μέσα της, αποκτώντας ταυτόχρονα μορφή, η ύλη δεν χάνει ουσιαστικά την ιδιότητά της, όπως δεν χάνει την ιδιότητά του το θήλυ, όταν λαμβάνει τον σπόρο του άρρενος. Η κάθοδος της ψυχής προς το σώμα, δηλαδή την ύλη, σηματοδοτεί την είσοδό της στον αισθητό κόσμο. Η ύλη λοιπόν αυτή καθεαυτή θεωρείται έννοια αρνητική και κακή, γιατί στερείται «την αρετή, το κάλλος, τη σοφία, τη μορφή, την ποιότητα».

Συνεπώς, προορισμός κάθε ανθρώπου είναι η λύτρωση και ο καθαρμός της ψυχής του. Το εγχείρημα αυτό 6έ6αια – η άνοδος της Ψυχής προς το Εν – είναι δύσκολο. Απαιτείται εγκατάλειψη των γήινων και φθαρτών και στροφή προς τον νοητό κόσμο και το Εν. Οι ιδέες ασφαλώς είναι άπειρες και θεωρούνται ουσίες, απαραίτητες για τη σκέψη και τον λόγο του ανθρώπου, δεν αποτελούν όμως τον τελικό προορισμό και τον απόλυτο στόχο. Αυτός υλοποιείται μόνο με τη θέα της πρώτης αρχής μέσω της έκστασης, της αποφυγής δηλαδή των ανθρωπίνων και της σύλληψης ενός κάλλους ανύπαρκτου, που ενδημεί επέκεινα των νοητών, στη σφαίρα του Ενός. Για τον Πλωτίνο, ουσιαστικά είναι η έκσταση εκείνη που συμβάλλει στην όραση του Ενός και στη σύλληψη ενός ύψιστου κάλλους.
Κάτι αντίστοιχο είχε 6ιώσει και ο Πλωτίνος, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη ηρεμία, δεν είχε κανένα αίσθημα και καμία επιθυμία και αποστρεφόταν τα ωραία πράγματα, γιατί ακριβώς τα είχε υπερβεί. Αφηνε πίσω του όχι μόνο τον κόσμο της εμπειρίας αλλά και όλα τα νοήματα, τις ιδέες, γιατί δεν γνώριζε απλώς τον Θεό, τον ζούσε και συγχωνευόταν μαζί του. Ο άνθρωπος, βέβαια, πρέπει να καταβάλει ο ίδιος προσπάθεια, ώστε να μπορέσει να γίνει άξιος μιας τέτοιας ένθεης κατάστασης.

Πρέπει να αποσείσει κάθε αισθησιακότητα και κάθε άλλη δική του βούληση. Είναι ανάγκη να ξεφύγει από τις επιμέρους σχέσεις που τον καθορίζουν και να ξαναγυρίσει στην καθαρή, στην απλή ουσία του. Αυτή ακριβώς η απλότητα καθιστά την ψυχή ομοούσια του θείου. Μόνο εάν ο άνθρωπος υψωθεί ως τη θεότητα θα συμμετάσχει στη θεϊκή θεωρία. Δυστυχώς, στην επίγεια ζωή αυτή η κατάσταση διαρκεί μόνο ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό συμβαίνει γιατί η απροσδιοριστία του Ενός προξενεί φόβο στην ψυχή, εξαιτίας της πεπερασμένης φύσης της. Η έκσταση, λοιπόν, είναι στιγμιαία, αλλά μέσα σε αυτά τα λίγα λεπτά η ψυχή χάνει την ετερότητά της και κάθε μέρος της εφάπτεται, γίνεται ένα με το Εν.

Θέλησα ν’ ανυψώσω ότι υπάρχει από’το Θεό μέσα μου
… προς ότι υπάρχει Θείο στο Σύμπαν.
Πλωτίνος

Ο Πλωτίνος ήταν ένας σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής της νεοπλατωνικής σχολής της φιλοσοφίας. Ο Πλωτίνος αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο του Νεοπλατωνισμού. Γεννήθηκε  το 204 με 205 μ.κ.ε. στην Αίγυπτο. Ίδρυσε φιλοσοφική σχολή στη Ρώμη στην οποία δίδασκαν όχι μόνο οι επαγγελματίες του είδους, αλλά και επιφανείς άνδρες. Το έτος της γέννησης του ήταν το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Σεπτίμιου Σεβήρου . Ο Σεβήρος στέφθηκε αυτοκράτορας το 192 μ.κ.ε.  μετά την δολοφονία του αισχρού Κόμοδου γιου του Μάρκου Αυρήλιου ενός από του μεγαλύτερους Στωικούς φιλοσόφους και αυτοκράτορα της ρώμης.

Καταπονημένος από της φροντίδες του αξιώματος του ο Μάρκος  Αυρήλιος πέθανε κατά την διάρκεια μιας εκστρατείας εναντίον των φυλών του Δούναβή. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κόμοδος , ένας διεφθαρμένος σαδιστής “άνθρωπος” που κρατήθηκε στον θρόνο, δώδεκα μαύρα χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων δολοφόνησε την αδελφή του και τους επικριτές του, ζώντας στην ακολασία με της 350 πόρνες του. Αυτή την φοβερή βασιλεία τερμάτισε η συνομωσία που εξύφανε ο αρχηγός των πραιτοριανών, η οποία κατέληξε στον στραγγαλισμό του αυτοκράτορα.

Επακολούθησε ένα κωμικοτραγικό διάλειμμα, τον θρόνο ανέλαβε ο Πόπλιος ‘Ελβιος Περτίναξ  λέγοντας ότι δεν ήταν και τόσο ελκυστική η πρόταση. Έκανε όμως το λάθος να αποκαταστήσει τον έλεγχο πάνω στους πραιτοριανούς οι οποίοι τον δολοφόνησαν. Ο Θρόνος μπήκε σε πλειστηριασμό και τον αγόρασε ο πλούσιος συγκλητικός Δίδιος Ιουλιανός.

Όταν η στρατιώτες στα σύνορα πληροφορήθηκαν τα σχετικά με τον πλειστηριασμό βγήκαν εκτός ελέγχου. Τότε ο Σεπτίμιος Σεβήρος διοικητής των λεγεώνων του Δούναβή βάδισε με τον στρατό του κατά της Ρώμης. Ο τρομοκρατημένος αυτοκράτορας επτασφράγισε της πύλες της Ρώμης και αποσύρθηκε στον κοιτώνα του όπου ένας στρατιώτης με μία κίνηση του ξίφους έθεσε  τέρμα σε όλη αυτή την ιστορία.

Ήταν η εποχή του τέλους, για την κρατούσα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ο Σεπτίμιος Σεβήρος δεν είχε αυταπάτες ως το που στηριζόταν η δύναμη του και η δύναμη της αυτοκρατορίας για αυτό αύξησε την αμοιβή των στρατιωτών και το 211 μ.κ.ε ετοιμοθάνατος την μοναδική συμβουλή που έδωσε στους γιους του ήταν: » Πλουτίστε τους στρατιώτες και περιφρονείστε τους άλλους». Παρά όλες τις στρατιωτικές του ικανότητες δεν μπόρεσε να απωθήσει τους Πάρθους ούτε και να ολοκληρώσει την υποταγή της Βρετανίας πέθανε στην μέση ενός μακροχρόνιου πολέμου με τις φυλές της Σκοτίας. Σε αυτή την έκφυλη εποχή γεννήθηκε και έδρασε ο μεγάλος φιλόσοφος Πλωτίνος.

Βασική πηγή πληροφοριών γύρω από τη ζωή και το έργο του Πλωτίνου αποτελεί το έργο του μαθητή του Πορφύριου. Ο Πλωτίνος γεννήθηκε στην Λυκόπολη της Άνω Αιγύπτου περίπου το 203 μ.κ.ε. και πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Σε ηλικία 28 ετών ξεκίνησε να ασχολείται με τη φιλοσοφία κοντά στους Αλεξανδρινούς δασκάλους, ωστόσο, ο μόνος που τον ενέπνευσε ήταν ο πλατωνικός φιλόσοφος Αμμώνιος Σακκάς. Κατά την παρακολούθηση μιας ομιλίας του Αμμώνιου, ο Πλωτίνος φέρεται να δήλωσε «αυτός είναι ο άνθρωπος που αναζητούσα». Στο τέλος των σπουδών του ορκίστηκε να διατηρήσει κρυφά όσα διδάχτηκε κοντά στον Αμμώνιο.

Περίπου σε ηλικία 38 ετών, ο Πλωτίνος αποφάσισε να αφοσιωθεί στις ανατολικές φιλοσοφίες (όπως και ο Πυθαγόρης που επηρέασε τον φιλοσοφικό στοχασμό του Πλάτωνα) και κατατάχθηκε στον στρατό του αυτοκράτορα Γορδιανού κατά τη διάρκεια εκστρατείας του στην Περσία. Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός νικήθηκε, ο Πλωτίνος κατάφερε να σωθεί και έφθασε τελικά στη Ρώμη όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη Ρώμη αποφάσισε επίσης να διδάξει φιλοσοφία.

Σύντομα απέκτησε φήμη και έναν ευρύ κύκλο μαθητών, μεταξύ των οποίων ο Πορφύριος [1] αλλά και σημαντικά πρόσωπα της ρωμαϊκής κοινωνίας όπως ο αυτοκράτορας Γαλλιηνός. Τα μαθήματα του ήταν πολύ ζωντανά και οι συζητήσεις διεξάγονταν κυρίως μέσω ερωταποκρίσεων. Η γνωριμία του με τον αυτοκράτορα Γαλλιηνό και ο σεβασμός του τελευταίου προς το πρόσωπο του φιλοσόφου, ώθησε τον Πλωτίνο να προτείνει στον αυτοκράτορα την δημιουργία μίας πόλης στην περιοχή της Καμπανίας, η διοίκηση της οποίας θα ακολουθούσε τα πλατωνικά ιδεώδη. Ωστόσο, το φιλόδοξο αυτό σχέδιο του Πλωτίνου τελικά δεν ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Ο Πλωτίνος καταγράφεται ως προσωπικότητα υψηλού ηθικού αναστήματος στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Ο ίδιος ο Πορφύριος εστιάζει στην ικανότητα του Πλωτίνου να αντιλαμβάνεται την ψυχολογική κατάσταση του συνομιλητή του, ενώ αναφέρει χαρακτηριστικά πως τον έσωσε από την αυτοκτονία όταν έχοντας διαγνώσει πως πάσχει από μελαγχολία του πρότεινε να ταξιδέψει.

Ο Πλωτίνος – σύμφωνα με τον Πορφύριο – ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία 49 ετών και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Αναφέρεται πως αν και ο Πλωτίνος ήταν ιδιαίτερα προικισμένος στον προφορικό λόγο, δεν διέθετε την ίδια έφεση στη συγγραφή. Την περίοδο που ο Πορφύριος συνάντησε για πρώτη φορά τον Πλωτίνο, εκείνος είχε ολοκληρώσει συνολικά 21 πραγματείες στις οποίες προστέθηκαν μελλοντικά – ύστερα από την επιμονή του Πορφύριου – επιπλέον 33 πραγματείες.

Ο Πορφύριος επιμελήθηκε το έργο του Πλωτίνου και διαίρεσε τις πραγματείες του σε έξι βιβλία, καθεμία αποτελούμενη από 9 πραγματείες. Για το λόγο αυτό ονομάστηκαν και Εννεάδες. Σε κάθε Εννεάδα, συμπεριλαμβάνονται φιλοσοφικά κείμενα που πραγματεύονται συναφή θέματα. Αν και η συγκεκριμένη ταξινόμηση δεν γνωρίζουμε κατά πόσο συμφωνούσε με τον ίδιο τον Πλωτίνο, είναι σήμερα η πλέον καθιερωμένη. Οι Εννεάδες ολοκληρώθηκαν από τον Πορφύριο στο διάστημα από το 253 μέχρι λίγους μήνες πριν το θάνατο του Πλωτίνου. Ο ίδιος ο Πλωτίνος δεν μπορούσε να επιμεληθεί τα κείμενά του λόγω της επιβαρυμένης όρασής του.

Η φιλοσοφία του Πλωτίνου πέρα από τον πλατωνικό της χαρακτήρα, λειτουργεί στο ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Έτσι, πέρα από τον θείο Πλάτωνα, οι Εννεάδες είναι διάσπαρτες από άμεσες και έμμεσες αναφορές του Πλωτίνου σε αρχαιότερους στοχαστές, όπως στον Φερεκύδη, τους Πυθαγόρειους, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Αναξαγόρα, τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη, τους Επικούρειους και τους Στωικούς.

Η αρχαιοελληνική παράδοση λειτουργεί σπερματικά στη σκέψη του Νεοπλατωνικού και γονιμοποιεί τον φιλοσοφικό του στοχασμό. Παραδείγματα αυτής της επιρροής, είναι η πλατωνική διάκριση νοητού και αισθητού κόσμου, η αριστοτελική θεωρία συνάρτησης ουσίας και ενέργειας, η προσωκρατική έννοια της πρώτης αρχής, αλλά και η ελεατική σύλληψη του Όντος.

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως Πλωτίνος δεν υπολείπεται φιλοσοφικής αυθεντικότητας. Συχνά ο φιλόσοφος επεξεργάζεται με έντονα κριτικό βλέμμα τις παλαιότερες φιλοσοφικές θέσεις και εφαρμόζει την νέα του φιλοσοφική οπτική με ιδιαίτερο σεβασμό. Ο Πλωτίνος παραδίδει με βάση την φιλοσοφική του παράδοση το απόσταγμα μιας νεωτερικής σκέψης αποτέλεσμα δημιουργικής σύνθεσης πλατωνικών και αριστοτελικών θεωριών. Αυτή η γεφύρωση πλατωνισμού και αριστοτελισμού, η οποία είχε ήδη προαναγγελθεί στον Μεσοπλατωνισμό, υιοθετείται στην συνέχεια από όλη την ύστερη νεοπλατωνική παράδοση.
Η φιλοσοφία του Πλωτίνου: Ο Πλωτίνος θεμελιώνει και αναπτύσσει στις Εννεάδες την θεωρία των τριών υποστάσεων. Βασικές αρχές της πλωτινικής θεωρίας είναι οι τρεις οντολογικές βαθμίδες του Όντος, Εν – Νους – Ψυχή. Με βάση αυτό το μεταφυσικό μοντέλο, όλο το πλωτινικό σύστημα δομείται από την οργανική ενότητα αυτών των υποστάσεων και οργανώνεται μέσα από την οντολογική τους ιεράρχηση.
Πιο συγκεκριμένα, στον πυρήνα της πλωτινικής οντολογίας εδρεύει το απόλυτα υπερβατό Εν – Αγαθό, αντίστοιχο του πλατωνικού Αγαθού, αιτία προέλευσης, απαρχή και σκοπός όλων των υπολοίπων υποστάσεων και των όντων που μετέχουν σ’ αυτές.
Δεύτερος στην τάξη, ύστερος του Ενός και πρώτος άριστος φορέας του, βρίσκεται ο Νους. Ο πλωτινικός Νους, σύνθεση του αριστοτελικού Θεού και του πλατωνικού νοητού κόσμου των Ιδεών, μεταλαμβάνει της απόλυτης πρώτης λάμψης και σοφίας του Ενός, ένας αιώνιος, άφθαρτος, αμετάβλητος και αυτοπροσδιοριζόμενος Νους.
Τρίτη και τελευταία στην μεταφυσική ιεραρχία του πλωτινικού συστήματος βρίσκεται η Ψυχή. Η πλωτινική Ψυχή, σε αντίθεση με την αιώνια αμεταβλητότητα τον Νου, είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη διαμορφωτική δύναμη, ποιητική αιτία του αισθητού κόσμου που κοσμεί και διοικεί όλο το Σύμπαν σύμφωνα με το αιώνιο νοητικό πρότυπο του Νου.
Ο φιλόσοφος Πλωτίνος δεν έδινε τόσο σημασία στη σωματική υπόσταση του ανθρώπου όσο στη δύναμη της ψυχής. Η ψυχή, κατά τη βασική θεωρία του των «τριών υποστάσεων», έχει θεϊκή προέλευση και θεϊκή υπόσταση. Η ψυχή δίνει πνοή στην αδιαμόρφωτη ύλη του κόσμου στην οποία συγκαταλέγονται και τα σώματα των ανθρώπων.

Ο άνθρωπος λοιπόν για να εξασφαλίσει την αιωνιότητα της ψυχής του θα πρέπει να την αφιερώσει στον υπέρτατο σκοπό της ένωσης με το Θείο. Αν όμως λησμονήσει τη φύση της ψυχής του και αυτή αφιερωθεί εξολοκλήρου στην εξυπηρέτηση των υλικών αναγκών και «δεθεί» με την υποδεέστερη αξιολογικά εγκόσμια ύλη, η φυσική τιμωρία της θα είναι ο θάνατος μαζί με το σώμα. Έτσι λοιπόν η ψυχή όχι μόνο δεν ανταμείβεται -για το ότι θυσίασε την αρχική της επουράνια θέση για να ζωογονήσει την κοσμική ύλη- αλλά τιμωρείται εξαιτίας της αλαζονικής στάσης που κράτησε αφού την γοήτευσε η επιφανειακή χάρη της υλικής διάστασης.

Ο Πλωτίνος εκτός των άλλων δεν απέφυγε όμως να υιοθετήσει και την πλατωνική θεώρηση για την ιδανική πολιτεία. Μια πολιτεία χωρισμένη σε τρεις τάξεις (λαός, φύλακες, άρχοντες, -το ρόλο των τελευταίων θα έπαιζαν οπωσδήποτε και αποκλειστικά οι φιλόσοφοι-), στα πλαίσια της οποίας το καθένα άτομο θα είχε προκαθορισμένη θέση στην κοινωνία και ελάχιστες δυνατότητες ανέλιξης. Η θεώρηση αυτή, όσο και αν φαίνεται στον σύγχρονο προοδευτικό κοινό νου απαράδεκτη και ένα σοβαρό πλήγμα στις διαχρονικές δημοκρατικές αντιλήψεις, δε θα πρέπει να κριθεί ανεξάρτητα από το κλίμα και τα «πιστεύω» της τότε εποχής.

Ο Πλωτίνος έδωσε μια άλλη διάσταση στη φιλοσοφική σκέψη. Καθόρισε το σκοπό της φιλοσοφίας όχι μόνο σε επίπεδο άσκησης του ανθρωπίνου πνεύματος και της ανθρώπινης λογικής ικανότητας, καθώς τον είχαν καθορίσει προγενέστεροι φιλόσοφοι, αλλά σε παράγοντα που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία της αιωνιότητας.

Ο Πλωτίνος θεμελιώνει και αναπτύσσει στις «Εννεάδες» τη θεωρία των τριών υποστάσεων. Βασικές αρχές της πλωτινικής θεωρίας είναι οι τρεις οντολογικές βαθμίδες του Όντος, Εν – Νους – Ψυχή. Με βάση αυτό το μεταφυσικό μοντέλο, όλο το πλωτινικό σύστημα δομείται από την οργανική ενότητα αυτών των υποστάσεων και οργανώνεται μέσα από την οντολογική τους ιεράρχηση.

Ας αφιερώσουμε την δέουσα προσοχή στη διδασκαλία του Πλω­τίνου όπως μας την μετέφερε ο ΓΙορφύριος στις Εννεάδες. Από τον Πλάτωνα ο Πλωτίνος άντλησε την πεποίθηση πως μόνη πραγ­ματική γνώση είναι η γνώση της ιδεώδους μορφής ενός υλικού πράγματος.

Η φιλοσοφία -και όχι οι διάφορες μυστηριακές θρη­σκείες- είναι το μέσον για να απελευθερωθεί κανείς από την κα­ταπίεση του υλικού κόσμου των ανθρώπων – που προσλαμβάνε­ται ως ένας κόσμος καταστροφής, βασάνων, πολέμου και πείνας, αρρώστιας και θανάτου- αλλά επίσης και ως ένας κόσμος όπου λάμπει η αλήθεια και όπου οι φθαρτές εικόνες αποκαλύπτουν τα ιδεώδη αρχέτυπά τους. 
Όπως και ο Πλάτων, ο Πλωτίνος πί­στευε πως η ανθρώπινη ψυχή ερχόταν από ψηλά και εμπεριείχε συγκεκριμένες «πληροφορίες» [δυνάμεις] από τον κόσμο των ι­δεών. Όταν βυθίζεται στον υλικό κόσμο, έναν κόσμο όχι τόσο του «είναι» όσο του «γίγνεσθαι», η ψυχή μπερδεύεται, ταράζεται και παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι είναι ενσώματη (Έννεάς 4, 1.8′ 4 I 4) Η ψυχή πρέπει να μάθει να αντιστέκεται στις δυνάμεις που δρουν στον κόσμο. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μέσω «της πάλης προς τα επάνω» τα μάτια της ψυχής στρέφονται, από τις συγχύσεις του ευμετάβλητου κόσμου, προς την αμετάβλητη τε­λειότητα του κόσμου των ιδεών. 
Αυτή η διαδικασία, ωστόσο, είχε περισσότερα πρακτικό παρά μυστικιστικό χαρακτήρα. Ξεκινούσε με την αποσαφήνιση απλών και καθημερινών εννοιών («Τι εννοεί ο Πλάτων με τον όρο «ιδέα») περιλάμβανε μια διδασκαλία που στόχευε στην αναμόρφωση των επιθυμιών μας (εφ’ όσον το σώμα φυσιολογικά έλκεται από το ευμετάβλητο και το υλικό) και κατέ­ληγε σε συμπεράσματα μέσα από έναν τέλειο χειρισμό της τεχνι­κής της διαλεκτικής φιλοσοφίας όπως διδασκόταν στη νεοπλατωνική σχολή. 
Το τέλος (ο τελικός σκοπός) της γνώσης είναι η αλήθεια, αν και θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει και «θεό». Αυτός ο «θεός» δεν είναι ο χριστιανικός θεός, ούτε καν η χριστιανική ιδέα για το θεό. Οι χριστιανοί θεολόγοι από τον δεύτερο αιώνα και μετά έ­χουν παρερμηνεύσει τον Πλάτωνα (όπως παρερμήνευσαν και τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο) πάνω σ’  αυτό το θεμελιώδες ζήτημα. 
Αυτή η σύγχυση προκύπτει, όπως παρατήρησε κάποτε ο Etienne Gilson, διότι «μετά από τόσα χρόνια χριστιανικής σκέψης έχει γί­νει εξαιρετικά δύσκολο για μας να φανταστούμε έναν κόσμο όπου οι θεοί δεν είναι η ύψιστη πραγματικότητα, όπου η υπέρτατη α­λήθεια δεν είναι ένας θεός» (Erienne Gilson, Θεός και Φιλοσοφία, 1941 σελ. 27). 
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι θεοί ήταν κατώτε­ροι από τις ιδέες. Ο ήλιος, για παράδειγμα, εθεωρείτο από τον Πλάτωνα -όπως και από τον Μ. Κωνσταντίνο και από τη νεαρή εκκλησία— ότι είναι θεός. Κι ωστόσο, στη φιλοσοφία του Πλάτω­να ο ήλιος, που είναι ένας θεός, είναι τέκνο του Αγαθού, το οποίο δεν είναι θεός. Οι θεοί ήταν ζωντανά πλάσματα που ζούσαν ως ά­τομα, καταληπτοί, απαραίτητοι και αιώνιοι (με την έννοια ότι δεν ήσαν θνητοί) δεν ήσαν όμως οι αναλλοίωτες και απαράλλαχτες ιδέες (πρβ. Πλωτίνος, Έννεάς 6, 1.3). 
Επίσης, ο τρόπος που κατανοούσε ο Πλωτίνος την ψυχή ερχό­ταν σε αντίθεση με τη χριστιανική θεωρία για το θεό. Ένας ουρά­νιος ερως (έλξη) κατοικοεδρεύει σε κάθε ανθρώπινη ψυχή -μια φυ­σική αλλά δυσλειτουργική επιθυμία να ανέλθει προς τα πάνω. α­πό το ένα επίπεδο στο άλλο, προς την τελειότητα των Ιδεών και μακριά από τις ατέλειες που την περιορίζουν. 
Η εξύψωση μετα­τρέπει ολοένα την ανθρώπινη ψυχή σε θεϊκή της δίνει θεϊκό χα­ρακτήρα, με την έννοια ότι η ψυχή σταδιακά απαλλάσσεται από τα μέρη εκείνα που σφετερίζεται η θνητότητα του ανθρώπου, και γίνεται σαν τους θεούς. Κατά βάση, αυτός ο στόχος -η εξύψωση- είναι κάτι το πρακτικό, αν και η γλώσσα με την οποία εκφράζε­ται είναι εκείνη των ελληνικών μύθων. Η «εξύψωση» γίνεται μέ­σω του νου, εξύψωση, σε φιλοσοφική διατύπωση, είναι η διεύρυν­ση της κατανόησης. Η διαλεκτική σκέψη οδηγεί στην κατανόηση: αρχικά του καταληπτού και κατόπιν του θεϊκού, του πρωταρχικού. 
Χάρη στην ενόραση, η ψυχή που κατακτά αυτή τη βαθειά γνώση νιώθει πως ενώνεται με το θεϊκό φως αλλά γνωρίζει επί­σης πως δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος αυτού του φωτός. Η εξα­τομίκευση (συνεπώς και η χριστιανική ιδέα του προσωπικού θεού- δημιουργού, η ιδέα της ανάστασης της σάρκας και της σωτηρίας της ατομικής ψυχής) είναι το ακριβώς αντίθετο αυτής της αντίλη­ψης. 
Στους οπαδούς του Πλωτίνου άρεσε να τραγουδούν ένα αρχαίο ελληνικό τραγούδι, που στις μέρες τους συνέχιζαν να διδάσκουν οι στωικοί φιλόσοφοι,  ένα τραγούδι που υμνούσε την ομορφιά αυτού του κόσμου που στο κάτω-κάτω αποτελούσε σημείο εκκίνησης για την ανύψωση του νου προς το βασίλειο των Ιδεών. 
Ο Πλωτίνος, λοιπόν, επέμενε να τραγουδούν οι μαθητές του αυτό το τραγούδι για να υπερασπίζονται τη διδασκαλία του από τη βάρβαρη αντί­ληψη των χριστιανών ότι αυτός ο κόσμος ήταν ένας αξιοκαταφρονητος τόπος -άποψη που κατά παράδοξο τρόπο δεν την είχαν αντλήσει από τη Βίβλο αλλά από τη δική τους ιδιόρρυθμη ερμηνεία του Πλάτωνα (πρβ. Έννεάς, 2, 3.5 i ·4’3-9 4-9, κλπ.).

Πιθανόν να υπερεκτιμούμε το χρέος του Πορφύριου στον Πλω­τίνο,  όμως η επίδραση του γέρου δάσκαλου στο μαθητή του μοιά­ζει να άγγιξε τα όρια του θρησκευτικού προσηλυτισμού. Ο Πορφύ­ριος το αναφέρει αυτό στο έργο του Περί του Πλωτίνου βίου. Με τη διδασκαλία του ο Πλωτίνος προσέλκυε ολόκληρες οικογένειες. Ετοιμοθάνατες γυναίκες παρέδιδαν τα παιδιά τους στη φροντίδα του δασκάλου, που βρέθηκε να προστατεύει πολλά παιδιά ανα­λαμβάνοντας ταυτόχρονα το ρόλο του κηδεμόνα, του δάσκαλου της φιλοσοφίας και του έμπιστου φίλου.

Ο Πλωτίνος κέρδισε την εμπιστοσύνη των συγκλητικών και των πολιτικών σε τέτοιο βα­θμό που μετά από είκοσι έξι χρόνια διδασκαλίας στη Ρώμη -πό­λη που δεν φημιζόταν ιδιαίτερα για τη φιλανθρωπία και την επιείκειά της-, δεν είχε ούτε έναν εχθρό μεταξύ των πολιτικών της. (Π.Π.Βίου Ι5’9′ πρβ· Ευσέβιου Ευαγγελική προπαρασκευή 10.3)

Όταν ο Πλωτίνος πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια, ε­πικεφαλής της σχολής στη Ρώμη μπήκε ο ΓΙορφύριος, όμως δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την επιβίωσή της. Αφού για ένα διά­στημα φλερτάρισε με τη μαντεία και προσπάθησε να δώσει φιλο­λογικού χαρακτήρα ερμηνείες σε χρησμούς και προφητείες μα­ντείων, στη συνέχεια ανέλαβε να εξηγήσει το φαινόμενο της ποικι­λομορφίας των ανθρώπινων αντιλήψεων για το θεό.

Το 1794 και το 1817 ο τελευταίος Νεοπλατωνιστής Αγγλος Thomas Taylor εκδίδει το βιβλίο «the Works of Plotinus», στο οποίο περιγράφει ένα διάλογο του Πλωτίνου με το μαθητή του Πορφύριο, μέσα από τον οποίο  σκιαγραφεί τη σκέψη του Πλωτίνου.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Ο Αμέλιος μου είπε Πλωτίνε, ότι για να φιλοσοφήσω πρέπει πρώτα να γνωρίσω τις παγκόσμιες αρχές. Γι’ αυτό σε ερωτώ. Τι βρίσκεται πίσω απ’ όλες τις μορφές της ζωής; Τι είναι η φύση; Πώς μπορεί να περιγραφεί;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Πάνω απ’ όλα πρέπει να βρίσκεται κάτι που να είναι απλό. Γιατί αν δεν είναι απλό και δεν είναι το ΕΝ, τότε δεν θα είναι η αιτία. Η αιτία των πάντων πρέπει να είναι μία και μοναδική.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μα το δημιουργημένο σύμπαν είναι πολλαπλασιαζόμενο και σύνθετο. Θέλεις να πεις ότι το σύνθετο προέρχεται από το απλό;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Δεν είναι δυνατό για τα πολλά να υπάρχουν εκτός κι αν υπάρχει το ΕΝ, απ’ το οποίο αποτελούνται και το οποίο υπάρχει πριν απ’ όλα τα άλλα. Το ΕΝ είναι η αιτία όλων.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πώς μπορεί δάσκαλε το ΕΝ να περιγραφεί; Έχω την εντύπωση ότι το ΕΝ υπερβαίνει τη δυνατότητα της ανθρώπινης αντίληψης, και ότι η ανθρώπινη έκφραση θα μπορούσε μόνο το αλλοιώσει.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ:
Πώς αλήθεια μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό; Μπορούμε να πούμε κάτι γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούμε να το περιγράψουμε. Ούτε έχουμε κάποια γνώση ή διανοητική αντίληψή του. Μπορούμε να πούμε τι δεν είναι και όχι τι είναι. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να το γνωρίσουμε.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μπορούμε να πούμε ότι το ΕΝ είναι η ύπαρξη;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το ΈΝΑ δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η ύπαρξη είναι η εκπόρευσή του, η πρώτη γέννηση. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει όνομα για το ΕΝ, είναι ανέκφραστο.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Είναι περισσότερο μη ύπαρξη παρά ύπαρξη. Δεν έχει όμως σχέση με την εκδηλωμένη πεπερασμένη ύπαρξη;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το ΕΝ είναι τα πάντα, και ταυτόχρονα τίποτα. Το ΕΝ είναι τα πάντα, για το λόγο ότι όλα ενυπάρχουν μέσα του. Στους κόλπους του υπάρχουν, και ΘΑ υπάρξουν τα πάντα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Το ΕΝ αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα. Ποια όμως η σχέση του Ενός με την ζωή;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Υπάρχει πριν από την ζωή και είναι η αιτία της, εφόσον η ενέργεια της ζωής δεν προηγείται αλλά αντίθετα απορρέει από την ανέκφραστη πηγή του ΕΝΟΣ.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πρέπει να υποθέσουμε λοιπόν ότι το ΕΝ που υπάρχει πριν απ’ όλα, δεν είναι το εκδηλωμένο σύμπαν. Που βρίσκεται λοιπόν το ΕΝ;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το ΕΝ υπάρχει παντού. Δεν υπάρχει μέρος όπου δεν είναι, γι’ αυτό και γεμίζει τα πάντα. Μέσω αυτού υπάρχουν τα πάντα. Το ΕΝ γεμίζει τα πάντα, παράγει τα πάντα, χωρίς να είναι αυτό που παράγει.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μα Πλωτίνε ξέρεις καλά ότι το εκδηλωμένο σύμπαν χαρακτηρίζεται από την κίνηση. Είναι το ΕΝ η κίνηση; Ή είναι η δυνατότητα της κίνησης μία συνθήκη στάσης; Ποια η σχέση του ΕΝΟΣ με την κίνηση και τη στάση;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το ΕΝ υπερέχει και της κίνησης και της στάσης. Είναι η δυνατότητα και της κίνησης και της στάσης, υπερέχει και των δύο.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Άλλη μία σκέψη με προβληματίζει δάσκαλε. Το σύμπαν εκδηλώνεται διανοητικά. Μπορείς να περιγράψεις το ΕΝ σαν διάνοια; Με άλλα λόγια το ΕΝ σκέπτεται;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το ΕΝ δεν σκέπτεται γιατί εμπεριέχει τόσο την σκέψη, όσο και το σκεπτόμενο. Το ΕΝ δεν είναι η διάνοια, αλλά ανώτερο της διάνοιας. Κατά συνέπεια εφόσον είναι ανώτερο της διάνοιας η εκπόρευσή του θα είναι και διανοητική.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Είναι φανερό ότι το ΕΝ είναι πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη. Δεν μπορείς όμως δάσκαλε να μου περιγράψεις περιοχές του ΕΝΟΣ που να μπορώ να αντιληφθώ ; Τι ακολουθεί τη συνθήκη της δυνατότητας ; πώς το σύμπαν εκδηλώνεται;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Οτιδήποτε υπάρχει μετά από το ΕΝ, προέρχεται απ’ αυτό. Αλλά αυτό το δεύτερο στάδιο της ύπαρξης, δεν θα είναι πια το ΕΝ αλλά η πολλαπλότητα του ΕΝΟΣ. Διαπιστώνουμε ότι όλα τα πράγματα που πλησιάζουν την τελειότητα δεν μπορούν να παραμείνουν σε ανεκδήλωτη ύπαρξη, αλλά πρέπει να εκδηλώνονται. Αυτό παρατηρείται σε όλη τη φύση. Όχι μόνο στα όντα που είναι ικανά επιλογών, αλλά ακόμα και σ’ αυτά που στερούνται της επιλογής, υπάρχει η τάση να μεταδίδουν ό,τι ενυπάρχει μέσα τους. Για παράδειγμα η φωτιά παράγει θερμότητα, το χιόνι παράγει κρύο. Γι’ αυτό το λόγο, όλα τα πράγματα στη φύση τείνουν στην αθανασία με την εκδήλωση των ποιοτήτων τους. Το ΕΝ εκδηλώνει τον εαυτό του. Αυτό που εκδηλώνεται, εκδηλώνει παράλληλα τον εαυτό του.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Α μάλιστα. Διδάσκεις λοιπόν κι εσύ το δόγμα «της απόρροιας» των Γνωστικών. Ξεχνάς όμως Πλωτίνε, ότι όλα τα εκδηλωμένα είναι φτιαγμένα από ύλη. Πως μπορεί η ύλη να παράγει τον αυτό της;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ύλη δεν είναι νεκρή. Η ύλη δεν στερείται ζωής και νοημοσύνης. Το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο. Το σχήμα και η ύλη είναι αρχές αναγκαίες για οτιδήποτε έχει σώμα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Καταλαβαίνω Πλωτίνε. Η θεωρία σου υποστηρίζει ότι το πνεύμα και η ύλη δεν πρέπει να θεωρούνται σαν ξεχωριστές οντότητες, αλλά σαν δύο όψεις του ΕΝΟΣ, που αποτελεί τη βάση της ύπαρξης. Αλλά τι συμβαίνει με τον άνθρωπο; Υπάρχει κάτι στον άνθρωπο που αντιστοιχεί στο ΕΝ;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Πρέπει να υπάρχει μια άλλη φύση, διαφορετική απ’ το σώμα, που γεννά ύπαρξη απ’ τον εαυτό της. Είναι αναγκαίο και πρέπει να υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωταρχικό είδος ζωής, που είναι επίσης χωρίς μορφή και αιώνιο, και που είναι μέρος όλων των πραγμάτων . Είναι αναγκαίο να υπάρχει κάτι που είναι η πηγή της ζωής, κάτι που θα είναι πέρα από την σωματική φύση.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μιλάς γι’ αυτό που ονομάζουμε Ψυχή; Εάν ναι ποια είναι η σχέση της ψυχής με το ΕΝ;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή είναι ΕΝ και σέβεται το ΕΝ. Η ψυχή εμπεριέχει άφθονο μέρος της ουσίας του ΕΝΟΣ μέσα της.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Ποια είναι η φύση της ψυχής;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή δεν έχει σώμα όπως διδάσκουν οι Στωικοί. Κανένα άθροισμα ατόμων δεν θα μπορούσε να παράξει την ψυχή. Η ψυχή είναι μια ασώματη και αθάνατη ουσία. Η ψυχή μεταδίδει κίνηση σε όλα. Μεταδίδει ζωή στο σώμα. Αυτή μόνη κατέχει την αληθινή ζωή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Ποια είναι η γνώμη σου για τη σχέση των ψυχών με την παγκόσμια ψυχή;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Το σύμπαν ενυπάρχει στη ψυχή που είναι η ουσία του, και κανένα τμήμα του δεν στερείται της ψυχής που το υγραίνει με ζωή, όπως το δίχτυ στο νερό. Εάν όλες οι ψυχές γίνονται ΕΝ στη συμπαντική ψυχή, γιατί δεν θα μπορούσαν μαζί να σχηματίζουν το ΕΝ; Εάν η ψυχή μου και η ψυχή σου προέρχονται από την παγκόσμια ψυχή τότε όλες οι ψυχές σχηματίζουν το ΕΝ.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πως τότε Πλωτίνε, θα όριζες τον άνθρωπο; Είναι ο άνθρωπος μία ψυχή ή κατέχει απλώς, κατέχει μία ψυχή;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο άνθρωπος είναι ψυχή κι έχει ένα σώμα. Η φύση και η ουσία αυτών των δύο πρέπει να διαχωριστεί. Από τη στιγμή που το σώμα είναι σύνθετο, η ανάγκη δεν μπορεί να το διατηρήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Η γνώση ομοίως δείχνει πως, ότι διαλύεται κατά το θάνατο, δέχεται διαχωρισμούς μιας και κάθε τι που ενυπάρχει σε κάτι, τείνει στο όλο και όμοιό του απ’ όπου προήλθε. Η ψυχή λοιπόν, διαχωρίζεται κατά το θάνατο απ’ το σώμα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Το σώμα μας δεν αποτελεί μέρος μας Πλωτίνε;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Εάν το σώμα είναι μέρος μας, τότε δεν είμαστε εξ’ ολοκλήρου αθάνατοι. Όταν όμως διακρίνουμε σωστά, βλέπουμε ότι το σώμα είναι μόνο το όργανο της ψυχής, και ότι η ψυχή είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μα Πλωτίνε, παρ’ ότι το σώμα είναι ένα όργανο μόνο της ψυχής, παρ’ όλα αυτά είναι ένα σημαντικό μέρος της. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρίς αυτό.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Δεν είμαστε το σώμα, αλλά δεν είμαστε και εντελώς χωρισμένοι απ’ αυτό. Είναι εξαρτώμενο από μας. Γι’ αυτό οι πόνοι και οι ηδονές που βιώνει το σώμα, μας επηρεάζουν. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε, τόσο πιο πολύ ασχολούμαστε μ’ αυτό. Μέσα σ’ αυτό είναι δεμένο ένα μέρος του εαυτού μας, που αποτελεί την προσωπικότητα μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Γιατί τότε Πλωτίνε οι άνθρωποι μιλούν για τη ψυχή σαν να είναι το σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Λέγεται ότι η ψυχή είναι το σώμα, για το λόγο ότι το σώμα είναι ορατό. Αλλά αν μπορούσαμε να δούμε τη ψυχή, και αν μπορούσαμε να δούμε ότι περιβάλει το σώμα με τη ζωή που κατέχει, θα λέγαμε ότι η ψυχή δεν είναι με κανένα τρόπο το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα περιέχεται μέσα σ’ αυτήν, αυτό που ρέει μέσα στο ακίνητο.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα έτσι ώστε να μου γίνει πιο ξεκάθαρο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή λέγεται ότι υπάρχει στο σώμα όπως ο καπετάνιος σ’ ένα πλοίο. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί αφ’ ενός βρίσκεται στο πλοίο κατά τύχη και αφ’ ετέρου γιατί ο καπετάνιος κυβερνά όλο το πλοίο, ενώ βρίσκεται σ’ ένα μόνο μέρος του, ενώ η ψυχή κυβερνά το σώμα και είναι παρούσα παντού. Ένα καλύτερο παράδειγμα θα ήταν εάν λέγαμε ότι η ψυχή είναι παρούσα στο σώμα όπως το φως στον αέρα. Το φως είναι παρόν στον αέρα χωρίς να ανακατεύεται μ’ αυτόν. Όταν το φως αποσύρεται απ’ τον αέρα, μέσα στον οποίο ακτινοβολεί, αυτός (ο αέρας) δεν κρατά τίποτα απ’ το φως, αλλά φωτίζεται μόνο για όσο ο αέρας παραμένει το μέσα του.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Σ’ ευχαριστώ Πλωτίνε για τα παραδείγματα. Αλλά έχω άλλη μια ερώτηση που θα ήθελα να σου κάνω. Είπες πριν από λίγο ότι μέρος του εαυτού μας είναι δεμένο στο σώμα μας. Πρέπει να υποθέσω ότι και όλη η ψυχή δεν είναι παρούσα στο σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή δεν εισέρχεται ολοκληρωτικά στο σώμα. Το υψηλότερο μέρος μένει πάντα ενωμένο με τον νοήμονα κόσμο, ενώ το κατώτερο μέρος της παραμένει ενωμένο με τον αισθητό κόσμο. Το ανώτερο μέρος της είναι ανεπηρέαστο από την έλξη των παροδικών απολαύσεων και οδηγεί σε μια ατάραχη ζωή. Κάθε ψυχή έχει ένα κατώτερο μέρος που είναι στραμμένο προς το σώμα και ένα ανώτερο που είναι στραμμένο προς τη θεία διάνοια.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μάλιστα. Η φύση της ψυχής γίνεται δυαδική μόλις εισέρχεται στο σώμα. Συνεπώς αυτό αναγκαστικά σημαίνει διπλή δράση.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ακριβώς. Η ψυχή έχει διπλή δράση στη σχέση της με το πάνω και το κάτω. Με την πρώτη της ενέργεια ελέγχει το σώμα και με τη δεύτερη, μελετά τις καταληπτές οντότητες.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Κατάλαβα. Η ψυχή είναι μια ενεργή οντότητα. Πως ενεργεί;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή έχει οντότητα με χαρακτηριστική φύση και ενέργειες. Μια απ’ αυτές είναι η μνήμη, της οποίας η άσκηση εμποδίζεται μόνο απ’ το σώμα. Όταν η ψυχή δένεται στο σώμα, ξεχνάει. Όταν διαχωρίζεται θυμάται. Γι’ αυτό το λόγο, το σώμα είναι η πηγή της λήθης. Η μνήμη ανήκει μόνο στην ψυχή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πώς η ψυχή χρησιμοποιεί τα σώματα; Υπάρχει κάποιος νόμος που προκαλεί τη μετενσάρκωση σ’ ένα σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Αυτό που ονομάζεται αναπόφευκτη ανάγκη και θεία δικαιοσύνη, κυβερνά τη φύση που προκαλεί κάθε ψυχή να εισέρχεται σ’ εκείνο το σώμα που έχει επιλέξει. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, η ψυχή πλησιάζει το σώμα σ’ εκείνο όπου οφείλει να εισέλθει. Κάθε ψυχή έχει την δική της ώρα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Πλωτίνε φαίνεται ότι διδάσκεις για μια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Ο νόμος για τον οποίο μιλάς που βρίσκεται; Από πού πηγάζει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο καθένας από μας κουβαλά μαζί του αυτόν το νόμο, ένα νόμο του οποίου η ισχύς δεν πηγάζει απ’ έξω, αλλά που είναι έμφυτη.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Ποιος είναι ο σκοπός της μετενσάρκωσης;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η ψυχή κατέρχεται για να εξελίξει τις δυνάμεις της και για να στολίσει ό,τι βρίσκεται κάτω απ’ αυτήν. Η ψυχή αλλάζει σώματα με τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα θεατρικό έργο ο ηθοποιός πεθαίνει, αλλά στην επόμενη σκηνή, αλλάζει ενδύματα και υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο και επιστρέφει στη σκηνή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Τι είναι τότε Πλωτίνε ο θάνατος;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Θάνατος είναι μόνο η αλλαγή του σώματος, όπως και να έχει, αυτός που αναχωρεί θα ξαναγυρίσει να παίξει.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Δώσε μου ακόμα ένα παράδειγμα Πλωτίνε. Είναι ένα θέμα που πάντα με μπέρδευε.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Η Ζωή είναι ένας συνεταιρισμός της ψυχής και του σώματος. Θάνατος είναι ο χωρισμός. Τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο, η ψυχή νοιώθει σαν στο σπίτι της.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Τι συνείδηση έχει η ψυχή μετά το θάνατο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Υπάρχουν δυο στάδια μετά θάνατο. Στο πρώτο η ψυχή έλκεται απ’ το σώμα που αναπολεί ό,τι ο άνθρωπος έκανε ή υπέφερε κατά την διάρκεια της ζωής του. Στη διάρκεια του χρόνου όμως η ανάμνηση προηγούμενων ζωών θα επιτευχθεί. Για το λόγο ότι με τον καιρό η ψυχή εξαρτάται όλο και λιγότερο απ’ το σώμα κι έτσι αρχίζει να θυμάται πράγματα που είχε ξεχάσει στην παρούσα ζωή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Και όταν η ψυχή επιστρέφει στη γήινη ύπαρξη Πλωτίνε, τι συμβαίνει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Συναντά τις συνέπειες των προηγούμενων οφειλών της. Αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους, ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων, εάν καταχράστηκαν την εξουσία τους, θα γίνουν αυτοί σκλάβοι. Δεν εναπόκειται μόνο στην τύχη το να γίνει κάποιος σκλάβος, φυλακισμένος ή ατιμασμένος. Θα πρέπει να έχει διαπράξει τη βία την οποία εισπράττει. Εάν επιθυμείς να ανακαλύψεις την διανεμόμενη δικαιοσύνη, δεν είναι αρκετό να εξετάζεις μόνο το παρόν αλλά τόσο το παρελθόν, όσο και το μέλλον. Το σύστημα αυτό ανταποδοτικότητας είναι απόλυτο, δίκαιο και σοφό. Η τάξη που κυριαρχεί στο σύμπαν είναι αιώνια. Επενεργεί στο κάθε τι ακόμα και στα μικρότερα πράγματα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μου υπέδειξες Πλωτίνε ότι ο άνθρωπος είναι ο υπαίτιος της μοίρας του και ο μοναδικός υπεύθυνος που ενεργοποιεί τις αιτίες τόσο της ευτυχίας όσο και της δυστυχίας του. Πώς όμως αυτός ο νόμος που κληρονομείται στον άνθρωπο ορίζει την ποιότητα και την ποσότητα της τιμωρίας που ο άνθρωπος πρέπει να υποφέρει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Ο Θείος νόμος είναι αναπόφευκτος και περιέχει μέσα του τη δύναμη της δικαιοσύνης. Μέσω του νόμου καθορίζεται πώς και για πόσο είναι αναγκαίο κάποιος να υποφέρει. Οι τιμωρίες που εξαγνίζουν το κακό, πρέπει να προέρχονται απ’ την τάξη που κυβερνά όλα τα πράγματα. Οι κακές πράξεις τα ατυχήματα και η δυστυχία που καταπιέζουν το καλό, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι οι συνέπειες προηγούμενων σφαλμάτων. Η παγκόσμια τάξη δεν πρέπει να κατηγορείται ως άδικη , αλλά πρέπει να επιμένουμε στη διανομή του δίκαιου. Εάν δεν καταλαβαίνουμε κάποιες πτυχές του Θείου νόμου είναι λόγω κρυφών αιτιών που διαφεύγουν της γνώσης μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Διανεμητής δικαιοσύνης. Θα θυμάμαι αυτές τις λέξεις Πλωτίνε. Μου ξεκαθάρισες πολλά σημεία που με προβλημάτιζαν. Αλλά Πλωτίνε όλοι οι άνθρωποι υποβάλλονται στη διανομή της δικαιοσύνης με τον ίδιο τρόπο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ:Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων. Ο πρώτος αφορά τους ανθρώπους εκείνους που θεωρούν την επίγεια ζωή σαν την αρχή και το τέλος. Ο δεύτερος αφορά αυτούς που είναι ικανοί σε κάποιο βαθμό να στρέφουν τη ψυχή τους σε πιο υψηλές αξίες. Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Φως..

… και  οι πρώτοι τύποι ανθρώπων που δεν έχουν καν ψυχή, ζουν και τρέφονται από αυτούς που έχουν !

Ο Νεοπλατωνισμός συνέχισε να αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές οι οποίοι, ακολουθώντας τη φιλοσοφία του Πλωτίνου, συνέγραψαν ποικίλα έργα με ουσιαστικές όμως διαφορές από τον «πατέρα» αυτής της σχολής. Η νεοπλατωνική τάση διατηρήθηκε και μετά τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο. Εκπροσωπήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα από τον Σύρο Ιάμβλιχο, επηρέασε τον αυτοκράτορα Ιουλιανό, και τον 5ο αιώνα εκπροσωπήθηκε στην Αθήνα από τον Πρόκλο.

Στην Αλεξάνδρεια παρέμεινε ισχυρός παρά τις επιθέσεις και τις αντιδράσεις των Χριστιανών. Μια από τους θαυμαστούς εκπροσώπους της σχολής ήταν η Υπάτια, κόρη του μαθηματικού Θέωνα, η οποία διακρινόταν για το κάλλος και την ευγλωττία της. Εξάλλου, η Δύση επίσης δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τη φιλοσοφία του Πλωτίνου. Το ενδιαφέρον γι’ αυτήν εκδηλώθηκε εκεί από τα μέσα του 4ου αιώνα κ.εξ., μετά τον θάνατο του μεγάλου φιλοσόφου, κατά την έναρξη μιας μεγάλης μεταφραστικής δραστηριότητας θεολογικών και φιλοσοφικών έργων στην Ιταλία από τα Ελληνικά στα Λατινικά.

Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λατινικού Νεοπλατωνισμού είναι ο Anicius Manlius Severinus Boethius (Βοήθιος), Ρωμαίος αριστοκράτης, ο οποίος στο έργο του «Παρηγορία φιλοσοφίας» εκφράζει μια αυστηρά μονοθεϊστική πίστη στον θεό και την πρόνοια. Η μεγάλη όμως στροφή προς τον Νεοπλατωνισμό πραγματοποιήθηκε με την Ακαδημία των Μεδίκων στη Φλωρεντία, υπό τη διεύθυνση του Μαρσίλιο Φιτσίνο (Marsilio Ficino), ο οποίος μετέφρασε τις Εννεάδες του Πλωτίνου το 1492. Παράλληλα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να προσαρμόσει τις ιδέες του Νεοπλατωνισμού στις απαιτήσεις του καιρού του και επιδίωξε να τις συμβιβάσει με τα δόγματα του Χριστιανισμού.
---------------
Βιβλιογραφία:
(1) Δημήτρης Βελισσαρόπουλος: ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΕΝΝΕΑΔΩΝ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Εκδόσεις Αστυ, Αθήνα 2000.
(2) Δημήτρης Βελισσαρόπουλος: ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΙΝΔΟΙ, Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ, τ. Β’, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2000.
(3) ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΥΤΟΥ, εισαγωγή, αρχαίο κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παύλος Καλλιγάς, Κέντρο εκδόσεως έργων Ελλήνων συγγραφέων, Αθήναι 1991.
(4) J.M.Rist: THE ROAD TO REALITY, Cambridge University Press, 1967.
(5) Margaret R. Miles: PLOTINUS ON BODY AND BEAUTY, Εκδόσεις Blackwell.
(6) Jacqueline de Romilly: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα.
(7) Φ.Ι. Κακριδής: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών σπουδών, Ιδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη.
(8) W. Windelband – H. Heimsoeth: ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, τ. Α’ (μετάφραση:Ν. Σκουτερόπουλος), Γ έκδοση, Μορφωτικό Ιδρυμα Ε&νικής Τραπέζης, Α&ήνα 1991.
(9) Albin Lesky: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Εκδοτικός Ομιλος Αδερφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.