Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Η ζωή στην χούφτα μας...

Σε ένα  χωριό όπου ζούσε ένας γέρος σοφός που είχε γίνει γνωστός σε Δύση και Ανατολή για την ικανότητα του να απαντάει σωστά σε οποιαδήποτε ερώτηση, όσο δύσκολη κι αν ήταν.

Στο ίδιο χωριό ζούσαν δύο πιτσιρικάδες, αληθινά «τερατάκια», που ήθελαν πολύ να βρουν κάποια ερώτηση στην οποία ο γέρος σοφός να μην μπορεί να απαντήσει. Έψαξαν λοιπόν πολύ και τη βρήκαν.

 
Θα πάρουμε ένα μικρό ζωντανό πουλάκι είπαν μεταξύ τους, θα το κρατήσουμε στις χούφτες μας και θα πάμε να ρωτήσουμε το γέρο σοφό αν το πουλάκι ζει. Αν μας απαντήσει «ναι», τότε εμείς θα σφίξουμε λίγο τα χέρια μας και θα του πούμε: Έκανες λάθος το πουλί είναι ψόφιο. Αν πάλι μας πει «όχι», τότε θα ανοίξουμε τα χέρια μας και το πουλάκι, ολοζώντανο, θα πετάξει για τη φωλιά του.
 
Πράγματι λοιπόν, πιάνουν ένα πουλάκι στις χούφτες τους, πάνε στο γέρο σοφό και τον ρωτούν:

«Παππού, θέλουμε να μας πεις αν το πουλάκι που κρατάμε στα χέρια μας είναι ζωντανό ή νεκρό».

Ο σοφός γέρος τους κοιτάει στα μάτια, χαμογελάει τρυφερά και με πολλή αγάπη στη φωνή του, τους λέει:
 
«Παιδιά μου, προσέξτε καλά αυτό που θα σας πω. Δε χρειάζεται παρά ένα σφίξιμο των χεριών σας και το πουλάκι θα πεθάνει. Ή ένα άνοιγμα και το πουλάκι θα πετάξει ελεύθερο, όπως η φύση το όρισε να ζήσει. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο κρατάτε στις χούφτες σας και τη δική σας ζωή.
 
Είναι στο χέρι σας, αν θέλετε, να την κρατήσετε φυλακισμένη μέσα στο θανάσιμο σφιχταγκάλιασμα της άγνοιας, της δειλίας και της αδυναμίας που οδηγεί πάντα στο μαρασμό και στο θάνατο.

Είναι στο χέρι σας όμως και να την αφήσετε να πετάξει στα ουράνια και σαν δυνατός, περήφανος και όμορφος αϊτός να φτάσει όσο πιο μακριά και πιο ψηλά μπορεί, μαζεύοντας γνώση, ομορφιά και αγάπη.»

Μήδεια: "Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων."

Ο Ιάσων με την Μήδεια μαζί με τα δυο τους παιδιά ζουν τώρα εξόριστοι στην Κόρινθο. Ο Ιάσων έχει αποφασίσει να την εγκαταλείψει, για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα, του βασιλιά της Κορίνθου.
Η Μήδεια αποφασίζει να προχωρήσει όχι μόνο στον φόνο των τριών (του Ιάσονα, του Κρέοντα και της κόρης του) αλλά να σκοτώσει και τα δυο της παιδιά, για να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Με τα παιδιά της στέλνει στην κόρη του Κρέοντα πανέμορφα δώρα που θα φέρουν το θάνατο· εκείνη τα φοράει και βρίσκει φρικτό τέλος· το ίδιο και ο πατέρας της, που σπεύδει να τη βοηθήσει..

Έπειτα από πάλη με τον εαυτό της, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, που θα ταφούν από την ίδια στο ιερό της Ήρας, όπου θα γίνονται γιορτές και θυσίες. Η ίδια απομακρύνεται πάνω σε φτερωτό άρμα που της έδωσε ο πατέρας της ο Ήλιος.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι η πρώτη ρήση της Μήδειας επί σκηνής -προηγουμένως ακουγόταν να θρηνεί από μέσα. Η ρήση της Μήδειας αποτελεί ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τη θέση της γυναίκας, ιδίως σε σχέση με τον γάμο, και για την αντιπαράθεση των φύλων.

"Γυναίκες Κορίνθιες. Από το σπίτι βγήκα
τη μομφή σας να αποφύγω.
Γνωρίζω ανθρώπους πολλούς υπερήφανους
άλλους κρυμμένους κι άλλους έξω στο δρόμο.
Άλλοι πάλι εξαιτίας του ήσυχου βίου τους
κακό απόκτησαν όνομα και ραθυμία...
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα μάτια του κόσμου.
Προτού βαθιά ερευνήσουν τι κρύβεις στα σπλάχνα σου
με μίσος σε βλέπουν
δίχως σε τίποτε να έχουν αδικηθεί.

Χρέος του ξένου είναι βεβαίως
με την πόλη εντελώς να συντάσσεται.
Ούτε επαινώ τον αυθάδη εκείνο αστό
που πικραίνει τους συμπολίτες του με αλαζονεία.

Εμένα όμως τι χτύπημα απρόσμενο με βρήκε
και τη ζωή μου χάλασε.
Χάνομαι, φίλες.
Αφήνω τις χαρές του βίου μου και πρέπει να πεθάνω.
Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων.
Καλά το γνωρίζει κι ο ίδιος.
Τώρα - βρέθηκε να ᾽ναι ο χειρότερος όλων ο άντρας μου.
Από όλα τα έμψυχα όντα, τα νοήμονα
εμείς οι γυναίκες είμαστε το αθλιότερο φύτρο.
Πρώτα με χρήματα άφθονα πρέπει
τον άντρα μας να αγοράζουμε
κι αφέντη στο κορμί μας επιβάλλουμε.

Χειρότερο άλλο κακό δεν υπάρχει.
Κι είναι εδώ η αγωνία η μεγαλύτερη,
αν πήρες άντρα χρηστό ή άχρηστο.
Για τις γυναίκες βέβαια τιμητικό το διαζύγιο δεν είναι.
Ούτε μπορείς να αποφεύγεις τον άντρα σου.
Κι αν ευρεθείς σε άλλες συνήθειες και νόμους
πρέπει να γίνεις μάντης
για όσα δεν σου έμαθε το πατρικό σου
πώς δηλαδή καλύτερα το σύζυγό σου να υπηρετείς.

Κι αν όλα τούτα επιτύχουμε με κόπο
κι ο άντρας μας συζεί μαζί μας
χωρίς να νιώθει βάρος το ζυγό του γάμου,
αξιοζήλευτη ζωή περνούμε.
Αλλιώς ο θάνατος μας πρέπει.
Ο άντρας αν βαρεθεί μέσα στο σπίτι του
βγαίνει έξω και της καρδιάς το βάρος ελαφρώνει
κοντά σε φίλους και σε συνομίληκους.

Λένε οι άντρες πως εμείς ακίνδυνη ζωή
στο σπίτι ζούμε ενώ εκείνοι πολεμούν στη μάχη.
Ανόητοι άντρες.
Τρεις φορές θα προτιμούσα σε ώρα μάχης
δίπλα στην ασπίδα να σταθώ
από το να γεννήσω μια φορά.
Όμως τα λόγια τούτα σε μένα μοναχά ταιριάζουν.
Εσύ έχεις πόλη, σπίτι πατρικό,
του βίου την απόλαυση, τη συντροφιά των φίλων.
Εγώ είμαι έρημη. Χωρίς πατρίδα
από τον άντρα μου ταπεινωμένη,
λάφυρο από γη βαρβαρική.
Ούτε μητέρα, ούτε αδελφό, συγγενή κανένα
δεν έχω λιμάνι στη συμφορά μου αυτή.

Μια χάρη ωστόσο να σου ζητήσω επιθυμώ:
αν κάποιο τρόπο, κάποιο τέχνασμα εξευρεθεί
τον άντρα μου για τα τόσα εγκλήματα να αντιπληρώσω,
σιωπή τότε!

Γεμάτη βέβαια είναι από φόβο η γυναίκα.
Στα χέρια αδύναμη, τα όπλα αποστρέφεται.
Αν όμως βρεθεί στην κλίνη της αδικημένη
πνεύμα πιο αιμοβόρο απ᾽ αυτή δεν υπάρχει.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 70. – Μήδεια 214-266

Πορφύριος:" Ποιοί πραγματοποιούν την Ανάβαση προς τους Θεούς "

 

Ο Πορφύριος, σύμφωνα με την βασική εκδοχή, γεννήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης το 323 ή το 333 μχ. Μαθητής του Πλωτίνου και συνεχιστής του (ουσιαστικός ιδρυτής) στη νεοπλατωνική σχολή της Ρώμης, ανέπτυξε ως σχολάρχης και ως φιλόσοφος, εκτός από διδακτική, και γόνιμη συγγραφική δραστηριότητα. Γνώστης των εβραϊκών γραφών, μελετητής των ευαγγελίων και ιδίως των προφητών, καταστάλαξε από νωρίς στην τοποθέτησή του εναντίον του χριστιανισμού. Το «Κατά Χριστιανών», το πιο γνωστό σύγγραμμά του. Στην πραγματικότητα, τα συγγράμματά του, που στο μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκαν ή σώζονται αποσπασματικά, ήταν για αιώνες ολόκληρους εκτός νόμου... Ο Πορφύριος ήταν αναμφισβήτητα πάνω από όλα ένας πιστός εθνικός, με βαθύ σεβασμό προς τις πατροπαράδοτες παραδόσεις. Συνέλεξε πολλές αρχαίες προσευχές και αρκετοί τον θεωρούν ως τον «εκσυγχρονιστή» της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Όταν είχε γίνει διευθυντής της «πλωτινικής σχολής», παντρεύτηκε την ασθενική χήρα ενός φίλου του, την Μαρκέλλα, που είχε 7 παιδιά. Ο λόγος αυτής του της απόφασης δεν είχε να κάνει με μία σαρκική υποκίνηση, αλλά γιατί την λυπήθηκε, καθώς και θαύμασε τις φιλοσοφικές της τάσεις. Δεν παρέμειναν όμως σύνοικοι για μεγάλο διάστημα, αφού ο Πορφύριος ήταν αφοσιωμένος πάνω από όλα στον αγώνα εναντίον των χριστιανών. Επομένως, μετά από 10 μήνες, αναγκάστηκε εσπευσμένα να φύγει ώστε να έρθει σε επαφή με άλλους φιλοσόφους. Λόγω του ταξιδιού αυτού η Μαρκέλλα έπεσε σε μελαγχολία, έχοντας σαν αποτέλεσμα να φτάσει στις μέρες μας μία εκπληκτική επιστολή που της έστειλε ο Πορφύριος, την αποκαλούμενη «Προς Μαρκέλλαν». Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από την επιστολή:

«Εκείνοι που θέλουν να έχουν κατά νου την επιστροφή τους είναι αδύνατον να ταξιδεύουν προς την πατρίδα τους από αυτόν τον ξένο τόπο εύκολα, σαν να περνούν ένα ευκολοδιάβατο μέρος.
Δεν υπάρχει , στ’ αλήθεια, πράγμα τόσο αντίθετο από κάποιο άλλο όσο αντίθετη είναι η ράθυμη ζωή των ηδονών από την ανάβαση προς τους θεούς..
Στις κορυφές των βουνών δεν μπορεί να αναρριχηθεί κανείς δίχως κινδύνους και δίχως κόπους, και παρόμοια δεν μπορεί κανείς να ανέβει από τα μύχια βάθη του σώματος μέσω αυτών ακριβώς των στοιχείων που τον τραβάνε προς το σώμα, προς τα κάτω, δηλ. μέσω της ηδονής και της ραθυμίας. Στην ανοδική αυτή πορεία πρέπει να περάσεις μέσα από άγνοιες και να συλλογιέσαι την πτώση. Ακόμα κι αν δυσκολευτούμε στην πορεία μας, πρέπει να ξέρουμε ότι η ανάβαση, εξ ορισμού, χαρακτηρίζεται από δυσκολίες.
Η εύκολη ζωή είναι για τους θεούς, ενώ για όσους έχουν πέσει στην γένεσιν είναι ότι πιο αντίθετο, αφού μας κάνει επιλήσμονες μέσα από την επιδίωξη των αλλότριων πραγμάτων και, κοιμίζοντας μας, μας σπρώχνει με τη βουκέντρα σε ένα ύπνο πλανεμένο από σαγηνευτικά όνειρα.

Γνωρίζεις ότι ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, ο Ασκληπιός και όλοι οι άλλοι γιοί των θεών ολοκλήρωσαν τη μακάρια πορεία τους προς τους θεούς μέσα από κόπους και θάρρος.
Στ’ αλήθεια, την ανάβαση προς τον θεό την πραγματοποιούν όχι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα στις απολαύσεις, αλλά εκείνοι που έμαθαν να αντιμετωπίζουν με υψηλοφροσύνη τις μεγαλύτερες κακοτυχίες.»

Ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με σεβασμό στους γονείς του...

"Ο άνθρωπος πρέπει να θεωρεί ότι όλα όσα απέκτησε και διαθέτει τα χρωστά σε εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν, ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτηση τους.
Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του, με τη σωματική του δύναμη και με όλη τη δύναμη της ψυχής του...

Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτόν, το δάνειο δηλαδή που του έδωσαν όταν ήταν νέος, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους.
Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με σεβασμό στους γονείς του, γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά.
Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται από την Νέμεσις, την άγγελο της Δίκης.
Αν οι γονείς οργιστούν, ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπάσουν με λόγια ή με έργα, χωρίς να τους κρατά κακία.
Πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας όταν πιστεύει ότι το παιδί του τον αδικεί.
Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας, πρέπει να τους κάνουμε την κάλλιστη και σωφρονέστατη ταφή αλλά χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς.
Κάθε χρόνο οφείλουμε να τιμάμε την μνήμη τους και τους προσφέρουμε το μερίδιο που τους ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε."

Αθηναίος, (Πλάτων -Νόμοι)

Να προσδοκάς το άφθαρτο, την καλοσύνη, τον Έρωτα...

"Και  όμως δεν είναι πόλεμος , αλλά αδράνεια & δράση του πιο γοργού . ..
Ο Γίγαντας κοιμάται ακόμη , λαβωμένος από τον τελευταίο πόλεμο, έχει πέσει σε αμνησία , δεν ενθυμείται Τίποτα . ...
Πριν καλά καλά προλάβει να εστιάσει τον προλαβαίνουν & τον περιορίζουν .... έναν ολόκληρο Γίγαντα ! ! !
& Απορεί ο Τρανός Αγέρωχος Γιγάντιος Βράχος ... "Ποιος είμαι , ... που Είμαι ;;;
τι να κάνω ώστε να βρω το κέντρο μου ;;;"...

Ειρήνη να επικρατεί στην καρδιά σου & Γαλήνη να επικρατεί στο Πνεύμα σου ....
Είμαστε Αντίληψη που βλέπουμε αγγίζουμε νιώθουμε Λειτουργούμε & Δημιουργούμε . .. Ένας Γίγαντας Τεράστιων Διαστάσεων που υλοποιεί . ... την Θέληση ...
Για να φθάσεις στο σημείο ..0 .. θα περάσεις από 40 ωκεανούς , θα ζήσεις καταστροφές θα δεις αγαπημένους σου να χάνονται & άλλους να σε προδίδουν . .. Θα σε σκοτώσουν & θα ξαναγεννηθείς , θα πέσεις & θα σηκωθείς Έως Ότου Γίνεις Τα Πάντα για το Ένα . ..
Έως ότου δεχτείς ποιο είναι το μάθημά Σου , ώστε να το περάσεις & να ενωθείς με το Σύνολο . ...
Ο χώρος σπανίζει από "άτομα" που να θυσιάζουν αυτό που έχουν ...
.................. την ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥΣ ΓΙΑ το Σύνολο Τους .........
Δεν θα κραδαίνω κανένα Σπαθί , σφηνωμένο μες στην θήκη του δεν θα χαράξει κανέναν Άνεμο Πλέον . ..
Ένα με τον Χώρο όλο Είμαι, ετοιμάζοντας το Άφθαρτο της Τόλμης όπου μόνο Αρετή χωρεί . ...
Όλος ο χώρος τραγουδά ένας ήμουν & χωρίστηκα για να γίνω δυο . .. τρεις εγίναμε & αφήσαμε το περίσσευμα να γίνει το 1 το άφθαρτο, εκείνο το σημείο της Νιότης όπου Λάμπει και  αναβλύζει από τον χώρο της Αίσθησης . ...
& όλα απλώθηκαν για να τρέξουν να δρουν την ισορροπία την Βάση του Άφθαρτου τον Λόγο να Δαμάσουν εμπρός σε όλη την Ανώτερη Κίνηση Του . ..
Δεν είμαι εγώ , είμαι η Θέληση . ..

 Ακροβατώ στις άκρες του ποταμού πολεμώντας την Θέληση του Δισταγμού διαμορφώνοντας την Αντίληψη του Δαμασμού της Κίνησης . ..
 Μπορώ να το ανυψώσω μη μπαίνοντας στην Ροή του ποταμού όπου όλα ΕΙΝΑΙ ;
Ποιο το μάθημα του πηγαιμού , το να ακροβατώ & να μην γευτώ ;

Γιατί με πολεμάς Αίσθηση μου ;; ;
 Άφησε με να νιώσω τρυφερά την σάρκα, να αγγίξω, να φέρω Σπόρο, να γίνω 2 , μόνος να μην είμαι μες στον Απέραντο Ωκεανό της Κίνησης Σου έως ότου όλα γίνουν Πάλι ΕΝΑ εμπρός στην δημιουργία του Άφθαρτου , όπου όλους μας Αγκαλιάζεις & τόσο τρυφερά μας χαμογελάς ....!
Δεν είναι πόλεμος η Αντίληψη, αλλά υπομονή δια την Κτήση του Άφθαρτου ... 

Η γνωριμία της κάθε Πτυχής των Άκρων μου δια την Ζεύξη της Λειτουργίας ...
Τώρα να γίνει , Τώρα . ... Κάθε που τρώγω , τελευταίο προσεύχομαι να είναι , ώστε όλα να Γίνουν ένα κάτω από το Πέπλο της Συνείδησης . ..
Μα πως θα γίνει , αφού χρειάζεται να είσαι Ένα & δεν είσαι ακόμη ολόκληρος ;
Ποιος πόλεμος θα σε ενώσει & θα φέρει στης μνημοσύνης σου αυτό που Χρειάζεσαι , το Λειψό να Γεμίσει με Φως του Χρώματος της Κίνησης να Γιάνει & να γελάσει κάθε "άτομο" ;
Δεν βλέπεις πως όλα είναι Ένα & ένας χορός πνευμάτων είναι ήδη πάνω στον λόφο δίπλα από το Δέντρο ;;; 

Τα χαμόγελα φτάνουν μέχρι εδώ , Ζωήρεψε Ψυχή μου , μην αφήνεσαι πουθενά .... λάβε καθάρια πνοή & νιώσε την Ζωή που εκφράζεις με το χαμόγελο Σου . ...
Εμείς το ετοιμάζουμε , μαζί , όλοι μαζί . ... 

Να προσδοκάς το άφθαρτο . ... την καλοσύνη , τον Έρωτα , την απλότητα , την Ενότητα . ...
Όλα θα σας δοθούν ... δεν είναι μυστικό η Κίνηση της Ύπαρξης . .

 Άφησε το Πνεύμα σου ελεύθερο να ξεμουδιάσει να τρέξει στο άλλο Άκρο να εφρανθεί όλη η κτίση σου αγαπημένε μου , να χορέψει με την Ψυχή σου να αναβλύσει χρώματα ζωηρά που γεμίζουν την Ανυπαρξία .... !
Στο κέντρο του ποταμού να βρίσκεσαι να Βλέπεις τα πάντα .

Να είσαι τα πάντα Να περπατήσεις τα Παντα . ... μην σαματάς την Κίνηση Σου . ...
Ιερή είναι τούτη η Στιγμή της Ζωής διότι υπομένει σμιλεύοντας μες στο Πυρ . ...
Σ ' αγαπώ Υπαρξή μου.."

"Άπληστο δεν είναι το στομάχι, αλλά η ιδέα ότι μπορεί να γεμίζει συνέχεια.."

Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.χ. Ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα De Rerum Natura ,("Περί της φύσεως των πραγμάτων"), 7.415 στίχων με επικούρεια θεματολογία.. Ο στόχος του έργου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από την προκατάληψη και το φόβο του θανάτου.
Σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, το κακό λοιπόν δεν το προξενούν η φτώχεια της φύσης (η της φύσεως ένδεια) αλλά οι αιωνίως ανικανοποίητες ορέξεις των ανθρώπων που σχετίζονται με τις κούφιες ιδέες (η περί τας κενάς δόξας όρεξις)...

Η φύση παρουσιάζεται γενναιόδωρη αλλά οι ματαιόδοξοι θνητοί δύσκολα εκτιμούν τα δώρα της. Αντίθετα με την γνώμη των πολλών, δεν είναι άπληστο το στομάχι, άπληστη και ψεύτικη είναι η ιδέα ότι μπορεί να γεμίζει συνέχεια (άπληστον ου γαστήρ· δόξα ψευδής υπέρ του γαστρός αορίστου πληρώματος.)

«Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές!
Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας!
Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;

Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει.
Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση.
Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολά από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου.
Μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια.
Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ' ό,τι το κορμί που 'ναι ξαπλωμένο σ” ένα φτωχικό στρωσίδι.»

Διδώ: Η ιδρύτρια της Καρχηδόνας


Στην ελληνική μυθολογία η Διδώ ήταν πριγκίπισσα της Τύρου. Η Διδώ, ήταν αυτή που πήγε αναγκαστικά, αφού έτσι το θέλησε η μοίρα, στη Βόρεια Αφρική και ίδρυσε την Καρχηδόνα.

Η Διδώ είχε κληρονομήσει το θρόνο της Τύρου από τον πατέρα της, Μάττα ή Μύττο μαζί με τον σύζυγό της Σιχαίο, πλούσιο ιερέα του Ηρακλή...

 Ο νεότερος όμως αδελφός της Διδούς, ο Πυγμαλίων, δολοφόνησε τον Σιχαίο και κατέλαβε την εξουσία. Μόλις το έμαθε η Διδώ, μη θέλοντας προφανώς να δώσει συνέχεια στο οικογενειακό δράμα, πήρε τους θησαυρούς του νεκρού συζύγου της και επιβιβάσθηκε σε ένα πλοίο μαζί με μερικούς αφοσιωμένους κατοίκους της Τύρου και δούλους της.

Το πλοίο τους μετέφερε αρχικά στην Κύπρο και στη συνέχεια στις ακτές της Λιβύης, στη χώρα Γετουλία ή Νουμιδία, όπου ζήτησε από τους ντόπιους κατοίκους και τον βασιλιά τους Ιάρβα να την αφήσουν να χτίσει στην ακτή μία πόλη.

Ο Ιάρβας στην αρχή αρνήθηκε, όταν όμως η Διδώ τον δωροδόκησε καλά, δέχθηκε, υπό τον όρο η πόλη να καταλαμβάνει τόση έκταση όση ένα τομάρι βοδιού! Η πανέξυπνη Διδώ τότε έκοψε το τομάρι του ζώου σε πολύ στενές λωρίδες και ενώνοντας τη μία με την άλλη, περικύκλωσε τόσο χώρο, ώστε της έφθασε να κτίσει την Καρχηδόνα και την ακρόπολή της, τη Βύρσα (βύρσος σημαίνει δέρμα, τομάρι).

Κατά το σκάψιμο των θεμελίων βρέθηκε κεφάλι ενός βοδιού δείχνοντας μια πόλη που θα είναι πλούσια, αλλά υπόκεινται σε άλλους. Σε μια άλλη περιοχή του λόφου όπου σκάφτηκε βρέθηκε το κεφάλι ενός αλόγου υποδεικνύοντας ότι η πόλη θα είναι ισχυρή στον πόλεμο .

Ο Ιάρβας τότε γοητευμένος από την εξυπνάδα της και την γενικότερη παρουσία της τη ζήτησε σε γάμο, η Διδώ όμως, πιστή στη μνήμη του αδικοχαμένου άντρα της, αρνήθηκε την πρόταση σθεναρά.

Και, κατά την εκδοχή αυτή, για να αποφύγει τις συνέπειες από τον βάρβαρο βασιλιά, ανέβηκε σε μια πυρά και αυτοκτόνησε με ένα μαχαίρι.



"Η Διδώ στην πυρά": έργο του Johann Heinrich The Elder Tischbein (1775).

Αυτή την αρχική παράδοση τη μεταρρύθμισαν ως προς το τέλος της οι Ρωμαίοι ποιητές Ναίβιος και Έννιος, επιδιώκοντας να δικαιολογήσουν το άσπονδο μίσος των Καρχηδονίων για τη Ρώμη. Αυτούς ακολούθησε και ο Βιργίλιος, που στο τέταρτο βιβλίο της Αινειάδας (αποτελεί το σημαντικότερο έπος που γράφτηκε ποτέ στη λατινική γλώσσα,) περιγράφει τον τραγικό έρωτα της Διδούς για τον Αινεία, όταν αυτός πέρασε από τη βορειοαφρικανική ακτή.

Ο Αινείας συνάντησε σε ένα σημείο κοντά στην πόλη την Διδώ. Η Αφροδίτη προκάλεσε τον έρωτα μεταξύ των δύο και έτσι η Διδώ ξέχασε την πίστη της στην Ήρα .Ο Αινείας κέρδισε το θαυμασμό και την καρδιά της βασίλισσας Διδώ, εξιστορώντας της τις περιπέτειες του.

Το ζευγάρι ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, η Διδώ ήταν βασίλισσα και ηγέτιδα και ο Αινείας ένας ρωμαλέος ήρωας που καθοδηγούσε ατρόμητα τις στρατιές του.Ο Αινείας αρχικώς ανταποκρίθηκε στον έρωτα της δυναμικής αυτής αλλά και συναισθηματικής ταυτόχρονα γυναίκας.

Η Διδώ και ο Αινείας ζούσαν μαζί ως κανονικοί σύζυγοι, μέχρι τη στιγμή που ένας αγγελιοφόρος των θεών ήρθε για να του θυμίσει ότι τα καθήκοντα του ήταν άλλα.



Sir Nathaniel Dance-Holland (1735 – 1811): "Η συνάντηση της Διδούς και του Αινεία" (1766).

Η σχέση αυτή αποπροσανατόλισε τον Αινεία από εκείνα που του είχε ορίσει η μοίρα και οι συνέπειες ήταν τραγικές, όμως την εγκατέλειψε όταν συνειδητοποίησε ότι η μοίρα του τον καλούσε αλλού.

Έτσι και αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει την Διδώ, εκπλιπαρώντας τη να καταλάβει ότι το πεπρωμένο του ήταν να ιδρύσει μια νέα πόλη. Πήρε εντολή από τον Δία να φύγει απ’ εκεί για την Ιταλία, οπότε και άρχισε να ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την Ρώμη, κρυφά φυσικά από την ερωτευμένη μαζί του Διδώ Η Διδώ όμως το κατάλαβε.

Η Διδώ ετοίμασε μια νεκρική πυρά μέσα στην οποία έριξε το ξίφος του, την εικόνα του και καθετί που μπορούσε να της θυμίζει την απιστία του και καθώς έβλεπε τα τρωικά πλοία να απομακρύνονται στον ορίζοντα, καταράστηκε τον Αινεία και ευχήθηκε να τρέφει η Καρχηδόνα για πάντα μίσος κατά της Ρώμης και των απογόνων του, που ήταν οι Ρωμαίοι.

Τότε ανέβηκε αγέρωχα στην πυρά και κάηκε ή κατά άλλες πηγές αυτοκτόνησε με ένα ξίφος



Χειρόγραφο της «Αινειάδας» (Βιβλίο 1) με εικονογράφηση του θανάτου της Διδούς (βιβλιοθήκη Βατικανού, Cod. Vat. lat. 3225).

Στην πραγματικότητα, όπως λέει ο Λαμαρτίνος, η Αινειάδα του Βιργιλίου, παρά τις προσπάθειες και τις καλές προθέσεις του τελευταίου, μάλλον χάλασε παρά βελτίωσε τη συνολική εικόνα και την προσωπικότητα της πριγκίπισσας Διδούς.

Η ατυχία της με τον πρώτο δολοφονημένο σύζυγό της Σιχαίο μαζί με την φυσική απώλεια του θρόνου της, η εγκατάλειψή της στη συνέχεια από τον Αινεία στην Καρχηδόνα, που επίσης ερωτεύτηκε, συνιστούν ομολογουμένως μια μεγάλη αβάσταχτη ατυχία για τη γυναίκα αυτή,αλλά και για το αδηφάγο αναγνωστικό κοινό όλων των εποχών, που πιθανόν να μην άντεχε τόση ατυχία και απελπισία!

Μετά τον θάνατό της τιμήθηκε ως θεά,ο ναός της κτίσθηκε στο λιμάνι της Καρχηδόνας.

Σωκράτης: "Το πάθος είναι αυτό που μας παρασύρει στις λύπες"

«Νομίζω ότι ο νόμος λέει ότι είναι πιο κόσμιο να παραμένει κανείς ήρεμος στις συμφορές και να μην αγανακτεί μια και που δεν είναι βέβαιο τι καλό και τι κακό έχουν αυτές, ούτε βγαίνει κανένα όφελος από την στεναχώρια, και τα ανθρώπινα δεν έχουν και μεγάλη σπουδαιότητα, και ακόμα..
η λύπη εμποδίζει να έρθει σε εμάς σύντομα αυτό που μας χρειάζεται, δηλ. η λογική σκέψη.
Όπως λοιπόν ρίχνουμε τα ζάρια, ρυθμίζουμε το παίξιμο μας αναλόγως με την ζαριά, όπως η λογική και η γνώση μας θεωρεί καλύτερα, και όχι σαν τα μικρά παιδιά που πέφτουν κάτω και κάθονται και κλαίνε βαστώντας το σημείο που χτύπησαν, αλλά να συνηθίσουμε την
ψυχή μας να στρέφεται τάχιστα προς την θεραπεία και την αποκατάσταση της πληγής ή της αρρώστιας εξαφανίζοντας με γιατρειά τους θρήνους..
Εκείνο λοιπόν το μέρος της ψυχής που μας οδηγεί προς την ανάμνηση του παθήματος και του θρήνου, χωρίς τελειωμό, άραγε δεν πρέπει να το αποκαλούμε παράλογο, και ανώφελο φίλο της δειλίας;»
( "Πολιτεία"- Πλάτωνος βιβλίο Ι' 604 b)

Αδικία:"Είθε να μη συγκατοικήσει η ψυχή με αυτό το μέγιστο κακό"

«Με εξαίρεση τους θεοφώτιστους και τους σοφούς, κανείς άλλος δεν είναι δίκαιος με την θέληση του, αλλά κατηγορεί την αδικία από την ανανδρία ή γηρατειά ή κάποια άλλη αδυναμία, επειδή ακριβώς αδυνατεί να αδικήσει...
Και για να το αποδείξουμε, ο πρώτος από αυτούς τους ανθρώπους, όταν αποκτήσει δύναμη, πρώτος αρχίζει να αδικεί όσο περισσότερο μπορεί,
ώστε να καταδείξει πως η αδικία είναι το μεγαλύτερο κακό για την ψυχή,
ενώ η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερο καλό.
Γιατί αν μας το λέγατε από την αρχή, όλοι εσείς, και μας πείθατε από νεανικής ηλικίας, δεν θα χρειαζόταν ο ένας να προσέχει τον άλλον μην αδικήσει, αλλά ο καθένας θα ήταν ο ίδιος άριστος φύλακας του εαυτού του, από φόβο και σεβασμό μην αδικώντας βάλει συγκάτοικο μέσα στην ψυχή του αυτό το μέγιστο κακό που λέγεται αδικία»
Πολιτεία Πλάτωνος Βιβλίο Β'

Θεοδικία

 Με τον όρο Θεοδικία (στις λατινογενείς γλώσσες: Théodicée, Theodizee, Theodicy) χαρακτηρίζεται το φιλοσοφικό και θεολογικό πρόβλημα της (αμφισβητούμενης) δικαιοσύνης του θεού, ιδίως σ’ εκείνες τις θρησκείες όπου ο θεός έχει στο ανώτατο δυνατό επίπεδο τις ιδιότητες της παντοδυναμίας, πανσοφίας, παναγαθότητας, πανταχού παρουσίας κτλ.

Το πρόβλημα

Είναι προφανές ότι ανέκαθεν οι άνθρωποι διαπίστωναν πως, παρά τη θεϊκή παρουσία και τις όποιες εικαζόμενες θεϊκές ιδιότητες, στον κόσμο επικρατούν αδικία, στέρηση και πόνος. Είτε από φυσικά φαινόμενα, ασθένειες και επιδημίες, είτε από ενέργειες άλλων ανθρώπων και λαών, οι άνθρωποι πάντα υποφέρουν και, κάποια στιγμή, αναρωτιούνται, γιατί ο θεός επιτρέπει αυτή την κατάσταση;

Με αυτό το δίλημμα έχουν ασχοληθεί ήδη οι φιλόσοφοι της ελληνικής Αρχαιότητας (σκεπτικιστές), ανάλογοι προβληματισμοί αναφέρονται και στο βιβλίο Ιώβ της Π.Δ. Στη νεότερη φιλοσοφική Ιστορία ασχολήθηκαν –ανεπιτυχώς– με το πρόβλημα σημαντικοί φιλόσοφοι, ανάμεσά τους ο Gottfried Leibniz (Λάιμπνιτς, 1646-1716), ο οποίος μάλιστα, μια και δεν μπορούσε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις, προσπάθησε να θεωρήσει το πρόβλημα ανύπαρκτο: ο υπάρχων κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός, οπότε δεν παρουσιάζονται αδικίες, στερήσεις και καημοί. Αυτοί που ισχυρίζονται το αντίθετο, κακώς διαπιστώνουν σύγκρουση με τις επιθυμίες και τις δυνατότητες του θεού.

Εννοείται ότι ο Λάιμπνιτς δεν γνώρισε τις χιτλερικές θηριωδίες με τα εκατομμύρια δολοφονημένους Εβραίους, ομοφυλόφιλους, τσιγγάνους, αριστερούς κλπ., ούτε τα έργα του Στάλιν στα γκουλάγκ ή τις δολοφονίες του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή εναντίον πολιτών αυτών των χωρών, ούτε γνώριζε τους βομβαρδισμούς αμάχων από τους Αμερικάνους στο Βιετνάμ με ναπάλμ, στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ με απεμπλουτισμένο ουράνιο και όλα τα άλλα που γνωρίζουμε εμείς σήμερα επαρκώς. Γνώριζε όμως πολύ καλά ο Λάιμπνιτς τις δολοφονίες «μαγισσών» και «αιρετικών» από τα θεοκρατικά φεουδαρχικά καθεστώτα του Μεσαίωνα, οι οποίες δολοφονίες γίνονταν μάλιστα στο όνομα ακριβώς του θεού που θα έπρεπε να έχει παρέμβει.

Ο συγκεκριμένος προβληματισμός διατυπώνεται απλουστευτικά με τα εξής λόγια:

Είτε ο θεός θέλει να αποτρέψει την αδικία, αλλά δεν μπορεί, οπότε είναι αδύναμος, πράγμα που αντιβαίνει στην παντοδυναμία του.
Είτε μπορεί να την αποτρέψει, αλλά δεν θέλει, επειδή δεν έχει αισθήματα συμπόνιας, οπότε δεν είναι πανάγαθος.
Είτε θέλει και μπορεί, αλλά δεν γνωρίζει πού και πότε υπάρχει αδικία, άρα δεν γνωρίζει παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα, οπότε δεν είναι πάνσοφος.
Είτε, τέλος, δεν ξέρει, δεν θέλει και δεν μπορεί, οπότε δεν είναι θεός.
Σε αντίθετη περίπτωση, από πού προέρχεται η αδικία;


Λέγεται ότι ο Επίκουρος (341-271 π.Χ.) είχε ήδη απαντήσει σ’ αυτόν τον προβληματισμό, σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Λακτάντιο, πράγμα που αμφισβητείται όμως σήμερα και θεωρείται ότι η συγκεκριμένη απάντηση οφείλεται σε κάποιον άγνωστο σκεπτικιστή φιλόσοφο:

«Αν ο θεός δεν θέλει να αποτρέψει το κακό, τότε δεν είναι πανάγαθος.
Αν δεν μπορεί να το αποτρέψει, δεν είναι παντοδύναμος.
Άρα, η παναγαθότητα και η παντοδυναμία ενός θεού
δεν συμβιβάζονται με τον πραγματικό κόσμο.
Είτε λοιπόν δεν υπάρχει κακό, είτε δεν υπάρχει θεός!»


Με αυτό το συλλογισμό καταδεικνύεται η ασυμβατότητα ενός θεού με τις συγκεκριμένες ιδιότητες που τον φορτώνουν οι θεολόγοι. Σίγουρα από τον Επίκουρο κατάγεται η άποψη ότι «ακόμα κι αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν ανακατεύονται στα ανθρώπινα», οπότε παρέλκει το πρόβλημα της θεοδικίας, αφού κάθε μικρή ή μεγάλη αδικία δεν έχει σχέση με τους θεούς.

Προσπάθειες επίλυσης

Διάφοροι θεοκράτες διανοούμενοι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, είτε σχετικοποιώντας την έννοια της αδικίας (περίπου όπως ο Λάιμπνιτς), οπότε δεν υπήρχε λόγος αμφισβήτησης των ιδιοτήτων του θεού, είτε δίνοντας άλλη σημασία στις θεϊκές ιδιότητες, άρα μόνο οι άνθρωποι έβλεπαν την αντίφαση και δεν υπήρχε πρόβλημα προς επίλυση.

Όλες αυτές οι προσπάθειες εμπεριέχουν το κεντρικό μειονέκτημα της μεσαιωνικής «σχολαστικής» μεθοδολογίας, στην οποία είναι γνωστός ο στόχος (όσα αναφέρονται στα «ιερά βιβλία») και αναζητείται τρόπος να επιβεβαιωθούν. Αντίθετα, στην κλασική και στη σύγχρονη φιλοσοφία, γνωστή είναι η μέθοδος και αναζητείται το αποτέλεσμα.

Στο πλαίσιο των θεοκρατικών αντιλήψεων, ο χριστιανός πατέρας Ιερώνυμος (Sophronius Eusebius Hieronymus, 342-420 μ.Χ.) εκπλήσσεται που δεν επεμβαίνει ο θεός να τιμωρήσει τους «αιρετικούς» και προτείνει την εξόντωσή τους για να λήξει το πρόβλημα! Λέει ο «άγιος»: «Μπορούμε να ρωτήσουμε, πώς γίνεται ο Θεός να είναι αγαθός, ο οποίος έδωσε τον νόμο και τους προφήτες, όταν βλέπει τη ζωή των διεφθαρμένων να ευδοκιμεί, και αυτοί να μην υφίστανται τίποτα απ’ αυτόν, σύμφωνα με την τιμωρία που τους αρμόζει. [...] Έχουν γεννήσει γιους, και έχουν προσφέρει καρπούς. Τί καρπούς έχει προσφέρει ο Μαρκίων, με το να δημιουργήσει υιούς της απιστίας; [...]».

Επικαλείται λοιπόν ο δάσκαλος της αγάπης ένα χωρίο της Π.Δ. από το βιβλίο του Ιερεμία (12: 1-3) και συνεχίζει επεξηγώντας αυτό το χωρίο, λέγοντας ότι τα βασανιστήριά τους είναι «αγιασμός». Συνεχίζει το μισάνθρωπο εγκληματικό παραλήρημά του με τα λόγια: «Αγίασε αυτούς, όταν φθάσει η ημέρα της σφαγής αυτών”. Δηλαδή, «φονεύοντάς τους τούς αγιάζεις!»(Εργασίες του Ιερωνύμου, Τόμος V, 818).

Σε μια παράλληλη θεολογική γραμμή, ο «άγιος» Αυγουστίνος (Aurelius Augustinus, 354-430) και ο Θωμάς Ακινάτης (Tommaso d’ Aquino, 1225-1274) –σημειωτέον αμφότεροι χριστιανοί πατέρες, στων οποίων τα λόγια και γραπτά στηριζόταν η Ιερά Εξέταση για να εγκληματεί– θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει αυτοτελώς το κακό, αλλά αυτό αποτελεί απουσία καλού. Άρα, όσοι παραπονιούνται για στερήσεις, αδικίες κλπ., στην ουσία επιζητούν αυτά που τους λείπουν και, απλώς, ακόμα δεν τα πέτυχαν. Αυτή η αντιμετώπιση επιβλήθηκε σε όλο τον εκκλησιαστικό μηχανισμό και κανείς δεν τολμούσε να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό: θα κηρυσσόταν πάραυτα «μάγος» και «αιρετικός», σε Δύση και Ανατολή. Εννοείται ότι η συγκεκριμένη αντίληψη εγκαταλείφθηκε, όπως τόσες άλλες αντιλήψεις, από την Αναγέννηση και μετά, οπότε θεωρήθηκε ότι το καλό και το κακό μπορούν να αποτελούν αυτοτελείς αξιολογήσεις του ίδιου φυσικού ή κοινωνικού γεγονότος. Σημαντικός είναι επίσης ο συλλογισμός ότι καλό και κακό ως αξιολογικοί χαρακτηρισμοί είναι υποκειμενικά χαρακτηριστικά και δεν επιδέχονται αντικειμενική αντιμετώπιση.

Μια άλλη αντίληψη, ιουδαϊκής μυστικιστικής προελεύσεως που γινόταν για αιώνες αποδεκτή και από χριστιανούς (ίσως γίνεται ακόμα), είναι αυτή περί την ατέλεια του κόσμου και τη δοκιμαστική δημιουργία (καμπάλα): Ο θεός έφτιαξε δοκιμαστικά ένα κόσμο για να μελετήσει τα προβλήματα που θα προκύψουν, στη συνέχεια όμως θα τον καταστρέψει για να φτιάξει έναν τέλειο! Ο θεός ως μελετητής μοντέλων...

Αυτή η αντίληψη αντιβαίνει, βέβαια, σε όλες τις ιδιότητες του θεού, έλλειψη πανσοφίας που δεν ήξερε από την αρχή την κατάληξη της δημιουργίας του, έλλειψη παντοδυναμίας που δεν μπόρεσε και μπορεί να διορθώσει τα λάθη που έγιναν και έλλειψη παναγαθότητας που κάποιοι ανυποψίαστοι άνθρωποι δυστυχούν, χωρίς να ευθύνονται για οτιδήποτε. Για να αποφύγουν οι καμπαλιστές αυτές τις αντιφάσεις, έχουν εισαγάγει πρόσθετες ιδιότητες του θεού, οι οποίες σκοπό έχουν να αποτρέψουν ή αμβλύνουν τα προβλήματα που απορρέουν από την αρχική επιχειρηματολογία τους.

Στον κύκλο σκέψεων του Λάιμπνιτς που προαναφέρθηκε, κινήθηκαν κι άλλοι διανοητές, οι οποίοι θεώρησαν ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει απόλυτη δικαιοσύνη και παντελής απουσία δυστυχίας, γιατί ο κόσμος αυτός θα ήταν ο Παράδεισος, από τον οποίο όμως έχουν αποβληθεί οι άνθρωποι και «δεν δικαιούνται δια να ομιλούν». Εννοείται ότι αυτές οι απόψεις διατυπώνονταν κυρίως από μέλη και υποτακτικούς της φεουδαρχικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, όταν έπρεπε να βρουν παρηγορητικές εξηγήσεις για τα πεινασμένα θύματα του εκμεταλλευτικού καθεστώτος που οι ίδιοι στήριζαν. Και δεν είναι τυχαίο ότι, σε όλες αυτές τις επιχειρηματολογίες, στο τέλος βρίσκεται μια δογματική απόφανση ή ένα φανταστικό γεγονός, οπότε παύει οποιαδήποτε προοπτική διαλόγου. Η μια πλευρά «πιστεύει» και η άλλη «ερευνά»!

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο κινήθηκε ο Χέγκελ (Έγελος, Hegel, 1770-1831), ο οποίος πολύ συχνά διατύπωνε φιλοσοφικές απόψεις που βόλευαν την εξουσία του κράτους και της εκκλησίας, όπως τον κατηγόρησε αργότερα ο Πόπερ. Συγκεκριμένα ο Χέγκελ θεωρούσε ότι βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο της Ιστορίας και, κάποια εποχή, θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και ό,τι άλλο ποθούν οι άνθρωποι. Κι σ' αυτή την περίπτωση ο Χέγκελ ήταν μέσα στο σύστημα και το υπηρετούσε, ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εκτός και έπρεπε να παρηγορηθούν και να πεισθούν να κάνουν υπομονή, για μερικές χιλιάδες χρόνια ακόμα, με ταυτόχρονη μακροημέρευση της εξουσίας.

Οι αυστηρά προσηλωμένοι στις θεολογικές σκέψεις έχουν διατυπώσει την άποψη ότι το «κακό» είναι θέλημα θεού, για να μάθουν οι άνθρωποι να διακρίνουν μεταξύ καλού και κακού, κάτι που δεν κατέχουν εκ γενετής. Για να μπορέσει να μάθει, όμως, ο άνθρωπος αυτή τη διάκριση, πρέπει ο ίδιος να ζήσει καταστάσεις καλού και κακού και να αποκτήσει τη σχετική εμπειρία. Αυτά που θεωρούν οι άνθρωποι άδικα, ο θεός τα αντιλαμβάνεται αλλιώς και εντάσσονται στο «σχέδιό» του με τρόπο που δεν γίνεται κατανοητός από τους γηγενείς.

Κι αυτή η άποψη είναι παρηγορητική, δεν λαμβάνει δηλαδή υπόψη ότι μερικοί άνθρωποι βιώνουν μόνο αδικίες στη ζωή τους, πείνα, σκλαβιά, βασανιστήρια, ασθένειες, ενώ κάποιοι ευνοημένοι βιώνουν «αδικίες», επειδή τους ψόφησε ο σκύλος ή έχασαν την πτήση του αεροπλάνου κ.ο.κ. Πέρα απ’ αυτά, το μικρό παιδί που καίγεται από βόμβες ναπάλμ, ή γεννιέται ως τέρας στο Ιράκ λόγω του ουρανίου, ποιες εμπειρίες μπόρεσε να συλλέξει και πώς εντάσσεται στο όποιο θεϊκό σχέδιο; Να σημειώσουμε με την ευκαιρία επίσης ότι στα «ιερά βιβλία» του χριστιανισμού αναφέρονται συγκεκριμένα επεισόδια βαρβαρότητας, όπου γυναικόπαιδα κατασφάχτηκαν με θεϊκή εντολή που έδωσε σε στρατιώτες του «περιούσιου λαού», άρα κάτι δεν στέκει καλά με την παναγαθότητα του θεού.

Υπάρχουν ακόμα πολλά εδάφια της Βίβλου, όπου αναφέρεται ότι ο θεός ο ίδιος δημιούργησε το «κακό», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, π.χ. Ησαΐας 45.7, ή ότι θα εκδικηθεί με θηρία και δαίμονες, όπως περιγράφεται στην «Αποκάλυψη», ή ότι ο θεός δεν αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους ίδια αλλά κατά περίπτωση (Παύλος, Ρωμ. 9.14-18 με αναφορά πάλι στην Π.Δ.) κ.ο.κ. Κι αυτά τα επιχειρήματα που δείχνουν κατά κανόνα τη μισανθρωπία και το φθόνο αναχωρητών που τα διατύπωσαν, δεν συμβιβάζονται με την παναγαθότητα του θεού και επιτείνουν τη διάχυτη εντύπωση της αδικίας.

Αλλαγή πλεύσης

Αφού με όλα αυτά τα επιχειρήματα (και άλλα όμοια) δεν απαντήθηκε το αρχικό δίλημμα και δεν ξεπεράστηκε η επιχειρηματολογία που αποδίδεται στον Επίκουρο, επινοήθηκαν άλλες μέθοδοι, όπως η σχετικοποίηση των θεϊκών ιδιοτήτων. Ο «πανάγαθος» θεός είναι, λένε μερικοί θεολόγοι, μια συντομογραφία για το βιβλικό θεό. Ο πραγματικός θεός είναι πολυσύνθετος και πολύπλευρος, κάτι που οι άνθρωποι, έχοντας μια απλοϊκή αντίληψη για την καλοσύνη, δεν μπορούν να αντιληφθούν και περιμένουν από το θεό αυτά που ελπίζουν οι ίδιοι. Το ίδιο ισχύει και με τις υπόλοιπες απόλυτες ιδιότητες του θεού, με κάποιες φραστικές προσαρμογές.

Αυτός ο κύκλος επιχειρημάτων δείχνει πάλι μια υποχώρηση και μάλιστα υποχώρηση από λογικής αλλά και ιστορικής σκοπιάς. Η λογική υποχώρηση έγκειται στο γεγονός ότι η θεϊκή καλοσύνη ανάγεται σε μια ανώτερη ιδιότητα, ας την ονομάσουμε Χ, την οποία οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται και προσβλέπουν μόνο σε ένα υποσύνολό της που είναι η ανθρωπίνως κατανοητή καλοσύνη. Αν δεχθούμε αυτό, τότε πρέπει να αποδεσμεύσουμε το θεό από τις ιδιότητες που τον φορτώνουν οι θεολόγοι και μάλιστα από αυτές τις ιδιότητες που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι με συγκεκριμένο τρόπο και να διατυπώσουμε από την αρχή ότι «υπάρχει θεός με τις ιδιότητες Χ, Υ, Ζ, τις οποίες κανείς δεν είναι σε θέση να καταλάβει». Το ερώτημα που τίθεται αφορά πλέον το είδος της θεολογίας που μπορεί να συγκροτηθεί με αυτά τα αρχικά αξιώματα και πόσοι «πιστοί» είναι διατεθημένοι να την ακολουθήσουν.

Η ιστορική υποχώρηση στο προηγούμενο επιχείρημα σχετίζεται με το γεγονός ότι οι ινδουιστικοί, οι αιγυπτιακοί και οι ελληνικοί θεοί διέθεταν ακριβώς αυτό το μίγμα καλού και κακού, δύναμης και αδυναμίας, καλοσύνης και κακίας και, κατά περίπτωση εκδηλώνονταν για συγκεκριμένους ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων, με τη μια ή την άλλη ιδιότητά τους. Συχνά ο ένας θεός υπερίσχυε του άλλου και όλο και κάποιοι ήταν ευχαριστημένοι, αλλά και οι δυσαρεστημένοι θα είχαν την ευκαιρία να ευχαριστηθούν κάποτε – περίπου όπως γίνεται στα αθλήματα σήμερα, όπου όλοι προσεύχονται να κερδίσει η ομάδα τους και όταν συμβεί αυτό, το αποδίδουν στο θεό, αν χάσουν φταίει ο διαιτητής. Αν λοιπόν έγινε όλη αυτή η βαβούρα με την επιβολή της «αληθινής» θρησκείας (και της επόμενης «αληθινής» του μωαμεθανισμού), για να καταλήξουμε πάλι στον πολυθεϊσμό, τότε έγινε τσάμπα η φασαρία.

Άλλες αντιλήψεις που επίσης δεν απαντούν οριστικά στο πρόβλημα σχετίζονται, άλλοτε με ιδιοτροπίες του θεού, επειδή απέσυρε το ενδιαφέρον του από τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν τον σέβονται, άλλοτε με τη σχετικότητα του χρόνου, ότι δηλαδή δεν έχει τελειώσει ακόμα η εποχή της δημιουργίας και γι’ αυτό ορισμένα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα δημιουργούν ακόμα προβλήματα κτλ. κτλ. Κάθε μία από αυτές τις απόψεις και άλλες πολλές που δεν αναφέρονται εδώ, εκτίθεται συνήθως σε δεκάδες συγγράμματα και μόνο ως τίτλοι μπορούν να αναφερθούν.

Κάποιοι, τέλος, αμφισβητούν δογματικά το δικαίωμα των ανθρώπων να θέτουν τέτοια ερωτήματα, και λένε ότι κακώς διατυπώνεται το δίλημμα της θεοδικίας! Κινδυνεύουμε δηλαδή να φάμε χαστούκι, άμα μας συναντήσουν στο δρόμο. Πρόκειται εμφανώς για μια λογική, η οποία έχει ξεπεραστεί, τόσο από τους Ίωνες φιλοσόφους της Αρχαιότητας όσο και τους φιλοσόφους της ελληνιστικής εποχής, αλλά και από όλους σχεδόν τους φιλοσόφους και φυσιοδίφες, από τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ και τον Γαλιλαίο, μέχρι τους σύγχρονους ερευνητές.

Στο τέλος, η μόνη σωστή απάντηση σ’ αυτόν τον κυκεώνα των απόψεων που δεν έχουν δώσει και δεν φαίνεται να μπορούν να δώσουν απάντηση στο αρχικό ερώτημα, είναι η φυσιοκρατική απάντηση που βρίσκεται από αιώνων στο μυαλό όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων και στα χείλη των πιο θαρραλέων εξ αυτών: Δεν υπάρχει ο νομιζόμενος θεός! Και μόνο με αυτό το απλό κτύπημα λύνεται οριστικά ο συγκεκριμένος γόρδιος δεσμός!

Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης

Ο Θεός σιωπά. Η «σιωπή του Θεού» είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας –αλλά και θεολογίας– του περασμένου αιώνα. Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και την Σερμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε «ένα σημείον».

Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.

Ο Θεός σωπαίνει – είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι. Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο παντοδύναμος) αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει είτε για να εκφράζει την συμπαράστασή του.
Κι όμως στην Χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι πανάγαθος, ελεήμων και φιλάνθρωπος και στην Μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (ο οικτίρμων) και Αλ Ραχίμ (ο συμπονετικός).
Αντίθετα με τον Θεό που σιωπά, οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων.
Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους» για να χρησιμοποιήσω τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men».
Ισχυρίζονται μερικοί ότι η τέχνη (και τεχνική) της προπαγάνδας, δημιουργήθηκε και άκμασε στον εικοστό αιώνα. Ξεχνώντας ότι η καταγωγή της λέξης είναι από τα εκκλησιαστικά λατινικά, και ότι επιτροπή «για την προπαγάνδα (διάδοση) της πίστης» (de propaganda fide) υπήρχε στην Καθολική Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες.
Πραγματικά οι πρώτοι, πιο συστηματικοί –αλλά και πιο αποτελεσματικοί– προπαγανδιστές ήταν, από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη. Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία σχεδόν σοφιστική, φαντασία και ατέλειωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδώσεις και να εξαπλώσεις μία ιδεολογία, παρά μία, αρκετά περίπλοκη, και σε πολλά σημεία απάνθρωπα σκληρή, θρησκευτική πίστη. Είναι πιο απλό να προβάλλεις μία ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό, παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) Πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μίας διακυβέρνησης (ακόμα κι αν είναι του Χίτλερ ή του Στάλιν), παρά να καταφέρεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί τον Ύψιστο επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
Τα πάντα εν σοφία… αλλά ποια σοφία; Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως πρόκειται για την ατέρμονη σοφία του Θεού. Μόνο μέσα από αυτή, την επουράνια οπτική γωνία, φαίνονται στον κόσμο όλα τέλεια. Αυτή όμως δεν την διαθέτει κανένας άνθρωπος – ούτε φυσικά κι εγώ. Έτσι θα αναλύσω αυτή την πρόταση (και τα παρεπόμενά της) με βάση την μόνη σοφία που μου βρίσκεται, την ανθρώπινη.
Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή, πως το κείμενο αυτό δεν πραγματεύεται το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Όπως έδειξε ο Καντ, (και πολλοί μετά από αυτόν) δεν υφίσταται λογική δυνατότητα για απόδειξη. Έτσι που έχει διαμορφωθεί η έννοια του Θεού βρίσκεται έξω από απόδειξη ή διάψευση. Και όπως τόσο σωστά είπε ο Πρωταγόρας: «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν, ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ οποίοι τίνες ιδέαν• πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου».
Άλλωστε η ύπαρξη –η μη– του Θεού, δεν επηρεάζει καθόλου την ανάλυση αυτή. Εξετάζω την θρησκεία ως ανθρώπινο δημιούργημα, ως ένα στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Θέμα μου είναι δεν είναι ο Θεός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον Θεό και η σχέση τους με αυτόν – όπως διαμορφώθηκε από τους ιδιοφυείς προπαγανδιστές και απολογητές όλων των θρησκειών. Φυσικό είναι βέβαια τα περισσότερα παραδείγματά μου να προέρχονται από τον χώρο της χριστιανικής θρησκείας, απλά και μόνο επειδή μας είναι πιο οικεία.
Ο Θεός σιωπά. Ο Albert Camus το είπε με άλλα λόγια: «Ο άνθρωπος ρωτάει, ο κόσμος δεν απαντάει». Από την δυσαρμονία αυτή, εκλύεται το absurde – που εμείς, λανθασμένα, μεταφράζουμε με την λέξη παράλογο. Δεν πρόκειται τόσο για την έλλειψη λογικής όσο για την έλλειψη νοήματος. Η κοσμική σιωπή στερεί τον κόσμο από νόημα.
Τόσους αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν μέσα από τη θρησκεία να δώσουν νόημα στην ζωή τους και στον κόσμο τους. Ώσπου, πριν εκατόν είκοσι χρόνια ο Ζαρατούστρας του Nietzsche αφού μίλησε με έναν ασκητή, αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατόν! Αυτός ο γέροντας άγιος στο δάσος του, δεν άκουσε ακόμα τίποτα για το ότι ο Θεός είναι νεκρός!».
Φυσικά δεν είχε πεθάνει ο Θεός (γιατί ένας Θεός εξ ορισμού δεν πεθαίνει – μπορεί να μην υπάρχει αλλά δεν μπορεί να πεθάνει). Είχε πεθάνει το νόημα που έδινε στον κόσμο η πίστη στο Θεό.
Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που θα το δέχονταν οι απανταχού εκπρόσωποι, απολογητές και προπαγανδιστές του. Τελευταία συνάντησα δύο εντυπωσιακές εκδηλώσεις της ευρηματικότητας τους. Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboüé, σε μελέτη του για την σιωπή του Θεού, αφού αναλύσει διεξοδικά όλες της περιπτώσεις όπου ο Θεός παρέμεινε απών, καταλήγει στο εξής: είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο Θεός σιωπά – διότι ο Θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε το γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την Σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών.
Δεν ξέρω αν, το γεγονός ότι πριν δύο χιλιάδες χρόνια σταυρώθηκε κάποιος (που μετά όμως αναστήθηκε), κάνει κατανοητό και υποφερτό το σημερινό συλλογικό (ή και ατομικό) μαρτύριο των ανθρώπων. Δεν γνωρίζω πόσο το δικαιολογεί. Τα υπόλοιπα ποιητικά που αναφέρει ο καθηγητής Sesboüé ότι, π. χ. η σιωπή του Θεού βοηθάει τους ανθρώπους να τον νιώσουν μέσα στην δική τους σιωπή, δεν τα σχολιάζω γιατί δεν τα θεωρώ σοβαρά.
Ούτε το δεύτερό μου πρόσφατο παράδειγμα προπαγάνδας με βοηθάει να κατανοήσω την λογική της. Γνωστός Έλληνας κληρικός, με υψηλή εξω-θεολογική πανεπιστημιακή παιδεία, μίλησε πριν από καιρό σε καρκινοπαθή παιδιά και τους γονείς τους. Θέμα: «Θεέ μου, γιατί σε μένα;». Φυσικά η ομιλία δεν απαντούσε στο ερώτημα – ίσα-ίσα που κατέληγε στην αδυναμία όλων μας να κατανοήσουμε τους τρόπους του Θεού. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ιερωμένος είχε την δύναμη να αντιμετωπίσει το ερώτημα, θαυμάστηκε από πολλούς ως ένδειξη θάρρους και φωτισμένης σκέψης. Θα με συγχωρήσετε, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται ένδειξη τόσο θάρρους όσο θράσους. Μπορεί να μοιάζει με εκδήλωση συμπαράστασης, αλλά μπορείτε να το δείτε και αλλιώς: εκπρόσωπος του Παντοδύναμου μιλάει στα καταδικασμένα σε μαρτύριο και πρόωρο θάνατο παιδιά – όπως ένας εκπρόσωπος των Ναζί θα μιλούσε στους έγκλειστους του Άουσβιτς, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εξόντωσή τους.
Η Θεοδικία (δικαιολόγηση του Θεού) είναι βασικός κλάδος της Θεολογίας. Πρόκειται για μία από τις πρώτες και πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος. Κάθε Θεοδικία απαιτεί απέραντη στρεψοδικία. Για να καλύψεις π. χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, πρέπει να εφεύρεις μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επιχείρημα της «δοκιμασίας», το Προπατορικό Αμάρτημα – για να οδηγηθείς, κάποτε στο τέλος, στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου».
Ότι «σοφία» ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και την δομή των όντων – από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο – είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (οι Τέκτονες τον ονομάζουν Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος) ή η αυτόματη (με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των Δαρβινιστών. Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στην Φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.
Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου Θεού. Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το Κακό δεν είναι παντοδύναμος – αν δεν το θέλει, δεν είναι πανάγαθος) ισχύει πάντα. Οι διάφορες (εκατοντάδες) προσπάθειες των απολογητών δεν λύνουν το πρόβλημα. Οι αφελείς θεωρίες ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) ή ότι άφησε το κακό στον κόσμο για να μας δοκιμάσει (τι – και τα βρέφη; Θεός βασανιστής;) δεν πείθουν κανένα – παρά μόνον όσους παραιτούνται από την λογική. Η τελευταία καταφυγή: το Credo quia absurdum (πιστεύω διότι είναι παράλογο) του Τερτυλιανού. Αλλά, αν ανοίξω την πόρτα στο παράλογο, κανείς δεν θα με εμποδίσει πια να πιστεύω και στον Εκατόγχειρα και στον Άργο με τα χίλια μάτια.
Κι όμως, αυτό που δεν λύνεται λογικά και δεν αντέχεται βιωματικά, συσκοτίζεται και μεταμορφώνεται προπαγανδιστικά. Μπροστά στην δεξιοτεχνία των απολογητών θεολόγων, ακόμα και ένας Γκαίμπελς φαντάζει αφελής και πρωτόγονος. Ένας απόλυτα παρθένος παρατηρητής (εξωγήινος;) που θα μελετούσε τον κόσμο μας, θα έβλεπε μία γιγάντια συσσώρευση οδύνης η οποία ξεκινάει από τα κατώτερα ζωικά είδη (που αλληλοσπαράσσονται για να επιβιώσουν) και φτάνει μέχρι τον άνθρωπο – το αποκορύφωμα μίας εντελώς σαδιστικής δημιουργίας. Ο άνθρωπος πλάστηκε (από τον Θεό ή την τύχη – αδιάφορο) με δύναμη ζωής, ένστικτο αυτοσυντήρησης, αίσθηση ανεπανάληπτης ατομικότητας, ανάγκη διάρκειας – ενώ η μοίρα του είναι να φθαρεί, να γεράσει και να πεθάνει. Η ατομικότητά του, η γνώση και η εμπειρία που συσσωρεύει όλη του τη ζωή – όλα αυτά είναι αναλώσιμα και αδιάφορα. Αρκεί να αναπαράγεται για να συντηρείται το είδος – σαν να ήταν αμοιβάδα.
Αν ο δημιουργός μιας τέτοιας εκρηκτικής αντίφασης δεν είναι η τυφλή εξέλιξη – τότε πρέπει να είναι ένας ιδιοφυής σαδιστής.
Από την αρχή της ιστορίας, οι απολογητές των θρησκειών πάσχιζαν – όπως ο Γκαίμπελς και οι ομότεχνοί του – να οδηγήσουν τον κόσμο στην αποδοχή αυτού του παραλογισμού, σε παραίτηση, και υποταγή. Να τον κάνουν να δέχεται την μοίρα του, με υπομονή και καρτερία. Η λογική της προπαγάνδας είναι ίδια, είτε ενεργείς για λογαριασμό του υποτιθέμενου Ηγεμόνα των ουρανών, είτε κάποιου επίγειου. Άλλωστε η οργανωμένη θρησκεία υπήρξε πάντα εξουσία, που συνήθως συμπορευόταν με την κοσμική. Το συμφέρον και των δύο είναι ένα «πλήρωμα» από πρόβατα (εξ ου και η παρομοίωση του «ποιμένα»). Δηλαδή άνθρωποι ταπεινοί, υποταγμένοι («υπήκοοι») που δεν αμφισβητούν, δεν ρωτάνε και δεν επαναστατούν. Ο ιδεώδης πιστός είναι ακριβές αντίγραφο του ιδανικού υπηκόου.
Το newspeak (νεογλώσσα) και το doublethink (διπλοσκέψη) δεν είναι εφεύρεση του Όργουελ. Πριν από τα συνθήματα: «ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία είναι σκλαβιά» κλπ. του «1984», η πρώτη αποκορύφωση του προπαγανδιστικού ψεύδους ήταν το σλόγκαν: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
Μια απλή ματιά γύρω μας αρκεί για να διαψευσθεί σε δευτερόλεπτα αυτή η ρήση. Κι όμως υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια πιστοί στον κόσμο που την αποδέχονται. Τίποτα δεν θα μπορούσε να δείξει περισσότερο την αφέλεια (και την απελπισία) των ανθρώπων, αλλά και την δεινότητα των προπαγανδιστών, από αυτό το γεγονός. Το μέγιστον ψεύδος βαφτίζεται αλήθεια και επάνω του θεμελιώνονται τεράστια εξουσιαστικά οικοδομήματα – οι εκκλησίες.
Ακόμα και οι άνθρωποι που πολέμησαν αυτό το ψεύδος έπεσαν θύματα ευφυών προπαγανδιστών οι οποίοι είτε τους εξαφάνισαν, είτε – το χειρότερο – διαστρέβλωσαν σε τέτοιο βαθμό τις απόψεις τους, ώστε να τους εντάξουν μέσα στο σύστημα. Ένας τέτοιος ήταν ο Βούδας. Από άθεος παρηγορητής (η διδασκαλία του ήταν απλά μία μέθοδος για το ξεπέρασμα της οδύνης) μετετράπη – με τη βοήθεια προπαγανδιστών – σε ιδρυτή θρησκείας, με χιλιάδες τεμένη και μυριάδες αγάλματα (είχε απαγορεύσει τις απεικονίσεις!). Ένας άλλος ήταν ο Ιησούς. Η διδασκαλία του, που είναι φάρμακο κατά της ατέλειας ενός άδικου και άπονου κόσμου, χρησιμεύει τώρα για να ασκεί εξουσία ένα τεράστιο και πάμπλουτο ιερατείο.
Αλλά η μεγαλύτερη διαστρέβλωση κάθε λογικής ήταν η ιουδαϊκή και μετέπειτα χριστιανική θεωρία της Πτώσης. Σύμφωνα με αυτήν, εμείς φταίμε για τα χάλια του κόσμου. Ο Θεός είχε φτιάξει ένα κόσμο τέλειο – χωρίς πόνο, φθορά, κακία και θάνατο. Δηλαδή ένα Παράδεισο. Αυτόν τον χάσαμε από σφάλμα δικό μας. Ο Θεός είναι απόλυτα ανεύθυνος για τα δεινά της ζωής. Εμείς, από αθάνατοι και όλβιοι πρωτόπλαστοι, γίναμε όντα που τρώνε τον άρτο τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, για να φθαρούν, να γεράσουν και να πεθάνουν.
Η, όπως το είπε ο Μίλτων στους πρώτους στίχους του Paradise Lost, του «Απολεσθέντος Παραδείσου»:Of Mans First Disobedience, and the Fruit
Of that Forbidden Tree, whose mortal taste
Brought Death into the World, and all our woe,
(Για την πρώτη ανυπακοή του ανθρώπου και τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου του οποίοι η θνητή γεύση έφερε τον θάνατο στον κόσμο και όλες μας τις συμφορές).
Κατά την παραδοσιακή λοιπόν χριστιανική θεολογία, ο σημερινός μας κόσμος δεν είναι δημιούργημα του Θεού – αλλά των ανθρώπων. Προέκυψε από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων – κι εμείς πληρώνουμε ακόμα το προπατορικό αμάρτημα. Με αυτό τον τρόπο δικαιολογείται και η παρουσία του Κακού μέσα στον κόσμο.
Αλλά είναι συμβατή η ύπαρξη αυτού του πρώτου κόσμου με την σημερινή μας γνωστική εμπειρία; Δεν θα πρέπει να άφησε πίσω του ίχνη ανιχνεύσιμα; Η επιστήμη γνωρίζει πως από την αρχή της ζωής, την συνόδευε ο θάνατος. Αν ο Παραδείσιος κόσμος υπήρξε πραγματικά –και οι Πατέρες της εκκλησίας ισχυρίζονται πως, ναι– θα έπρεπε να έχουμε βρει κάποια ένδειξη.
Όμως το τερατωδώς παράλογο σε αυτή την ιστορία, είναι η σύλληψη του Προπατορικού Αμαρτήματος. Που μας βαρύνει όλους, από την γέννησή μας. Είναι η απόλυτα τρομοκρατική παγίδα. Όλοι ένοχοι, όλοι υπαίτιοι και ο Παντοδύναμος ανεύθυνος. (Μα αυτός δεν μας έφτιαξε; Είναι δυνατόν ο Πλάστης να μην ευθύνεται για το Πλάσμα, ο κατασκευαστής για το κατασκεύασμά του; Ακόμα και για τις δυσλειτουργίες του…)
Υπάρχουν ευτυχώς και έντιμοι χριστιανοί θεολόγοι που ομολογούν αδυναμία να αιτιολογήσουν την παρουσία του Κακού στον κόσμο. Ο Χρήστος Γιανναράς γράφει: «Δεν έχουμε πειστική ερμηνεία για τον παραλογισμό του κακού που κυριαρχεί στην ανθρώπινη επίγεια βιοτή και ιστορία, με καμία από τις γνωστικές μας δυνατότητες δεν μπορούμε να συνάγουμε αιτία ή σκοπό του κακού…» Και πιο κάτω: «…κάθε δικανική ερμηνεία που θέλει να το αποδώσει σε απρόσωπες συλλογικές ενοχές και προπατορικές παραβάσεις εντολών καταντάει αφελής στην θλιβερή ανεπάρκειά της».
Ακόμα και ένας τόσο πιστός Χριστιανός δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα κραυγαλέο παραλογισμό, τόσο γνωστικό, όσο και ηθικό. Διότι δεν είναι ηθικά αποδεκτό με οποιαδήποτε ηθικά κριτήρια (σκεφθείτε τα ανθρώπινα δικαιώματα) να τιμωρούνται αθώα παιδιά και αμέτοχοι άνθρωποι για μία παλαιολιθική αμαρτία άλλων; (Και τι αμαρτία! Απλή ανυπακοή σε μία παράλογη εντολή. Γιατί να μην δοκιμάσουν το καρπό του Δέντρου της Γνώσης; Τι τότε τους έδωσε την γνωστική ικανότητα ο Πανάγαθος;).
Πρόκειται ξεκάθαρα για μέθοδο τρομοκράτησης που θέλει να υποτάξει όλους στην ενοχή. Δεν είναι τυχαίο πως ένα από τα βασικά ρητά των χριστιανών προπαγανδιστών είναι το «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Initio sapientiae, timor Domini). Άλλο ένα doublethink, που σημαίνει το αντίθετο από αυτό που δηλώνει. Όσο οι ερευνητές είχαν τον φόβο του Θεού, δεν κατάφεραν να προωθήσουν τις γνώσεις μας ούτε μία αράδα. Έπρεπε να περάσει ο Μεσαίωνας για να ανοιχτούν οι προοπτικές μίας γνώσης πέρα από το φόβο.
Ωστόσο ο φόβος είναι λέξη κλειδί. Σε αυτόν στηρίζεται όλο το θρησκευτικό ψεύδος. Στο δέος του θανάτου εδράζεται το θρησκευτικό φαινόμενο. Στο δέος που οφείλεται στην άγνοια και – νομοτελειακά – οδηγεί και πάλι σε αυτή. Όχι βέβαια στην σοφία.
Αλλά οι προπαγανδιστές είναι μάστορες στο doublethink. Έτσι και την άγνοια την έβγαλαν πάνω από την γνώση (τους συμφέρει). Θεία άγνοια την είπαν («θείος γνόφος») και ευλογημένη. Πολέμησαν την γνώση όσο κανείς άλλος στην ιστορία. Γιατί η γνώση ελευθερώνει, δίνει δύναμη και ανεξαρτησία. Και η θρησκεία πάνω από όλα μας θέλει δέσμιους, ένοχους και εξαρτημένους.
Όχι μόνο η γνώση – ακόμα και η αλήθεια, αν αντιπαρατεθεί στη πίστη, οφείλει να υποχωρήσει. Είναι πασίγνωστη η φράση που είπε ο Ντοστογιέφσκι το 1850: «Αν κάποιος μου έδινε την απόδειξη πως ο Χριστός είναι έξω από την αλήθεια και πράγματι ήταν γεγονός ότι η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, εγώ θα έμενα με τον Χριστό και όχι με την αλήθεια». Από ένα μέγιστο ποιητή – μία επώδυνη δήλωση σκοταδισμού…
Προς μεγάλη δόξα των προπαγανδιστών, οι περισσότεροι άνθρωποι εκχωρούν την κρίση, την αυτονομία, την ελευθερία τους και παραμένουν όλοι τους την ζωή «δούλοι» του Θεού (τι έκφραση!). Σε αντίθεση με τη φράση του Αντρέ Μπρετόν που γράφει (στα 1928): «Πάντοτε στοιχημάτιζα εναντίον του Θεού και θεωρώ το λίγο που κέρδισα σε αυτόν τον κόσμο ως το αποτέλεσμα αυτού του στοιχήματος. Όσο κι ήταν ασήμαντο το διακύβευμα (η ζωή μου) έχω την συνείδηση ότι κέρδισα τα πάντα».
Η κατάσταση στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα δείχνει τον άνθρωπο να χειραφετείται από τους ηγεμόνες, τους βασιλιάδες και τους δικτάτορες που τον ήθελαν σκλάβο ή έστω υπήκοο (δηλαδή υπάκουο). Πριν χίλια χρόνια δεν υπήρχε στο πλανήτη ούτε ένας ελεύθερος άνθρωπος. Κι όσους δεν καταπίεζαν οι ηγεμόνες και οι άρχοντες, τον καταδυνάστευαν ο φόβος και η δεισιδαιμονία. Πριν εκατό χρόνια υπήρχαν μόνο έξη δημοκρατικά κράτη (και χωρίς ψήφο γυναικών). Το 2000 ήταν 117 που κάλυπταν το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ατελείς δημοκρατίες πολλές από αυτές, αλλά καλύτερες κι από τις πιο «φωτισμένες» απολυταρχίες.
Ωστόσο, στον τομέα της θρησκείας, οι προπαγανδιστές έχουν κάνει τόσο καλά την δουλειά τους, ώστε η χειραφέτηση να είναι ακόμα στο ξεκίνημα. Οι άνθρωποι, που δεν υποκύπτουν στην θρησκευτική προπαγάνδα, είναι μειοψηφίες και στα πιο προηγμένα κράτη. Οι πλειοψηφίες δεν πολυπιστεύουν μεν, ούτε ασκούν ενεργά την θρησκεία, ούτε υπακούουν στις ηθικές εντολές της – αλλά (αχ! ο καταραμένος ο φόβος) κοιτάνε να τα έχουν καλά με το επουράνιο αφεντικό και τους εκπροσώπους του επί γης. (Που ξέρεις τι γίνεται – κι αν υπάρχουν τα καζάνια;).
Οι προπαγανδιστές έχουν μάλιστα καταφέρει να δώσουν μία αρνητική χροιά στην λέξη άθεος. Ακόμα και ο ορθολογιστής, ο άθρησκος, ή ο αγνωστικιστής, ταυτίζονται με τα κακοποιά στοιχεία της αστικής μυθολογίας: τον αναρχικό, τον ανατροπέα, τον ελευθεριάζοντα. Σε τρία αμερικάνικα λεξικά που κοίταξα, στο λήμμα «άθεος» υπάρχει, ως δευτερεύων ορισμός, το «ανήθικος». Αλλά και ο δικός μας λαός μιλάει για αυτόν που «δεν έχει τον Θεό του» εννοώντας άτομο ανήθικο και ικανό για όλα.
Αυτό είναι το άλλο εφεύρημα των προπαγανδιστών: ότι οι μόνες ηθικές αξίες με απόλυτη ισχύ προέρχονται από τον Θεό (δηλαδή τους ερμηνευτές του) και ότι η πίστη είναι προϋπόθεση για μία ηθική ζωή. «Αν δεν υπάρχει Θεός είναι όλα δυνατά», έγραψε ο Ντοστογιέφσκι.
Η θέση αυτή μου θυμίζει τον ισχυρισμό των βασιλοφρόνων ότι μόνον ένας Βασιλιάς μπορεί να είναι εγγυητής του πολιτεύματος. (Και οι Βασιλείς από τον Θεό έπαιρναν την νομιμοποίησή τους – «ελέω Θεού» μονάρχες). Ότι χωρίς Βασιλέα η πολιτική ζωή μετατρέπεται σε αναρχικό χάος.
Θαυμάσια μπορεί να υπάρχει και ηθική και πολιτική τάξη χωρίς Θεϊκή (ή Βασιλική) παρουσία. Οι χειραφετημένοι άνθρωποι είναι σε θέση να θεσπίσουν νόμους και κανόνες με βάση τις αρχές του σεβασμού της ελευθερίας του άλλου. (Να γιατί η Εκκλησία μας και οι θεολόγοι της μισούν τα ανθρώπινα δικαιώματα). Δεν χρειάζονται μύθοι και παραμυθιάσματα για να ζήσουν οι άνθρωποι σωστά μεταξύ τους.
Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στον φόβο και την δεισιδαιμονία του πρωτόγονου ανθρώπου. Με την έρευνα και την γνώση οι θεοί άρχισαν να λιγοστεύουν, τα φυσικά φαινόμενα – βροντές, κεραυνοί, εκλείψεις – εξηγήθηκαν και έπαψαν να είναι ένθεα. Κάποια στιγμή μάλιστα ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, υμνώντας τον δάσκαλό του τον Επίκουρο, δήλωσε ότι religio obteritur (η θρησκεία συνετρίβη). Αξίζει να θυμηθούμε τους στίχους από το De Rerum Natura:
«Όταν η ανθρώπινη ζωή επάνω στην γη κείτονταν συντριμμένη κάτω από το φοβερό βάρος της θρησκείας (opressa gravi sub religione) όταν η θρησκεία έδειχνε το φοβερό της πρόσωπο από τους ουρανούς ψηλά τρομοκρατώντας τους θνητούς, ήταν ένας έλληνας που τόλμησε να σηκώσει τα θνητά του μάτια επάνω της και να της αντισταθεί. Ούτε οι μύθοι περί θεών, ούτε οι κεραυνοί τον τρόμαζαν ούτε ο απειλητικός ψίθυρος των ουρανών…».
Από τότε που ο Λουκρήτιος ανήγγειλε θριαμβευτικά τον θάνατο της θρησκείας, έχουν περάσει δυο χιλιάδες και εβδομήντα χρόνια. Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον δικό του θάνατο γεννήθηκε ο ιδρυτής της μεγαλύτερης θρησκείας – και οι εποχές του μεγάλου θρησκευτικού φανατισμού δεν είχαν ακόμα αρχίσει.
Η επιστήμη βέβαια, την οποία υμνούσε ο Λουκρήτιος, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τις θύρες της φύσης (naturae portarum claustra cupiret), έλυσε τα περισσότερα μυστήρια που προκαλούσαν δέος και τρόμο, τροφοδοτώντας την δεισιδαιμονία και την πίστη. Αλλά ακόμα μένουν άλυτα πολλά – με πρώτο το πρόβλημα του θανάτου. Και επιπλέον η επιστήμη είναι πάντα ο χώρος των πιθανοτήτων, ενώ ο άνθρωπος χρειάζεται σιγουριά. Η ανάγκη του να ακουμπάει σε βεβαιότητες, να πιστεύει στο απόλυτο, να παρηγορείται με μύθους, παραμένει ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και οι προπαγανδιστές της πίστης την εκμεταλλεύονται με την ίδια δεξιοτεχνία που οι διαφημιστές εκμεταλλεύονται την ανάγκη του να αρέσει ή να διακρίνεται.
Μετά τον Διαφωτισμό, που ξεκαθάρισε μερικά πράγματα, η ανθρωπότητα δεν προχώρησε σε μία νοητική χειραφέτηση. Για κάποιο διάστημα υποκατέστησε τις θρησκείες με ομοειδείς ιδεολογίες (είχαν κι αυτές δόγμα, προφήτες, ιερατείο και υπόσχεση παραδείσου) αλλά όταν αυτές κατέρρευσαν, οι θρησκείες επανήλθαν δριμύτερες. Μπορεί ο Νίτσε να κήρυξε το θάνατο του Θεού αλλά, έστω και αν ο Θεός έχει πεθάνει, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν.
Φυσικά οι πραγματικοί πιστοί παραμένουν μικρές (αλλά δυναμικές) μειονότητες – όμως οι μεγάλες μάζες είναι αδρανείς ή και συμπαθούσες μπροστά στην άσκηση της ιδεολογικής και εξουσιαστικής πίεσης των εκκλησιών. Ιδιαίτερα στην χώρα μας όπου η εκκλησία έχει περιβληθεί με άλλον ένα μύθο – ότι είναι το βασικό συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας. Το χαρακτηριστικό δείγμα του εθνικού ποιμνίου είναι ο βολεψάκιας μεσο- και μικροαστός, που χωρίς να εκκλησιάζεται συχνά και χωρίς να ασκεί τις χριστιανικές αρετές, παραμένει «πιστός», πρόσωπο αξιοσέβαστο, όσο κι αν καθημερινά παραβιάζει πολλές ηθικές επιταγές. Όπως δείχνουν οι έρευνες, αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.
Έτσι – με λίγους φανατικούς και πολλούς αδιάφορους, οι θρησκείες επιβιώνουν και πλουτίζουν και καταδυναστεύουν τον άνθρωπο..
Καταδυναστεύουν; Εδώ μπορεί να μου αντιπαρατεθεί ένα βασικό επιχείρημα πολλών μη-πιστών που υπερασπίζονται τις θρησκείες: Ότι με αυτό τον τρόπο οι άνθρωποι νιώθουν ευτυχέστεροι – ή, έστω, λιγότερο δυστυχείς. Πως η πίστη σε κάτι – ακόμα και αναληθές – τους παρηγορεί για τις δυστυχίες του βίου. Ζωτικόν ψεύδος.
Αναρωτιέμαι αν θα χρησιμοποιούσαν το ίδιο επιχείρημα για να υπερασπιστούν τις επίγειες απολυταρχίες… Ας υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στο ψέμα του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν ευτυχέστεροι στην ανελευθερία τους (πράγμα που αμφισβητείται) αποτελεί αυτό δικαιολογία για να παραταθεί το ψέμα;
Αλλά πέρα από όλα αυτά, το επιχείρημα είναι έωλο: οι θρησκείες, που επανήλθαν τόσο δυναμικά τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην ευτυχία των ανθρώπων, αλλά τους οδηγούν στον όλεθρο. Από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν σκοτωθεί σε θρησκευτικές διαμάχες και πολέμους. Είναι, βεβαιωμένα, η πρώτη αιτία βίαιου θανάτου στην ιστορία. Και ο πρόξενος άφατης οδύνης σε όλο τον κόσμο – όπως αποκαλύπτει η ανάγνωση της καθημερινής μας εφημερίδας. Ο θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός (ναι, και ο Μπους φονταμενταλιστής είναι…) αποτελεί το πρώτο μας πρόβλημα σήμερα.
Προσωπικά, ως φιλελεύθερος άνθρωπος, δεν έχω, ούτε μπορώ να έχω, καμία αντίρρηση στο να πιστεύει ο κάθε άνθρωπος ό,τι θέλει, στο να ασκεί ελεύθερα την πίστη του, να λατρεύει όπως θέλει το Θεό του και να ζει σύμφωνα με τις εντολές της θρησκείας του. Φτάνει να μην επιβάλει την πίστη του στους άλλους, και να μην επεμβαίνει θετικά η αρνητικά στη ζωή τους.
Και επίσης ως ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, επιφυλάσσω στον εαυτό μου το δικαίωμα να πάρω την δική μου στάση απέναντι στο (υπαρκτό) μυστήριο του κόσμου. Να μην το οριοθετήσω, να μην του δώσω αυθαίρετα όνομα και υπόσταση, να μην το υποτάξω στην λογική και την εξουσία των προπαγανδιστών. Αρνούμαι να νιώθω ενοχές για πράγματα που δεν έκανα, να δοξολογώ αντί να θρηνώ, να ικετεύω αντί να σκέπτομαι.

Η ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΑΘΕΩΝ


Πλάτων: Ο πατέρας τής μισαλλοδοξίας και τής καταστολής τής «νόσου» τής αθεΐας
Διωγμοί άθεων στην αρχαία Ελλάδα


Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος απεικονίζει το φαινόμενο τής αθεΐας σε όλη την ποικιλία του. Ο πλούτος των πηγών και η σχετική ελευθερία έκφρασης επιτρέπουν τη μελέτη τής γένησής της, των εκδηλώσεων και των υποδηλώσεών της, στο πλαίσιο ενός πολιτισμού διαποτισμένου από τη θρησκεία. Μια σύντομη επισκόπηση των κύριων προσωκρατικών θεωριών επιβεβαιώνει την καταφανέστατη κλίση τους προς την αθεΐα.

Κατά το πρώτο μισό τού 4ου αι. π.Χ., ο αξιοσημείωτος πλέον αριθμός των άθεων στην Ελλάδα, προκαλεί ανησυχία. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, η μαρτυρία τού Πλάτωνα είναι ουσιαστική. Στο βιβλίο Ι΄των Νόμων, ο φιλόσοφος, για πρώτη φορά στην ιστορία, εστιάζει την προσοχη του στο πρόβλημα. Επιβεβαιώνει τη μαζική ύπαρξη άθεων, αναζητεί τα αίτια αυτής τής απιστίας, που τη θεωρεί επικίνδυνη και συνιστά τη λήψη αυστηρών μέτρων για την αντιμετώπιση των άθεων.

Η θεώρηση τού Πλάτωνα ως πηγής τής αρνητικής γνώμης, που βαρύνει την αθεΐα επί δυο χιλιάδες χρόνια, στηρίζεται σε πολλά σημεία. Η καθοριστική κίνηση, που στιγμάτισε ανεξίτηλα τους άθεους, υπήρξε η σύνδεση τής αθεΐας με την ανηθικότητα. Έκτοτε, η αθεΐα, αδιακρίτως, επισύρει τους χαρακτηρισμούς «χυδαίος», «άξεστος», και αντιπαραβάλλεται προς την ευγενή στάση των ιδεαλιστών, που παραπέμπουν στον αγνό κόσμο των ιδεών, τού πνεύματος.


Ο σοφιστής Πρωταγόρας, περί το 415 π.Χ., συνθέτει την πραγματεία Περί θεών, από την οποία διασώζεται η πρώτη του φράση: «Ως προς τους θεούς, είναι αδύνατο να γνωρίζω αν υπάρχουν ή όχι ή ποια είναι η μορφή τους. Τα στοιχεία, που εμποδίζουν τη γνώση μου είναι πολλά, όπως η ασάφεια τού ζητήματος και η συντομία τού ανθρώπινου βίου».

Αυτή η κατάφαση τού θρησκευτικού σκεπτικισμού, στοιχειοθέτησε το πρώτο μαρτυρημένο autodafé στην Ιστορία τής Δύσης.

«Εξ αιτίας αυτού τού προοιμίου», αναφέρει ο Διογένης

Λαέρτιος, «διώχθηκε από την Αθήνα και τα βιβλία του παραδόθηκαν στην πυρά στην αγορά, αφού κατ’ απαίτηση τού κήρυκα επιστράφηκαν από τους αγοραστές τους» (Βίοι Φιλοσόφων, 9, 52).

Πλάτων:
Έγκλημα η αθεΐα

Το γεγονός, ότι η αθεΐα αρχίζει να χαρακτηρίζεται ως κάτι κακό, οφείλεται στην εναντίωσή της προς τη δραστηριότητα των μάντεων και των ιερἐων και στο γεγονός, ότι θεωρείτο αντιπατριωτικη στάση. Στις δίκες, τα λανθάνοντα πολιτικά κίνητρα υπήρξαν ουσιώδη. Το αδίκημα τής αθεΐας, επομένως, συνδεόταν με μια απλή συγκυρία. Ο Πλάτων επιδιώκει να την εδραιώσει σε μια θεμελιακή μεταφυσική και ηθική αντίληψη, που θα την καταστήσει από τούδε και στο εξής το κατ’ εξοχήν έγκλημα.

Ο φιλόσοφος αρχίζει με μια διαπίστωση: η αθεΐα είναι διάχυτη. Οι θέσεις της είναι «διεσπαρμένες σε όλους». Μεταξύ των απίστων διακρίνονται τρεις κατηγορίες: αυτοί που δέν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη θεών, αυτοί που πιστεύουν, ότι οι θεοί αδιαφορούν πλήρως για τα ανθρώπινα και αυτοί, που πιστεύουν, ότι έχουν τη δυνατότητα να παραπλανήσουν τους θεούς με θυσίες και προσευχές και να τους μεταπείσουν.


Το ψήφισμα τού Διοπείθη (423 π.Χ.), το οποίο προβλέπει την υποχρεωτική δίωξη όλων, όσων
δέν πιστεύουν στους αναγνωρισμένους από
την πολιτεία θεούς, σηματοδοτεί την έναρξη τού κύκλου των δικαστικών διώξεων για αθεΐα και ασέβεια.Πρώτο θύμα, ο Αναξαγόρας, ο οποίος κατόπιν μακρών αστρονομικών παρατηρήσεων είχε διατυπώσει τη θεωρία, ότι ο Ήλιος είναι μύδρος διάπυρος ή λίθος διάπυρος, κατά τον Πλάτωνα (Απο- λογία Σωκράτους, 26 d) και τον Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα, VI 7 κ.ε.).

Η θεωρία όμως αυτή ερχόταν σε αντίθεση προς τη θρησκευτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Ήλιος ήταν θεότητα.Κατηγορήθηκε για ασέβεια. Το ακριβές περιεχόμενο τής απαγγελθείσας ποινής παραμένει άγνωστο: θάνατος ή εξοστρακισμός, κατά τον Ολυμπιόδωρο, φυλάκιση κατ’ άλλους. Τον έσωσε η παρέμβαση τού Περικλή. (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, 2, 12-13).

Η αθεΐα για τον Πλάτωνα είναι η πηγή τής ανηθικότητας και τού αντιπατριωτισμού:
«Όποιος αποδίδει στους θεους μια ύπαρξη σύμφωνη προς ό,τι υπαγορεύουν οι νόμοι ουδέποτε διέπραξε πράξεις ασεβείς, ουδέποτε επέτρεψε στον εαυτό του ένα λόγο αντίθετο προς το νόμο». Γιατί οι άθεοι δεν πιστεύουν στους θεούς; «Θα σου το πω σαφέστερα», απαντά ο Αθήναιος, ο οποίος στους Νόμους είναι ο εκφραστής τής άποψης τού Πλάτωνα: «Φωτιά, νερό, γή, όλα αυτά, λένε, ότι υπάρχουν δυνάμει τής Φύσης και τής Τύχης και τίποτε από αυτά δυνάμει τής Τέχνης. Από αυτά λοιπόν, που στερούνται παντελώς ψυχής, γεννήθηκαν τα μεταγενέστερα σώματα, δηλαδή η γη, ο ήλιος, ή σελήνη, τα άστρα. Περιπλανώμενα τυχαία, καθένα χωριστά, εξ αιτίας τής ιδιαίτερης δύναμής του, καθώς συναντώνται, συνδυάζουν καταλλήλως το θερμό με το ψυχρό, το ξηρό με το υγρό, το μαλακό με το σκληρό, και όλες αυτές οι αναγκαίες μείξεις είναι αποτελέσματα τής τυχαίας ένωσης των αντιθέτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και βάσει αυτής τής ικασίας, δημιουργήθηκε ο ουρανός στο σύνολό του με ό,τι αυτός εμπεριέχει και με τη σειρα τους όλα τα ζώα και τα φυτά, εφ’ όσον από αυτές τις αιτίες προέκυψαν όλες οι εποχές. Όλα αυτά, όμως, δέν οφείλονται ούτε σε ένα νου, όπως διατείνονται, ούτε ακόμη σε μια θεότητα ούτε σε μια τέχνη, αλλά, όπως είπαμε, στη Φύση και την Τύχη». (Νόμοι, Ι΄, 889).

Αναγνωρίζονται ίσως εδώ οι θεωρίες των φυσικών και ειδικότερα η ατομική θεωρία τού Δημόκριτου. Η αθεΐα, επομένως, ανάγεται σε αίτια διανοητικά: στις επιστημονικές θεωρίες υλιστικού τύπου. Ωστόσο, τα αίτιά της είναι επίσης ηθικά: οι άθεοι απορρίπτουν τους θεούς εξ αιτίας τής «ανικανότητάς τους να υποτάξουν την ηδονή και τα πάθη τους». Εξ αιτίας τής επιθυμίας τους να αφήσουν ανεξέλεγκτες τις ταπεινές ορέξεις τους, διδάσκουν, ότι τα πάντα επιτρέπονται κατά τις επιταγές τής φύσης κι ότι αυτή μάλιστα συμβαδίζει με την κυριαρχία των ισχυροτέρων. Ο Πλάτων ήδη κραδαίνει το φάσμα τής φυσικής επιλογής και προοικονομεί την περιφήμη ρήση: «Εάν δέν υπάρχει
θεός, τα πάντα επιτρέπονται». Ο ηθικός νόμος είναι ανίσχυρος εάν δέν εδραιώνεται σε έναν υπερβατικό θεϊκό νόμο, ασύλληπτο, απόλυτο. Η αθεΐα είναι ο καταλύτης, που προκαλεί τήν κοινωνική διάλυση και οι άθεοι διανοούμενοι, οι διαφθορείς τής νεολαίας. (Νόμοι, Ι’, 890).

Έσχατη αποστροφή προς τους άθεους
Ο Πλάτων, λοιπόν, θεωρεί καθήκον του να αντιπαραταχθεί σε μια θεωρία θεμελιωμένη στην ψευδή γνώση και την εγγενή ανηθικότητα. Τα επιβαλλόμενα μέτρα συνίστανται στην πειθώ και την καταστολή. Κατά πρώτον, λοιπόν, χρειάζεται πειθώ. Ο φιλόσοφος αναλαμβάνει αυτή την αποστολή με την έσχατη αποστροφή, διότι τον αγανακτεί η ανάγκη απόδειξης τού αυτονόητου:

«Πώς να μιλήσει κάποιος χωρίς θυμό, για να πει, ότι υπάρχουν θεοί; Κατ’ ανάγκην, στην πραγματικότητα, υπομένουμε βεβαίως με δυσφορία και αποστρεφόμαστε αυτούς τους ανθρώπους, που μας εξανάγκασαν, που μας εξαναγκάζουν σήμερα να μιλήσουμε, εξ αιτίας τής δικής τους απιστίας σε λόγους, τους οποίους από την τρυφερή τους ηλικία, από την εποχή τού θηλασμού ακόμη, άκουγαν από τις τροφούς τους και από τις μητέρες τους». (Νόμοι, Ι΄, 887). Θα νόμιζε κάλλιστα κανείς, ότι ήδη παρακολουθεί τις διαμαρτυρίες ενός ιεροκήρυκα τού 18ου αιώνα!

Ο Κικέρων παραδίδει ένα ανέκδοτο για τον Διαγόρα το Μήλιο, ο οποίος είχε τη φήμη τού ακραιφνούς άθεου:


Στη Σαμοθράκη, ενώ ο Διαγόρας παρατηρούσε τα αναθήματα, που προσέφεραν οι διασωθέντες από ναυάγια ναυτικοί, ρωτήθηκε από ένα φίλο του: «Εσύ, λοιπόν, που νομίζεις, ότι οι θεοί δέν ασχολούνται με τα ανθρώπινα, δέν βλέπεις σε όλες αυτές τις εικόνες πόσοι πολλοί απέφυγαν την ορμή τής καταιγίδας και επέστρεψαν στο λιμάνι σώοι και αβλαβείς, χάρη στις ευχές τους; -Όχι, είπε, γιατί δέν βλέπω πουθενά να έχουν ζωγραφίσει αυτούς, που ναυάγησαν και χάθηκαν στη θάλασσα».

Ο Διαγόρας δέχθηκε σφοδρή κριτική από ορισμένους συντηρητικούς, ενώ άλλοι συγγραφείς δήλωναν, ότι ο αποτροπιασμός για το πρόσωπό του είναι τέτοιος, ώστε προτιμούσαν να μήν μιλούν γι” αυτόν.

Ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος γράφει, ότι τού αποδίδεται ένα έργο σε πεζό λόγο, στο οποίο γελοιοποιούσε τους θεούς, ενώ ο Φιλόδημος στην Περί ευσέβειας πραγματεία του παραπέμπει σε αυτό ως προς το θέμα τής αθεΐας.

Κατηγορήθηκε επίσης, ότι κοινολόγησε τα ελευσίνια μυστήρια και επιχείρησε να μεταπείσει υποψήφιους για μύηση, καθώς κι ότι γελοιοποίησε δημοσία τον Διόνυσο.

Οι ενέργειές του αυτές τού κόστισαν μια καταδίκη σε θάνατο το ίδιο έτος με τον Πρωταγόρα (415 π.Χ.). Μετά τη διαφυγή του, πέθανε στην Αχαΐα.

Οι άθεοι δέν έχουν ίχνος νοημοσύνης
Οι άθεοι δέν διαθέτουν «ούτε καν μια αξιόλογη αιτία», δέν έχουν «ίχνος νοημοσύνης». Είναι αναξιοπρεπές να πρέπει κάποιος να τους αποδείξει την ύπαρξη των θεών. «Επιβάλλεται, ωστόσο, κάποιος να το τολμήσει! Όχι, δέν επιτρέπεται στην πραγματικότητα να αφήνουμε ομοίους μας να παραφρονούν, άλλοι μεν από λαιμαργία για την ηδονή και άλλοι από θυμό για τους ανθρώπους αυτού τού είδους». (Νόμοι, Ι΄, 888).

Επιχείρηση απόδειξης τής ύπαρξης θεού
Ο Πλάτων, λοιπόν, ήδη παλεύει με αυτό το τεράστιο ζήτημα, γύρω από το οποίο θα συγκρουστούν τα λαμπρότερα πνεύματα τού Δυτικού πολιτισμού έως τις μέρες μας και, αναμφίβολα, για κάποιο διάστημα ακόμα, δηλαδή με την

απόδειξη τής ύπαρξης τού θεού. Ύστερα από προσπάθειες δύο χιλιάδων χρόνων, ελλείψει αποδεικτικών συμπερασμάτων, η ατέρμονη αυτή αναζήτηση αποδεικνύει τουλάχιστον, ότι η ύπαρξη τού θεού δεν είναι προφανής.

Οι επιφανέστεροι πιστοί διανοούμενοι στην ιστορία των θρησκειών ματαίως αφοσιώθηκαν στην προσπάθεια ν” αποδείξουν με ορθολογικά επιχειρήματα την ύπαρξη τού θεού. Μετά τον Πυθαγόρα, κανείς δεν αρνείται το θεώρημά του. Μετά τον Πλάτωνα, η αθεΐα επιμένει.

Ο Berrnard Sève, στο La Question philosophique de l’ existence de Dieu(Παρίσι, 1994), εστιάζει στο θέμα και διερωτάται: «Το ζήτημα τής ύπαρξης τού θεού αναφέρεται άραγε στον πυρήνα τού ανθρώπινου λογικού ή αντιθέτως προδίδει την πιθανή ύπαρξη ενός υπολείμματος παραλόγου μέσα στο ίδιο το λογικό; Το να ισχυρίζομαι, ότι θεμελιώνω ορθολογικά την ύπαρξη τού θεού, το να στοχάζομαι ορθολογικά τις λανθάνουσες συνέπειες μιας τέτοιας ύπαρξης, σημαίνει άραγε, ότι προχωρώ μέχρι τις εσχατιές τής λογικής μου ή απεναντίας, ότι υποχωρώ σε μορφές παραλόγου, που πάντοτε κατατροπώνονται από τη λογική;» (σελ. 275).

Το ερώτημα βρίσκει την πρώτη εφαρμογή του στον Πλάτωνα, σύμφωνα με τον οποίο είναι ανεπαρκής η επιστράτευση τού επιχειρήματος για τον τελεολογικό και καθολικό χαρακτήρα τής πίστης, όπως αφελώς πιστεύει οΚλεινίας: «Είναι εύκολο να αναφέρουμε, ότι στην αρχή υπήρχε η γη, ο ήλιος και όλα τα άστρα. Ακολουθεί η θαυμαστή διάταξη των εποχών, η διαίρεση σε έτη και μηνες. Τέλος, το γεγονός, ότι όλοι οι λαοί, έλληνες και βάρβαροι, πιστεύουν στην ύπαρξη των θεών». (Νόμοι, Ι’, 886). Τα θαύματα τής φύσης και ο παγκόσμιος χαρακτήρας τής πίστης: τα επιχειρήματα αυτά θα επαναλαμβάνονται επί μακρόν. Ο Πλάτων ήδη επισημαίνει την ανεπάρκεια έναντι των επιστημόνων, που θα πουν, ότι «τα άστρα είναι μόνο χώμα και πέτρες και είναι ανίκανοι να μεριμνήσουν για τα ανθρώπινα ζητήματα».


Διασώζονται τα ίχνη
ενός μεγάλου αριθμού δικών για ασέβεια και αθεΐα.


Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης σύγχρονος τού Αναξαγόρα και μαθητής τού Αναξιμένη, περιώνυμος φυσικός, κινδύνευσε μεν, αλλά διασώθηκε. Παραδίδει μια αμιγώς φυσική ερμηνεία τού κόσμου, όπου «τίποτε δέν γεννάται εκ τού μηδενός και τίποτε δέν επιστρέφει σε αυτό». Θεωρεί τις θρησκείες και τους μύθους καθαρές αλληγορίες, ενώ η φημολογούμενη αθεΐα του απέφερε μόνιμους εχθρούς.

Ο φιλόσοφος Στίλπων από τα Μέγαρα, μαθητής τού Διογένη και φίλος τού Θεόδωρου τού Άθεου, αποφεύγει επίσης, εν τέλει, τη δίωξη πραγματευόμενος τα περί θεών ζητήματα μόνον κατ” ιδίαν, όπως παραδίδει ο Διογένης Λαέρτιος στους Βίους Φιλοσοφων: «Στην ερώτηση τού Κράτη αν οι γονυκλισίες και οι προσευχές ευχαριστούν τους θεούς απάντησε: Μη με ρωτάς για τα θέματα αυτά σε δημόσιο δρόμο, ανόητε, περίμενε να μείνουμε μόνοι!».

Ακριβώς την ίδια απάντηση έδωσε ο Βίων σε κάποιον, που τον ρώτησε αν υπάρχουν οι θεοί: «Απομάκρυνε πρώτα το πλήθος, δύστυχε γέροντα». Ο Στίλπων περιγελά μάλιστα, τον ανθρωπομορφισμό των παραδοσιακών θεών με εξαιρετική χάρη.

Η επινόηση τής ψυχής
Η απόδειξη τού Πλάτωνα εδράζεται σε μια ριζικά δυιστική αντίληψη τής πραγματικότητας. Σε ρήξη με τις επικρατούσες μέχρι τότε μονιστικές φιλοσοφίες, προϋποθέτει, ότι εκτός τού υλικού κόσμου υπάρχει ο αμετάβλητος κόσμος των ιδεών, των αρχετύπων, τού θείου, των ψυχών. Με αφετηρία την έννοια τής ατομικής ψυχής, που προηγείται τού σώματος, καταλήγει στην ψυχή τού κόσμου, που είναι ο κόσμος των θεών. Οι θεοί, καλοί και τέλειοι, υπεισέρχονται στις υποθέσεις των ανθρώπων και είναι άτεγκτοι. Το κύρος τής απόδειξης επ’ αυτού είναι μάλλον αδιάφορο. Το ουσιώδες είναι η δήλωση τής διάσπασης τού όντος σε ένα κόσμο πνευματικό και θείο και έναν κόσμο υλικό και ανθρώπινο.

Αυτή η πλατωνική αντίληψη επιδεινώνει σοβαρά την περίπτωση των άθεων, που τώρα πλέον αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να κατηγορηθούν, ότι αρνούνται το ευγενέστερο ήμισυ τής πραγματικότητας και αρκούνται στον απατηλό, εφήμερο, ευμετάβλητο κόσμο των σκιών των σπηλαίων. Ότι είναι «άξεστα» και «χυδαία» πνεύματα, που δέν εξυψώνονται στην ενατένιση των ιδεών.

Μέχρι τότε, η αθεΐα στη χειρότερη περίπτωση κρινόταν ως σφάλμα και απόδειξη αντιπατριωτισμού. Έκτοτε, αποτελεί τεκμήριο όχι μόνο τύφλωσης, αλλά κακοπιστίας και ηθικής ευτέλειας, κάτι επικίνδυνο για τον κοινωνικό και πολιτικό βίο, εφ’ όσον δέν παραδέχεται αξίες απόλυτες στη δημόσια και την ιδιωτικη συμπεριφορά.

Μέχρι τότε, οι πηγές τής ηθικής εντοπίζονταν στον ανθρώπινο κόσμο, που δεν διέφερε ριζικά από τον θεϊκό. Ο διαχωρισμός τους από τον Πλάτωνα και η τοποθέτηση των αμετάβλητων αξιών στο χώρο των θεών καθιστά τους άθεους υπάρξεις ανήθικες, στερημένες απόλυτων προτύπων συμπεριφοράς, υποτασσόμενες μόνο στα πάθη τους. Ο δρόμος για την καταστολή τής αθεΐας, εν ονόματι τής ηθικής και τής αλήθειας, είναι πλέον ελεύθερος. Ο δυισμός τού όντος είναι φορέας τού μανιχαϊσμού τής δράσης: το καλό και το αληθές εναντίον τού κακού και τής πλάνης.

Η Ιερά Εξέταση τού Πλάτωνα
κατά τής «νόσου τής αθεΐας»Υπό το πρίσμα αυτό, ο Πλάτων προτείνει τη θέσπιση μιας άτεγκτης κατασταλτικής νομοθεσίας κατά τής αθεΐας και τής ασέβειας. Οι πολίτες επιβάλλεται να καταδίδουν όλους τους άθεους, ειδάλλως όποιος επιλέγει τη σιωπή θα θεωρείται και ο ίδιος ασεβής. Οι κυρώσεις θα είναι ανάλογες τής σοβαρότητας τής ασέβειας, αρχής γενομένης από τη σοβαρότερη όλων, τη «νόσο τής αθεΐας», στην οποία διακρίνονται δύο βαθμοί: υπάρχει ο άθεος, που συμπεριφέρεται ορθά και είναι επικίνδυνος για τις ιδέες του και μόνο, και ο διεφθαρμένος άθεος, που επιπλέον αποτελεί κακό παράδειγμα:

«Είναι, λοιπόν, δυνατόν κανείς να διαθέτει, παρά το γεγονός, ότι δέν πιστεύει στην ύπαρξη των θεών, ένα χαρακτήρα εκ φύσεως δίκαιο. Μισεί τους κακούς. Η δυσφορία, που τού προκαλεί η αδικία, έχει ως αποτέλεσμα να μή συμβιβάζεται στη διάπραξη παρόμοιων πράξεων, να αποφεύγει εκείνους, που δεν είναι δίκαιοι. Στην περίπτωση όμως ενός άλλου, εάν η πεποίθησή του, ότι τα πάντα είναι κενά θεών προστίθεται στην έλλειψη αυτοσυγκράτησης, στις ηδονές και τις λύπες, εάν διαθέτει μνήμη ισχυρή και έντονη διάθεση για μάθηση, τότε αναμφίβολα η νόσος τής αθεΐας είναι μεν κοινή και στους δυο, αλλά, ενώ η νόσος τού πρώτου θα βλάψει ελάχιστα τους υπόλοιπους ανθρώπους, η νόσος τού δεύτερου θα έχει σοβαρότατες συνέπειες». (Νόμοι, Ι΄, 908).

Ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., θεωρείται τυπικό παράδειγμα άπιστου, σε σημείο, που αποκτά την επωνυμία ο Άθεος.
Εκδιώκεται από τη γενέτειρά του κι εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου η ελευθερία τού πνεύματος και τής ηθικής του προκαλούν σκάνδαλο.

«Κατεδάφισε με ποικίλες απόψεις τις απόψεις των ελλήνων για τους θεούς» και δεδομένου, ότι η άρνησή του δέν περιοριζόταν μόνον στους παραδο- σιακούς θεούς φαίνεται, ότι μάλλον ήταν αντάξιος της επωνυμίας του.

Επί Δημητρίου τού Φαληρέα (317-307 π.Χ.), ο Θεόδωρος ο Άθεος δικάστηκε ενώπιον τού Αρείου Πάγου και αναμφίβολα εξορίστηκε.

Πλύση εγκεφάλου για τους άθεους
Για την πρώτη κατηγορία, τους απλούς άθεους, ο Πλάτων προβλέπει, σε
πρώτο στάδιο, τον εγκλεισμό τους σε πλήρη απομόνωση τουλάχιστον επί πενταετία στο «Σωφρονιστήριον». Στο διάστημα αυτό, παρακολουθούν αναμορφωτικά μαθήματα: «Απαγορεύεται η επαφή τους με τους άλλους πολίτες, πλην εκείνων τού Νυκτερινού Συμβουλίου, που θα έχουν στόχο τη νουθεσία και τη φροντίδα για τη σωτηρία τής ψυχης τους».

Πλάτων: Εις θάνατον οι αμετανόητοι άθεοι!
Μετά την ολοκλήρωση αυτής της πλύσης εγκεφάλου, εάν μεν ο κρατούμενος δείχνει σημεία επανόδου στη σωφροσύνη, γίνεται «αποδεκτός στην κοινωνία των σωφρόνων», δηλαδή των πιστών. «Στην αντίθετη περίπτωση και εάν δικασθεί για κάτι παρόμοιο και κριθεί ένοχος, η ποινή θα είναι ο θάνατος». (Νόμοι, Ι΄, 909).

Πλατωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης
για τους αμετανόητους άθεουςΗ δεύτερη κατηγορία, οι διεφθαρμένοι άθεοι, εγκλείονται διά βίου σε ένα δεσμωτήριο εγκατεστημένο σε «τοποθεσία έρημη, όσο το δυνατόν πιο άγρια, τής οποίας η ονομασία θυμίζει, ότι είναι ο τόπος τής τιμωρίας». Στο χώρο αυτό, σε πλήρη απομόνωση, «τρεφόμενος από τους δεσμοφύλακες μόνο με την τροφή, που έχουν συστήσει οι φύλακες τού νόμου», ο άθεος είναι ένας πραγματικός κατάδικος. «Μετά τον θάνατό του, το νεκρό σώμα του παραμένει άταφο και εκβάλλεται εκτός των συνόρων τής πόλης. Σε περίπτωση δε, κατά την οποία ένας ελεύθερος αναμειχθεί σε πιθανό ενταφιασμό του, να καταγγελθεί για το έγκλημα τής ασέβειας, από όποιον πολίτη επιθυμεί να τον μηνύσει» (στο ίδιο).

Ο «θείος Πλάτων», που επινοεί ταυτοχρόνως τη θρησκευτική μισαλλοδοξία, την Ιερά Εξέταση και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θεωρεί, ότι υπάρχει μόνο μια επίσημη θρησκεία τής Πολιτείας, υποχρεωτική: «Πρέπει, τέλος,
για όλους ανεξαιρέτως τους ασεβείς, να θεσπισθεί ένας νόμος, τού οποίου αποτέλεσμα θα είναι ο περιορισμός των παραπτωμάτων απέναντι στη θεότητα, λόγω και έργω, από την πλειονότητά τους και, όπως είναι ευνόητο, η αναχαίτιση αυτής τής παρεκτροπής, εφ’ όσον αίρεται το δικαίωμα ένταξης σε οιαδήποτε λατρεία πλην τής σύμφωνης προς τον νόμο».