Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Το “Πνεύμα” και το “Εγώ”

Δύο μωρά είναι μέσα στη μήτρα της μάνας τους και συζητούν μεταξύ τους. Για να τα ξεχωρίζουμε ας ονομάσουμε αυτά τα δίδυμα: “Πνεύμα” και “Εγώ”.
 
 
Το Πνεύμα λέει στο Εγώ:
 
"Ξέρω ότι θα σου είναι αρκετά δύσκολο να το παραδεχθείς, αλλά ειλικρινά πιστεύω πως υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση."
 
Το Εγώ απαντάει:
 
"Mην είσαι ανόητο. Κοίταξε γύρω σου!
Αυτά που βλέπεις είναι τα μόνα που υπάρχουν. Γιατί πρέπει πάντοτε να σκέφτεσαι κάτι πέρα από αυτή την πραγματικότητα?
Αποδέξου τη μοίρα σου στη ζωή. Ηρέμησε και ξέχνα όλες αυτές τις ανοησίες για ζωή μετά τη γέννηση.."
 
Το Πνεύμα ησυχάζει για λίγο, αλλά η φωνή μέσα του δεν το αφήνει να μείνει για πολύ σιωπηλό.
 
" Εγώ, μην μου θυμώσεις τώρα, αλλά έχω και κάτι άλλο να σου πω.
Πιστεύω ακόμα ότι υπάρχει και μια Μητέρα"
 
"Μια Μητέρα!", καγχάζει το Εγώ.

"Πως μπορείς να είσαι τόσο ανόητο! Ποτέ δεν έχεις δει μια Μητέρα.
Γιατί δεν μπορείς να παραδεχτείς πως όλα όσα βλέπεις είναι όσα υπάρχουν?
Η ιδέα ότι υπάρχει μια Μητέρα είναι εντελώς τρελή. Είσαι μονάχο σου εδώ μαζί μου. Αυτή είναι η πραγματικότητά σου. Τώρα αρπάξου γερά από αυτό το λώρο. Πήγαινε στη γωνιά σου και πάψε να είσαι τόσο ανόητο. Πίστεψέ με δεν υπάρχει καμία Μητέρα."
 
Το Πνεύμα, απρόθυμα, σταματά τη συζήτηση, αλλά σε λίγο το ξαναπιάνει ανησυχία..
 
"'Εγώ,-εκλιπαρεί-,σε παρακαλώ άκουσέ με και μην απορρίπτεις την ιδέα μου. Νομίζω ότι αυτές οι συνεχείς πιέσεις που νιώθουμε και οι δύο, αυτές οι κινήσεις που τόσο μας ξεβολεύουν μερικές φορές, αυτή η διαρκής μετακίνηση και ο χώρος που όλο στενεύει γύρω μας καθώς μεγαλώνουμε, μας προετοιμάζει για έναν τόπο λουσμένο σε ένα ολόλαμπρο φως, που θα τον γνωρίσουμε πολύ σύντομα."
 
"Ε λοιπόν, τώρα ξέρω ότι είσαι εντελώς τρελό" απαντάει το Εγώ..
 
"Το μόνο που γνωρίζεις είναι το σκοτάδι. Ποτέ δεν έχεις δει το φως. Πως είναι δυνατόν έστω και να σου περνάει από το νου μια τέτοια ιδέα? Αυτές οι κινήσεις και οι πιέσεις που νιώθεις είναι η πραγματικότητά σου.
Είσαι ένα εντελώς απομονωμένο ον, που είναι χωρισμένο από τους πάντες και τα πάντα. Αυτό είναι το ταξίδι σου. Το σκοτάδι ,οι πιέσεις και η αίσθηση ότι είσαι φυλακισμένο  είναι όλη σου η ζωή. Με αυτά θα παλεύεις, όσο ζεις. Τώρα κάτσε ήσυχο σε παρακαλώ."

Το Πνεύμα ηρεμεί για λίγο αλλά στο τέλος δε μπορεί πια να συγκρατηθεί.
 
"Εγώ, ένα πράγμα θα σου πω ακόμα και δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ πια."
 
"Λέγε λοιπόν!" απαντάει το Εγώ ανυπόμονα.
 
"Δεν πιστεύω μόνο ότι όλες αυτές οι πιέσεις και όλη αυτή η ενόχληση θα μας οδηγήσουν σε ένα νέο ουράνιο φως αλλά και ότι, όταν θα γνωρίσουμε αυτό το φως ,θα συναντήσουμε τη Μητέρα πρόσωπο με πρόσωπο. Και τότε θα νιώσουμε μια έκσταση που είναι πέρα από οτιδήποτε έχουμε αισθανθεί ως τώρα."
 
"Πνεύμα, είσαι στ' αλήθεια  τρελό.. τώρα πια είμαι εντελώς σίγουρο γι αυτό!!"

Το βρωμόστομο GPS (ναι, έχει πολύ γέλιο!)

 Ένα ιμιτασιόν GPS μπορεί να μιλάει έτσι; Κι αν ναι, ο δορυφόρος συμφωνεί;

Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Πάντως η οδηγός στο βίντεο δεν έχει κανένα πρόβλημα.

Φαινόμενο Φόρερ (Forer Effect)

Φαινόμενο Φόρερ (Forer Effect) ή Φαινόμενο Μπάρνουμ (Barnum Effect) ονομάζεται η τάση των ανθρώπων να αξιολογούν προτάσεις ως εξαιρετικά ακριβείς, πιστεύοντας πως αφορούν τους ίδιους προσωπικά, ενώ στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά ασαφείς κι αόριστες ώστε να ισχύουν σε μία μεγάλη γκάμα ανθρώπων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να εξηγήσει την ευρεία αποδοχή διαφόρων παραπλανητικών κι ανακριβών συστημάτων όπως είναι η θρησκεία, η αστρολογία, η μαντεία, καθώς επίσης και των διαφόρων τεστ προσωπικότητας.

Ένα παρόμοιο αλλά πιο γενικό φαινόμενο είναι αυτό της υποκειμενικής επιβεβαίωσης. Υποκειμενική επιβεβαίωση (αγγλ. Subjective validation), γνωστή και ως φαινόμενο προσωπικής επιβεβαίωσης, ονομάζεται η γνωστική προκατάληψη (cognitive bias) σύμφωνα με την οποία ένας άνθρωπος θεωρεί μία πρόταση ή κάποιο άλλο είδος πληροφορίας αληθή, αν αυτή έχει κάποιο σημαντικό νόημα ή σημασία για αυτόν. Με άλλα λόγια, η υποκειμενική επιβεβαίωση αφορά την τάση των ανθρώπων να συσχετίζουν δύο άσχετα μεταξύ τους συμβάντα (σύμπτωση), επειδή μία πεποίθηση, μία προσδοκία, ή μία υπόθεση απαιτεί κάποιον συσχετισμό. Η αρκετά σχετική με το Φαινόμενο Φόρερ έννοια, αποτελεί σημαντικό εργαλείο στο ψυχρό διάβασμα (cold reading). Θεωρείται ως το κύριο χαρακτηριστικό πίσω από όλες τις αναφορές σε υπερφυσικά φαινόμενα. Γι αυτό το λόγο τα άτομα αναζητούν τα κοινά σημεία μεταξύ της προσωπικότητας τους και τα χαρακτηριστικά του αστρολογικού ζωδίου τους.
Υπάρχει μια κατάσταση που λέγεται ‘ομαδοποίηση’ και μια άλλη που λέγεται ‘διαφοροποίηση’. Ο υγιής πνευματικά άνθρωπος μπορεί να τις ξεχωρίζει και να δρα αναλόγως. Αυτό σημαίνει πως δεν ταιριάζουν όλα με όλα, υπάρχουν διαφορές και ομοιότητες σε κάθε περίσταση ή κατάσταση. Η διαφοροποίηση είναι μια ανώτερη πνευματική ικανότητα. Δεν μπορείς να γελάς σε μια κατάσταση που δεν είναι αποδεκτό, αλλά δεν υπάρχει λόγος και να κλαίς, μπορείς να γελάς εσωτερικά και εξωτερικά να είσαι σοβαρός όπως αρμόζει στην περίπτωση. Αν και όταν το πετύχεις αυτό, γίνεσαι ο κυρίαρχος, ο κατεργάρης του σύμπαντος, ο ζαβολιάρης.
Ο Νόμος του Λίτλγουντ (αγγλ. Littlewood’s Law) αναφέρει πως τα άτομα μπορούν να περιμένουν ένα θαύμα να τους συμβεί, με συχνότητα περίπου ενός κάθε μήνα. Ο νόμος διατυπώθηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ Τζ. Ε. Λίτλγουντ, και δημοσιοποιήθηκε σε μία συλλογή εργασιών του με τίτλο, A Mathematician’s Miscellany, στην οποία προσπαθεί (μεταξύ άλλων) να απομυθοποιήσει την υποτιθέμενη υπερφυσική φαινομενολογία στηριζόμενος κυρίως στον Νόμο των Πραγματικά Μεγάλων Αριθμών, σύμφωνα με τον οποίο όταν το μέγεθος του δείγματος είναι αρκετά μεγάλο, κάποιο εξαιρετικά απίθανο ενδεχόμενο είναι πιθανόν να συμβεί.

Ο Λίτλγουντ ορίζει το θαύμα ως ένα εξαιρετικό «γεγονός» ξεχωριστής σημασίας που μπορεί να συμβεί με συχνότητα μία στο εκατομμύριο. Υποθέτει πως κάθε δευτερόλεπτο, ένας ξύπνιος άνθρωπος βιώνει ένα «γεγονός» το οποίο μπορεί να είναι είτε σημαντικό, είτε όχι. Επίσης, ο Λίτλγουντ υποθέτει πως ο άνθρωπος είναι ξύπνιος για περίπου 8 ώρες κάθε μέρα.

Ως αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις υποθέσεις και υστέρα από απλούς υπολογισμούς, ένας άνθρωπος μέσα σε 35 μέρες θα έχει βιώσει περίπου ένα εκατομμύριο γεγονότα. Σύμφωνα με αυτόν το ορισμό του θαύματος, κάθε άτομο αναμένεται να έχει παρατηρήσει τουλάχιστον ένα θαύμα με το πέρασμα 35 συνεχόμενων ημερών – και κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτή τη λογική, γεγονότα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως θαύματα εμφανίζονται εν τέλει αρκετά συχνά.

Πείραμα του Φόρερ: Το 1948 ο ψυχολόγος Μπέρτραμ Φόρερ έδωσε ένα τεστ προσωπικότητας στους φοιτητές του, αφού τους πληροφόρησε πως ο κάθε φοιτητής θα λάβει στο τέλος μία ξεχωριστή αποτίμηση προσωπικότητας βάσει των επιλογών του. Ο Φόρερ αγνόησε τις απαντήσεις τους και έδωσε στον καθένα την παρακάτω αποτίμηση. Τους ζήτησε να την βαθμολογήσουν από το 0 μέχρι το 5, με το «5″ να σημαίνει ότι ο αποδέκτης αισθανόταν ότι η αποτίμηση ήταν μια «εξαιρετική» περιγραφή και το «4″ να σημαίνει ότι η αποτίμηση ήταν «καλή». Η μέση βαθμολογία της τάξης ήταν 4.26.

Αυτό έγινε το 1948. Το πείραμα επαναλήφθηκε εκατοντάδες φορές με φοιτητές ψυχολογίας και ο μέσος όρος ακόμα κυμαίνεται γύρω στο 4.2 από τα 5, ή αλλιώς στο 84% επιτυχία. Στην πραγματικότητα όλοι οι φοιτητές έλαβαν την εξής αποτίμηση:   
Έχετε μια ανάγκη οι άλλοι άνθρωποι να σας θαυμάζουν και να σας συμπαθούν αλλά παρ’ ολ’ αυτά έχετε την τάση να είστε επικριτικός με τον εαυτό σας. Αν και έχετε κάποιες αδυναμίες στην προσωπικότητά σας, γενικά μπορείτε να τις αντισταθμίζετε. Έχετε σημαντικές ικανότητες τις οποίες δεν έχετε χρησιμοποιήσει προς όφελος σας. Πειθαρχημένος και με αυτο-έλεγχο εξωτερικά, εσωτερικά όμως έχετε την τάση ν’ ανησυχείτε και να είστε ανασφαλής. Κατά καιρούς έχετε σοβαρές αμφιβολίες για το αν έχετε πάρει τις σωστές αποφάσεις ή αν έχετε κάνει το σωστό πράγμα. Προτιμάτε να έχετε μια κάποια αλλαγή και ποικιλία και δυσανασχετείτε όταν περιορίζεστε από φραγμούς και αμφιβολίες. Καμαρώνετε γιατί είστε σκεπτόμενο άτομο και δεν δέχεστε τα λεγόμενα των άλλων χωρίς ικανοποιητικές αποδείξεις. Έχετε όμως καταλάβει ότι δεν είναι συνετό να είστε πολύ ειλικρινής όταν αποκαλύπτετε τον εαυτό σας σε άλλους. Κάποιες στιγμές είστε εξωστρεφής, καταδεκτικός, κοινωνικός, ενώ κάποιες άλλες είστε εσωστρεφής, επιφυλακτικός και μαζεμένος.

Ο Φόρερ έπεισε τους ανθρώπους ότι μπορεί να «διαβάσει» τον χαρακτήρα τους με επιτυχία. Αυτή είναι βασική αρχή της ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ Η ακρίβεια του εξέπληξε τους πειραματισθέντες, αν και η ανάλυση προσωπικότητας είχε παρθεί από την στήλη αστρολογίας μιας εφημερίδας, η οποία και μοιραζόταν στους φοιτητές ανεξάρτητα από το ζώδιο που είχε ο καθένας.
Το φαινόμενο Φόρερ εξηγεί, το γιατί τόσοι άνθρωποι πιστεύουν ότι ανοησίες όπως η θρησκεία, η αστρολογία, η πολιτική, η χαρτομαντεία, η χειρομαντεία, είναι αξιόπιστες επειδή φαίνεται να παρουσιάζουν μια ακριβή ανάλυση της προσωπικότητας και διαφόρων αόριστων και συνηθισμένων γεγονότων.

Οι επιστημονικές μελέτες τέτοιων συστημάτων παγίδευσης του ανθρώπου, δείχνουν ότι δεν είναι έγκυρα εργαλεία για την ανάλυση της προσωπικότητας κάποιου, παρ’ ολ’ αυτά όμως η κάθε μια έχει αρκετούς ικανοποιημένους πελάτες που είναι πεπεισμένοι για την ακρίβεια τους. Οι πιο συνήθεις εξηγήσεις που δίνονται για το φαινόμενο Φόρερ, εμπλέκουν την πίστη, την ελπίδα, τους ευσεβείς πόθους, τη ματαιοδοξία και την τάση που έχει ο άνθρωπος (ναι το γνωστό κι ασήμαντο εγώ του) να θέλει να βγάζει νόημα από τις εμπειρίες του, αν και η εξήγηση του ίδιου του Φόρερ αναφερόταν στην πίστη και στην ανοησία.

Ο ψυχολόγος Barry Beyerstein πιστεύει ότι «η ελπίδα και η αβεβαιότητα βάζουν σε κίνηση ισχυρές ψυχολογικές διεργασίες οι οποίες και κρατούν όλους τους μυστικιστικούς και ψευδεπιστημονικούς συμβούλους προσωπικότητας στο επάγγελμα». Συνεχώς προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα από μια ομοβροντία φαινομενικά ασύνδετων πληροφοριών που λαμβάνουμε καθημερινά και έχουμε γίνει τόσο καλοί στο να συμπληρώνουμε τα κενά ώστε να βγάζουμε ένα λογικοφανές σενάριο μέσα από σκόρπιες πληροφορίες, που μερικές φορές βγάζουμε νόημα και μέσα από ανοησίες. Ναι η ικανότητα της Διάκρισης και της Διαφοροποίησης όπως και η Παρατήρηση του Ολοφάνερου, είναι εξαιρετικά σημαντικές για την επιβίωση. Είναι βασικά εργαλεία του ικανού πολεμιστή αλλά έχουν εκφυλιστεί από τον πλαδαρό «πολιτισμένο» άνθρωπο.

Συχνά συμπληρώνει τα κενά για να του παρέχουν μια συνεκτική εικόνα του τι ακούει και βλέπει, αν και μια κοντινότερη εποπτεία των δεδομένων, δείχνει ότι αυτά είναι ασαφή, συγκεχυμένα, δυσνόητα, ασυνεπή ή ακόμα και ακατάληπτα. Τα ψυχικά μέντιουμ και οι αστρολόγοι για παράδειγμα, πολλές φορές θα ρωτήσουν αρκετές ασύνδετες και διφορούμενες ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι έχουν πρόσβαση σε προσωπικές λεπτομέρειες του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, τα μέντιουμ δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενορατικότητα σχετικά με την προσωπική ζωή του ανθρώπου, μιας και είναι το ίδιο το άτομο που, πρόθυμα και ασυνείδητα, κάνει όλους τους συσχετισμούς και τις επιβεβαιώσεις, ειδικά όταν επιβεβαιώνουν το εγώ του, δηλ. τις πεποιθήσεις του. Οι ψυχικοί βοηθούνται σ’ αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιώντας τεχνικές ψυχρού διαβάσματος.

Ο David Marks και ο Chard Kamman λένε ότι, μόλις βρεθεί μια πεποίθηση ή μια προσδοκία, ειδικά μια που επιλύει κάποια δυσάρεστη αβεβαιότητα, πολώνει τον παρατηρητή στο να προσέξει νέες πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την πεποίθηση αυτή και στο να αγνοήσει αντικρουόμενα γεγονότα. Αυτός ο αυτό-διαιωνιζόμενος μηχανισμός εδραιώνει το αρχικό λάθος και δημιουργεί μια υπέρ-εμπιστοσύνη με την οποία τα επιχειρήματα των αντιπάλων φαντάζουν ως πολύ ασθενή για να καταρρίψουν την αρχική αυτή πεποίθηση. Προσπάθησε να μιλήσεις λογικά σε κάποιον που βλέπει θαύματα στις εικόνες κάποιας θρησκείας και σε κάποιον θεό που τον εκβιάζει με τις φωτιές της κόλασης αν δεν τον υπακούει, επειδή τον αγαπάει !!

Το φαινόμενο Φόρερ εξηγεί μερικώς μόνο το γιατί τόσοι άνθρωποι δέχονται ως ακριβείς διάφορες απόκρυφες ή ψευδοεπιστημονικές τεχνικές αποτίμησης του χαρακτήρα. Το ψυχρό διάβασμα, η ενίσχυση μέσα από την κοινότητα και η επιλεκτική κρίση, επίσης υποκρύπτονται πίσω από τέτοιες αυταπάτες. Πρέπει επίσης να παραδεχθούμε ότι αν και πολλοί ισχυρισμοί σε μια τέτοια ψευδοεπιστημονική αποτίμηση προσωπικότητας είναι ασαφείς και γενικόλογοι, κάποιοι είναι συγκεκριμένοι. Κάποιοι απ’ αυτούς που είναι συγκεκριμένοι στην πραγματικότητα ισχύουν για μεγάλο αριθμό ανθρώπων και κάποιοι τυχαία θα είναι ακριβείς περιγραφές λίγων και εκλεκτών.

Έχουν γίνει αρκετές μελέτες πάνω στο φαινόμενο Φόρερ. Οι Dickson και Kelly έχουν εξετάσει πολλές απ’ αυτές και έχουν συμπεράνει πως συνολικά υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι τα διάφορα προφίλ που χρησιμοποίησε ο Φόρερ θεωρούνται γενικά ως ακριβή από τα υποκείμενα που έλαβαν μέρος σ’ αυτές. Επίσης, υπάρχει μια αυξημένη αποδοχή του προφίλ όταν σ’ αυτό υπάρχει μια ετικέτα που γράφει «Για σένα».

Οι ευνοϊκές αποτιμήσεις «γίνονται περισσότερο αποδεκτές ως ακριβείς περιγραφές του χαρακτήρα του ανθρώπου, απ’ ότι οι δυσμενείς». Αλλά οι δυσμενείς ισχυρισμοί «είναι περισσότερο αποδεκτοί όταν γίνονται από άτομα που φαίνεται να έχουν μεγάλο κύρος, παρά από άτομα με μικρό κύρος». Έχει επίσης βρεθεί ότι τα άτομα μπορούν γενικά να διακρίνουν μεταξύ ισχυρισμών που είναι ακριβείς (αλλά που ισχύουν για μεγάλη μερίδα ανθρώπων) και ισχυρισμών που είναι μοναδικοί (ακριβείς για το συγκεκριμένο άτομο αλλά όχι και για τους περισσότερους ανθρώπους). Υπάρχουν επίσης κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι διάφορα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η ιδιοσυγκρασία, η ανάγκη για επιδοκιμασία και ο απολυταρχισμός, συνδέονται θετικά με την ευπιστία, στα προφίλ του Φόρερ.
Το φαινόμενο Φόρερ εξηγεί την ροπή του ανθρώπου στην Αυταπάτη και την ανικανότητα του να Παρατηρεί αυτό που είναι μπροστά στα μάτια του, δηλ. το Ο Λ Ο Φ Α Ν Ε Ρ Ο.

Αυτό το αχαλίνωτο όσο και ηλίθιο εγώ των ανθρώπων, είναι που έχει σταματήσει κάθε ανάπτυξη κάθε δημιουργικότητα και που τον καθιστά υποχείριο, δούλο και αντικείμενο των ομάδων που ανήκει. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν πως ένας άνθρωπος θεωρεί μια πρόταση ακριβή και την πιστεύει όσο ηλίθια κι αν είναι όταν:

    Να Πιστεύει πως τα αποτελέσματα αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο. (ικανοποιεί το εγώ του)
    Να Πιστεύει στην ‘αυθεντία’ του αξιολογητή. (το εγώ του απαιτεί μια ‘αυθεντία’ για να το αξιολογίσει)
    Να Πιστεύει στα αποτελέσματα κυρίως στα θετικά. (γιατί το εγω του, φυσικά είναι τέλειο)

Δηλ. απλά ΠΙΣΤΕΥΕΙ στην Αυταπάτη

* Το 94% των καθηγητών πανεπιστημίου νομίζει ότι είναι καλύτερο στη δουλειά του από τους υπόλοιπους συναδέλφους του.

* Το 25% των φοιτητών πιστεύει ότι βρίσκεται στο άνω 1% όσον αφορά την ικανότητα του να τα πηγαίνει καλά με τους άλλους.

* Το 70% των φοιτητών πιστεύει ότι βρίσκεται πάνω απ’ το μέσο όρο όσον αφοράτις ηγετικές ικανότητες. Μόνο το 2% πιστεύει ότι βρίσκεται κάτω του μετρίου.
–Thomas Gilovich How We Know What Isn’t So

* Το 85% των φοιτητών ιατρικής πιστεύει ότι οι πολιτικοί δεν πρέπει να δέχονται  δώρα από διάφορα λόμπι. Μόνο το 46% πιστεύει ότι οι γιατροί δεν πρέπει να δέχονται δώρα από φαρμακοβιομηχανίες.
–Dr. Ashley Wazana JAMA Vol. 283 No. 3, January 19, 2000

* Μια ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου του Princeton ζήτησε από ανθρώπους να εκτιμήσουν το πόσο ευεπηρέαστοι είναι αυτοί και ο «μέσος άνθρωπος» από μια μεγάλη λίστα προκαταλήψεων. Η πλειοψηφία δήλωσε ότι είναι λιγότερο προκατειλημμένη από την πλειοψηφία.

* Μια μελέτη του 2001 πάνω σε ειδικευόμενους γιατρούς έδειξε ότι το 84% πίστευε πως οι συνάδελφοι του επηρεάζονται από φαρμακευτικές εταιρίες, αλλά μόνο το 16% πίστευε ότι επηρεάζεται και το ίδιο.
–Daniel Gilbert, «I’m OK; you’re biased»

* Οι άνθρωποι έχουν την τάση να κατέχουν υπερβολικά ευνοϊκές απόψεις σχετικά με τις ικανότητες τους πάνω σε κοινωνικούς και νοητικούς τομείς… Αυτή η υπερεκτίμηση συμβαίνει, εν μέρει, γιατί οι άνθρωποι που είναι αδέξιοι σ’ αυτούς τους τομείς φέρουν ένα διπλό φορτίο: Όχι μόνο καταλήγουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα και ατυχείς επιλογές, η ανικανότητα τους τους στερεί και τη μεταγνωσιακή ικανότητα να το συνειδητοποιήσουν.

–»Unskilled and Unaware of It: How Difficulties in Recognizing One’s Own Incompetence Lead to Inflated Self-Assessments,» by Justin Kruger and David Dunning Department of Psychology Cornell University, Journal of Personality and Social Psychology December 1999 Vol. 77, No. 6, 1121-1134.
 
* Η ικανότητα του ανθρώπου για αυταπάτη δεν έχει όρια. — Michael Novak

Σκεπτικισμός κι Αγνωστικισμός

«Σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βρίσκει κανείς, με οποιοδήποτε τρόπο, αντιθέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα και στις κρίσεις μας` με τον σκεπτικισμό, εξαιτίας της ισοσθένειας που χαρακτηρίζει τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα και επιχειρήματα, φτάνουμε πρώτα στην εποχή και μετά στη αταραξία». Σέξτος Εμπειρικός

Έτσι περιγράφει τον σκεπτικισμό ο Σέξτος Εμπειρικός στις αρχές του 3ου αιώνα μ.κ.ε, όταν δηλαδή έχει από καιρό τελειώσει η περίοδος της ελληνιστικής φιλοσοφίας και οι Σκεπτικοί έχουν εκθέσει και αναπτύξει τις απόψεις τους για τουλάχιστον 5 αιώνες. Μπορεί λοιπόν το απόσπασμα αυτό να συνοψίζει σε γενικές γραμμές τα βασικά χαρακτηριστικά των σκεπτικών, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκεπτικισμός, όπως ακριβώς και στην περίπτωση της επικούρειας και στωικής φιλοσοφίας, αλλάζει από την μία γενιά Σκεπτικών στην άλλη σε σημαντικό βαθμό.

Πιο συγκεκριμένα, ο σκεπτικισμός στην αρχαιότητα παρουσιάζει κυρίως δύο κατευθύνσεις, οι εκπρόσωποι των οποίων θεωρούν ότι ανήκουν σε διαφορετικές παραδόσεις. Οι δύο κατευθύνσεις του αρχαίου σκεπτικισμού είναι ο ακαδημεικός και ο πυρρώνειος σκεπτικισμός.

Οι γνωσιολογικές προσεγγίσεις των Σκεπτικών τοποθετούνται στους αντίποδες των χαρακτηριζομένων ως δογματικών προσεγγίσεων, σύμφωνα με τις οποίες η γνώση ως θεωρητική κατάκτηση του εξωτερικού κόσμου ανήκει στην περιοχή των ανθρώπινων δυνατοτήτων και βρίσκεται σε διηνεκή εξέλιξη. Οι αισιόδοξες αυτές εκτιμήσεις είναι διάχυτες στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό.

Οι Σκεπτικοί διατυπώνουν αμφιβολίες, άλλοτε μετριοπαθείς και άλλοτε ακραίες, για την αντικειμενική ισχύ των γνώσεων. Ως βασικό κριτήριό τους έχουν το ότι η γνώση είναι ένα αυστηρά υποκειμενικό γεγονός τελούμενο υπό τους όρους της ανθρώπινης προσληπτικότητας και κατά συνέπεια οι αισθήσεις και η νόηση είναι ενδεχόμενο να οδηγήσουν στην απάτη.
Η προέκταση είναι προφανής. Η αλήθεια δεν ανήκει στον ορίζοντα των ανθρώπινων δυνατοτήτων, διότι απουσιάζει το κύριο εχέγγυό της που είναι η αντικειμενικότητα ή η αμεσότητα της προδηλότητας των μέσων με τα οποία προσεγγίζεται.

Οι αρχαιότεροι των Σκεπτικών, ο Πύρρων και ο Τίμων δεν είναι γνωσιολογικά νόμιμο να αναφερόμαστε σε «είναι» των όντων αλλά στο «φαίνεσθαί» τους, υποστηρίζουν ότι όχι δηλαδή στο οντολογικό υπόστρωμά τους αλλά στον τρόπο με τον οποίο υποπίπτουν στην ανθρώπινη αντιληπτικότητα ως παρουσίες. Αυτός ο περιορισμός είναι δεσμευτικός. Εφόσον δεν έχουμε τις προϋποθέσεις να κατακτήσουμε γνωστικά με εδραία βεβαιότητα τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να μην εκφέρουμε κρίσεις για το περιεχόμενό τους.

Στους μεταγενέστερους Σκεπτικούς ανήκουν ο Αινησίδημος, ο Αγρίππας και ο Σέξτος ο Εμπειρικός, οι οποίοι μάλιστα αποπειρώνται να στηρίξουν συστηματικά τις απόψεις τους. Υποστηρίζουν και αυτοί ότι καμιά γνώση δεν έχει κύρος, διότι οι υποκειμενικοί και οι αντικειμενικοί παράγοντες που συμμετέχουν στη διαδικασία της διαφοροποιούνται τόσο καθεαυτοί όσο και μεταξύ τους.

Από τη μια πλευρά, το κάθε γνωστικό υποκείμενο στηρίζεται στις ιδιαιτερότητές του, ενώ επίσης δεν διαθέτει μια γνωστική ενότητα, αλλά προσεγγίζει τα αντικείμενά του με μια ποικιλία γνωστικών μέσων, όπως είναι ο νους και οι αισθήσεις. Παράλληλα, δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι το ίδιο το υποκείμενο δεν είναι σταθερό, αλλά λόγω ειδικών περιστάσεων αλλάζει καταστατική θέση, ερμηνείες και αξιολογήσεις και άρα ερευνητικά κριτήρια.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν έχει μια κατευθείαν και μονοσήμαντη επικοινωνία με τα αντικείμενα, αλλά τα κατανοεί στη σχέση τους με το περιβάλλον τους, το οποίο υπόκειται σε μεταβολές. Η σχετικιστική ή δυναμική λειτουργική παρουσία τους αποτελεί εμπόδιο στο να εξασφαλίζεται και η αυθεντική σε βάθος γνώση τους.

Στα γνωσιολογικά επίσης εμπόδια τοποθετούνται η διαφορά συγκρότησης των αντικειμένων από χωρο–χρονική σε χωρο-χρονική συνθήκη, καθώς και η συχνότητα της εμφάνισής τους.

Τέλος, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες, το χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εξέλιξη. Κάθε κοινωνία έχει τα οικεία της κριτήρια, τα οποία μάλιστα διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή, υπόκειται δηλαδή και η ίδια σ’ έναν εσωτερικό σχετικισμό.

Ο όρος «σκεπτικισμός» χρησιμοποιείται ευρύτερα, σε κάθε περίπτωση που είναι δύσκολο να παρθεί μια απόφαση και να βρεθεί η λύση στο πρόβλημα που έχει τεθεί και συζητιέται. Σε αντίθεση με τον «δογματισμό» χαρακτηρίζει ακόμα, την τάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας και την απαίτηση να δοθούν περισσότερες αποδείξεις και εξηγήσεις προκειμένου να χαρακτηριστεί η γνώση.

Ο σκεπτικισμός είναι μία σημαντική και αξιοπρόσεκτη τάση στην Φιλοσοφία, που ασχολείται κυρίως με την γνώση και την πηγή της αντίστοιχα. Αμφισβητεί την πιστότητα και την ορθότητα της γνώσης, πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι μερικώς ανίκανος στο να αποκτήσει έγκυρη και σωστή γνώση, γιατί γίνεται ασυνείδητα θύμα των αισθήσεών του. Δηλαδή ο άνθρωπος, κατά τον Σκεπτικισμό, σχηματίζει μια ψευδή αντίληψη για τον κόσμο που τον περιβάλλει και δημιουργεί γνώσεις που δεν μπορούν να έχουν γερά θεμέλεια.

Σκεπτικιστικές αμφιβολίες είχαν εκφραστεί ήδη από την εποχή των προσωκρατικών σοφιστών αλλά και από τον ίδιο το Σωκράτη. Ωστόσο ο σκεπτικισμός, ως συστηματική φιλοσοφική στάση εκφράστηκε κυρίως από τους «πυρρώνειους» (οπαδοί του Πύρρωνα από την Ηλεία) και είχε πρακτικό χαρακτήρα. (Στη Χορεία Των Στωικών)

Ο «αγνωστικισμός» είναι ένας νεότερος όρος που η επινόησή του αποδίδεται στον ένθερμο υποστηρικτή της θεωρίας της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου, στον Άγγλο φυσιοδίφη Τόμας Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley 1825-1895). Ο τελευταίος χρησιμοποίησε αυτό τον όρο για να συνοψίσει τις απόψεις απέναντι στα μεταφυσικά και θρησκευτικά ζητήματα, που εκείνη την εποχή δέχονταν ακόμα ένα πλήγμα από την επιστημονική θεωρία της φυσικής επιλογής.

Όπως προδίδει η ετυμολογία της λέξης αγνωστικισμός, πρόκειται για μία φιλοσοφική θεώρηση και κατεύθυνση που αποκλείει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε σωστά τον κόσμο και την αλήθεια, υποβαθμίζοντας τη γνώση σε απλή πληροφορία που λαμβάνουν οι άνθρωποι από τα αισθητήρια όργανά τους με σκοπό να σκεφτούν και να δράσουν όπως εκείνοι νομίζουν και βολεύονται. Ο αγνωστικισμός δεν χαρακτηρίζει (μόνο) τις φιλοσοφικές απόψεις και τα επιχειρήματα που καλλιεργούν την αμφιβολία ή αξιώνουν αποδείξεις, αφού αυτές τις απόψεις πρέπει να τις εντάξουμε κάτω από τον όρο «σκεπτικισμός».

Πηγαίνει ένα βήμα πίσω και καταλήγει στις απόψεις που αποκλείουν τη γνώση και ενισχύουν την άποψη ότι είμαστε θύματα αυταπάτης και ανίκανοι από τη φύση να κατανοήσουμε τους φυσικούς νόμους. Έτσι, αφήνει το πεδίο ανοιχτό για να συζητηθούν και για να αντιμετωπιστούν το ίδιο σοβαρά οι πιο απίθανες και παράλογες απόψεις… Τη φιλοσοφική θεώρηση του Αγνωστικισμού ενίσχυσαν οι απόψεις νεότερων στοχαστών και επιστημόνων, ιδιαίτερα με αφορμή την αναστάτωση που προκάλεσαν στις αρχές του 20ου αιώνα στη φυσική, οι νέες επιστημονικές θεωρίες της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής.

Από τους αρχαίους φιλόσοφους, ο Πύρρων ο Ηλείος (360-270 π.κ.ε.), ο ιδρυτής της Σκεπτικής Φιλοσοφικής Σχολής, θεωρείται βασικός εκφραστής αυτής της φιλοσοφικής κατεύθυνσης προς τον Αγνωστικισμό. Σύμφωνα με τον Πύρρωνα, ούτε οι αισθήσεις ούτε ο νους δίνουν ασφαλή γνώση. Οι αισθήσεις πληροφορούν διαφορετικά τον κάθε άνθρωπο και οι απόψεις (γνώμες, δόξες) που σχηματίζουμε με τη σκέψη μας μπορούν να είναι αντίθετες και αντικρουόμενες, χωρίς να αναιρούν η μια την άλλη.

Έτσι, όπως ο Σωκράτης υποστήριζε τη δυνατότητα να βασιστεί η Ηθική στη λογική γνώση, που ήταν επίσης εφικτή, ο Πύρρων αμφισβητούσε την αξιοπιστία όλων των απόψεων που σχημάτιζαν οι άνθρωποι περί του καλού και του κακού, αφού οι απόψεις τους εκφράζουνε τις προσωπικές επιθυμίες τους και τι αρέσει στον καθένα και όχι τους νόμους του κόσμου.

Το ίδιο πράγμα μπορεί να είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, καλό ή κακό και να είναι διαφορετικό μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ των λαών. Η μόνη ηθική είναι να σταματήσουμε να κάνουμε γενικές κρίσεις για το καλό και το κακό και αντί να προσπαθούμε μάταια και διχαστικά, να επιδιώκουμε την αταραξία και την ψυχική ηρεμία. ( Η Σωκρατική θεώρηση για τον άνθρωπο)

Η διάσημη ρήση που αποδίδεται στον Σωκράτη «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» και η φιλοσοφική διδασκαλία του που εισαγάγει λογικά την αμφιβολία στη σκέψη με σκοπό τη γνώση και τη βεβαιότητα, ήδη αποτελούν μία αφετηρία για τον αγνωστικισμό. Αλλά, ο Σωκράτης (470~399 π.κ.ε.) θεωρούσε δυνατή την απόκτηση της γνώσης. Με τη διδασκαλία του, όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα, περισσότερο ενδιαφερόταν να βοηθήσει τον άνθρωπο να σκέφτεται και να μην πέφτει θύμα πλάνης, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ο Σωκράτης παρατηρούσε τους κανόνες με τους οποίους η ανθρώπινη σκέψη επιτυγχάνει λογικά τη γνώση και είχε εφεύρει το διάλογο σαν απαραίτητο εργαλείο της λογικής σκέψης. Ο Σωκράτης είδε πιο μακριά και συνέδεσε την ικανότητα της γνώσης και τη λογική του ανθρώπου με την προοπτική του ελέγχου της συμπεριφοράς και αντιλήφθηκε την ανάγκη να βασιστεί η Ηθική επάνω στη Λογική, ανεξάρτητα από τις προσωπικές απόψεις, που μπορούσαν να είναι διαφορετικές.

Αντιθέτως, ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης (490 ~ 411π.κ.ε.), πέρα από τη διαπίστωση των ελλιπών στοιχείων για να αποφανθεί σχετικά με ορισμένα ζητήματα, δίδασκε και την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει ουσιαστικά τον κόσμο, αφού συμφωνούσε με τη βασική παρατήρηση του Ηράκλειτου για την αέναη μεταβολή όλων των πραγμάτων. Από αυτή την παρατήρηση έβγαζε το συμπέρασμα, ότι δεν μπορούμε να πούμε για τα πράγματα τι είναι ή δεν είναι, αλλά μόνο πως μας φαίνονται.

Ο κόσμος είναι αυτός που φαίνεται από τις αισθήσεις μας, διαφορετικός για τον καθένα και η αλήθεια σχετική, όπως και εκείνος είναι ρευστός. Αυτή τη φιλοσοφική θεώρηση του Πρωταγόρα συνοψίζει το γνωστό απόφθεγμά του «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων, ως ουκ έστιν». Δηλαδή: » Όλων των πραγμάτων κριτήριο είναι ο άνθρωπος ο ίδιος, για τα όσα μεν υπάρχουν, ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν, ότι δεν υπάρχουν».

Όταν του ζήτησαν να τοποθετηθεί σχετικά με την ύπαρξη των θεών, έδωσε την παρακάτω απάντηση (όπως αποδίδεται σε σύγχρονα ελληνικά):
» Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά όσα μας εμποδίζουν να γνωρίζουμε. Από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής» (Απόσπ. 4 ). Για αυτή τη δήλωση ο Πρωταγόρας καταδικάστηκε για αθεϊα και τα βιβλία του ρίχτηκαν στη φωτιά. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και το πλοίο που τον μετέφερε στη Σικελία ναυάγησε και ο ίδιος πνίγηκε… Ο Πρωταγόρας ήταν διάσημος σοφιστής και παιδαγωγός και άσκησε μεγάλη επίδραση στην εποχή του και σε πολλούς από τους μεταγενέστερούς του.
Στην ινδική μυθολογία και στις αρχαίες θρησκευτικές διδασκαλίες του ινδοϊσμού, αποτελεί κεντρική ιδέα υψίστης σημασίας για τον προορισμό του ανθρώπου, να καταλάβει ή να αναγνωρίσει πως ο κόσμος των αισθήσεων είναι απατηλές εικόνες και μεταμορφώσεις μιας και της ίδιας πραγματικότητας, την οποία τελικά μπορούμε να γνωρίσουμε με ορισμένους ιδιαίτερους τρόπους ζωής και όχι με τη σκέψη ούτε από τις αισθήσεις. Κοντά σε αυτή την κεντρική ιδέα της πλούσιας ινδικής μυθολογίας, πολλούς αιώνες αργότερα πλησίασε με λογικά επιχειρήματα και με καθαρές φιλοσοφικές σκέψεις, ο επίσκοπος Τζωρτζ Μπέρκλεϋ (Georg Berkeley 1685-1753).

Η αδυνατότητα να επιλυθούν τα κοσμολογικά προβλήματα, να επαληθευτούν οι θεωρίες στην εμπειρία και οι δυσκολίες να βρεθούν οι απαντήσεις μέσα από τις εξειδικευμένες επιστήμες, συντηρούσαν το γνωσιολογικό πρόβλημα, σχετικά με το οποίο οι φιλόσοφοι ήταν εξίσου διχασμένοι και τροφοδοτούν ακόμα τις  αγνωστικιστικές  θέσεις.

Στην  καθημερινή  ζωή  όλοι  οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν και πράττουν επηρεασμένοι από τη γνώση, ενώ συγχρόνως αγνοούν, γιατί κανένας δεν είναι παντογνώστης. Όταν η προσοχή και η αναζήτηση της αλήθειας συγκεντρώνεται στα βασικά κοσμολογικά ζητήματα, τότε η  αμφιβολία,  η  δυσπιστία,  η  διαφωνία  και  το  λάθος  είναι συνηθισμένα και οι πιο ψύχραιμοι γίνονται επιθετικοί.

Οι φιλόσοφοι αιτιολογούσαν την αρνητική  θέση τους  για  τη δυνατότητα της βέβαιης γνώσης  με  τις  γνωστές  θεωρίες  και διαπιστώσεις τους όπως λ.χ. ο Ντέιβιντ Χιούμ (David Hume 1711-1776), ο οποίος αμφισβήτησε την αρχή της αιτιότητας, βασισμένος σε μία εμπειρική προσέγγιση του κόσμου με τρόπο υπερβολικό (αφού υποβάθμισε το ρόλο των ομοιοτήτων και των κοινών γνωρισμάτων στο πλήθος των διαφορετικών πραγμάτων και δεν εξήγησε την ύπαρξή τους).

Στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι βασικές σκέψεις και τα επιχειρήματα για τη δυσκολία του ανθρώπου να γνωρίσει το κόσμο έχουν εκφραστεί στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Πολλούς αιώνες μετά, σημαντική συμβολή για την επιστημονική έρευνα της λογικής και της σκέψης υπήρξε το φιλοσοφικό έργο του Τζων Λοκ (John Locke 1632 -1704).

Το δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση του Λοκ είναι ένας αληθινός θησαυρός για κάθε άνθρωπο που θα ήθελε να γίνει προσεκτικός στις σκέψεις του και απαραίτητος σταθμός για κάθε στοχαστή που διατυπώνει σκέψεις και απόψεις σχετικά με τα φιλοσοφικά ζητήματα. Και φυσικά, όταν σκεφθούμε ότι αυτό το μεγάλο δοκίμιο είναι γραμμένο σαν ένα σύγχρονο επιστημονικό σύγγραμμα

- με την παρατήρηση των ιδεών που αντιλαμβάνεται όλος ο κόσμος,

- με την ακρίβεια των νοημάτων,

- με συγκρατημένο λεξιλόγιο,

- με την εύστοχη σειρά των σκέψεων,

- χωρίς να χρησιμοποιήσει αμφισβητήσιμες σκέψεις για την ανάπτυξη του θέματός του’

- συμπεριλαμβάνει το σύνολο των δεξιοτήτων και λειτουργιών του ανθρώπινου πνεύματος

- και με την προοπτική να συμπεριλάβει τα ψυχικά φαινόμενα’

- και όλα αυτά στον 17ο αιώνα με ένα πνευματικό χάσμα προς το παρελθόν

τότε  δεν θα φανεί υπερβολική η εκτίμηση, ότι το δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση του Τζων Λοκ είναι ένα από τα λίγα κορυφαία πνευματικά έργα για την ανθρώπινη έρευνα, από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τον 17ο αιώνα.

Όμως τελικά,  η  άμεση  χρησιμότητα  της  γνώσης για μία κοινή για όλους και σταθερή πραγματικότητα  (η ανάγκη να πατήσουμε σε σταθερά πράγματα για να επιβιώσουμε, να σκεφτούμε με προοπτική και με συνέπεια, να προδιαγράψουμε το μέλλον, να βασιστούμε στη βέβαιη γνώση και να συνεργαστούμε κ.λπ.) σε τελική ανάλυση, η ανάγκη αυτής της γνώσης  για  την αξιοποίηση  και  τον  προσανατολισμό  της  ζωής  παρασύρει όλους τους ανθρώπους να πιστέψουν, να συμφωνήσουν και να εκφράσουν απόψεις σχετικά με τα ζητήματα, για τα οποία έχουν διαβεβαιώσει ότι οι απαντήσεις είναι αδύνατες.

Αυτή τη φυσική ανάγκη και το αδιέξοδο του Αγνωστικισμού, οι άνθρωποι  το αντιλαμβάνονται από την ασυνέπεια μεταξύ σκέψης και πράξης, αφού στην πραγματικότητα χρειάζεται να συμπεριφερθούμε με λιγότερες αμφιβολίες, με πρόνοια, με περισσότερη και γρηγορότερη συνέπεια και με σταθερές αξίες. » Όχι μόνο υπάρχει αλήθεια και σταθερή γνώση, αλλά και είναι αξιοθαύμαστη στιγμή της ζωής να πράττουμε σύμφωνα με την αλήθεια, ενώ γνωρίζουμε ότι έτσι θα χάσουμε μια ευκαιρία ή θα πληγώσουμε τον εαυτό μας».

Ξεχωριστή προσοχή χρειάζεται η πρωτότυπη θεωρία του Καντ (Immanuel Kant 1724-1804), η οποία αν και περιγράφει λεπτομερώς και εξαντλητικά τον τρόπο δημιουργίας της γνώσης μας, από μία αβάσιμη άποψη – ότι η εμπειρία δεν προσφέρει έννοιες, με τις οποίες μπορούν να γίνουν οι πιο γενικές  διαπιστώσεις- προσέφερε στον αγνωστικισμό σημαντικά και δυσύλληπτα θεωρητικά στηρίγματα. Η γενική δυσπιστία, ο λεγόμενος σκεπτικισμός και η ειδικότερη άρνηση έχουν  τη  θετική  χρησιμότητα  ενός  δοκιμαστικού  μέσου  ν’ αναδεικνύει την αβασιμότητα, την ασάφεια, τα λάθη και την ανεπάρκεια στη γνώση μας.

Με τα προβλήματα που δημιουργεί μας  κάνει  πιο  προσεκτικούς,  γελοιοποιεί  τις  παράλογες  και εξωπραγματικές θεωρίες, τη φαντασιοκοπία και προτρέπει να στοχαστούμε, για να περιορίσουμε στο ελάχιστο τις γνωστικές ατέλειες.

Η  δυνατότητά  μας  να  γνωρίζουμε  την  πραγματικότητα προέρχεται από αυτήν την ίδια, στην οποία είμαστε σαν ένα από τα μέρη της και η διαμάχη για την αρχή της γνώσης δε χρησιμεύει, για να γνωρίσουμε αν την έχουμε. Γιατί, απ’ όπου και να προερχόταν, όπως και να την εξηγήσουμε, δε θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι για την ορθότητά της γνώσης παρά μόνο από την αντιστοιχία της με την εμπειρική (μέσα κι έξω) πραγματικότητα και από τη διαπίστωση των συνεπειών της στην τελευταία.

Το πρόβλημα να γνωρίσουμε αν υπάρχει θεός, τι είναι η ζωή και αν η ζωή τελειώνει θα ήταν οριστικά  άλυτο  και  άσκοπο  να  το  θέτουμε,  αν  ο  θεός  και  η αρχή της ζωής ήταν έξω από την πραγματικότητα, μέρος της οποίας  είμαστε,  αντιλαμβανόμαστε  και  γνωρίζουμε  ή αν  η πραγματικότητα ήταν κάτι απροσδιόριστο: Θέση, η οποία ήταν δεδομένη  αλήθεια  για  τον Καντ,  όπως  ήταν  για  πολλούς φιλόσοφους και είναι μέχρι το δικό μας αιώνα και πέρα των φιλοσόφων.

Εξάλλου, έχουμε απαντήσει σχετικά με αυτό το ζήτημα ότι η αισθητικότητα είναι στην ουσία η περιορισμένη -σε εξωτερικές επιδράσεις- διανοητικότητα και όχι το αντίθετό της, είναι άμεσες και ταυτόχρονες διαπιστώσεις σταθερών ή κοινών στοιχείων στα πράγματα που μας επηρεάζουν πιο έμμεσα, με πρώτα αφηρημένα γνωστικά στοιχεία τα αισθήματα. Η αφαίρεση γνωρισμάτων και η περιληπτική άποψη των πραγμάτων ξεκινάνε από τα ίδια τα αισθητηριακά δεδομένα και αυτό δείχνει, ότι οι αισθήσεις είναι νοητικές ενέργειες με «πρώτη ύλη» από έξω της διάνοιας.

Τα πρώτα δεδομένα των αισθήσεών μας ήδη είναι αποσπασμένα γνωρίσματα και «σύντομες» απόψεις των πραγμάτων. Από την άλλη, η διανοητικότητα είναι μία σύνθετη δυνατότητα που δημιουργείται  και εξελίσσεται σαν εσωτερική από τα εξωτερικά πράγματα, όταν εκείνα συνδυαστούν με ορισμένους τρόπους και αποτελέσουν ένα οργανικό σύνολο. Γι’ αυτό, η διάνοια επηρεάζεται διαρκώς από τα υλικά πράγματα και μπορεί να «αντανακλάει» μερικά από τα στοιχεία τους, αφού τα υλικά πράγματα αφήνουν κατά κάποιο πολύπλοκο τρόπο τα αποτυπώματά τους με επίδραση στο οργανικό σύνολο της ύλης που απόκτησε διανοητική αυτενέργεια.

Κάθε γνώση και δυνατότητα αντίληψης, η οποία δεν προήλθε από τη δική μας εμπειρία, προήλθε από την εμπειρία των άλλων έμβιων υπάρξεων, και από εκείνες τις οποίες εμείς προήλθαμε -άμεσα και πιο έμμεσα, με τη φυσική διαδικασία της γέννησης, όπου αποκτάμε την υλική και την ψυχολογική ύπαρξή μας μαζί. Έπειτα, επειδή υπάρχουν κοινά και σταθερά στοιχεία σε μία ενιαία πραγματικότητα, η ίδια η εμπειρία επιτρέπει τη διατήρησή της και ν’ ανακαλύπτουμε κοινά στοιχεία και εμπειρίες σε πράγματα άλλου χώρου και χρόνου και τα πιο έμμεσα αποτελέσματά τους.

Μπορούμε να μιλάμε για κάποια εμπειρία την οποία δεν έχουμε και αυτή η δυνατότητά μας προέρχεται από την εμπειρία, με το διάμεσο ορισμένων εννοιών, οι οποίες μπορεί να προήλθαν από έναν ελάχιστο αριθμό αντιλήψεων, αλλά να αναλογούν και να βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερο.  Διάνοια χωρίς εμπειρία  δεν  υπάρχει,  αλλά  ούτε  καμία  εμπειρία  χωρίς  τη διάνοια.  Επομένως, ο  ορθολογισμός    νοησιαρχία και ρασιοναλισμός)  και  ο εμπειρισμός (ή αισθησιαρχία) είναι σχετικά δύο μονόπλευρες θεωρήσεις, και καμία άμεση αυθόρμητη νοητική σύλληψη δε θα μπορούσε να γίνει χωρίς καμία προηγούμενη σκέψη και χωρίς τις πληροφορίες των αισθήσεων, που η νόηση επεξεργάζεται ακόμα και χωρίς τη δική μας σκόπιμη προσπάθεια.
Το πρόβλημα για την αρχή της γνώσης και η θέση, που υποστήριξαν οι φιλόσοφοι, δεν ήταν πάντοτε καθοριστική για τη θέση τους στα βασικά κοσμολογικά ζητήματα (ή αντιστρόφως) ούτε πάντοτε μονομερής. Έτσι  υπήρξαν  εμπειριστές  και ορθολογιστές φιλόσοφοι στη μία και στην άλλη κατεύθυνση. Επίσης να μη ξεχνάμε, η διαίρεση σε σχολές και σε ρεύματα δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, αφού οι φιλοσοφικές θεωρίες αρχίζουν και τελειώνουν με προσωπικές επιλογές των θεμάτων,

… δεν περιλαμβάνουν μόνο τις συνεπείς σκέψεις, δεν διατυπώνονται με κοινά πρότυπα και δεν χαρακτηρίζονται από τη σαφήνεια τους. Σε γενικές γραμμές, βρίσκουμε ακραίους εμπειριστές, όπως είναι ο Πύρρωνας, ο Πρωταγόρας, ο Λοκ, ο Μπέρκλεϋ, ο Ντιντερό, ο Χόλμπαχ (1723-1789), ο Χιουμ, ορθολογιστές, όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Ντεκάρτ, ο  Σπινόζα,  ο Σέλλινγκ, ο  Χέγκελ, και  πιο  περιορισμένους  ή συνδυαστικούς, όπως ο Αριστοτέλης, ο Φράνσις Μπέικον (Bacon 1561-1626), ο Χομπς (Hobbes 1588-1679), ο Λάιμπνιτς.
Ο ιδεαλισμός του Καντ, ο ονομαζόμενος- από τον ίδιο – υπερβατικός, παρά την ίση απόστασή του στις δύο  μονόπλευρες  θεωρήσεις  για  την  αρχή  της  γνώσης,  δεν αποκάλυψε την άμεση και εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στην αίσθηση και στη διάνοια. Διατήρησε  το  διχασμό  τους,  δεν  εξήγησε  εκ  των πραγμάτων τη δυνατότητα της διάνοιας να διασυνδέει και να διαπιστώνει  σχέσεις  ή  κοινά  στοιχεία  και  μετά  από  τέτοια απόσπασή της από την πραγματικότητα έφθασε ν’ απλουστεύσει την ποιότητά της και να περιορίσει τις δυνατότητές της σε κάτι, το οποίο θεωρούσε μόνο εξωτερικά προς αυτήν.
Τονίζεται, αυτός είναι ένας γρήγορος και ενδεικτικός διαχωρισμός μερικών φιλοσοφικών θεωριών σύμφωνα με τον προσανατολισμό της σκέψης για την παρατήρηση και την περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά φαίνονται (εμπειρισμός) ή για την παρατήρηση της ίδιας της σκέψης και της εξαγωγής συμπερασμάτων που δεν περιορίζονται στα συγκεκριμένα πράγματα όπως αυτά παρατηρήθηκαν (ορθολογισμός). Υπάρχει και μια τρίτη διαδεδομένη άποψη σε όλους τους ανθρώπους, για τη δυνατότητα να γνωρίσουμε διαισθητικά, με αυτοσυγκέντρωση ή με αιφνίδιο τρόπο, κάτω από ανεπανάληπτες ψυχολογικές καταστάσεις.

Σύμφωνα, όμως, με τη θεωρία που υποστηρίζουμε, ακόμα και τα πρώτα αισθήματα, τα οποία μπορούμε να ανιχνεύσουμε στις απλούστερες μορφές ζωής, είναι τρόποι με τους οποίους γνωρίζει η νόηση και θεωρούμε ότι η ψυχή δεν είναι κάτι διαφορετικό από τη διανοητική δραστηριότητα. Στον άνθρωπο ιδιαίτερα, η ψυχή είναι διαμορφωμένη με την επεξεργασία που έχει κάνει η σκέψη στο πλήθος των παρατηρήσεων και των πληροφοριών και η γνώση δεν βρίσκεται πάντα μέσα στην επίγνωσή μας ή μέσα στις λέξεις της γλώσσας. (Κυνισμός)

Συνήθως, χρησιμοποιούμε την απλή λέξη «μνήμη» για να θυμόμαστε σύντομα, ότι υπάρχουν πληροφορίες, σκέψεις, παρατηρήσεις, γνώσεις μέσα στο κεφάλι μας που πολλές φορές δεν τα βρίσκουμε καθόλου και που πολλές άλλες φορές τα βρίσκουμε μετά από δική μας διανοητική προσπάθεια ή μετά από τυχαίες παρατηρήσεις, ακόμα και στον ύπνο μας, κάπως πιο απρόσμενα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή τη θεώρηση για τη σχέση της ψυχής με το πνεύμα και τη νόηση σαν ένα και το ίδιο πράγμα με ουσία την πληροφορία, δεν θα δεχτούμε ότι υπάρχει η δυνατότητα γνώσης από κάποια διαφορετική πηγή, ή από μια άγνωστη εγκεφαλική λειτουργία ή από την άυλη μεσολάβηση ενός θεού και γενικά από οποιαδήποτε άλλη πηγή που δεν βρίσκεται μέσα στη διαμορφωμένη εμπειρία μας και χωρίς τις δικές μας σκέψεις.

«Δογματισμός και σκεπτικισμός είναι και οι δυο, από μια άποψη, απόλυτες φιλοσοφίες» έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελ στα «αντιδημοφιλή δοκίμιά» του. «Ο οπαδός του πρώτου είναι βέβαιος ότι γνωρίζει και ο οπαδός του δεύτερου ότι δεν γνωρίζει. Εκείνο ακριβώς που πρέπει να εξαλείψει η φιλοσοφία είναι η βεβαιότητα, η βεβαιότητα είτε της γνώσης είτε της άγνοιας».

Με τα φιλοσοφικά τερτίπια, όχι τόσο του σκεπτικισμού όσο του αγνωστικισμού, ο άνθρωπος κατάφερε να φρενάρει τη δυνατότητά του να γνωρίσει τον κόσμο και με πρόσχημα την αδυναμία του αυτή, φτωχαίνει ο ίδιος, πλουτίζοντας αυτούς που υποτίθεται ότι πολεμά. (Ηράκλειτος ο Μέγας)
Μην ξεχνάμε πως Αγνωστικ-ισμός, Σκεπτικ-ισμός, Αθε-ϊσμός αμφότερα είναι -ισμοί δηλ. παγιωμένες-παγωμένες καταστάσεις του Νου δηλ. ΝΕΚΡΕΣ. Τι γνώση και τι αποτέλεσμα ή αιτία, μπορεί να εξαχθεί από την νέκρα παρά μονάχα ο θάνατος.

Η ιστορία της φιλοσοφίας είναι φιλοσοφία

«Το να μιμείσαι τους νεκρούς είναι παρωδία.
Το να μιμείσαι τους ζωντανούς είναι ληστεία».
Johnny Cash

Ο Henri Bergson, μιλώντας σε ιστορικούς της φιλοσοφίας στην Μπολόνια το 1911, τους παρότρυνε να διαπεράσουν την πολλαπλότητα των θέσεων που υποστηρίχτηκαν από κάποιον φιλόσοφο του παρελθόντος ώστε να αναδείξουν μία και μοναδική κεντρική θέση, για τη διατύπωση και ανάπτυξη της οποίας αφιέρωσε όλη τη ζωή του και η οποία διαπερνά όλο του το έργο, όπως ακριβώς το σχήμα μιας μικρής δίνης διαπερνά τους κόκκους της σκόνης που σαρώνει και ανακινεί.

«Μια σκέψη που φέρνει κάτι καινούριο στον κόσμο», τόνισε ο Bergson «μπορεί να προβληθεί μόνο μέσω των ήδη υπαρκτών ιδεών που συναντά και σαρώνει καθώς η ίδια κινείται, και επομένως φαίνεται να είναι πάντα σχετική προς την εποχή του φιλοσόφου που τη διατύπωσε».

Η ιστορία της φιλοσοφίας, θα μπορούσε να πει κανείς ακολουθώντας τον Bergson, είναι η ιστορία στοχασμών που έχουν φέρει κάτι καινούριο στον κόσμο. Ομως, αυταπατώμεθα εάν νομίζουμε ότι η ιστορία της φιλοσοφίας είναι απλώς μια ιστορία ιδεών του παρελθόντος. Η δίνη που συνιστά μια φιλοσοφική ιδέα μπορεί να ανακινήσει σκόνη, και επομένως να εμφανισθεί μέσα στη σκόνη άλλων εποχών-συγκεκριμένα της δικής μας εποχής.

Η ιδιαιτερότητα της ιστορίας της φιλοσοφίας, σε αντίθεση, ας πούμε, με την ιστορία των επιστημών ή των θεσμών, βρίσκεται ακριβώς σε αυτό: δεν αποτελεί απλώς ιστορία, αλλά συνάμα φιλοσοφία. Δεν πραγματεύεται απλώς σκέψεις του παρελθόντος αλλά σκέψεις που είναι ακόμα επίκαιρες. Η ιστορία της φυσικής δεν είναι φυσική (αν και είναι απολύτως απαραίτητη, νομίζω, για την κατανόηση της σύγχρονης φυσικής). Η ιστορία των μαθηματικών δεν είναι μαθηματικά. Αλλά, η ιστορία της φιλοσοφίας είναι φιλοσοφία.

Οι λόγοι για την ιδιαιτερότητα της ιστορίας της φιλοσοφίας είναι πολλοί. Ο κυριότερος, ίσως, είναι ότι η φιλοσοφία συγκροτείται ως δραστηριότητα μέσω μιας σειράς θεμελιωδών ερωτημάτων και προβλημάτων. Για παράδειγμα: Είναι δυνατή η γνώση; Και εάν ναι, σε τι συνίσταται; Ποια είναι τα βασικά δομικά υλικά του κόσμου; Οφείλουμε να δεχτούμε την ύπαρξη αφηρημένων αντικειμένων ή ιδιοτήτων;

Ποια είναι η σχέση μεταξύ σώματος και νου; Σε τι συνίσταται η αλήθεια των πεποιθήσεών μας; Τι είναι το αγαθό ή το ωραίο; Ερωτήματα σαν αυτά πηγάζουν από προβλήματα που προκύπτουν στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον κόσμο αλλά και τη σχέση μας με αυτόν. Ας σκεφτούμε, για δύο λεπτά, το πρόβλημα της γνώσης. Η γνώση είναι ένα είδος πεποίθησης. Αλλά τι ακριβώς διαχωρίζει τη γνώση από την πεποίθηση; Η γνώση, θα ισχυριζόταν κάποιος, είναι αληθής πεποίθηση: δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει κάτι που είναι ψευδές.

Αρκεί όμως η αληθής πεποίθηση για τη γνώση; Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση είναι αρνητική: μια αληθής πεποίθηση μπορεί να είναι το προϊόν εικασίας ή μαντείας-ή το προϊόν λανθασμένου συλλογισμού-ή να στηρίζεται σε λανθασμένες πεποιθήσεις. Γενικά, μια πεποίθηση μπορεί να είναι συμπτωματικά αληθής. Αρα, η γνώση δεν πρέπει να είναι μια συμπτωματικά αληθής πεποίθηση.

Είναι φανερό ότι αυτομάτως εγείρεται ένα νέο ερώτημα: Τι πρέπει να προστεθεί στην αληθή πεποίθηση για να συνιστά γνώση; Το αίτημα της αποφυγής συμπτωματικά αληθών πεποιθήσεων εισάγει την ανάγκη οι πεποιθήσεις να μην είναι απλώς αληθείς αλλά και δικαιολογημένες. Συνεπώς η γνώση απαιτεί δικαιολόγηση ή εγγύηση. Η δικαιολόγηση απαιτείται για την εξήγηση της σταθερότητας της γνώσης.

Φτάνουμε έτσι, χωρίς περισσή προσπάθεια, στον ορισμό του Πλάτωνα στον Θεαίτητο: η γνώση είναι πίστη αληθής μετά λόγου.

Στην προσπάθειά του να απαντήσει σε ένα ερώτημα, ο Πλάτων έφερε στον κόσμο ένα καινούριο φιλοσοφικό πρόβλημα: σε τι συνίσταται η δικαιολόγηση των πεποιθήσεων; Οι απαντήσεις που δόθηκαν από τους μεταγενέστερους ποικίλλουν και γέννησαν με τη σειρά τους νέα φιλοσοφικά ερωτήματα και προβλήματα. Για παράδειγμα, μπορεί μια αλυσίδα δικαιολόγησης πεποιθήσεων μέσω άλλων ήδη δικαιολογημένων πεποιθήσεων να συνεχίζεται επ’ άπειρον, και εάν τερματίζει σε κάποιες πεποιθήσεις τι επιφέρει δικαιολόγηση σε αυτές; Με άλλα λόγια, τι δικαιολογεί τους δικαιολογητές;

Το εν λόγω πρόβλημα (σε τι συνίσταται η γνώση;) είναι απλώς ενδεικτικό του τύπου των προβλημάτων που συγκροτούν τη φιλοσοφία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα φιλοσοφικά προβλήματα θέτουν σε κίνηση μια δίνη ιδεών. Συγκροτούνται ως προβλήματα μέσω ενός, αυστηρά μιλώντας, άχρονου διαλόγου. Τα φιλοσοφικά προβλήματα δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ιστορία. Ούτε ότι δεν μεταλλάσσονται ή μετασχηματίζονται. Τα φιλοσοφικά προβλήματα δεν δημιουργούνται εν κενώ.

Οντας θεωρητικά προβλήματα αντλούν, εν μέρει, τη νομιμότητά τους από τις ευρύτερες επιστημονικές και άλλες θεωρήσεις της εποχής τους. Εγείρονται μέσα σε πλαίσια που περιορίζονται από ό,τι άλλο γνωρίζουμε για τον κόσμο και τη σχέση μας με αυτόν. Οι εκάστοτε προτεινόμενες απαντήσεις αντλούν από την εκάστοτε επιστημονική κοσμοεικόνα. Ολοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι του παρελθόντος (ίσως με ελάχιστες εξαιρέσεις κατά την περίοδο του γερμανικού ιδεαλισμού) συνέδεσαν άρρηκτα τη φιλοσοφική τους σκέψη με το πρόβλημα της θεμελίωσης ή νομιμοποίησης της επιστήμης της εποχής τους.

Το πιο λαμπρό παράδειγμα, ίσως, είναι ο Kant, που ενεπλάκη στην κριτική του καθαρού λόγου με στόχο, έσχατα, να θεμελιώσει τη δυνατότητα της νευτώνειας επιστήμης. Και φυσικά, τα φιλοσοφικά προβλήματα δεν περιορίζονται μόνο από την εκάστοτε επιστημονική κοσμοεικόνα. Η φύση των ηθικών αρχών, η νομιμοποίησή τους, το πρόβλημα του πρακτικού λόγου εν γένει, ανέκαθεν αποτέλεσαν κεντρικό μέλημα των φιλοσόφων, καθιστώντας έτσι τη φιλοσοφία το διαμεσολαβητή μεταξύ επιστήμης και πράξης.

Θα ήταν λάθος όμως να προσεγγίσουμε αυτή τη διαδοχή των ιδεών (και των απαντήσεων στα φιλοσοφικά προβλήματα) ως (απολύτως) εξαρτώμενες από το χρόνο και το πλαίσιο στα οποία διατυπώνονται. Απαξ και διατυπωθούν, αυτονομούνται: αποκτούν το δικό τους βίο. Τα νέα δεδομένα δεν τα ανατρέπουν. Απλώς (και στην καλύτερη περίπτωση) αποκλείουν κάποιες απαντήσεις ως νόμιμες και ορθές.

Το αίτημα του Kant, για παράδειγμα, για συνθετικές a priori αρχές που είναι αναγκαίες για τη δυνατότητα της εμπειρίας δεν παύει να είναι επίκαιρο, ακόμα και αν οι συγκεκριμένες συνθετικές a priori αρχές που αυτός πρότεινε, με στόχο να εδραιώσει τη νευτώνεια κοσμοεικόνα και να τη θωρακίσει έναντι της κριτικής του Hume (δηλ. ο ευκλείδειος χώρος και ο απόλυτος χρόνος ως μορφές της καθαρής εποπτείας), δεν είναι πλέον φιλοσοφικά και επιστημονικά υπερασπίσιμες.

Υπό αυτή την έννοια, η ιστορία της φιλοσοφίας (όπως και η ίδια η φιλοσοφία) είναι άχρονη. Οι σημερινοί φιλόσοφοι είμαστε σε διάλογο με τον Descartes, για παράδειγμα, όσο και οι σύγχρονοί του. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Descartes μπορούσε να απαντήσει ιδιοχείρως στον Arnauld ή στον Hobbes, ενώ εμείς δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Θα πρέπει να διαβάσουμε τα κείμενά του και να περιοριστούμε σε (και από) αυτά.

Εφόσον η ιστορία της φιλοσοφίας είναι φιλοσοφία, η προσέγγισή της αποτελεί φιλοσοφικό πρόβλημα. Η φιλοσοφία ως δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από αυτο-αναφορικότητα. Ο ορισμός τού τι είναι η φιλοσοφία συνιστά ήδη (και προϋποθέτει) μια φιλοσοφική στάση. Το τι είναι, για παράδειγμα, η φυσική δεν αποτελεί ερώτημα της φυσικής.

Το τι είναι η φιλοσοφία αποτελεί ερώτημα της φιλοσοφίας. Εάν, για παράδειγμα, κάποιος φιλόσοφος αποδέχεται την ύπαρξη a priori γνώσης ή εάν θεωρεί ότι όλη η γνώση πρέπει να καταστεί έγκυρη μέσω μη εμπειρικών μεθόδων, θα ορίσει τη φιλοσοφία πολύ διαφορετικά από έναν φιλόσοφο που δέχεται το νατουραλισμό (τη θέση, σε αδρές γραμμές, ότι οι μόνες μέθοδοι γνώσης του κόσμου προέρχονται από τις επιστήμες).

Ο πρώτος φιλόσοφος θα θεωρήσει τη φιλοσοφία το (εννοιολογικό και γνωσιολογικό) θεμέλιο των επιστημών (πρώτη φιλοσοφία), ενώ ο δεύτερος θα τη θεωρήσει συνεχή προς τις επιστήμες (διαφέρουσα από αυτές μόνον ως προς τη γενικότητα των θεωρητικών ερωτημάτων που εγείρει). Από τη στιγμή που δεν υπάρχει φιλοσοφικά ουδέτερος ορισμός της φιλοσοφίας, δεν υπάρχει και φιλοσοφικά ουδέτερη προσέγγιση στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Ιστορίες της φιλοσοφίας άρχισαν να γράφονται κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, όταν η σπουδή της φιλοσοφίας άρχισε να γίνεται αντικείμενο πανεπιστημιακών τμημάτων φιλοσοφίας. Αποτέλεσαν μέρος μιας ταχύρρυθμης φιλοσοφικής παιδείας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι φιλόσοφοι πριν από τον 19ο αιώνα δεν έγραψαν ιστορίες της φιλοσοφίας.

Ενεπλάκησαν σε έναν, πολλές φορές πολεμικό, διάλογο με τις ιδέες και τα επιχειρήματα των προγενεστέρων ή των συγχρόνων τους, όπως αυτοί τα ανέγνωσαν και τα ερμήνευσαν, και επομένως έδωσαν νέες τροχιές στις δίνες των ιδεών τους ή έθεσαν νέες ιδέες σε τροχιά. Αλλά ακόμα και οι πιο συστηματικοί ιστορικοί της φιλοσοφίας του 19ου και του 20ού αιώνα (με προεξάρχουσες φυσιογνωμίες τους Cassirer, Windelband και Russell) έγραψαν πολύτιμες ιστορίες της φιλοσοφίας ακριβώς επειδή ερμήνευσαν την ιστορική πορεία της φιλοσοφικής σκέψης υπό το πρίσμα των δικών τους πρωτογενών φιλοσοφικών θέσεων.

Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει μόνο με το ποια φιλοσοφικά ερωτήματα θεωρούνται σημαντικά ή με το ποιες ερμηνευτικές μέθοδοι θα ακολουθηθούν ή με το ποιοι φιλόσοφοι θα θεωρηθούν σημαντικοί και γιατί. Εχει κυρίως να κάνει με το τι κληροδοτείται στους αναγνώστες μιας ιστορίας της φιλοσοφίας. Μια καλή ιστορία της φιλοσοφίας δεν πρέπει να κρύβει την οπτική γωνία του φιλοσόφου που τη γράφει, πολύ περισσότερο δε να δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας ουδέτερης θέας από το πουθενά.

Οι σημαντικοί φιλόσοφοι δεν παραθέτουν απλώς ιδέες άλλων (ακόμα και όταν γράφουν ιστορίες της φιλοσοφίας). Δημιουργούν τις δικές τους δίνες ιδεών και δίνουν τα δικά τους σχήματα στη σκόνη των προκατόχων τους. Πολλές φορές όμως υπάρχει ένα σημαντικό κόστος: η εκ των υστέρων κατηγοριοποίηση σε σχολές ή ρεύματα και η εγκαθίδρυση γενεαλογιών τονίζουν αδρές ομοιότητες μεταξύ φιλοσόφων των οποίων η σκέψη ήταν εξαιρετικά σύνθετη, πολύπλευρη και περίπλοκη. Οι μαθητευόμενοι φιλόσοφοι γαλουχούνται με κλισέ ή γενικά σχήματα (εμπειρισμός, ρασιοναλισμός, φαινομενοκρατία, ρεαλισμός κ.λπ.) που, ως επί το πλείστον, αποτελούν μεταγενέστερες ανασυγκροτήσεις και υπηρετούν σύγχρονους προβληματισμούς.

Αν επιθυμεί κάποιος να γνωρίσει τι υποστήριξε ο Hume, για παράδειγμα, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη μελέτη των κειμένων του (αλλά και τη μελέτη αυτών των φιλοσόφων με τους οποίους βρισκόταν σε διάλογο, όπως ο Malebranche). Ακόμα και το καλύτερο εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη μελέτη ενός πρωτότυπου φιλοσοφικού κειμένου.

Εξ όσων γνωρίζω, σχεδόν κανείς σήμερα δεν διαθέτει την ευρυμάθεια του Russell ή του Cassirer. Αλλά και να υπήρχε κάποιος που τη διέθετε, πολύ δύσκολα θα αναλάμβανε το εγχείρημα να γράψει μια ιστορία της φιλοσοφίας. Αναπόδραστα, ζούμε στην εποχή της εξειδίκευσης. Το καλύτερο που μπορούμε να περιμένουμε είναι συλλογικές προσπάθειες πολλών ειδικών.

Παρά τα όποια προβλήματα, η κατάσταση αυτή έχει τη γοητεία της. Μια συλλογική ιστορία της φιλοσοφίας αναδεικνύει τις ιδιαίτερες οπτικές γωνίες των συγγραφέων της. Μια καλή συλλογική ιστορία της φιλοσοφίας, επομένως, αναδεικνύει διαφορετικά πρότυπα του φιλοσοφείν. Ο αναγνώστης της είναι διπλά τυχερός: έχει στα χέρια του μια συλλογική πηγή ταχύρρυθμης φιλοσοφικής εκπαίδευσης και πολλές εξατομικευμένες πηγές πρωτογενούς φιλοσοφικής σκέψης.

Το έργο Η Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας (The Oxford History of Western Philosophy), υπό τη γενική επιμέλεια του Anthony Kenny, αποτελεί ένα μικρό κόσμημα. Απαρτίζεται από έξι κεφάλαια, το καθένα εκ των οποίων είναι γραμμένο από έναν σύγχρονο και διακεκριμένο ιστορικό της φιλοσοφίας. Η Ιστορία δεν κρύβει το φιλοσοφικό της προσανατολισμό. Είναι γραμμένη από τη σκοπιά της αναλυτικής φιλοσοφίας.

Αλλά, όπως ορθώς τονίζει ο Kenny, η λεγόμενη αναλυτική φιλοσοφία δεν αποτελεί ένα φιλοσοφικό δόγμα- και άρα επιτρέπει την πολυμορφία στην προσέγγιση φιλοσοφικών προβλημάτων. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τη διάκριση μεταξύ αναλυτικής και ηπειρωτικής φιλοσοφίας, μια διάκριση με κοινή μήτρα: τον νεο-καντιανισμό του ύστερου 19ου αιώνα. Η διαφορά της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι το ότι θέτει τη σκέψη και την επαφή της με τον κόσμο ως το κατεξοχήν αντικείμενο της φιλοσοφίας. Η σκέψη όμως δεν εκλαμβάνεται ως μια υποκειμενική ή ψυχολογική διαδικασία και το περιεχόμενό της δεν είναι οι ιδέες ή οι νοητικές εικόνες.

Η σκέψη έχει μια αντικειμενικότητα στην οποία εδραιώνεται η δυνατότητα διαφορετικών υποκειμένων να μοιράζονται την ίδια σκέψη. Το αναπαραστασιακό της περιεχόμενο κατανοείται με σημασιολογικούς όρους. Συγκροτείται από τη λογική δομή των εννοιών που συναπαρτίζουν μια πλήρη σκέψη και από τις καταστάσεις αληθείας της. Με βάση την περαιτέρω προκείμενη, ότι η σκέψη εμπλέκει άρρηκτα τη γλώσσα, η αναλυτική φιλοσοφία πήρε τη γνωστή γλωσσική στροφή. Η ανάλυση της λογικής δομής της γλώσσας (και η διατύπωση συγκροτημένων θεωριών νοήματος) αποτέλεσαν τον καταστατικό στόχο της αναλυτικής φιλοσοφίας. Αλλά θα ήταν λάθος εάν νομίζαμε ότι η γλώσσα έγινε το κατεξοχήν αντικείμενο της φιλοσοφικής μελέτης.
Ο κόσμος είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της φιλοσοφικής μελέτης, ενώ η λογική δομή της γλώσσας είναι το όχημα για την ανακάλυψη της λογικής δομής του κόσμου. Η φαινομενολογία (που αποτελεί ίσως την κορωνίδα της ηπειρωτικής φιλοσοφίας) έχει εξίσου τη σκέψη ως το αντικείμενό της, αλλά επικεντρώνεται στην αποβλεπτικότητα της σκέψης, την οποία και μελετά σε απομόνωση από τον εξωτερικό του νου κόσμο. Επιδιώκει να φτάσει στο δεδομένο, στη συνείδηση, ώστε να αποκαλύψει το νοητικό φαινόμενο ως τέτοιο.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που χαρακτηρίζει μια αναλυτική προσέγγιση στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι αυτό που χαρακτηρίζει την αναλυτική φιλοσοφία εν γένει, δηλαδή η έμφαση στην εννοιολογική ανάλυση και διασάφηση μιας φιλοσοφικής θέσης ή ενός φιλοσοφικού προβλήματος, η έμφαση στο επιχείρημα, στην υπεράσπισή του και στην αντίκρουσή του, το αίτημα της ακρίβειας και της αυστηρότητας στη διατύπωση και η χρήση των εργαλείων της λογικής σε όλα τα παραπάνω.

Δεν αποτελεί αυτό έναν ιστορικό αναχρονισμό; Ακόμα και μια σύντομη ματιά στην Ιστορία, πολύ περισσότερο δε μια ενδελεχής μελέτη πολλών μεγάλων φιλοσόφων του παρελθόντος, θα σας πείσει για το αντίθετο. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι το εννοιολογικό οπλοστάσιο της φιλοσοφίας εν γένει. Η αριστοτελική λογική, για παράδειγμα, δεν αναπτύχθηκε μόνο για να κωδικοποιήσει τις ιδιότητες (ενός τμήματος) των έγκυρων συλλογισμών. Αποτέλεσε εργαλείο κριτικής ανάλυσης και πρότυπο φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Παρ’ όλο που (ιδιαίτερα στους κύκλους κάποιων διανοουμένων στη χώρα μας) η χρήση της λέξης «αλήθεια» τείνει να απαγορευθεί, ο καταστατικός στόχος της φιλοσοφίας είναι η αλήθεια. Αν και η φιλοσοφία μπορεί να μη μας παρέχει γνώση νέων γεγονότων, μας παρέχει νέα γνώση γεγονότων. Η υποταγή της φιλοσοφικής σκέψης στους κανόνες και τις επιταγές της λογικής έχει αποτελέσει, ανά τους αιώνες, το μηχανισμό για την ανεύρεση της αλήθειας, ίσως της θεμελιώδους αλήθειας για τον κόσμο.
Για τον Αριστοτέλη, τον Duns Scotus, τον Descartes, τον Hume και τον Kant (για να αναφερθώ σε μερικούς φιλοσόφους ενδεικτικά) θα ήταν ασήμαντο να οικοδομήσουν φιλοσοφικά συστήματα (ή να υπερασπιστούν φιλοσοφικές θέσεις) που δεν είχαν καμία επαφή με τον κόσμο ή δεν επεδίωκαν να αποτυπώσουν τη θεμελιώδη του δομή. Η ανάδειξη λογικών σχέσεων και εννοιολογικών διασυνδέσεων είναι το νήμα που συνδέει τις δίνες των ιδεών που συνιστούν την ιστορία της φιλοσοφίας. Οι μορφές μπορούν να ποικίλλουν (από τον αριστοτελικό συλλογισμό, στο γεωμετρικό τρόπο της Ηθικής τού Σπινόζα, στα υπερβατολογικά επιχειρήματα του Kant, στις επαγωγές του Mill, στην αφαιρετική μέθοδο των Grundrisse, στη Λογική των Frege-Russell, στους αφορισμούς του Tractatus), αλλά το αίτημα του φιλοσοφείν παραμένει το ίδιο.

Είναι ευτύχημα που η Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ελπίζω να γίνει το έναυσμα για μια πιο συστηματική ανάγνωση των πρωτότυπων κειμένων. Αλλά όσοι και όσες προσπαθήσετε να το μελετήσετε (και η φιλοσοφία απαιτεί μάθηση και ιδιαίτερη προσπάθεια -δυστυχώς, παρά τη λαϊκή ρήση, δεν ισχύει ότι ο καθένας μας κρύβει μέσα του έναν φιλόσοφο, όπως δεν κρύβει έναν φυσικό ή έναν ζωγράφο ή έναν ποιητή) κρατήστε στο νου σας ότι

… η Ιστορία δεν αποτελεί μόνο την αφήγηση μιας αλληλουχίας ιδεών στο χρόνο και το χώρο αλλά και μια πολύτιμη πηγή γνώσης για το πώς ασκείται η φιλοσοφία (και η ιστορία της).

Αρχαίες και σύγχρονες μορφές δουλείας

Πώς νοείται ο δούλος μέσα στην κοινότητα; Η δουλεία στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος ανήκει σε εκείνα τα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα μιας πρωτοφανέρωτης ιστορικά ελευθεριακής κοινότητας ανθρώπων, που η βαθύτερη  κατανόησή τους είναι άμεσα συνυφασμένη με τη συνειδητή πρόσληψη του ελευθεριακού χαρακτήρα  της εν λόγω ανθρώπινης κοινότητας. Η αρχαία ελληνική πόλις, και μάλιστα εκείνη των κλασικών χρόνων, είναι κυρίως μια κοινότητα πολιτών, με μια σχεδόν απόλυτη αυτονομία.

Αυτή εδώ είναι τόσο απόλυτη, ώστε η υπεράσπισή της να αποτελεί τον καθοριστικό κανόνα της κοινοτικής ζωής, του λογισμού της, της διαδρομής της, της δράσης της. Η υπεράσπιση εν τέλει της κοινοτικής αυτονομίας αποδεικνυόταν εν τοις πράγμασι ριζοσπαστική, στο μέτρο που εκτυλισσόταν επίσης ως ανατρεπτική κριτική και των δικών της νοημάτων, ιδεών και πρακτικών κυριαρχίας. Μόνο δυνάμει αυτής της προς τα έξω και προς τα μέσα θεωρητικο-πρακτικής κριτικής της κυριαρχίας  μπορούσε η αρχαιοελληνική κοινότητα των πολιτών να διατηρεί τον χαρακτήρα της πόλεως ως πολιτικής συνεννόησης των ανθρώπων μεταξύ τους, χωρίς οι τελευταίοι να εξαρτώνται από κανέναν πολιτικό δεσμό υποταγής: με σημερινούς όρους, χωρίς να καταφεύγουν στους ποικιλώνυμους κρατικούς, κομματικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς, συνδικαλιστικούς, επικοινωνιακούς κ.α. μηχανισμούς αναπαραγωγής της κυριαρχίας.

Στις εποχές μας, οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί δεν εμφανίζονται ως τέτοιοι που είναι: ως απάνθρωποι και άκρως ανελεύθεροι, εξουσιαστικοί μηχανισμοί, παρά εγκαθιδρύονται στο κέντρο της κοινωνικο-πολιτικής ζωής με το προσωπείο «δημοκρατικών» συλλογικοτήτων «αυτόνομων» κινήσεων πολιτών ή «κοινοτήτων», όχι λιγότερο δε και με τη μορφή θεσμικών συμβολισμών. Τέτοιου είδους μετα-νεωτερικά «κοινοτικά» μορφώματα δεν έχουν καμιά σχέση με τις κοινοτικές μορφές ζωής της αρχαίας Ελλάδας.

Παρά το γεγονός ότι νυχθημερόν μιλούν για ελευθερία, το λεξιλόγιό τους είναι το πιο οικείο στη/με τη λογική της κυριαρχίας και πάντοτε σύμφωνο με την αναπαραγωγή δουλικών συνειδήσεων ή δουλικών μορφών ζωής μεταμοντέρνας εκδοχής. Απεναντίας, οι αρχαιοελληνικές κοινοτικές θεσμίσεις εμπεριέχουν τον δούλο όχι ως αποτέλεσμα, ως κατηγορική προσταγή της δομικής-οντο-λογικής τους ύπαρξης, παρά ως μια μη ανεκτή συνθήκη –μη-ανεκτή για την κριτική κοινοτική σκέψη (Ξενοφών, Πλάτων κ.λπ.)– αλλά (κατ)-αναγκαστική για τη θεσμική κατοχύρωση της κοινοτικότητας της αυτοσυνείδησης, πολιτ-ικής [=των πολιτών] και πολιτει-ακής [=της πόλεως].

Με άλλα λόγια: η παρ-ουσία του δούλου στην κοινότητα των αρχαίων Ελλήνων –υπό διάφορες μορφές: του οικιακού βοηθού, του τεχνίτη, του αγροτο-εργάτη, του παιδαγωγού κ.α., συνοπτικά: του εργαζόμενου– έχει, λιγότερο ή περισσότερο, τον χαρακτήρα εκείνης της ουσίας, απέναντι στην οποία πραγματώνεται η ουσία του άλλου, δηλαδή του ελεύθερου πολίτη ως αυτοσυνείδησης, η οποία ακριβώς μέσα στην παρ-ουσία του δούλου αναγνωρίζει τη δική της ελευθερία, αυτονομία, κυριαρχία και εν τέλει εξάρτηση από τη συγκεκριμένη δουλική παρ-ουσία.

Στην πράξη έχουμε να κάνουμε με την εγελιανή διαλεκτική κυρίου και δούλου, όπως παρουσιάζεται στη Φαινομενολογία του πνεύματος (βλ, Φαινομενολογία Ι, § 178-196), αλλά σε μια αρχαιογνωστική κατ’ αρχήν μορφή. Ας αποσαφηνιστεί περαιτέρω αυτή η διαλεκτική σχέση:  ο ελεύθερος χρόνος των ελεύθερων πολιτών, η σχόλη τους, ας πούμε, εξαρτιόταν από την παρ-ουσία του δούλου.

Χάρη στη σχόλη αυτή μπορούσαν οι πολίτες, όπως αναφέρει ο Περικλής στον Επιτάφιο, να φροντίζουν τόσο τις ιδιωτικές τους υποθέσεις όσο και τις δημόσιες: να ασχολούνται με την πολιτική όχι ως επαγγελματίες πολιτικοί που κατασπαράζουν τον δημόσιο πλούτο και προκαλούν σχίσμα ανάμεσα στο ιδιωτικό και δημόσιο συμφέρον, αλλά ως αυτοσυνείδητοι πολίτες, που  με κοινοτική συνείδηση αναπτύσσουν εκείνη την κοινωνικο-πολιτική δραστηριότητα, που τους επιτρέπει, όπως γράφει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, να κάνουν ένα πράγμα σήμερα και άλλο αύριο: να κυνηγούν το πρωί, να ψαρεύουν το απόγευμα, να φροντίζουν τα ζώα το βράδυ, να κάνουν κριτική μετά το δείπνο, χωρίς να είναι διόλου επαγγελματίες –και να θέλουν ή να πρέπει να είναι– κυνηγοί, ψαράδες, κριτικοί κ.λπ. 

Η πιο πάνω δηλαδή σχόλη τους καθιστά καθολικούς και όχι μονοδιάστατους ανθρώπους. Στο πλαίσιο λοιπόν της προαναφερθείσας εξάρτησης από τον δούλο και της καθολικής τους αυτοσυνειδησίας αναγνωρίζουν τον δούλο ως το οικείο πρόσωπο και τον εγκαθιστούν στον οίκο τους: του παρέχουν ορισμένως τη δυνατότητα να κινείται ως δική τους εγνωσμένη ουσία: ως τέτοια που να συνοδεύει τα παιδιά στο γυμναστήριο, να φέρει την ευθύνη για την αγωγή τους κ.λπ.

1. Οι γυναίκες ως λάφυρα πολέμου: μετά την κατάληψη της Τροίας, ο Αίας ο Λοκρός βιάζει την Κασσάνδρα. Ερυθρόμορφο κύπελλο, περ. 440-430 π.κ.ε., Μουσείο του Λούβρου

2. Ταφική στήλη της Μνησαρέτης, όπου νεαρή υπηρέτρια κοιτάζει την αποθανούσα κυρία της. Αττική, περ. 380 π.κ.ε., Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

3. Απεικόνιση δούλου καθισμένου σε βωμό ενώ κοιτά το πουγκί που πρόκειται να κλέψει, περ. 400–375 π.κ.ε., Μουσείο του Λούβρου

 
 
 
 
 
 
 
 

 
Σε αντίθεση με την αρχαία εποχή, ο σύγχρονος δούλος είναι η πιο απάνθρωπη συνθήκη της ανθρώπινης κατάστασης. Εάν ο αρχαίος δούλος ανήκε στον οίκο [=στο νοικοκυριό] και λογιζόταν οικιακό άτομο δίπλα στον άντρα, στα παιδιά, τη γυναίκα του οίκου· εάν κατά κανόνα συνέλεγε εμπειρίες ανθρώπινης συμπεριφοράς, στις σύγχρονες μορφές ζωής το ανθρώπινο άτομο δεν απολαμβάνει καμιά φροντίδα, ουδεμία ανθρωπινότητα. Γιατί; Διότι, πάνω απ’ όλα, είναι σκλάβος της μισθωτής εργασίας: ένας ιδιότυπος σκλάβος. Από τη μια εξαρτά απ’ αυτή την απρόσωπη εργασιακή του σχέση το πιο προσωπικό του Dasein και γι’ αυτό δίνει τα πάντα για να ενταχθεί σε μια τέτοια σχέση.

Από την άλλη, στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας, κατακερματίζει ολοσχερώς την ουσία του και χάνει την προσωπικότητά του. Παράλληλα, ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σκλάβος μέσα στο σκλαβοπάζαρο των ιδεολογικών ή φαντασιακών θεσμίσεων. Συμβαίνει τότε να γίνεται διπλά δούλος: αφενός του ιδεολογικο-πολιτικού φορτίου, που άλλοι καθορίζουν προς ίδιον όφελος και αυτός πρόθυμα αναλαμβάνει, ως ψευδής συνείδηση πλέον, να πραγματώσει στην πράξη ως το ύψιστο «ιδανικό» της ζωής του· αφετέρου του τυχαίου [σκοπού, καθήκοντος κ.λπ.], έξωθεν καθοριζόμενου ή επιβαλλόμενου, το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει, να προσδιορίσει ο ίδιος, παρά μόνο να το υπηρετήσει με τη σάρκα του από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του.

Πέραν των μνημονευθέντων μορφών ή εκδηλώσεων σύγχρονης δουλείας υπάρχουν ακόμη άπειρες μορφές. Όλες ή σχεδόν όλες –εκδηλωμένες ή ανεκδήλωτες, ορατές ή αδιόρατες, απατηλές ή «ορθολογικές»– θα μπορούσε κανείς να τις εντάξει στη μεγάλη κατηγορία της ανεστιότητας: ανέστιος, ανάλογα και με το βαθμό συνειδητοποίησης της δικής του οντο-λογικής συμπεριφοράς: ως αφέντη και δούλου, είναι και ο ξεριζωμένος από την πατρίδα του άπατρις, όπως επίσης και ο εγχώριος άπατρις.

Θανάσιμοι έρωτες αρχιμανδριτών, κ.ά.

(’Αρθρον εγκληματολογικού ενδιαφέροντος) 

Ενώ στη διεφθαρμένη βουλγαρική Εκκλησία, σαν να μην της έφθανε το σκάνδαλο των ομοφυλοφιλικών οργίων καλόγερων στη μονή Troyan της κεντρικής Βουλγαρίας (“Daily Mail” 21.2.2014, Hannah Roberts), ο επίσκοπος Αγαθονικείας Βόρις, τ.υποψήφιος διάδοχος του μπον βιβέρ μητροπολίτη Βάρνας Κύριλλου (που βρέθηκε το καλοκαίρι νεκρός κάτω από ύποπτες συνθήκες, έτσι που κάποιοι μίλησαν για δολοφονία),  μπήκε αναγκαστικά σε αργία, λόγω της ύπαρξης ενός βίντεο στο οποίο συμμετέχει σε σεξουαλικό όργιο με τέσσερις γυναίκες, συνέβη και στην Ελλάδα ένα ιερό ατύχημα κι αμέσως μετά και στην Κύπρο. Μέσα σε τρεις ημέρες η μεσογειακή Ορθοδοξία υπέστη τριπλό χτύπημα.
Στη Μεσσηνία, δολοφονήθηκε ο πανοσιολογιότατος Φώτιος από δυο Ορθόδοξους νεαρούς, έναν Έλληνα γιό ψάλτη, που αρχικά τον είπαν 18χρονο ενώ  είναι ανήλικος (17μιση) και έναν 24χρονο Γεωργιανό (αρχικά ως ύποπτος φερόταν κάποιος Ρουμάνος επισκέπτης του πρεσβυτερίου). Η αιτία λέγεται πως είναι η άρνηση του μακαρίτη να τους πληρώσει τα συμφωνημένα για τις υπηρεσίες τους. Ο καθένας μπορεί να υποθέσει, δεδομένης της υποκρισίας των τοπικών κοινωνιών (που «πέφτουν από τα σύννεφα») και της κουλτούρας του κουκουλώματος που επικρατεί, πόση είναι η έκταση του προβλήματος της ηθικής διαπαιδαγώγησης μερίδας της νεολαίας από κοσμοκαλόγερους.
Δεν είναι τυχαίο που ο βαθύς γνώστης των εκκλησιαστικών κ.Σταύρος Ζουμπουλάκης είχε γράψει στην ‘Καθημερινή’ το 2005 (27-02): «Ο αρχιμανδριτισμός, ασθένεια της Εκκλησίας. Η κρίση που συγκλονίζει την Εκκλησία της Ελλάδος …. είναι θεσμική, ηθική και πνευματική. …Η Εκκλησία δυναστεύεται– από τους αρχιμανδρίτες, από αυτό το σώμα φιλόδοξων, αθεολόγητων, απαίδευτων, αυταρχικών και ψυχολογικά προβληματικών –ίνα μη τι χείρον είπωμεν– ανθρώπων. Όταν ένα χριστιανόπουλο, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ χρόνων, θέλει να βάλει τα ράσα, όχι για να γίνει παπάς ή καλόγερος αλλά αρχιμανδρίτης, κάτι δεν πάει καλά με την ψυχική ισορροπία του. Οι αρχιμανδρίτες ξέρουν καλά ένα μόνο πράγμα, αυτό ακριβώς που ξέρει κάθε καριερίστας, την τέχνη των συμμαχιών: …με ποιους να συνάψουν σχέσεις δοσοληψίας, οι οποίες, .. μπορεί να φτάσουν και πολύ μακριά… Το νοσηρό φαινόμενο του αρχιμανδριτισμού, … πρέπει να λάβει οριστικό τέλος,….».

Μέχρι όμως να λάβει τέλος, προτείνω οι αρχιμανδρίτες, της ομοταξίας που περιγράφει ο κ.Ζουμπουλάκης και οι μητροπολίτες, που είναι όλοι τους τ.αρχιμανδρίτες, να περιοριστούν στην εξομολόγηση ετοιμοθάνατων γριών, που συχνά αποδεικνύεται και καρποφόρα (Διαθήκες) και να αφήσουν τη Νεολαία ήσυχη. Αλλά δεν είναι μόνο άγαμοι κληρικοί οι Σάτυροι, είναι και έγγαμοι πρεσβύτεροι, που κακουργούν, όπως αυτός στην Κύπρο που καταδικάστηκε προχτές, τριτώνοντας το κακό με τα ιερά σεξουαλικά σκάνδαλα της Α.Μεσογείου, σε δέκα χρόνια φυλακή, επειδή βίασε την κόρη του αδελφού του και στη συνέχεια την απειλούσε πως θα την σκοτώσει αν μιλήσει, προτείνοντάς της και χρήματα για να τα ξεχάσει όλα.
Ενώ λοιπόν ο κ.Σαμαράς προσκυνούσε μυστικά και σεμνά την Παναγία στο Άγιο όρος τάζοντας και άλλες παροχές στους ατιμώρητους ρασοφόρους επιχειρηματίες, μεγάλο κακό χτύπησε την Τριφυλιανή Εκκλησία της εκλογικής του περιφέρειας. Πέρασαν επτά χρόνια από την πάνδημη κηδεία του αγιότατου μητροπολίτη Τριφυλίας (ή Τρυφηλότητος;) Στέφανου, που είχε κατηγορηθεί από την ‘Αυριανή’ (8/2/2005): «Να ξυρίσουν αμέσως τον τραγόπαπα. Πόρνος και σοδομιστής μέχρι το κόκκαλο, αμετανόητος και ανικανοποίητος διεστραμμένος ως και την δέκατη δεκαετία της ζωής του. Αυτός είναι ο “σεβασμιώτατος” …. το σαρκίο του οποίου παραδίδουμε στην χλεύη του ποιμνίου του σήμερα, με ελάχιστο δείγμα από τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του βδελυρού βίου του και της ανίερης όσο και ψυχοπαθολογικής πολιτείας του υπό τη σκέπη του ράσου». Η γυναίκα ξεκίνησε 12χρονη στην αυλή του δεσπότη, που συνεννοείται με «νταβατζήδες να του στέλνουν πόρνες…αλλοδαπές…σε μοναστήρια», φυλακισμένη και η ίδια σε μονή γίνεται για 30 χρόνια «πάσα σε άλλους ιεράρχες και ανώμαλους», μέχρι που 40άρα πιά με κλονισμένα νεύρα «δραπέτευσε» και αποκάλυψε σε «άνθρωπο του Τύπου» όσα είδαν τα μάτια της».
Όμως, η Σύνοδος είναι δασκάλα των κουκουλωμάτων, όπως είχε καταγγείλει, επί του συγκεκριμένου, άλλος ευσεβής δημοσιογράφος: «Επιχείρηση συγκάλυψης και πάλι στην Ι.Σύνοδο…..Το γήρας έσωσε τον Τριφυλίας. Η ηλικία αποτέλεσε μια από τις κύριες αιτίες που οι Συνοδικοί Αρχιερείς παρέμειναν στην παλιά απόφασή τους, η οποία αναφέρει ότι θα αναμένουν το αποτέλεσμα της μηνύσεως που έχει υποβάλει ο Μητροπολίτης Τριφυλίας Στέφανος, προς την εφημερίδα «Αυριανή», που δημοσίευσε τις φωτογραφίες! Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, παραμένει εκτεθειμένος ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο οποίος στην ομιλία του προς την Ιεραρχία υπογράμμισε ότι οι φωτογραφίες εικονίζουν τον υπέργηρο Ιεράρχη (ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ, ‘ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ’ 18/02/2014)
Ο άγιος Στέφανος αποσύρθηκε ένα χρόνο μετά και τον διαδέχθηκε ένας απόφοιτος της Αθωνιάδος, ο πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Σπάρτης, αυτής για την οποία ο Φύρερ ισχυρίστηκε πως ο Άγιος μητροπολίτης της κουβάλησε γέρους από κάποιο ίδρυμά της για να ψηφίσουν Χ.Α., χωρίς δυστυχώς η καταγγελία του να διερευνηθεί, ώστε να λάμψει η αθωότητα του Δεσπότη, που χριστιανικά φερόμενος δεν τον κάλεσε ούτε να ανακαλέσει. Ο πανίερος Στέφανος πέθανε το 2007 και κηδεύτηκε από το νέο δεσπότη, τον κλήρο  και το λαό με όλες τις τιμές. Πέντε χρόνια μετά η τοπική Εκκλησία (16.9.2012), αγίασε τα γραφεία των τοπικών Ταγμάτων Εφόδου στην Κυπαρισσία, που τρεις μέρες πριν είχαν τραπεί σε φυγή κυνηγημένοι από τους ξένους μικροπωλητές όταν τους επιτέθηκαν στο πανηγύρι του «Τιμίου Σταυρού».
Ο καινούργιος μητροπολίτης είναι προφανώς ένας καλόπιστος άνθρωπος, που ούτε τα νυχτερινά σούρτα φέρτα νέων στο σπίτι του ιερού Φωτίου είχε πάρει χαμπάρι ή αν τα ήξερε θα υπέθετε πως οι νεαροί μουσαφίρηδες του φιλόξενου αρχιμανδρίτη, για τον οποίο οι ηλικιωμένες ενορίτισσες είπαν τα καλύτερα λόγια, πήγαιναν για μεσονύχτιο Κατηχητικό ή για να ζητήσουν ελεημοσύνη. Συμπτωματικά και ένας αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης Σπάρτης, που προφυλακίστηκε το 2009 (αλήθεια τι απέγινε με την υπόθεση;) ως παιδόφιλος, Φώτιος λεγόταν κι αυτός, προς τιμήν του άγιου πατριάρχη, που χάρις στην βασιλική εύνοια έδιωξε τον επίσης άγιο προκάτοχό του και από λαϊκός έγινε μέσα σε μια εβδομάδα αρχηγός της Εκκλησίας.
Δεν είναι η πρώτη περίπτωση αρχιμανδρίτη που βρίσκεται δολοφονημένος σε τέτοιες συνθήκες.
Υπενθυμίζω:
Α. Ο Αγιορείτης αρχιμανδρίτης και ηγούμενος των Βλατάδων (1940-1966) όσιος Παγκράτιος Σαβράνης ο Ιβηρίτης, δολοφονήθηκε από αγνώστους, 81χρονος συνταξιούχος, στις 13 Σεπτεμβρίου 1976. Οι εφημερίδες αποκάλυψαν ότι ο ιερωμένος, ψώνιζε συστηματικά εραστές και τη βραδιά του φόνου θεάθηκε από το θυρωρό να ανεβαίνει τις σκάλες «αγκαζέ» με ξανθό νεαρό. Η «Απογευματινή» (18.9.1976) γράφει πως «λέγεται ότι ήταν ανώμαλος» (sic) και πως ερχόταν σπίτι του «συχνά παρέα με νεαρούς». Η ίδια εφημερίδα στις 20, 23 και 29, μιλάει για ανακρίσεις που έκανε η Αστυνομία σε «περισσότερα από 100 άτομα» γιατί ο πανοσιολογιότατος διέθετε «ευρύ κύκλο εφήμερων και ύποπτων γνωριμιών». Το έγκλημα δεν διελευκάνθηκε ποτέ. Υποθέτω πως αυτό συνέφερε την Εκκλησία που ειδάλλως θα είχε να αντιμετωπίσει και την κατακραυγή της δίκης. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αυτής της υπόθεσης και του ιερού της περίγυρου.
Β. Ο πανοσιολογιότατος Δωρόθεος Τσάκος κληρικός της κρατικής Εκκλησίας (Μητρόπολη Σιδηροκάστρου) που καθαιρέθηκε το 1968 από τη Χούντα επί κιναιδισμώ, βρέθηκε δολοφονημένος μια νύχτα στην πλατεία Βάθη, ενώ έκανε τροτουάρ. Έφερε τον τίτλο του μητροπολίτη Πατρών μιας σέχτας των Παλαιοημερολογιτών.
Γ. Ο πανοσιολογιότατος αρχιμανδρίτης Στάνλευ Αδαμάκης, γαλουχήθηκε ως παιδί του ιερού στον καθεδρικό του Ευαγγελισμού της Βοστώνης από τον τότε ιερέα του και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, ο οποίος τον χειροτόνησε μετά ιερέα. Το πνευματικό τέκνο του ιερού Ιακώβου, δολοφονήθηκε από το νεαρό Κινέζο εραστή του στις 20.7.2003. Ο πάτερ Adamakis είχε καταδικαστεί σε 78 ημέρες φυλακή το 1986 για παρενόχληση δυο εφήβων στην Καλιφόρνια. Αργότερα, ενώ βρισκόταν σε δικαστική επιτήρηση, αποπλάνησε άλλα δυο αγόρια και καταδικάστηκε τον Μάρτιο του 1990 σε 9 χρόνια και 8 μήνες φυλάκιση. Ο ελληνορθόδοξος μητροπολίτης Αντώνιος του Σαν Φραντσίσκο, δήλωσε τότε πως εκκρεμούσε ήδη από ένα χρόνο η καθαίρεσή του για επανειλημμένες αλλά όχι ουσιαστικές κατηγορίες για σεξουαλικές παρεκτροπές. Φαίνεται πως η από το 1986 πρώτη καταδίκη του δεν θεωρήθηκε επαρκές τεκμήριο.
Δ. Μια κυρά τρανή/τι σεμνή κι αγία/σαν την Παναγία!
Όπου κι αν φανή/όλοι κάτω σκύβουν/και τα μάτια τρίβουν
Την κοιτούν γνωστοί/κι άγνωστοι ακόμα/μ’ ανοικτό το στόμα
Σ’ όλα της σωστή/δεν ευρίσκει μία/σαν κι αυτή ομοία.
Σκέτη φορεσιά/πάντα θα φορέσει/στο Θεό ν’ αρέσει.
Και στην Εκκλησιά/πρώτη πρώτη τρέχει/βρέχει και δεν βρέχει.
Μόνο μιαν αυγή,/όπως λεν καμπόσες/σιχαμένες γλώσσες,
Έτυχε να βγη/από κάποιο σπίτι/μ’ έν’ Αρχιμανδρίτη (Γ.Σουρής).
Ο κ.Χ.Πασαλάρης του “Ελ. Τύπου”, χαρακτήρισε τη δολοφονία του πανοσιολογιότατου Άνθιμου Ελευθεριάδη το καλοκαίρι του 1997: “Ένα από τα πολλά και εξ ίσου νοσηρά που έζησε ο γράφων στην 55ετή καριέρα του, με πρωταγωνιστές βιτσιόζους ιεράρχες και διαβολικές καλόγριες” (28-7-’97). Η “Guardian” (‘Αυγή’, 2-8-1997), κατηγόρησε ως «σκοτεινό, μαφιόζο και χουντικό», τον εξομολόγο, που δολοφονήθηκε από την έγγαμη και μητέρα, διαταραγμένη ψυχικά, ενορίτισσα ερωμένη του (από τη οποία είχε αποσπάσει 27.500.000 δραχμές, επειδή είδε στον ύπνο του την Παναγία που του είπε να κατασκευάσει ένα μεγάλο εκκλησιαστικό έργο), προσθέτοντας πως ήταν μπλεγμένος σε ξέπλυμα χρημάτων στην Ανατολική Ευρώπη, πως συναντιόταν συχνά στην Αθήνα και στο Λονδίνο με περίεργους επιχειρηματίες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, για να συζητήσει μια σειρά από μη θρησκευτικά σχέδια στην περιοχή και πως η αστυνομία ερευνά πιθανούς δεσμούς του με το ρωσικό υπόκοσμο που χρησιμοποιεί την Ελλάδα σαν βάση. Τρία χρόνια μετά, η “Sunday Express”, επανήλθε στη “σκοτεινή προσωπικότητα του ιερωμένου” και τις διασυνδέσεις του με την μαφία (“Ελευθεροτυπία”, 7-11-2000). Η εφημερίδα έγραψε πως υπήρχε κοινός τραπεζικός λογαριασμός 1,5 δις στερλίνων στο όνομά του. “Μέλη της ενορίας του  (Λονδίνο)-έχουν γίνει θύματα βίας της Ρωσικής μαφίας, που προσπαθεί να πάρει πίσω τα χρήματά της…”. Η Εκκλησία τον κήδεψε με τιμές.
O συνήγορος της δράστριας Αλέξανδρος Κατσαντώνης υπέθετε ότι η χωρίς ελαφρυντικά αυστηρή καταδίκη της οφειλόταν «στο παραδικαστικό κύκλωμα», «….έχει παρέμβει επίορκος δικηγόρος…..όμως δεν ξέρω τι αντίκτυπο είχε στους δικαστές» και δηλώνει πως «άξιζε και άλλες σφαίρες….ο αρχιμανδρίτης» (Ρ.Μπραϊμιώτου “Espresso”-16.11.’05). Η δύστυχη αφέθηκε τελικά ελεύθερη μετά από 16 χρόνια, λόγω καλής διαγωγής. Η πρωτόδικη ποινή ήταν 20 χρόνια κάθειρξη. Αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος. Στο Εφετείο όμως καταδικάστηκε σε ισόβια! Σκληρόν το προς αρχιμανδρίτας λακτίζειν.
Ε. Αρχιμανδρίτης της μητρόπολης Ν.Σμύρνης, βρέθηκε δολοφονημένος το καλοκαίρι του 1996 στην πλατεία Κουμουνδούρου, όπου κατέφευγε προς άγραν νεαρών Αλβανών, πράγμα γνωστό σε αρκετούς αρχιερείς (“Crash”, Ιανουάριος 1997).
Στ. Ο 43χρονος αρχιμανδρίτης Ι.Π.Η. κάτοικος πόλης της Δ.Μακεδονίας, δέχθηκε “περίεργη επίθεση αγνώστων” και έπεσε σε κώμα, σε διαμέρισμά του στην Θεσσαλονίκη, στο οποίο δεν παρατηρήθηκαν ίχνη παραβίασης ή κλοπής. Εικάστηκε ότι “οι λόγοι επίθεσης είναι προσωπικοί και οι δράστες είναι γνωστοί στο θύμα” (“Ελευθεροτυπία”, 22-9-1997).
Ζ. Ο ιερέας Ι.Λ., δολοφονήθηκε από φίλο του για «ασήμαντες οικονομικές διαφορές» (‘Τraffic’, 22-1-2004).
Παράρτημα
Ανεξιχνίαστοι δολοφονίαι μητροπολιτών από άγνωστους γνωστούς τους.
1. Ο Άγιος Νύσσης Ελευθέριος:
«Έγκλημα στο πρεσβυτέριο»
Ο εθνικόφρων Νύσσης Ελευθέριος, που χοροστάτησε στην κηδεία του δικτάτορα Παπαδόπουλου, βρέθηκε νεκρός, με ένα μαντίλι στο στόμα, …. δε φαίνεται να υπάρχουν ίχνη διάρρηξης…. Στο βιβλίο ‘Φάκελλος Εκκλησία’ Σπ.Καρατζαφέρης, εκδ.Κάκτος-1979 (βιβλίο με αναδημοσιεύσεις των ρεπορτάζ του από την ‘Ελευθεροτυπία’, πρόλογος Σερ.Φυντανίδη), σελ.41, βρίσκουμε έγγραφο που υπογράφει ο Σταύρος Ιωσ.Παπαδάτος, Διοικητής Αγίου Όρους (28/5/1968). Το έγγραφο υποχρεώθηκε η Ι.Σύνοδος να το διαβιβάσει με καθυστέρηση δυο χρόνων στο αρμόδιο μητροπολίτη Αττικής κ.Νικόδημο: ‘Δελτίον ποιού Αρχιμανδρίτου Ελευθερίου Γεωργίου Κατσαϊτη-Λαυριώτου..’…» .
«ΕΝΑΣ ΓΗΡΑΙΟΣ ΙΕΡΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ. Δολοφονήθηκε ο Επίσκοπος Νύσσης Ελευθέριος. Πρώην ιερατικός προϊστάμενος στον Άγιο Νικόλαο, Shepherds Bush, Ν.Δ. Λονδίνο. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ…» (Μπλογκ «Νεότερα νέα με χλεύη και κράξιμο»-7.1.2012).
2. Ο Άγιος Χαρτούμ Τίτος:
«Μυστηριώδης δολοφονία του μητροπολίτη Χαρτούμ. Στις 31 Ιουλίου 2000 ανακαλύπτεται από στελέχη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας το πτώμα του μητροπολίτη Χαρτούμ, Τίτου Καράντζαλη, στο σπίτι του, στην πρωτεύουσα του Σουδάν. Ο 73χρονος ιεράρχης έχει δολοφονηθεί με ιδιαίτερα άγριο τρόπο, καθώς έφερε μαχαιριές σε όλο του το σώμα. …Από τις έρευνες της σουδανικής αστυνομίας οι υποψίες πέφτουν σε έναν 25χρονο άνδρα βρετανοκαναδικής καταγωγής, που αποτελούσε μάλλον οικείο πρόσωπο του περιβάλλοντος του ιεράρχη, και ο οποίος συνελήφθη και ομολόγησε την ενοχή του…… Ωστόσο, από εδώ και πέρα αρχίζει ένα περίεργο παιχνίδι με στόχο την ελληνική ομογένεια. Συλλαμβάνονται διαδοχικά 60χρονος τέως αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας, και ο πρόεδρος του Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου, σε κανέναν από τους δύο ομογενείς δεν απαγγέλλονται επισήμως κατηγορίες… Στο Χαρτούμ μετέβη και κλιμάκιο του υπ. Εξωτερικών της Ελλάδας, προκειμένου να απελευθερωθούν οι άδικα κατηγορούμενοι…».
«Δεν θα καλύψουμε τα αίτια της δολοφονίας του Τίτου, τονίζει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας (9.8.2000)… ».
«Ο δολοφόνος ήταν γνωστός του Μητροπολίτη, που του άνοιξε να μπει, όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο και τα κίνητρα δεν ήταν θρησκευτικά ή πολιτικά δήλωσε εκπρόσωπος του Υπ.Εξωτερικών».
youtube: