Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Ο κένταυρος Χείρων & H ανθρωπολογία της μαγείας στην αρχαία Ελλάδα


Η μαγεία στον ελληνικό μύθο είναι πανταχού παρούσα. Διαπέρασε τις πεποιθήσεις της ελληνικής ζωής σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, υποδεικνύοντας σε μεγάλο βαθμό τη θρησκευτική ομοιογένεια της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Η μαγεία εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων ως θεμέλιο για την ανθρώπινη γνώση και ήταν μέσο ελέγχου του άμεσου περιβάλλοντος, των δυνάμεων της φύσης, της ζωής και του θανάτου, καθώς και άλλων περιοχών της γνώσης, που τελούν σήμερα υπό την αιγίδα της τεχνολογίας. Όπως το θέτει μια σύγχρονη αυθεντία στο πεδίο της σύγχρονης ανθρωπολογίας:

«Η πρακτική της μαγείας ήταν πανταχού παρούσα στην κλασική αρχαιότητα.
Οι σύγχρονοι του Πλάτωνα και του Σωκράτη τοποθετούσαν ειδώλια στους τάφους και τα κατώφλια [...] Ο Κικέρων χαμογέλασε με κάποιον που ισχυρίστηκε ότι είχε χάσει τη μνήμη του υπό την επιρροή κάποιας γοητείας και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ισχυριζόταν πως όλοι φοβούνταν μήπως πέσουν θύματα της μαγείας. Οι πολίτες της Τέω καταριούνταν εκείνον που θα επιτίθετο στην πόλη, ενώ στη Δωδεκάδελτο υπήρχαν νόμοι ενάντια στη μαγική μεταφορά της συγκομιδής από το ένα χωράφι στο άλλο. Οι αυτοκρατορικοί νομικοί κώδικες περιείχαν εκτεταμένες αναφορές ενάντια σε όλα τα είδη της μαγείας –εκτός από την ερωτική και τη μετεωρολογική [...] Οι μαγικές τελετουργίες οδήγησαν σταδιακά σε μια ανώτερη πνευματικότητα, ανοίγοντας εν τέλει το δρόμο στην υπέρτατη θεότητα».

Δεδομένου ότι τα περισσότερα μέλη της αρχαιοελληνικής κοινωνίας ακολούθησαν το ίδιο βασικό σύνολο πεποιθήσεων σχετικά με την κλίμακα των μαγικών δυνατοτήτων, σε ό,τι αφορά στους θεούς και τις δυνατότητές τους, με τοπικές παραλλαγές βέβαια, το μυθολογικό σύστημα κατείχε αφεαυτού ενότητα και μια δομή στην οποία λίγο-πολύ μπορούσε να προβλεφθεί η προσθήκη των νέων χαρακτήρων, ή η απόδοση κάποιων ιδιοτήτων με αρκετή ακρίβεια. Η αντανάκλαση αυτών των πεποιθήσεων στον κλασικό μύθο δεν ήταν κάποια άσκηση της φαντασίας με τον ίδιο τρόπο που γίνεται πιθανώς σήμερα. Ενώ οι αντιλήψεις και οι παρουσιάσεις των ιστορικών/μυθολογικών μορφών στο μύθο και η πλοκή των ενεργειών τους απαιτούσε μια ορισμένη δημιουργικότητα και ποιητική άδεια εκ μέρους του αφηγητή, η δομή του μαγικού κόσμου ήταν τμήμα ενός καλά εγκαθιδρυμένου πλαισίου από τα βάθη των προϊστορικών χρόνων. 


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατέχει σημαντική θέση ο ρόλος των κενταύρων, τόσο πρακτικά όσο και συμβολικά. Στην ιστορία και την τέχνη οι κένταυροι απεικονίζονται με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού και ζωικό το κάτω. Ως ιδιοσυγκρασίες, όμως, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά ισορροπημένοι και παρουσιάζονται ως είδη πρωτόγονα που όφειλαν περισσότερα στη ζωική φύση τους παρά στην ανθρώπινη κληρονομιά τους. Ο μύθος τους τοποθετεί στη Θεσσαλία, στην κατεξοχήν μαγική γη της ελληνικής επικράτειας με τις φημισμένες μάγισσες, στις οποίες θα αφιερώσουμε μια ξεχωριστή σπουδή. Η παρουσία τους στη θεσσαλική γη αποδόθηκε σε έναν γηγενή βασιλιά των Λαπίθων .

Στα ελληνικά έργα τέχνης η τυπική απεικόνιση των Κενταύρων είναι εκείνη που τους δείχνει να επιτίθενται στους Λαπίθες, εμπλεκόμενοι σε πράξεις βιασμού και λεηλασίας, όπως και στην γαμήλια τελετή του Πειρίθου . Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρουσία τους ήταν συμβολική των απεριόριστων και απρόβλεπτων ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου.

Κατά τον ίδιο τρόπο η λογοτεχνική παρουσία τους στο μύθο είναι συχνά συμβολική της πολιτισμικής ανάγκης να καθιερωθεί -να επανακαθιερωθεί μάλλον- η κυριαρχία σε αυτό που οι Έλληνες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν ως δική τους σφαίρα επιρροής. Οι ελληνικοί ήρωες έπρεπε για να καθιερώσουν την παρουσία του πολιτισμού τους σε έναν ευρύτερο κόσμο και αυτό το κατόρθωναν τυπικά δαμάζοντας μυθικά ή υπερφυσικά πλάσματα.

Όμως, μη ανθρώπινα τέρατα όπως ήταν η Σκύλλα, η Χάρυβδις, η Χίμαιρα ή η Σφίγγα απεικόνιζαν τη μάχη ανάμεσα στον πολιτισμό και τον ευρύτερο κόσμο. Υβριδικά ημιανθρώπινα πλάσματα τέτοια όπως ήταν οι κένταυροι αντιπροσώπευαν συχνότερα τις εισβολές αρνητικών όψεων εκείνου του μεγαλύτερου κόσμου στον κόσμο της δικαιοδοσίας των Ελλήνων. Σε ένα ευρύτερο ψυχολογικό πλαίσιο πρόκειται για την εισβολή του ασυνείδητου κόσμου στις επικράτειες της καθημερινής συνείδησης, η αρχική σύγκρουση ανάμεσα στις απειλητικές μορφές ενός άγνωστου και σκοτεινού κόσμου και τον τακτοποιημένο κόσμο της λογικής συνείδησης. Τούτη η πρωτογενής σύγκρουση είναι η ίδια -αν και με διαφορετική μορφή- με τη σύγκρουση ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνειο στοιχείο.
 
Η παρουσία του Χείρωνα, αντιθετική στο είδος του, κατείχε μια πλήρως διαφορετική έννοια. Με έναν πολύ πραγματικό τρόπο, ο Χείρων θα μπορούσε να θεωρηθεί η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα σε ό,τι αφορά στο συμβολισμό του κένταυρου στον ελληνικό κόσμο. Εκεί που οι άλλοι αντιπροσώπευαν την κτηνωδία και τον κίνδυνο του φυσικού κόσμου, ο Χείρων αντιπροσωπεύει την αφθονία και την ευλογία του, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι δίδαξε σε διάφορους ήρωες τις εν δυνάμει αγαθοεργές δυνάμεις του φυσικού κόσμου –τις τέχνες της αστρολογίας, της βοτανικής, της θεραπείας, του κυνηγιού, της πολεμικής τέχνης, και της άσκησης των δικών τους εσωτερικών, φυσικών χαρισμάτων, δώρα των θεών μέσω κληρονομικής διαδοχής ή προστασίας. 

Είναι σημαντικό ίσως να σημειώσουμε εδώ ότι, όπως τα υπερφυσικά χαρίσματα έπρεπε να παραχωρηθούν από τους θεούς, έτσι επίσης χρειαζόταν και μια τυπική εισαγωγή στη μαθητεία, προκειμένου να προσφερθούν τα οφέλη της σοφίας του. Τους μαθητές του Χείρωνα τους έφερναν είτε ή θεοί ή προηγούμενοι μαθητές του, που γνώριζαν τη διδασκαλία του και είχαν φθάσει ως εκεί με θεϊκή παρέμβαση.  
 
Η πρωιμότερη αναφορά στον Χείρωνα ίσως είναι αυτή που απαντάται στις τελευταίες γραμμές της ησιόδειας Κοσμογονίας. Το όνομα του κένταυρου συνδέεται με ένα παιδί που γεννήθηκε από τον ήρωα Ιάσονα και τη μάγισσα Μήδεια: ...Κι αυτή στην εξουσία μπαίνοντας του Ιάσονα του βασιλιά, εγέννησε το Μήδειο, το γιο της, που τον ανάθρεψε στα βουνά ο Χείρων, ο γιος της Φιλύρας -και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν...  Η ακριβής φύση αυτών των γραμμών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την επερχόμενη μοίρα του συγκεκριμένου απογόνου -ένα παιδί προδιαγεγραμμένο να θανατωθεί στη νιότη του, παρά να εκτελέσει τα δικά του κατορθώματα. Εδώ θα τολμούσαμε να πούμε πως ο Ησίοδος με τη ρήση «και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν» δεν αναφέρεται στον Μήδειο αλλά στον Χείρωνα. Ο σκοπός του Δία είναι ο ρόλος που εκπληρώνει ο Χείρων στη σφαίρα του ελληνικού μύθου: να διδάξει τη μαγεία του στις μελλοντικές γενεές.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αγάπη και την προσκόλληση που έδειχναν οι πρόγονοί μας στη γραμμή καταγωγής τους (μητρογραμμική ή πατρογραμμική), και του ρόλου που έπαιζε στον καθορισμό της κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε την καταγωγή του Χείρωνα. Αντίθετα από τους άλλους κένταυρους, ο Χείρων δεν κατάγεται από τους Λαπίθες. Κατάγεται από τον Κρόνο και τη νύμφη Φιλύρα. Όπως και άλλοι ολύμπιοι, ο Χείρων είναι παιδί του Κρόνου. Ωστόσο, δεν κατέχει κάποιο ιδιαίτερο βασίλειο όπως οι άλλοι θεοί. Δεν δρα μέσα σε ένα προαποφασισμένο εννοιολογικό πλαίσιο. Μοιάζει περισσότερο να είναι απλά ένα τμήμα –ένα ουσιαστικό τμήμα- του κόσμου, που μπορεί να ενώσει κάποια ρήγματα στις λογικές αλληλουχίες της εικόνας που έχουμε για τη δημιουργία.

 
Αυτή φαίνεται να είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα από τις σύγχρονες απόψεις για τη λειτουργία της μαγείας, όπως την ανέπτυξε ο ιταλός ανθρωπολόγος de Μartino, που ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη των αρχαίων λαών να διαμορφώνουν και να ερμηνεύουν τις λογικές ανακολουθίες του περιβάλλοντος κόσμου με τρόπο μαγικό.

Ο Χείρων κατέχει μια εγγενή γνώση του φυσικού κόσμου, που συμβολίζεται εξωτερικά με την κτηνώδη φύση του αλόγου. Ο δίμορφος Χείρων τον περιγράφει ο Απολλόδωρος, μια αναφορά που εκ πρώτης όψεως φαίνεται περιττή. Άλλωστε, κάθε κένταυρος κατείχε μια διπλή ανθρώπινη και ζωική μορφή. Εντούτοις, όλοι οι άλλοι κένταυροι λειτουργούν μόνο σε έναν κόσμο, αυτόν της αγριότητας και των ενστίκτων. Ο Χείρων μόνος του γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού, λειτουργώντας ως αγωγός διαβίβασης εκείνων των ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου που πιθανώς θα ωφελήσουν τον πολιτισμό με τις διδασκαλίες του. Η εγγενής γνώση του για τη μαγεία του φυσικού κόσμου μεταφέρθηκε στους διάσημους ήρωες-θεραπευτές μαθητές του, και μέσω αυτών, στον υπόλοιπο κόσμο.

Φαίνεται πως οι μύθοι για τη μαγεία του Χείρωνα αυξήθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Διατηρούμε μόνον κάποιους υπαινιγμούς για την προέλευσή του και ακόμα λιγότερες πληροφορίες για τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους να εκπλήρωσε το σκοπό του –δηλαδή τις μαγικο-θεραπευτικές δεξιότητες που δίδασκε στους μαθητές του, και τους τρόπους με τους οποίους εξελίχθηκαν οι δεξιότητες.
Έχει υποτεθεί στο παρελθόν και σε ένα βαθμό είναι αποδεκτό ότι καθώς μεταβάλλονταν οι ιδέες περί εκπαίδευσης, αναπτύσσονταν και οι ιδέες για τη σοφία του Χείρωνα όπως και οι απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο εκπαίδευε τους μαθητές του, ιδέες που υποστήριξε ο Πίνδαρος:

«Αλλά ο ξανθός Αχιλλέας, μένοντας στο σπίτι της Φιλύρας σαν παιδί, έκανε έργα μεγάλα, συχνά  κραδαίνοντας στα χέρια του ένα ακόντιο με μια κοντή λεπίδα (βραχυσίδαρον άκοντα), γοργός σαν τον άνεμο, έφερε το θάνατο στα άγρια λιοντάρια στη μάχη, σκότωσε κάπρους άγριους κι τα ασθμαίνοντα κουφάρια τους στον Κένταυρο, τον γιο του Κρόνου, στην αρχή σαν ήταν εξι χρόνων, και κατόπιν όλο το χρόνο που ‘μεινε εκεί, ένα παιδί που το παιχνίδι ήταν άθλοι δυνατοί. Τον θαύμαζε η Άρτεμις και η θαραλλέα Αθηνά, γιατί τα ελάφια τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες .
Γιατί εκείνος υπερείχε στα πόδια. Όλα αυτά που αφηγούμαι έπος των προγόνων είναι».

Η αρχαιότητα των ιδεών που αφορούν στον Χείρωνα πιστοποιείται από τη φανερή ανάγκη του Πίνδαρου να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι επινόηση δική του το γεγονός ότι ο Αχιλλέας διδάχθηκε να κυνηγά με αυτόν τον τρόπο, ούτε κάποιες πολιτισμικές εξελίξεις. Είναι ένα γνωστό γεγονός που έμαθε από παλαιότερες ιστορίες. Στην εποχή του οι άνθρωποι ανέπτυξαν άλλες ιδέες για τη γνώση και τις διδασκαλίες του Χείρωνα, τις οποίες επιχειρεί να περιγράψει λεπτομερειακά:

«Ο Χείρων με τη βαθιά του γνώση τον Ιάσονα δίδαξε στη λίθινη κατοικία του και τον Ασκληπιό μετά από αυτόν και του δίδαξε την τέχνη τη θεραπευτική με χέρια ευγενικά. Συν τω χρόνω γάμο κανόνισε για την αγλαόκολπη κόρη του Νηρέα, δίδαξε τον γιο της τον ευγενή τρέφοντας το πνεύμα του με τα πρέποντα.
Κι όταν οι άνεμοι τον έσπρωξαν στην Τροία, στάθηκε ανάμεσα στις λόγχες και τις κραυγές της μάχης».

Γνωρίζουμε από την Ιλιάδα ότι ένα τουλάχιστον από αυτά τα «πρέποντα» ήταν η θεραπεία, καθώς υπάρχουν δύο τουλάχιστον αναφορές για τις διδασκαλίες του Χείρωνα στο συγκεκριμένο έπος. Η πρώτη συνδέεται με τον Μενέλαο, που πληγώθηκε από τρωικό βέλος. Ένας γιατρός από τις τάξεις των Αχαιών ο Μαχάων, που συνέβαινε να είναι γιος του Ασκληπιού, κλήθηκε να «ρουφήξει το δηλητήριο από την πληγή και επιδέξια να επιθέσει πάνω της φάρμακα, που ο Χείρων έδωσε πριν από καιρό στον πατέρα του».

Η δεύτερη αναφορά σχετίζεται έμμεσα με τον Αχιλλέα. Ο Ευρύπυλος ζήτησε από το σύντροφό του στη μάχη Πάτροκλο να τον βοηθήσει. «Σώσε με τουλάχιστον τώρα [...] κόψε το βέλος από το μηρό μου, ξέπλυνε το μαύρο αίμα με ζεστό νερό και βάλε πάνω του καλά γιατρικά, από αυτά που λένε ότι σου είπε ο Αχιλλέας, αφού ο Χείρων, ο δικαιότερος του μίλησε γι’ αυτά». Όντας ο ίδιος ο Μαχάων πληγωμένος, η επόμενη καλύτερη επιλογή ήταν ένας μαθητής του Χείρωνα, ακόμα κι αν αυτός ο μαθητής δεν ήταν εκπαιδευμένος ως θεραπευτής. Τέτοια ήταν η πίστη στη σοφία του Κένταυρου.
 
Από τέτοιες σκόρπιες αναφορές, φαίνεται ξεκάθαρο ότι η πρόσθεση της θεραπείας, της αστρονομίας, της μαγείας και της φιλοσοφίας στο ρεπερτόριο των δεξιοτήτων που δίδασκε ο Χείρων συνδέεται άμεσα με τον αυξανόμενο πλούτο της γνώσης των αρχαίων Ελλήνων. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι σε αυτή τη γνώση θεμελιακή θέση κατέχει η μαγεία. Ένας πλούσιος σπόρος από τον οποίο ξεπηδά η συγκεκριμένη γνώση με μια γοργή διαδικασία ανάπτυξης της ανθρώπινης διάνοιας Κατά τον ίδιο τρόπο οι απεικονίσεις του Χείρωνα στην τέχνη υποδεικνύουν την ίδια αλλαγή ιδεών, όχι μόνο στη μορφή αλλά και την ουσία της εκπαίδευσης:

«Ο Χείρων δε φαίνεται μόνος στις αγγειογραφίες. Στις αρχαιότερες απεικονίσεις φαίνεται να δέχεται τον Αχιλλέα ως μαθητή του ή να παίρνει τον Αχιλλέα σαν παιδί από τα χέρια του Πηλέα, του πατέρα του. Ο ρόλος του Χείρωνα είναι συνδυασμός θετού πατέρα και διδάσκαλου. Αυτή είναι άλλωστε και η αρχαιότερη παράδοση. Ο Πηλέας, η Θέτις ή και οι δύο μαζί αποδίδουν το παιδί στην προστασία του διδάσκαλου για καθοδήγηση, μια καινοτομία που ώθησε την καλλιτεχνική φαντασία σε συγκεκριμένες απεικονίσεις κατά τα τέλη του 6ου αι. Π.Κ.Ε.»


Ανεξάρτητα από τις αλλαγές στις λεπτομέρειες της εκπαίδευσης, ο πυρήνας της σχέσης μεταξύ του Χείρωνα και των μαθητών του παρέμεινε ο ίδιος. Ανεξάρτητα από την ηλικία κατά την οποία τους εμπιστεύονταν σε εκείνον, και ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης που κατόρθωναν -είτε επρόκειτο να ζήσουν στην ερημιά, να αποβάλλουν τον ανθρώπινο μανδύα και να αναλάβουν μια θέση στον κόσμο σαν κυνηγοί, όπως ο Αχιλλέας ή ο Ακταίων, είτε να χρησιμοποιήσουν τα άφθονα δώρα του φυσικού κόσμου ως θεραπευτές, ή να διαβάσουν το μέλλον στα άστρα ή με άλλα μέσα όπως ο Αρισταίος- ανεξάρτητα από όλα αυτά, φαινόταν ως μαγεία, ισόμετρη με το επίπεδο δεξιοτήτων των ατόμων που απάρτιζαν τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό. Ο Χείρων ήταν πλέον ένα είδος αρχετύπου που ενοποιούσε και αιτιολογούσε τούτη τη μαγική γνώση. Μια γνώση που ήλθε από τους θεούς, αφού ήταν γιος του Κρόνου, και χρησιμοποιήθηκε από τον Ηρακλή για την ολοκλήρωση των άθλων του ή από τον Προμηθέα για τη διεύρυνση της ανθρώπινης γνώσης.


Η σχέση εμποτιζόταν επίσης με τη μαγεία για έναν ακόμα απλό λόγο -την κοινωνική πεποίθηση των Ελλήνων στο προκαθορισμένο και τη μοίρα. Εκείνοι που εκτελούσαν μεγάλους άθλους, ήταν προκαθορισμένο να το κάνουν. Γεννούνταν από θεότητες, που τους περνούσαν τις μαγικές τους ικανότητες. Αυτές οι ικανότητες ενδυναμώνονταν με την εκπαίδευση που λάμβαναν, και τους επέτρεπε να εκμεταλλεύονται πλήρως τα χαρίσματά τους. Τούτη η εκπαίδευση ήταν δυνατή εξαιτίας της «μαγικής» τους σύνδεσης με τη θεότητα, εκπαίδευση που αποκαθιστούσε τις σιωπηλές «μαγικές» δυνατότητες πάνω τους μέσω της γνώσης, επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν φυσικές δυνάμεις ανεξήγητες και θαυμαστές. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία της μαγείας στο εννοιολογικό της πλαίσιο.

Η βαθύτερη γνώση, που προωθείται βαθιά μέσα στο μέλλον, έως ότου γίνει αποδεκτή από το σύνολο της ανθρώπινης διάνοιας. Η εκπαίδευση του Χείρωνα ήταν κατάλληλη, γιατί ήταν αποκλειστική -και παρεχόταν μόνο σε εκείνους που αποδεικνύονταν άξιοί της εξαιτίας των προγόνων τους. Ήταν επίσης κατάλληλη, γιατί ήταν αποτελεσματική. Τούτο το παρατήρησε ο Νικολό Μακιαβέλι περίπου δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν είπε:

«Υπάρχουν δύο τρόποι να μάχεσαι, μέσω του νόμου και μέσω της δύναμης. Ο πρώτος τρόπος ταιριάζει στον άνθρωπο και ο δεύτερος στα θηρία. Αφού, όμως, ο πρώτος τρόπος είναι ανεπαρκής, πολύ συχνά γίνεται αναγκαίο να καταφύγει κανείς στον δεύτερο. Για αυτό ο πρίγκηπας χρειάζεται να γνωρίζει να χρησιμοποιεί και τους δύο τρόπους και τον ανθρώπινο και τον θηριώδη. Οι συγγραφείς της αρχαιότητας δίδασκαν τούτο το μάθημα αλληγορικά, όταν αφηγούνταν πώς ο Αχιλλέας και πολλοί άλλοι αρχαίοι πρίγκηπες στέλνονταν για διδασκαλία στον Χείρωνα τον κένταυρο.
Έχοντας για δάσκαλο ένα πλάσμα μισό ανθρώπινο και μισό θηρίο σημαίνει ότι μαθαίνει κανείς πώς να χρησιμοποιεί τη μία και την άλλη φύση, και ότι η μία δίχως την άλλη δεν μπορεί να διαρκέσει».Και, τελικά, ήταν κατάλληλη εξαιτίας του ανθεκτικού στο χρόνο συμβολισμό του Χείρωνα –η αξία της γνώσης για χάρη της γνώσης, ακόμα και αν μπορούσε να μεταδοθεί μόνο στους λιγοστούς που επέβαλε ο αριστοκρατικός χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Τούτος ο συμβολισμός φαίνεται με σαφήνεια στο θάνατο του Χείρωνα. Ο θάνατος του αθάνατου Χείρωνα προήλθε από τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων του φυσικού και του πολιτισμένου, το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ του είδους του, των άλλων κενταύρων, και του τελευταίου μαθητή του, του Ηρακλή.

Κατά τη διάρκεια της μάχης, όταν πρόστρεξαν στην προστασία του οι άλλοι κένταυροι για να αποφύγουν την οργή του Ηρακλή, ο Χείρων χτυπήθηκε από ένα βέλος του μαθητή του, βέλος εμποτισμένο στο αίμα της Ύδρας. Κατά σύμπτωση το ίδιο αίμα θα προκαλέσει και το θάνατο του ίδιου του Ηρακλή μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος του αίματος στο πρόσωπο του Προμηθέα. Ο Χείρων δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνος του από την αγωνία του δηλητήριου της ύδρας και την ίδια στιγμή ήταν ανίκανος να πεθάνει με φυσικό τρόπο, όντας αθάνατος. Ζήτησε από τον Δία να τον απαλλάξει από την αθανασία του, αλλά ακόμα και ο θάνατός του υπηρέτησε ένα σκοπό στην υπηρεσία της γνώσης.

Με το θάνατό του απελευθέρωσε ένα άλλο σύμβολο της γνώσης από τα δεσμά του -τον Προμηθέα, τον Τιτάνα που έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Ο Προμηθέας καταδικάστηκε σε αιώνια φυλάκιση και αιώνιο βασανιστήριο «έως ότου κάποιος θεός να γίνει διάδοχός του, να αναλάβει τους βασάνους του Προμηθέα και να κατέβει στον σκοτεινό Άδη και τις σκιές του Τάρταρου». Τούτη η ακολουθία γεγονότων ενδυνάμωσε τον συμβολικό τριπλό δεσμό του Ηρακλή προς τον Χείρωνα, του Χείρωνα προς τον Προμηθέα και τελικά του Προμηθέα προς τον Ηρακλή και το κλείσιμο του κύκλου.

Τούτος ο δεσμός απεικονίζει αρχικά την αγριότητα του ανθρώπου της φύσης, κατόπιν τη γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γνώση της φύσης και τέλος την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω του συμβόλου της μελλοντικής γνώσης. Ο θάνατος του Χείρωνα απομάκρυνε την ανάγκη μιας εξωτερικής διαμεσότητας ανάμεσα στη φυσική και την πνευματική ύπαρξη. Από αυτό το σημείο και μετά τούτο τον ρόλο τον παίζει η ανθρώπινη ψυχή. Ακόμα και στο θάνατό του ο σοφός κένταυρος άφησε πίσω μια τεράστια κληρονομία για την ανθρωπότητα. Την κληρονομιά της αυτογνωσίας και των θυσιών που απαιτεί η επίτευξή της.

Πνευματική Αριστοκρατία

> Η σωματική εξέλιξη του ανθρώπου σταμάτησε πριν 200.000 χρόνια και η Πνευματική του δεν άρχισε ακόμη.

> Η αχρονικότητα φέρνει ελευθερία, μια ποιότητα που διαποτίζει τον χρόνο και των χώρο και σας απελευθερώνει αυτή ακριβώς την στιγμή. Γιατί νομίζεις πως δίνουν τόσο μεγάλη σημασία στον παράγοντα ‘χρόνο’, όχι όμως και στον ‘χώρο’, οι “πολιτισμένοι”; Είναι τα πιο αδυσώπητα, σκληρά και ασφαλή κάγκελα της φυλακής σου.

> Δεν υπάρχει κάποιο υπέρτατο νόημα στη ζωή και κανένας άλλος σκοπός, εκτός από εκείνον τον Σκοπό, που θα σε ελευθερώσει από όλους τους σκοπούς μαζί.

> Αυτό που νομίζουμε ότι είναι ο εαυτός, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια ιδέα και το μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης Ενέργειάς, καταναλώνεται στην προάσπιση αυτής ακριβώς της ιδέας. Το να φτάσεις σε κάποιο επίπεδο αποσύνδεσης και να κατανοήσεις  ότι ο εαυτός σου είναι μια ιδέα, που μπορείς να την αλλάξεις, είναι μια ύψιστη μαγική πράξη και μάλιστα η πιο δύσκολη.

> Το σώμα όπως και ο Νους, δεν γνωρίζει όρια. Είναι το κανάλι της Ενέργειας, της Δημιουργικότητας και της Ευφυΐας ολόκληρου του Ενεργειακού Κοσμικού.

> Οτιδήποτε  μας κάνει ανθρώπους έχει εξαρτηθεί από μια εξέλιξη, η οποία είναι  πολύ περισσότερο άυλη παρά υλική. Ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι περισσότερο άυλος παρά υλικός.

> Όταν ερωτευτείς, ένας ενδοκρινολόγος μπορεί να παρατηρήσει  μείωση  των ορμονών  του άγχους στο ενδοκρινολογικό  σου σύστημα. Ένας ψυχίατρος μπορεί να διαπιστώσει τη βελτιωμένη διάθεσή σου, ενώ ένας νευρολόγος μπορεί να επιβεβαιώσει  μέσω μιας μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου. Ένας διαιτολόγος μπορεί να ανησυχήσει  επειδή  έχεις χάσει ξαφνικά την όρεξή σου, μα από την άλλη  μεριά χωνεύεις καλύτερα αυτά που τρως κι αυτό πάει λέγοντας. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα.

> Το σώμα είναι ένας ποταμός, που ποτέ δεν παραμένει ο ίδιος, υπακούοντας στο «Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν» είναι ένα συνεχές  ρεύμα που αναδεύει εκατοντάδες χιλιάδες χημικές αλλαγές  σε κυτταρικό επίπεδο. Οι αλλαγές  αυτές  δεν είναι τυχαίες, υπηρετούν ασταμάτητα  την προώθηση  της ζωής και τη διατήρηση των καλύτερων στοιχείων της.

> Χρειάζεται να κάνεις επιλογές, οι οποίες δεν είναι ήδη ενσωματωμένες στα γονίδιά σου.

> Ο εγκέφαλος  κάθε άλλο  παρά οδηγείται  σε παρακμή, αντίθετα, αποτελεί μια μηχανή άχρονης εξέλιξης.

> Το μυστικό είναι να είσαι ανοιχτός, διαθέσιμος και γεμάτος Ενέργεια. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έρθει η επόμενη υπέρβαση. Η πόρτα ανοίγει ή την ανοίγεις και από εκείνη την στιγμή η ζωή  μεταμορφώνεται.  Μπορώ να αλλάξω τα γονίδιά μου, μέσω του τρόπου που σκέφτομαι, νοιώθω, ενεργώ. Το μόνο που χρειάζομαι είναι Ενέργεια.

> Όποιος δεν έχει προκαταλήψεις είναι διαθέσιμος στην αλλαγή και αυτή η αλλαγή υλοποιείται.

> Οι πιο πρόσφατες γενιές, περνούν πολλές ώρες καθημερινά μπροστά σ’ ένα υπολογιστή και ζουν μέσα σε μια  χαλαρή οικογένεια, συχνά και χωρίς καθόλου οικογένεια. Έτσι, έχουν γίνει  αδέξιες  στην κατανόηση, στην ανοχή και στην κοινωνική επαφή, ακόμη και στην επαφή με τον εαυτό τους.

> Οι λεπτοφυείς Ενεργειακές Δράσεις αφορούν μόνο το Νου:

1) Μπες βαθιά μέσα στο Ασυνείδητο (διαστοχασμός) και κάνε γνωστή την Θέληση σου.
2) Έχε Πρόθεση στο Αποτέλεσμα.
3) Μην αντιστέκεσαι στη διαδικασία της αλλαγής.
4)Το σώμα αλλάζει χωρίς καμιά προσπάθεια σε φυσικό επίπεδο.
5)Επαναλαμβάνεις τη Λεπτοφυή Ενεργειακή Δράση μέχρι να  επιτύχεις πλήρως την αλλαγή που επιθυμείς.
Χωρίς την απαραίτητη ΕΝΕΡΓΕΙΑ δεν μπορείς να πετύχεις τίποτε απ’ αυτά.

> Ένα ξαφνικό ξέσπασμα χαράς, γέλιου, ενθουσιασμού, αγάπης είναι κάτι το οποίο πρέπει  να εκφράσεις με λόγια και με πράξεις, αλλιώς χάνεται και η παγωμένη καθημερινότητα αναλαμβάνει ξανά τα ηνία.
> Η αγάπη της καρδιάς είναι: Ανιδιοτελής, Δοτική, Μακάρια, Ζεστή, Ασφαλής, Αυτάρκης, χωρίς ανάγκη εξωτερικής επιβεβαίωσης, Αθώα, Απέριττη, Ευγενική, Συμπονετική, Συνεχής, Διαρκώς Αναπτυσσόμενη, Παρηγορητική, Ιερή.  Η αγάπη του σεξ είναι όλα τα αντίθετα.
> Τα αρνητικά σημάδια του παρελθόντος δεν είναι ο αληθινός σου εαυτός. Είναι ουλές που προκάλεσαν  οι εμπειρίες, οι εμμονές, οι εμφυτεύσεις, οι προκαταλήψεις, οι πεποιθήσεις, ενώ οι καλές αναμνήσεις από το παρελθόν είναι πινακίδες που δείχνουν προς μια πόρτα. Το αν θα προχωρήσεις να την ανοίξεις εναπόκειται σε σένα.

>Ο παγ(ι)ωμένος πολιτισμός κόβει  τη ζωή σε τακτοποιημένες φέτες-μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, ελπίζοντας να μαζέψεις όσο το δυνατό περισσότερες, (τι να τις κάνεις άραγε) μα πάντα τρέμοντας  το τέλος που αναπόφευκτα θα έρθει. Αντίθετα  το σώμα ζει  στη στιγμή και κάθε  στιγμή συγχωνεύεται με την άλλη σε μια συνεχή ροή και ο πολεμιστής ζει την στιγμή γιατί γνωρίζει πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο να ζήσει.
> Οι λέξεις ΠΑΡΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΟΣ δεν είναι καθόλου λέξεις χωρίς ουσία, αντίθετα είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης.
> Συνολικά, το ηλεκτρικό  δυναμικό  του εγκεφάλου ισοδυναμεί περίπου με αυτό μιας λάμπας των εξήντα βατ, αλλά αυτό το φορτίο μοιράζεται σε εκατό δισεκατομμύρια νευρώνες, πράγμα που κάνει την αναλογία σε κάθε εγκεφαλικό κύτταρο μηδαμινή μετριέται  πλέον σε μικροβόλτ και αυτή την ενέργεια την καίνε τα ελαφρύτερα ναρκωτικά, τα αντικαταθλιπτικά φάρματα, οι άσχημες σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα.

> Όταν βρίσκεσαι κοντά σε κάποιον που αγαπάς, ο εγκέφαλος συντονίζεται με την αγάπη που έχει αυτός  ο κάποιος για σένα  και ανταλλάσσεται ενέργεια, γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε, ο πρώτος ενθουσιασμός, του έρωτα μπορεί να είναι  τόσο συγκλονιστικός. Αυτό μπορείς να το δημιουργήσεις και από μόνοι σας, με Πρόθεση και την απαιτούμενη Ενέργεια.
> Το σώμα είναι, είναι ένας φορέας ενέργειας, επειδή είναι το ίδιο ένα κουκούλι ενέργειας, σε ένα πολύ λεπτοφυές επίπεδο, εκεί  όπου μπορεί  κανείς να έχει πρόσβαση στις πιο πολύτιμες πλευρές της ύπαρξης. Η ενέργεια που μεταδίδει είναι αιθερική, πολύ πιο λεπτοφυής από τη θερμότητα ή το φώς.
> Ο  αληθινός πρωταγωνιστής στο σώμα είναι η Ενέργεια, επειδή τα μικρόβια και τα γονίδια όπως και κάθε άλλο αντικείμενο τελικά αποτελούνται  από Ενέργεια, επομένως όλο το κακό που προκαλείται στο σώμα, ανάγεται σε απουσία Ενέργειας.
> Η λέξη Ενέργεια είναι κάπως αφηρημένη. Δεν μπορεί να περιγράψει  πόσο ζωντανό  είναι το σώμα, πόσα τρισεκατομμύρια κύτταρα συνεργάζονται για να δημιουργήσουν ένα όλον και πως αν η Θετική Ενέργεια  αυξηθεί μέσα σε κάποιον, αυτός γίνεται  εκπληκτικά πιο ζωντανός.

> Η υγιής Θετική Ενέργεια έχει ροή, είναι ευάλωτη, δυναμική, ισορροπημένη  απαλή και σχετίζεται  με Θετικά Συναισθήματα που προέρχονται από Θετικές Σκέψεις Λέξεις.  Η μη υγιής Ενέργεια  είναι  Αρνητική Ενέργεια, τελματωμένη, παγωμένη, άκαμπτη, αδύναμη, σκληρή, μη ισορροπημένη  και σχετίζεται  με Αρνητικά Συναισθήματα που προέρχονται από Αρνητικές Σκέψεις- Λέξεις.

> Ο σημαντικότερος παράγοντας για να φτάσει κάποιος ενενήντα ή εκατό και να βρίσκεται σε καλή φόρμα είναι η Ευέλικτη Ρευστή Ενεργειακή Διάθεση, η αντοχή, η ικανότητα να ανακάμπτει από τα χτυπήματα της ζωής. Αυτό είναι  απόλυτα σύμφωνο  με μια από τις  ιδιότητες της Υγιούς Θετικής Ενέργειας: την Ευελιξία. Γι αυτό η ανάγκη ελέγχου των σκέψεων και των λέξεων είναι τόσο σημαντική.

> Αυτή είναι η υπέρβαση που χρειαζόμαστε, καθώς η  συνειδητότητα  μπορεί να μετατρέψει τη μη υγιή ενέργεια σε υγιή  εντελώς από μόνη  της. Αυτή είναι η ξεχωριστή και μοναδική μαγεία της.

> Η όραση είναι ενεργειακή. Εκπέμπεις ενέργεια και δέχεσαι ενέργεια από τους άλλους. Μπορείς να αποφασίσεις να δεις με αγάπη, κατανόηση, με αποδοχή και ανοχή.  Όταν το κάνεις, οι ιδιότητες  αυτές  θα ασκήσουν μια δύναμη στο περιβάλλον η οποία  σου είναι ωφέλιμη.

> Το να ανησυχείς  διαρκώς για την καρδιά σου και να την βλέπεις την ανησυχία  αυτή να καθρεφτίζεται στο βλέμμα του γιατρού σου, όταν  τον επισκέπτεσαι τόσο συχνά, αποτελεί κίνδυνο για την καρδιά σου.

> Το σώμα καθρεφτίζει τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα σου, τόσο επιδέξια, απόλυτα και σιωπηρά, που δεν  είναι  καθόλου εύκολο να κρυφτείς.  Ένας άνθρωπος με “παιδικές” σκέψεις και συναισθήματα, καθρεφτίζει στο σώμα του την “αθωότητα” του. Το ίδιο και το αντίθετο. Ένας άνθρωπος παγιωμένος από πεποιθήσεις σκληρός από τους δογματισμούς του, αντανακλά στο σώμα του ασθένειες και τραχύτητα.

> Υπάρχουν τρεις τρόποι για να  γκρεμίσει κάποιος τα παγιωμένα πρότυπα συμπεριφοράς που του έχουν μάθει να ακολουθεί:
  1. Περισυλλογή: Μια δεύτερη ματιά  σε παλιές συνήθειες, πεποιθήσεις και αντιλήψεις. Καταγραφή
  2. Σχολαστική Ανακεφαλαίωση: Η προσήλωση πάνω σε μια σκέψη ή εικόνα μέχρι που αυτή να διευρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο.
  3. Διαλογισμός: Η εύρεση εκείνου του σημείου του νου  που δεν  υπόκειται  στους περιορισμούς της εξαρτημένης μάθησης και  της συνήθειας. Χρησιμοποίηση.

> Το να είσαι το αντίθετο του κακού δεν σε κάνει καλό. Σε κάνει την αντανάκλαση του κακού. Το κακό έχει πολλές όψεις και άπειρους τρόπους να σου καταναλώνει Ενέργεια, η καλύτερη του είναι, φορώντας την μάσκα του καλού.

> Ακόμα και η πιο φιλελεύθερη ιδέα μετατρέπεται σε τροχοπέδη και δόγμα, αν δεν αλλάζει συνεχώς. Αν ζούσαμε σε ένα πλανήτη που όλοι οι άνθρωποι τρέφονταν με καρπούς και ήταν ωμοφάγοι, θα ήταν απαραίτητο να τρεφόμασταν με κρέας …και τούμπαλιν.

> Η πραγματικότητα ρέει από τις λεπτοφυέστερες προς τις χονδροειδέστερες καταστάσεις. Πρώτα υπάρχει η σιωπή και η απόλυτη ηρεμία, ύστερα  ακολουθούν  τα λεπτοφυή αντικείμενα του νου (σκέψεις, συναισθήματα, αισθήσεις) και τέλος υπάρχουν  τα συμπαγή αντικείμενα  και ο ίδιος ο υλικός κόσμος.(Διαλογισμός-υπερβατικότητα)

> Εκείνοι που αλλάζουν σημαντικά τον τρόπο ζωής τους με το να  τρώνε πιο υγιεινά, να αθλούνται περισσότερο και να κάνουν  διαλογισμό, προκαλούν  αλλαγές  οι οποίες επηρεάζουν πεντακόσια  περίπου γονίδια. Μπορείς να αλλάξεις τα γονίδιά σου, άρα και να τα βελτιώσεις ή να τα καταστρέψεις. Brain Port

> Όλοι μας προκαλούμε  αλλαγές  στα γονίδιά μας η συνειδητή όμως πρόκληση των αλλαγών συνιστά μια ιδιαίτερη  δεξιότητα. Το σώμα θα σου στείλει ολοένα και ηπιότερες αντιδράσεις, ανάλογα με το πόσο έχεις αποσυνδεθεί από αυτό, απουσία απόλαυσης, μειωμένη ζωτικότητα, δυσφορία, μούδιασμα, πόνο, ασθένεια και κακία.

> Μπορούμε να ξεχάσουμε τον χρόνο  και να ζούμε σαν να μην υπάρχει (όπως κάνουν οι ερωτευμένοι ή όσοι έχουν απορροφηθεί εντελώς από την δουλειά ή το παιχνίδι). Τα “νέα γηρατειά” αποδεικνύουν πως η διάβρωση μπορεί να αναχαιτιστεί, μέσω της αυξημένης Ενέργειας που επιτυγχάνεται από την απουσία πεποιθήσεων-δογματισμών.

> Όσο λαμβάνεις κι αποθηκεύεις περισσότερη Ενέργεια από εκείνη που χάνεται, σταματάς το χρόνο. Ο χρόνος τελειώνει μόνο όταν τελειώνει η Ενέργεια.

> Το σώμα δεν είναι ένα θύμα του χρόνου. Το αντίθετο μάλιστα, το σώμα ενορχηστρώνει το χρόνο προς όφελός σου. Όταν όμως επιβάλλεις στο σώμα, τους φόβους και τις πεποιθήσεις σχετικά με το χρόνο, τότε  αρχίζουν τα προβλήματα.

> Οτιδήποτε αποσυντονίζει  τον χρονισμό  του σώματός δημιουργεί γήρανση. Υπαίτιος δεν είναι ο χρόνος  αυτός καθ’ εαυτός. Δες ποιοι αθέατοι παράγοντες προκαλούν τη μεγαλύτερη βλάβη Απρόβλεπτες καταστάσεις, ΣΟΚ, Αταξία και σύγχυση,  Ατυχήματα, Βία, Κακία.

> Ο υπέρτατος στόχος, δηλαδή  το να ζείτε  σαν να έχετε στη διάθεσή σας όλο το χρόνο  του κόσμου, είναι  μια μορφή  λειτουργικής αθανασίας.

> Όπως αποδεικνύεται, ο εγκέφαλος, (σκέψεις – λέξεις- συναισθήματα) αποτελεί  το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ψυχή και την Αθανασία αλλά και την Ελευθερία.

> Στοχάσου οτιδήποτε Θέλεις. Το Πνεύμα ενεργοποιεί την Ενέργεια. Ο Νους ενεργοποιεί την Πρόθεση. Ο εγκέφαλος Παράγει το Αποτέλεσμα. Αρκεί να στοχαστείς στο επίπεδο που δημιουργείται η Πρόθεση και να διαθέτεις την προαπαιτούμενη Ενέργεια.

> Όσο πιο χρήσιμος γίνεσαι, τόσο πιο αληθινός είσαι, όχι όμως ως μέρος ενός θρησκευτικού δόγματος, αλλά ως μέρος του Ενεργειακού πεδίου.

> Η κοινωνία και ο πολιτισμός των “ανθρώπων”  δεν αποδέχεται πως ο Διπλός εαυτός, όντας Ενεργειακός, Αόρατος, Αιώνιος, Αποστασιοποιημένος, Ακίνητος και Αθάνατος έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τον επίμονο κόσμο των συμπαγών υλικών αντικειμένων και των υλικών γεγονότων.

> Ο Διττός εαυτός αντιπροσωπεύει την ανώτερη συνειδητότητα, είναι ελεύθερη από κάθε καταναγκασμό ή, για να το θέσω πιο απλά, το Διπλό, ποτέ δεν λέει όχι, ούτε ναι. Θα έρθεις σε επαφή μαζί του (αν έχεις) μέσα από την Ανακεφαλαίωση και τον Διαστοχασμό.

> Δεν θα ένιωθαν όλοι άνετα – για την ακρίβεια δεν θα άντεχαν-  αν τους πρόσφερες ξαφνικά ένα κύμα απεριόριστης αγάπης. Θα αναρωτιούνταν αν μπορούν να εμπιστευτούν ένα τέτοιο νέο είδος Ενέργειας και μέσα τους θα ανησυχούσαν  μήπως δεν αξίζουν μια τέτοια ευεργεσία. Η Αγάπη είναι η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ, ένα ανώτερο είδος Ενέργειας που μόνο ελάχιστοι μεταξύ ελάχιστων την αντέχουν.

> Γιατί νομίζεις πως ενώ όλοι μιλούν για Αγάπη συνήθως παπαγαλίζουν για κάτι που δεν γνωρίζουν τι είναι. Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα αισθήματα που είναι συναφή με την Αγάπη, όπως Στοργή, Ευγνωμοσύνη, Γέλιο, Ενθουσιασμός, Γαλήνη, Απραξία κλπ

> Η επιθυμία να αγαπήσει και να αγαπηθεί είναι αυτή που προωθεί αδιάλειπτα τη ζωή κάθε ανθρώπου! Όταν αυτή η επιθυμία είναι πραγματικά ζωντανή, τότε ζητάμε τα πάντα από τη ζωή. Όταν η επιθυμία  ξεθυμαίνει, η ζωή γίνεται στάσιμη, ασθενής, παγιωμένη, νεκρή.

> Αν θέλεις  να είσαι αληθινά ολοκληρωμένος και να ζεις σε ένα Ενεργειακά δυνατό πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες,  τότε πρέπει να υιοθετήσεις ορισμένες συγκεκριμένες αντιλήψεις και τις ανάλογες συμπεριφορές.
  • Δεν φοβάσαι.
  • Ρισκάρεις.
  • Δεν σε νοιάζει να έχεις πάντα δίκιο.
  • Προσέχεις πολύ με ποιούς συναναστρέφεσαι καθημερινά.
  • Δεν έχεις ανάγκη να συμφωνούν όλοι μαζί σου.
  • Καλωσορίζεις κάθε ευκαιρία ανάπτυξης.
  • Θεωρείς την αφθονία, φυσιολογικό κομμάτι της ζωής.
  • Δεν έχεις καμιά προσδοκία.
  • Είσαι ολιγαρκής.
  • Προσφέρεις με χαρά.
  • Αγαπάς εισαι ΕΥΓΝΩΜΩΝ

> Άφησε τον φόβο, τον θυμό, την ζήλια, την αγανάκτηση, τη θυματοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη προγραμματισμένη αντίδραση να εμφανιστούν. Μην τους αντιστέκεσαι. Όμως τι στιγμή που θα τις αισθανθείς πες. “Εσύ δεν είσαι εγώ” και διώξε τις. Αν αυτό το κάνετε στο σωστό νοητικό επίπεδο, πραγματικά εξαφανίζονται, απορώ γιατί οι άνθρωποι δεν το κάνουν;

> Όταν θελήσεις να ξεμπλοκάρεις ένα στρεσαρισμένο σημείο του σώματος σου, βρες ένα ήσυχο μέρος όπου δεν πρόκειται να σε ενοχλήσουν. Κλείσε τα μάτια και νοιώσε το μέρος εκείνο του σώματός σου που είναι στρεσαρισμένο. Ανέπνευσε άνετα και κανονικά απελευθερώνοντας τη διαταραγμένη ενέργεια από το συγκεκριμένο σημείο του σώματος.

> Το ότι επιλέγεις τον ερωτικό σου σύντροφο δεν αλλάζει το γεγονός ότι σε έχουν πηδήξει. Είναι ύστατη ειρωνεία να εξισώνεις την ελευθερία με το σεξ.

> Μας ελκύουν άνθρωποι οι οποίοι καθρεφτίζουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, στο ασυνείδητο.

> Ο Αετός έχει αφήσει χώρο για δυναμικές  κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες ασκούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στην ελεύθερη βούληση. Αρκεί να ζεις άψογα και αυτό σημαίνει να διαφυλάττεις την Ενέργεια σου.

> Τις στιγμές της ζωής, κατά τις οποίες ένιωσες τη μεγαλύτερη έμπνευση ή απόλαυση, κράτησε τις μέσα στον Νου και στην καρδιά, ώστε όταν τις επαναφέρεις να τις απολαμβάνεις συνέχεια.

> Η ολότητα είναι το αποτέλεσμα  της σύνδεσης του Σώματος- Νου με το Πνεύμα (Διπλό ή Διττό εαυτό) Στην κατάσταση της ολότητας δεν είσαι διχασμένος και στραμμένος εναντίον σου.

> Το σημαντικότερο όλων για να επιτευχθεί αυτή η σύνδεση είναι  να μην σπαταλάς την Ενέργεια με τους πολλούς τρόπους που αποτελούν πειρασμό για όλους μας, μέσα από άσκοπες φαντασιώσεις, μη συνειδητό πόνο, ηλίθιες διασκεδάσεις, αδιέξοδες συνήθειες, αδράνεια και κυκλική επανάληψη.  Αυτός είναι ο εχθρός μιας πνευματικής ζωής  γεμάτης νόημα, η σπατάλη της Ενέργειας.

-Αν ευνοείς την εξέλιξη στην καθημερινή ζωή, είναι απολύτως λογικό να εξελίσσεσαι κι εσύ, καθ’ όλη  τη διάρκεια της ζωής.

> Μεγάλη σπατάλη Ενέργειας είναι  να αποδεχθείς την αδράνεια, την κατήφεια, την βαρεμάρα στο χώρο εργασίας, χρησιμοποιώντας την γελοία δικαιολογία πως η δημιουργικότητα, ο ενθουσιασμός και η απόλαυση είναι μονάχα  για τις  ελεύθερες ώρες και τα Σαββατοκύριακα.

> Όσο και αν αγαπάς την οικογένειά σου, όσο  κι αν σε απασχολούν οι προσωπικές σχέσεις και η εργασία, όλα αυτά είναι περαστικά. Το όνειρο σου όμως δεν είναι. Είναι η επαφή, η γέφυρα, με το μεγάλο μονοπάτι της κουλτούρας και του πολιτισμού.

> Οπουδήποτε  κι αν σταθείς, βρίσκεσαι στο κέντρο του Ενεργειακού Απείρου το οποίο εκτείνεται  προς όλες τις κατευθύνσεις. Το ίδιο ισχύει  και για το χρόνο. Κάθε λεπτό  της ζωής, η αιωνιότητα απλώνεται μπροστά και πίσω από εσένα. Αν έχεις αφομοιώσει αυτές  τις δυο ιδέες, είναι δύσκολο να αισθανθείς περιορισμένος από τον χώρο και τον χρόνο.

> Αν μάθεις να προσωποποιείς Ενεργειακά το σώμα σου, τότε δεν θα μπαίνεις πια σε τόσο μεγάλο πειρασμό, να το αντιμετωπίζεις ως αντικείμενο, που πρέπει να το ταΐσεις, να το κινήσεις και να το αρρωστήσεις.

> Μόλις συνειδητοποιήσεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο που παίζεις, γίνεται φυσικό να αγκαλιάζεις την κάθε καινούργια μέρα, σαν να είναι ένας καινούργιος κόσμος και μάλιστα ο τελευταίος κόσμος σε ένα σύμπαν άπειρων δυνητικά κόσμων.

> Πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, άντρες και γυναίκες ήταν κάτοχοι εκείνης της γνώσης που τους επέτρεπε να γλιστρούν μέσα και έξω από τον γνωστό μας κόσμο. Γι’ αυτόν το λόγο είχαν διαμορφώσει τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο επίπεδα: της ημέρας και της νύχτας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας εκτελούσαν τις δραστηριότητές τους όπως όλοι οι άνθρωποι. Τη νύχτα, όμως, γίνονταν ονειρευτές.

> Συστηματικά ονειρεύονταν όνειρα που έσπαγαν τα σύνορα αυτού που εμείς θεωρούμε πραγματικότητα. Χρησιμοποιώντας το σκοτάδι σαν πρόσχημα κατάφεραν κάτι αδιανόητο. Μπορούσαν να ονειρεύονται χωρίς όμως να κοιμούνται. Από τη στιγμή που ονειρεύονταν χωρίς να κοιμούνται μπορούσαν να βυθίζονται στα όνειρα που τους έδιναν την απαραίτητη Ενέργεια για να πραγματοποιήσουν όλα εκείνα που σοκάρουν το νου, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια είχαν συνείδηση όσων γίνονταν και φυσικά ήταν ξύπνιοι.

> Αν δεν καταφέρουμε ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας, να τον ξεπεράσουμε, θα ζούμε μια φυσιολογική ζωή. Μια ζωή όπως θα ήθελαν οι δικοί μας. Μια ζωή υποταγής και ταπείνωσης. Μια ζωή χωρίς μυστήριο και φαντασία. Τελικά, μια ζωή καθοδηγούμενη από τα έθιμα και την παράδοση.

> Αν πεθάνουμε χωρίς να σβήσουμε το λαθεμένο δυϊσμό Νου και Σώματος, έχουμε απλά έναν συνηθισμένο θάνατο.

> Πεθαίνουμε γιατί η δυνατότητα της μεταμόρφωσης δεν έχει περάσει στην αντίληψή μας.

 Προχώρησε και άνοιξε την πόρτα.Ίσως έξω να βρειςένα δέντρο ή ένα κλαδί,έναν κήπο ή μια πόλη μαγική.
Προχώρησε και άνοιξε την πόρτα.Ίσως κάποιος σκύλος να ανασκαλεύει.Ίσως να δεις ένα πρόσωποή ένα βλέμμαή την εικόνα μιας εικόνας.

Προχώρησε και άνοιξε την πόρτα.Αν έχει ομίχλη θα φύγει.

Προχώρησε και άνοιξε την πόρτα.Ακόμα και αν υπάρχει μόνο το σκοτάδι,ακόμα κι αν υπάρχει μόνοη υπόκωφη βοή του ανέμου,ακόμα κι αν δεν υπάρχει τίποτα απολύτως,

προχώρησε και άνοιξε την πόρτα.
Τουλάχιστον θα υπάρξει ένα ρεύμα.

Γυναίκες – Άντρες, Θύματα και Θύτες

Στην ομηρική «Οδύσσεια», ο Οδυσσέας, όταν κατέβηκε στον Άδη (με οδηγίες της Κίρκης), έδωσε στην Ιοκάστη να πιει αίμα για να μάθει τη ζωή της, όταν πήγε για να πάρει χρησμό από τον νεκρό Τειρεσία, άρα πιθανολογείται πως η Ιοκάστη γνώριζε, πως πλάγιαζε με τον γιό της κάνοντας παιδιά από μια αιμομικτική συνεύρεση. [1] Πως τώρα ο Φρόυντ καταφέρνει να μας φορτώσει τα ανομήματα της Ιοκάστης και των παιδιών της μόνο το σχιζοφρενές μυαλό ενός εμπαθούς μισογύνη, Επιτυχημένου Ψυχοπαθούς γνωρίζει [2]  !!! Αλλά όχι, δεν είναι οι γυναίκες όπως ο ψυχοπαθής Φρόυντ και οι όμοιοι του που επιδιώκουν να μας επιβάλλουν. Υπάρχει και η άλλη οπτική που εξυψώνει την γυναίκα, αλλά την γυναίκα πολεμίστρια και όχι την κουφιοκέφαλη ανόητη μπιμπο [3]

«Τα παιδιά της Ιοκάστης» είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που γράφτηκε το 1980 απ’ την ψυχαναλύτρια Κριστιάν Ολιβιέ η οποία, αναλύει τον αέναο πόλεμο των δύο φύλων, από πού πηγάζει, πώς διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά και πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να διαβάσουμε προσεκτικά τι συμβαίνει και γιατί η γυναίκα υποφέρει στην κοινωνία των ανισοτήτων, ενώ ο άντρας ζει με την ψευδαίσθηση του δυνατού.

Η ανάπτυξη του αγοριού: Ο γιός αντιπροσωπεύει πραγματικά για τη μητέρα μια μοναδική ευκαιρία να δει τον εαυτό της με αρσενική μορφή, αυτό το παιδί το γεννάει η ίδια αλλ’ ανήκει στο άλλο φύλο, πράγμα που ωθεί τη γυναίκα να πιστέψει στο πανάρχαιο και πανανθρώπινο όνειρο «του ερμαφρόδιτου», που τόσο συχνά απεικονίζεται στην ελληνική γλυπτική με τη μορφή του «ανδρογύναιου». Μα δείτε λοιπόν πόσο περήφανα τον κρατάει αυτόν τον γιό που ήρθε να τη συμπληρώσει – όπως κανένας άλλος δεν μπορεί!

Κοιτάξτε την έκφραση της πληρότητας στο πρόσωπο όλων αυτών των «παρθένων με το βρέφος!» Όλες οι «παρθένοι» της ιταλικής αναγέννησης δεν είναι παρά ύμνοι στη γυναίκα – μητέρα, που βρίσκει ευτυχία και ολοκλήρωση χωρίς τη μεσολάβηση του πατέρα. Αυτός έχει σ’ αυτήν την περίπτωση αναχθεί σε μύθο. Πατέρα – Θεέ… Αντρική θρησκεία, θρησκεία που την επιβάλλουν οι άντρες, μη αναγνωρίζοντας στη γυναίκα άλλο δικαίωμα απ’ το να τους φέρνει στον κόσμο. Οιδιπόδεια θρησκεία, αφού εξαφανίζει τον πατέρα για χάρη της μητέρας (όπως γίνεται και στις μέρες μας).

Η μητρότητα είναι ο χαμένος παράδεισος του άντρα. Κι η απώλειά του τον ενοχλεί τόσο ώστε θέλει να τον εξουσιάζει, να τον καθορίζει. Αφού ο ίδιος δεν μπορεί να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, θέλει να είναι τουλάχιστον εκείνος που θ’ αναγκάζει τον «άλλον» να το κάνει. Η γυναίκα «μένει» έγκυος κατά τη γνωστή έκφραση. Απότομα, λες και… μένει στον τόπο! Λες και δεν μπορούσε να το προβλέψει, λες και «μένει» έτσι για όλη της τη ζωή.

Οι άντρες κυριολεκτικά λυσσάνε γύρω απ’ το πρόβλημα της μητρότητας και της έκτρωσης. «Κατασκευάζουν» τη μητέρα για να εξαφανίσουν τη γυναίκα: δεν της δίνουν ούτε το δικαίωμα ν’ αποφασίσει αν θέλει ή όχι παιδί, αποφασίζουν εκείνοι στη θέση της. Εκείνη δεν έχει λόγο σ’ αυτό το θέμα. Πόσο έχουμε υποφέρει εξαιτίας των μύθων και του φθόνου που νιώθει ο άντρας για τη γόνιμη μήτρα μας!

Είναι λοιπόν τυχερή η γυναίκα που έκανε γιό! Όμως ο Lacan της θυμίζει με κακία ότι «η γυναίκα δεν αποτελεί ΟΛΟΝ» για να μην τύχει και βρεθεί ούτε για μια στιγμή σ’ αυτή τη θέση που τόσο ζηλεύει ο άντρας – καταδικασμένος καθώς είναι εκείνος στη μοναξιά του ΕΝΟΣ. Μα όχι, ησυχάστε, δεν αποτελεί «ΟΛΟΝ» αυτή η μητέρα γιατί το αγοράκι της δεν είναι εκείνη ούτε της ανήκει. Ακόμα και αν πιστέψει για μια στιγμή πως απέκτησε και το άλλο φύλο, ο γιός της δε θ’ αργήσει να τη βγάλει απ’ την πλάνη: η αντίσταση του αγοριού θα γίνεται όλο και πιό επίμονη και βίαιη όσο η μητέρα του θα εξακολουθεί να πιστεύει πως «είναι ένα» μαζί του.

Αν οι πρώτοι μήνες της εξάρτησης και της συμβίωσης μητέρας – παιδιού φαίνεται να περικλείουν λιγότερα προβλήματα για το αγόρι απ’ ότι για το κορίτσι, αυτό δε θα εξακολουθήσει να συμβαίνει και στην επόμενη περίοδο, της πρωκτικής αντίστασης και της αυτό – επιβεβαίωσης. Τις δυσκολίες θα τις αντιμετωπίσει το αγόρι τότε που θα πρέπει να προστατέψει τον εαυτό του απ’ τη μητρική φαντασίωση της συμπλήρωσης και ν’ αποκτήσει την ανεξαρτησία του, μιαν ανεξαρτησία που είναι αμφίβολο αν τη θέλει η μητέρα. Είναι φυσικό η γυναίκα να υποφέρει υποσυνείδητα όταν έρχεται η ώρα να παραιτηθεί απ’ το μόνο αρσενικό που είχε ποτέ κοντά της (αφού ο πατέρας δεν ασχολιόταν μαζί της κι ο άντρας της συνήθως λείπει).

Το αγόρι έχει επομένως ν’ αντιμετωπίσει μια πρόσθετη δυσκολία, που ο Φρόυντ δεν την ανέπτυξε. Πρέπει να βγει απ’ το Οιδιπόδειο πολεμώντας ενάντια στη μητέρα του, που δε θέλει να τον αφήσει να την εγκαταλείψει. Εδώ αρχίζει λοιπόν ο μακροχρόνιος και δύσκολος πόλεμος ενάντια στη γυναικεία επιθυμία. Το αγόρι παίρνει για πρώτη φορά μέρος στον οιδιπόδειο πόλεμο των φύλων με αντίπαλο τη μητέρα του. Η μητέρα στην πραγματικότητα εκφράζει τους δικούς της φόβους όταν λέει στο γιό της, «μη φοβάσαι, θα μεγαλώσεις γρήγορα». Αυτό δεν είναι παρά ένας τρόπος να τον κρατήσει. Δεν είναι εξαιτίας αυτής της επιθυμίας της μητέρας που το αγόρι παραμένει «μικρό» για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σε σχέση με το κορίτσι της ίδιας ηλικίας; Τα διάφορα τέστ δε φανερώνουν μιαν αξιοσημείωτη διαφορά ανάμεσα στο βαθμό ωριμότητας των δύο φύλων ως την εφηβεία κι ακόμα αργότερα;

Αυτά είναι χωρίς αμφιβολία τα σημάδια της δυσκολίας που αντιμετωπίζει το αγόρι στο να μεγαλώσει «αλυσοδεμένο» όπως είναι με τη μητρική αγάπη. Το αγόρι δεν είναι που συνεχίζει να κατουριέται ή να τα κάνει πάνω του, με δύο λόγια που αρνείται να μεγαλώσει; Το αρσενικό παιδί περνάει τότε μια δύσκολη στιγμή, που τα σημάδια της θα τον συνοδεύουν πάντα με τη μορφή του τρόμου για την γυναικεία κυριαρχία. Φαίνεται πως η περίφημη «παγίδα» που αναφέρει τόσο συχνά ο άντρας είν’ εκείνη της συμβίωσης με τη μητέρα, που τη θεωρεί «εγκλωβιστική». Συμβίωση ή ψύχωση; Οπωσδήποτε «φυλακή».

Ο άντρας από κεί και πέρα θα πανικοβάλλεται μπροστά σε οποιαδήποτε συμβίωση, με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Να μην ξαναβρεθεί ποτέ πιά στον ίδιο χώρο, να μην ξαναμπλεχτεί με την επιθυμία της γυναίκας, να ποιός είναι ο σκοπός αλλά και η αιτία του αντρικού μισογυνισμού.

Να κρατήσει τη γυναίκα μακριά του, να την αποκλείσει σε τόπους αποκλειστικά προορισμένους γι’ αυτήν (οικογένεια, ανατροφή των παιδιών, δουλειές του σπιτιού), να ποιός θα’ ναι ο πρώτος στόχος του αρσενικού πολέμου. Να παρεμβάλλει πάντα ανάμεσά τους ένα φυσικό ή κοινωνικό φράγμα, ν’ αντιστέκεται στην επιθυμία της μ’ οποιονδήποτε τρόπο, να «τηρήσει τις αποστάσεις» με κάθε μέσο, να ποιά θα’ ναι η κύρια φροντίδα του. Θα επηρεαστεί ακόμα και στη σεξουαλική του συμπεριφορά περιορίζοντας τις χειρονομίες και τις εκφράσεις που μπορεί να του θυμίζουν κάτι απ’ την τρυφερότητα της συμβίωσης με τη Μητέρα.

Αν το παιδί αντισταθεί στη μητέρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να ξεχάσει να «υπάρχει» για τον εαυτό του, τότε νεκρώνονται όλες οι επιθυμίες του. Ονομάζεται άμορφο (αδρανές) και δεν εκφράζεται ποτέ, ούτε στο σχολείο ούτε στο σπίτι. Κλείνεται σ’ ένα φαύλο κύκλο: για να μπορέσει ν’ απαλλαγεί από ΚΕΙΝΗΝ και τη μόνιμη επιθυμία της, υποχρεώνεται ν’ απαλλαγεί από κάθε επιθυμία. Στην άλλη περίπτωση γίνεται επιθετικό αρχικά απέναντι στη μητέρα και στη συνέχεια απέναντι σε όλους και σ’ όλα: αντιστέκεται στο δάσκαλο, τσακώνεται με τους συμμαθητές του, κοροϊδεύει τα κορίτσια.

Φέρνει μαζί του τον πόλεμο παντού όπου πάει και σπέρνει τον πανικό, γιατί θέλει να φανεί ο πιό δυνατός. Πιό δυνατός από ΚΕΙΝΗΝ πρώτα κι ύστερα απ όλον τον κόσμο. Στην πραγματικότητα αυτό που θέλει είναι να πάρει το πάνω χέρι στη σχέση με τη μητέρα του, να τη νικήσει. Ασταθής τις περισσότερες φορές, προσπαθεί να της ξεφεύγει συνέχεια με την υπερκινητικότητά του.

Ο πατέρας, τί κάνει όλο αυτό τον καιρό; Πού είναι; Δε βλέπει, δεν ξέρει τί γίνεται αφού το’ χει ζήσει κι ο ίδιος; Βέβαια και ξέρει, θυμάται. Αλλά δεν τολμά ν’ αποσπάσει το γιό του απ’ τη γυναικεία εξουσία (τη μόνη που ασκεί η γυναίκα του με την ησυχία της, αφού όλες τις άλλες εξουσίες τις έχει αυτός). Ο γιός δεν μπορεί να υπολογίζει καθόλου στη βοήθεια του πατέρα του για να περάσει τη «στενωπό»: ο πατέρας κρατιέται εκούσια μακριά απ’ τη σύγκρουση.

Και το αγόρι τις περισσότερες φορές δε θα γνωρίσει την ομοφυλοφιλία παρά στην εφηβεία με τ’ άλλα αγόρια της ηλικίας του, που βγαίνουν και αυτά τότε απ’ τον επικίνδυνο δαίδαλο. Η ομοφυλοφιλία του άντρα χρησιμεύει τότε σαν άμυνα απέναντι στη μητέρα, τη γυναίκα, την κόρη. Η ομοφυλοφιλία των αγοριών είναι πρίν απ’ όλα αμυντική στάση απέναντι στο άλλο φύλο.

Αυτές είναι, συνοπτικά, οι διάφορες μορφές που παίρνει το πρόβλημα του οιδιπόδειου συμπλέγματος στον άντρα, που γεννιέται στα χέρια μιας γυναίκας, κι είναι καρπός μιας μοιραίας σύζευξης των φύλων. Έτσι ξυπνάει μέσα του η πιό τρυφερή αγάπη, έτσι ξεκινάει ο πιό μακρύς πόλεμος. Ο άντρας γυρίζει απ’ αυτόν τον πόλεμο έχοντας γίνει δύσπιστος, σιωπηλός και μισογύνης: με δυό λόγια όλα εκείνα για τα οποία τον κατηγορεί αργότερα η γυναίκα του. Το να καταφέρει ν’ απαλλαγεί απ’ το πρόσωπο που ο ίδιος αγαπάει τόσο πολύ και που τον αγαπάει τόσο, δεν είναι εύκολη δουλειά για τον άντρα. Όλα αυτά είναι βέβαια αποτέλεσμα της συνύπαρξης των δύο φύλων μέσα σε μια οικογένεια όπου μόνον η γυναίκα ασχολείται με τα παιδιά, επομένως είναι αναγκασμένη να ζεί πρόσωπο με πρόσωπο με το γιό της.

Άλλοτε υπήρχε ο παππούς, ο θείος, ο ξάδερφος, τόσες αντρικές φιγούρες για να διακόψουν αυτό το επικίνδυνο τετ-α-τετ, τώρα η πανίσχυρη Μητέρα ζει μόνη με το γιό της, που εκπληρώνει όλες τις παλιές προσδοκίες της, μέσω του γιού της παίρνει εκδίκηση για τον πατέρα της που δεν ήταν ποτέ κοντά της, για τον άντρα της που δεν είναι τώρα. Το παιδί, αυτό είναι κοντά της, θα πληρώσει λοιπόν για τους άλλους. Τί τα θέλετε, πρέπει ν’ αρπάξουμε τον άντρα όπου και όπως τον βρούμε – κι αν είναι απ’ την κούνια, τόσο το χειρότερο!

Ύστερα απ’ τη τρομερή τους μάχη μ’ αυτήν την πανίσχυρη Μητέρα, πώς περιμένετε οι άντρες να μην είναι γεμάτοι δυσπιστία σε ό’ τι αφορά τη γυναίκα και την αναχαιτιστική της δύναμη; Πώς περιμένετε να κάνουν κάτι άλλο απ’ το να μας υποβαθμίζουν συνέχεια περιορίζοντάς μας στα καθήκοντά μας; Πώς θα’ ταν δυνατό η αγάπη του άντρα για τη γυναίκα να μη συνοδεύεται από αμφιθυμία; Ποιός άντρας – ποιός γιός – έχει πραγματικά απαγκιστρωθεί απ’ τη μητέρα του; Βέβαια κάποτε την άφησε, αλλά σε ποιό βαθμό; Σε ποιά ηλικία; Για χάρη ποιού; Ποιά μητέρα υα μπορούσε να ισχυριστεί πως έχει πια παραιτηθεί απ’ το γιό της – ακόμα και στα ογδόντα της χρόνια; Παραμένει για κείνην «ο μοναδικός» παρόλο που ο σεβασμός για τον άλλον την αναγκάζει να σιωπά. Χωρίς όλα αυτά να σημαίνουν πως δεν υπάρχουν θαρραλέοι άντρες και αξιοπρεπείς μητέρες.

Τα δεσμά που πλέχτηκαν στη σκιά της παιδικής ηλικίας θα μείνουν άλυτα για το γιό και τη μάνα. Οι γυναίκες δεν παντρεύονται παρά τους γιούς μιας άλλης γυναίκας. Σ’ αυτό οφείλονται οι συγκρούσεις πεθεράς – νύφης γύρω απ’ τον ίδιο άντρα, που κρατάνε ώσπου η πιο νέα ν’ αποκτήσει κι αυτή με τη σειρά της ένα γιό. (Εγκαταλείπει τότε τη μάχη του παρελθόντος για ν’ αρχίσει τη μελλοντική, με το γιό της). Η γυναίκα παντρεύεται έναν άντρα που δεν είναι ελεύθερος αλλά μυστικά δεμένος με τη μητέρα του κι αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.

Ιστορία παράνοιας που συνεχίζεται έτσι από γενιά σε γενιά: ο γιός, κρυφά δεμένος με τη μητέρα του, παίρνει μιαν άλλη γυναίκα για να λειτουργήσει και ν’ αναπαράγει, αλλά την κρατάει σ’ ορισμένη απόσταση και δεν της αναγνωρίζει άλλα δικαιώματα απ’ το μαγείρεμα και τη μητρότητα. Η γυναίκα δε βρίσκει αληθινό σύζυγο, δε βρίσκει σύντροφο ίσο μ’ αυτήν. Πληρώνει τα χρέη του πολέμου στον οποίο μπλέκεται μόνο και μόνο γιατί διαδέχεται στο πλευρό του άντρα τη Μητέρα. Η γυναίκα θα βρει στο πρόσωπο του γιού της το μόνο προσιτό άντρα της ζωής της.

Ο κύκλος έκλεισε, ο κρίκος ενώθηκε: η μια γυναίκα, επειδή την κρατάει σε απόσταση ο άντρας της, θα προσκολληθεί στο γιό της και θα δημιουργήσει σ’ αυτόν την ανάγκη της «απόστασης» απ’ την άλλη γυναίκα που θα’ ρθεί. Η ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΚΑΒΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΟ ΛΑΚΚΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΓΥΝΙΣΜΟΥ.

Η ανάπτυξη του κοριτσιού. Ας δούμε τώρα τί γίνεται στην άλλη μεριά: ενόσω το αγόρι προσπαθεί απεγνωσμένα ν’ απαλλαγεί απ’ την προσκόλληση της μητέρας πάνω του, πώς αντιδρά άραγε το κορίτσι απέναντι σ’ αυτή τη μητέρα, που τίποτα δεν τη δένει μαζί του (αφού η σεξουαλική επιθυμία απουσιάζει απο τη σχέση μητέρας – κόρης); Τίθεται αμέσως το ερώτημα αν είναι καλύτερα για το κορίτσι που αποφεύγει τη «μοιραία» σύζευξη των φύλων. Αλίμονο, όχι, κάθε άλλο, απλώς οι κίνδυνοι και τ’ αποτελέσματα είναι στην περίπτωση του κοριτσιού διαφορετικά: αν το πρόβλημα του αγοριού είναι ν’ απαλλαγεί από ένα «απολύτως επαρκές» αντικείμενο, το δράμα του κοριτσιού είναι ότι δεν καταφέρνει να βρεί στο δρόμο του ένα επαρκές αντικείμενο κι ότι πρέπει να μείνει έξω απ’ το Οιδιπόδειο ώσπου να μεγαλώσει αρκετά.

Αν το αγόρι ξεκινά απ’ τις έννοιες της συγχώνευσης και της συμπλήρωσης , το κορίτσι εγκαινιάζει τη ζωή του με τη διάσπαση του κορμιού και του πνεύματός του: την αγαπούν σαν παιδί αλλά δεν την επιθυμούν σαν κοριτσίστικο κορμί. Δεν αποτελεί «ικανοποιητικό» αντικείμενο για τη μητέρα της στο σεξουαλικό επίπεδο, δεν μπορεί ν’ αποτελέσει κάτι τέτοιο παρά μόνο για τον πατέρα. Μόνον ο πατέρας θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην κόρη του μιαν άνετη σεξουαλική θέση, γιατί μόνον αυτός βλέπει το γυναικείο φύλο σαν συμπληρωματικό του δικού του, επομένως απαραίτητο για την ηδονή του.

Η συνέπεια του γεγονότος ότι το κορίτσι δεν αποτελεί το οιδιπόδειο αντικείμενο για τη μητέρα είναι να νιώσει γενικότερα σαν μη – ικανοποιητικό αντικείμενο (αποτέλεσμα του ότι δεν είναι επιθυμητή απ’ τη μητέρα). Το κορίτσι κι αργότερα η γυναίκα δε μένει ποτέ ικανοποιημένη απ’ αυτό που έχει, απ’ αυτό που είναι, προσπαθεί ν’ αποκτήσει ένα άλλο κορμί απ’ το δικό της: θα ήθελε να έχει ένα άλλο πρόσωπο, άλλο στήθος, άλλες γάμπες… Αν την ακούσει κανείς να μιλάει, καταλαβαίνει ότι νιώθει σαν να’ χει στο κορμί της κάτι που στους άλλους φαίνεται αταίριαστο. Στην πραγματικότητα το πρώτο πράγμα που ένιωθε πως δεν ταίριαζε ήταν το δικό της κορμί, αφού ανήκε στο φύλο που δεν προκαλούσε την επιθυμία απ’ τη μεριά της μητέρας.

Το κοριτσάκι είναι στα μάτια της μητέρας του χαριτωμένο, αξιολάτρευτο, ντελικάτο, φρόνιμο, ό’ τι μπορεί κανείς να φανταστεί, εκτός από σεξουαλικό αντικείμενο χρωματισμένο με επιθυμία. Το χρώμα της επιθυμίας λείπει απ’ το κοριτσάκι, αφού ζυμώνεται σε γυναικεία χέρια. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη την περίοδο το γεννητικό του όργανο υπάρχει ήδη κι η κλειτοριδική περιοχή είναι υπερευαίσθητη στα χάδια της μητέρας όταν την καθαρίζει, αλλ’ αυτό το γεννητικό όργανο δεν είναι επιθυμητό απ’ τη μητέρα που, άλλωστε, σύμφωνα με ό’ τι την έχουν μάθει, δε γνωρίζει αυτό το μέρος σαν ουσιαστικά γυναικείο ούτε στο δικό της κορμί παρά προτιμάει να θεωρεί σαν τέτοιο τον κόλπο της, το μέρος δηλαδή απ’ το οποίο αντλεί ηδονή ο άντρας. Η μητέρα επομένως είναι η πρώτη που βάζει φραγμούς στην κλειτοριδική ηδονή της κόρης της κι εγκαθιδρύει τη σιωπή γύρω απ’ αυτή την ηδονή.

Το «είσαι ένα κλειτοριδικό κοριτσάκι» αντικαθίσταται στο μητρικό υποσυνείδητο απ’ το «θα γίνεις μια κολπική γυναίκα που θα βρει την ηδονή αργότερα, με κάποιον άντρα». Κι η στάση αναμονής – το παρόν είναι απαγορευμένο στ’ όνομα του μέλλοντος – θα είναι, αλίμονο, η στάση πολλών γυναικών. Περιμένουν πάντα τον οργασμό της ενήλικης γυναίκας: ξέρουν (όπως και το κοριτσάκι) ότι υπάρχει κάποια ηδονή που μπορούν να νιώσουν, αλλά προς το παρόν δεν την νιώθουν. Έτσι το κορίτσι δε γίνεται δεκτό με την αληθινή του παιδική σεξουαλικότητα, το παραπέμπουν στη μελλοντική γυναικεία σεξουαλικότητα, πρέπει να κρατήσει κρυφό αυτό που ΕΙΝΑΙ: ένα κλειτοριδικό κοριτσάκι, και πρέπει να πιστέψει σ’ αυτό που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ: μια κολπική γυναίκα.

Καταλαβαίνοντας τη διαλεκτική που του επιβάλλεται και μαντεύοντας ότι μόνον η γυναίκα αναγνωρίζεται σαν σεξουαλικό αντικείμενο, παίζει τη γυναίκα. Δανείζεται τα απαραίτητα «σύνεργα»: το ρουζ, τα τακούνια, την τσάντα. Το κοριτσάκι μεταμφιέζεται σε γυναίκα, όπως αργότερα η γυναίκα θα μεταμφιεστεί σε άλλη γυναίκα απ’ αυτήν που είναι πραγματικά. Εδώ βρίσκεται η αιτία της μόνιμης «μετάθεσης» που κάνει η γυναίκα σχετικά με το ίδιο της το κορμί: πιστεύει πως είναι πάντα απαραίτητο να κάνει κάπου μια ζαβολιά, προκειμένου να γίνει δεκτή σαν γυναίκα.

Το πραγματικό της φύλο δεν αρκεί, πρέπει συνεχώς να προσθέτει κάτι και για τί μας μιλούν τα λεγόμενα «γυναικεία» περιοδικά; Μα για μια «γυναίκα πιο φυσική από τη φύση», για μια «γυναίκα επιτέλους θηλυκή», μια «γυναίκα – γυναίκα» κ.λ.π., λες και χρειάζεται πάντα να προσθέτει κάτι παραπάνω στο ίδιο το φύλο της γυναίκας, λες και η γυναίκα δεν είναι γυναίκα απ’ τη φύση της, λες και το γεννητικό της όργανο δεν είναι απόδειξη της θηλυκότητάς της!

Πάντα η ίδια ιστορία: το κορίτσι που αναγκάζεται να δείξει ότι έχει διαφορετική σεξουαλικότητα από κείνην που έχει πραγματικά. Η γυναίκα αρχίζει απ’ την παιδική της ηλικία να ψεύδεται απέναντι στο ίδιο της το φύλο. Δεν είναι ποτέ αληθινό μικρό κορίτσι, είναι μόνο μια ψεύτικη μικρή γυναίκα. Όλος ο κόσμος ξέρει πως δεν αρκεί να είσαι κορίτσι για ν’ αναγνωριστείς σαν τέτοιο, πρέπει αδιάκοπα να προσθέτεις αποδείξεις θηλυκότητας, που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με το φύλο: «Το αγόρι είναι επιθυμητό γι’ αυτό που είναι, το κορίτσι είναι επιθυμητό – αν είναι – σύμφωνα με μια κλίμακα αξιών:

- Τα κορίτσια είναι πιο στοργικά.
- Είναι πιο ανεκτικά και πιο συνεννοήσιμα.
- Είναι πιο ντελικάτα και κοκέτικα.
- Βοηθάνε στο νοικοκυριό (…) (λυπάμαι που θα απογοητεύσω … τίποτε απ αυτά δεν είναι μια γυναίκα, μπορεί όμως να είναι αν εφαρμόζει την τέχνη της παραφύλαξης) [5]

Με δύο λόγια το κορίτσι γίνεται παραδεκτό σαν «κορίτσι» για χίλιους δύο λόγους που δεν εξαρτώνται ποτέ απ’ το αληθινό της φύλο. Αναγνωρίζεται σαν «κορίτσι» υπό όρους, ενώ το αγόρι αναγνωρίζεται σαν αγόρι αποκλειστικά εξαιτίας του φύλου του.. Το κορίτσι πρέπει συνεχώς να να δίνει αποδείξεις της θηλυκότητάς του. Πώς μετά απ’ όλα αυτά να μη νιώθουν οι γυναίκες την επιτακτική ανάγκη να κάνουν έκδηλα τα σημάδια αυτής της θηλυκότητας;

Δύσκολα τα πράγματα για κείνην που θεωρεί υποχρέωσή της ν’ αποδεικνύει εφ’ όρου ζωής πως είναι στ’ αλήθεια γυναίκα! Γυναίκα, που η ίδια δεν είναι ποτέ σίγουρη ότι είναι, αφού η κοινωνική της ταυτότητα δεν εξαρτήθηκε ποτέ από το φυσικό της φύλο. Η ταυτότητα, που είναι αδύνατο να βρεθεί εξαιτίας της απουσίας της επιθυμίας εκ μέρους του άλλου φύλου, η ταύτιση, που είναι επικίνδυνη εξαιτίας της δυσκολίας που αντιμετωπίζει το κορίτσι στο να βρεί στο κορμί του ομοιότητες με της Μητέρας: αυτοί είναι οι σκόπελοι που συναντάει το κορίτσι στο δρόμο του.

Το δράμα του μικρού κοριτσιού είναι πως το κορμί του δε μοιάζει με το κορμί κανενός. Δεν έχει ούτε το γεννητικό όργανο του πατέρα, ούτε το κορμί της μητέρας (που έχει στήθη, λεπτή μέση, γοφούς, ηβικό τρίχωμα). Το κοριτσάκι νιώθει γυμνό, επίπεδο, άδειο, μοιάζει με τα κουκλάκια χωρίς φύλο που πουλάνε στα μαγαζιά. Έχει ωστόσο και το κοριτσάκι κάτι το «κοινό» με τη γυναίκα, αλλά δεν μπορεί να το δει, γιατί βρίσκεται κρυμμένο χαμηλά: κανείς δεν του μιλάει βέβαια ποτέ για την κλειτορίδα, το μόνο σημάδι θηλυκότητας που μπορεί να συγκριθεί με το αντίστοιχο της μητέρας. [6]

Η περίφημη κλειτοριδική ηδονή, που οι φεμινίστριες τη διεκδικούν και οι φαλλοκράτες τη δυσφημίζουν, αποτελεί έναν απ’ τους πρώτους κρίκους της αλυσίδας. Δεν πρέπει να τον παραλείψουμε, αν θέλουμε στη θέση της σκιάς που σκεπάζει τώρα τη γυναικεία σεξουαλικότητα να χυθεί άπλετο φώς. [7]

Πραγματικά, με το να μην αναφέρουμε στο κορίτσι αυτό το μέρος του σεξουαλικού του εξοπλισμού, αρνούμαστε να του πούμε αυτό που έχει και λειτουργεί, ενώ του μιλάμε γενικά για το υπόλοιπο γεννητικό του σύστημα που όμως ακόμα δε λειτουργεί: άρα του μιλάμε για κάτι που το ίδιο δεν έχει (αναπαραγωγή, κανόνες), ενώ η Μητέρα έχει. Επομένως, κανένα μέρος του κορμιού της Μητέρας δεν επιτρέπει τη σεξουαλική ταύτιση με την κόρη της: η ομοφυλοφιλία ανάμεσά τους αποδεικνύεται αδύνατη. Μόνο στην εφηβεία θ’ ανακαλύψει το κορίτσι πως το κορμί του είναι όμοιο μ’ «εκείνης». Η μεγάλη σημασία που έχει η φιλία ανάμεσα στις κοπέλες στην εφηβεία οφείλεται στο ότι βοηθάει ν’ αναπτύσσει η καθεμιά μέσω της άλλης τη θηλυκότητα που δεν μπόρεσε ν’ αναπτύξει με τη μητέρα.

Στο μεταξύ, γι’ αυτή την «ανώτερη» σεξουαλικά Μητέρα, με τα τόσα σωματικά προσόντα, το κορίτσι νιώθει επιθυμία και φθόνο. Αυτά τα αισθήματα επομένως, αντίθετα με ό’ τι πίστευε ο Φρόυντ, δε γεννιούνται στο κορίτσι για το αρσενικό κορμί αλλ’ απ’ τη συντριπτική σύγκριση με το κορμί της γυναίκας – μητέρας. Δεν είναι σπάνιο το θέαμα του κοριτσιού που αγγίζει με τη σειρά μια το στήθος της μητέρας του και μια το δικό του, για να καταλήξει απογοητευμένο:

«Η Κάριν δεν έχει βυζάκια…» Αν λάβουμε υπόψη ότι η μητέρα είναι κείνη που ασκεί τη μεγαλύτερη εξουσία πάνω στο παιδί, τότε γίνεται φανερό πως τα δικά της σεξουαλικά προσόντα και συγκεκριμένα το στήθος, είναι κείνα που βλέπει το παιδί, πολύ πρίν απ’ το αρσενικό γεννητικό όργανο, και κείνα φθονεί επειδή του λείπουν, απ’ τη μια μεριά το αγόρι νιώθει την ανεπανόρθωτη απώλεια και ξυπνάει μέσα του το φάντασμα του γλυκού μητρικού στήθους, που θα τον κυνηγάει σ’ όλη του τη ζωή, και απ’ την άλλη το κορίτσι αρχίζει να συγκρίνει και να φθονεί κάθε στήθος, κάθε κορμί πιό όμορφο απ’ το δικό του.

Πάντως, αν οι γυναίκες έχουν φτάσει στο σημείο να’ χει πάρει η ζήλια ανάμεσά τους τη θέση της ομοφυλοφιλίας, είναι γιατί η Μητέρα, η πρώτη γυναίκα που συναντάει το κορίτσι, δεν τόλμησε να αναγνωρίσει ούτε να ονομάσει στο κορμί της κόρης της αυτό που ήταν όμοιο με το δικό της. Άραγε από ντροπή ή μήπως από φόβο; Το σίγουρο είναι πως καμιά γυναίκα δε μιλάει ποτέ για την κλειτορίδα στο κοριτσάκι της…

Και το κορίτσι, είναι απελπισμένο που δεν έχει ούτε γεννητικό όργανο (δεν αναγνωρίζει την κλειτορίδα), ούτε σεξουαλικό αντικείμενο (ο πατέρας απουσιάζει). Αν δεν μπορεί να βρει στο γεννητικό της όργανο την απόδειξη της σεξουαλικότητάς της, θα την ψάξει αλλού: στο κορμί της που το θέλει «θηλυκό», στις πράξεις της που τις θέλει ταιριαστές με το φύλο της, στον τρόπο ομιλίας της που θα γίνει ελκυστικός.

Η γυναίκα θα μετατρέψει σε στοιχείο σεξουαλικότητας καθετί το οφθαλμοφανές. Επειδή δεν αναγνωρίστηκε το γεννητικό της όργανο όταν ήταν κορίτσι, η γυναίκα θα μάθει ν’ αναγνωρίζει καθετί μη σεξουαλικό στο κορμί της, σαν «γυναικείο». Έτσι ώστε κάποια στιγμή θα θεωρήσει ολόκληρο το κορμί της σαν σεξουαλική ένδειξη και θα ντραπεί να το επιδείξει. Μαθαίνει απ’ την παιδική της ηλικία να χρησιμοποιεί την ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ της όψη για να δηλώσει το ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ της φύλο. Αφού το κοριτσάκι περνάει τον καιρό του σερβίροντας εξωτερικές αποδείξεις της θηλυκότητάς του, που του την κρατάνε κρυφή οι ενήλικες γύρω του, από κει και πέρα είναι φυσικό να μην μπορεί να διακρίνει πολύ καλά τί είναι σεξουαλικό στο κορμί της και τί όχι.

Λένε ότι η γυναίκα γίνεται υστερική γιατί έχει συνεχώς ανάγκη απ’ το βλέμμα του άλλου σαν εγγύηση της σεξουαλικής της ταυτότητας. Ο λόγος που ο άντρας δεν έχει αυτή την ανάγκη είναι βέβαια ότι εκείνος είχε εξαρχής στραμμένο πάνω του το όλο επιθυμία μητρικό βλέμμα, ενώ η απουσία του πατρικού βλέμματος στη μικρή ηλικία φαίνεται πως σημαδεύει το κορίτσι με σεξουαλικό άγχος, με αμφιβολίες για την ταυτότητά του, που αναγκάζεται να λύνει σαν ενήλικη πια γυναίκα μέσω ενός νέου «επανορθωτικού» βλέμματος. Ποιά γυναίκα μπορεί να ισχυριστεί ότι μένει αδιάφορη σε κάποιο ΒΛΕΜΜΑ που στρέφεται πάνω της; Είτε είναι συνθετικό, είτε καταλυτικό, το σίγουρο είναι πως η γυναίκα δύσκολα καταφέρνει να εγκαταλείψει το χώρο του βλέμματος, ειδικά του αντρικού. [8]

Αυτό εξηγεί και τη δυσκολία που βρίσκουν οι γυναίκες στο να εγκαταλείψουν τον κόσμο του φαλλοκράτη άντρα για να εισχωρήσουν σ’ εκείνον της φεμινίστριας γυναίκας, που δε δίνει καμιά σημασία στα αντρικά αξιολογητικά κριτήρια και δεν έχει σε καμία εκτίμηση την αντρική γνώμη. Οι γυναίκες φοβούνται μήπως πάψουν κατά κάποιο τρόπο ν’ «αρέσουν» στους άντρες. Δεν έχουν εμπιστοσύνη σε άλλες γυναίκες σε ό’ τι αφορά την αναγνώρισή τους, γιατί φοβούνται ότι θα δημιουργηθεί ανάμεσά τους η αντιζηλία που γνώρισαν με την πρώτη γυναίκα, τη μητέρα τους.

Ο πόλεμος με τη Μητέρα, ο πόλεμος με την Ιοκάστη εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς δυσπιστίας περισσότερο παρά ομοφυλοφιλίας. Οι γυναίκες καταβάλλουν τώρα μεγάλο κόπο για να ξεπεράσουν τη δυσπιστία που υπάρχει ανάμεσά τους: για να επιτευχθεί η «αδερφοσύνη ανάμεσα στις γυναίκες», πρέπει η καθεμιά να παραιτηθεί απ’ ότι της έχει επιβληθεί εξωτερικά και ν’ αφουγκραστεί την εσωτερική της φωνή, κάτι που καθόλου δεν έχει συνηθίσει να κάνει.

Εκείνη που πάσχει από ανορεξία είναι γυναίκα «για τον εαυτό της», αρνείται να είναι «για τους άλλους», επομένως αρνείται όλους τους συνηθισμένους κανόνες της ομορφιάς και της θηλυκότητας και ζεί σύμφωνα με τις δικές της επιταγές, που της επιτρέπουν να ξεφεύγει απ’ την Επιθυμία. Η συμπεριφορά αυτών των νέων κοριτσιών, που συχνά έχουν τάσεις αυτοκτονίας, αποκαλύπτει ότι η έφηβη κάνει μια θεμελιώδη εκλογή ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα: κατά περίεργο τρόπο εκείνες οι κοπέλες που αρνούνται το κορμί σαν αλλοτριωμένο απ’ το βλέμμα του «άλλου», παρουσιάζουν ένα διανοητικό επίπεδο πολύ πιό υψηλό απ’ των περισσότερων συνομηλίκων τους. Οι άλλες – οι περισσότερες – μπαίνουν στον κύκλο των επιθυμητών γυναικών.

Ο όρος «επιθυμητή γυναίκα» υιοθετείται τόσο αργά στη ζωή του κοριτσιού, που είναι φυσικό ν’ αντιμετωπίζεται με αμφιθυμία, όταν βέβαια δεν προκαλεί την ειλικρινή επανάσταση, όπως για παράδειγμα στις μέρες μας με το ξέσπασμα του φεμινισμού και τη συστηματική άρνηση της γυναίκας να υποταχτεί στην επιθυμία του άντρα που «την επιθυμεί». Όλ’ αυτά αποτελούν εκπλήξεις για κείνον: η βία της συντρόφου του τον σκανδαλίζει, τον κάνει να τα χάνει, γιατί δεν κατάλαβε ποτέ ότι το ν’ ασχολούμαστε όλη την ώρα με το να είμαστε «γυναίκες», σημαίνει πως παραιτούμαστε αναγκαστικά από οποιαδήποτε προσπάθεια για επιτυχία σε άλλους τομείς κι ότι οι «γυναίκες – γυναίκες» είναι «υπανάπτυκτες διανοητικά».

Όλοι βγαίνουμε βαριά τραυματισμένοι απ’ το Οιδιπόδειο αυτό, που αφανίζει τον πατέρα για χάρη της μητέρας: φέρουμε το σημάδι της Μητέρας μας κι ονειρευόμαστε τον Πατέρα μας. Στον άντρα απ’ τη μια μεριά αυτό παίρνει τη μορφή της μνησικακίας εναντίον της γυναίκας. Απ’ αυτήν κανένας άντρας δεν απαλλάσσεται ούτε ολοκληρωτικά ούτε οριστικά. Η ταυτότητα του άντρα σφραγίζεται λοιπόν με την άρνηση να δεχτεί την γυναίκα σαν ίση μ’ εκείνον. Στη γυναίκα απ’ την άλλη παίρνει τη μορφή μιας ξέφρενης κούρσας πίσω απ’ την αντρική επιθυμία, που θα την κάνει σκλάβα του αντρικού νόμου και δύσπιστη απέναντι στις άλλες γυναίκες. Η ταυτότητα της γυναίκας σφραγίζεται με την επιθυμία να συναντήσει τον άντρα που έλειπε τόσο καιρό απ’ τη ζωή της.

Βλέπουμε εδώ να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας ο φαύλος κύκλος: η γυναίκα που δεν είναι επιθυμητή στην παιδική της ηλικία θα ζητιανέψει, σαν ενήλικη πια, το επιδοκιμαστικό βλέμμα του άντρα. Εκείνος θα το εκμεταλλευτεί από τη θέση του «κυρίου», για να κλείσει τον ανοιχτό λογαριασμό του με τη γυναίκα (που την ταυτίζει με τη μητέρα του). Έτσι η γυναίκα, που έχει ανάγκη απ’ την ανακουφιστική αγάπη του άντρα, θα βρει την ευνουχιστική αγάπη εκείνου που είναι αποφασισμένος ότι ΕΚΕΙΝΗ δε θα βασιλέψει ποτέ πια. Η Ιστορία που βιώθηκε με την Ιοκάστη φαίνεται πως γεννάει τόσο την αντιζηλία ανάμεσα στις γυναίκες όσο και τον μισογυνισμό του άντρα προς τη γυναίκα. Έτσι η γυναίκα αποκτά δυσπιστία απέναντι στα δύο φύλα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο. [9]

Όμως λένε πως ό’ τι υποφέρουν οι γυναίκες είναι οι ίδιες που το προκαλούν, επειδή θέλουν να έχουν την αποκλειστικότητα στην ανατροφή του παιδιού, πως οι μητέρες είναι εκείνες που διαμορφώνουν τους μελλοντικούς μισογύνηδες που θα βασανίζουν τις κόρες τους. Αυτά τα ξέρουμε άραγε, άντρες και γυναίκες; Φαίνεται πως όχι, αφού οι γυναίκες εξακολουθούν να διεκδικούν ταυτόχρονα το παιδί και την ανάγκη ν’ «αναγνωριστούν» απ’ τον ώριμο άντρα. Οι γυναίκες δε φεύγουν απ’ τη θέση που τις έχει τοποθετήσει ο άντρας. Αυτός είναι ο λόγος που παραπονιούνται τώρα, χωρίς να τους περνάει απ’ το μυαλό ότι αυτό είναι το μόνο μέσο που έχει ο άντρας για να νικήσει τη μητέρα του, την πρώτη γυναίκα της ζωής του. [10]

Όποια μορφή και να πάρει το ζευγάρι, η βασική σύγκρουση παραμένει: η γυναίκα περιμένει ν’ «αναγνωριστεί» από κάποιον που δεν μπορεί να την «αναγνωρίσει» χωρίς να νιώσει πως βρίσκεται σε κίνδυνο. Γι’ αυτό οι άντρες κλείνουν τ’ αφτιά στις φεμινιστικές καταγγελίες όσο καλά θεμελιωμένες κι αν είναι. Ωστόσο οι γυναίκες δε θα μπορέσουν να επανορθώσουν τις αδικίες που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους με το να πάρουν τα συμπεράσματα σαν αρχικό συλλογισμό. Αυτό θα το πετύχουν με το ν’ αλλάξουν τον αρχικό συλλογισμό στο μυαλό των «καινούργιων» αντρών που, λιγότερο υποταγμένοι στην εξουσία τους σαν παιδιά, θα νιώσουν λιγότερο έντονα την ανάγκη ν’ αμυνθούν σαν ενήλικοι.

Η κατηγορία έρχεται απ’ τη μεριά των γυναικών, γιατί αυτές είναι οι περισσότερο καταπιεσμένες στο σημερινό σύστημα, αλλά πρέπει να καταλάβουν ότι όσο εξακολουθούν ν’ αναλαμβάνουν μόνες το παιδί (όπως βέβαια το κράτος καθημερινά τις προτρέπει) τόσο θα διαιωνίζουν το φαλλοκρατικό σύστημα που τις έχει φυλακίσει.

Οι γυναίκες είναι άραγε έτοιμες γι’ αυτήν την παραίτηση;
Οι άντρες είναι άραγε έτοιμοι ν’ αναλάβουν το ρόλο τους στο οιδιπόδειο σύστημα της εξουσίας;
Μένει να δούμε στην πράξη.

Κλασσική Δημοκρατία vs Αγελαία Δημοκρατία

Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το πολιτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην πόλη-κράτος της αρχαίας Αθήνας (που περιλάμβανε την κεντρική πόλη των Αθηνών και την περιβάλλουσα επικράτεια της Αττικής). Η Αθήνα ήταν η πρώτη γνωστή δημοκρατία και ίσως η πιο σημαντική κατά την αρχαιότητα. Και άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις είχαν δημοκρατικό πολίτευμα αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν εξίσου ισχυρό και σταθερό με αυτό των Αθηνών.

Παραμένει ένα μοναδικό και εξαιρετικού ενδιαφέροντος πείραμα άμεσης δημοκρατίας, όπου οι άνθρωποι δεν εξέλεγαν αντιπροσώπους για να αποφασίζουν στο όνομά τους, αλλά έπαιρναν οι ίδιοι αποφάσεις νομοθετικού και εκτελεστικού περιεχομένου. Δε συμμετείχε, ωστόσο, το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, αλλά το σύνολο αυτών που είχαν πολιτικά δικαιώματα συγκροτούνταν ανεξαρτήτως από οικονομικά θέματα και οι πολίτες συμμετείχαν σε πρωτοφανή κλίμακα. Ποτέ μέχρι τότε τόσο πολλοί άνθρωποι δεν είχαν περάσει τόσο χρόνο αυτοκυβερνώμενοι.

Η άμεση δημοκρατία, γνωστή και υπό τον όρο καθαρή δημοκρατία, αποτελεί έναν τύπο δημοκρατίας και θεωρίας πολιτικών δικαιωμάτων όπου η εξουσία εδράζεται στη συνέλευση όλων των πολιτών που συμμετέχουν σε αυτήν. Αναλόγως με το σύστημα που ισχύει κάθε φορά, η συνέλευση μπορεί να έχει εκτελεστικές εξουσίες, νομοθετικές αρμοδιότητες, να ορίζει και να απολύει αξιωματούχους, καθώς και να δικάζει. Η άμεση δημοκρατία χρησιμοποιείται ως όρος κατ’ αντιδιαστολή με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία (ή έμμεση δημοκρατία), όπου η εξουσία ασκείται από μια ομάδα ανθρώπων, που συνήθως επιλέγεται μέσα από εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων. Ιστορικά εμφανίστηκε πρώτα η άμεση δημοκρατία και ακολούθησε, μετά από περίπου δύο χιλιετίες, η έμμεση.

Μέρος της αθηναϊκής ισχύος προήλθε από την κατοχή ολόκληρης της Αττικής, η οποία, κατά την παράδοση, αποδίδεται στο συνοικισμό του Θησέα. Για όσους ο Θησέας ανήκει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της μυθολογίας, είναι ασαφής ο χρόνος και ο τρόπος της ενοποίησης υπό την Αθήνα. Η Ελευσίνα, π.χ., εμφανίζεται ως ανεξάρτητη πόλη-κράτος τον 8ο αιώνα π.κ.ε. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο πληθυντικός της λέξης «αι Αθήναι» αποτελεί μία ένδειξη ότι περισσότεροι οικισμοί συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την πόλη.

Ο Σόλων (περίπου το 590 π.κ.ε.) ο Κλεισθένης (508 π.κ.ε.) και ο Εφιάλτης (462 π.κ.ε.) συνέβαλαν στην ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ιστορικοί διαφοροποιούνται ως προς το ποιος δημιούργησε ποιους θεσμούς και ποιος ανάμεσά τους αντιπροσωπεύει ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα. Συνήθως, η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αποδίδεται στον Κλεισθένη, αφού οι νόμοι του Σόλωνα καταλύθηκαν από τον Πεισίστρατο και ο Εφιάλτης απλώς βελτίωσε κάποιες ρυθμίσεις του Κλεισθένη.

Το τέλος της τυραννίας των Πεισιστρατιδών αποδόθηκε στη δολοφονία του Ίππαρχου, αδερφού του Ιππία, από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, στους οποίους απέδιδαν τιμές οι μετέπειτα Αθηναίοι επειδή κατά τη γνώμη τους αποκατέστησαν την αθηναϊκή ελευθερία. Η δολοφονία του Ίππαρχου, όμως, έλαβε τόπο, τέσσερα χρόνια πριν την επανάσταση και έξι πριν από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρόλη τη δριμεία αντίδραση του Ιππία, η δολοφονία του αδερφού του πιθανώς να αποσταθεροποίησε τη θέση του.

Ο σημαντικότερος δημοκρατικός ηγέτης ήταν ο Περικλής. Μετά τον θάνατό του, η Αθηναϊκή δημοκρατία διακόπηκε δύο φορές από ολιγαρχικές επαναστάσεις προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Τροποποιήθηκε κάπως από τον Ευκλείδη μετά την παλινόρθωσή της. Οι πιο λεπτομερείς αναφορές προέρχονται από τον 4ο αιώνα παρά από την εποχή του Περικλή. Καταλύθηκε από τους Μακεδόνες το 322 π.κ.ε. Οι Αθηναϊκοί θεσμοί αργότερα αναβίωσαν, αλλά είναι αμφισβητήσιμο σε ποιον βαθμό αυτό ήταν μία πραγματική δημοκρατία. Μετά τον Περικλή κάθε Δημοκρατία εκφυλίζεται και μετατρέπεται δε κάτι  άλλο, νεκρής κάθε νοήματος λογικής κι ευζωίας.

Ετυμολογία: Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά «δήμος» (το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν πολιτικά δικαιώματα) και «κράτος» (δύναμη, εξουσία, κυριαρχία). Η λέξη «κράτος» είναι μία απροσδόκητα σκληρή λέξη. Στις λέξεις «μοναρχία» και «ολιγαρχία» το δεύτερο συνθετικό «…άρχω» σημαίνει κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ. Είναι πιθανό ο όρος «δημοκρατία» να επινοήθηκε από τους δυσφημιστές της που απέρριπταν την πιθανότητα μίας, ούτως ειπείν, «δημαρχίας». Οποιοσδήποτε κι αν ήταν η αρχική απόχρωση, ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους δημοκρατικούς. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει «το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων πολιτικά δικαιώματα»

Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.κ.ε. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.κ.ε. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος «Δημοκράτης» που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.

Μέγεθος και σύσταση του Αθηναϊκού πληθυσμού: Μόνο να εικάσουμε μπορούμε για τον πληθυσμό της Αττικής, καθώς οι Αθηναίοι ποτέ δεν διεξήγαν μία πλήρη απογραφή. Ο αριθμός των σκλάβων και των μετοίκων ιδιαίτερα διακυμαίνονταν συχνά. Κατά τον 4ο αιώνα π.κ.ε.. ο πληθυσμός της Αθήνας μπορεί να περιλάμβανε περίπου 250.000-300.000. οι οικογένειες των πολιτών μπορεί να ανέρχονταν σε 100.000 και από αυτούς περίπου 30.000 ήταν οι άρρενες ενήλικες που είχαν δικαιώματα να συμμετάσχουν στη συνέλευση.

Στα μέσα του 5ου αιώνα π.κ.ε. ο αριθμός των ενηλίκων πολιτών ίσως έφθανε και τις 60.000, αλλά αυτός ο αριθμός έπεσε σημαντικά κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Αυτή η απότομη μείωση ήταν μόνιμη λόγω της εισαγωγής ενός αυστηρότερου ορισμού όπως περιγράφεται παρακάτω. Από μία σύγχρονη προοπτική αυτά τα μεγέθη μοιάζουν θλιβερά μικρά, αλλά στον κόσμο των ελληνικών πόλεων-κρατών, η Αθήνα ήταν τεράστια: περισσότερες από χίλιες πόλεις-κράτη αποτελούνταν από μόλις 1.000-1.500 ενήλικες άρρενες πολίτες και η Κόρινθος, μία σημαντική δύναμη της εποχής, διέθετε το πολύ 15.000 πολίτες.

Πέραν των πολιτών, ο υπόλοιπος πληθυσμός διαιρούνταν στους μετοίκους και τους δούλους, με τους τελευταίους ίσως περισσότερο πολυάριθμους. Γύρω στο 338 π.κ.ε., ο ρήτορας Υπερείδης ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν 150.000 δούλοι στην Αττική, αλλά ο αριθμός είναι απλώς η εντύπωση του ρήτορα: οι δούλοι υπερτερούσαν αριθμητικά των πολιτών αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα: Μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τους μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους προς την πόλη)

Για ορισμένους Αθηναίους, αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη (και κληρονομήσιμη) στέρηση δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τις ολιγαρχικές πόλεις δεν υπήρχαν ουσιαστικά όρια ελάχιστης απαιτούμενης περιουσίας ή εισοδήματος. (Οι εισοδηματικές τάξεις της νομοθεσίας του Σόλωνα παρέμειναν, αλλά ήταν μάλλον νεκρό γράμμα.) Δεδομένης της απαγορευτικής και προγονικής σύλληψης της ιδιότητας του πολίτη στις αρχαιοελληνικές πόλεις πόλεις-κράτη, μία μόνο μερίδα του πληθυσμού έπαιρνε μέρος στη διακυβέρνηση της Αθήνας και σε άλλες ριζοσπαστικά δημοκρατικές πόλεις όπως αυτή. Στην Αθήνα, κάποιοι πολίτες ήταν μακράν περισσότερο δραστήριοι από άλλους, αλλά οι μεγάλοι αριθμοί που απαιτούνταν για να δουλέψει το πολιτικό σύστημα μαρτυρούν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Οι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να είναι νόμιμα τέκνα πολιτών –και μάλιστα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή το 451 π.κ.ε., και από τους δύο γονείς τους, αποκλείοντας έτσι τα παιδιά Αθηναίων ανδρών και ξένων γυναικών. Παρόλο που η νομοθεσία δεν είχε αναδρομική ισχύ, πέντε χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι αφαίρεσαν από τους καταλόγους των πολιτών 5.000 άτομα όταν ένας Αιγύπτιος βασιλιάς έστειλε δωρεάν καλαμπόκι για όλους τους Αθηναίους πολίτες. Η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε να παραχωρηθεί από τη συνέλευση.

Ορισμένες φορές παραχωρούνταν σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.κ.ε. στους Σάμιους το 405 π.κ.ε.), αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία. Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλη. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολιτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής. Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν πολλοί κάτοικοι της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνα, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μετρούνταν πλέον σε εκατοντάδες παρά σε χιλιάδες. Αυτό αντανακλούσε τη γενική σύλληψη της πόλεως ως μιας κοινότητας ανθρώπων, παρά ως μιας εδαφικής κυριαρχίας.

Οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες επίσης αποκλείουν πολίτες: Ξένους κατοίκους (νόμιμους και μη), άτομα κάτω από μία ηλικία και σε κάποιες περιπτώσεις φυλακισμένους. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν και άλλους περιορισμούς, το δικαίωμα της ψήφου ασκείται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια και οι εκλογείς απλώς διαλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι (και όχι οι πολίτες οι ίδιοι) ασκούν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στο όνομα των πολιτών, με την εξαίρεση των περιστασιακών δημοψηφισμάτων.
Οι πολιτικοί θεσμοί: Υπήρχαν τρία πολιτικά σώματα όπου οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε εκατοντάδες και χιλιάδες. Αυτά ήταν η εκκλησία (σε ορισμένες περιπτώσεις με ελάχιστο όριο 6.000 ατόμων), η βουλή των 500 και τα δικαστήρια (τουλάχιστον 200 άτομα, αλλά έφταναν τα 6.000, όταν συγκαλούνταν η ολομέλεια της Ηλιαίας). Από αυτά τα τρία σώματα η εκκλησία και τα δικαστήρια είχαν πραγματική εξουσία –παρόλο που τα δικαστήρια, σε αντίθεση με την εκκλησία, ποτέ δεν αποκαλήθηκαν «δήμος» καθώς επανδρώνονταν από ένα υποσύνολο του σώματος των πολιτών, αυτούς που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους.

Αλλά οι πολίτες οι οποίοι ψήφιζαν και στα δυο δεν υπέκειντο σε έφεση ή δικαστική δίωξη, όπως τα μέλη της βουλής και οι υπόλοιποι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων. Τον 5ο αιώνα π.κ.ε. συχνά η εκκλησία συνερχόταν ως δικαστήριο για πολιτικές δίκες και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ελάχιστος αριθμός για απαρτία στην εκκλησία και ο αριθμός της ετήσιας κληρωτίδας από την οποία κληρώνονταν οι δικαστές ήταν ο ίδιος (6.000). Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.κ.ε. ωστόσο, οι δικαστικές αρμοδιότητες της εκκλησίας περιορίστηκαν, παρόλο που διατήρησε ένα ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλίας για διάφορα είδη πολιτικών δικών.

Η εκκλησία του Δήμου: Τα κεντρικά γεγονότα της Αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν οι συνεδριάσεις της εκκλησίας, Σε αντίθεση με ένα κοινοβούλιο, τα ‘μέλη’ της εκκλησίας δεν εκλέγονταν, αλλά συμμετείχαν όλοι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα όποτε και αν ήθελαν. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση και όχι έμμεση, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική. Κάθε ενήλικας πολίτης άνω των 20 μπορούσε να συμμετάσχει και μάλιστα θεωρούνταν καθήκον. Οι αξιωματούχοι επιλέγονταν είτε με κλήρωση είτε με άμεση ψηφοφορία.

Η εκκλησία είχε τουλάχιστον τέσσερις λειτουργίες: ψήφιζε εκτελεστικά ψηφίσματα (π.χ. για την έναρξη πολέμου ή απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε έναν ξένο), εξέλεγε ορισμένους αξιωματούχους, νομοθετούσε και δίκαζε πολιτικά εγκλήματα. Καθώς, όμως, το σύστημα εξελισσόταν σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων λειτουργιών μεταφέρθηκε σε δικαστήρια. Η τυποποιημένη διάταξη ήταν η εξής: ομιλητές εκφωνούσαν λόγους υπέρ και κατά μίας πρότασης και ακολουθούσε η ψηφοφορία υπέρ ή κατά της πρότασης συνήθως με ανάταση των χεριών. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα κοινοβούλια, οι αγορεύσεις ήταν κατ’ ουσία προσπάθειες πειθούς των παρευρισκομένων.

Παρόλο που μπορεί να υπήρχαν μπλοκ υποστήριξης διάφορων θέσεων, που μερικές φορές παρουσίαζαν μεγάλη διάρκεια, αναφορικά με κρίσιμα θέματα, δεν υπήρχαν οργανωμένα κόμματα ή κυβέρνηση και αντιπολίτευση με τη σημερινή έννοια, όπως ισχύει στο σύστημα του Ουέστμινστερ. Κατ’ ουσίαν, η εκάστοτε κυβέρνηση ήταν ο /οι ομιλητής /ομιλητές με τον οποίο συμφωνούσε η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τον 5ο αιώνα τουλάχιστο υπήρχαν ελάχιστα όρια στην εξουσία που ασκούνταν από την εκκλησία. Εάν η εκκλησία παραβίαζε έναν ήδη ισχύοντα νόμο με νέα της πράξη, το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η επιβολή ποινής σε εκείνον που είχε κάνει την πρόταση η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τη συνέλευση. Εάν είχε ληφθεί κάποια λανθασμένη απόφαση, σύμφωνα με την άποψη του δήμου είχε συμβεί διότι είχε «παρασυρθεί»

Όπως συνηθιζόταν στα αρχαία δημοκρατικά πολιτεύματα, κάποιος έπρεπε να παρευρίσκεται σε μία συνέλευση για να μπορέσει να ψηφίσει. Η υπηρέτηση της θητείας ή η απλή απόσταση μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ψηφοφορία γινόταν συνήθως με ανάταση των χεριών, «χειροτονία» ενώ κάποιοι αξιωματούχοι έκριναν το αποτέλεσμα με βάση την οπτική παρατήρηση του πλήθους. Καθώς παρευρίσκονταν χιλιάδες άτομα η καταμέτρηση ήταν αδύνατη. Για μια μικρή κατηγορία ψηφοφοριών για τις οποίες απαιτούνταν ένας ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων (6.000), κυρίως για παροχή της ιδιότητας του πολίτη, χρησιμοποιούνταν σφαιρίδια, χρωματισμένα άσπρα για το «ναι» και μαύρα για το «όχι». Πιθανώς, στο τέλος της συνέλευσης, ο κάθε πολίτης έριχνε το ένα από τα δύο σε ένα μεγάλο πιθάρι, που στη συνέχεια σπαζόταν για να καταμετρηθούν οι ψήφοι. (Για τον οστρακισμό απαιτούνταν οι πολίτες να αναγράψουν το όνομα σε ένα κομμάτι ενός αγγείου, το όστρακο.)

Τον 5ο αιώνα, υπήρχαν 10 τακτικές συνελεύσεις της εκκλησίας κάθε χρόνο, μία κάθε μήνα, ενώ μπορούσαν να συγκληθούν και έκτακτες, όποτε προέκυπτε ανάγκη. Τον επόμενο αιώνα καθορίστηκαν σαράντα συνελεύσεις της εκκλησίας, τέσσερις κάθε μήνα, μία εκ των οποίων ονομαζόταν ‘κυρία εκκλησία’. Μπορούσαν ακόμη να συγκληθούν επιπλέον συναντήσεις, ιδίως καθώς ως το 355 π.κ.ε. υπήρχαν ακόμη πολιτικές δίκες που δικάζονταν από την εκκλησία. Οι συνελεύσεις των πολιτών δε συνέβαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς έπρεπε να μη συμπίπτουν με τις γιορτές, που λάμβαναν χώρα σε διαφορετικό χρονικό σημείο σε καθένα από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Υπήρχε ακόμη η τάση να συγκεντρώνονται οι τέσσερις συνελεύσεις στο τέλος κάθε μήνα.

Η συμμετοχή στη συνέλευση ήταν προαιρετική. Τον 5ο αιώνα, δημόσιοι δούλοι, σχηματίζοντας μία ζώνη με ένα κόκκινο σκοινί κατεύθυναν τους πολίτες από την αγορά στον τόπο της συνέλευσης (την Πνύκα), επιβάλλοντας πρόστιμο σε όσων τα ενδύματα είχαν βαφεί. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεθόδους υποχρεωτικής ψηφοφορίας κάποιων σύγχρονων δημοκρατιών. Ήταν μάλλον ένα μέτρο γρήγορης συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.κ.ε., για πρώτη φορά εισήχθη η πληρωμή για τη συμμετοχή στην εκκλησία. Εξαιτίας αυτού παρουσιάστηκε ενθουσιασμός για τις συνελεύσεις. Μόνο οι πρώτοι έξι χιλιάδες που έφταναν γίνονταν δεκτοί και πληρώνονταν, ενώ το κόκκινο σκοινί χρησιμοποιούνταν πλέον για να συγκρατήσει τους αργοπορούντες. Αυτές οι δύο χρήσεις του κόκκινου σκοινιού μας είναι γνωστές από τις αριστοφανικές κωμωδίες Αχαρνείς, στίχοι:17-22 και Εκκλησιάζουσαι, στίχοι:378-9.

Η βουλή των 500: Η βουλή των 500, το πολυπληθέστερο σώμα αξιωματούχων, αποτελούσε μια οργανωτική επιτροπή της εκκλησίας, ετοιμάζοντας νομοθετικά προσχέδια και καθορίζοντας τη θεματολογία της. Οι 500 βουλευτές καθορίζονταν με κλήρωση, που λάμβανε χώρα μία φορά κάθε χρόνο. Ένας πολίτης μπορούσε να είναι μέλος της βουλής δύο φορές στη ζωή του. Κάθε πολίτης μπορούσε να καταθέσει προτάσεις στη βουλή. Τυπικά απαγορευόταν η εκκλησία να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ένα προβούλευμα, δηλαδή μία πρόταση από τη βουλή.

Η πρόταση αυτή μπορούσε να είναι συμπαγής, επεξεργασμένη ή «ανοιχτή»  που λίγο διέφερε από το να καθορίζει τη θεματολογία της εκκλησίας. Η βουλή ή τα εναλλασσόμενα τμήματά της, οι πρυτανείες, εξυπηρετούσαν ως ένα είδος. Κάθε μέρα του έτους ένας από τους βουλευτές ήταν αρχηγός του κράτους για αυτή τη μέρα (για παράδειγμα κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου και τη σφραγίδα του κράτους και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή ξένων αποστολών και (τον 5ο αιώνα) προέδρευε στις συνελεύσεις της εκκλησίας και της βουλής). Υπολογίστηκε ότι περίπου ένα τέταρτο του συνόλου των πολιτών πρέπει να κατείχε το αξίωμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτή τη θέση του -τρόπον τινά- «αρχηγού του κράτους» μπορούσε να την κατέχει ο καθένας μια φορά στη ζωή του.

Αγελαία Δημοκρατία: Το πολίτευμα που έχουμε σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν είναι φυσικά δημοκρατία. Μόνο οι πολιτικά αφελείς κι ανόητοι, πιστεύουν πλέον σήμερα το αντίθετο. Στην πραγματικότητα έχουμε ένα αγελαίο πολίτευμα με τον μανδύα του κοινοβουλευτισμού. Το αγελαίο πολίτευμα δεν απευθύνεται στη λογική. Δεν θέλει μια οργανωμένη κοινωνία ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών που συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων.

Θέλει ασύνδετες μάζες και απευθύνεται στα ένστικτα και κυρίως στο αγελαίο κατώτερο ένστικτο. Εργαλεία που χρησιμοποιεί (χαρακτηριστικά του αγελαίου μοντέλου) είναι ο υπερσυγκεντρωτισμός, ο αρχηγισμός, ο ηγετισμός, η τεχνητή πολιτική πόλωση, τα κομματικά μαντριά, το διαίρει και βασίλευε, η τρομοκρατία, η βία και ο κοινωνικός αυτοματισμός. Δηλ. κάθε λογής -ισμός.

Η Δημοκρατία, αντίθετα δεν απευθύνεται στα ένστικτα. Είναι μια ανώτερη λογική διεργασία που απευθύνεται στη λογική. Γι’ αυτό και είναι ένα ευαίσθητο και εύθραυστο πολίτευμα, σε αντίθεση με τη δυναμική ροπή προς την ενστικτώδη αγελαία συμπεριφορά.

Η δημοκρατία στην πραγματικότητα είναι μία σύμβαση, μεταξύ ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης τους για την τήρηση των συμπεφωνημένων. Αυτή η σύμβαση υλοποιείται σε ένα γραπτό κείμενο που ονομάζεται Σύνταγμα.

Ένα Σύνταγμα που φυσικά πρέπει να το συντάξουν οι ίδιοι οι πολίτες και όχι οι εξουσιαστές-κατακτητές τους, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Στην περίπτωση που το Σύνταγμα το συντάσσουν οι εξουσιαστές-κατακτητές, είναι φυσικό να διαμορφώνουν πάντα ένα αγελαίο πολίτευμα, κρατώντας για τους εαυτούς τους το ρόλο των ανεύθυνων ηγετών της αγέλης.

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κατάστασης δεν είναι σημερινό, αλλά ξεκινάει από τις απαρχές του χρόνου. Αυτό το αγελαίο πολίτευμα των -ισμων στηλίτευε ο Ηράκλειτος και ο Πυθαγόρης και οι μαζάνθρωποι της αγέλης τους δολοφόνησαν. Δημοκρατία υπήρξε μόνο στην λεγόμενη κλασσική Ελλάδα μια 10ετία περίπου έκτοτε εκφυλίστηκε και απλά χρησιμοποιείται ο όρος δημοκρατία προπαγανδιστικά. [5]

Η εξουσία πηγάζει από τον λαό. Αυτό σημαίνει, κι αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι η λειτουργία του πολιτεύματος θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ύπαρξη κυβέρνησης, ότι για να είναι η κυβέρνηση δημοκρατική θα πρέπει να είναι δημοφιλής, ή τουλάχιστον να τυχαίνει της αποδοχής των πολιτών. Ή αλλιώς αντλεί τη νομιμότητα της από το λαό.

Η εξουσία ασκείται από τον λαό. Αυτό σημαίνει ότι για να είναι ένα πολίτευμα δημοκρατικό θα πρέπει με κάποιους τρόπους να εξασφαλίζει τη συμμετοχή των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες, τις διαδικασίες διακυβέρνησης και λήψης αποφάσεων. Για παράδειγμα, πέρα των εκλογών ανάδειξης των οργάνων της πολιτείας, αυτό μπορεί να σημαίνει τη διενέργεια δημοψηφισμάτων.

Η εξουσία εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού. Αυτό σημαίνει ότι τα όργανα της πολιτείας που είναι φορείς εξουσίας (κυβέρνηση, βουλή κ.ο.κ.) πρέπει να υπηρετούν και να προασπίζουν τα συμφέροντα του συνόλου της κοινωνίας, και όχι π.χ. κάποιου εκτός της κοινωνίας ή π.χ. κάποιων μόνο τμημάτων της. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι πρέπει να επιδιώκουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Επίσης σημαίνει ότι ταυτόχρονα με την αρχή της πλειοψηφίας πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί που προασπίζουν τα συμφέροντα της μειοψηφίας.
Κατά μία κατηγοριοποίηση η δημοκρατία μπορεί να είναι έμμεση, όπως είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αλλά και άμεση, όπως εκείνη της αρχαίας Αθήνας. Ιστορικά εμφανίστηκε πρώτα η δεύτερη και ακολούθησε, κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, η πρώτη. Η πρακτική του δημοψηφίσματος εμφυτεύει, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, στοιχεία άμεσης στην έμμεση δημοκρατία. Μία προσπάθεια ριζικότερης ανάμειξης των δύο, σε φιλελεύθερο συνήθως πλαίσιο, αποκαλείται συμμετοχική δημοκρατία.
Η άμεση δημοκρατία στην Αρχαιότητα: Η άμεση δημοκρατία έλκει την καταγωγή της από την αθηναϊκή δημοκρατία της κλασικής εποχής, όπου η εκκλησία του δήμου (η συνέλευση όλων των πολιτών της αθηναϊκής πόλης-κράτους) λάμβανε τις πολιτικές αποφάσεις και για την εκτέλεσή τους όριζε κάποιους αξιωματούχους άμεσα ανακλητούς και ελέγξιμους, με περιορισμένη διάρκεια θητείας, προκειμένου να μην «επαγγελματοποιηθούν» ως πολιτικοί ηγέτες. Για τον ίδιο λόγο η μεγάλη πλειονότητα των αξιωματούχων επιλεγόταν με κλήρωση, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, από το σύνολο των συμμετεχόντων στην εκκλησία του δήμου.

Ωστόσο μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τους μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση αυτοί των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους προς την πόλη). Για ορισμένους Αθηναίους αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη (και κληρονομήσιμη) στέρηση δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τις ολιγαρχικές πόλεις, δεν υπήρχε ουσιαστικά όριο ελάχιστης απαιτούμενης περιουσίας ή εισοδήματος.

Τη δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε στο β’ μισό περίπου του 5ου αι. τη γνωρίζουμε καλύτερα από μια σειρά αναθεωρήσεων των νόμων της ανάμεσα στο 410 και το 399. Τμήματα του συστήματός της αναλύονται στο 2ο μισό του έργου «Αθηναίων πολιτεία» του Αριστοτέλη (42-69). Τα εμφανέστερα χαρακτηριστικά αυτής της δημοκρατίας ήταν η εκκλησία του δήμου και η βουλή των πεντακοσίων. Τα μέλη της επιλέγονταν με ένα σύνθετο σύστημα που βοηθούσε στην ευρεία αντιπροσώπευση των δήμων.

Η βουλή εκτός των άλλων διαχειριστικών καθηκόντων της για την εύρυθμη λειτουργία της πόλης περνούσε ψηφίσματα για ιδιαίτερα ζητήματα, ενώ αντίθετα οι νόμοι διαμορφώνονταν από τους νομοθέτες και εξετάζονταν ενίοτε λεπτομερειακά σε περιπτώσεις ένστασης. Το επαγγελματικό προσωπικό σε ζητήματα διαχειριστικά της τάξης της πόλης, καθώς και σε θρησκευτικά οργανωτικά ζητήματα ήταν ελάχιστο, λίγες εκατοντάδες δούλοι περιουσία του κράτους που ήταν στη διάθεση διάφορων αξιωματούχων ή λειτουργούσαν ως απλή αστυνομική δύναμη. Τα δικαστήρια ήταν σημαντικό τμήμα της δημοκρατικής ζωής τόσο για τα πολιτικά ζητήματα που εξέταζαν όσο και σαν μέσα επίλυσης επιχειρηματικών διαφορών.

Το εντυπωσιακό στην όλη περίπτωση είναι ότι περίπου το 1/3 των πολιτών πάνω από τα σαράντα υπηρετούσε επί διετία σε κάποια στιγμή στη ζωή του στη βουλή των 500, ένα λειτούργημα εξαιρετικά απαιτητικό και χρονοβόρο, που βοηθούσε ωστόσο στην εξοικείωση με τα προβλήματα της πόλης. Καθίσταται φανερό ότι η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση, η αμεσότερη δυνατή τουλάχιστον, καθώς μέσω των συλλογικών διεργασιών της εκκλησίας, της βουλής και των δικαστηρίων κατόρθωνε να ελέγχει τις πολιτικές της διαδικασίες με συστήματα εναλλαγής των προσώπων που προφύλασσαν σε σημαντικό βαθμό από τη διαφθορά της υπηρεσίας επί μακρόν σε υψηλά αξιώματα. Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν λειτουργούσε βάσει συντάγματος, αλλά χρησιμοποιούσε μια προφορική παράδοση, σκοπός της οποίας ήταν κυρίως η διατήρηση ενός συνόλου ουσιαστικών ιδεών για τη λειτουργία της πόλης. Το ίδιο το σύστημα εξελισσόταν μέσω των δημοκρατικών διαδικασιών, στις οποίες σπάνια συμμετείχε το σύνολο των Αθηναίων πολιτών.

Αν και το αθηναϊκό σύστημα εξελίχθηκε, δεν ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με τον πυρήνα των ιδεών της δημοκρατίας. Το τίμημα που πλήρωσαν οι Αθηναίοι για την απομάκρυνση από τις βασικές ιδέες που διαμόρφωσαν την κλασική Αθήνα φόβισε πολλούς από τους ιστορικούς και φιλοσόφους της εποχής, που είδαν καθαρότερα τη σκοτεινή πλευρά της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Η κλασική δημοκρατία έπεσε σε παρακμή μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και υπήρξαν περίοδοι που στην πόλη επικρατούσε εμφανής ολιγαρχία. Μερίδα του πληθυσμού και ορισμένοι φιλόσοφοι (π.χ. ο Πλάτων) υποστήριζαν ανοιχτά την ολιγαρχία και θεωρούσαν τη δημοκρατία σαθρή και ασταθή διακυβέρνηση από τον όχλο.

Οι απόψεις τους και η κρίση τους πέρασε διαδοχικά στους αιώνες στις επερχόμενες γενεές διανοητών με τόση σφοδρότητα ώστε η ιδέα της δημοκρατίας απέκτησε «βαριά μυρωδιά για περισσότερα από 2.000 χρόνια». Μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους κάθε ίχνος δημοκρατικής διακυβέρνησης εξαφανίστηκε από τον μεσογειακό κόσμο, αν και συνέχισαν να υπάρχουν εστίες αυτοδιοίκησης στα αστικά κέντρα, με ολιγαρχικό όμως χαρακτήρα και ευρισκόμενες στα χέρια των οικονομικά ισχυρότερων οικογενειών κάθε περιοχής. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον πρώιμο Μεσαίωνα, όταν αυτές οι δυνατότητες τοπικής αυτοδιοίκησης πέρασαν οριστικά στον έλεγχο της εκκλησίας.

Η εκκλησία ήταν η ταφόπλακα της κλασσικής Δημοκρατίας, όπως είναι και η ταφόπλακα της λογικής και από τότε μέχρι σήμερα κυβερνούν οι αγελαίοι, τα πρόβατα στο μαντρί.