Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΕΜΠΕΙΡΙΑ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΓΝΩΣΗ

Η εμπειρία- στα Ελληνικά, η γειτονική έννοια 'βίωμα'- είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα λέξη με μακρά καριέρα που γνώρισε πολλά σκαμπανεβάσματα.
Οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, Diderot και d'Alembert χαρακτήρισαν την εμπειρία ως "γνώση που αποκτάει κανείς μέσα από μια ζωή μεγάλης διάρκειας, σε συνδυασμό με την ανασκόπιση αυτών που έχει δει, ως προς το καλό και το κακό που του έχουν αποφέρει.

Για αυτό το λόγο, η σπουδή της ιστορίας είναι πολύ επικερδής τρόπος για την απόκτηση εμπειρίας.
Η ιστορία δεν μας διδάσκει απλώς τα γεγονότα όπως συνέβηκαν, αλλά μας δείχνει επίσης τις καλές ή κακές επιπτώσεις και συνέπειες διαφόρων  γεγονότων.

Ερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς καμία γνώση της σχέσης μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος.  Η εμπειρία είναι αποκλειστικά και μόνο αυτή που μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε αυτή τη σχέση, και στη συνέχεια η ανασκόπηση μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αλυσίδες αιτίων και αποτελεσμάτων". Σε εποχές πριν η γνώση δεσμευτεί στο γραπτό κείμενο, τα ηλικιωμένα άτομα ήταν πολύτιμες πηγές γνώσης για τις κοινότητές τους, αποτελώντας χώρους συσσώρευσης εμπειρικών γνώσεων. Εξ άλλου, άτομα που είχαν ταξιδέψει πολύ (όπως ο Ηρόδοτος ή ο Ξενοφών) θεωρούνταν οτι είχαν συσσωρεύσει γνώσεις μέσω των επαφών τους με άλλους πολιτισμούς και άλλες νοοτροπίες.

Ο Raymond Williams (1983) εύστοχα συνόψισε την εμπειρία ως «μαθήματα από το παρελθόν» και την αντιπαράθεσε με μια διαφορετική έννοια του όρου, την εμπειρία σαν κάτι έντονα προσωπικό, υποκειμενικό και, θα μπορούμε να προσθέσουμε, κάτι που συνδέεται όχι με το παρελθόν αλλά άμεσα με το εδώ και τώρα. Καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές, βρίσκετε τον εαυτό σας να διέπεται από διάφορες σκέψεις, αλλά και, ενδεχομένως, ορισμένα συναισθήματα – όλα αυτά τα συνειδητά και ασυνείδητα αποτελούν την εμπειρία της στιγμής. Ο R. D. Laing (1969) σημείωσε ότι από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι τη στιγμή που πεθαίνουμε βιώνουμε. Επισήμανε επίσης ότι μπορούμε να βιώσουμε μόνο τις δικές μας εμπειρίες. Μπορούμε να βιώσουμε  άλλα πρόσωπα που βιώνουν τις δικές τους εμπειρίες, αλλά δεν μπορούμε να βιώσουμε κατ'ευθείαν την εμπειρία τους. Και όμως, πολλές από τις εμπειρίες μας είναι βαθιά κοινωνικές και συλλογικές. Λίγα πράγματα μας δένουν με ένα κοινωνικό σύνολο τόσο έντονα όσο μια κοινή εμπειρία – μία ιεροτελεστία, μία αξέχαστη θεατρική παράσταση, ένα συλλογικό γεγονός.

Η εμπειρία συνδέεται σαφώς με τα στοιχεία που μας δίνουν οι αισθήσεις μας. Βιώνουμε συνεχώς τον κόσμο, φιλτράροντας πολλά ερεθίσματα και εστιάζοντας την προσοχή μας σε άλλα. Αλλά ένα μεγάλο μέρος από τις εμπειρίες μας πηγάζει από τον εαυτό μας, το σώμα μας, τις διαθέσεις μας και τα συναισθήματά μας. Έτσι, ο συγγραφέας Romain Rolland περιγράφει μια συγκεκριμένη εμπειρία ώς «αίσθηση ωκεανού» καλώντας τον Φρόιντ (1930a) να σχολιάσει κατά πόσο αυτή μπορεί να αποτελεί  τη ρίζα της θρησκευτικής εμπειρίας.  Ο Romain Rolland επισημαίνει, πρώτον, ότι ο ίδιος εβίωσε πολλές φορές αυτό το συναίσθημα που το περιγράφει σαν μια «αίσθηση της αιωνιότητας», και, δεύτερον, ότι έχει ακούσει παρόμοιες περιγραφές από άλλους. Ο Φρόιντ λοιπόν απαντά επισημαίνοντας ευγενικά ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε κάποια τέτοια εμπειρία, αλλά την αποδίδει σε κάποια επιστροφή του πρωτογενούς ναρκισσισμού, της πρώιμης εμπειρίας ένωσης με τη μητέρα του, της εμπειρίας του παιδιού όταν βρίσκεται στο κέντρο της γονικής αγάπης ή και στην εστία ενός κόσμου χωρίς σύνορα, ενός πραγματικού αλλά και συμβολικού ωκεανού. Πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις που ανοίγουν διάφορα παράθυρα στο ασυνείδητο.

Ο όρος «βιωματική μάθηση» (Kelly, 1955) χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα σε σχέση με την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.
Έτσι, ο Kolb (1985) υποστήριξε ότι η μάθηση παίρνει τη μορφή ενός κύκλου που εκκινεί από την εμπειρία, προχωρά στην ανασκόπιση και τον προβληματισμό για να φθάσει στην αφηρημένη σκέψη, την γενίκευση και να ολοκληρωθεί με τη δοκιμή, τον πειραματισμό και τον έλεγχο. Τα βιβλία και οι θεωρίες βοηθούν την μάθηση αλλά δεν είναι αρκετά. Η επαγγελματική κατάρτιση, όπως και άλλες μαθήσεις από το τέννις ως την γονική φροντίδα και την ηγεσία, απαιτούν άμεση εμπειρία (γνώσεις από το παρελθόν). Αλλά και η εμπειρία δεν είναι αρκετή αν δεν συμπληρώνεται από τον προβληματισμό, τη θεωρία και το πείραμα.

Η έμφαση στην εμπειρία σαν πηγή γνώσης ανταγωνίζεται από καιρό τις γνώσεις που προέρχονται από επιστημονικές ανακαλύψεις. Αυτό αποτελεί και μία συνήθη έκφραση της σύγκρουσης μεταξύ του παλιού και του νέου, της παράδοσης και του ορθολογισμού - εμπειρία εναντίον τεχνογνωσίας. Στην ακμή  της νεωτερικότητας (ας πούμε στις δεκαετίες του μέσου του 20ου αιώνα), η φωνή της εμπειρίας συχνά δεν έγινε ακουστή, αντίθετα από τη φωνή του εμπειρογνώμονα του οποίου το αδιαμφισβήτητο κύρος στηριζόταν στην αίγλη της επιστήμης, στίς απόρθητες αρχές της ιατρικής, της φυσικής, της χημείας και ούτω καθεξής. Όταν η φωνή της εμπειρίας δεν ήταν εντελώς αθόρυβη, υποβιβάστηκε στο επίπεδο της «απλής γνώμης» ('δόξας' στην αρχαία), που χρησιμοποιείται με συγκαταβατικό τρόπο από τον επιστήμονα, που θα την χρησιμοποιήσει το πολύ ως πρώτη ύλη στην οποία θα βασίσει γενικεύσεις και θεωρίες. Ο Γάλλος εθνογράφος Claude Lévi-Strauss εξέφρασε την δυσπιστία της επιστημονικής σκέψης προς την εμπειρία, υποστηρίζοντας ότι "για να φτάσει την πραγματικότητα, η επιστήμη πρέπει πρώτα να απορρίψει την εμπειρία, και εν συνεχεία να την επανεντάξει σε μία αντικειμενική σύνθεση εντελώς στερημένη συναισθηματισμού".

 Ωστόσο, στην εποχή μας, η φωνή της εμπειρίας έχει ξανα-αποκτήσει κάποιο κύρος. Το να έχει άμεσα βιώσει κανείς ένα γεγονός (π.χ. τη κατάθλιψη, το τοκετό, τήν φυλετική ή πολιτική καταπίεση) του δίνει την δυνατότητα να μιλήσει με κύρος πάνω σε αυτό το γεγονός, ένα κύρος που ακόμα και οι ειδικοί έχουν αρχίσει να αναγνωρίζουν και να σέβονται. Έτσι, ένας πάσχων καρκίνου θα επιζητήσει τη βοήθεια του γιατρού και της επιστήμης, αλλά θα επιδιώξει, επίσης, την συμβουλή από άλλους πάσχοντες ή αναρρώσαντες, των οποίων τα προσωπικά βιώματα της ασθένειας, των θεραπειών και των τρόπων αντιμετώπισης των συμπτωμάτων μπορεί να είναι εξίσου χρήσιμα (Gabriel, 2004).

Ο φυσικός τρόπος επικοινωνίας του βιώματος είναι η εξιστόρηση.
Η εξιστόρηση, όπως αναγνώρισε ο Walter Benjamin, παρουσιάζει τα γεγονότα σαν εμπειρία και όχι σαν πληροφορία. Η εξιστόρηση διαμένει στο χώρο του υποκειμενικού, του οικείου, του καθημερινού και θυσιάζει την ακρίβεια προς χάριν του νοήματος. Η μάθηση από τις εξιστορήσεις των άλλων είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε αφηγηματική γνώση (Czarniawska-Joerges, 1995, Τσούκας, 1998, Weick, 2001).

Αυτό κατά την γνώμη μου....
αποτελεί μία τις συναρπαστικές ανακαλύψεις των τελευταίων είκοσι χρόνων –
το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι επιστήμονες ή οι ειδικοί των οποίων η εμπειρογνωμοσύνη στηρίζεται στην επιστήμη τους (όπως γιατροί, λογιστές, δικηγόροι, ψυχοθεραπευτές κλπ.) κάνουν εκτεταμένη χρήση αφηγηματικής γνώσης στις καθημερινές πρακτικές τους.

Για παράδειγμα, η θεραπεία του διαβήτη ως γενική πάθηση μπορεί να προσδιορίζεται από τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες που ξέρει κάθε γιατρός (βασισμένες σε έγκυρες μελέτες, ελεγχόμενα πειράματα κλπ.).
Όμως, η αγωγή του συγκεκριμένου διαβήτη κάποιου συγκεκριμένου πρόσωπου με συγκεκριμένες επιπλοκές, ιδιοσυγκρασίες και ψυχολογίες συχνά ενημερώνεται από τις εξιστορήσεις άλλων γιατρών που έχουν αντιμετωπίσει παρόμοιες περιπτώσεις.

Έτσι η εμπειρία μπορεί.... όχι να εξουδετερώσει την επιστήμη,
αλλά να την εξημερώσει και να την εξανθρωπίσει.....

Μαρία Ιωσηφίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου