Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Επικρατέστεροι -ισμοί

Εμπειρισμός στη φιλοσοφία ονομάζεται η θεωρία που υποστηρίζει πως η πηγή και τα συστατικά της ανθρώπινης γνώσης προέρχονται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των αισθήσεων. Αυτές μπορεί να είναι είτε οι πέντε (5) παραδοσιακές αισθήσεις (ακοή, όραση, αφή, οσμή, γεύση) ή εσωτερικές αισθήσεις όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση.

Αν και στοιχεία του εμπειρισμού συναντώνται από την εποχή της διδασκαλίας του Αριστοτέλη και σε σημαντικό βαθμό στο έργο του Τόμας Χομπς, η κλασσική εμπειριστική θεώρηση συνδέεται κυρίως με τον Άγγλο εμπειριστή Τζων Λοκ, κατά τον οποίο ο ανθρώπινος νους παρομοιάζεται με άγραφο πίνακα (tabula rasa), αποκλείοντας κάθε προϋπάρχουσα (a priori) σκέψη. Οι θέσεις του εμπειρισμού, εξελίχθηκαν υπό μια συνεχιζόμενη διαμάχη με τον Σκεπτικισμό, όπου έγινε εντονότερη με τους διαδόχους του, Μπέρκλεϊ και Ντέιβιντ Χιουμ. Αυτό οδήγησε στην κριτική θεώρηση των θέσεων του εμπειρισμού από τον Εμμάνουελ Καντ και μετέπειτα, κατά τον 20ο αιώνα, από τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν στον τομέα της Λογικής.

Ο εμπειρισμός έχει τις ρίζες του στην ιδέα πως οτιδήποτε γνωρίζουμε για τον κόσμο, είναι αυτά που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε οι αισθήσεις μας και είναι επαληθεύσιμα μέσω της εμπειρικής απόδειξης. Στηρίζεται στην a posteriori γνώση, δηλαδή στην μη ύπαρξη έμφυτων αλλά ύστερων κατακτήσιμων ιδεών, και διακρίνει την εξωτερική αίσθηση μέσω της οποίας λαμβάνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα και την εσωτερική αίσθηση, μέσω της οποίας τα επεξεργαζόμαστε και δημιουργούμε τις έννοιες και στη συνέχεια τις γνώσεις.

Ιστορικά αντιπαραβάλλεται με τον ρασιοναλισμό, κατά τον οποίο ο νους πρέπει να θεωρείται πηγή γνώσης και όχι οι αισθήσεις που μπορεί να μας εξαπατούν. Στις μέρες μας αυτός ο διαχωρισμός θεωρείται απλουστευτικός εξαιτίας της αποδοχής των κλασσικών ορθολογιστών (Ντεκαρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς) της εμπειρικής απόδειξης, όπως επίσης και της διαισθητικής γνώσης και χρήσης της λογικής των εμπειριστών για διάφορες έννοιες (όπως πχ. η ύπαρξη του Θεού).

Σε αντιδιαστολή είναι και ο λογικισμός, κατά τον οποίο η γνώση αποδίδεται στο λογικό συμπέρασμα. Κύριοι εκπρόσωποι του Εμπειρισμού είναι ο Τόμας Χομπς, ο Τζων Λοκ και ο Ντενί Ντιντερό. Ο Εμπειρισμός συγγενεύει επίσης με την Αισθησιαρχία ή Αισθησιοκρατία.
Αισθησιαρχία: Η αισθησιαρχία, αισθησιοκρατία ή σενσουαλισμός (από το Λατινικό sensus = αίσθηση) είναι συγγενής με το θετικισμό και κατά κάποιο τρόπο με τον υλισμό φιλοσοφική κατεύθυνση που δέχεται ως αποκλειστική πηγή της γνώσης, και γενικά όλου του ψυχικού κόσμου, τις αισθήσεις και οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό από τη λειτουργία αυτών. Για την αισθησιαρχία η γνώση είναι μια απλή απεικόνιση της αντίληψης. H αισθησιαρχία σχετίζεται επίσης με τον εμπειρισμό και τον κριτικισμό, των οποίων όμως ουσιαστικά προηγείται.

Γενικά όμως, η αισθησιαρχία δε λαμβάνει υπόψη ότι τα αισθήματα είναι άπειρα και χρειάζονται τακτοποίηση, ούτε την απάτη των αισθήσεων που την ανακαλύπτει η νόηση, και σ’αυτά έγκειται η απλοϊκότητά της.

Αισθησιοκράτες ήταν κατά την αρχαιότητα οι Κυρηναϊκοί και Επικούρειοι φιλόσοφοι. Η αισθησιαρχία ως φιλοσοφική θεωρία, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τους Γάλλους αισθησιοκράτες του Διαφωτισμού, ενώ στη σύγχρονη φιλοσοφία θεμελιώθηκε από τον Τζον Λοκ με τη φράση «Δεν υπάρχει τίποτα στο νου, που να μην ήταν πριν στις αισθήσεις» (nihil est in intellectu, quod non prius in sensu)

Θετικισμός: Ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ’ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα. Απορρίπτει καθετί υπερβατικό, απόκρυφες δυνάμεις που θεωρεί ανύπαρκτες και ασύλληπτες από τη νόηση. Ιδρυτής του είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κόντ (Auguste Comte).

Οι βασικές θέσεις του πρωτογενούς Θετικισμού:
1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας, και
2. πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών Μαθηματικών.

Οι θετικιστές έγιναν γνωστοί για την απόρριψη της Μεταφυσικής, δηλαδή των εικασιών σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, που πηγαίνουν πέρα από κάθε πιθανό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει ή να διαψεύσει τέτοιες «υπερβατικές» αξιώσεις. O θετικισμός ως δόγμα απορρίπτει καθετί υπερβατικό, όπως άλλωστε και τις απόκρυφες δυνάμεις ή αιτίες, τις οποίες και θεωρεί ουσιαστικά ανύπαρκτες ή ασύλληπτες για την ανθρώπινη νόηση. Είναι γεγονός ότι ο θετικισμός ως μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία – τα θετικά γεγονότα – ενώ περιορίζει την αποστολή όλων των επιστημών μόνο στην αναγνώριση και καταγραφή – και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και των φαινομένων. Ουσιαστικά, ο θετικισμός υποστηρίζει ότι μπορούμε να στηριζόμαστε στην εμπειρία και έτσι να γνωρίζουμε μόνο τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών.

Πράγματι, οι θετικιστές πιστεύουν στον Εμπειρισμό, στην ιδέα δηλαδή ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα της κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Παράλληλα θεωρούν ότι το πείραμα – δηλαδή η προσπάθεια να γίνουν διακριτοί οι φυσικοί νόμοι μέσω άμεσων χειρισμών και παρατηρήσεων – είναι η βάση κάθε επιστημονικής μεθόδου. Έτσι, με αυτές τις θέσεις του, η θετική υπηρεσία που προσέφερε ο θετικισμός στην επιστήμη ήταν η απομάκρυνση από μια άγονη θεωρητικολογία και η στροφή στην έρευνα των γεγονότων, βασισμένη στην εμπειρία, στην παρατήρηση, στο πείραμα και στα Μαθηματικά.

O θετικισμός ως φιλοσοφική θεωρία είναι πολύ κοντά στη Φυσική αφού σαν απόλυτο δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο ένα, την αρχή ότι τίποτε δεν είναι απόλυτο, μια άποψη που είναι δόγμα για τις απόψεις της σύγχρονης Φυσικής και Αστροφυσικής. O θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός και αντιμεταφυσικός – απόρριψη της Μεταφυσικής – με αυστηρή εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.

Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, βοήθησε να ξεπεραστούν προκαταλήψεις του παρελθόντος και προώθησε την ανάπτυξη της λογικής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον ελέγξουμε.

Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, προώθησε την ανάπτυξη της παράλογης και κουτσής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον ελέγξουμε.

Χωρίς την μεταφυσική μέχρι σήμερα έχουν κάνει μια τρύπα στο νερό με απόλυτα Θετικιστικό τρόπο ξεχνώντας σκόπιμα ή από εντολές πως δεν υπάρχει φυσική χωρίς μεταφυσική.

Ιστορική πορεία του θετικισμού: Στην αρχαία Φιλοσοφία υπάρχουν σαφή προμηνύματα του Θετικισμού. Μολονότι η σχέση του Πρωταγόρα, σοφιστή του 5ου π.κ.ε. αιώνα, με τη μετέπειτα θετικιστική σκέψη ήταν μάλλον απόμακρη, ωστόσο υπήρξε μια πολύ πιο έντονη ομοιότητα με τον κλασικό σκεπτικό φιλόσοφο Σέξτο τον Εμπειρικό (3ος μ.κ.ε. αιώνας), ενώ αιώνες αργότερα ο νομιναλιστής φιλόσοφος του Μεσαίωνα Γουίλιαμ του Όκκαμ (William of Ockham, 1300-1349) είχε σαφή συνάφεια με τον σύγχρονο Θετικισμό.

O Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού Πιέρ Μπέιλ (Pierre Bayle, 1647-1706), μέσω του έργου του Σύστημα της Φιλοσοφίας (Systeme de la philosophie), έδωσε κάποια ώθηση στη διδασκαλία θετικιστικών απόψεων, ενώ στη συνέχεια ο Γερμανός φυσικός και λόγιος Γκέοργκ Κριστόφ Αίχτενμπεργκ (Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) είχε πολλά κοινά με τη θετικιστική αντιμεταφυσική του 19ου αιώνα.

O Θετικισμός είχε τις βαθύτερες ρίζες του στον γαλλικό Διαφωτισμό που τόνιζε ιδιαίτερα το καθαρό φως της Λογικής, όπως και στον βρετανικό Εμπειρισμό του 18ου αιώνα, ιδιαιτέρως στον Εμπειρισμό του Ντέιβιντ Χιουμ και του Τζωρτζ Μπέρκλυ που τόνιζαν τον ρόλο της αισθητηριακής εμπειρίας (αισθήσεις – αισθητήριο).

Είναι γεγονός ότι ο Αύγουστος ή Ογκίστ Κοντ (Auguste Comte), ο εισηγητής του Θετικισμού, επηρεάστηκε απόλυτα από τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές του Διαφωτισμού, όπως τον Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot), τον Ζαν ντ’ Αλαμπέρ (Jean d’Alambert) και τον Κλωντ Ανρί (Claude Henri), κόμη του Saint Simon, ιδρυτή του γαλλικού σοσιαλισμού, του οποίου ο Κοντ υπήρξε μαθητής και οπαδός στη νεαρή ηλικία του.

H πρώτη γενιά των Βιεννέζων θετικιστών του 20ού αιώνα άρχισε τις δραστηριότητες της γύρω στο 1907. Από αυτούς ξεχώρισαν ένας φυσικός, ο Φίλιπ Φρανκ (Philipp Frank), οι μαθηματικοί Χανς Χαν (Hans Hahn) και Ρίχαρντ φον Μίζες (Richard von Mises), καθώς και ο οικονομολόγος-κοινωνιολόγος Όττο Νόυρατ (Otto Neurath).

Εξίσου σημαντική υπήρξε και η συμβολή μερικών διαπρεπών διανοητών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί και φιλόσοφοι, όπως: ο Μπέρναρντ Ρίμαν (Georg Friedrich Bernhard Riemann), εισηγητής μιας μη Ευκλείδειας Γεωμετρίας, ο Χέρμαν φον Χέλμχολτς (Hermann von HelmhoJtz), πρωτοπόρος σ’ ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων, ο Λούντβιχ Μπόλτσμαν (Ludwig Boltzmann), σπουδαίος φυσικός και πρωτοπόρος ερευνητής της Στατιστικής Μηχανικής, ο Ανρί Πουανκαρέ (Henri Poincare), ο οποίος διέπρεψε τόσο στα Μαθηματικά όσο και στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, και ο Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert), που διακρίθηκε στην τυπολογία των Μαθηματικών.

Μεγαλύτερη σημασία είχε πάντως η επίδραση του Άλμπερτ Αϊνστάιν και των τριών μεγαλύτερων εκπροσώπων της μαθηματικής Λογικής στα τελευταία εκατό χρόνια, του πρωτοπόρου Γερμανού μαθηματικού Γκότλοπ Φρέγκε (Gottlob Frege) και των Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell) και Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ (Alfred North Whitehead), συγγραφέων του μνημειακού έργου Principia Mathematica (δημοσιεύτηκε σε τρεις τόμους το 1910, το 1912 και το 1913), μέσω του οποίου οι προσπάθησαν να εξαγάγουν όλα τα Μαθηματικά από την καθαρή Λογική.

O Θετικισμός επηρέασε τον Άγγλο φιλόσοφο του 19ου αιώνα Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill), λογικό φιλόσοφο και οικονομολόγο, τόσο ώστε να θεωρείται ένας από τους εξέχοντες θετικιστές του αιώνα του. Στο έργο του Σύστημα της Λογικής (System of Logic, 1843), ο Μιλ ανέπτυξε μια εμπειριστική θεωρία της γνώσης και του επιστημονικού συλλογισμού με βάση τις εμπειρικές, όπως έλεγε, επιστήμες – δηλαδή, τη Λογική και τα Μαθηματικά

Ακόμη και ο Βρετανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ , (Herbert Spencer, 1820-1903), ο εισηγητής τόσο της θεωρίας του «ακατάληπτου» όσο και της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου στην Ηθική και την Κοινωνιολογία, θεωρείται υπέρμαχος του εν γένει θετικιστικού προσανατολισμού. O Σπένσερ πίστευε ότι η Φιλοσοφία είναι τελείως ενοποιημένη γνώση. Έτσι, ταύτισε τις απόψεις του με τις θέσεις του Θετικισμού ότι η Φιλοσοφία είναι ένα γενικό σύστημα αντιλήψεων -μια καθολική επιστήμη- και όχι η αναζήτηση του απολύτου, της προέλευσης και του σκοπού του κόσμου. Τέτοια προβλήματα δεν έχουν νόημα και δεν υφίστανται για τον Θετικισμό.

Υλισμός: Ο υλισμός είναι ένα από τα δύο κύρια ρεύματα της φιλοσοφικής σκέψης, το οποίο υποστηρίζει πως το κύριο συστατικό του Σύμπαντος είναι η ύλη, και πως όλα τα φαινόμενα που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν ως υλικές αλληλεπιδράσεις.Σύμφωνα με τον υλισμό, «η ανθρώπινη ύπαρξη καθορίζει την συνείδηση και όχι η συνείδηση την ανθρώπινη ύπαρξη» κάτι το οποίο, έρχεται σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό. Οι θετικές επιστήμες χρησιμοποιούν ένα παρεμφερές σύνολο αξιωμάτων, τον μεθοδικό νατουραλισμό, ο οποίος εξηγεί τα παρατηρήσιμα φαινόμενα της φύσης μόνο με φυσικά αίτια, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη του υπερφυσικού. Ως καθαρή εξήγηση του υλικού κόσμου, ο υλισμός αντιτίθεται κάθετα στον πλατωνισμό ή ιδεαλισμό.

Στις διάφορες υποκατηγορίες του περιλαμβάνεται ο διαλεκτικός υλισμός, ο ιστορικός υλισμός, ο αυθόρμητος υλισμός, ο μηχανιστικός υλισμός και ο χυδαίος υλισμός.

Το φαινόμενο της πεταλούδας, είναι μια ποιητική μεταφορά, στη θεωρία του χάους για το φαινόμενο της ευαίσθητης εξάρτησης ενός συστήματος από τις αρχικές συνθήκες. Σύμφωνα με μια από τις διατυπώσεις, λέγεται ότι «αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα». Διαφορετικές παραλλαγές εκφράζουν ουσιαστικά την ίδια ιδέα: μια απειροελάχιστη μεταβολή στη ροή των γεγονότων οδηγεί, μετά από την πάροδο αρκετού χρόνου, σε μια εξέλιξη της ιστορίας του συστήματος δραματικά διαφορετική από εκείνη που θα λάμβανε χώρα, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά (καταγεγραμμένα) από τον μετεωρολόγο Έντουαρντ Λόρεντζ κατά τη δεκαετία του 1960, όταν μελετούσε, μέσω αριθμητικής επίλυσης σε υπολογιστή, ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων που προσομοίωνε τα καιρικά φαινόμενα ενός εξιδανικευμένου, απλουστευμένου μοντέλου «ατμόσφαιρας». Ο Λόρεντζ παρατήρησε, σχεδόν τυχαία, ότι όταν εισήγαγε στον υπολογιστή του τις τιμές του προγράμματος από μια προηγούμενη εκτέλεση και «έτρεχε» ξανά το πρόγραμμα, τα αποτελέσματα απέκλιναν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου από τα προηγούμενα, ώσπου, μετά από έναν «χρονικό ορίζοντα» δεν είχαν πρακτικά καμιά ομοιότητα.

Δεδομένου ότι το πρόγραμμα ήταν ντετερμινιστικό (η ίδια είσοδος έδινε πάντα την ίδια έξοδο, αποκλείοντας φυσικά τις μηχανικές βλάβες), η απόκλιση των αποτελεσμάτων οφειλόταν στο γεγονός ότι τα νούμερα που ξανα-εισήγαγε «με το χέρι» ο Λόρεντζ είχαν μικρότερη ακρίβεια (λιγότερα δεκαδικά ψηφία) από εκείνα που εσωτερικά αποθήκευε ο υπολογιστής. Ο Λόρεντζ συμπέρανε ότι, στο συγκεκριμένο μοντέλο, και η ελάχιστη ακόμη έλλειψη ακρίβειας είναι καθοριστική – κάτι που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είναι γενικό χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης κλάσης συστημάτων, των λεγόμενων χαοτικών.

Αργότερα, ο Λόρεντζ επινόησε ένα ακόμη απλούστερο σύστημα τριών μόλις διαφορικών εξισώσεων που περιείχαν δύο μη γραμμικούς όρους και περιέγραφαν, στην ουσία τους, ρεύματα μεταφοράς θερμότητας μέσα σε ένα ρευστό. Το σύστημα αυτό επιδείκνυε επίσης χαοτική και ευαίσθητη συμπεριφορά: οι τροχιές του, σε έναν χώρο τριών διαστάσεων, παραμένουν παγιδευμένες σε μια πεπερασμένη περιοχή και «κουλουριάζονται» χωρίς ποτέ να τέμνονται ή να κλείνουν (δηλ. να επαναλαμβάνονται περιοδικά).

Όλες οι τροχιές, μετά από αρκετό χρόνο, συγκεντρώνονται τελικά σε μια περιοχή με φράκταλ διάσταση που ονομάστηκε παράξενος ελκυστής. Είναι ενδιαφέρον ότι τα «πορτρέτα» του χώρου των φάσεων του ελκυστή του Λόρεντζ, όταν σχεδιαστούν σε 3 διαστάσεις, μοιάζουν κάπως με ένα ζεύγος συμπλεγμένων φτερών πεταλούδας (μερικοί το παρομοιάζουν επίσης με «κουκουβάγια»). Ωστόσο, ο Λόρεντζ χρησιμοποίησε τον όρο αρκετά αργότερα, και στις πρώτες δισδιάστατες προβολές του ελκυστή που πήρε το σχήμα δεν μοιάζει ιδιαίτερα με πεταλούδα. Η επιλογή της πεταλούδας θυμίζει ακόμη την «καταγωγή» του ελκυστή από τη μετεωρολογία – η μεταφορά ενός γλάρου αντί πεταλούδας είχε επίσης χρησιμοποιηθεί νωρίτερα.

Παρανοήσεις σχετικά με το φαινόμενο της πεταλούδας: Μερικές φορές, το φαινόμενο της πεταλούδας παρερμηνεύεται στην κοινή αντίληψη. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι κάτι τόσο ασήμαντο όσο μια πεταλούδα μπορεί να «προκαλέσει» έναν τυφώνα (ή να τον αποτρέψει) έχει θεωρηθεί από κάποιους ως επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι ένα «ασήμαντο» άτομο, μια «περιθωριακή» ιδέα ή ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός μπορούν να παίξουν έναν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Ιστορίας. Ωστόσο, η ουσία της συμπεριφοράς ενός χαοτικού συστήματος είναι ότι, στην πράξη, είναι απρόβλεπτη σε «βάθος χρόνου».

Συνεπώς, ενώ πράγματι ένα ασήμαντο γεγονός μπορεί να αλλάξει άρδην την πορεία της ιστορίας, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε ποια θα ήταν η εξέλιξη του συστήματος χωρίς το γεγονός και άρα, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε τις ενέργειές μας ώστε να πετύχουμε ένα επιθυμητό σημαντικό αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου – μπορούμε να προγραμματίζουμε αποτελεσματικά μόνο μέχρι τον χρονικό ορίζοντα που χαρακτηρίζει το σύστημα. Η γνώση ότι ένα ασήμαντο γεγονός οδήγησε σε κάτι «μεγάλο» μπορεί, μερικές φορές, να αποκτηθεί εκ των υστέρων, αν και συνήθως ακόμη κι αυτό είναι αδύνατον.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η πεταλούδα δεν θα μπορούσε να «προκαλέσει» από μόνη της τον τυφώνα, παρά μόνο χάρη στις ατμοσφαιρικές συνθήκες που συνυπήρχαν με την επέμβασή της. Η άμεση αιτία ενός τυφώνα είναι αναγκαστικά «μεγάλη» κάτι που κάνει την βραχυπρόθεσμη μετεωρολογική πρόβλεψη δυνατή. Αν η πεταλούδα κινήσει τα φτερά της την «λάθος» στιγμή, είναι εξίσου πιθανό να αποτρέψει έναν τυφώνα που αλλιώς θα συνέβαινε (ή να οδηγήσει σε κάτι τελείως διαφορετικό). Για να «προκαλέσει» έναν τυφώνα, πρέπει να δράσει σε μια ακριβώς υπολογισμένη στιγμή – κάτι που ακριβώς είναι αδύνατον να προβλεφθεί.

Ο Μαύρος Κύκνος είναι μια θεωρία που παρουσιάστηκε από τον μελετητή και δοκιμιογράφο Νασίμ Νίκολας Τάλεμπ (Nassim Nicholas Taleb) στα βιβλία του: Στην πλάνη του τυχαίου (2004) και Ο Μαύρος Κύκνος (2007 & επανέκδοση με προσθήκες το 2010). Ο «Μαύρος Κύκνος» του Taleb δεν πρέπει να συγχέεται με την αντίστοιχη φιλοσοφική έκφραση που αναφέρεται κυρίως από τον φιλόσοφο Καρλ Πόπερ και τη θεωρία του περί διαψευσιμότητας, αν και ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά του ταιριάζει με αυτόν.

Ο «Μαύρος Κύκνος» εννοείται ως ένα ολιγοπίθανο και απρόβλεπτο γεγονός που λαμβάνει χώρα σε μια οποιαδήποτε σειρά πιθανών και συνηθισμένων γεγονότων σε κάθε δραστηριότητα μιας κοινωνίας, και ανατρέπει δραματικά προς το χειρότερο ή το καλύτερο τη δομή της. Με βάση τα κριτήρια του συγγραφέα:

Η εκδήλωση του γεγονότος είναι μια έκπληξη (για τον παρατηρητή). Αυτό σημαίνει πως για έναν άλλο παρατηρητή πιθανώς είναι προδιαγεγραμμένο το συμβάν. Για παράδειγμα ένας εκτροφέας πτηνών γνωρίζει ότι μετά από 1.000 ημέρες θα σφάξει μία γαλοπούλα. Για την ίδια την γαλοπούλα όμως η 1000οστή ημέρα είναι ένας μοιραίος μαύρος κύκνος που ακολουθεί μία απολαυστική ζωή 999 ημερών.

Η εκδήλωση έχει σημαντική επίδραση είτε αρνητική είτε θετική.

Μετά το πρώτο καταγεγραμμένο περιστατικό του συμβάντος, σχεδόν πάντοτε υπάρχει εκ των υστέρων εξήγηση που αδυνατεί να προσεγγίσει το τυχαίο του γεγονότος ή την παντελή αδυναμία πρόβλεψης του. Έτσι η κοινωνία εξακολουθεί να αγνοεί την επικινδυνότητα και επιπολαιότητα των προβλέψεων του τύπου: «Τίποτε τόσο εξαιρετικά αρνητικό δεν πρόκειται να συμβεί», και εθελοτυφλεί παντελώς απροετοίμαστη για το επόμενο χτύπημα του Μαύρου Κύκνου.
Ετυμολογία της έννοιας

Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη ενός μαύρου κύκνου ως απίθανου γεγονότος εμφανίζεται στο έργο Satires του σημαντικού Ρωμαίου σατυρικού ποιητή Γιουβενάλη, περίπου 55-135 μ.κ.ε. ως:

Που σημαίνει: ένα σπάνιο πουλί στη γη, τόσο σπάνιο όπως ένας μαύρος κύκνος. Η φράση αυτή επιβίωσε στην Ευρώπη ως περιγραφή του απίθανου και αδύνατου, (μέχρι το 1697 που ανακαλύφθηκαν στην Αυστραλία οι μαύροι κύκνοι) Η ανακάλυψη του μαύρου Κύκνου ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός για τους ειδικούς, αλλά μια σημαντική διάψευση μιας βεβαιότητας στη Φιλοσοφία, με την έννοια ότι απεδείχθη και στην πράξη ότι ένα και μόνο γεγονός ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαψεύσει μια μακροχρόνια παρατήρηση.

Από τον 19 αιώνα η ανακάλυψη των μαύρων Κύκνων αναδείχθηκε ως το καλύτερο παράδειγμα της μη βεβαιότητας οποιασδήποτε λογικής δήλωσης (ακόμη και αν οι παρατηρήσεις αιώνων την επιβεβαιώνουν) και της ανατροπής των καθιερωμένων αντιλήψεων σε οποιοδήποτε γνωστικό πεδίο. Τον 20ο αιώνα ο «Μαύρος Κύκνος» είναι η επιτομή της φιλοσοφικής θεωρίας του Καρλ Πόπερ περί διαψευσιμότητας λογικών προτάσεων. Ο Taleb δανείστηκε την έκφραση αυτή και παρήγαγε έναν νέο «Μαύρο Κύκνο» με στοιχεία του παλαιού, με σημαντικότερο στοιχείο όχι πλέον την διαψευσιμότητα αλλά το απρόβλεπτο και τυχαίο.

Μαύροι Κύκνοι και Πλατωνικότητα: Σύμφωνα με τη θεώρηση του Taleb η Πλατωνικότητα (από τον Πλάτωνα, Έλληνα φιλόσοφο) είναι η τάση που έχουμε να συγχέουμε το χάρτη μιας οποιαδήποτε ιδιότητας του κόσμου με την πραγματικότητα που περιγράφεται στο χάρτη αυτό. Η σύγχυση μεταξύ «εδάφους» και «χάρτη» οφείλεται στην επικέντρωσή μας σε «καθαρές» και καλά προσδιορισμένες μορφές όπως τρίγωνα, κοινωνικές έννοιες (συνήθως ουτοπίες) ή και εθνικότητες. Η έντονη προσήλωση στις ιδεατές και αφηρημένες μορφές, αποπροσανατολίζει το νου μας από γνωστικά αντικείμενα λιγότερα κομψά, περισσότερο περίπλοκα και δύσκολα επεξεργάσιμα, ωστόσο περισσότερο αληθινά και εμπειρικά.

Η Πλατωνικότητα επιτρέπει την αυταπάτη να πιστεύουμε συνήθως ότι γνωρίζουμε περισσότερα από όσα γνωρίζουμε, παρόλο που συχνά οι διανοητικοί χάρτες και οι καθαρές αφηρημένες πλατωνικές ιδέες κάθε είδους είναι σημαντικά εργαλεία υποβοήθησης κατανόησης του κόσμου. Εν τέλει το κρίσιμο σημείο είναι η πλατωνική πτύχωση, το εκρηκτικό εκείνο σύνορο όπου η πλατωνική προσέγγιση έρχεται σε επαφή με την περίπλοκη πραγματικότητα και η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε και σε αυτό που γνωρίζουμε είναι τεράστια. Σε αυτό το σημείο προκύπτει ο Μαύρος Κύκνος.

Ο χώρος δράσης και απραξίας των Μαύρων Κύκνων: Σύμφωνα με τον Taleb στην πραγματική ζωή υπάρχουν δύο είδη χώρων. Ο ένας λέγεται Μετριοχώρα όπου τα επιμέρους γεγονότα δεν συνεισφέρουν το καθένα ξεχωριστά ή ασύμμετρα σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά συλλογικά. Μία «Μετριοχώρα» είναι για παράδειγμα μια συλλογή ανθρώπων όπου καταγράφεται το βάρος τους. Αν συλλέξουμε 1.000 ανθρώπους σε ένα σύνολο και αφαιρέσουμε κάποιον από αυτούς και τον αντικαταστήσουμε με έναν οποιοδήποτε άλλο από το σύνολο του πληθυσμού ο μέσος όρος δεν θα αλλάξει παρά ελάχιστα. Ο προφανής λόγος της μη διατάραξης του μέσου όρου είναι ότι το βάρος των ανθρώπων διακυμαίνεται από 30 κιλά έως 300 κιλά, δηλαδή μια αναλογία των ακραίων τιμών 1/10.

Ο υπέρτατος νόμος της «Μετριοχώρας» είναι ως εξής: Όταν το δείγμα είναι μεγάλο, κανένα επιμέρους γεγονός δε θα μεταβάλλει ουσιωδώς το σύνολο ή το άθροισμα. Μπορούμε να φτιάξουμε αρκετές «Μετριοχώρες» που θα περιλαμβάνουν τα ύψη των ανθρώπων ή την καθημερινή κατανάλωση θερμίδων ενός έτους. Τα βασικά χαρακτηριστικά της «Μετριοχώρας» είναι:

Δεν υπάρχει κλιμάκωση των φαινομένων
Δεν υπάρχουν χαρακτηριστικά μέλη.
Το κέρδος των συμμετεχόντων αντανακλά και αντίστοιχα μικρό κέρδος στην πίτα.
Δεν υπάρχουν Μαύροι Κύκνοι
Τα χαρακτηριστικά της Μετριοχώρας υπόκεινται στη Βαρύτητα και αφορούν φυσικά μεγέθη
Προβλεψιμότητα των φαινομένων για την οποία, αρκεί η παρατήρηση σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα.

Ο δεύτερος χώρος είναι η Εξτρεμοχώρα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ένα σύνολο που εμπεριέχει το ετήσιο εισόδημα ανθρώπων σε δολάρια. Εδώ μπορούμε να έχουμε έναν κάτοικο της Αϊτής με ετήσιο εισόδημα 300 δολάρια και έναν επενδυτή με ετήσιο εισόδημα 300.000.000 δολάρια. Αν σε ένα οποιοδήποτε τέτοιο σύνολο αφαιρέσουμε ένα «φτωχό» μέλος και προσθέσουμε ένα «πλούσιο» ο μέσος όρος θα αλλάξει δραματικά με δεδομένο ότι τα δύο άκρα έχουν μία αναλογία 1 : 1.000.000. Τα χαρακτηριστικά της «Εξτρεμοχώρας» είναι:

Εμφάνιση Μαύρων Κύκνων, δηλαδή γεγονότων που αλλάζουν δραματικά τα δεδομένα
Εξαιρετική κλιμάκωση των φαινομένων και υψηλή τυχαιότητα
Το κέρδος ενός συμμετέχοντα αντιστοιχεί στο κέρδος όλων (ο νικητής τα παίρνει όλα)
Δεν υπάρχουν φυσικοί περιορισμοί στο μέγεθος, ενώ συνήθως αφορά σε αριθμούς και όχι σε φυσικά μεγέθη
Το σύνολο καθορίζεται από μικρό αριθμό ακραίων γεγονότων
Αδυναμία πρόβλεψης βάσει των παρατηρήσεων του παρελθόντος
Συναντάται συχνά στο σύγχρονο περιβάλλον

Αρνητικοί και θετικοί Μαύροι Κύκνοι: Χαρακτηριστικοί αρνητικοί «Μαύροι Κύκνοι» είναι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το χρηματιστηριακό κραχ της Wall Street γνωστό ως Μαύρη Δεύτερα που έγινε στις 19 Οκτωβρίου του 1987, και η τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου. Εμφανίζονται και θετικοί μαύροι κύκνοι όπως το διαδίκτυο και οι προσωπικοί υπολογιστές όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για την επικράτηση τους, ούτε συντονισμένος κεντρικός σχεδιασμός από το κράτος ή τις επιχειρήσεις, ο οποίος να αποβλέπει στην επιτυχία τους. Είναι χαρακτηριστικό της τυχαίας επικράτησης τους, η πρόβλεψη του Thomas Watson, πρόεδρου της εταιρείας IBM το έτος 1943: «Εκτιμώ ότι σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει μία αγορά για 5 υπολογιστές» και η απουσία όλων των μεγάλων εταιρειών πληροφορικής (τουλάχιστον αρχικά) όπως της Microsoft από το λογισμικό για το διαδίκτυο.

Ο Μαύροι Κύκνοι και η καμπύλη του Gauss: Η κωδωνοειδής καμπύλη του Γκάους με την κατανομή πιθανοτήτων. Το σκούρο μπλε είναι λιγότερο από μία τυπική απόκλιση από το μέσο. Στην κανονική κατανομή, αυτό αφορά στο 68% των παρατηρήσεων, ενώ δύο τυπικές αποκλίσεις από τον μέσο (μπλε και σκούρο μπλε) αφορούν στο 95%, και τρεις τυπικές αποκλίσεις (ανοιχτό μπλε, μπλε και σκούρο μπλε) αφορούν το 99,7%.

Κατά τον Taleb οι σημαντικότεροι κλάδοι των επιστημών (και κυρίως η Οικονομική Επιστήμη), που ασχολούνται με την πρόβλεψη συμβάντων, χρησιμοποιούν την κωδωνοειδή καμπύλη του Gauss ως μοντέλο κατανομής των πιθανοτήτων. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού, ενώ λειτουργεί ικανοποιητικά στην «Μετριοχώρα», στην «Εξτρεμοχώρα» αδυνατεί να εντοπίσει και προβλέψει τα εξαιρετικά γεγονότα δηλαδή τους Μαύρους Κύκνους. Ο Taleb προχωρεί τον συλλογισμό του περισσότερο και αναφέρεται στην καμπύλη ως τη Μεγάλη Διανοητική Απάτη, την αμφισβητεί ευθέως ως μαθηματικό εργαλείο, αλλά και τους οικονομολόγους που τη χρησιμοποιούν. Αντιθέτως προτείνει την προσέγγιση του μεγάλου θεωρητικού και «πατέρα» της Γεωμετρίας των φράκταλ Μπενουά Μάντελμπροτ.
Ο όρος fractals, προτάθηκε από τον Μπενουά Μάντελμπροτ (Benoît Mandelbrot) το 1975 και προέρχεται από τη λατινική λέξη fractus, που σημαίνει «σπασμένος» ή «κατακερματισμένος».
Για να φτάσει σε αυτό το σημείο πλήρους άρνησης αναφέρεται σε παλαιότερες αμφισβητήσεις της γκαουσιανής καμπύλης (ως εργαλείο εξήγησης των ακραίων φαινομένων), που εστιάζονται στον μεγάλο Μαθηματικό Ανρί Πουανκαρέ. Το μεγάλο πρόβλημα της Γκαουσιανής καμπύλης είναι ότι τείνει τα ακραία φαινόμενα να τα θεωρεί πολύ πιο απίθανα από ότι πραγματικά είναι. Αντιθέτως η κατανομή πιθανοτήτων του Μάντελμπροτ θεωρεί πιο πιθανά τα απίθανα συμβάντα (πάντα βάσει της γκαουσιανής καμπύλης).

Ο Taleb πιστεύει πως η Γκαουσιανή καμπύλη είναι απότοκος μιας συνολικής θεώρησης του κόσμου που εμπεριέχει υπερβολική βεβαιότητα, προβλεψιμότητα και πλατωνική κομψότητα που δεν λαμβάνει υπόψιν της τον πραγματικό κόσμο. Σε αυτή την οπισθοδρομική πλέον (κατά τον Taleb), θεώρηση του κόσμου εντάσσει και άλλους διανοητές του 19ου & 20ου αιώνα όπως τον Λαμπέρ Κετελέ (Lambert Adolphe Jacques Quetelet)[7], (επινόησε τον «μέσο» άνθρωπο), τον βιολόγο Σερ Φράνσις Γκάλτον (Sir Francis Galton), τον Βαρώνο Κέλβιν, τον Καρλ Μαρξ και τον φιλόσοφο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν (Ludwig Wittgenstein).

Εντέλει η καμπύλη του Μάντελμπροτ είναι ικανή να παρέχει καλύτερη προβλεψιμότητα των αρνητικών Μαύρων Κύκνων, αν και η βασική διδαχή της θεωρίας του Taleb είναι πως η αβεβαιότητα περιορίζει σημαντικά την αξία των προβλέψεων  και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε στον πραγματικό κόσμο, είναι να είμαστε λιγότερο ώς καθόλου βέβαιοι. Φυσικά όσον αφορά στους θετικούς Μαύρους Κύκνους (όπως το διαδίκτυο) πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο εκτεθειμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου