Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Albert Camus Ο επαναστατημένος άνθρωπος

Υπάρχουν έγκλήματα πάθους κι εγκλήματα λογικής. Ό Ποινικός Κώδικας τα ξεχωρίζει αρκετά εύκολα μέ τήν προμελέτη. Ζοΰμε στήν έποχή της προμελέτης καί τοϋ τέλειου έγκλήματος. Οί έγκληματίες μας δεν είναι πιά έκεΐνα τ αδύναμα παιδιά πού έπικαλοΰνταν τήν αιτιολογία τής άγάπης. ’Απεναντίας είναι ένήλικοι καί τό άλλοθι τους είναι αναμφισβήτητο: είναι ή φιλοσοφία πού μπορεί νά χρησιμέψει γιά ό,τιδήποτε, άκόμα καί γιά νά μεταμορφώσει τούς δολοφόνους σέ δικαστές.

Ό Χήθκλιφ στά «’Ανεμοδαρμένα ‘Ύψη» θά σκότωνε όλο τόν κόσμο γιά ν’ άποχτήσει τήν Κάθυ, άλλά δέ θά τοϋ περνούσε άπ’ τό μυαλό οτι αύτή ή δολοφονία είναι λογική ή δικαιολογημένη άπό κάποιο σύστημα, θά τήν εκανε μόνο, κι έκεϊ σταματά όλη ή πίστη του. Αυτό προϋποθέτει τή δύναμη τοϋ έρωτα καί χαραχτήρα. Μιά καί ή δύναμη του έρωτα σπανίζει, ή δολοφονία παραμένει έξαίρεση πού διατηρεί τό χαραχτήρα τής παράβασης. ’Αλλά άπό τή στιγμή πού άπό ελλειψη χαραχτήρα προσπαθούμε νά βρούμε μιά θεωρία, άπό τή στιγμή πού τό έγκλημα γίνεται αντικείμενο σκέψης, τότε γεννοβολάει όπως ή λογική ή ίδια, παίρνει όλες τις μορφές τοϋ συλλογισμού. Ήταν μοναχικό σάν κραυγή μά τώρα πιά είναι κοινό στόν κόσμο όπως ή γνώση.

Χτές τό δίκαζαν, σήμερα αυτό τό ίδιο γίνεται νόμος.

Άλλά δέν πρόκειται ν’ άγαναχτήσουμε έδώ ένάντιά του. Σκοπός αυτού του δοκιμίου είναι νά δεχτεί άκόμα μιά φορά τήν πραγματικότητα τής στιγμής πού είναι τό λογικό έγκλημα, καί νά έξετάσει μέ άκρίβεια τούς λόγους του, κάνω έδώ μιά προσπάθεια νά καταλάβω την έποχή μου. Πιστεύουμε ίσως ότι μια έποχή πού, μέσα σέ πενήντα χρόνια, σκλαβώνει, ξεριζώνει ή σκοτώνει έβδομήντα έκατομμύρια άνθρώπινες υπάρξεις, πρέπει πρώτ’ άπ’ όλα νά κριθεΐ.

Πρέπει όμως άκόμα νά γίνει κατανοητή ή ένοχή της. Σέ έποχές πιό πρωτόγονες, όπου ο τύραννος ισοπέδωνε πόλεις γιά ν’ άποχτήσει δόξα, όπου ο σκλαβωμένος σερνόταν αλυσοδεμένος στο άρμα του νικητή μέσα σέ πόλεις πού τελούσε τό θρίαμβό του, όπου ο έχθρός ριχνόταν στ’ άγρια θηρία μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, ή συνείδηση μπροστά σ’ αυτά τά τόσο άδολα εγκλήματα μπορούσε νά είναι ήρεμη, ή κρίση ξεκάθαρη. ’Αλλά τά στρατόπεδα των σκλάβων κάτω άπ’ το λάβαρο τής έλευθερίας, οί σφαγές μέ κίνητρο τήν άγάπη στον άνθρωπο ή το κέφι τού υδυνάστη φέρνουν σέ άμηχανία τήν κρίση.

‘Όταν πιά το έγκλημα φοράει τή λεοντή τής άθωότητας σέ μιά περίεργη άντιστροφή των ρόλων, πού συμβαίνει συχνά στον καιρό μας, ή άθωότητα είναι έκείνη πού πρέπει νά δώσει εξηγήσεις. Σκοπός τού δοκιμίου είναι νά δεχτεί καί νά έξετάσει τήν παράδοξη τούτη πρόκληση.

Πρέπει νά έξακριβώσουμε κατά πόσο ή άθωότητα, άπό τή στιγμή πού αρχίζει τή δράση, είναι αδύνατο πιά ν’ άποφύγει τό έγκλημα. Δεν μπορούμε νά δράσουμε παρά σέ μιά στιγμή πού είναι δική μας, άνάμεσα στους άνθρώπους πού μας τριγυρίζουν. Δέ θά μάθουμε τίποτα έφόσο δέν ξέρουμε αν έχουμε το δικαίωμα νά σκοτώνουμε αύτόν τόν άλλο μπροστά μας ή νά δώσουμε τή συγκατάθεσή μας γιά νά σκοτωθεί. ’Αφού κάθε πράξη σήμερα καταλήγει σέ δολοφονία, άμεση ή έμμεση, δέν μπορούμε νά ένεργήσουμε χωρίς νά ξέρουμε αν πρέπει καί γιατί πρέπει νά δώσουμε τό θάνατο.

Τό σημαντικό λοιπόν δέν είναι γιά τήν ώρα νά βρούμε τις αίτιες τών πραγμάτων, άλλά, μιά κι ό κόσμος είναι έτσι φτιαγμένος, νά ξέρουμε πώς νά συμπεριφερθοΰμε. Τόν καιρό τής άρνησης ήταν ίσως χρήσιμο ν’ άναρωτιόμαστε σχετικά μέ τό πρόβλημα τής αύτοκτονίας. Στόν καιρό τών ιδεολογιών πρέπει νά ρυθμίσουμε τή δράση μας σύμφωνα μέ τό έγκλημα. ’Άν τό έγκλημα έχει τούς λόγους του, ή έποχή μας κι έμεΐς οί ίδιοι εχουμε κάποια σημασία. ’’Αν δέν τούς εχει, ζοΰμε μέσα στην τρέλα καί δέν ύπάρχει άλλη διέξοδος παρά ή να άποχτήσουμε κάποια σημασία η νά παραιτηθούμε. θα πρέπει πάντως ν’ άπαντήσουμε ξεκάθαρα στό έρώτημα πού μάς τέθηκε μέσα στό αίμα καί τούς θρήνους τοΰ αίώνα μας. Γιατί βρισκόμαστε άκόμα στό έρώτημα.

Έδώ και τριάντα χρόνια, πρίν ν’ αποφασίσουν νά σκοτώνουν οι άνθρωποι, είχαν άρνηθεΐ τόσα πολλά, ώστε εφτασαν μέχρι καί ν’ άρνιοΰνται τόν έαυτό τους μέ την αύτοκτονία. Ό Θεός ύποκρίνεται, όλος ό κόσμος μαζί του κι έγώ ό ίδιος γι’ αυτό πεθαίνω. Ή αυτοκτονία ήταν τότε τό πρόβλημα. Ή ιδεολογία σήμερα άρνιέται τούς άλλους, αυτοί μόνο είναι ύποκριτές. Τότε σκοτώνουν. Κάθε αυγή χρυσοστολισμένοι δολοφόνοι γλιστράνε μέσα σ’ ενα κελλί. Τό έγκλημα είναι τώρα τό πρόβλημα.

Οί δυο συλλογισμοί δένονται μεταξύ τους. Μάς δένουν κι εμάς τόσο στενά πού δέν μπορούμε πιά νά διαλέξουμε τά προβλήματά μας. Μάς διαλέγουν έκεΐνα, πότε τό ενα καί πότε τό άλλο. «Ας δεχτούμε νά μάς διαλέγουν. Αυτό τό δοκίμιο έπιθυμεΐ νά συνεχίσει, πάνω στή δολοφονία καί τήν έξέγερση, μιά σκέψη πού άρχισε σχετικά μέ τήν αυτοκτονία καί τήν έννοια του παράλογου.

’Αλλά αύτή ή σκέψη δέ μάς δίνει μέχρι στιγμής παρά μόνο μιά έννοια, τήν έννοια τοΰ παράλογου καί τούτη μέ τή σειρά της δέ μάς όδηγεΐ πουθενά άλλου παρά μόνο σέ μιά άντίφαση σχετικά μέ τή δολοφονία. Τό αίσθημα του παράλογου, όταν ισχυρίζεται κανείς κατά πρώτο ότι θά βγάλει άπ’ αυτό έναν κανόνα δράσης, κάνει τή δολοφονία τό λιγότερο άδιάφορη καί, κατά συνέπεια, δυνατή. ’Άν δέν πιστεύουμε σέ τίποτα, άν τίποτα δέν εχει έννοια κι άν δέν μπορούμε νά έπιβεβαιώσουμε καμιά άξια, τότε όλα είναι δυνατά καί τίποτα δέν εχει σημασία. Χωρίς ύπέρ καί κατά ό δολοφόνος δέν εχει ούτε δίκιο ούτε άδικο. Μπορούμε νά συνδαυλίζουμε τή φωτιά στά κρεματόρια, όπως άκριβώς θά μπορούσαμε ν’ άφοσιωθοΰμε στήν περιποίηση των λεπρών.

Ή κακία κι ή άρετή γίνονται σύμπτωση ή καπρίτσιο.

Θ’ αποφασίσουμε τότε νά μή δρουμε, πού σημαίνει δτι τό λιγότερο αποδεχόμαστε τή δολοφονία τοϋ πλησίον οίκτείροντας μόνο την άτέλεια των άνθρώπων. Θά μάς περάσει άκόμα Απ’ τό μυαλό ν’ Αντικαταστήσουμε τή δράση μέ τόν τραγικό ντιλεταντισμό, και τότε πιά ή ανθρώπινη ζωή παίζεται στήν τύχη. Μπορούμε τέλος νά προτείνουμε στον έαυτό μας μια δράση μέ Ανταλλάγματα. Σ’ αυτή τήν τελευταία περίπτωση, μιά καί λείπει κάποια άνώτερη αξία πού νά προσανατολίζει τή δράση, θά Ιπιδιώξουμε τήν άμεση άποτελεσματικότητα.

’Αφού τίποτα δέν είναι Αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό, θά εχουμε σάν κανόνα ν’ άναδειχτοΰμε πιό Αποτελεσματικοί, δηλαδή πιό δυνατοί. Ό κόσμος τότε δέ θά χωρίζεται σέ δίκαιους κι άδικους Αλλά σ’ Αφέντες καί δούλους. ’Έτσι Απ’ όπου καί νά στραφούμε, στήν καρδιά τής άρνησης καί τοΰ μηδενισμού, το έγκλημα κατέχει προνομιούχα θέση.

’Άν λοιπόν θέλουμε νά υιοθετήσουμε μιά παράλογη στάση, πρέπει νά ειμαστ’ έτοιμοι γιά φόνο, κάνοντας έτσι τή λογική νά ύπερισχύσει πάνω σέ δισταγμούς πού θά φαίνονται χιμαιρικοί. Βέβαια, χρειάζεται κάποια προδιάθεση. ‘Αλλά πολύ λιγότερο Απ’ όσο πιστεύουμε, όπως δείχνει ή πείρα. «Αλλωστε είναι πάντα δυνατό, όπως συμβαίνει συχνά, νά βάλουμε τούς άλλους νά σκοτώνουν. «Ολα λοιπόν θά κανονίζονταν στ’ όνομα τής λογικής άν ή λογική μπορούσε στ’ Αλήθεια νά βρει θέση σέ μιά τέτοια στάση.

Άλλά ή λογική δέν είναι δυνατό νά εύσταθήσει σέ μιά στάση πού κάνει διαδοχικά το έγκλημα νά φαίνεται καί δυνατό καί Αδύνατο. Γιατί ή παράλογη Ανάλυση, κάνοντας τή δολοφονία νά φαίνεται τό λιγότερο αδιάφορη, έχει σά σπουδαιότερη συνέπειά της τήν καταδίκη τής λογικής. Τό τελικό συμπέρασμα τού παράλογου συλλογισμού είναι πραγματικά ή άπάρνηση τής αύτοκτονίας καί ή έμμονή στήν Απεγνωσμένη Αναμέτρηση Ανάμεσα στ’ Ανθρώπινα έρωτηματικά καί τή σιωπή τοΰ κόσμου.

Ή αύτοκτονία θά σήμαινε τό τέλος τής Αναμέτρησης καί ό παράλογος συλλογισμός δεν μπορεΐ,νά τό δεχτεί παρά άν άρνηθεΐ τις ίδιες τις προϋποθέσεις του. Μιά τέτοια λύση, σύμφωνα μέ τό συλλογισμό αυτό, θά ήταν φυγή ή λύτρωση. Άλλα είναι φανερό ότι μέ τον ϊδιο τρόπο αύτός ο συλλογισμός δέχεται τή ζωή σαν τό μόνο άναγκαΐο άγαθό, άφου αύτή άκριβώς έπιτρέπει τήν άναμέτρηση κι άφοΰ χωρίς αύτή τό παράλογο έπαθλο δέ θά είχε άντίκρυσμα.

Γιά ν’ άποφανθεΐ πώς ή ζωή είναι παράλογη, ή συνείδηση πρέπει να είναι ζωντανή. Πώς λοιπόν νά κρατήσει κανείς γιά τόν έαυτό του τό Αποκλειστικό προνόμιο ένός τέτοιου συλλογισμοί), χωρίς μιά σημαντική παραχώρηση στήν άγάπη του γιά τήν άνεση; Από τή στιγμή πού αύτό τό άγαθό χαραχτηρίζεται έτσι, είναι κοινό γιά όλους τούς ανθρώπους. Δεν μπορούμε νά δεχτούμε πώς τό έκλημα είναι σύμφυτο αν αύτό τό άρνηθοΰμε γιά τήν αυτοκτονία. «Ενα πνεύμα ποτισμένο άπό τήν ιδέα τού παράλογου παραδέχεται χωρίς άμφισβήτηση τό τυχαίο έγκλημα άλλά δέν μπορεΐ νά δεχτεί τό έγκλημα τής λογικής. Σέ σχέση μέ τήν άναμέτρηση, έγκλημα ή αύτοκτονία είναι ενα καί τό αύτό πού πρέπει ή νά τό δεχτούμε ή νά τό άπορρίψουμε.

Μέ τόν ‘ίδιο τρόπο ό άπόλυτος μηδενισμός πού δέχεται τή νομιμοποίηση τής αύτοκτονίας συντρέχει άκόμα πιό εύκολα τό λογικό έγκλημα. Αν ή έποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα τό έγκλημα, είναι γιατί ύπάρχει ή άδιαφορία πρός τή ζωή, πού χαραχτηρίζει τό μηδενισμό.

‘Αναμφίβολα ύπήρξαν έποχές πού τό πάθος τής ζωής ήταν τόσο δυνατό πού ξεχείλιζε σέ εγκληματικές υπερβολές. ’Αλλά έκεΐνες οι ύπερβολές έμοιαζαν σάν τό έγκαυμα πού άφήνει μιά φοβερή Απόλαυση. Δέν υπήρχε αύτή ή μονότονη τάξη πού έχει έπιβάλει ή λογική τής άναγκαιότητας καί πού μπροστά της όλα ισοπεδώνονται. Άπό τή λογική αύτή ξεφύτρωσαν οί άξίες τής αύτοκτονίας, άπ’ τις όποιες τρέφεται ή έποχή μας, μέχρι τήν άπώτερη συνέπειά τους πού είναι τό νομιμοποιημένο έγκλημα.

Μέ τόν ίδιο τρόπο κορυφώθηκε στήν όμαδική αύτοκτονία. Ή πιό έντυπωσιακή άπόδειξη δόθηκε άπό τή Χιτλερική Αποκάλυψη τού 1945. Η αύτοκαταστροφή ήταν ένα τίποτα γιά τούς παράφρονες πού έτοίμαζαν μέσα στις φωλιες τους ενα θάνατο άποθεωτικό. Τό ουσιαστικό ήταν νά μήν αύτοκαταστραφοΰν μονάχοι άλλα νά παρασύρουν κι έναν ολόκληρο κόσμο μαζί τους.

Κατά κάποιο τρόπο, ό άνθρωπος πού σκοτώνεται μέσα στη μοναξιά διατηρεί άκόμα κάποια άξία άφοΰ δέν άναγνωρίζει προφανώς στόν έαυτό του δικαιώματα πάνω στη ζωή των άλλων. ’Απόδειξη γι’ αύτό είναι πώς δέ χρησιμοποιεί ποτέ, γιά νά κυριαρχήσει στόν «πλησίον», την τρομερή δύναμη κι έλευθερία πού τοΰ δίνει ή άπόφασή του νά πεθάνει. Κάθε μοναχική αύτοκτονία όταν είναι άπόρροια μνησικακίας, είναι κατά κάποιο παράλογο τρόπο πράξη γενναιοφροσύνης ή περιφρόνησης. ’Αλλά περιφρονεΐ κάνεις στ’ όνομα μιας άρχής. Ό κόσμος είναι άδιάφορος γιά τόν αύτόχειρα γιατί αύτός εχει κάποια Ιδέα γιά το τί δέν του είναι ή θά μπορούσε νά μήν τοΰ είναι άδιάφορο.

Πιστεύει ότι καταστρέφει τά πάντα κι ότι τά παρασύρει όλα μαζί του, άλλά άπ’ αύτδν τδν όδιο τό θάνατο γεννιέται μιά άξία πού ίσως θ’ άξιζε νά ζοΰσε. Ή άπόλυτη άρνηση λοιπόν δέν μπορεΐ νά έξαντληθεΐ μέ τήν αύτοκτονία, άλλά μόνο μέ τήν άπόλυτη καταστροφή τοΰ έαυτοΰ μας και των άλλων. Δηλαδή δέν μπορούμε νά τή ζήσουμε παρά μόνο τείνοντας πρός αύτό τό τερπνό όριο. Αύτοκτονία κι έγκλημα είναι έδώ δυό πλευρές τής ‘ίδιας κατηγορίας, τής κατηγορίας μιας δυστυχισμένης νόησης πού προτιμά, άντι νά ύποφέρει σέ μιά περιορισμένη ύπαρξη, τή μαύρη έξαρση, όπου ούρανός καί γη έκμηδενίζονται.

Μέ τόν ίδιο τρόπο σκέψης, άν θεωρούμε πώς δέν έχει αιτιολόγηση ή αύτοκτονία, δέν μποροΰμε νά αίτιολογοϋμε τό έγκλημα. Δέν μπορεΐ κανείς νά είναι κατά τό ήμισυ μηδενιστής. Ό παράλογος συλλογισμός δέν μπορεΐ ταυτόχρονα νά διαφυλάσσει τή ζωή έκείνου πού μιλάει και νά δέχεται τή θυσία των άλλων. Άπό τή στιγμή πού άναγνωρίζουμε τό άδύνατο τής άπόλυτης άρνησης καί αύτό σημαίνει πώς άναγνωρίζουμε τή ζωή κατά κάποιο τρόπο, τό πρώτο πράγμα πού δέν μπορούμε ν’ άρνηθουμε είναι ή ζωή τοΰ πλησίον.

Έτσι, ή ίδια έννοια πού μάς άφηνε νά πιστεύουμε ότι ή δολοφονία είναι άδιάφορη, τής στερεί στό τέλος τή δικαιολογία της. Ξαναγυρίζουμε στήν παράνομη κατάσταση άπ’ όπου προσπαθήσαμε νά βγοΰμε. Πρακτικά ένας τέτοιος συλλογισμός μάς βεβαιώνει πώς μπορούμε καί πώς δεν μπορούμε νά σκοτώνουμε. Μάς αφήνει μέσα στήν άντίφαση, χωρίς τίποτα πού νά μπορεΐ νά έμποδίζει ή νά νομιμοποιεί τό έγκλημα, νά άπειλουμε καί νά μάς άπειλοΰν, παρασυρμένους άπό μιά όλόκληρη πυρετική έποχή μηδενισμού, άλλά καί μέσα στή μοναξιά, μέ τ οπλο στο χέρι καί σφιγμένο τό λαιμό.

Μά αυτή ή βασική άντίφαση συνοδεύεται αναπόφευκτα άπό πλήθος άλλες μιά καί ισχυρίζεται κανείς πώς θέλει νά μείνει στό παράλογο, άδιαφορώντας γιά τον αληθινό του χαραχτήρα, σύμφωνα μέ τον οποΐο είναι μιά βιωμένη μεταβατικότητα, ένα σημείο άφετηρίας, το ισοδύναμο στόν τομέα τής ύπαρξης τής μεθοδικής άμφιβολίας του Ντεκάρτ.

Το παράλογο είναι αύτό καθαυτό άντίφαση.

..καί είναι μιά άντίφαση ώς πρός το περιεχόμενό του γιατί αποκλείει τις κρίσεις άξιων θέλοντας νά διατηρήσει τη ζωή, ένώ ή ζωή είναι αύτή καθαυτή μιά κρίση αξίας. ‘Όταν άνασαίνεις είναι σά νά κρίνεις. Είναι οπωσδήποτε ψέμα νά ποΰμε δτι ή ζωή είναι μιά συνεχής έκλογή. Άλλά είναι άλήθεια ότι δεν μπορούμε νά φανταστούμε τη ζωή στερημένη άπό κάθε έκλογή.

’Απ’ αύτή τήν τόσο απλή άποψη, ή παράλογη θέση στήν πράξη είναι άδιανόητη καί είναι άδιανότητη ακόμα καί στήν έκφρασή της. Κάθε φιλοσοφία τοΰ άσήμαντου ζεΐ μέσα σέ μιά άντίφαση άπό τό γεγονός καί μόνο πώς έκφράζεται. Γιατί δίνει ενα μίνιμουμ συνοχής στήν άσυναρτησία, εισάγει τη συνέπεια σ’ αύτό πού σύμφωνα μέ τά λεγόμενά της δεν εχει συνέπεια. Ή ‘όμιλία διορθώνει. Ή μόνη σωστή στάση πού θέλει νά στηρίζεται πάνω στό ασήμαντο θά ήταν ή σιωπή, αν ή σιωπή δέν είχε κάποιο νόημα.

Ό τέλειος παραλογισμός προσπαθεί νά είναι βουβός. ‘Όταν μιλάει αύτό γίνεται άπό αύταρέσκεια ή γιατί αισθάνεται τήν προσωρινότητά του.

Αύτή ή αύταρέσκεια, ή αύτο έγκριση δείχνει τόν βαθιά διφορούμενο χαραχτήρα τής παράλογης στάσης. Το παράλογο πού ισχυρίζεται ότι έκφράζει τόν άνθρωπο μέσα στή μοναξιά του τον κάνει νά ζεΐ μέ κάποιο τρόπο μπροστά σ’ £ναν καθρέφτη.

Ό άρχικός διχασμός κινδυνεύει τότε νά γίνει άνετος κι ευχάριστος. Ή πληγή πού ξύνουμε μέ τόση φροντίδα στό τέλος δίνει ήδονή.

Δέ λείπουν κι οί μεγάλοι τυχοδιώχτες του παράλογου. ’Αλλά τελικά το μέγεθος τους μετριέται άπό τό πόσο άρνήθηκαν τις χαρές τοΰ παράλογου γιά νά κρατήσουν τις άπαιτήσεις του. Καταστρέφουν γιά τό πιό πολύ κι όχι γιά τό πιό λίγο. «Εχθροί μου είναι έκεΐνοι, λέει δ Νίτσε, πού επιδιώκουν τήν άνατροπή κι όχι ν’ αύτοδημιουργηθοΰν οί ίδιοι» και τό παράλογο άνατρέπει άλλά προσπαθώντας νά δημιουργήσει.

Εξυμνεί τή χρηστότητα μαστιγώνοντας τούς φιλήδονους μέ τή «γουρουνίσια όψη». Γιά νά ξεφύγει άπό τήν αυταρέσκεια ό παράλογος συλλογισμός καταφεύγει στήν άρνηση. Άρνιέται τό διασκορπισμό καί καταλήγει σέ μιά αύθάίρετη άπογύμνωση, σέ μιά πολιτική σιωπής, στήν παράδοξη άσκητεία τής έξέγερσης. Ό Ρεμπώ τραγουδώντας «τ’ ωραίο έγκλημα πού τσαλαβουτάει στή λάσπη του δρόμου» καταφεύγει στό Χαρράρ καί τό μόνο του παράπονο είναι πώς έκεΐ ζεΐ χωρίς οικογένεια. Ή ζωή ήταν γιά κείνον «μιά φάρσα όργανωμένη απ’ όλους μαζί». ’Αλλά τήν ώρα τοΰ θανάτου, νά πού φωνάζει στήν αδερφή του: «Θά ταφώ κάτω άπό τή γή καί σύ θά περπατάς στον ήλιο!»

Τό παράλογο λοιπόν, θεωρούμενο σάν κανόνας τής ζωής, είναι αντιφατικό. Γι’ αυτό δέν πρέπει ν’ άποροΰμε πού δέ μάς δίνει τις άξίες πού θ’ άποφάσιζαν αντί γιά μάς σχετικά μέ τή νομιμότητα τοΰ έγκλήματος. ’Άλλωστε δέν είναι δυνατό νά στηρίξουμε μιά στάση πάνω σέ μιά προνομιούχα συγκίνηση. Τό αίσθημα τοΰ παράλογου είναι ενα αίσθημα σάν όλα τ’ άλλα. Τό ότι εδωσε τό χρώμα του σέ τόσες σκέψεις καί πράξεις ανάμεσα σέ δυο πολέμους αποδείχνει μόνο τή δύναμη καί τή νομιμότητά του.

Άλλά ή ένταση ενός αισθήματος δέν μπορεϊ νά τό κάνει πανανθρώπινο. Η πλάνη μιας όλόκληρης έποχής ήταν ότι σχημάτισε ή προσπάθησε νά σχηματίσει, γενικούς κανόνες δράσης, ξεκινώντας άπό μιά άπεγνωσμένη συγκίνηση πού ή εξέλιξή της θά ήταν νά ξεπεράσει τον έαυτό της. Οί μεγάλες λύπες όπως κι οι μεγάλες ευτυχίες μπορούν νά βρίσκονται στήν άρχή ένός συλλογισμού. Είναι μεσολαβητές. Δέν μπορούμε όμως νά τις ξαναβρούμε καί νά τις διατηρήσουμε σ’ όλο τό μάκρος τών συλλογισμών.

’Άν λοιπόν ήταν νόμιμο νά υπολογίζεται ή παράλογη ευαισθησία, νά γίνεται ή διάγνωση ένός κακού όπως τό βρίσκουμε στόν έαυτό μας καί στους άλλους, είναι άδύνατο νά δούμε σέ μιά τέτοια εύαισθησία καί στό μηδενισμό πού προϋποθέτει τίποτ άλλο έκτός άπό ένα σημείο άφετηρίας, τήν έμπειρία μιας κριτικής, τό ισοδύναμο (στόν τομέα τής ύπαρξης) τής συστηματικής άμφιβολίας. Έπειτα πρέπει νά σπάσουμε τά στέρεα παιχνίδια τού καθρέφτη καί νά μπούμε μέσα στήν άσυγκράτητη κίνηση, όπου τό παράλογο ξεπερνά τόν έαυτό του.

’Αφού σπάσει ό καθρέφτης, δέ μένει τίποτα πού νά μπορεΐ νά χρησιμέψει σάν άπάντηση στά έρωτήματα τού αιώνα. Το παράλογο, όπως κι ή μεθοδική άμφιβολία, άχρήστεψε όλες τις παλιές ιδέες. Μάς οδηγεΐ στό άδιέξοδο. Άλλά μπορεΐ όπως κι ή άμφιβολία, ξαναγυρίζοντας στόν έαυτό του, νά κατευθύνει μιά νέα έρευνα. Τότε ο συλλογισμός συνεχίζεται μέ τόν ίδιο τρόπο. Φωνάζω πώς δέν πιστεύω σέ τίποτα κι ότι όλα είναι παράλογα, άλλά δέν μπορώ ν’ άμφιβάλλω γιά τή φωνή μου καί θά πρέπει τουλάχιστο νά πιστεύω στή διαμαρτυρία μου.

Ή πρώτη κι ή μοναδική προφάνεια πού μου δίνεται ετσι, στό έσωτερικό τής παράλογης έμπειρίας, είναι ή έξέγερση. Χωρίς καμιά γνώση, άναγκασμένος νά σκοτώσω ή νά δώσω τή συγκατάθεσή μου στό έγκλημα, δέν έχω στά χέρια μου παρά μόνο τούτη τήν προφάνεια ένισχυμένη άκόμα περισσότερο άπό τό σπαραγμό πού αισθάνομαι. Ή έξέγερση γεννιέται άπό τό θέαμα τής παραφροσύνης μπροστά σέ μιά άδικη κι άκατανόητη κατάσταση.

Άλλά ή τυφλή της ορμή διεκδικεΐ τήν τάξη μέσα στό χάος καί τήν ένότητα μέσα στήν ίδια τήν καρδιά αύτοΰ πού φεύγει καί χάνεται. Φωνάζει, άπαιτεΐ, θέλει νά σταματήσει τό σκάνδαλο καί νά γίνει έπι τέλους σταθερό αύτό πού μέχρι τώρα γραφόταν χωρίς άνάπαυλα πάνω στή θάλασσα. Σκοπός της είναι ή άλλαγη. Άλλά άλλαγή σημαίνει δράση κι αύριο δράση θά σημαίνει νά σκοτώνεις, ένώ δέν ξέρεις άκόμα άν τό έγκλημα είναι νόμιμο. Γεννά άκριβώς τις πράξεις έκεϊνες πού τής ζητούν νά νομιμοποιήσει. Πρέπει λοιπόν ή έπανάσταση ν’ άντλήσει τά αίτιά της άπ’ τόν έαυτό της άφοΰ δέν μπορεϊ νά τά έξασφαλίσει άπό πουθενά άλλου. Πρέπει ν’ άποδεχτεΐ κάποιον αύτοέλεγχο γιά νά μάθει πώς πρέπει νά φερθεί.

Δυό αιώνες μεταφυσικής ή ιστορικής έπανάστασης προσφέρονται μόνο γιά θεώρηση. Μόνο ένας ιστορικός θά μπορούσε νά έκθέσει μέ λεπτομέρειες τις θεωρίες καί τά κινήματα πού ξετυλίγονται διαδοχικά σ’ αύτό τό διάστημα. Τό λιγότερο θά πρέπει νά μπορούμε νά βρούμε τήν άκρη κάποιου νήματος. Οι σελίδες πού άκολουθοΰν έπισημαίνουν μόνο μερικά Ιστορικά όρόσημα καί δίνουν μιά μέθοδο άνάγνώρισης. Αυτή ή μέθοδος δέν είναι ή μόνη δυνατή καί ούτε πρόκειται νά ξεκαθαρίσει έξάλλου όλα τά προβλήματα. Εξηγεί όμως λίγο  πολύ τήν κατεύθυνση καί σχεδόν Ολοκληρωτικά τις υπερβολές τής έποχής μας. Ή θαυμαστή ιστορία πού Εξετάζουμε είναι ή Ιστορία τής εύρωπαϊκής έπαρσης.

Ή έπανάσταση, πάντως, δέ θά μπορούσε νά μάς άποκαλύψει τά αίτιά της παρά στο τέρμα μιας έρευνας σχετικά μέ τίς ένέργειές της και τίς καταχτήσεις της. Μέσα στό έργο της ίσως νά βρίσκεται ό κανόνας δράσης πού τό παράλογο δέν μπόρεσε νά μάς δώσει, μιά ένδειξη τουλάχιστο σχετικά μέ τό δικαίωμα ή τό καθήκον τού νά σκοτώνεις καί τέλος ή έλπίδα μιας δημιουργίας.

Ό άνθρωπος είναι τό μόνο πλάσμα πού άρνιέται νά είναι αύτό πού είναι. Τό θέμα είναι νά μάθουμε άν αύτή ή άρνηση δέν μπορεϊ παρά νά τόν όδηγήσει στήν καταστροφή των άλλων καί τού έαυτού του, άν κάθε έπανάσταση πρέπει νά καταλήγει μέ τή δικαίωση του παγκόσμιου μακελλειοΰ ή άν άντίθετα, χωρίς νά καμουφλάρεται πίσω άπό μιά άπίθανη αθωότητα, μπορεϊ νά άποκαλύψει τήν άρχή μιας εύλογης ενοχής.

»Ο επαναστατημένος άνθρωπος» του Albert Camus

Καμύ

Αλμπέρ Καμύ ( 1913-1960 , Γάλλος συγγραφέας, Νόμπελ 1957)

Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας που γεννήθηκε στην Αλγερία. Ιδρυτής του Théâtre du Travail (1935), όπου δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά τη φήμη του στα μυθιστορήματά του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλιγούλας» και «Οι Δίκαιοι» και στα φιλοσοφικά του δοκίμια: «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος».
Κάποιοι τον κατατάσσουν στους υπαρξιστές, κάτι που ο ίδιος απέρριπτε. Τιμήθηκε το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε σε αυτοκινητικό δυστύχημα.

Στο περιθώριο των κυριάρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στο θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, το Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό. Δε σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση. Μπορεί να βρεις κάτι σοφό στα λόγια του αλλά μπορεί και όχι, τον ίδιο πάντως καθόλου δεν τον ενδιαφέρει ! .. όπως κάθε αληθινά μεγάλο άνθρωπο !

• Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.

• Πρέπει να θεωρείτε τον ηρωισμό και το θάρρος δευτερεύουσες αξίες, αφού όμως πρώτα δώσετε αποδείξεις ηρωισμού και θάρρους.

• Φαντάζομαι πως ο Σίσυφος ήταν ευτυχισμένος.

• Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.

• Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή μόνο αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.

• Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.

• Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές.

• Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.

• Από την εμπειρία κανείς δεν γίνεται σοφός, αλλά εμπειρογνώμων. Σε τι όμως;

• Η αδράνεια είναι μοιραία μόνο για τις μετριότητες.

• Είναι πιθανό να είναι κανείς ενάρετος, αλλά μόνο από ιδιοτροπία.

• Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει.

• Δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία κάνοντας πειράματα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις εμπειρία. Πρέπει να την υποστείς.

• Στα τριάντα μου, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, γνώρισα τη φήμη. Τώρα ξέρω περί τίνος πρόκειται. Μικροπράγματα.

• Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση «ναι», χωρίς να έχεις κάνει κάποια ξεκάθαρη ερώτηση.

• Να αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;

• Όλες οι σπουδαίες πράξεις και όλες οι σπουδαίες σκέψεις έχουν γελοίο ξεκίνημα.

• Η πραγματική γενναιοδωρία προς το μέλλον έγκειται στο να τα δίνουμε όλα στο παρόν.

• Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.

• Όταν παραδέχεται κανείς κάποια -ασήμαντα- ελαττώματα, πιστεύει ότι αποφεύγει έτσι να γίνει λόγος για τα άλλα του ελαττώματα. Επειδή είναι φυσιολογικό, σε κάποιον που ομολογεί αυθόρμητα κάποια ελαττώματα, να μην αναζητούμε κι άλλα.

• Η ακεραιότητα δεν έχει ανάγκη από κανόνες.

• Οι άνθρωποι σπεύδουν να ασκήσουν κριτική για να μην κριθούν οι ίδιοι.

• Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.

• Για τους πιο πολλούς ανθρώπους, ο πόλεμος είναι το τέλος της μοναξιάς. Για μένα, είναι η οριστική μοναξιά.

• Για να είμαστε ευτυχισμένοι, πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι.

• Υπάρχουν στους ανθρώπους περισσότερα πράγματα να θαυμάσουμε παρά να περιφρονήσουμε.

• Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου.

• Υπάρχουν κάποια πάθη τόσο δυνατά, που δεν μπορεί παρά να είναι αρετές.

• Σε συγχωρούν για την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο αν τα μοιράζεσαι γενναιόδωρα.

• Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο.

(Στα νιάτα του ήταν τερματοφύλακας)

• Σε τελευταία ανάλυση, χρειάζεται περισσότερο κουράγιο για να ζήσεις παρά για να αυτοκτονήσεις.

• Η ζωή μπορεί να είναι υπέροχη και συνταρακτική, αυτή είναι όλη η τραγωδία της. Χωρίς ομορφιά, αγάπη ή κίνδυνο, θα ήταν σχεδόν εύκολο να ζεις.

• Ο σκλάβος ξεκινά ζητώντας δικαιοσύνη και καταλήγει να περιμένει να φορέσει ένα στέμμα.

• Χωρίς δουλειά, η ζωή σαπίζει, αλλά όταν η δουλειά είναι άψυχη, η ζωή εκφυλίζεται και ξεψυχάει.

• Μπορείς να κρίνεις το χαρακτήρα ενός άντρα παρατηρώντας την όψη της γυναίκας του.

• Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας.

• Προπαντός όταν οι μέρες φαίνονται ατέλειωτες, είναι που αρχίζουν τα χρόνια να περνάνε γρήγορα.

• Στην πραγματικότητα δεν ζούμε παρά μερικές ώρες της ζωής μας.

• Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.

• Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής.

• Ένας άντρας έχει πάντα δύο χαρακτήρες: τον δικό του και αυτόν που του δίνει η γυναίκα του.

• Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι.

• Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι.

• Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.

• Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός, αλλά χωρίς ελευθερία, είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο Τύπος δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός.

• Αυτός που απελπίζεται από την ανθρώπινη μοίρα είναι δειλός. Αυτός που έχει ελπίδες γι’ αυτήν είναι ανόητος.

• Ακόμα κι όταν κάποιος είναι πεπεισμένος για την απελπισία του, πρέπει να δρα σαν να ελπίζει ή να αυτοκτονεί. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα.

• «Το αλκοόλ σβήνει τον άνθρωπο για ν’ ανάψει το κτήνος», κάτι που τον κάνει να αντιληφθεί γιατί του αρέσει το αλκοόλ.

• Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική.

• Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα, είναι ο Ελληνικός μύθος.

• Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.

• Στην πολιτική, είναι τα μέσα που καθαγιάζουν τον σκοπό και ποτέ ο σκοπός τα μέσα.

• Κατά τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.

• Ανάμεσα στη δικαιοσύνη σας και τη μάνα μου, προτιμώ τη μάνα μου.

• Όλη η τέχνη στον Κάφκα συνίσταται στο ότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να τον ξαναδιαβάσει.

• Σήμερα η μαμά πέθανε. Ή μπορεί χτες, δεν ξέρω. (από τον «Ξένο»)

• Ο σκοπός του συγγραφέα είναι να εμποδίσει τον πολιτισμό να καταστρέψει τον εαυτό του.

• Καλιγούλας: «αυτό που δεν θα καταλάβετε ποτέ είναι πως είμαι ένας άνθρωπος απλός».

image

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου