Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Θεμιστοκλής, ο μεγάλος δάσκαλος της πολιτικής τέχνης

Αθήνα, τέλος καλοκαιριού 480 π.Χ.
Δέκα χρόνια μετά την ήττα που υπέστησαν στον Μαραθώνα, οι Πέρσες επιχειρούν δεύτερη εισβολή στην Ελλάδα.
Ένας ευφυέστατος Αθηναίος  πολιτικός και στρατηγός, ο Θεμιστοκλής, πείθει τους Έλληνες να πολεμήσουν στα στενά των Θερμοπυλών και στο Αρτεμίσιο, ώστε να καθυστερήσουν τις περσικές δυνάμεις.
Μετά την γενναία αντίσταση και επεισοδιακή ήττα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες, που έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες, εξακολουθούν όμως να υπερτερούν σε αριθμό, οδεύουν εναντίον της Αθήνας καταστρέφοντας ό,τι βρίσκουν στον δρόμο τους.
Στην Αθήνα, οι επικεφαλής του στρατού και του στόλου αναζητούν τρόπους να διασωθεί ο πληθυσμός της πόλης, καθώς κανείς δεν αμφιβάλλει πως, αν οι Πέρσες φτάσουν ως εκεί, δεν έχουν αρκετές δυνάμεις να τους αντιμετωπίσουν.
Επιπλέον, το γεγονός  πως ο ιερός οικουρός όφις, προστάτης της πόλης, είχε εξαφανιστεί από την Ακρόπολη ερμηνεύτηκε ως σημάδι καταστροφής, εφόσον η πόλη δεν έχαιρε πλέον της θεϊκής προστασίας. Όπως συνήθιζαν τότε, πριν λάβουν οποιαδήποτε απόφαση, ζήτησαν χρησμό από τους Δελφούς και έλαβαν την εξής απάντηση: «…ο παντεπόπτης Ζευς δίνει την άδεια στην Τριτογενή να μείνει απόρθητο μόνο το ξύλινο τείχος που θα προστατέψει εσένα και τα παιδιά σου…» και «Ω θεία Σαλαμίς, πολλά παλικάρια εσύ θα φας, είτε όταν σπέρνεται το σιτάρι είτε όταν θερίζεται».
Οι Αθηναίοι ήταν ευσεβείς και αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρά τους θεούς τους.

Ο Θεμιστοκλής από την άλλη, ήταν ορθολογιστής, πρακτικός άνθρωπος και φιλόδοξος πολιτικός. Γνώριζε ότι η δύναμη της Αθήνας ήταν ο στόλος της και ήταν αποφασισμένος να πείσει τους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν την πόλη. Οι μάχιμοι θα επάνδρωναν τα καράβια και ο άμαχος πληθυσμός θα μεταφερόταν στα νησιά, ώστε οι Πέρσες να βρουν την Αθήνα άδεια. Το πρόβλημα ήταν πως οι προληπτικοί Αθηναίοι, οπωσδήποτε θα ακολουθούσαν με μεγαλύτερη ευκολία τη συμβουλή της Πυθίας παρά του Θεμιστοκλή και εκείνη είχε πει πως η σωτηρία τους ήταν το ξύλινο τείχος. Οπωσδήποτε θα οχυρώνονταν πίσω από το ξύλινο τείχος της Ακρόπολης, με την ελπίδα να αλλάξουν γνώμη οι θεοί.
Πώς θα χειριζόταν αυτή την κατάσταση ο ορθολογιστής Θεμιστοκλής, που έπρεπε προβεί σε μη δημοφιλείς ενέργειες και μάλιστα αμέσως;
Πήρε, λοιπόν μια βαθιά ανάσα και τους είπε : «Ω ζωντόβολα Αθηναίοι, αμόρφωτοι και ρεμπεσκέδες, που κατεβάζετε αμάσητη κάθε μπούρδα που ξεστομίζει μια μαστουρωμένη ημίτρελη! Πόσο βόδια είσαστε, που δεν καταλαβαίνεται πως όλα αυτά είναι παραμύθια και πόσο δειλοί που αρνείστε να αντιμετωπίσετε την πραγματικότητα, αφήνοντας τον καθένα να σας εξαπατά εκμεταλλευόμενος τις δεισιδαιμονίες σας! Αφήστε, λοιπόν, τις ηλιθιότητες, ω ανόητοι μπούφοι, και μπείτε στα καράβια να σωθείτε». Στη συνέχεια, τους ανέλυσε ενδελεχώς τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να επενδύσουν στον στόλο. Έβαλε κάτω τα νούμερα, τις διαστάσεις, την ένταση των ανέμων, μέχρι που πρόσεξε πως δεν είχε πια ακροατήριο. Οι τρομοκρατημένοι Αθηναίοι, που τρόμαξαν ακόμα περισσότερο με την ασέβεια του στρατηγού και θύμωσαν με τα προσβλητικά του λόγια, τον εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στην Ακρόπολη. Λίγες μέρες μετά, ο Ξέρξης με τον στρατό του τους κατέσφαξε και η Αθήνα έγινε περσική επαρχία, όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.
Ωχ! Συγγνώμη. Αυτή είναι η εκδοχή του σύγχρονου ορθολογιστή, που απαιτεί οι πολλοί να προσαρμοστούν στο δικό του ευφυές σκεπτικό. Ο Θεμιστοκλής ήταν πολιτικός. Ήξερε πως για να πείσει, εκείνος έπρεπε να προσαρμοστεί και να μιλήσει στη γλώσσα των πολλών. Ο στόχος του ήταν να σώσει την πόλη και τους πολίτες της και, φυσικά, να προωθήσει και την πολιτική του σταδιοδρομία, ως φιλόδοξος άνδρας που ήταν. Για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να είναι όλοι ενωμένοι, να νιώθουν δυνατοί, να αισθάνονται ότι υπηρετούν έναν στόχο που αξίζει τον κόπο. Έκανε έκκληση στο συναίσθημά τους, όχι για να τους εκμεταλλευτεί, αλλά για να τους πείσει να ακολουθήσουν τον δρόμο προς τη σωτηρία, όχι μόνο τη δική τους, αλλά και των γενεών που θα ακολουθούσαν.
Τους τα είπε, λοιπόν, κάπως έτσι: «Αγαπητοί μου συμπολίτες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε, διότι είναι φανερό πως οι θεοί είναι με το μέρος μας. Πρώτον, το ότι ο οικουρός όφις εγκατέλειψε τον ναό, είναι σημάδι πως η θεά εγκατέλειψε την πόλη, όπως πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Μας λέει καθαρά πως πρέπει να καταφύγουμε στη θάλασσα. Δεύτερον, είναι ολοφάνερο πως το ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, όπως λέει ο χρησμός, δεν μπορεί να είναι αυτός ο φράχτης της Ακρόπολης, όχι μόνο διότι η θεά εγκατέλειψε τον τόπο, αλλά επειδή ο χρησμός στη συνέχεια αποκαλεί τη Σαλαμίνα «θεία». Εκεί λοιπόν θα έχουμε τη θεϊκή προστασία και εκεί πολλά παλικάρια θα «φαγωθούν» και θα είναι Πέρσες. Τα πλοία μας είναι τα ξύλινα τείχη μας!»
Μόνο πεντακόσια άτομα δεν πείστηκαν και έμειναν στην Ακρόπολη, κυρίως όσοι δεν ήταν σε θέση να πολεμήσουν ή να μετακινηθούν, λέει ο Ηρόδοτος. Όλοι οι άλλοι ακολούθησαν τις οδηγίες του Θεμιστοκλή, διότι ένιωσαν ασφαλείς και δυνατοί υπό την ηγεσία ενός ανθρώπου που σεβόταν αυτά που και εκείνοι σέβονταν. Που ήταν ένας από αυτούς, αντί να στέκεται απέναντι κουνώντας το δάχτυλο. Μάλιστα, ήδη από την αρχαιότητα, υπήρχε η φήμη πως ο ίδιος ο Θεμιστοκλής επινόησε αυτόν τον χρησμό, με τον οποίο ανάγκασε το μαντείο να αντικαταστήσει έναν προηγούμενο που προφήτευε ολοκληρωτική καταστροφή. Το αποτέλεσμα ήταν πως υπερψηφίστηκε από τους υπόλοιπους στρατηγούς η πρόταση του Θεμιστοκλή να εκκενωθεί η πόλη, σύμφωνα με την οποία έπρεπε: «να εμπιστευτούν την πόλη στη θεά Αθηνά, να επιβιβαστούν στα πλοία όλοι οι μάχιμοι και ο καθένας να σώζει με όποιον τρόπο μπορεί τα γυναικόπαιδα και τους δούλους».
Στα χρόνια αυτά της πρώιμης δημοκρατίας, οι σπουδαίοι πολιτικοί άνδρες γνώριζαν πως, σε αντίθεση με τα απολυταρχικά καθεστώτα της ανατολής, όπου ο μονάρχης επέβαλλε δια της βίας στους υπηκόους του τα ήθη και τους τρόπους της αρεσκείας του, σε μια πόλη ελεύθερων πολιτών κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Εδώ ο ηγέτης έπρεπε να είναι έξυπνος, ευέλικτος και ευπροσήγορος, προκειμένου να πείσει το σώμα των πολιτών να του επιτρέψουν να εφαρμόσει το οποιοδήποτε σχέδιό του.
Αν ο Θεμιστοκλής δεν είχε κατορθώσει να πείσει τους υπόλοιπους για την ορθότητα της στρατηγικής του, η Ελλάδα και πιθανότητα ολόκληρη η Ευρώπη θα είχε καταληφθεί από τους Πέρσες. Δεν ήταν κατάλληλη η ώρα να συζητηθεί η εγκυρότητα των χρησμών και η ύπαρξη των θεών, με τον θάνατο να παραμονεύει στα δύο βήματα. Ο αγώνας εναντίον της δεισιδαιμονίας μπορούσε να περιμένει. Τώρα έπρεπε να πειστούν οι Αθηναίοι με κάθε τρόπο να λάβουν μία απόφαση ζωής. Και δεν θα τους είχε πείσει αν δεν κατέβαινε να αγωνιστεί στο δικό τους γήπεδο, αν δεν τους μιλούσε στη μόνη γλώσσα που καταλάβαιναν, αν δεν απευθυνόταν στο συναίσθημα χρησιμοποιώντας εργαλεία της λογικής! Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ολόκληρος ο κόσμος, μέχρι σήμερα, θυμάται και θαυμάζει τον Θεμιστοκλή ως πολιτική ιδιοφυία.

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

«Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει. Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια. Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν. Αν κάποιος αποφασίσει να ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος τού έχει απλώσει το χέρι. Αν ανέβει στο τρένο και ακολουθήσει τον σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών. Αν το κάνει καλά και δεν χάσει τον δρόμο του, θα φτάσει και στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζουν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν. Είναι αστείο, αλλά, αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει «δεν γνωρίζω αν γνωρίζω», όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής. Ίσως γι΄ αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τούς θεωρούμε σοφούς.»

ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΚΕΝΑΤΟΝ

«Αυτό που σήμερα αποκαλείται Χριστιανική θρησκεία, υπήρχε ήδη ανάμεσα στους αρχαίους και δεν έλειπε και στις απαρχές της ανθρώπινης φυλής. Όταν ο Χριστός εμφανίστηκε ένσαρκος , η αληθινή θρησκεία που ήδη υπήρχε, έλαβε την ονομασία Χριστιανική ».
''Άγιος'' Αυγουστίνος

Η ιστορία του Μωυσή συγγραφέα και συντάκτη της «Αγίας γραφής» (Παλαιάς διαθήκης/Πεντατεύχου- τα πέντε πρώτα βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου) είναι γνωστή στους περισσότερους. (1)
Στην παρούσα μελέτη θα παρουσιάσουμε μία εναλλακτική εξιστόρηση των σχετικών με τον Μωυσή γεγονότων, που βασίζεται κυρίως στον Αιγύπτιο αρχιερέα και ιστορικό Μανέθωνα ο οποίος έζησε περί τον 3ο αιώνα π.Χ. (Ο Μανέθωνας έγραψε στα Ελληνικά την ιστορία της Αιγύπτου κατόπιν εντολής του Πτολεμαίου Β΄του Φιλάδελφου ) (2).
Σύμφωνα με την Γένεση (κεφ. 46), ο λαός του Μωυσή ήταν μια ομάδα οικογενειών που ζούσαν νομαδικά και είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο με τον πατέρα τους τον Ιακώβ ή αλλιώς Ισραήλ. Λόγω όμως του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού τους οι Αιγύπτιοι εφάρμοσαν σχέδιο ελέγχου τους.
Μία άλλη εκδοχή για την καταπίεση των Εβραίων από τους Αιγυπτίους είναι, πως οι Εβραίοι είχαν ενωθεί με τους εισβολείς Υξώς και είχαν πολεμήσει ενάντια στους Αιγυπτίους. Οι Υξώς κατάφεραν να υποδουλώσουν την Αίγυπτο για αρκετά χρόνια, έως ότου οι Αιγύπτιοι κατάφεραν να τους διώξουν. Ακόμα όμως και μετά την εκδίωξη τους, οι Υξώς επανήλθαν για ένα σύντομο διάστημα σε τμήμα της Αιγύπτου για να εκδιωχθούν οριστικά και να διαλυθούν από τον Τούθμωση Γ' (1490-1436π.Χ.).
Το γεγονός όμως πως οι Εβραίοι ίσως υπήρξαν σύμμαχοι των Υξώς, έδωσε την αφορμή στον Φαραώ να καταργήσει τα δικαιώματα όλων των Εβραίων, και να τους μετατρέψει σε δούλους.
Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την Βίβλο, οι Αιγύπτιοι αρχικά είχαν τους Εβραίους ως δούλους, και στην συνέχεια εκδόθηκε διάταγμα σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να σκοτώνεται κάθε αρσενικό παιδί που γεννούσαν οι γυναίκες των Ισραηλιτών. Ένα ζευγάρι όμως Ισραηλιτών, ο Αμράμ και η Ιωχαβέδ γονείς του Μωυσή, έκρυψαν τον νεογέννητο γιο τους ώστε να μην εκτελεστεί. Στην συνέχεια η μητέρα του Ιωχαβέδ έβαλε το βρέφος σε ένα κιβώτιο από πάπυρο και το άφησε στον ποταμό Νείλο.
Το μικρό κιβώτιο με το Μωυσή βρέθηκε σύντομα από την κόρη του Φαραώ που είχε πάει στον Νείλο για να λουστεί. Όταν διαπίστωσε πως υπήρχε ένα μωρό μέσα σε αυτό, αποφάσισε να το υιοθετήσει και του έδωσε το όνομα Μωυσής («σωσμένος από το νερό» ).



Ο Μωυσής μεγαλώνει μέσα στο παλάτι σαν πρίγκιπας, γνωρίζει τα μυστικά της Αιγυπτιακής λατρείας και «μυείται» στην σοφία των Αιγυπτίων, εισχωρώντας στα άδυτα του μακραίωνου Αιγυπτιακού παρελθόντος!
Σύμφωνα με την παλαιά διαθήκη κάποια στιγμή συνειδητοποίησε την καταγωγή του, και αποφάσισε να παίξει λόγω της θέσης του καθοδηγητικό ρόλο στην σωτηρία του Εβραϊκού λαού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Μωυσής θα αναλάβει να απελευθερώσει τον λαό του και να τον οδηγήσει έξω από την Αίγυπτο στην Γη της Επαγγελίας.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί και ερευνητές δεν συμφωνούν στο ποίος ήταν ο Φαραώ την εποχή που ο Μωυσής υιοθετήθηκε από την βασιλική οικογένεια, ούτε για το ποίος κυβερνούσε την εποχή της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο.
Φαίνεται όμως πως καταλυτικό ρόλο στην ιστορία του Μωυσή αλλά και στην εισαγωγή του Μονοθεϊσμού, διαδραμάτισε ο Φαραώ Ακενατόν, εφόσον χρονικά υποστηρίζεται από κάποιους ερευνητές πως οι δύο άντρες συνυπήρξαν.
Πριν γίνει αναφορά στην πιθανή σχέση του Μωυσή με τον Φαραώ Ακενατόν, θα πρέπει να αναφερθούμε στον Ακενατόν.
O Αμενχοτέπ μετέπειτα Ακενατόν ή Αμένοφις IV (περίπου 1353-1335 π.χ), γιος του Αμένοφι III ήταν Φαραώ της Αιγύπτου. Σε αποικονήσεις της βασιλικής οικογένειας της βασιλείας του πατέρα του, ο Ακενατόν δεν αναπαριστάνεται μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Εικάζεται πως αυτό ίσως οφείλεται στην ασθενική του φύση, ή στο παράξενο παρουσιαστικό του. H ανατροφή του ανατέθηκε στο ιερατείο του Ρα στην Ηλιούπολη και όχι στο ιερατείο του Άμμωνα, παραδοσιακού προστάτη του βασιλικού οίκου. Λόγω όμως του πρόωρου θανάτου του μεγαλύτερου αδερφού του και χάρη στην εύνοια της μητέρας του, ο Αμένοφις IV ορίστηκε διάδοχος του θρόνου στην Αίγυπτο και χρίστηκε Φαραώ το 1379π.Χ.
Μόλις Ακενατόν ανέβηκε στο θρόνο της Αιγύπτου, προχώρησε σε μια εξαιρετικά τολμηρή θρησκευτική μεταρρύθμιση, που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από το ιερατείο του Άμμωνα. Άλλαξε το όνομά του από Αμεν -Xοτέπ («Ο Άμμων είναι ικανοποιημένος») σε Aκχεν -Aτόν, («Εκείνος που προσφέρει υπηρεσία στον Aτόν» ή, σύμφωνα με μια εναλλακτική ερμηνεία, «Φωτισμένη εκδήλωση του Aτόν» ).
Το ίδιο έκανε και η σύζυγος του βασίλισσά Νεφερτίτη. Ήταν τόσο ανατρεπτική η θρησκευτική μεταρρύθμιση του Ακενατόν που σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους Φαραώ, ο Ακενατόν θεωρούσε τον εαυτό του προφήτη, και όχι ως την προσωποποίηση του Θεού Ώρου στην Γη.



Εισήγαγε τη λατρεία του Θεού ήλιου Aτόν Ρα ως μοναδικού ύψιστου Θεού-δημιουργού. Έδρα της λατρείας υπήρξε αρχικά η πόλη Αννού, ή όπως οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν, η Ηλιούπολη, όπου ο Ακενατόν μεγάλωσε.
Τον έκτο χρόνο μετά την άνοδο του στο θρόνο, μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Θήβες στην καινούργια πόλη που έχτισε για αυτό τον λόγο, το σημερινό Λούξορ. Η πόλη ονομάστηκε ΑκχετAτόν («Ορίζοντας του Aτόν») και ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στον Aτέν, ενώ ένα νέο Ιερατείο επιφορτίζεται με την λατρεία του Ατόν.
Ο αρχαϊκός Aτόν εξυψώθηκε σε θεό του φωτός, στοργικό πατέρα του δημιουργημένου κόσμου και ταυτίστηκε με τον γερακοκέφαλο Ρα. Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή μυθολογία, ο Θεός Ρα ήταν ο δημιουργός των Θεών, των ανθρώπων, του κόσμου. Έμβλημά του ήταν ο ήλιος, το σύμβολο της ζωής, του φωτός, της γονιμότητας.
Ο Ρα απεικονίζεται επίσης με έναν οφθαλμό («το Μάτι του Ρα»), ως πανεπόπτης και παντογνώστης. Η μορφή του Ρα αντικαταστάθηκε από το σύμβολο ενός ηλιακού δίσκου («Aτόν» σημαίνει στην κυριολεξία «φωτεινός δίσκος»), που οι καθοδικές ακτίνες του κατέληγαν σε ανθρώπινα χέρια, μερικά από τα οποία κρατούσαν το ιερό ανκχ, σύμβολο της ζωής.
Ο Aτόν δεν αντιπροσώπευε πλέον μόνο τον Ήλιο ως ηλιακό ουράνιο σώμα, αλλά και τη Μονάδα τη Μία ζωοδόχο πηγή που συντηρεί τη δημιουργία με το φως της. Οι Θεοί δεν λατρευόταν πιά στο μισοσκόταδο των άδυτων των ιερών όπου είχαν πρόσβαση μόνο οι ιερείς, αλλά κάτω από το φως του ήλιου, σε τεράστιους υπαίθριους χώρους ανοιχτούς σε όλους τους πιστούς. Η λατρεία επίσης στον Θεό δεν απαιτούσε πλέον τη μεσολάβηση ενός πολυπληθούς ιερατείου όπως γινόταν παλαιότερα, και αυτή ήταν η πιο επαναστατική από όλες τις μεταρρυθμίσεις, ξεσηκώνοντας τις μεγαλύτερες αντιδράσεις από το ιερατείο.



Λόγο των αντιδράσεων στις μεταρρυθμίσεις του αυτές, στον ένατο χρόνο περίπου της βασιλείας του, ο Ακενατόν έδωσε διαταγή να κλείσουν όλοι οι ναοί των άλλων θεών, και εξαπέλυσε σκληρές διώξεις κατά των ιερέων του Άμμωνα.
Ταυτόχρονα διέταξε τη διαγραφή της λέξης «Θεοί» από όλα τα μνημεία της χώρας. Την εποχή της Βασιλείας του Ακενατόν συνεπώς έχουμε την καθιέρωση της πρώτης μονοθεϊστικής θρησκείας τόσο στην ιστορία της Αιγύπτου, όσο και στον γνωστό αρχαίο κόσμο.
Χαρακτηριστικός είναι ο Μέγας ύμνος στον Ήλιο του Ακενατόν :
«Πόσο πολύμορφα είναι τα έργα σου!. Είναι κρυμμένα από την όραση του ανθρώπου. Ω μοναδικέ Θεέ, που όμοιος σου δεν υπάρχει κανείς. Εσύ δημιούργησες τη γη σύμφωνα με την επιθυμία σου όταν ήσουν μόνος. Όλους τους ανθρώπους, όλα τα ζώα, μεγάλα και μικρά, και ότι στέκεται στα πόδια του πάνω στην γη και τρέχει ή πετάει ψηλά με τις φτερούγες του. Και στις χώρες της Συρίας, της Κούς (Αίγυπτος η υπό του αιγαίου χώρα) –εσύ τοποθέτησες τον κάθε άνθρωπο στην θέση του και κάλυψες τις ανάγκες του…»
«Ο Θεός είναι ένας και μόνος, και δεν υπάρχει άλλος μαζί του. Ο Θεός είναι ο ένας, ο ένας που έπλασε όλα τα πράγματα»,
«Ο Θεός είναι το αιώνιο ΕΝ, είναι αιώνιος και άπειρος. Διαρκεί εις τους αιώνες των αιώνων. Διήρκησε αμέτρητους αιώνες και θα διαρκέσει μία αιωνιότητα».
Η βασιλεία του Ακενατόν διήρκησε μόλις δεκαεπτά χρόνια. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του συγκυβερνά με το γιο του Σμενκάρε και μετά το θάνατό του, θα τον διαδεχτεί ο γιος του Τουταγχαμών, που ανεβαίνει στο θρόνο σε ηλικία 9 ετών.
Ο Τουταγχαμών ο οποίος έζησε 18 μόνο χρόνια, δεν είχε το σθένος να αντισταθεί στις πιέσεις του αποδυναμωμένου αλλά ισχυρού ακόμη ιερατείου του Άμμωνα, έτσι όχι μόνο επανέφερε τη λατρεία του αλλά και απαρνήθηκε το πατρικό του όνομα, αλλάζοντάς το από το αιρετικό Τουτανχατόν («Toutankh Aton» ζώσα εικόνα του Ατέν) στο ορθόδοξο Τουταγχαμών («Toutankh Amon» ζώσα εικόνα του Άμμωνα).
Έτσι λίγο μετά το θάνατό του, ο Aκχενατόν χαρακτηρίστηκε «καταραμένος», η πρωτεύουσα του ΑκχετAτόν εγκαταλείφθηκε, τα κτίσματά του καταστράφηκαν και το όνομά του διαγράφτηκε από όλα τα μνημεία και τα επίσημα αρχεία του κράτους.
Η λατρεία του Aτόν συνεχίστηκε για λίγα χρόνια ακόμα δίχως όμως την υποστήριξη ενός ισχυρού ιερατείου, και του Φαραώ σύντομα ξεχάστηκε, για να επιστρέψουν όλα όπως ήταν πριν τον Ακενατόν, στις Θήβες και στην παλιά θρησκεία του Άμμωνα.
Ας επανέλθουμε όμως ξανά στον Μωυσή.
Οι βιβλικές αναφορές δεν μπορούν να μας βοηθήσουν στον προσδιορισμό της εποχής που έζησε και έδρασε Μωυσής. Συνεπώς οι σύγχρονοι ερευνητές στηρίζονται στις ιστορικές αναφορές του Μανέθωνα, του Ιώσηπου, των Χριστιανών ιστορικών Αφρικανό και Ευσέβιο, και στα πορίσματα των αρχαιολογικών ευρημάτων. (3)Η παρούσα έρευνα στηρίζεται σε στοιχεία που παρουσιάζει ο Gary Greenberg, πρόεδρος της Βιβλικής Αρχαιολογικής Εταιρείας της Νέας Υόρκης και μέλος του Αμερικανικού Ερευνητικού Κέντρου της Αιγύπτου ανάμεσα σε άλλα.
Για να έχει ο αναγνώστης μία πλήρη άποψη των πορισμάτων όσον αναφορά την χρονολογική ταυτοποίηση των προσώπων θα πρέπει να διαβάσει την έρευνα του Gary Greenberg (4), διότι τα στοιχεία καλύπτουν μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο. Στην παρούσα μελέτη θα αρκεστούμε συνεπώς στην πιθανότερη εκδοχή σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία.
Σύμφωνα λοιπόν με τους περισσότερους ερευνητές το όνομα Μωυσής είναι καθαρά Αιγυπτιακής προέλευσης, προερχόμενο από την Αιγυπτιακή λέξη «Μς» που σημαίνει «γεννήθηκε». (Το Μωυσής είναι μία Ελληνοποιημένη απόδοση της αρχικής Αιγυπτιακής αυτής λέξης).
Το ότι το όνομα είναι Αιγυπτιακό θα ήταν εξάλλου λογικό, εφόσον η Αιγύπτια πριγκίπισσα που υιοθέτησε και έδωσε το όνομα αυτό στο βρέφος, δεν θα του έδινε Εβραϊκό όνομα εφόσον οι Εβραίοι ήταν επί διωγμό σύμφωνα με την Βίβλο.



Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή του ιστορικού Ιώσηπου που βασίζεται στον Μανέθωνα, ο Μωυσής ήταν ένας Αιγύπτιος ιερέας ονόματι Οσαρσήφ που οργάνωσε ανταρσία ανάμεσα σε καταπιεσμένους Αιγυπτίους. Αφού άρπαξε την εξουσία από τον Φαραώ, με την βοήθεια των Χαναανιτών συμμάχων του, επέβαλε μία βασιλεία τρόμου στην χώρα, καταστρέφοντας τους ναούς της, βεβηλώνοντας τα ιερά της και λεηλατώντας την χώρα. Μετά ο Οσαρσήφ κυβέρνησε επί δεκατρία χρόνια προτού ο εξόριστος Φαραώ σχηματίσει νέο στρατό και κυνηγήσει αυτόν και τους οπαδούς του στην Χαναάν.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί πως ο Μωυσής/ Οσαρσήφ έφυγε δύο φορές από την Αίγυπτο μία μόλις πέθανε ο Ακενατόν, και άλλη μία που καταγράφεται ως έξοδος αμέσως πριν την έναρξη της βασιλείας του Φαραώ Σέθου.
Σύμφωνα λοιπόν με τα πορίσματα της έρευνας του Greenberg, o Ακενατόν έγινε Φαραώ μεταξύ 1375 π.χ και 1372, όταν ήταν περίπου είκοσι ετών, εποχή κατά την οποία, ο Μωυσής/Οσαρσήφ θα πρέπει επίσης να ήταν λίγο μεγαλύτερος από τα είκοσι. Εάν συνεπώς ο Μωυσής, μεγάλωσε στο Βασιλικό ανάκτορο θα είχε την ίδια Βασιλική μόρφωση.
Ο Μωυσής/Οσαρσήφ ορίστηκε αρχιερέας του Ρα, τοποθετημένος από τον Ακενατόν να επιβλέπει τις ανατρεπτικές θρησκευτικές του μεταρρυθμίσεις.
Λογικό είναι με την θρησκευτική μεταρρύθμιση του Ακενατόν και την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας να δημιουργηθεί μία νέα άρχουσα τάξη που απαριθμούσε χιλιάδες ανθρώπων ενώ πολλοί περισσότεροι έπεσαν σε δυσμένεια, και ήταν ως εκ τούτου εχθρικά διακείμενοι στον Ακενατόν και το ιερατείο του, το οποίο εκπροσωπούσε ο Μωυσής/Οσαρσήφ.
Το όνομα Οσαρσήφ το άλλαξε σε Μωυσής όταν υπηρετούσε ως αρχιερέας υπό τον Ακενατόν, καθώς αυτό είχε προέλευση το όνομα της Οσίριδος, γεγονός που δεν θα ήταν αποδεκτό εκείνη την εποχή. Στην αφήγηση του Μανέθωνος, ο Οσαρσήφ κάνει αυτό ακριβώς επιλέγοντας το «Μς» ως ενός στοιχείου του ονόματος του, που θα το προλόγιζε με το όνομα ενός αποδεκτού Θεού του Ρα συνεπώς το όνομα ίσως ήταν «Ρά-μωσις». (Στα αιγυπτιακά το όνομα θα αποδιδόταν ως «Ρμς», δίχως φωνήεντα).

Σύμφωνα με ην Βίβλο, ο Μωυσής έφυγε από την Αίγυπτο διότι καταδικάστηκε σε θάνατο, καθώς είχε επιτεθεί σε έναν Αιγύπτιο επιστάτη ο οποίος είχε χτυπήσει έως θανάτου έναν Ισραηλίτη εργάτη. Για να σωθεί ο Μωυσής διέφυγε στα βουνά του Σινά όπου έζησε σαράντα χρόνια ως κτηνοτρόφος, βοσκώντας τα κοπάδια του και καθαρίζοντας την ψυχή του. Μία μέρα ο Θεός αποκαλύφθηκε στον Μωυσή με το Θαύμα της καιγόμενης βάτου και τον διέταξε να ελευθερώσει τα τέκνα του Ισραήλ από την αιχμαλωσία.
Ο Μωυσής πέρασε σαράντα χρόνια στην Έρημο, που σημαίνει πως όταν έφυγε θα πρέπει να ήταν περίπου σαράντα ετών, συνεπώς η φυγή του αυτή θα πρέπει να έλαβε χώρα το 1355 π.χ μία χρονολογία που χωρίζει τις βασιλείες του Σμενκαρέ και του Τουταγχαμών, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε έθεσε τέλος στις μεταρρυθμίσεις του Ακενατόν, (5) επαναφέροντας τις προηγούμενες θρησκευτικές πρακτικές στο προσκήνιο.
Στην πραγματικότητα, ο Μωυσής ως πρωταγωνιστής στην θρησκευτική επανάσταση του Ακενατόν αναγκάστηκε να φύγει από την Αίγυπτο για να γλιτώσει τις διώξεις.
Σύμφωνα με τον Ιώσηπο οι πολιτικοί εχθροί του Μωυσή φοβόταν πως ο Μωησής θα γινόταν Φαραώ και για αυτό συνωμότησαν να τον σκοτώσουν. Ο Μωυσής όμως προειδοποιήθηκε και έφυγε κρυφά για να γλιτώσει.
Ο Φαραώ ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το σβήσιμο των τελευταίων ιχνών του Ακενατόν ήταν ο Χορεμχέμπ, ο οποίος δεν είχε βασιλικό αίμα. Τα Αιγυπτιακά αρχεία ταυτίζουν τα θύματα των διώξεων με τους οπαδούς του Ακενατόν, ενώ η Βίλος με τους ιούς του Ισραήλ. Σε όλη την χώρα οι εναπομείναντες ναοί καταστρέφονται, και εξαλείφεται κάθε αναφορά που αφορούσε την περίοδο του Ακενατόν.
Ένα χρόνο πριν πεθάνει ο Χορεμχέμπ διόρισε ως αντιβασιλέα του τον Ραμσή τον Α.
Με τον θάνατο του Χορεμχέμπ ο Μωυσής εκμεταλλεύεται το κενό στην εξουσία, και επιστρέφει στην Αίγυπτο, έχοντας ως στόχο αφενός να χριστεί Φαραώ αλλά και να επαναφέρει τον μονοθεϊσμό του Ακενατόν. Σύμμαχοι του ήταν οι διωκόμενοι πρώην υποστηρικτές του Ακενατόν.
Ανάμεσα στους πρώην υποστηρικτές του Ακενατόν υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός ταλαιπωρημένων και μολυσμένων από διάφορες αρρώστιες (λεπροί) Αιγυπτίων (εξαιτίας των διωγμών), αντιπάλων του Ραμσή Α, αλλά και αλλοεθνείς αντιπάλους των Αιγυπτίων.
Ποιοι ήταν αυτοί;
Εκτός της εισβολής Υξώς γνωρίζουμε πως αυτή περίπου την περίοδο, έγινε η εισβολή των «λαών της Θάλασσας» στην Αίγυπτο, οι οποίοι ήταν πιθανώς Φιλισταίοι ή Έλληνες. Ίσως λοιπόν ο Μωυσής συμμάχησε μαζί τους.
Σε κάθε περίπτωση ο Μωυσής ήταν ο ηγέτης ανθρώπων που αντέκρουσαν την ισχύ των Αιγυπτίων Θεών. Η αναμέτρηση τελείωσε με την έξοδο του Μωυσή και των πιστών του, από την Αίγυπτο κυνηγημένος για δεύτερη φορά. Φεύγοντας ο Μωυσής ως πρώην αρχιερέας, κατάφερε να πάρει από τα άδυτα των Αιγυπτιακών ιερών τα ιερά αντικείμενα των σεπτών μυστηρίων ανάμεσα στα οποία και η κιβωτός...!
Σε αυτό το σημείο στην ιστορία της εξόδου, φαίνεται πως εμπλέκεται ο Ελληνικός μύθος του Δαναού και του Αιγύπτου. Ίσως αυτούς αφορά λοιπόν η αναφορά στους «λαούς της θάλασσας».



Σύμφωνα λοιπόν με τον Εκαταίο (Έλληνας συγγραφέας του 4ου αιώνα π.χ, - συνεπώς προηγείται του Μανέθωνα -) η Αίγυπτος υπέφερε από πανώλη, και οι αρχές το απέδιδαν στην παρουσία αλλότριων ατόμων ξένων προς τις παγιωμένες θρησκευτικές τελετές, γεγονός που έκανε τους Θεούς να εξοργιστούν. Για να επανέλθουν οι Αιγύπτιοι Θεοί, διώχθηκαν οι ξένοι αναφέρει ο Εκαταίος, κάτι που είχε ως συνέπεια ο Δανός και ο Κάδμος να πάνε στην Ελλάδα, και ο Μωυσής στην Ιερουσαλήμ.
Η αναφορά αυτή συμπίπτει με τα γεγονότα της εποχής Ακενατόν, γεγονός που ενισχύεται από την αναφορά πως ο Δαναός έφυγε ταυτόχρονα με τον Μωυσή.
Ποίος όμως ήταν ο Δανάος;
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Δαναός ήταν πρόγονος του Περσέα, και γιος του βασιλιά της Αιγύπτου Βήλου. Μητέρα του ήταν η κόρη του Νείλου Αγχινόη, και αδελφός του ήταν ο Αίγυπτος.
Στον Δαναό ο Βήλος έδωσε το βασίλειο της Λιβύης, ενώ τον Αίγυπτο τον όρισε διάδοχό του. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, και πενήντα κόρες ο Δαναός. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αιγύπτου στην πατρική κληρονομιά. Θέλοντας να συμφιλιωθούν, ο Αίγυπτος πρότεινε στον Δαναό να νυμφευθούν οι γιοι του τις πενήντα κόρες του. Ο Δαναός απέρριπτε συστηματικά την πρόταση του αδελφού του να νυμφευθούν οι ανεψιοί του τις πενήντα κόρες του, θεωρώντας τους αιμόμικτους αυτούς γάμους ανόσια πράξη. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, που έλεγε πως θα δολοφονηθεί από γιο του αδελφού του, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του, και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, την Ελλάδα.
Με τις οδηγίες της Αθηνάς ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορο (πενηντάκωπο πλοίο) την Δαναιδα, και παίρνοντας τις κόρες του αναχώρησε με προορισμό το Λιμάνι του Άργους. Έτσι εκπληρώθηκε και η προφητεία που είχε δώσει ο Προμηθεύς στην πρόγονο του Δαναού Ιώ: «Πέμπτη μετά από αυτόν (τον Έπαφο) γενιά γυναικεία, με τις πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθη, των ξαδέρφων γάμο συγγενικό για να ξεφύγει˙ κι αυτοί ξεφρενιασμένοι από τον πόθο, σαν τα γεράκια θα ριχτούν ξοπίσω σε περιστέρες, κυνηγώντας γάμους αταίριαστους.»Ο Δαναός έχτισε στο Άργος την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού. Στην κορυφή της έχτισε ναό προς τιμήν του Λαρισαίου Διός, όπου τοποθετήθηκε ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) του θεού. Δεν άργησε όμως να καταπλεύσει ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του, και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι αιμομικτικοί γάμοι. Ο Δαναός προσποιήθηκε ότι δέχεται. Αφού έγινε κλήρωση για να γνωρίζει ο κάθε νέος ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές.
Τη νύχτα όμως του γάμου ο Δαναός, έδωσε σε κάθε κόρη του ένα εγχειρίδιο με την εντολή να θανατώσουν τους συζύγους στον ύπνο τους. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν και πραγματοποίησαν την πατρική διαταγή εκτός από δύο, την Ρόδη (ή Βεβρύκη) σύζυγος του Ιππόλυτου και την Υπερμνήστρα Από το χέρι του Λυγκέα βρήκε τελικά τον θάνατο ο Δαναός, και έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του Αιγύπτιου μάντη. Ο Δαναός όρισε με νόμο, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας τους Έλληνες ως μίαν ολότητα: «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πριν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα».



Από τα παραπάνω είναι προφανές πως η ιστορία δεν έχει μια μόνο ανάγνωση, πόσο μεν μάλλον δε όταν τα γεγονότα τα οποία εξιστορούνται απέχουν χιλιάδες χρόνια από εμάς.
Το γεγονός πάντως είναι πως μόνο τυχαίες δεν είναι οι ομοιότητες του τρόπου ζωής των Εβραίων, αλλά και των γεγονότων που περιγράφονται στην Βίβλο με τις «παγανιστικές» πρακτικές των Αιγυπτίων - και όχι μόνο - της εποχής εκείνης, αλλά και της μονοθειστικής θρησκείας που εξελίσεται αργότερα στον Χριστιανισμό...
Η ιστορία των Εβραίων θα είναι μία ιστορία επαναλαμβανόμενης υποδούλωσης από ξένα έθνη. Από τους Αιγυπτίους, τους Ασσυρίους, τους Βαβυλώνιους, τους Έλληνες, τους Σύρους, και τέλος το 63 π.χ από τους Ρωμαίους. Αυτές οι κατακτήσεις οδήγησαν αναπόφευκτα τον Εβραϊκό λαό να υποταχθεί στην πολιτιστική επιρροή των κατακτητών του, και υποχρέωσαν τους Εβραίους να διασκορπιστούν σε όλη την Μεσόγειο. Γι’ αυτό τον λόγο ο Εβραίος Μεσσίας αναμενόταν ως ένας πολεμιστής βασιλιάς που θα ερχόταν να απελευθερώσει την Ιουδαία από τους εχθρούς της και να αποκαταστήσει την γενιά του Δαυίδ...


Παραπομπές:

1. Σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν πως τα παλαιότερα βιβλία της Βίβλου δεν εκδόθηκαν σε πλήρη μορφή πριν από τον 7 αιώνα π.χ, ίσως και μερικούς αιώνες αργότερα, συνεπώς συγγραφέας στης στην μορφή που την ξέρουμε δεν θα μπορούσε να είναι ο Μωησής.
2. Ό Μανέθωνας σε ένα γράμμα του που δημοσιεύεται στο «Contra Appiano» του Ίώσηπου, λεει ότι έγραψε στα χρόνια του Πτολεμαίου Β' του Φιλάδελφου. Εκεί παρουσιάζεται ως μεγάλος ιερέας και γραφέας των ιερών της Αιγύπτου και ότι γεννήθηκε στη Σεβηνή και κατοικούσε στην Ηλιούπολη. Ο Μανέθωνας μετέφερε στα ελληνικά ότι περιείχαν τα ιερά κείμενα. Ο Μανέθωνας με τη βοήθεια του Τιμόθεου έγραψε τα έξης έργα: 1. «Αιγυπτιακά» ή ιστορία της Αιγύπτου. 2. «Βίβλος του Σώθεως» ή «ο Κυνικός Κύκλος» 3. «Η ιερά Βίβλος» 4. «Επιτομή των Φυσικών», 5. «Περί εορτών», 6. «Περί Αρχαϊσμού και Ευσεβείας», 7. «Περί κατασκευής των Κυφίωv» (Θυμιαμάτων) και 8. «Τα προς Ηρόδοτο». Ξεχωριστά πρέπει να μνημονεύσουμε τα «Κείμενα» του Ερμή του Τρισμέγιστου που είναι το βιβλίο μύησης των αρχαίων ιερών της Αιγύπτου. Και αυτό αποδόθηκε στο ελληνικό πνεύμα, δηλαδή δεν είναι αυτό που θα λέγαμε μετάφραση.Στα «Αιγυπτιακά» του ο Μανέθωνας δίνει τις δυναστείες έτσι όπως τις κρατούσαν στα ιερά, αλλά με εξελληνισμένα ονόματα. Αν εξαιρέσουμε τα «Κείμενα» του Ερμή του Τρισμέγιστου πού σώθηκαν σχεδόν ολόκληρα, όλο το έργο του Μανέθωνα χάθηκε. Σώθηκαν μόνο αποσπάσματα σε έργα των ιστορικών των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων. Η συγκέντρωση των αποσπασμάτων αυτών αποτελεί το έργο του Μανέθωνα πού δημοσιεύεται σε χωριστό τόμο. Από τα αποσπάσματα βγαίνει ότι ο Μανέθωνας έκανε προσπάθεια να συνδέσει τα ιστορικά στοιχεία της Αιγύπτου με τα Ελληνικά δεδομένα, αλλά και με την ιστορία των Εβραίων. Τα πιο σημαντικά αποσπάσματα σώθηκαν από τον Ιώσηπο στο έργο του Contra Apionem βιβλίο Α' από το Σύγγελο Γεώργιο το Μοναχό, το Σέξτο Ιούλιο Αφρικανό, τον Ευσέβειο κ.ά.
3. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αρτάπανο (2ος αιώνας π.χ), ο Μωησής ενώ βρισκόταν στην Αιγυπτιακή αυλή, είχε δεχθεί μεγάλες τιμές από τους ιερείς και σε αναγνώριση των ικανοτήτων του ονομάστηκε Ερμής. Ο Ερμής ταυτίζεται με τον Αιγύπτιο Θεό ΤΩΘ και τον Ερμή τον Τρισμέγιστο.
4. Gary Greenberg, «Το μυστήριο του Μωυσή» εκδόσεις Ενάλιος.
5. Έτσι ο Aιγυπτιακός ΑΤ-OΝ , έγινε ο βιβλικός θεός ΩΝ.

Ο Θουκυδίδης, ο τρωικός πόλεμος και η έννοια του μύθου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ομηρικά έπη κινούνται περισσότερο στο μύθο παρά στην ιστορική πραγματικότητα. Κι αυτό είναι απολύτως εύλογο, αφού η έννοια έπος, εξ’ ορισμού, εμπεριέχει την υπερβολή: «έπος: ποιητική σύνθεση μακρόπνοης έμπνευσης και μεγάλης έκτασης με διαπλεκόμενες ιστορίες, που εξυμνεί με θριαμβολογική, εγκωμιαστική και συχνά εξωραϊστική διάθεση γνωστά κατορθώματα ηρώων, θεών και ηγεμόνων». (Από το λεξικό του Μπαμπινιώτη). Το έπος αποσκοπεί στην τέρψη. Το έπος αφορά την ψυχαγωγική δυναμική της ομήγυρης που τρέφεται με μύθους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εκτονωτικό, πιο εξισορροπητικό, πιο εξυψωτικό και ταυτόχρονα πιο καταπραϋντικό από τον ομαδικό μύθο. Γι’ αυτό οι ραψωδοί συνδέονται με τα πανηγύρια. Γιατί τα πανηγύρια συνδέονται με το ξέφρενο, δηλαδή με τη συναισθηματική απελευθέρωση. Ο μύθος είναι η πύλη αυτού του μηχανισμού. Είναι η μυσταγωγία της ομαδικότητας, που λειτουργεί σχεδόν ενορατικά, σαν παραίσθηση από κοινού, σαν συμμετοχικό ξεπέρασμα του εαυτού, σαν άνευ όρων παράδοση, σαν συλλογική – στα όρια του μεταφυσικού – εμπειρία. Κι αυτό ακριβώς είναι η φυγή. Μιλάμε για τη φυγή της ατομικότητας, που θέλει, έστω για λίγο, να ενωθεί με τους άλλους. Κι όσο πιο ζωντανά αναπαρίσταται ο μύθος, τόσο πιο αληθινός είναι. Η αλήθεια του μύθου δεν είναι παρά το μέτρο έντασης της φυγής. Στόχος του μύθου η στιγμιαία απώλεια της συνείδησης που διαχέεται μέσα στις συνειδήσεις των φανταστικών άλλων που διαμορφώνουν την εξέλιξή του. Κι από εδώ ξεκινά η διάπλαση. Γιατί η ταύτιση και η αποστροφή που μοιραία γεννάται, ως συναισθηματική συμμετοχή, δεν είναι η ασύνειδη επαναφορά του εαυτού που υπογείως καλείται να πάρει θέση, αλλά η επιβολή του μύθου που εξαναγκάζει το κοινό να ενταχθεί στο διαδραματιζόμενο γίγνεσθαι. Οι συγκρούσεις της φαντασιακής κοσμογονίας γίνονται υπόθεση προσωπική, αφού, με το ξεπέρασμα του εαυτού, όλα είναι  προσωπικά, μετατρέποντας το μύθο σε βιωματική συνθήκη. Το βίωμα του μύθου είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική είσπραξη, που μόνο ως ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί και που αποκτά ολοφάνερες παιδαγωγικές διαστάσεις, μετουσιώνοντας το φαντασιακό σε ρυθμιστικό παράγοντα συμπεριφοράς με τη διάπλαση των επιθυμιών κατά τα προβαλλόμενα πρότυπα. Γι’ αυτό τα ομηρικά έπη αποτέλεσαν την πιο αξιόπιστη εκπαιδευτική ύλη στην αρχαία Αθήνα. Γι’ αυτό εξακολουθούν να έχουν περίοπτη θέση και στα σημερινά σχολεία. Γιατί καθιστούν σαφές ότι το καλό ταυτίζεται με την ανδρεία, τη φιλοπατρία κτλ και ότι το λάθος ταυτίζεται με τη δειλία, τον εγωισμό κτλ. Μπροστά σ’ αυτή την οπτική η αλήθεια έχει ελάχιστη σημασία.
Chryses pleading with Agamemnon for his daughter (360–350 BC)

Chryses pleading with Agamemnon for his daughter (360–350 BC)

Αν όμως ο μύθος ταυτίζεται με την τέχνη, η αλήθεια ταυτίζεται με την επιστήμη. Κι αν η ιστορία είναι η αναζήτηση της αλήθειας για τα γεγονότα του παρελθόντος τότε δεν έχει άλλη επιλογή από να αποκτήσει επιστημονικές διαστάσεις, που μόνο μεθοδολογικά μπορούν να εξασφαλιστούν. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά ο ρόλος του Θουκυδίδη: «Ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας να γράφει αμέσως μόλις ξέσπασε, γιατί προέβλεψε και πως μεγάλες διαστάσεις θα πάρει και πιο αξιόλογος απ’ όλους τους προηγούμενους θα είναι». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος ένα, σε μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου). Ο Θουκυδίδης προφανώς πέρασε τα πρώτα εφτά χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου στην Αθήνα και γνώριζε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, έχοντας ακούσει τους λόγους του Περικλή και τις συζητήσεις για την Πύλο και τη Μυτιλήνη. Όταν το 424 π.Χ εξορίστηκε για 20 χρόνια λόγω της απώλειας της Αμφίπολης, κατέφυγε στα κτήματά του στη Θράκη κι αφιερώθηκε στη συγγραφή της ιστορίας του πολέμου καθορίζοντας για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα τις βασικές αρχές της επιστημονικής ιστοριογραφίας: «Τις πράξεις που στη διάρκεια του πολέμου έγιναν, δεν έκρινα σωστό να τις γράψω βασισμένος στις πληροφορίες του πρώτου τυχόντα ούτε όπως εγώ νόμιζα, αλλά αφού ερεύνησα με κάθε δυνατή ακρίβεια για την καθεμιά, τόσο για κείνες που ο ίδιος ήμουν παρών όσο και για κείνες που μάθαινα από άλλους. Και η εξακρίβωση γινόταν δύσκολα, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για το ίδιο περιστατικό, αλλά καθένας ανάλογα με τη συμπάθειά του για τη μια ή την άλλη παράταξη ή καταπώς θυμόταν. Κι όσο στο να ακούει κανείς την αφήγησή μου, επειδή λείπει απ’ αυτήν το μυθικό, ίσως θα φανεί λιγότερο ευχάριστη. Όσοι όμως θα θελήσουν να γνωρίσουν με ακρίβεια αυτά που έγιναν κι εκείνα που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα γίνουν κάποτε ξανά τέτοια ή παρόμοια τούτοι να κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο θα μου είναι αρκετό. Το έργο έχει γραφτεί πιο πολύ σαν μελέτημα παντοτινό παρά σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα για να τα’ ακούν κάποιοι ευχάριστα». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος 22, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκος). Ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν γράφει για τέρψη, αλλά για την αλήθεια. Όμως και πάλι βρισκόμαστε μπροστά στο διδακτικό – παιδαγωγικό στοιχεία που θα ωφελήσει την ανθρωπότητα, αφού, για τον Θουκυδίδη, η ιστορία κινείται από νόμους που την υποχρεώνουν να επαναλαμβάνει «τέτοια ή παρόμοια» και που κινούνται «σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση». Κι αυτό ακριβώς ενδιαφέρει τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση. Γιατί η επίσημη καταγραφή της ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο από τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στα διάφορα ιστορικά ερεθίσματα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι μοιάζουν.

Χάρτης της ομηρικής Ελλάδα

Χάρτης της ομηρικής Ελλάδα

Ο Θουκυδίδης δεν εμπιστεύεται τα γεγονότα «όπως τα τραγούδησαν οι ποιητές, που τα μεγαλοποίησαν και τα στόλισαν, ή όπως τα εκθέσανε οι λογογράφοι, που περισσότερο ζήτησαν να τέρψουν τους ακροατές τους παρά να τους πουν την αλήθεια….». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 21). Εξάλλου γνωρίζει καλά ότι οι άνθρωποι είναι απολύτως επιρρεπείς στους μύθους: «Υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα, ακόμα και σύγχρονα κι όχι ξεχασμένα από την πολυκαιρία, για τα οποία κι οι άλλοι Έλληνες έχουν γνώμες σφαλερές, όπως λόγου χάρη ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν έχουν μία ψήφο ο καθένας, αλλά δύο, κι ότι στο στρατό της Σπάρτης υπάρχει λόχος Πιτανάτης που ποτέ δεν υπήρξε. Τόσο λίγο ταλαιπωρούνται οι πολλοί να αναζητήσουν την αλήθεια και πιο πολύ κλίνουν να δεχτούν τα έτοιμα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 20).

Τον τρωικό πόλεμο ο Θουκυδίδης τον συγκαταλέγει στην αρχαιολογία. Όταν ο Μίνωας οργάνωσε το ναυτικό και πολέμησε την πειρατεία, καθιστώντας τις θάλασσες ασφαλέστερες, άρχισαν να ακμάζουν τα παράλια. Υπήρχε ευημερία και κάποιοι «πλούσιοι έχτισαν τείχη γύρω από τις πόλεις τους. Γιατί επιθυμώντας τα κέρδη, κι οι φτωχότεροι δέχονταν την εξάρτηση από τους πιο δυνατούς, κι οι δυνατότεροι, διαθέτοντας πλούτο, έκαναν υποτελείς τους τις μικρότερες πόλεις. Βρίσκονταν πια σ’ αυτή την κατάσταση, όταν, αργότερα, έκαμαν την εκστρατεία εναντίον της Τροίας». (βιβλίο πρώτο παράγραφος 8). Το ιμπεριαλιστικό παιχνίδι της ισχύος ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να περάσουμε στον τρωικό πόλεμο: «Ο Αγαμέμνονας, κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κυρίως επειδή ήταν ο πιο δυνατός από τους άλλους ηγεμόνες, κι όχι επειδή οι μνηστήρες της Ελένης, που έγινε αρχηγός τους, είχαν δεσμευτεί με τους όρκους τους οποίους είχαν κάνει στον Τυνδάρεο», και συμπληρώνει: «Αφού παρέλαβε την κληρονομιά αυτή ο Αγαμέμνονας και ταυτόχρονα απέκτησε ναυτικό ισχυρότερο από οποιουδήποτε άλλου, μπόρεσε κατά τη γνώμη μου να κάμει εκστρατεία κι όσοι τον ακολούθησαν, το ‘καμαν περισσότερο από φόβο παρά από φιλοφροσύνη. Είναι, εξάλλου, φανερό πως αυτός πήρε μέρος στην εκστρατεία έχοντας τα πιο πολλά καράβια κι ότι έδωσε και στους Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Όμηρος, αν μπορεί κανείς να βασιστεί στη μαρτυρία του….. Αν, λοιπόν, ο Αγαμέμνονας δεν είχε κάποιο αξιόλογο ναυτικό, δε θα μπορούσε, μια και ήταν στεριανός, να εξουσιάζει νησιά, εκτός από τα κοντινά του, που δεν είναι πολλά. Κι απ’ αυτήν την εκστρατεία πρέπει να συμπεράνει κανείς ποια ήταν η κατάσταση πρωτύτερα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 9). Ο Θουκυδίδης, ορίζει από την αρχή τα οικονομικά συμφέροντα ως την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Γι’ αυτό κάνει λόγο για ανθρώπινα πάθη. Γιατί δεν υπάρχουν ούτε θεϊκές παρεμβάσεις, ούτε παιχνίδια της μοίρας, ούτε τυχαία περιστατικά. Μόνο η μάχη της εξουσίας, δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας. Όμως η απομυθοποίηση του τρωικού πολέμου αφορά και το κομμάτι των καθαυτό πολεμικών επιχειρήσεων: «Κι αν ακόμη θα πρέπει να δώσουμε κι εδώ πίστη στον Όμηρο, ο οποίος, σαν ποιητής, είναι φυσικό να τη μεγαλοποίησε, και πάλι η εκστρατεία αυτή ήταν φανερά κατώτερη από τις σημερινές. Αναφέρει λοιπόν ο ποιητής πως από τα χίλια διακόσια καράβια που πήραν μέρος στην εκστρατεία, των Βοιωτών είχαν εκατόν είκοσι άντρες το καθένα και του Φιλοκτήτη πενήντα, θέλοντας να δείξει έτσι, κατά τη γνώμη μου, τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Οπωσδήποτε στον κατάλογο των καραβιών δεν αναφέρει πλοία άλλου μεγέθους. Ότι, εξάλλου, όλοι οι άντρες ήταν ταυτόχρονα κωπηλάτες και πολεμιστές το μνημονεύει, όταν μιλά για τα καράβια του Φιλοκτήτη. Εδώ λέει ότι όλοι οι κωπηλάτες ήταν και τοξότες. Επιβάτες, εκτός από τους βασιλιάδες και τους σπουδαιότερους αξιωματούχους, δεν είναι πιθανό να βρίσκονταν πολλοί πάνω στα πλοία, μια και επρόκειτο να περάσουν πέλαγος φορτωμένα πολεμικό υλικό κι εξάλλου δεν είχαν κατάστρωμα, αλλά ήταν φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο, σαν τα πειρατικά. Αν λοιπόν πάρει κανείς το μέσον όρο των μεγαλύτερων και των μικρότερων καραβιών, δεν φαίνεται να ήταν πολλοί όσοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, μια και στάλθηκαν σ’ αυτήν πολεμιστές από ολόκληρη την Ελλάδα. Αιτία γι’ αυτό ήταν όχι τόσο η έλλειψη ανθρώπων όσο η έλλειψη χρημάτων. Γιατί από ανεπάρκεια εφοδίων είχαν φέρει λίγο στρατό, τόσο μόνον όσον έλπιζαν ότι θα μπορούσε να συντηρηθεί επιτόπου πολεμώντας. Κι όταν αποβιβάστηκαν και νίκησαν στην πρώτη μάχη (αυτό είναι φανερό, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαν να προστατέψουν με τείχος το στρατόπεδό τους) και τότε δεν φαίνεται να χρησιμοποίησαν όλες τους τις δυνάμεις, αλλά από έλλειψη τροφίμων, επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της Χερσονήσου και σε διαρπαγές. Εξ’ αιτίας αυτής της διασποράς των δυνάμεών τους μπόρεσαν οι Τρωαδίτες να αντέξουν δέκα ολόκληρα χρόνια στον πόλεμο, αφού ήταν ισόπαλοι με τις ελληνικές δυνάμεις που κάθε φορά έμεναν στο στρατόπεδο. Αν, αντίθετα οι Έλληνες είχαν έρθει έχοντας αποθέματα τροφίμων και αντί να ασχολούνται με τη γεωργία και τη διαρπαγή, πολεμούσαν συνέχεια όλοι μαζί, εύκολα, χάρη στην υπεροχή τους στις μάχες, θα είχαν κυριέψει την πόλη, αφού και διεσπαρμένοι που ήταν και με μέρος μόνο του στρατού τους κάθε φορά διαθέσιμο, άντεχαν. Αν, εξάλλου, είχαν κάνει ταχτική πολιορκία, θα κυρίευαν την Τροία σε μικρότερο χρόνο και με λιγότερον κόπο. Αλλά από έλλειψη χρημάτων και τα πριν από τα τρωικά ήταν ασήμαντα, κι αυτά τα ίδια, μόλο που υπήρξαν πιο ξακουστά από τα προηγούμενα, αποδείχνεται από τα πράγματα ότι ήταν κατώτερα από τη φήμη και την παράδοση που, χάρη στους ποιητές, έχει επικρατήσει σήμερα γι’ αυτά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφοι 10 – 11). Όμως, όσο η σαφής γνώση της ιστορικής πορείας – που μόνο η ιστορία ως επιστήμη μπορεί να προσφέρει -  καθίσταται απαραίτητη για τη διαμόρφωση ορθής κρίσης των γεγονότων (δηλαδή της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως εκτυλίσσεται στο πέρασμα των αιώνων), άλλο τόσο διαφωτιστικά λειτουργεί και ο μύθος, που, σε τελική ανάλυση, μετουσιώνοντας τα γεγονότα σε τέχνη – υπό το πρίσμα των δεδομένων υπερβολών – διεισδύει στην ανθρώπινη άβυσσο μετατρέποντάς την σε αντικείμενο ερμηνείας. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε δύο αντικρουόμενους μηχανισμούς, που τελικά συμφιλιώνονται, αφού επί της ουσίας εξυπηρετούν τους ίδιους στόχους. Ο εντοπισμός των κινήτρων συμπεριφοράς, η έννοια της συλλογικής δράσης, η φιλοδοξία της ατομικότητας, η αναγωγή των γεγονότων στο σήμερα, η απόπειρα πρόγνωσης, ο προβληματισμός, ο εντοπισμός της ενδεχόμενης επανάληψης, η αντίληψη της συνέχειας μέσα στο πέρασμα των αιώνων, ο φανατισμός, το οικονομικό συμφέρον, το παράλογο της βαρβαρότητας κτλ κτλ, με δυο λόγια ο παιδαγωγικός ρόλος της μελέτης του ανθρώπου ως  το υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης, αφορά και την ιστορία, ως έννοια επιστημονική, και το μύθο, ως έννοια καλλιτεχνική. Γι’ αυτό και η ιστορική αποκατάσταση του τρωικού πολέμου από το Θουκυδίδη, δεν θα ματαιώσει ποτέ τη μυθοπλαστική απόδοση του Ομήρου, αλλά θα συμπλέουν αιώνια στο ίδιο αντιθετικό και ταυτόχρονα ενωτικό κουβάρι. Το πρόβλημα ξεκινά όταν χάνονται τα όρια κι όταν ο μύθος παρουσιάζεται ως γεγονός αλλοιώνοντας σκοπίμως την ιστορική αλήθεια. Όταν δηλαδή η ιστορία πλάθεται αυθαίρετα μετατρεπόμενη από μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας σε προπαγανδιστικό εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Όμως εδώ δε μιλάμε για μύθο. Εδώ μιλάμε για καιροσκοπισμό, κι αυτό είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία.

Ο δούρειος ίππος (δούρειος=ξύλινος) στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, ένα ξύλινο άλογο-κρύπτη. Σκοπός του Οδυσσέα ήταν να παραπλανηθούν οι Τρώες και να το εκλάβουν ως δώρο και ως δείγμα καλής θελήσεως και ειρήνης από τους Αχαιούς.

Ο δούρειος ίππος (δούρειος=ξύλινος) στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, ένα ξύλινο άλογο-κρύπτη. Σκοπός του Οδυσσέα ήταν να παραπλανηθούν οι Τρώες και να το εκλάβουν ως δώρο και ως δείγμα καλής θελήσεως και ειρήνης από τους Αχαιούς.

Περί Θεμελιωδών Εννοιών Πολιτείας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (REPUBLICUM)
ΔΙΚΑΙΟΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (LIBERTY, FREEDOM)
ΚΡΑΤΟΣ (STATE –αγγλ, STAAT –γερμ, STATUS –λατιν)

1.      Δημοκρατία =κράτος του δήμου. Το κράτος. Τι σημαίνει; Στα λεξικά ερμηνεύεται ως ισχύς, δύναμη, κυριαρχία. Ας δούμε μερικές φρασούλες κι ας αφήσουμε τη γλώσσα να μιλήσει από μόνη της. « οι αμυνόμενοικράτησαν τις θέσεις τους», «κράτα λίγο ρε συ να δω που έβαλα ……..», «κράτησε με γιατί ζαλίζομαι». Βλέπουμε ότι έχει το στοιχείο της δύναμης και της ισχύος, χωρίς όμως να ταυτίζεται μ’ αυτές. Δεν μπορείς να κρατήσεις κάποιον ή οι αμυνόμενοι την θέση τους αν δεν έχεις τις ιδιότητες δυνατός, ισχυρός. «κρατέω-κρατώ» εννοιολογικά ταιριάζει με το «αποτρέπω την μεταβολή τινός, διατηρώ το ίσταμαι, το status της κατάστασης». Ο δήμος. Ουδαμώς σημαίνει λαός!!! Δήμος είναι διαμέρισμα υπαίθρου-εδάφους-γεωγραφικού χώρου σχετιζόμενο με ανθρώπους και την διαμονή τους επ’ αυτού.
Κατ’ επέκτασιν σημαίνει τους ανθρώπους αυτού και μόνο του χώρου, δηλαδή το
χωριό! Συνεπώς «δημοκρατία» σημαίνει την διατήρηση του χωριού ως έχει, είτε εδαφικά είτε πληθυσμιακά, το «βαστάτε να κρατήσουμε το χωριό μας», που οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι ως μορφή διοίκησης αφορά μικρές ομάδες, μικρούς πληθυσμούς ανθρώπων, όπου έκαστος γνωρίζει προσωπικά έκαστον! Γι αυτό και η δημοκρατία ποτέ δεν γίνεται να είναι αντιπροσωπευτική, παρά μονάχα άμεση.
Για οποιοδήποτε αντιπροσωπευτικό σύστημα διοίκησης ο όρος «δημοκρατία» επιεικώς είναι αδόκιμος. Οι δυτικοί, με βαθιά την επιρροή της λατινικής, χρησιμοποιούν τον όρο «re-public”, όπου “publicum” η συνάθροιση ανθρώπων, π.χ. στο θέατρο στην αγορά ή και το χωριό το ίδιο, είναι ένα publicum. Αυτό που οι δυτικοί με τον όρο “republic” εννοούν, αντιστοιχεί στο αρχαιοελληνικό «το κοινόν» π.χ. των Κυπρίων , των Θεσσαλών. Γι αυτό και το “democratic” μπαίνει ως επίθετο μπροστά από το “republic”. Διότι η μορφή του κράτους είναι «το κοινόν» (ντεμέκ, λέμε τώρα!) με διοίκηση «δημοκρατική». Το τελευταίο όμως το εξηγήσαμε.
2.      «Δίκαιος» στα λεξικά είναι ο «σωστός – αμερόληπτος – νόμιμος». Το «νόμιμος» έχει εξωτερική σχέση με το «δίκαιος», ενώ τα δύο πρώτα εσωτερική. Δηλαδή: Το δίκαιο πάντα έχει τις ιδιότητες του σωστού και του αμερόληπτου εγγενώς. Αφορά εσωτερικές του υποθέσεις. Ο δε ορισμός του κατά Πλάτωνα, μολονότι θα υποπέσουμε σε σοβαρά λάθη αν πάρουμε τα λεχθέντα του ως θέσφατα, εντούτοις ο ορισμός «δίκαιον εστί ενί εκάστω το προσήκειν αποδιδόναι» είναι στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, άψογος.
Ο νόμος από την άλλη, βγαίνει από το «νέμω =μοιράζω», που σημαίνει «αυτός που κανονίζει τη νομή =τη μοιρασιά». Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε ότι ο νόμος δύναται να χρησιμοποιήσει το δίκαιον ως εργαλείο μοιρασιάς, αλλά δεν είναι και απαραίτητο!!!
Συνεπώς, επειδή η δικαιωσύνη αποτελεί την ραχοκοκκαλιά της κοινωνίας, ο δικαστής συμφώνως με την ετυμολογία του λειτουργήματος του, οφείλει και υποχρεούται να απονέμει το δίκαιον και ΟΧΙ να ετυμηγορεί κατά νόμο! Να λοιπόν άλλη μια συστημική στρέβλωση, η οποία περνάει απαρατήρητη λόγω ανύπαρκτης παιδείας και δει της σε βάθος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Διότι οι λέξεις εκφράζουν τις σκέψεις. Χωρίς λεξιλογικό πλούτο, η έκφραση της σκέψης καθίσταται ασαφής, θολή αόριστη με συνέπεια την αδυναμία επικοινωνίας των μελών της κοινωνίας. Με αποτέλεσμα, αυτό που βλέπουμε. Έναν όχλο, μια μάζα «ανθρώπων».
3.      ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την πλέον βάναυσα βιασμένη έννοια της ανθρώπινης διάνοιας! «ελευθερία» = «ελεύθειν έρω» δηλαδή κινούμαι κατά που με τραβάει, με έλκει. Έχει χυθεί τόνους το μελάνι περί αυτής και κυρίως αν όντως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ή όχι. Μερικά ml μελάνης χύθηκαν και στο *terrapapers.com.
Δεν χρειαζότανε! Η ελευθερία –για να μιλήσουμε μαθηματικά, είναι αξιωματικός όρος. Δηλαδή αυτοπροσδιορίζεται. Τον αν όμως ο άνθρωπος την έχει ή όχι, αυτό είναι θεώρημα και ως τέτοιο επισείει απόδειξη. Απόδειξη: Για να μπορείς να κινείσαι προς τα ‘κει που σε έλκει, δεν πρέπει να έχεις εμπόδιο, ή αν υπάρχει, να μπορείς να εξουδετερώνεις την αντίρροπη επίδραση του.
Λοιπόν, ο άνθρωπος πριν καν ακόμα γεννηθεί βρίσκεται ΥΠΟ το κράτος (βλέπε ανάλυση) της ΑΝΑΓΚΗΣ. Μας το ‘χει πει προ πολλού ο Θαλής με το «ισχυρότατον ανάγκη· κρατεί γαρ πάντων». Ανάγκη τροφής και οξυγόνου, αλλιώς μετοίκηση στον κόσμο του Άδη οριστικά και αμετάκλητα.
Άρα για όσο διάστημα ο Homo Sapiens Idiotus ελέγχεται από την ανάγκη, θα τον παγιώνει, θα τον ακινητοποιεί σε φυσικό και πνευματικό επίπεδο, ποτέ δεν θα ‘ναι ελεύθερος. Απλώς θα ‘ χει την ψευδαίσθηση της κίνησης, λόγω idiotus. Σπουδαία ανάλυση περί ελευθερίας στο έργο “Die Philosophieder Freiheit” (η φιλοσοφία της ελευθερίας) του RudolfSteiner. Εξαιρετική!
Δεν έχω τα λεξικά δίπλα μου, αλλά αν δεν κάνω λάθος το liberta σημαίνει την ΑΠ-ελευθέρωση, άρα η liberty είναι μια δράση με στόχο, σκοπό την freedom. Ο απελεύθερος εν σχέση με τον ελεύθερο, μάλλον συμπεριφέρεται ως derLibertin = ο ακόλαστος, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Η εκτόνωση της καταπίεσης βλέπετε!

4.      Κράτος. Αναλύθηκε ήδη στο 1). Ανήκει κι αυτή η λέξη στην πλειονότητα των λέξεων που παραποιήθηκε ή διαστρεβλώθηκε το εννοιολογικό περιεχόμενο τους. Η λέξη «κράτος» ταυτίστηκε εννοιολογικά με την δύναμη με την ισχύ, ενώ αυτά αποτελούν ιδιότητες με τις οποίες πετυχαίνει το εννοιολογικό περιεχόμενο της. Της κατάστασης αμεταβλητότητας, δηλαδή της παγιωμένης κατάστασης. Μα τα πάντα ρει, μας λέει ο Ηράκλειτος. Και δεν χρειαζότανε να μας το πει, είναι ολοφάνερο! Άρα το κράτος είναι … αφύσικο!
Οι άνθρωποι πρέπει να πετύχουν οπωσδήποτε το άλμα συνειδητότητας (εντάξει sorry, είναι η αγαπημένη μου χλεβοσάτυρα) αν όντως θέλουν να ζουν σε Κοινόν και όχι Κράτος. Ελεύθεροι (με μόνο περιορισμό την ανάγκη της φύσης που φτάνει και περισσεύει για το πνεύμα του Ανθρώπου) και όχι δούλοι του ό,ποιου  συστήματος – μηχανισμού – ιδεολογίας – θρησκείας. Ένα διαφωτιστικό αστείο του AndreasPoppσε μια ομιλία του.
«Ο νυν πρόεδρος της Deutsche Bundes republic (Γερμανίας), είναι πάστορας, η δε καγκελάριος κα Μέρκελ, κόρη πάστορα. Αν το δούμε από την σκοπιά των Αράβων, τότε και η Γερμανία είναι ένα θεοκρατικό κράτος!»
Παιδεία; Του πνεύματος; Επικίνδυνο πράγμα για το Satusείτε λέγεται United States, είτε λέγεται Deutscher Staat, είτε όπως θέλει. Θανάσιμα επικίνδυνος εχθρός του. Γιατί λοιπόν αναρωτιούνται οι Goin‘ Throug «που είναι η παιδεία σας, που είναι η υγεία σας κύριοι υπουργοί, γαμώ τα υπουργία σας» !!! Προφανώς δεν καταλάβανε!
Ας πω και κάτι για τον εξόχως διαβρωτικό μηχανισμό ενός Κοινού ή Κράτους ή Πολιτείας. Το χρήμα! Στην τελική το χρήμα ετυμολογικά σχετίζεται με την χρήση. Είναι ο μηχανισμός, το εργαλείο, δια του οποίου κάτι –αγαθά ή υπηρεσίες, καθίστανται χρηστικά για το κοινόν, την κοινωνία. Στην πράξη όμως, αυτό καθ’ εαυτό, είναι απλώς ένα ζωγραφιστό χαρτάκι και τίποτε άλλο. Κάποιοι μας το μοστράρουν στη μούρη μας παραμυθιάζοντας μας για την όποια δήθεν αξία του, κι εμείς συμφωνούμε, αποδεχόμαστε και πειθόμεθα ηλιθίως.
Η μόνη του χρήματος αξία πραγματική, εκ του πράγματος που αυτό καθ’ εαυτό είναι, έγκειται στο μελάνι και τον πάπυρο από τα οποία αποτελείται. Όλα τ’ άλλα υπάρχουν μονάχα στο «μυαλό» και στην απληστία του «ανθρώπου».

Όσο πιο πολλές φωτογραφίες, τόσο λιγότερες αναμνήσεις!

Τελικά φαίνεται ότι είναι αλήθεια: όσες περισσότερες αναμνηστικές φωτογραφίες τραβά κανείς από ένα γεγονός, τόσο περισσότερο δυσκολεύεται μετά να θυμηθεί το ίδιο το συμβάν. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει μια ομάδα αμερικανών ψυχολόγων που έκαναν τη σχετική μελέτη. Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Δρ Λίντα Χένκελ του πανεπιστημίου Fairfield του Κονέκτικατ, έκαναν πειράματα σε ένα μουσείο για να διαπιστώσουν σε ποιο βαθμό η φωτογράφηση των εκθεμάτων μειώνει την ικανότητα των επισκεπτών να θυμούνται τι είδαν γύρω τους.
perierga.gr - Όσο πιο πολλές φωτογραφίες τραβάμε, τόσο λιγότερες αναμνήσεις έχουμε!
Δύο ομάδες εθελοντών κλήθηκαν να περιηγηθούν στο μουσείο και είτε να φωτογραφίζουν ό,τι τους άρεσε, είτε απλώς να κοιτάζουν τα εκθέματα. Την επόμενη μέρα, τα σχετικά τεστ μνήμης έδειξαν ότι όσοι τραβούσαν συνεχώς φωτογραφίες, θυμούνταν και αναγνώριζαν πολύ λιγότερο τα εκτεθειμένα στις προθήκες αντικείμενα, σε σχέση με όσους είχαν περιοριστεί να τα κοιτάζουν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μανία φωτογράφησης που έχει καταλάβει τους πάντες χάρη στις νέες τεχνολογικές ευκολίες, εμποδίζει τον εγκέφαλο να συγκεντρωθεί στα γεγονότα και να σχηματίσει ακριβείς και διαρκείς μνήμες για αυτά.
«Οι άνθρωποι τόσο συχνά, με το παραμικρό, βγάζουν την κάμερά τους και σχεδόν ασυναίσθητα ‘συλλαμβάνουν’ τη στιγμή, σε σημείο που τελικά χάνουν αυτό που συμβαίνει ακριβώς μπροστά στα μάτια τους». Όταν οι άνθρωποι εξαρτιούνται από την τεχνολογία, προκειμένου να θυμάται αυτή για λογαριασμό τους, βασιζόμενοι στην κάμερά τους για να καταγράψει ένα συμβάν, τότε δεν έχουν ανάγκη να δώσουν την πλήρη προσοχή τους στο γεγονός, πράγμα όμως που μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στο πόσο καλά θυμούνται τις ίδιες τις εμπειρίες τους» τόνισε η Λίντα Χένκελ.
Η ψυχολόγος μελετά ήδη κατά πόσο το περιεχόμενο μιας φωτογραφίας -για παράδειγμα, αν κάποιος βρίσκεται μέσα στο «κάδρο»- επηρεάζει την μνήμη του. Επίσης, ερευνά σε ποιο βαθμό επιδρά στη μνήμη το αν κανείς επιλέγει ενεργητικά τι θα φωτογραφήσει. Ένα δεύτερο πείραμα από τους ίδιους ερευνητές έδειξε ότι αν κάποιος κάνει «ζουμ» σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια του αντικειμένου που φωτογραφίζει, τότε θυμάται καλύτερα όχι μόνο αυτό το συγκεκριμένο τμήμα όπου εστίασε το φακό του, αλλά όλο το αντικείμενο, ακόμα και αν δεν το περιέλαβε στο πλάνο του.
«Αυτό δείχνει ότι το ‘μάτι’ του νου και το ‘μάτι’ της κάμερας είναι διαφορετικά πράγματα» είπε η Χένκελ. Ακόμα, όπως επισήμανε, ο τεράστιος όγκος ψηφιακών φωτογραφιών που συσσωρεύονται, συνήθως σε κάποιο σκληρό δίσκο υπολογιστή και μάλιστα σε ανοργάνωτη μορφή, αποθαρρύνει πολλούς ανθρώπους να ανατρέξουν στις φωτογραφίες που τράβηξαν στο παρελθόν, με συνέπεια και αυτό να δυσκολεύει την πραγματική ανάμνηση ενός γεγονότος.Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η παραδοσιακή μέθοδος ταξινόμησης των (πολύ λιγότερων και μη ψηφιακών) φωτογραφιών σε κάποιο άλμπουμ διευκόλυνε τις αναμνήσεις. «Για να θυμόμαστε, πρέπει να έχουμε εύκολη πρόσβαση στις φωτογραφίες και να αλληλεπιδρούμε μαζί τους και όχι απλώς να τις μαζεύουμε» τόνισε η Αμερικανίδα ερευνήτρια.