Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Το φίδι ως Αρχετυπικό σύμβολο στις Μυθολογίες των Λαών

 «Γιατί παρασύρθηκες / στον παράδεισο του παλαιού σου φιδιού; Γιατί έρπεις μέσα στον εαυτό σου – μέσα σου;…/ Τώρα είσ’ ένας άρρωστος, / που πάσχει από το δηλητήριο του φιδιού, /εργάζεσαι σκυφτός / στο ίδιο σου το λαγούμι. /… / με χίλια βάρη σωρευμένα, /… / ένας γνώστης! / Ένας γνώστης του εαυτού του! / Ο σοφός Ζαρατούστρα!... /» 

Φρίντριχ Νίτσε
 
Γεννήτορας της σοφίας και της γνώσης, απείκασμα του χθόνιου και του κακού ή αμφίσημο σύμβολο των συμπληρωματικών καταστάσεων της ύπαρξης; Το φίδι με την έρπουσα κίνησή του και τη σπειροειδή συστροφή του σώματός του αλλά κυρίως με την ικανότητά του να αλλάζει περιοδικά δέρμα, προκάλεσε την ανθρώπινη διάνοια, η οποία του έδωσε μία διαχρονική παρουσία  στα μυθολογικά δρώμενα. 
 
Σαν σύμβολο απεικόνισε αντιθετικές δυνάμεις: την αναγέννηση, την αρχέγονη ζωοδότειρα ορμή αλλά και τον θάνατο, το καλό και το κακό, το φως της γνώσης αλλά και το σκοτάδι της ασυνειδησίας.
 
Η παρούσα αναφορά ασφαλώς δεν δύναται να καλύψει ολόκληρο το φάσμα της συμβολικής φύσης του φιδιού ούτε και τη σχετική μυθολογία. Tο διαθέσιμο υλικό παρέχει ανεξάντλητα αποθέματα σε πληροφορίες. Εξάλλου, στην ερμηνευτική του συμβόλου οι απόψεις των μελετητών ποικίλουν και σε αρκετές περιπτώσεις αντιτίθενται μεταξύ τους, εμπεριέχοντας όρους και δεδομένα , που προέρχονται από διαφορετικούς γνωστικούς κλάδους. 
 
Επιλέξαμε να παραθέσουμε τους πλέον αντιπροσωπευτικούς μύθους που αναφέρονται στο φίδι. Σε ότι αφορά την αρχαιοελληνική μυθολογία και τη βιβλική παράδοση δόθηκε πρόσθετη έμφαση στη ψυχολογική μετάφραση του συμβόλου του φιδιού, που επιχειρείται από θεωρητικά ρεύματα, τα οποία, κινούμενα πέρα από τα όρια της κλασικής ψυχολογίας, αναδεικνύουν τον συμβολισμό ως πεμπτουσία των μύθων και ως προϊόν της ψυχικής λειτουργίας1.
 
Το φίδι στο λυκαυγές του πολιτισμού
 
Η θεά με τα φίδια της μεσο-μινωικής Κρήτης, εικάζεται ότι παραπέμπει σε μια από τις μορφές που έπαιρνε η Μεγάλη Μητέρα στις λατρείες των παλαιο-ευρωπαϊκών πολιτισμών (Gimbutas, 2001) από τη Νεολιθική Περίοδο και μετά. Οι ποικίλες ζωομορφικές όψεις της μεγάλης δημιουργού υμνούν τον αέναο κύκλο της φύσης. Είναι η ζωοδότειρα και η τροφός. Η θεά της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης. Το υβριδικό πλάσμα θεά-φίδι παρίστανε την ατέρμονη αλυσίδα της ζωής και εμφανίζεται ως η μία από τις δύο κυρίαρχες μορφές της θεάς μαζί με τη θεά-πουλί. Στα γυμνόστηθα αγάλματα από φαγεντιανή που την αναπαριστούν (Ναός της Κνωσού) τονίζονται τα στοιχεία της γονιμότητας ενώ φίδια τυλίγουν τα χέρια, το στήθος και το κεφάλι. 

 
 
Το φίδι ως φαλλικό σύμβολο συσχετίζεται με την αρσενική γονιμοποιό ενέργεια ή ευρύτερα με την έκφραση της λίμπιντο. Η συσχέτιση των θηλυκών θεοτήτων με το φίδι χάνεται μάλλον στην αχλή του χρόνου αν πάρουμε υπόψη μας τα σύμβολα που συνοδεύουν τα γυναικεία ειδώλια από τη Νεολιθική Περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ευρήματα του ναού στη Sabatinivka, στον ποταμό Βόλγα, τα οποία χρονολογούνται από το 4800-4600 π.Χ.  Μεταξύ τους περιλαμβάνεται ένας βωμός που περιείχε 32 γυναικεία ειδώλια χωρίς βραχίονες, με κεφάλι φιδιού και το ένα από αυτά κρατούσε ένα φίδι. Μεγαλιθικά μνημεία διάσπαρτα στη Δυτική Ευρώπη μαρτυρούν τη λατρεία της θεάς και του δεσμού της με το φίδι. Ο σπειροειδής ή ο συσπειρωμένος όφις διακοσμεί ως σύμβολο αναπαραγωγής τα μεγαλιθικά μνημεία του Newgrange και του Knowth στην Ιρλανδία.
 
Αργότερα, ο Μυκηναϊκός πολιτισμός κληρονόμησε τη λατρεία του φιδιού. Στις αποθήκες μυκηναϊκών ναών βρέθηκαν κεραμικά καλούπια φιδιού σε φυσικό μέγεθος.  Τα αναγεννητικά σύμβολα,  ήδη γνώριμα από την προ-μυθική, ανιμιστική εποχή, με κυρίαρχο αυτό του φιδιού, ενσωματώνονται στις λατρείες της Κλασικής Ελλάδας. 
 
Το φίδι στην ελληνική μυθολογία και στη χριστιανική παράδοση.
 
Οι Έλληνες, στη μυθολογία τους, αντιλαμβανόμενοι τη δυαδικότητα των φαινομένων, προσέδιδαν στο φίδι πάντα έναν αμφιλεγόμενο ρόλο. Τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν η λατρεία του Ασκληπιού αναβίωσε, το φίδι ως μεσολαβητής κόμιζε τις θεραπευτικές ιδιότητες του θεού, στη διάρκεια της ιατρικής εγκοίμησης (επιγραφές της Επιδαύρου). Στις παραστάσεις, ο θεός έφερε ράβδο γύρω από την οποία ελισσόταν ένα φίδι. Στα Ασκληπιεία εκτρέφονταν φίδια.
 
Σύμφωνα με τον Paul Diel, αποστολή του Ασκληπιού είναι να ενισχύει το ρόλο ύπαρξης του σώματος, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το έμψυχο στοιχείο του. Το φίδι είναι σύμβολο της διαστροφής του πνεύματος αλλά επειδή όλα τα σύμβολα ανάλογα με την απεικόνισή τους καθρεπτίζουν τις ενεργητικές μεταλλαγές των ψυχικών λειτουργιών στο αντίθετό τους, το περιτυλιγμένο φίδι γύρω από την ράβδο του Ασκληπιού συμβολίζει την τιθασευμένη ψυχική παρέκκλιση και γίνεται με αυτή τη μορφή έμβλημα της πνευματικότητας.
 
 
 
 
Η Αιγίδα της Αθηνάς έφερε στο κέντρο της το Γοργώνειο, το κεφάλι της Μέδουσας με τα φιδίσια μαλλιά. Το πρόσφερε στη θεά ο Περσέας αφού με την βοήθεια της θεϊκής ασπίδας ο ήρωας αιχμαλώτισε το απολιθωτικό βλέμμα της τρομερής Γοργούς και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να τη σκοτώσει. 

 
 
 
 
 
Ο ίδιος συλλογισμός, βλέπει στη Μέδουσα την απωθημένη ενοχή. Το φόβο να αντικρύσει κανείς τον εαυτό του απογυμνωμένο και να ομολογήσει την ένοχη ματαιοδοξία του. Η Παλλάδα υποδηλώνει με την αιγίδα της τη νίκη του μαχητικού πνεύματος και της αυτογνωσίας έναντι της εσωτερικής τύφλωσης και της μη αρμονικής έξαρσης των πόθων. Το αίμα της Μέδουσας είχε διπλή ιδιότητα: αν προερχόταν από τα φιδίσια μαλλιά της προκαλούσε το θάνατο και την καταστροφή ενώ αν έσταζε από τις φλέβες της χάριζε την αναγέννηση και τη ζωή. 
 
 
Οι Ερινύες, διώκτριες των παραβατών του ηθικού νόμου είχαν επίσης φιδίσια κόμη (ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Αισχύλος πρώτος τις φαντάστηκε στις «Ευμενίδες» με αυτό τον τρόπο ενώ από τον Ευριπίδη περιγράφονταν να κρατούν τα φίδια στα χέρια).

 
 Ο Δίας εξόντωσε τον Τυφωέα ή Τυφώνα, πρώτο γιο της Γαίας μετά την πτώση των Τιτάνων. Μισός άνθρωπος και μισός ζώο είχε στους ώμους του εκατό κεφάλια φιδιών. Από τη μέση και κάτω δύο κουλουριασμένα φίδια στήριζαν το υπόλοιπο σώμα του. Στην πάλη του με τον Δία ο Τυφωέας έκοψε τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του θεού και ανήμπορο τον μετέφερε στο Κηρύκειο Σπήλαιο. Τα νεύρα του Διός παραδόθηκαν προς φύλαξη στη Δελφύνη, μισή γυναίκα και μισό φίδι. 
 
Ο Τυφωέας, σύμβολο της αποπνευματοποίησης σύμφωνα με τον Diel, είναι ζευγάρι με την Έχιδνα, φτερωτή θεά με αστραφτερό βλέμμα και φιδίσιο σώμα από τη μέση και κάτω. Θυγατέρα της η Λερναία Ύδρα, τέρας με εννιά κεφάλια – φίδια και αδελφός της ο Λάδωνας, φύλακας των Χρυσών Μήλων των Εσπερίδων. Η πρώτη φονεύτηκε από τον Ηρακλή, όταν ο ημίθεος κατάφερε να κόψει όλα τα κεφάλια ακόμα και το τελευταίο που ήταν αθάνατο. Ο ήρωας συναντήθηκε και με τον Λάδωνα, αλλά με αυτόν απέφυγε την αναμέτρηση με έξυπνο τρόπο ( ανάλογα με την εκδοχή του μύθου τον έπεισε ή τον ξεγέλασε) και απέσπασε τα Χρυσά Μήλα.
 
Το φίδι, πιθανόν σκοτεινό σύμβολο της φαντασιωτικής έξαρσης και της αρχομανίας πρέπει να παρακαμφθεί ή να φονευθεί για να αποκτήσει ο ήρωας την γνώση και να φθάσει στον εξαγνισμό.
 
Η λατρεία του φιδιού πάντως συνδέεται σε πολλούς μύθους με τη λατρεία του δένδρου.  Ο Ηρακλής, βρέφος ακόμα,. έπνιξε με τα χέρια του τα δύο φίδια που έστειλε η Ήρα στην κούνια του. Ψυχολογικές ερμηνείες βλέπουν εδώ την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να αντιστέκεται στη διαστρέβλωση του πνεύματος. Ωστόσο, εξίσου σημαντική θεωρείται η άποψη που ισχυρίζεται ότι στην μυθολογία όταν καταγράφεται φόνος ή κατασπάραξη υπονοείται η αφομοίωση από τον ήρωα των δυνάμεων και των μυστικών ικανοτήτων του θύματος.
Ο Κάδμος ιδρυτής και βασιλιάς της Θήβας, υπηρέτησε τον Άρη επί οκτώ έτη επειδή φόνευσε το φίδι, υιό του θεού, το οποίο φυλούσε την Αρεία κρήνη κοντά στη Θήβα. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι μυήθηκε στα Καβείρια Μυστήρια, στη Σαμοθράκη, όπου νυμφεύτηκε την Αρμονία. Αναχωρώντας για τα Ηλύσια μεταμορφώθηκε σε φίδι, όπως και η σύντροφός του.
 
Στα άδυτα της Ακρόπολης φώλιαζε ο ιερός Εριχθόνιος. Το φιδόμορφο θείο βρέφος, είχε τεθεί υπό την προστασία της Αθηνάς. Ταυτίστηκε με τον Αγαθοδαίμονα, προστάτη της ευφορίας. Ο ίδιος ο Κέκροπας, ο ιδρυτής της Αθήνας ήταν διφυής, μισός άνθρωπος και μισός φίδι. 
 
Στη γιουνγκική προσέγγιση συναντούμε την αντίληψη για την ύπαρξη σαφούς αρχικής ταυτότητας φιδιού και ήρωα. Ο ήρωας προσωποποιεί τη νίκη της δημιουργού δύναμης του κόσμου εναντίον του θανάτου. Είναι ο ίδιος φίδι, ο ίδιος θύτης και θύμα. Για τον Γιουνγκ, η σπηλιά συχνά ταυτίζεται με τη σκοτεινή κοιλότητα του μητρικού σώματος του ασυνειδήτου και το φίδι που κατοικεί μέσα σε αυτήν με την καταβρωχθιστική Μητέρα.. Ο ήρωας μεταφέρεται εκεί εξαιτίας της εσωστροφής της λίμπιντο μέχρι την αναγέννησή του. Τα χάσματα ή οι πηγές και οι ρίζες του δένδρου είναι οι πύλες του θανάτου και της ζωής, αντίστοιχα, και το φίδι κείται πάνω στον θησαυρό και τον φυλάει. Ο ήρωας που καταφέρνει να υπερνικήσει τον «φύλακα του θησαυρού» δηλαδή να αποφύγει τον κατακλυσμό της συνείδησης από ασυνείδητα περιεχόμενα θα γίνει ο κύριος της γνώσης.
 
Η Ευριδίκη πεθαίνει από τη δαγκωματιά ενός φιδιού και ο Ορφέας κατεβαίνει στον Άδη για να την επαναφέρει στον κόσμο των ζωντανών. Το φίδι αποτελεί εδώ το όργανο της θυσίας που προηγείται της μεταμόρφωσης. Συνδεδεμένο το σύμβολο του φιδιού με την  πρωταρχική δύναμη του Κόσμου, χρησιμοποιήθηκε από τους ορφικούς για να απεικονίσει το Πνεύμα-Δημιουργό, το οποίο περιβάλλει το κοσμικό αυγό.

Στην ορφική θεογονία, ο Δίας σμίγει με τη μάνα του Ρέα (ή τη Δηώ, Δήμητρα, τη θρέπτειρα Παμμητέρα ), έχοντας πάρει και οι δύο τη μορφή του φιδιού. Γεννιέται η Περσεφόνη (σύμβολο της περιοδικότητας και των μεταμορφώσεων των φαινομένων) και ζευγαρώνει με τον πατέρα της τον φιδόμορφο Δία..
 
Στα Ελευσίνια Μυστήρια φαίνεται πως μέρος της τελετουργίας ήταν η θωπεία με το φίδι (απεικόνιση της γενετήσιας ένωσης με το θεό). Καρπός της αιμομικτικής ένωσης ο Ζαγρέας, μυστηριακή προγονική μορφή του Διονύσου. Να σημειώσουμε ότι η κύρια ζωομορφική παράσταση των θεϊκών βρεφών της Κρήτης, του Δία και του Ζαγρέα, είναι το φίδι. Στις «Βάκχες» ο Ευριπίδης διατηρεί την διαδεδομένη απεικόνιση των μαινάδων που κρατούν φίδια, θέμα που συναντούμε πολύ συχνά σε παραστάσεις αγγείων. Στη Μακεδονία, οι βακχικές τελετές είχαν ως κεντρική παρουσία ένα ζωντανό φίδι ως φορέα του θεού. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Διόνυσος ταυτίζεται με τον μακεδονικό θεό Σαβάζιο. Στη διάρκεια των Σαβαζιακών Μυστηρίων ο νεοφώτιστος έπρεπε να περάσει ένα ζωντανό ή μαλαματένιο φίδι, (ενσάρκωση του θεού), από τον κόρφο του. Ο Γιουνγκ υποστηρίζει ότι σε αυτή την περίπτωση το φίδι συμβολίζει την ασυνείδητη ψυχή και την αντιρροπιστική τάση της, η οποία εμφανίζεται με αυτή την μορφή όταν το συνειδητό την αντιμετωπίζει με φόβο. Η παρουσία του φιδιού στις διονυσιακές τελετές έχει επίσης φαλλική σημασία, ενσαρκώνοντας τη γονιμοποιό αλλά και την μεταμορφωτική αναγεννητική δύναμη σε φυσικό και σε πνευματικό επίπεδο.
 
Κατ’άλλους μελετητές, το φίδι εικονίζει τον πνευματικό θάνατο και η μορφή του συνοδεύει τη διονυσιακή αποχαλίνωση. Τη φρενίτιδα που είναι κρυμμένη στο υποσυνείδητο κάθε ανθρώπου, την εύκολη πτώση που εμποδίζει την πραγματική λύτρωση που έρχεται με την ψυχική ανύψωση. Οι κιστοφόροι μεταφέρουν στη διάρκεια της διονυσιακής ιερουργίας τη μυστική κίστη, το κουτί των ιερών συμβόλων των Μυστηρίων, στην οποία εικονίζεται ένα φίδι να ξεπροβάλλει από το κάλυμμά της. Ο διονυσιακός θίασος χειρονομούσε με φίδια και καλούσε τον θεό με την ιερή κραυγή «φάνηθι δράκων». Το φίδι θεωρείται επίσης σεληνιακό έμβλημα. Ταυτίζεται με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της σελήνης. Η σεληνιακή θεά Εκάτη, , απεικονιζόταν ως φίδι ή είχε φίδια στα μαλλιά της. 
 
Ο Απόλλων, παιδί ακόμα, φόνευσε τον Πύθωνα. Ο σαϊτορίχτης θεός, στον ομηρικό ύμνο, τραυμάτισε θανάσιμα το φοβερό φίδι, και το καταράστηκε να σαπίσει, κάτω από την επίδραση της Μαύρης Γης και του λαμπερού Υπερίωνα. Σύμφωνα με τον ο Αισχύλο, στην περιοχή, πριν από την ίδρυση του Μαντείου των Δελφών υπήρχε ένα μαντείο της Γαίας που έφερε το όνομα Πύα. Σε αυτό το ιερό τρεφόταν ένα φίδι, ο Πύθων, παιδί και φύλακας της γης με προφητικές ικανότητες. Η νίκη του θεού, σύμβολο της πνευματοποίησης, κατά του Πύθωνα καθρεπτίζει άραγε τη διάλυση του σκοταδιού των ενστίκτων από το Απολλώνιο φως της συνείδησης ή την κυριάρχηση ενός ηλιακού θεού στη θέση των αρχέγονων προελληνικών θηλυκών θεοτήτων; Μετά το φόνο του Πύθωνα, ο Απόλλωνας έπρεπε να υποστεί και αυτός όπως και ο Κάδμος, ενός είδους καθαρμό, καταφεύγοντας -σύμφωνα με μία εκδοχή- στα νερά της κοιλάδας των Τεμπών.
 
Η συμβολική του φιδιού ερμηνεύτηκε και ως διαχείρηση των ανησυχιών ενός πολιτισμού ενοχής (Dodds, 1996). Ο Απόλλωνας ήταν η προσωποποίηση  του Λόγου και της ασφάλειας. Ο Διόνυσος υποσχόταν ελευθερία. Οι διονυσιακές τελετές είχαν έναν καθαρτικό λειτουργικό ρόλο και ανακούφιζαν το άτομο από τις άλογες μολυσματικές ορμές, οι οποίες διοχετεύονταν με ασφαλή τρόπο για την κοινωνία μέσω της τελετουργίας.  
 
Το κηρύκειο (φτερωτό ραβδί που γύρω του περιπλέκονται δύο φίδια) κυρίως συμβόλιζε την ιδιότητα του θεού ως ψυχοπομπού. Εκείνου που οδηγεί τις ψυχές από και προς τον Άδη. Πρόκειται για το όργανο που θυμίζει τη σύνδεση των δύο κόσμων. Η περιέλιξη των φιδιών υποδηλώνει την ακαθόριστη και ανανεούμενη πορεία της ύπαρξης (Benoist, 1992). 
 
 Η μορφή του φιδιού κυριαρχεί στις επικήδειες λατρείες. Παραστάσεις ταφικών αγγείων και μνημείων στην Ελλάδα από την γεωμετρική περίοδο φέρουν συχνά την εικόνα του φιδιού, υποδηλώνοντας  τη στενή σχέση του με την ψυχή.
 
Στη Βίβλο, η Πτώση του Ανθρώπου οφείλεται στον όφι, ο οποίος ήταν «το φρονιμώτερον πάντων των ζώων του αγρού» (Γένεση 3:1). Παρακινεί τους πρωτόπλαστους να γευτούν τον απαγορευμένο καρπό της γνώσης του καλού και του κακού. Στην εβραϊκή και στη χριστιανική παράδοση το φίδι είναι ο διαφθορέας. Ο «πειρασμός» που αποκαλύπτει -μέσω της επίγνωσης του κακού- στον άνθρωπο τη διττή ουσία των πραγμάτων και τον απομακρύνει από την αρχέγονη ενότητα. Το δένδρο της γνώσης συμβολίζει την αφύπνιση της συνείδησης. Τη μετάβαση του ανθρώπου στο στάδιο της διανοητικότητας. Ο απαγορευμένος καρπός είναι η ψυχική δυσαρμονία, επακόλουθο της υπερβολικής διανοητικοποίησης, του άλογου πολλαπλασιασμού των επιθυμιών και της φαντασιακής διέγερσης (Diel, 1987).
 
Ο  J. Campbell προβάλλει μια διαφορετική ψυχολογική ερμηνεία: καταγγέλλει τη βιβλική παράδοση για αφορισμό της φυσικής ορμής και της ανανέωσης ζωής, που συμβολίζεται με το φίδι. Η περιέλιξή του στο δένδρο της γνώσης θεωρήθηκε από πολλούς ως απεικόνισμα της συμπληρωματικής δυαδικότητας καθώς υπαινίσσεται ότι ο άνθρωπος πρέπει να ισορροπήσει όπως και ο Κόσμος μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων.
 
Στον Γιουνγκ, το φίδι είναι θεϊκό και ταυτόχρονα δαιμονικό σύμβολο της λίμπιντο (η ψυχική ενέργεια δεσμίδας ενορμήσεων και όχι μόνο της σεξουαλικής όπως υποστήριξε ο Φρόυδ), η δύναμη της οποίας βρίσκεται πέρα από τη συνείδηση. Κάθε ψυχολογικό άκρο κρύβει το αντίθετό του. Το προπατορικό αμάρτημα σχετίζεται με την αχαλιναγώγητη ενστικτικότητα. Το δένδρο στο οποίο τυλίγεται το φίδι ερμηνεύεται εδώ ως το σύμβολο της μητέρας που προστατεύεται από την αιμομιξία. Η περίσφιξη είναι η καταβρόχθιση, η είσδυση στο σώμα της μητέρας. 
 
Ο Χριστός παρομοίασε τον εαυτό του με τον όφι του Μωυσή για να αποκαλύψει τον μεσσιανικό ρόλο του. Συμβούλευσε δε τους μαθητές του: «Ιδού σας αποστέλλω ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Γίνεσθε λοιπόν φρόνιμοι ως οι όφεις και απλοί ως περιστερές» (Κατά Ματθαίον 10: 16). Στην Αποκάλυψη ο όφις ταυτίζεται με τον Σατανά: «Και ερρίφθη ο δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην…» (Αποκάλυψη 12:9). 
 
Στην κοσμολογία τωνΓνωστικών  η αξία των βιβλικών συμβόλων αντιστράφηκε. Για τους Οφίτες (2ος -3ος αιών. μ.Χ.) ο όφις είναι ο απελευθερωτής, ο μέγας δάσκαλος της σοφίας και ο νικητής του θανάτου εφόσον μεταμορφώνεται συνεχώς. Είναι ο επαναστάτης εναντίον του κακού θεού της Παλαιάς Διαθήκης και ο άγγελος Αγαθοδαίμων του πραγματικού ουράνιου πατέρα, ο οποίος μέσω της συνουσίας του με τους πρωτόπλαστους (οφική συνουσία)  μετάγγισε σε αυτούς την αληθινή γνώση. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Άγιου Επιφάνιου Κύπρου στο «Κιβώτιον φαρμάκων εναντίον των αιρέσεων» (375 μ.Χ.) η λατρεία του φιδιού στις οφικές τελετές εκδηλωνόταν με ασπασμούς σε φίδια και περιείχε σεξουαλικά όργια και εμβρυοβορία.  
 
 Η διαπολιτισμική παρουσία του φιδιού
 
Στη Σουμερική κοσμογονία η Ινάνα ως κεντρική λατρευτική μορφή της Ουρούκ ενσάρκωνε  την οργιώδη ζωοδοτική δύναμη.  Απεικονιζόταν σε πήλινα αγαλματίδια να κρατάει στην αγκαλιά της ένα φίδι. Στην ακκαδική καταγραφή του Έπους του Γιλγαμές, ο ήρωας μετά από υπόδειξη του Ουτναοιστίμ ανακάλυψε στα βάθη του Ωκεανού το αγκαθωτό φυτό που χάριζε την αιώνια νιότη. Στο δρόμο της επιστροφής όμως ένα φίδι έκλεψε από τον Γιλγαμές το θαυματουργό βότανο. Στη βαβυλωνιακή μυθολογία της δημιουργίας (Enuma Elish - αντίγραφό του υπήρχε στην περίφημη βιβλιοθήκη της Νινευή, τον 7ο αιώνα π.Χ.), η Μητέρα των θεών Τιαμάτ, η οποία παριστανόταν ως ένα τεράστιο φίδι, είναι η θεά του ωκεανού του αλμυρού νερού και των δυνάμεων του χάους. Η Τιαμάτ πολεμήθηκε από τον Μαρντούκ ο οποίος μετά τη νίκη του κατά της θηλυκής θεότητας κατέλαβε την κορυφή του βαβυλωνιακού πανθέου. Με τα κομμάτια του σώματος της Τιαμάτ, ο Μαρντούκ δημιούργησε τον ουράνιο και τον επίγειο κόσμο. 
 
Στην αρχαία Περσία, ο Αριμάν, θεός του θανάτου και της καταστροφής και  αιώνιος εχθρός του Ορμούζδ, θεού του καλού, εικονιζόταν ως φτερωτό φίδι. Μεσολαβητής μεταξύ των αντίθετων δυνάμεων θεωρείτο ο ηλιακός θεός Μίθρας, ο οποίος συγκέντρωνε τα ηθικά χαρακτηριστικά και των δύο με την καλή πλευρά να κυριαρχεί πάντα.
 
Σε παραστάσεις του τον βλέπουμε με κεφάλι λιονταριού και γύρω από το ανθρώπινο σώμα του να τυλίγεται ένα φίδι. Ο Αριμάν σκότωσε τον πρώτο άνθρωπο της δημιουργίας, ο οποίος γεννήθηκε από τα σπλάχνα του κοσμικού ταύρου Αμπουντάμπ. Οι επόμενοι άνθρωποι, ο Μέσχια και η Μεσχιάνη γεννιούνται από το δένδρο Ρείβας. Ο Αριμάν θέλοντας να τους παρασύρει στην απώλεια της αγνότητάς τους έπεισε τη Μεσχιάνη να θυσιάσει πρώτη στους δαίμονες ντέβας με αποτέλεσμα η λατρεία τους να εξαπλωθεί στη γη. 
 
Στον ζωροαστρισμό, ο Αριμάν εμφανίζεται ως Άνγκρα Μάινγιου (κακοποιό πνεύμα) με δίδυμο αδελφό τον Σπέντα Μάινγιου (αγαθοποιό πνεύμα). Οι δύο θεοί βρίσκονται συνεχώς σε πόλεμο μεταξύ τους αλλά στο τέλος των καιρών το καλό θα νικήσει ώστε να υπάρξει και η Τελική Κρίση των ψυχών.
 
Στην αιγυπτιακή μυθολογία, ο φιδόμορφος θεός του σκότους  Απέπ ή Άποφις (εμφανίστηκε ως θεότητα την περίοδο του Νέου Βασιλείου) ήταν γέννημα του αρχέγονου ωκεανού του χάους. Κάθε νύχτα προσπαθούσε, χωρίς αποτέλεσμα, να καταβροχθίσει το πλοίο του θεού Ήλιου (Ρα) για να περάσει ο κόσμος στην ανυπαρξία. Ο Ρα πληγώθηκε από το φίδι που έστειλε στο δρόμο του η Ίσιδα ώστε να της αποκαλύψει ο θεός το μυστικό του όνομα. Ο Ουραίος, η κόμπρα που στόλιζε το στέμμα των Φαραώ ήταν το μάτι του Ρα και δήλωνε την αδιαμφισβήτητη βασιλική εξουσία , υπενθυμίζοντας την θεϊκή καταγωγή του βασιλέα. 
 
Η θεά Wadjet, γνωστή στους Έλληνες ως Μπούτο, λατρευόταν ως μητέρα των φιδιών και ως προστάτιδα της Κάτω Αιγύπτου. Παριστανόταν συνήθως ως κόμπρα που έφερε το κόκκινο διάδημα της Κάτω Αιγύπτου ή τον ηλιακό δίσκο.
 
Ο ουροβόρος όφις, σύμβολο χιλιετιών, αναφέρεται, για πολλούς, στην παλιγγενεσία και στον αέναο κύκλο της ύπαρξης μέσα στο χρόνο. Τον συναντούμε αργότερα στα γνωστικά, στα αποκρυφιστικά και στα αλχημιστικά κείμενα. 
 
Στη μυθολογία των βορείων (έμμετρη και πεζή Έδδα) ο Γιόρμουνγκαντ ή Μίντγκαρντ ήταν ο απόγονος του μεγάλου θεού της φωτιάς Λόκι και της γιγάντισσας Άνγκρμποντα. Έχει τη μορφή του φιδιού και η μητέρα του για να το προφυλάξει από τους θεούς (οι προφήτισσες έλεγαν πως τα παιδιά του Λόκι θα έφερναν το λυκόφως των θεών) το έριξε στον ωκεανό. Ο Γιόρμουνγκαντ μεγάλωσε τόσο που περιέτρεχε ολόκληρη τη γη. Αιώνιος εχθρός του ο κεραύνιος Θορ. Οι δύο αντίπαλοι συναντώνται οριστικά την «ημέρα του Ράχναροκ» (λυκόφως των θεών). Ο κόσμος καταστρέφεται και το ανθρώπινο είδος αναγεννάται. Ο Θορ νικά και σκοτώνει το φίδι αλλά πεθαίνει και ο ίδιος από το δηλητήριο του εχθρού του.
 
Για τους Σκανδιναβούς, το ιερό δένδρο  Υγκντραζίλ (Μελιά), που απλώνει τα κλωνάρια του πάνω απ’ όλη τη γη και ανεβαίνει μέχρι τον ουρανό, έχει τρεις ρίζες. Η μία από αυτές απλώνεται στον χθόνιο κόσμο Νιφλχάιμ και λούζεται από την πηγή Χβεργκελμίρ που στα νερά της κολυμπούν αναρίθμητα φίδια. Μεταξύ αυτών το τερατώδες φίδι Νίτχονγκ που κατατρώει το εσωτερικό της ρίζας για να διακοπεί η επικοινωνία με τους θεούς.
 
Στον πολιτισμό των Κελτών, οι θηλυκές θεότητες (μητέρες – μορφές της κελτικής Ματρόνας) εμφανίζονταν στους ιρλανδικούς και ουαλικούς μύθους να συνδέονται με το φίδι. Η Μπρίγκιτ η κυρία της Φύσης και  της μαντικής τέχνης, παρουσιαζόταν ως φίδι την πρώτη Φεβρουαρίου, όταν γιορταζόταν το Impolc προς τιμήν της. Η Μόριγκαν θρήνησε τον γιό της Μέιχε, όταν αυτός φονεύτηκε από τον θεϊκό γιατρό Ντίαν Κεχτ επειδή είχε τρία φίδια στην καρδιά του. 
 
Στον Κύκλο του Ώλστερ (μυθολογική γραπτή παράδοση), ο ημίθεος ήρωας Κόναλ Κέρναχ επιτέθηκε σ’ ένα φρούριο που κρύβει έναν σπουδαίο θησαυρό, ο οποίος φυλασσόταν από ένα τεράστιο φίδι. Το φίδι εισέβαλε στη ζώνη του Κόναλ αλλά κανείς τους δεν έβλαψε τον άλλο. Σε μια από τις εσωτερικές πλάκες του λέβητα του Gunderstrup απεικονίζεται ο κερασφόρος θεός Κερνούνος (κελτικός Ερμής ή γαλατικός Άρης) να κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα φίδι με κεφάλι κριού (ισχυρό σύμβολο της ευγονίας και της αναγέννησης) είναι γνωστές από τη ρωμαϊκή Γαλατία. Ο Απόλλωνας Μοριτάσγκους (ο κελτικός Απόλλωνας) θεραπευτής και προστάτης συνοδευόταν από τη Σιρόνα, θεότητα της ιατρικής, η οποία απεικονιζόταν με φίδια..
 
Οι Νάγκας,  φιδόμορφες από τη μέση και κάτω και ανθρωπόμορφες στο υπόλοιπο σώμα τους είναι, στον Ινδουϊσμό, στον Βραχμανισμό και στο Βουδισμό, σοφές  υπάρξεις που κατοικούν στον υδάτινο κόσμο σε παλάτια με αμύθητους θησαυρούς. Λάτρεις και προστάτες μεγάλων και μικρών θεοτήτων τιμώνται ιδιαιτέρως μέχρι σήμερα σε περιοχές της Ινδίας. Ο Βισνού ξεκουράζεται στην αγκαλιά της Αντισέσα της βασίλισσας των φιδιών με τα χίλια κεφάλια, που γεννήθηκε από τα υπολείμματα της δημιουργίας του κόσμου. Συμβολίζει τη γνώση και την αιωνιότητα. Προστατεύει τον θεό στο ταξίδι του στην αρχέγονη θάλασσα. Το φίδι είναι επίσης σύμβολο της κοσμικής ενέργειας Κουνταλίνι που συσπειρώνεται στη βάση της σπονδυλικής στήλης, κάτι ανάλογο της λίμπιντο. Ο Κρίσνα νικά το φίδι Καλίνγκα, που εδώ συμβολίζει την δέσμευση της ύλης. Η Νάγκα Muchilinda απεικονίζεται σε παραστάσεις να προστατεύει τον διαλογιζόμενο Βούδα από την καταιγίδα. Στις βουδιστικές σούτρα συχνά αντιπροσωπεύει την οργή, μία από τις βασικές αμαρτίες που καταδικάζουν τον άνθρωπο σε συνεχείς μετενσαρκώσεις αλλά και τη μεταμόρφωση. Στη Βιρμανία, οι ιέρειες φιδιών φιλούν τρεις φορές μία βασιλική κόμπρα για να φέρει βροχή στις καλλιέργειες.
 
Στον αρχαίο ιαπωνικό σιντοϊσμό, («Διήγηση των παλαιών πραγμάτων» - Κοτζίκι, 712 μ.Χ) το φίδι ενσαρκώνει τον θεό της θάλασσας Σουσάνο – Ο, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε μεγάλο ευεργέτη των ανθρώπων όταν πάλεψε με το φίδι με τα 8 κεφάλια και απέσπασε από το τέρας το περίφημο σπαθί kunasagi. Στην αρχαία ταοϊστική Κίνα, ο μυθικός αυτοκράτορας Φου Χι απεικονίζεται μισός άνθρωπος και μισός φίδι και λατρεύτηκε ως ο εκπολιτιστής των ανθρώπων. 
 
Στις ανιμιστικές θρησκείες, όπου επικρατεί η μαγική, τοτεμική σχέση του ανθρώπου με τη φύση, ο πολιτισμός είναι συνέχεια του φυσικού περιβάλλοντος. Ο τόπος και οι άνθρωποι συγχωνεύονται εννοιολογικά2. Στην τοτεμική λογική τα ζώα προτείνουν τρόπους συμπεριφοράς, σοφότερους ως επί το πλείστον από τους ανθρώπινους.
 
Στους Μαορί, το φίδι αντιπροσωπεύει την παγκόσμια διάνοια που απέκοψε τον παράδεισο από τη γη. Στη Μελανησία, το φίδι είναι η αρχέγονη δύναμη που έβγαλε την ξηρά στην επιφάνεια από τα βάθη της πρωταρχικής θάλασσας και χάρισε την φωτιά στους θνητούς.
 
Στην Arnhem Land, στη γη των Αβοριγίνων στην Αυστραλία, το Φίδι του Ουράνιου Τόξου ως θηλυκό με το όνομα Yingarna ταυτίζεται με την δημιουργό δύναμη και ως αρσενικό, Ngalyod, με τις μεταμορφώσεις και τα σχήματα των πραγμάτων. Στους μυσταγωγικούς μύθους, το Φίδι – Ουράνιο Τόξο είναι ο φύλακας των πηγών που βρίσκονται οι κρύσταλλοι κουάρτζ, οι οποίοι προέρχονται από την ονειρική εποχή3.
 
Στις αφρικανικές φυλές τα φίδια αντιπροσωπεύουν θετικές ή αρνητικές θεότητες. Οι Βασάρι της δυτικής Αφρικής κάνουν λόγο στην προφορική τους παράδοση για το φίδι που παρέσυρε τους πρώτους ανθρώπους να φάνε τους απαγορευμένους καρπούς του παραδείσου, που είχε δημιουργήσει ο Ουνουμπότε. 
 
Οι γηγενείς Αμερικανοί απεικονίζουν την αλληλεπίδραση του ανθρώπου και της φύσης με το φίδι. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι οι Χόπι τελούν έναν από τους χορούς τους, βάζοντας φίδια στο στόμα. Το φίδι θεωρείται ο αγγελιοφόρος μεταξύ του ανθρώπου και του τόπου του. Στην παράδοσή τους αναφέρουν έναν προγονικό λαό, τους Ανθρώπους –Φίδια που δίδαξαν την ιερή γνώση της λατρείας του φιδιού στον προπάτορά τους, όταν αυτός ήθελε να ταξιδέψει μέχρι εκεί που κατέληγε ο ποταμός του Grand Canyon. Ο ιροκέζος μυθικός αρχηγός Atatarho φορούσε έναν μανδύα από μαύρα φίδια, τα οποία του χάριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητές τους.
 
Kάθε μύθος από αυτούς που προαναφέρθηκαν θα μπορούσε να αποτελέσει το ερέθισμα για ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο των συμβόλων και στη μυθική εμβίωση. Ταξίδι στα αγγέλματα των μύθων, το οποίο μας υπενθυμίζει την πολυμορφία με την οποία εκφράζεται η ανθρώπινη υποκειμενικότητα μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Ας σταθούμε στοχαστικά στην ρήση του Karl Jaspers: «Η μυθική σκέψη δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σε κάθε εποχή».
Στις θρησκείες του τροπικού δάσους του Αμαζονίου οι οντότητες του υπερβατικού κόσμου έχουν ζωομορφική υπόσταση στον ορατό κόσμο. Το φίδι ανακόντα λατρεύεται από πολλές φυλές ως σύνδεσμος μεταξύ των κοσμικών επιπέδων.
 
Στους προκολομβιανούς πολιτισμούς, το φίδι λατρευόταν, δίνοντας τη μορφή του είτε στον Kukulkan («φτερωτό φίδι του Κουετζάλ»), θεό της ζωής και των νόμων και ιδρυτή της Τσιτσέν Ιτζά για τους Μάγια είτε στον ανώτατο δημιουργό Quetzalcoatl, τολτεκικό ηλιακό θεό, δάσκαλο της σοφίας και των τεχνών για τους Αζτέκους. Ο μυθικός αρχιερέας Huitzilopochtli φόνευσε την αδελφή του, το φίδι τυρκουάζ.

 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
 1. Στόχος των συγκεκριμένων θεωρητικών προσεγγίσεων είναι να προσδιοριστεί το ψυχολογικό υπόβαθρο του συμβολισμού με βάση την αρχή: η ιδιότητα του «συμβολίζειν» είναι ψυχική ιδιότητα και το σύμβολο απεικόνιση μιας βαθιάς ψυχικής πραγματικότητας. Με την μετάβαση στους αγροτικούς πολιτισμούς σύμφωνα με τον Paul Diel, εκπροσώπου της «Ψυχολογίας της Ενδοσκόπησης», η μυθοπλασία επεκτάθηκε για συμπεριλάβει τον μεταφυσικό και τον ηθικό στοχασμό αλλά και τις ενδοψυχικές συγκρούσεις. Στο φροϋδικό εννοιολογικό πλαίσιο η ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης (υπερεγώ) συσχετίζεται με τον μύθο του Οιδίποδα. Στην φροϋδική ψυχανάλυση, τα σύμβολα προκύπτουν ως παρεμπόδιση της πρωτογενούς τάσης για αιμομιξία. Ο Καρλ Γιουνγ («Ψυχολογία του Βάθους») διευρύνει την έννοια της λίμπιντο πέρα από τον σεξουαλικό χαρακτήρα της και εξετάζει τον συμβολισμό των μύθων σε συνάρτηση με παράλογη και λογική λειτουργία της ψυχής. Κάνει λόγο για έμφυτες – κατευθυντήριες εικόνες (αρχέτυπα), που καθορίζουν την ανθρώπινη δράση μέσα από τη διαχρονικότητα των ψυχικών υποδομών.
 2. Στο συνθετικό, ολιστικό σύμπαν των «πρωτόγονων» κοινωνιών είναι σαφής ο σύνδεσμος ανάμεσα στα φυσικά είδη και τις κοινωνικές ενότητες, πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στα είδη των ζώων και του προγόνους των οικογενειών ή ακόμα και των φυλών, οι οποίοι εξομοιώνονται με αυτά.
 3. Αρκετές από τις βραχογραφίες στην Arnhem Land, με την εικόνα του φιδιού, χρονολογούνται πολύ πριν από 6.000 χρόνια και η συγκεκριμένη λατρεία θεωρείται από τους μελετητές ως η αρχαιότερη  θρησκευτική παράδοση στον κόσμο που διατηρείται ζωντανή μέχρι σήμερα.

Ο εγκέφαλός μας φτιάχνει ψευδείς αναμνήσεις


Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η κατασκευή ψευδών εικόνων μας αφορά όλους και όχι μόνον αυτούς που έχουν ασθενή μνήμη

Γιατί θυμόμαστε; Μα διότι, συγκεκριμένα τμήματα του εγκεφάλου μας είναι επιφορτισμένα με αυτήν την νοητική λειτουργία. Και γιατί ξεχνάμε; Διότι ο εγκέφαλός μας δεν είναι δυνατόν να συγκρατήσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών.
Το περίεργο είναι όμως, όπως λένε οι επιστήμονες, ότι ανάμεσα σε αυτά τα δύο ξεκάθαρα δεδομένα, υπάρχει μια γκρίζα ζώνη, όπου κατασκευάζονται μέσα στο κεφάλι μας ψευδείς αναμνήσεις.
Και αυτή η διαδικασία μπορεί να αφορά κάτι απλό και σχεδόν χαριτωμένο – π.χ. να είμαστε σίγουροι ότι πήγαμε στο εφηβικό πάρτι ενός φίλου όταν στην πραγματικότητα ήμασταν σπίτι με γρίπη αλλά μάθαμε τι έγινε εκεί επειδή πήγαν όλοι οι γνωστοί μας και τα διηγήθηκαν αργότερα – ως κάτι πολύ πιο σύνθετο: να έχουμε ακλόνητη βεβαιότητα ότι είδαμε μια σκηνή στην οποία δεν ήμασταν παρόντες.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η κατασκευή ψευδών εικόνων μας αφορά όλους και όχι μόνον αυτούς που έχουν ασθενή μνήμη.
Πως δημιουργούνται οι ψευδείς αναμνήσεις;  Όλοι μας θεωρούμε ότι η μνήμη μας μοιάζει με βιντεοκάμερα που αποτυπώνει με ακρίβεια τι ακριβώς συνέβη όταν ήμασταν μπροστά σε ένα γεγονός ή μια συζήτηση. Δυστυχώς όμως όλο αυτό το υλικό, δέχεται μεγάλες αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου.
Ορισμένες φορές μάλιστα, μπορεί οι ιδέες και οι προκαταλήψεις μας να επηρεάζουν και τελικά αυτό που απομένει ως ανάμνηση δεν έχει και τόση σχέση με την πραγματικότητα.
Το χειρότερο είναι πάντως, ότι οι ειδικοί πιστεύουν πως τρίτοι μπορεί να μας εμφυσήσουν ψευδείς αναμνήσεις μιλώντας μας γι αυτές και εμείς σταδιακά να τις χτίσουμε μέσα στον εγκέφαλό μας, σαν πράγματι να ήταν αλήθεια.
Άλλες φορές ο εγκέφαλός μας κάνει ένα είδος συρραφής διαφορετικών εικόνων που μοιάζουν με ένα ενιαίο βίωμα ενώ δεν ήταν...

Άγνωστοι Έλληνες: Όταν οι Έλληνες πορεύονταν Εις Πανίαν

 

Ακολουθώντας το αέναο ταξίδι των Ελλήνων σε όλον τον κόσμο φτάνουμε σιγά – σιγά στην Ισπανία, την χώρα των Πομπλαδόρες Γκριέκος και των Βάσκων.
Η Ισπανία ανέκαθεν υπήρξε αγαπημένος προορισμός των Ελλήνων από τα αρχαία κιόλας χρόνια…
Ο Ηρακλής πρώτα πρώτα είχε εκστρατεύσει εκεί, γεγονός που πιστοποιείται από τον Φάρο του στην σημερινή Κορούνια, από το όνομα «Πυρηναϊκή», το οποίο απεδόθη στην χερσόνησο από τον ίδιο προς τιμήν της γυναίκας του Πυρήνας αλλά και από χιλιάδες ακόμη πόλεις που ιδρύθηκαν από εκείνον.
Ο γιος του Ηρακλή, επιπλέον, ονομαζόταν Ίβηρας και θεωρούνταν γενάρχης της Ιβηρίας!
Χαρακτηριστική της παρουσίας του μεγάλου αυτού ήρωα στην εν λόγω περιοχή είναι και η ονομασία της σημερινής Διώρυγας του Γιβραλτάρ, που παλαιότερα έφερε το όνομα «Ηράκλειες Στήλες»!
Αρκετά χρόνια αργότερα έφτασε η σειρά αρχικά του Διονύσου να επισκεφθεί εκείνα τα μέρη και έπειτα του Οδυσσέα, ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση ίδρυσε την πόλη Ιβηρία στην θέση που βρίσκεται η σημερινή Λισσαβώνα!
Λέγεται μάλιστα πως ο Διόνυσος μετονόμασε την Εσπερία (παλιά ονομασία Ισπανίας) σε Ισπανία, προς τιμήν του Πάνα, ο οποίος τον είχε συνοδεύσει στην εκστρατεία του (Ις-Πανίαν: Εις Πανία)!
«Πᾶνα κατέλιπεν ἐπιμελητὴν τῶν τόπων, ὃς τὴν χώραν ἀπ´ αὐτοῦ Πανίαν μετωνόμασεν· ἣν οἱ μεταγενέστεροι παραγώγως Σπανίαν προσηγόρευσαν, καθὼς ἱστορεῖ Σωσθένης ἐν ιγʹ Ἰβηρικῶν» Πλούταρχος (Περί Ίσιδος και Οσίριδος).
Ο Στράβων στα βιβλία του Β’, Γ’, Δ’, Ε’ των Γεωγραφικών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι πολλοί ομηρικοί ήρωες πέρασαν από εκείνα τα μέρη (Αινείας, Μενέλαος, κ.α.).
Καταγράφει επίσης την ύπαρξη των Λουσιτανών (αρχαίας επαρχίας της Ιβηρικής χερσονήσου), οι οποίοι είχαν επιλέξει να ακολουθούν τον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών. Έτρωγαν λιτά, οργάνωναν ιππικούς, γυμναστικούς και οπλιτικούς αγώνες και εξασκούνταν γενικότερα στις πολεμικές τέχνες.
Όπως λοιπόν μπορούμε να δούμε, οι Έλληνες προσέθεσαν άλλον έναν σταθμό στις αποικίες τους γύρω από την Μεσόγειο, γεγονός που φαίνεται και από την πλειάδα ελληνικών πόλεων κατά μήκους όλης της Ιβηρίας!
-Εμπόρειον, Ampuries: Η πιο σημαντική Ελληνική αποικία. Οι Έλληνες, Φωκαείς συγκεκριμένα, έμαθαν τους ντόπιους να καλλιεργούν με αγάπη τις ελιές και τα’ αμπέλια. Ονομάστηκε έτσι γιατί ήκμασε το εμπόριο. Όπου πήγαιναν οι Έλληνες έδιναν απλόχερα και φιλότιμα πολιτισμό και οργάνωναν εμπορικούς σταθμούς, αφού είχαν έντονα ανεπτυγμένο το εμπορικό δαιμόνιο. Στο Εμπόρειον εισήχθη η πολεοδομία των ελληνικών πόλεων και κόπηκαν τα πρώτα νομίσματα στην περιοχή.
-Καλλίπολη (Βαρκελώνη), Ζάκαθα (Sagundo, ιδρύθηκε από Ζακυνθινούς), Άκρα Λευκή (Alicante), Ταρτησσός (οι Ισπανοί ισχυρίζονται πως είναι η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης), Ρόδη (Rosas), Καρθαγένη (Cartagena), Άβδηρα (στην μνήμη του Άβδηρου, φίλου του Ηρακλή), Πίνητος, Κερεσός, Κάλπη, Ημεροσκόπειον ή Αρτεμίσον, Μαινάκη (Malaca), Εβυσος (Ibiza), και πολλές άλλες.
Φυσικά οι προαναφερθείσες πόλεις βρίθουν ελληνικού στοιχείου μέσω των πολυάριθμων ελληνικών οικοδομημάτων, των θεάτρων, των ναών, των αγαλμάτων (Ανδριάντας Ασκληπειού ύψους 2μ.!), των εορτών, κλπ.
Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα αποτελούν οι γνωστοί αγώνες ταυρομαχίας των Ισπανών, που υφίστανται ως σήμερα και που διαθέτουν τις ρίζες τους στα ταυροκαθάψια της μινωικής εποχής, στο οποίο ο αθλητής εκτελούσε άλματα πάνω από τον ταύρο.
Έχουν βρεθεί αρκετές παραστάσεις και στην Κρήτη (τοιχογραφίες, αγαλματίδιο, σφραγίδες) αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας (Πύλος, Τίρυνθα) και στην Μικρά Ασία (Σμύρνη). Από αυτά προήλθαν οι ισπανικές ταυρομαχίες. Βέβαια στην σημερινή Ισπανία το άθλημα είναι βάρβαρο, αφού στην Ελλάδα δεν θανατωνόταν ο ταύρος, που ήταν ιερό ζώο.
Ας δούμε τώρα λίγα πράγματα για τους δύο κατεξοχήν ελληνογενείς πληθυσμούς της Ισπανίας, τους Πομπλαδόρες Γκριέκος, που πρόκειται για Έλληνες κατοίκους από την Ελίκη, Ελίτσε, και τους Βάσκους που είναι εγκαταστημένοι στα δυτικά Πυρηναία όρη (<Πυρήνα, σύντροφο Ηρακλή).
Οι pobladores Griegos, ενθυμούμενοι την Ελληνική τους καταγωγή, εορτάζουν κάθε χρόνο την ελληνική εβδομάδα που περιλαμβάνει την τυπική ζωή μιας αρχαίας ελληνικής πόλης: Ραψωδίες, θέατρα, χορός, πυρσοί, παρελάσεις οπλιτών, αμφορείς, αρχαία νομίσματα, κτερίσματα, χιτώνες, περικνημίδες και λόγος ομηρικός. Παράλληλα τιμούν με θρησκευτικές παραστάσεις την Κοίμηση της Θεοτόκου κάθε 15η Αυγούστου.
Όσον αφορά τους Βάσκους, υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την καταγωγή τους (Λιβύοι, Φοίνικες, Ίβηροι, κλπ). Πιο πειστική φαντάζει η ελληνική αν σκεφτούμε ότι πέραν της ελληνικής τους νοοτροπίας και κουλτούρας, οι ίδιοι οι Βάσκοι δηλώνουν Έλληνες!
Ειδικότερα είναι γνωστοί για την φιλοξενία, την υπερηφάνεια, την φιλοπατρία και τις στρατιωτικές τους ικανότητες.
Ο Στραβων αναφέρει (Γ’ 155):
«Οι παλαιοί πολεμιστές ζούσαν κατά Σπαρτιατικό τρόπο και φορούσαν περικνημίδες. Οι Δρυΐδες προέβλεπαν τα μελλούμενα από σφάγια των θυσιών, αφού εξέταζαν τα σπλάχνα τους (…) Ιδρύθηκαν πόλεις που έχουν ονόματα, όπως Έλληνες, Αμφίλοχοι, διότι ο Αμφίλοχος πέθανε εδὠ. Προσφέρουν κατά τρόπον ελληνικό (…) Είναι το έθνος των Ουασκόνων».
Οι Βάσκοι καλλιεργούν, ως κλασσικοί Έλληνες, με φροντίδα τα σταφύλια και τις ελιές και διατηρούν υπερβολική αγάπη για την Ελλάδα. Ποιος ξεχνάει την πρόταση των Βάσκων Ευρωβουλευτών ν’ αποτελούν τα Ελληνικά την επίσημη γλώσσα της Ευρώπης, κάτι που φυσικά καταψηφίστηκε και από Έλληνες «ευρωπαϊστές».
Στο Μπιλμπάο στεγάζεται η Ελληνική Βασιλική Ακαδημία.
Και μιας και μιλήσαμε για γλώσσα, ας δούμε ενδεικτικά ορισμένες εκ των ισπανικών λέξεων που έχουν ελληνική ρίζα:
Aire< αήρ
Tala< τάλας (φτωχός)
Henada< χελιδών (Δωρική Διάλεκτος, κατά την οποία το λ τρέπεται σε ν)
Tronu< θρόνος
Herria< χώρα
estadio> στάδιον
mozo(υπηρέτης)>μόθων(γιος δούλου)
Ana< Άν(ν)α (προσφώνημα Ελλήνων για τον Δία που προέρχεται από το επίρρημα άνω)
Αλλά και το επιφώνημα των Ισπανών «όλε» προέρχεται από την ελληνική φράση θρήνου «ὦ ὀλε δαῖμον»!
Δείτε το βίντεο όπου το ελληνικό DNA βγαίνει στην επιφάνεια και μιλάει από μόνο του:
Υπάρχει επίσης πλήθος Ισπανών φιλελλήνων:
Χουάν Βαλέρα (σημαντικός ποιητής και πεζογράφος, απέδωσε πρώτος νεοελληνικά ποιήματα στα ισπανικά).
Αντόνιο Ρουμπιό Λιουκ (φιλόλογος, ένεθρμος φιλέλληνας, απέδωσε στα ισπανικά κείμενα ελληνικής λογοτεχνίας).
Μπέργκνες ντε λας Κάσας (Καταλανός ελληνιστής, πίστευε ότι η καταλανική πολιτιστική ιδιαιτερότητα έπρεπε να συνδεθεί με τον ελληνικό πολιτισμό)
Federico Krutwig Sagredo (Βάσκος ελληνιστής, θεωρούσε τα ελληνικά μητέρα όλων των γλωσσών)
Pedro Olalla (Ελληνιστής των ημερών μας θεωρεί τον Ελληνισμό ελπίδα του μέλλοντος)
Σημαντικοί μεταγενέστεροι Έλληνες που αγαπήθηκαν από τους Ισπανούς ήταν ο γνωστός Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (Ελ Γκρέκο) καθώς και ο λόγιος Δημήτρης Δούκας που προσκλήθηκε να διδάξει τα ουμανιστικά γράμματα στην πρώιμη αναγεννησιακή Ισπανία.
Σήμερα εδράζει μεγάλος αριθμός οργανώσεων και ιδρυμάτων που αφορύν τον Ελληνισμό της Ισπανίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το «Iberia Graeca», που ξεκίνησε επίσημα την λειτουργία του το 2010 από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ισπανίας και την Κυβέρνηση της Καταλανίας με σκοπό την ταξινόμηση και πιο εμπεριστατωμένη μελέτη του τεράστιου όγκου ελληνικών αρχαιολογικών ευρημάτων που ανακαλύπτονται συνεχώς στην πόλη Εμπόριον.
Η Ισπανία αποτελεί έναν ακόμα αξιομνημόνευτο σταθμό των Ελλήνων που πιστοποιεί το αδιάκοπο ταξίδι τους όχι μόνο στην περιοχή της Μεσογείου αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Φυσικά η Ελλάδα εξακολουθεί να κρατά σφαλισμένη την πόρτα σε αυτούς τους Έλληνες που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην χώρα μας αλλά και στον Ελληνισμό γενικότερα, κάτι που ήδη κάνουν…

ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡEΙΑ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

« Μονάχα στον βαθμό που η ιστορία υπηρετεί τη ζωή προτιθέμεθα να υπηρετήσουμε και εμείς την ιστορία ». 

«Κατά τα άλλα μου είναι μισητό οτιδήποτε απλώς με διδάσκει χωρίς να αυξάνει τη δραστηριότητά μου ή να την ζωογονεί άμεσα».
Αυτά είναι λόγια του Goethe με τα οποία, σαν μ’ ένα ceterum censeo1 βγαλμένο από τα βάθη της καρδιάς, θα ξεκινήσει η πραγματεία μας για την αξία ή την απαξία της ιστορίας.
Σ’ αυτήν δηλαδή την πραγματεία πρόκειται να εκτεθεί γιατί μια διδαχή που δεν ενεργοποιεί τις δυνάμεις μας, γιατί μια γνώση που ναρκώνει τη δραστηριότητα, γιατί μια ιστορική μόρφωση εννοούμενη ως πολύτιμη περίσσεια γνώσης και ως πολυτέλεια πρέπει στα σοβαρά, σύμφωνα με το λόγο του Goethe, να μας είναι μισητή: επειδή ακόμη μας λείπει ό,τι είναι πιο αναγκαίο κι επειδή το περίσσιο είναι ο εχθρός του αναγκαίου.
Ασφαλώς χρειαζόμαστε την ιστορική γνώση, την χρειαζόμαστε όμως αλλιώτικα απ’ ότι την χρειάζεται ο καλομαθημένος αργόσχολος μέσα στον κήπο της γνώσης, όσο κι αν αυτός βλέπει αφ’ υψηλού τις δικές μας τραχειές και άχαρες ανάγκες και δυσκολίες.Αυτό σημαίνει ότι εμείς την χρειαζόμαστε για τη ζωή και για την πράξη κι όχι για το βολικό αποτράβηγμα από τη ζωή και την πράξη ή, ακόμη χειρότερα, για τον εξωραϊσμό της φίλαυτης ζωής και της δειλής και φαύλης πράξης.
Μονάχα στον βαθμό που η ιστορία υπηρετεί τη ζωή προτιθέμεθα να υπηρετήσουμε και εμείς την ιστορία. Υπάρχει ωστόσο ένας βαθμός ενασχόλησης με την ιστορία και εκτίμησης προς αυτήν, πέρα από τον οποίο η ζωή μαραίνεται και εκφυλίζεται: φαινόμενο που είναι εξίσου αναγκαίο όσο και, ενδεχομένως, οδυνηρό να το συνειδητοποιεί κανείς παρατηρώντας ορισμένα αξιοσημείωτα συμπτώματα της εποχής μας.

Προσπάθησα να περιγράψω ένα αίσθημα που συχνά-πυκνά με έχει βασανίσει. Το εκδικούμαι παραδίνοντάς το στη δημοσιότητα. Ίσως να νου πει κάποιος, απ’ αφορμή μια τέτοια περιγραφή, ότι το αίσθημα αυτό το έχει βέβαια δοκιμάσει κι εκείνος αλλά ότι εγώ δεν το έχω νιώσει αρκετά καθαρά και πηγαία ούτε το έχω εκφράσει – κάθε άλλο μάλιστα – με τη σιγουριά και την ωριμότητα που θα ταίριαζε σε μια τέτοια εμπειρία. έτσι ίσως θα πει ο ένας ή ο άλλος.
Οι περισσότεροι ωστόσο θα μου πουν ότι πρόκειται για εντελώς διεστραμμένο, αφύσικο και πέρα για πέρα ανεπίτρεπτο αίσθημα, και μάλιστα ότι με το αίσθημά μου τούτο αποδείχτηκα ανάξιος αυτής της τόσο ισχυρής ροπής της εποχής μας προς την ιστορία, ροπής ως γνωστόν έκδηλης εδώ και δυο γενιές ιδίως ανάμεσα στους Γερμανούς.
Εν πάση περιπτώσει, με το να τολμήσω να παρουσιάσω στο κοινό τη φυσική περιγραφή του αισθήματός μου η γενική ευπρέπεια περισσότερο προάγεται παρά βλάπτεται, δεδομένου ότι δίνω έτσι σε πολλούς την ευκαιρία να πουν φιλοφρονητικά λόγια για μια ροπή της εποχής όπως αυτή που μόλις ανάφερα. Για τον εαυτό μου όμως αποκομίζω ένα κέρδος που κατά τη γνώμη μου αξίζει πολύ περισσότερο από την ευπρέπεια – να διδαχθώ για την εποχή μας και να νουθετηθώ δημόσια.
 Παράκαιρη είναι και αυτή η θεώρηση γιατί επιχειρώ εδώ να συλλάβω ως μειονέκτημα, ανημποριά και ατέλεια τη σύγχρονης εποχής κάτι για το οποίο η ίδια δίκαια περηφανεύεται: την ιστορική της παιδεία. Και μάλιστα γιατί πιστεύω ότι όλοι μας πάσχουμε από έναν ιστορικό πυρετό που μας κατατρώει κι ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να αντιληφθούμε ότι πάσχουμε από τούτη την αιτία.
Αν όμως ο Goethe έχει πει, και σωστά, πως με τις αρετές μας καλλιεργούμε συνάμα τις ατέλειές μας, και αν, όπως καθένας γνωρίζει, μια υπερτροφική αρετή – όπως κατά τη γνώμη μου είναι η ιστορική αίσθηση της εποχής μας – μπορεί να αποβεί εξίσου ολέθρια για έναν λαό όσο και ένα υπερτροφικό ελάττωμα, ας με αφήσουν κι εμένα μια φορά να κάνω αυτό που θέλω…
… Όποιος δεν μπορεί να καθίσει στο κατώφλι τη στιγμής, ξεχνώντας όλα τα περασμένα, όποιος δεν μπορεί να σταθεί επάνω σε ένα σημείο, σαν μια θέα της νίκης, δίχως να νιώθει ίλιγγο και φόβο, αυτός δεν θα μάθει ποτέ τι είναι ευτυχία, και κάτι ακόμη χειρότερο: δεν θα πράξει ποτέ τίποτα που να κάνει άλλους ευτυχισμένους….
… ή για να εκφραστώ πιο απλά στο θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αγρύπνιας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, κατά τον οποίο το ζωντανό ον υφίσταται βλάβη και τελικά καταστρέφεται είτε για άνθρωπο πρόκειται είτε για λαό, είτε για πολιτισμό.
Για να προσδιορίσει κανείς αυτόν τον βαθμό και δια μέσου αυτού, έπειτα, το όριο όπου το παρελθόν πρέπει να λησμονείται, ώστε να μην αποβαίνει ο νεκροθάφτης του παρόντος, θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς επακριβώς πόσο μεγάλη είναι η πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού – εννοώ τη δύναμη να αναπτύσσεται κανείς αυτοτελώς σύμφωνα με τη δική του φύση, να μεταπλάθει τα περασμένα και τα ξένα στοιχεία και να τα ενσωματώνει, να γιατρεύει τραύματα, να αντικαθιστά ό,τι χάθηκε, να μεταπλάθει από μόνος του θρυμματισμένες μορφές….
… Όταν το αισθητήριο ενός λαού αμβλύνεται κατ’ αυτό τον τρόπο, όταν η ιστορία υπηρετεί τη ζωή του παρελθόντος, έτσι ώστε να υπονομεύει τη συνέχιση της ζωής, και ιδικά της ανώτερης ζωής, όταν η ιστορική αίσθηση δεν συντηρεί πια τη ζωή αλλά την βαλσαμώνει, τότε το δέντρο πεθαίνει, με τρόπον αφύσικο, αρχίζοντας από πάνω και κατεβαίνοντας σιγά-σιγά προς τις ρίζες, ώσπου τελικά καταστρέφονται συνήθως και οι ρίζες.
Η αρχαιολατρική ιστορία εκφυλίζεται από τη στιγμή κιόλας που δεν την εμψυχώνει πια και δεν την εμπνέει η χλωρή ζωή του παρόντος. Τώρα ο σεβασμός μαραίνεται, η συνήθεια της λόγιας πολυμάθειας εξακολουθεί να υπάρχει χωρίς αυτόν, διαγράφοντας εγωιστικά και αυτάρεσκα κύκλους γύρω από τον εαυτό της.
Και αντικρίζει τότε κανείς το αποκρουστικό θέαμα μιας τυφλής συλλεκτικής μανίας, μιας ακάματης περισυλλογής του οποιουδήποτε πράγματος, αρκεί απλώς να υπήρξε κάποτε.
Ο άνθρωπος τυλίγεται σε μια μυρουδιά σαπίλας. Με την αρχαιολατρία του καταφέρνει να υποβιβάσει ακόμη κι ένα κάπως αξιολογότερο τάλαντο, μια κάπως ευγενικότερη ανάγκη, σε αχόρταγη περιέργεια, σε πραγματική απληστία για οτιδήποτε παλαιϊκό. Πολλές φορές βουλιάζει τόσο βαθιά, ώστε ικανοποιείται με οποιαδήποτε τροφή και καταπίνει με ευχαρίστηση ακόμη και τη σκόνη παλιών ασήμαντων βιβλίων.
Αλλά ακόμη κι όταν δεν παρουσιάζεται αυτός ο εκφυλισμός, ακόμη κι όταν η αρχαιολατρική ενασχόληση με την ιστορία δεν χάνει το θεμέλιο, στο οποίο και μόνο μπορεί να στεριώσει προκειμένου να επιδράσει ευεργετικά στη ζωή, εξακολουθούν πάντοτε να υφίστανται αρκετοί κίνδυνοι, αν δυναμώσει υπερβολικά και συνθλίψει τα άλλα είδη θεώρησης του παρελθόντος.
Το μόνο που ξέρει αυτή είναι να συντηρεί, όχι να παράγει ζωή, κι έτσι πάντοτε υποτιμά ό,τι τώρα πλάθεται γιατί δεν διαθέτει το ένστικτο, με το οποίο το μαντεύει κανείς, όπως για παράδειγμα το διαθέτει η μνημειακή ιστορία. Εμποδίζει έτσι η αρχαιολατρική ιστορία εκείνη τη δυναμική απόφαση για το Νέο. Προκαλεί παράλυση σ’ αυτόν που πράττει και που ως πράττων πάντοτε θα αναγκάζεται να θίξει ορισμένα πράγματα θεωρούμενα σεβάσμια.
Το γεγονός, ότι κάποιο πράγμα έχει παλαιωθεί, γεννά την απαίτηση ότι πρέπει να είναι και αθάνατο. Γιατί αν κανείς καθίσει και λογαριάσει τι και τι επιδαψιλεύθηκε σε τέτοια παλαιϊκά πράγματα – μια παλιά προγονική συνήθεια, μια θρησκευτική πίστη, ένα κληρονομικό προνόμιο – στη διάρκεια της ύπαρξής τους, πόσο σεβασμό και πόση τιμή τους έχουν αποτίσει τα άτομα και οι γενεές, τότε φαίνεται υπεροπτικό ή και αδιάντροπο να αντικαθιστά κανείς ένα τέτοιο παλαιϊκό πράγμα με ένα καινούργιο και να αντιπαραθέτει σ’ ένα τέτοιο συσσωρευμένο πλήθος από σεβάσματα και τιμές τη μια και μοναδική ενός συγκαιρινού πράγματος, που ακόμη βρίσκεται στη διαδικασία του σχηματισμού του.
Εδώ γίνεται σαφές πόσο αναγκαίο είναι συχνά για τον άνθρωπο, πέρα από το μνημειακό και το αρχαιολατρικό είδος θεώρησης του παρελθόντος, ένα τρίτο είδος, το κριτικό, πάλι κι αυτό στην υπηρεσία της ζωής. Για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει πρέπει να έχει – και από καιρό σε καιρό να χρησιμοποιεί – τη δύναμη να θρυμματίζει και να διαλύει ένα παρελθόν, και αυτό το κατορθώνει σύροντάς το στο δικαστήριο, υποβάλλοντάς το σε βασανιστική ανάκριση και τελικά καταδικάζοντάς το. ωστόσο κάθε παρελθόν είναι άξιο καταδίκης – γιατί έτσι συμβαίνει με τα ανθρώπινα πράγματα, πάντα η βία και η αδυναμία του ανθρώπου ήταν σε αυτά μεγάλη.
Δεν είναι η δικαιοσύνη αυτή που δικάζει ούτε, ακόμη λιγότερο, είναι η χάρη αυτή που εκδίδει την απόφαση, αλλά μόνο η ζωή, εκείνη η σκοτεινή κινητήρια δύναμη που λαχταράει άπληστα τον εαυτό της. Η κρίση της είναι πάντα ανεπιεικής, πάντα άδικη, γιατί ποτέ δεν ρέει από κάποιον καθαρό κρουνό γνώσης, ωστόσο τις περισσότερες φορές η απόφασή της είναι όμοια με αυτή που θα έβγαζε η ίδια η δικαιοσύνη. «Γιατί ό,τι γεννιέται, να χαθεί του αξίζει. κάλλιο λοιπόν τίποτε να μη γεννιόταν»2.
Θέλει πολλή δύναμη το να μπορείς να ζεις και να ξεχνάς ως ποιόν βαθμό ταυτίζονται το να ζει κανείς και το να αδικεί. Ο ίδιος ο Λούθηρος είπε κάποτε ότι μόνο από μια λησμονησιά του Θεού πλάστηκε ο κόσμος. Ότι δηλαδή, αν ο Θεός είχε αναλογιστεί το «βαρύ κανόνι»3, δεν θα δημιουργούσε ποτέ τον κόσμο.
Πότε-πότε όμως αυτή η ίδια η ζωή, η οποία χρειάζεται τη λησμοσύνη, απαιτεί την πρόσκαιρη διακοπή αυτής της λησμοσύνης κι ακριβώς τότε γίνεται ολοφάνερο πόσο άδικη είναι η ύπαρξη κάποιου πράγματος, ενός προνομίου, για παράδειγμα, μιας κάστας, μιας δυναστείας, πόσο πολύ θα ταίριαζε σ’ αυτό το πράγμα να αφανιστεί. Τότε το παρελθόν του κοιτάζεται κριτικά, το μαχαίρι μπαίνει στις ρίζες του, ποδοπατείται φρικωδώς ό,τι λογιζόταν αξιοσέβαστο.
Πρόκειται πάντοτε για διαδικασία επικίνδυνη, δηλαδή επικίνδυνη για την ίδια τη ζωή, και οι άνθρωποι ή οι καιροί που υπηρετούν με αυτό τον τρόπο τη ζωή, δηλαδή δικάζοντας και εξοντώνοντας ένα παρελθόν, είναι πάντοτε άνθρωποι και καιροί επικίνδυνοι και συνάμα εκτεθειμένοι σε κινδύνους. Γιατί καθώς είμαστε το αποτέλεσμα περασμένων γενεών, είμαστε το αποτέλεσμα και των παραστρατημάτων, των παθών, των λαθών τους, ακόμα και των εγκλημάτων τους. είναι αδύνατο να τινάξει κανείς εντελώς από πάνω του αυτές τις αλυσίδες.
Αν καταδικάσουμε εκείνα τα παραστρατήματα και θεωρήσουμε τον εαυτό μας απαλλαγμένο από αυτά, πάλι δεν αίρεται το γεγονός ότι από τούτα προερχόμαστε. Στην καλύτερη περίπτωση φθάνουμε σε μια σύγκρουση της κληρονομημένης, της εγγενούς φύσης μας με τη γνώση μας, ίσως ακόμη σε μια πάλη ανάμεσα σε μια νέα, αυστηρή αγωγή και σ’ ό,τι από παλιά μας έδιναν η ανατροφή κι οι καταβολές μας, εμφυτεύουμε μια νέα έξη, ένα νέο ένστικτο, μια δεύτερη φύση, έτσι που η πρώτη μας φύση μαραίνεται.
Είναι μια απόπειρα να δημιουργήσει κανείς κατά κάποιον τρόπο a posteriori για τον εαυτό του ένα παρελθόν, από το οποίο θα ήθελε να καταγόταν, σε αντίθεση με αυτό, από το οποίο τω όντι κατάγεται – μια απόπειρα πάντοτε επικίνδυνη, γιατί είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς ένα όριο στην άρνηση του παρελθόντος, και γιατί ως επί το πλείστον οι δεύτερες φύσεις είναι πιο αδύναμες από τις πρώτες.
Πολύ συχνά σταματάει κανείς στη γνώση του αγαθού χωρίς να το πράττει, γιατί γνωρίζουμε ποιο είναι το καλύτερο χωρίς να μπορούμε και να το πράξουμε. Καμιά φορά όμως η νίκη κατακτάται στ’ αλήθεια, κι υπάρχει μάλιστα για όσους δίνουν τη μάχη, για όσους θέτουν την κριτική ιστορία στην υπηρεσία της ζωής, μια παράξενη παρηγοριά: να γνωρίζουν δηλαδή ότι εκείνη η πρώτη φύση ήταν κάποτε δεύτερη φύση, και ότι κάθε δεύτερη φύση, όταν νικήσει, γίνεται πρώτη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναφορά στην παροιμιώδη φράση «εκτός τούτου φρονώ ότι η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί», με την οποία συνήθιζε ο Κάτων να κλείνει τους πολιτικούς λόγους του.
2.  Στίχοι του Goethe από τον Faust.
3.   Μεταφορικά, με την έννοια του ‘συντριπτικού επιχειρήματος’.