Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

Πρόκειται περί πορισμάτων, εξ αρχαιολογικής ανασκαφής συνεπαγόμενα,  εξαιρετικού ειδικού βάρους, τα οποία αφορούν στον διαχρονικό μουσικό πολιτισμό των Ελλήνων.
Προτρέπω τους επισκέπτες που δεν διαθέτουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θέματα τέτοιας φύσεως να εξαντλήσουν την υπομονή τους, για να διαβάσουν την έρευνα που ακολουθεί, διότι πρόκειται περί  προσέγγισης μοναδικής και πρωτάκουστης. 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Παρατηρήσαμε σημαντικό αριθμό ομοιοτήτων ανάμεσα στο ρεμπέτικο και στην αρχαία λυρική ποίηση. Θεωρήσαμε σκόπιμο να εκθέσουμε σε δημόσια κρίση τις παρατηρήσεις μας, παρ’ όλο που η συντριπτική τιμή να γινόμαστε λάλοι από ελληνικό έδαφος μας εκθέτει σε μεγάλη τρεμούλα και, αν δεν πετούσαμε λιγάκι, τα πόδια μας μόνα αμφιβάλλω αν θα μας βαστούσαν. Δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ για να ομιλούμε εμείς.
Για καλό και για κακό λοιπόν θα αναπτύξουμε φωνή εκ μέρους κι άλλων ανθρώπων, των μελών του «Ευρετηρίου» που από μερικά χρόνια ασκούνται στον ελληνισμό κατά το δυνατόν, δια της μουσικής και της ορχήσεως πρωτίστως, βασιζόμενοι στη θεωρία του Δάμωνος (μουσικολόγος σύμβουλος του Περικλή).
Μέρος της συντροφιάς αυτής αποτελεί η λαϊκή ορχήστρα του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημιουργήσαμε, κλιμάκιο της οποίας, αν είναι δυνατόν, θα κάνει να ηχήσουν εδώ μπροστά μας τα αρχαία όργανα που έχουμε αξιωθεί και με τα οποία ασκούμε τα μουσικοχορευτικά μας καθήκοντα. Τα όργανα έχουν κατασκευαστεί στους κόλπους μας. Συγκεκριμένα τα εποίησε τεχνίτης μας ουκ αδαής και εξέχων άνθρωπος του «Ευρετηρίου», ο παρών εδώ Πολύζος.
Το «Ευρετήριο» δημιούργησε μέχρι στιγμής «εκατό ρεμπέτικα που δεν υπήρχαν» και διέψευσε την επίσημη – και ακατανόητη – άποψη της χώρας ότι το ρεμπέτικο έχει πεθάνει. (Αν σταματούσε το ρεμπέτικο θα σταματούσε η καρδιά μας).
Το «Ευρετήριο» υποστήριξε ανέκαθεν ότι «επείγει ή να δημιουργήσουμε ή να πεθάνουμε». Παρόλο που διαδραμάτισε ρόλο στη διάδοση των ρεμπέτικων κομπανιών, το ίδιο διεκδίκησε ύπαρξη αποκλειστικά στη δημιουργία και επ’ ουδενί στην εκτέλεση τραγουδιών άλλης γενιάς. Καθώς στις βασικές προθέσεις του είναι να δημιουργήσει προφορική παράδοση εκ νέου, απαξιεί να δισκογραφήσει επί δεκατρία χρόνια τώρα.
Ας μας επιτραπεί τέλος η σύντομη παρουσία μας εδώ να θεωρηθεί αφιερωμένη στον «άγνωστο Μεσσήνιο», έναν αγρότη που πριν λίγους μήνες στην Καλαμάτα – την πρώτη ελληνική πόλη που απελευθερώθηκε… – προσπάθησε να ορκιστεί, ως μάρτυς στο δικαστήριο, στην ελληνική του πίστη. Δεν του δόθηκε η χάρη, παρ’ ό,τι θα του επιτρεπόταν να ορκιστεί στην πίστη του είτε ήταν μωαμεθανός, είτε ήταν Εβραίος, είτε ο,τιδήποτε ήθελε είναι.
Ας θεωρείται ακόμη ότι αυτά τα λόγια που ασφαλώς σκοντάφτουν αδέξια, χωρίς να είναι και αριστερά, προφέρονται αντί σιωπής.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Ενώ οι κλασικοί φιλόλογοι συμφωνούν ότι η αρχαία ελληνική λυρική ποίηση είναι κυρίως ποίηση του «θυμού», ο μελετητής του ρεμπέτικου Ηλίας Πετρόπουλος διαπιστώνει ότι «τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς».
«Δεν αγαπώ κανένανε» λέει ένα απ’ αυτά τα εγκάρδια τραγούδια (Τσιτσάνης, 1957). Και ομολογουμένως, χωρίς καρδιά δε φτάνουν σε διατύπωση τα ασήκωτα: «Είν’ ευτυχής ο άνθρωπος, που αγάπη δεν γνωρίζει», εξηγεί ένα άλλο ρεμπέτικο (Τούντας, 1939). Και διευκρινίζει του λόγους: «δεν έχει χίλιους δυο καημούς, δεν τονε δέρνει ο πόνος, κι αν είναι πλούσιος ή φτωχός, αυτός το ξέρει μόνος»
Είναι αλήθεια ότι δεν γράφουμε τραγούδια διότι αγαπάμε. Η Σαπφώ το μαρτυρεί πρώτη απ’ όλους, όταν τραγουδάει: «και μη ζητάς τραγούδι να ταιριάξω, γιατί το στόμα μου κρατάει κλειστό ο πόθος, ο άτιμος στον κόσμο μας, κι η Αφροδίτη που λυγάει τις καρδιές»
Αυτούς που αγαπιούνται, το ρεμπέτικο δεν τους εκτιμάει ανεπιφύλακτα. Μια πρόσφατη επίδοση του είδους περιγράφει την κατάληξη του ευτυχούς ζευγαρώματος – το γάμο – αρκετά αδιάκριτα: «Δίποδα παν’ στην εκκλησιά, δίποδα προσκυνάνε, και ώσπου να στεφανωθούν, τετράποδα γυρνάνε». («Ευρετήριο», 1985).
Δεν γράφουμε τραγούδια διότι αγαπάμε, αλλά διότι έχουμε αγαπήσει. Το πάθος συνδυάζεται την απόσταση: «όποιος δεν έχασε όνειρο, ποτέ δεν θα ξυπνήσει, το φως περνάει αν μια ψυχή, το πάει για να ραΐσει». («Ευρετήριο», 1984)
Όσοι έχουν αγαπήσει είναι αυτοί που κάψανε την καρδιά τους για να την αποκτήσουν. Υπάρχει και άλλο είδος ανθρώπου, τονίζει το ρεμπέτικο, και απαντάται ακόμα – όπου υπάρχουν μάγκες: «οι μάγκες έχουνε καρδιά, (και για μι’ αγάπη κλαίνε)», λέει ο Μητσάκης σε ανάποδο ζεϊμπέκικο (1965). Ενώ ένα χασάπικο του Χάρμα (1947) καταθέτει: «κανείς δεν έχει την ψυχή, και την καρδιά του μάγκα»
«έβγαλα στη ψυχή καρδιά», βεβαιώνει άσμα του «Ευρετηρίου», (1970).
Και ο Μάρκος βαμβακάρης (1936): «μια φούντωση μια φλόγα, έχω μέσα στην καρδιά», ομολογεί. Και ακόμη, (1940): «κάθε βραδάκι μια φωτιά, στο στήθος μου φουντώνει», ενώ κατά τον ίδιο, στο κλασικό του (1938), και οι κουτσαβάκηδες «που ζούνε στο κουρμπέτι, κι αυτοί μεσ’ στην καρδούλα τους, έχουν μεγάλο ντέρτι»
Το κλασικότερο παραπέμπει στον Τσιτσάνη (1948): «συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου»
Ο κατά πολύ αρμόδιος Χατζηχρήστος μας δίνει τον εξής μονόλογο (1938;): «ποια λύπη σε βαραίνει, βαρειά κι αφόρητη, καρδιά παραπονιάρα, κι απαρηγόρητη»
«όσο βαρειά ειν’ τα σίδερα, είν’ η καρδιά μου σήμερα», λέει ο Μητσάκης στα 1947 (;), και ο Τζουανάκος – αλλά οι στίχοι είναι του Γκούμα – ολοκληρώνει: «σταλαγματιά σταλαγματιά, στάζ’ η καρδιά μου αίμα»
Το ρεμπέτικο σφύζει από καρδιά – και από φαρμάκι.
«ξεχείλισαν τα σπλάχνα μου», θυμάμαι να λέει ένα ρεμπέτικο. Και ακριβώς συμπληρώνει: «απ’ το πολύ φαρμάκι»

Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΡΔΙΑ
(Συγκρίσεις)
Ο πρώτος που απόκτησε την καρδιά του – που τη θυμήθηκε πως υπάρχει, σα να σκόνταψε σ’ αυτήν, και της τραγούδησε της ίδιας – ήταν βέβαια ο Αρχίλοχος, στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν τόσο απερίφραστα και, ας το παραδεχτούμε, σπαραχτικά, αλλά λυτρωτικό για όλη την ποίηση τρόπο, της απευθύνεται και της λέει: «ψυχή, ψυχή μου, που δέρνεσαι, στα στενά και χτυπιέσαι, στυλώσου…»
Η Σαπφώ πάλι, στο τέλος του ίδιου αιώνα, οδύρεται: «τι περισσότερο ζητάει να γίνει, η τρελή ψυχή μου;» και πάλι η ίδια: «σκίζεται η καρδιά μου στα στήθια μου», κι ακόμα:«ψυχούλα μου άλλο μη μιλάς»
Τον στρατηγό του βέβαια ο Αρχίλοχος τον θέλει να είναι: «καρδίης έμπλεως» κι «ας είναι και μικρόσωμος, ας είναι και στραβοκάνης» – κάτι οξύτατα αντιομηρικό. Ο ίδιος ποιητής λέει αυτοπαρατηρούμενος: «αξιολύπητος, είμαι βουτηγμένος, στον πόθο, άψυχος, με τα κόκκαλά μου, να τα περνά θεομηνία» και πάντα ο Αρχίλοχος: «τέτοια λαχτάρα ερωτική, αναδεύτηκε στην καρδιά μου, κι έχυσε ομίχλη πάνω στα μάτια μου, κλέβοντας απ’ τα στήθη μου, τις απαλές μου φρένες»
Ο Χατζηχρήστος τραγουδάει σχετικά (1947;): «τα πάντα ομίχλη σκέπασε, δε βλέπω να βαδίσω, χωρίς εσένα χάνομαι, πώς να σ’ ακολουθήσω»
Ο Ανακρέων λέει: «εσύ κρατάς τα γκέμια της ψυχής μου»
και ο Χατζηχρήστος, στο προηγούμενο: «κυβέρνησε εσύ τα βήματά μου»
«φωτιά μου ανάβεις», λέει ένα απόσπασμα της Σαπφούς
«μούχεις ανάψει μια φωτιά», λέει κατά λέξη κι ο Μάρκος στα 1937 (;)
«τεθνάκην θέλω», τραγουδάει πάνω σ’ έναν χωρισμό η Σαπφώ.
«θέλω να πεθάνω, για να μην πονώ», λέει ακριβώς και το ρεμπέτικο του καιρού μας.
Άλλο ποίημα της Σαπφούς:
«είδα στ’ όνειρό μου τον Ερμή, και του είπα: Άνακτα, πώς χάθηκε η ζωή μου, και δεν γελώ, δε χαίρομαι, μήτε τα πλούτη θέλω, μα πόθος με κατέχει να πεθάνω, και να δω τις όχθες του Αχέροντα, σκεπασμένες με λωτούς και δροσοστάλες…»
και ο Μάρκος, μόλις το 1960 (;): «τι πάθος ατελείωτο, που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή, κι εγώ το θάνατό μου, όσο ’ναι η νύχτα σκοτεινή, έτσ’ είναι κι η καρδιά μου, και σαν τη σιγανή βροχή, τρέχουν τα δάκρυά μου, θα πα’ να εύρω μια σπηλιά, με πέτρες και με χώμα, κι εκεί θ’ αφήσω κόκκαλα, ζωή ψυχή και σώμα», «απελπίστηκα μανούλα μου…
το χάρο να προσμένω», λέει στο ρεφραίν. Ο Μάρκος δεν έχει Αχέροντα, και γι’ αυτό θα πάει να βρει σπηλιά. Επίσης δεν έχει Ερμή. Γι’ αυτό απευθύνεται στη «μανούλα».
«έρος δ’ ετίναξέ μοι φρένας, ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπετών», δηλαδή, «όπως ο άνεμος που χιμά στις βελανιδιές πάνω στο βουνό, ο έρωτας μου τίναξε τα μυαλά», λέει η Σαπφώ.
Και το ρεμπέτικο του «Ευρετηρίου» (1970): «’πως στην καλύτερη καρδιά, φυτεύουμε μια σφαίρα, σε φύτεψα και τίναξα, το νου μου στον αέρα»
Στον Αρχίλοχο που καμένος από προδομένο έρωτα επαινεί τη γυναίκα που δεν είναι «ούτ’ άπιστος ούτε διπλόη», δηλαδή διπρόσωπη,
ο Χατζηχρήστος (1939), σα να συμπαρίσταται, απευθύνει το: «μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα»
Ο Αρχίλοχος πάλι: «τη Νεοβούλη ας τη χαρεί όποιος άντρας θέλει,, την παραγινωμένη. ΒράστηνΤ’ άνθος της παρθενιάς της πάει, μαδήθηκε, κι η πρώτη χάρη που τη έσκεπε… Μ’ από παλιά εσένα πολύ σε ήθελα, γιατ’ είσαι πιστή και δεν είσαι διπρόσωπη»
κι ο Μάρκος τραγουδάει (1937;): «δε σε θέλω πια δεν είσ’ ωραία, γέρασες και πια δεν σ’ αγαπώ, αγάπησα καλύτερη και νέα και με τ’ αγνά της τα φιλιά βραδιές μεθώ»
Στο καλλιπρόσωπο παιδί που ασωτεύει κρυφά, ο Ανακρέων τραγουδάει το εξής: «η μάνα σου νομίζει ότι σε κρατά σιμά της, στο σπίτι και σ’ ανασταίνει, αλλά εσύ (γυρίζεις) στους αγρούς με τους υάκινθους…»
Και ο Μάρκος (1936), με τη φιλαλήθειά του, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών: «μ’ έστελνε η μανούλα μου, σχολειό για να πηγαίνω, κι εγώ τραβούσα στο βουνό, με μάγκες να φουμέρνω»
[ Αφού αναφέρει σχεδόν άλλα τόσα παραδείγματα ο Γ. Μανιάτης συνεχίζει]
Δεν σώνονται τα παραδείγματα γι’ αυτό ας εξετάσουμε λίγο πώς είναι δυνατή αυτή η συγγένεια που μερικές φορές φτάνει να θυμίζει παπαγαλία. Και πρώτα-πρώτα πώς τυποποιούνται κάπως οι ομοιότητες.
Αλλά προηγουμένως ας επισημάνουμε κάτι ακόμα. Η απορία δεν μας έρχεται από το καθαρά μουσικό μέρος. δεν απορούμε καθόλου αν οι ίδιοι τόποι που ήταν στην αρχαιότητα φημισμένοι για τις μουσικές τους επιδόσεις, όπως η Κρήτη και η Λέσβος, είναι και σήμερα. Ούτε αν χρησιμοποιούμε στο καχεκτικό μας παρόν κλίμακες, συστήματα και ρυθμούς της αρχαίας Ελλάδος. Γιατί αυτά τα στοιχεία εξυπηρετούν κάθε βάθος λόγου και λόγος μεταβολής τους είναι πολύ δύσκολο να εγερθεί.
Απορούμε πώς σήμερα, μετά από δυόμισυ και πλέον χιλιάδες χρόνια (απλοί αχθοφόροι του βαρύτιμου ονόματος) ερχόμαστε στα λόγια των Ελλήνων και νοιώθουμε ατομικά όπως κι εκείνοι.
Οι Έλληνες άρχισαν από την αρχή πολλές φορές. Η πρώτη ήταν ασφαλώς όταν θεώρησαν ανεπαρκή για τις εκφραστικές ανάγκες της ελληνικής γλώσσας τη συμφωνική γραφή και επινόησαν το αλφάβητο. Ένα τέλειο σύστημα απόδοσης της ομιλίας που παραμένει διεθνώς ακόμη σήμερα αδιάσειστο. Αυτό το γεγονός (τα «αλεξίλογα γράμματα» ή «φάρμακα της μνήμης», κατά τις σχετικές αρχαίες ρήσεις), δημιούργησαν την ελληνική λογοτεχνία. Αυτό δηλαδή συνέβη όταν οι Έλληνες έγραψαν όπως μιλούσαν, αφού εμφύσησαν στη γραφή πνοή, ζωή, ενώ εκείνη έβαζε τη δυνατότητα της διαιώνισης. Έτσι έγινε το ομηρικό έπος.
Άλλη αρχή είναι η λυρική επανάσταση. Η χειραφέτηση από το ομηρικό έπος προς χάριν της ανάδυσης της προσωπικής ψυχής, που επιβάλλεται με τον Αρχίλοχο και τους λοιπούς ποιητές του 7ου και 6ου αιώνα κι είναι σχολείο του ανθρώπου.
Τρίτη αρχή είναι το συμμάζεμα του λυρισμού σε μια πολιτική (της πόλεως) ποίηση ιδιαίτερα οργανωμένη, που διδάσκει τον εξελληνισμό του χρόνου και συνιστά σχολείο για πολίτες. Είναι η τραγική ποίηση.
Τέταρτη αρχή είναι η έλευση του κλασικού ανθρώπου, παραδειγματικού μέσα στην πόλη (που δεν περιμένει να είναι ενάρετος ο νόμος, αλλά επιδιώκει να είναι ενάρετος ο ίδιος), όπως ο Σωκράτης, ο Περικλής, ή η αποτυχημένη περίπτωση, ο Αλκιβιάδης.
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε χωρίς την ελληνική μουσική. Και χωρίς τον ελληνικό μύθο. Οι αναβαθμοί της ελληνικής παρουσίας δεν είναι απλή και ενιαία πολιτισμική συσσώρευση ώστε ν’ αποτελούν έναν κάποιο πολιτισμό, αλλά διαδοχικοί ορίζοντες της επίγνωσης που ο καθένας τους αναδεικνύει ξεχωριστή και ιδιαίτερη ψυχική ζωή, και γι’ αυτό συνιστούν Ιστορία – κάτι πολύ διαφορετικό. Οι ορίζοντες εκείνοι προέκυψαν γιατί η παράδοση: μουσική, μύθος, γλώσσα, τρώθηκε και αναστατώθηκε από τις μεγάλες μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε η αξίωση για νέα κάθε φορά ψυχική ζωή.
Η ελληνική χρήση της μουσικής, του λόγου και του μύθου, είναι να τα αναμοχλεύει κανείς – δεν είναι να τα ασπάζεται. Όταν οι άνθρωποι σέβονται την παράδοση έχουμε σπουδαία παράδοση. Όταν η παράδοση αναγκάζεται να σεβαστεί τους ανθρώπους έχουμε σπουδαίους ανθρώπους.
Αυτό δεν είναι εναντίον της έννοιας της παραδόσεως. Ο Αρχίλοχος εξευτέλισε αρχαία και ιερή παράδοση. Η παράδοση όμως τον τίμησε κάνοντας να τον μιμούνται ως και στα ρωμαϊκά χρόνια, Έλληνες και Ρωμαίοι.
Υπάρχει λοιπόν μια παράδοση που τηρούμε και μια παράδοση που δημιουργούμε. Μια που μας παραδίδεται και μια που την παραδίδουμε. Οι λαοί μπορούν να αποφασίσουν ποια από τις δύο προτιμούν, ανάλογα με το «αν είναι στον καιρό τους», που λέει και το ρεμπέτικο άσμα.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ
Εξετάζουμε το φαινόμενο της έλευσης της λυρικής ποίησης και το νεοελληνικό του αντίστοιχο, την έλευση του ρεμπέτικου.
Όπως πολλοί από τους κορυφαίους των λυρικών, ιδιαίτερα ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ, επινόησαν και οπωσδήποτε υιοθέτησαν από την λαϊκή παράδοση μέτρα «ανόμοια», «ασυνάρτητα», και «κουτσά», που ασφαλώς μας φέρνουν σε ορισμένους χορούς του Αιγαίου, πανελλήνιους σήμερα, έτσι και οι ρεμπέτες προτίμησαν τους επιζώντες πολύπλοκους αυτούς ρυθμούς που εκφράζουν και αναδεικνύουν την ατομικότητα και μάλιστα – στην περίπτωση των πέντε ειδών του ζεϊμπέκικου – τη μοναδικότητα του κάθε ορχηστή, ακόμη και του κάθε ακροατή.
Όπως είναι εύλογο σ’ οιονδήποτε ασκήθηκε ποτέ στην εκ του σύνεγγυς σώμα με σώμα αναμέτρηση – από τον έρωτα ως την ξιφασκία – οι αιφνιδιαστικοί εκείνοι ρυθμοί πρέπει να προέκυψαν στην αρχαιότητα από την οπλομαχία. Οι Έλληνες συνέδεαν τον πόλεμο με την όρχηση και ο Αθήναιος μαρτυρεί ότι οι καλύτεροι στη μάχη είναι οι καλύτεροι στους χορούς. Να όμως που και σήμερα ο Ζεϊμπέκικος παρελήφθη – αν αληθεύει – από τους οπλομάχους ζεϊμπέκηδες.
Όπως ο λυρικός έτσι και ο ρεμπέτης δεν μιλούν για ήρωες, αλλά είναι ήρωες οι ίδιοι. Αντικείμενο του τραγουδιού τους είναι κυρίως οι ίδιες τους οι προσωπικότητες – αντίθετα απ’ ό,τι στο έπος και στο δημοτικό τραγούδι.
Όλοι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν στους λυρικούς ποιητές οι κλασικοί φιλόλογοι ταιριάζουν και στους ρεμπέτες. Αντιγράφω μερικούς, ιδιαίτερα απ’ τον Bowra και τον Lesky: «(κάνουν) πολεμική με το τραγούδι». «Έντονη περιφρόνηση προς την παράδοση» (ακόμη και ο Πίνδαρος ζητάει το κρασί να είναι παλιό, μα τα τραγούδια νέα). «Επιθυμία να υποτιμήσουν κληρονομημένες πεποιθήσεις». «Αναφορά σε όλα όσα τους καίνε την καρδιά, σε όλα όσα αναδεύουν τη χαρά και την οργή τους». «Εκμετάλλευση της δυναμικότητας του λαϊκού λόγου ως φορέα της ποίησης». Καταδίκη της απιστίας, της προδοσίας, της ατιμίας, της επιορκίας «με τα χειρότερα λόγια». Κατάρες, παράπονα προς θεούς, κακογλωσσιά. «Πολυάριθμες μικρασιατικές λέξεις» (Ιππώναξ). «Μια ένταση αισθήματος ανεβασμένη στο έπακρο». «Συνεχής αναφορά στο προσωπικό αίσθημα». Φιλαλήθεια, παρωδίες, ψόγους, ύβρεις κατά εχθρών και φίλων. Πάθος, μίσος, καημό, λαχτάρα, πόθο, συγκίνηση. Είναι πραγματικά το ρεπερτόριο του ρεμπέτικου.
Όπως πολλοί από τους λυρικούς υπήρξαν χθαμαλής καταγωγής ή ξεπεσμένοι ή εξόριστοι ή μετανάστες ή ζούσαν στο περιθώριο και στη φτώχεια, το ίδιο και οι ρεμπέτες.
Όπως η λυρική ποίηση δημιουργήθηκε σε εποχή μεγάλων μετακινήσεων και αναμίξεων πληθυσμών, έτσι και το ρεμπέτικο.
Όπως οι λυρικοί άντλησαν από το λαϊκό ανώνυμο και ανεπίσημο τραγούδι, όχι μόνο μέτρα όπως τον ίαμβο, αλλά και θέματα, έτσι έκαμαν και οι ρεμπέτες. Και όπως οι πρώτοι εξαφάνισαν το λαϊκό τραγούδι, έτσι το εκμηδένισαν και οι ρεμπέτες.
Όπως η λυρική ποίηση ήταν κυρίως μια ποίηση που χορευόταν, έτσι και το ρεμπέτικο.
Όπως στους λυρικούς η μουσική και ο λόγος ήταν αδιαίρετα και ποιούνταν από το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, έτσι και στο ρεμπέτικο, που με το πρόσθετο στοιχείο ότι τα άσματα εκτελούνται κυρίως από τους δημιουργούς τους, έχουμε παραγωγή τόσο πυκνού και τέλειου νοήματος.
Όπως το ρεμπέτικο έτσι και ορισμένοι κορυφαίοι λυρικοί ποιητές απορρίφθηκαν και καταδικάστηκαν και διασύρθηκαν λυσσαλέα από την λογιοσύνη και την αριστοκρατική αντίληψη ( ο Αρχίλοχος από τον Ηράκλειτο, τον Πίνδαρο, τον Κριτία, τους Σπαρτιάτες).
Όπως στους λυρικούς ποιητές έτσι και στο ρεμπέτικο η «κατακραυγή του κόσμου», όπως λέει ο Μάρκος (και ο Αρχίλοχος), «δεν μπόρεσε να μειώσει τη φήμη του στους μεταγενέστερους». (Και αυτό είναι μια φράση του Lesky που αναφέρεται στον Αρχίλοχο).
Τόσο ο λυρικός όσο και ο ρεμπέτης κατατρύχονται από «αμηχανία», που είναι βασική έννοια στους λυρικούς, αλλά και στους ρεμπέτες. Ο λυρικός, καθώς είπαμε, έχει σχετικό καταφύγιο τους θεούς . ο ρεμπέτης μη έχοντας θεούς – αυτή είναι η βασική διαφορά μαζί με την ανυπαρξία πόλεως, με την αρχαία έννοια – καταφεύγει στο μυστηριώδες πρόσωπο της «μανούλας». Η «μάνα» στο ρεμπέτικο μπαίνει στη θέση του θεού του λυρικού ποιητή, που λείπει.
Τόσο η λυρική ποίηση όσο και το ρεμπέτικο είναι ιδρυτικές τέχνες. Και η μια και η άλλη περιφρονούν την παράδοση, αλλά δεν περιφρονούν να την αντικαταστήσουν, να αποτελέσουν παράδοση οι ίδιες. Όπως και έγινε.
Και οι δυο μορφές έκφρασης δεν αρκούνται στο λόγο τους αλλά προχωρούν σε ακραίες επιδόσεις στο μουσικό, ρυθμικό και χορευτικό τομέα.
Όπως στη λυρική ποίηση έτσι και στο ρεμπέτικο έχουμε ποικίλες αναφορές στους ήρωες της Ιλιάδος και της Οδύσσειας ενώ καμμιά τέτοια αναφορά και μάλιστα καμμιά αναφορά στην αρχαιότητα δεν απαντάται, όσο ξέρουμε, στο δημοτικό τραγούδι.
Όπως στους λυρικούς έτσι και στους ρεμπέτες περιφρονείται το χωριάτικο.
Και οι δύο μορφές έκφρασης προετοιμάζουν θέατρο.
Και οι δύο μορφές δημιουργήθηκαν όχι σε αντίθεση με εχθρούς της πατρίδας, αλλά σε αντίθεση με το ανθρώπινο περιβάλλον. (Το κλέφτικο τραγούδι έγινε σε αντίθεση με την Τουρκοκρατία. Το ρεμπέτικο έγινε σε αντίθεση με την ανεξαρτησία και στην πραγματικότητα θέλει να πει ότι το μόνο υπαρκτό Εικοσιένα είναι το ρεμπέτικο. Εκθύμως συμπληρώνουμε: και ο Καβάφης).
Όπως η λυρική ποίηση προετοίμασε την έλευση (τη γέννηση μπορούμε να πούμε) της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, το ίδιο και το ρεμπέτικο εκδηλώθηκε κλιμακωτά στο βαθμό που η δημοκρατία στη νέα Ελλάδα γινόταν αξίωση, και βοήθησε στη διατύπωσή της.
Βέβαια ούτε όλη η λυρική ποίηση έχει κάποιο «ρεμπέτικο» χαρακτήρα, ούτε όλο το ρεμπέτικο είναι γνήσιο. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι το 51% της αξίας του ρεμπέτικου, όταν κάνουμε λόγο καθ’ οιονδήποτε τρόπο γι’ αυτό, είναι απόν, γιατί βρίσκεται στη μουσική, στην εκτέλεση και στο χορό που το συνοδεύει. Αν αυτή η σελίδα περιείχε ένα οργανικό ρεμπέτικο θα ήταν κενή. Το ίδιο συμβαίνει με τη λυρική ποίηση και μάλιστα δεν συμφωνούμε ότι δεν είχαν πολύπλοκο και «ετερόφωνο» παίξιμο στα τραγούδια τους οι Έλληνες. Διότι δεν θα καθόταν ολόκληρος Πίνδαρος να επαίρεται για τη μουσική πλευρά του έργου του αν αυτή συνίστατο στο να ακολουθεί νότα προς νότα το ύψος της φωνής.

ΑΠ’ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΟ
Το ρεμπέτικο είναι ανάλογο της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης στη σημερινή Ελλάδα και μια μοναδική επίδοση που μας επιτρέπει να μιλάμε για ελληνική ανεξαρτησία, από τον καιρό της υποταγής στους Ρωμαίους. Παρακαλούμε οιονδήποτε να μας πει σε ποιον άλλο τομέα είναι η χώρα αυτή ανεξάρτητη και μάλιστα ελληνική. Δεν αποτελεί συνέχεια κανενός παραδοσιακού είδους και είναι – όπως μόνο ο Καβάφης από τη λογιοσύνη – κυριολεκτικά «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένο».
Ο Ρήγας Φερραίος μπορούσε να είναι ο πρόδρομος του είδους, κατά τον τρόπο που στην αρχαιότητα υπήρξε ο Καλλίνος. Αλλά δεν μπορεί να κωπηλατεί κανείς στον αέρα.
Παρατηρούμε ότι η συνδυασμένη ακρόαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης και του ρεμπέτικου επιτρέπει στο ένα να φωτίσει το άλλο και να μας αποδώσει πιο ευήκοον ους.
Τα αίτια της ανάπτυξης των δυο παρεμφερών εκφράσεων βρίσκονται στην αυθαιρεσία – κατά την αρχαία εποχή των τυράννων, και κατά τη νέα του είδους της ανεξαρτησίας που είχαν πετύχει οι Έλληνες. Ας το επαναλάβουμε: όπως τι κλέφτικο τραγούδι έγινε σε αντίθεση προς την Τουρκοκρατία, το ρεμπέτικο έγινε σε αντίθεση προς την ανεξαρτησία. Προέκυψε δηλαδή γιατί επήλθε μια απελευθέρωση του χώματος, των φυτών και των ζώων – και κανενός άλλου, όπως καταφαίνεται, ύστερα από 165 χρόνια ανεξαρτησίας, στο μεσσηνιακό περιστατικό που σας γνωρίσαμε.
Επειδή ωστόσο, διάσπαρτοι μέσα στον πληθυσμό, υπήρχαν άνθρωποι έτοιμοι και για ψυχική απελευθέρωση, δημιουργήθηκε ένας αριθμός από περιττούς ανθρώπους, που συνήθως μπάζωσαν τις φυλακές του απελευθερωμένου χώματος, όπως πριν αμέτρητοι φιλέλληνες.
Οι περιττοί αυτοί άνθρωποι επέτυχαν απογόνους και από γενιά σε γενιά δημιουργήθηκε ένας παραπληθυσμός, που δεν έτρεφε βέβαια ένοχες σχέσεις με την ανεξαρτησία. Η ανεξαρτησία άλλωστε δεν πρόσφερε κανένα αληθινό σχέδιο. Και όταν δεν έχει σχέδια το δέντρο, τι να σου κάνουν και τα φύλλα.
Ποικίλες μετακινήσεις στρατευμάτων και πλήθους ανθρώπων πύκνωσαν τις τάξεις του παραπληθυσμού, που πύκνωσε ορισμένα κέντρα δημιουργώντας πόλεις υπεράριθμες και ψευδεπίγραφες. Οι μικρές αυτές Βαβυλώνες και η ψυχολογία των ετερόκλιτων στοιχείων που τις απάρτιζαν δεν μπορούσαν να συνέχονται από καμμιά από τις παραδόσεις που ασφυκτιούσαν, φερμένες από ποικίλους τόπους, ξένες προς τη νέα «μεγαλούπολη», ξένες και μεταξύ τους στο ίδιο τσουβάλι.
Εμείς που έχουμε τριβή με τον Δάμωνα και τη θεωρία του γνωρίζουμε ότι ελληνική πολιτική με ξένη μουσική – ή, πάλι, με τοπική μουσική – δε θα γίνει ποτέ. Ο Βενιζέλος τραγουδούσε και χόρευε κρητικά. Δεν είχε καμμιά μουσική να συσπειρώσει τον πληθυσμό και να τον κάνει λαό.
Βέβαια εδώ μιλάμε για το πρόσφορο έδαφος που μπορούσαν να βρουν πρόχειρα οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο για να ριζώσουν αν εμφανίζονταν, κι όχι για την εμφάνισή του. αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό και θέλει κόπους και τη χημεία του. Κατ’ ευθείαν μέσα απ’ την εξαθλίωση βγαίνουν χαφιέδες και χασικλήδες, δε βγαίνουν ρεμπέτες. Ακόμη και ο Μάρκος ρεμπετοποιήθηκε κάποτε, αλλά προηγουμένως είχε δοκιμάσει να ενταχθεί στην κοινωνία ασκώντας τα μικροαστικά του δικαιώματα (κατά το δυνατόν γιατί παιδιόθεν ετρέκλιζε), δουλεύοντας δεξιά – αριστερά, ερχόμενος σε γάμο, αθώος κατ’ αρχήν. Ο ρεμπέτης δεν είναι χαμάλης. Το ρεμπετλίκι προϋποθέτει θυσιασμένη αθωότητα. Ένα βαρύ πλήγμα έκανε το Μάρκο ρεμπέτη, επειδή αυτός εσωτερικοποίησε.

Ο ΡΕΜΠΕΤΗΣ
Οι ρεμπέτες είναι άνθρωποι της Δευτέρας Παρουσίας. Οι περισσότεροι, και μάλλον όλοι, οι τύποι ανθρώπων γεννιούνται. Οι ρεμπέτες όχι, αλλά γίνονται, χωρίς να το περιμένουν, περίπου όπως ο Σαύλος, έγινε Παύλος. Γίνονται από μια βιδωσιά που παίρνει η ψυχή τους, μια στροφή, από μια αιφνίδια και ασφαλώς επώδυνη προαγωγή της επίγνωσης.
Οι ρεμπέτες είναι άνθρωποι επιτυχημένοι στον τομέα της κατάπτωσης. Οι παρά τρίχα γλιτώσαντες. Ίσως πιο ευσύνοπτα απ’ όλους περιγράφει την επίμαχη μεταβολή ο Βιζυηνός όταν λέει εκείνο το : «άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου»
Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο πράγμα. Ο Βιζυηνός δεν το άντεξε. Τα δυο αδέρφια του Μάρκου δεν το άντεξαν. Ο ίδιος γλίτωσε χάρη στο μπουζούκι, όπως εξομολογείται. Ένας τρόφιμος του φρενοκομείου που στέγασε και τον Βιζυηνό, όταν μια μέρα παίζαμε στους αρώστους, αναφώνησε: «Το μπουζούκι είν’ ο γιατρός».
Μα και ο Πλάτων, όταν ερωτήθηκε γιατί συνήθιζε να κιθαρίζει, «πραΰνομαι» είπε.
Ο ρεμπέτης είναι για τους άλλους αξιολύπητος – και μπορεί να βρει κανείς στο σύντομο βιβλίο του κ. Baud-Bovy μια περίπτωση τέτοιας λύπησης για ρεμπέτη. Αλλά πόσο αξιολύπητοι είναι οι άλλοι γι’ αυτόν, δεν μας το αναφέρουν. Λοιπόν είναι αβίωτα αξιολύπητοι. Είναι μάλιστα κορόιδα. Ροχαλίζουν. Ο ίδιος είχε υπάρξει κάτι τέτοιο και την έχει κι αυτή τη γνώση. Αλλά έχει και τη γνώση πραγμάτων που μόνο ένας-ένας μαθαίνουμε και δε διδάσκεται καθόλου. Τη γνώση της αυτανακάλυψης –τη λυρική γνώση.

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ας επαναλάβουμε τούτο: Το ρεμπέτικο είναι το ανάλογο της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης στη σημερινή Ελλάδα και μια μοναδική επίδοση του πληθυσμού της που μας επιτρέπει να μιλάμε για «Ελληνικό λαό». Πράγματι οι τεράστιες συνειδητές προσπάθειες να αναπτύξουμε στην Ελλάδα «εθνική μουσική σχολή» παράλληλα με τις άλλες χώρες της Ευρώπης από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν δεν τελεσφόρησαν όσο η λαϊκή μουσική ετοιμότητα απέναντι στις προκλήσεις που έτυχε η ελληνική κοινωνία, με τη δημιουργία του ρεμπέτικου.
Με το δημοτικό τραγούδι δεν είναι το ίδιο. Το δημοτικό δεν είναι ελληνικό με την πλήρη έννοια. Ηπειρώτικα δεν χορεύουν οι Ηπειρώτες διότι είναι Έλληνες αλλά διότι είναι Ηπειρώτες. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα αφού ηπειρώτικα δε χορεύουν μόνο οι Έλληνες Ηπειρώτες αλλά και άλλων εθνών Ηπειρώτες. Ας το πούμε και απ’ την ανάποδη: λοιπόν, οι Ηπειρώτες τους ηπειρώτικους χορούς δεν τους χορεύουν διότι είναι ελληνικοί, αλλά διότι είναι ηπειρώτικοι. Το δημοτικό λοιπόν δεν είναι ελληνικό πλήρως διότι είναι τοπικό, διότι δεν έγινε με την πρόθεση να είναι τίποτε άλλο, και διότι το μοιραζόμαστε και με άλλους λαούς.
Το μόνο ελληνικό τραγούδι με την πλήρη έννοια είναι το ρεμπέτικο. Πρώτον, διότι είναι πανελλήνιο, δεύτερο, διότι είναι αποκλειστικά ελληνικό και τρίτο, διότι δημιουργήθηκε για να καλύψει εθνική ανάγκη (την ανάγκη να υπάρχει ελληνική ψυχή, ελληνικός χαρακτήρας).
Και είναι ακατανόητο να τοποθετούν τη δημιουργία του (ορισμένοι) στα παράλια της σημερινής Τουρκίας, από όπου δήθεν μεταδόθηκε – σα να ήταν μεταδοτικό – στον σημερινό ελλαδικό χώρο και όπου αλλού υπάρχουν Έλληνες, με τους πρόσφυγες. Αν αυτό αληθεύει ρεμπέτικο θα είχε και η Τουρκία. Εκτός αν υποθέσει κανείς ότι για κάποιους λόγους ασυναρτησίας, των κοινωνικών φαινομένων (αλλά πρόκειται για ασυναρτησία στη σκέψη), όλα ανεξαιρέτως τα ρεμπέτικα της Σμύρνης μπήκαν κι αυτά στο πλοίο και σάλπαραν για την Ελλάδα χωρίς ούτε ένα για δείγμα να μείνει στην όχθη αυτή του Αιγαίου.
Το ρεμπέτικο είναι μια μοναδική απόδειξη ότι υπήρξε εδώ κάποτε σοβαρή απόπειρα ανασύστασης της χώρας από ελληνικής πλευράς. Ακόμη και τα κλέφτικα είναι τοπικά τραγούδια. Απηχούν άλλωστε μικρόπνοα σχέδια του τύπου να κυριεύσει κανείς την Τρίπολη, αφού προηγουμένως καταλάβει το Βαλτέτσι.
Μόνο το ρεμπέτικο είναι ελληνικό. Επιτρέψτε μου μια τελευταία διαπίστωση. Στο 5ο Συμπόσιο Ποίησης (Πανεπιστήμιο Πατρών, Ιούλιος 1985), διαπιστώθηκε, τίμια υποθέτουμε, ότι:
«η ποίηση δεν είναι δημόσιο λογοτεχνικό είδος στη δική μας κοινωνία [... ] Η ποίηση είναι, θέλουμε δε θέλουμε, περιθωριακό είδος». (Κάριν Μπόκλουντ-Λαγοπούλου).
Γιατί δεν είναι έτσι με το ρεμπέτικο; Γιατί το ρεμπέτικο αρχίζει ακριβώς από περιθωριακό και εξελίσσεται σε πανελλήνιο, ενώ η «ποίηση» αρχίζει από πανελλήνια και καταλήγει στο περιθώριο; Κάποια γνησιότητα υπάρχει στο ρεμπέτικο και κάποια ψευτιά στην «ποίηση». Να ενώνει κανείς τα δυο είδη θα πει ότι επιδιώκει και πάντως κινδυνεύει να πραγματοποιεί μικρομέγαλα πράγματα.
Προσέξτε ότι ο άνθρωπος του ρεμπέτικου είναι ένας άνθρωπος με χαρακτήρα, ζωντανός και, όπως είπαμε είδη, έτοιμος να γίνει θέατρο. Ένας τέτοιος επεξεργασμένος τύπος ανθρώπου δεν απαντάται σε καμμιά άλλη ποίηση της Ελλάδος. Δεν είναι να απορεί κανείς γι’ αυτό. Καμμιά άλλη ποίηση δεν έχει την αποκλειστική μανία να μιλήσει ο ίδιος ο άνθρωπος – η καρδιά του ανθρώπου.
Το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα προήλθε από τη λυρική ποίηση. Το θέατρο στη νέα Ελλάδα, ή θα προέλθει από το ρεμπέτικο, σε συνδυασμό βέβαια με τη λαχτάρα για δημιουργία χώρας (δηλαδή λαού) – ή δεν θα προκύψει παρά ως κόκα κόλα χωριάτικη.

Φράσεις της αρχαίας Ελληνικής που λέμε και σήμερα!

Η ΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ

Παρ’ όλες τις επιρροές που έχει δεχθεί η γλώσσα μας, εντούτοις χρησιμοποιούμε στον καθημερινό λόγο, εκφράσεις αυτούσιες, προερχόμενες από την αρχαία Ελληνική. Αυτές αποτελούν την απόδειξη ότι η γλώσσα είναι το μοναδικό πολιτισμικό κληροδότημα, το οποίο παραμένει ανεπηρέαστο από το χρόνο
Είναι λοιπόν χρήσιμο να μάθουμε ή να θυμηθούμε, από που προέρχονται και από ποιούς ελέχθησαν για πρώτη φορά.


- Αιδώς Αργείοι: όταν θέλουμε να καταδείξουμε αισθήματα ντροπής αναφερόμενοι σε κάποιον άλλο.
Ειπώθηκε από τον Στέντορα (σε έντονο ύφος) προς τους Αργείους κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, με σκοπό να τους ανυψώσει το ηθικό όταν ο Αχιλλέας αποχώρησε από τη μάχη. (Ομήρου Ιλιάδα – Ε 787)

- Αντίπαλον δέος: όταν αναφερόμαστε σε ισχυρό αντίπαλο.
(Θουκυδίδης – Γ 11)

- Από μηχανής θεός: μη αναμενόμενη βοήθεια – λύση – συνδρομή σε κάποιο πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση.
Προέρχεται από θεατρικό τέχνασμα στην αρχαία Ελλάδα που χρησιμοποιούσαν οι τραγικοί ποιητές όταν ήθελαν να δώσουν διέξοδο στη πλοκή του έργου και στο οποίο κατά τη διάρκεια της παράστασης εμφανιζόταν ένας Θεός επάνω σε εναέρια κατασκευή (γερανός).

- Αρχή άνδρα δείκνυσι: όταν οι πράξεις – έργα χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο στον οποίο αναφερόμαστε. (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής…. Αντιγόνη 62)

- Ασκοί του Αιόλου: σε περιπτώσεις επικείμενων δεινών – καταστροφών.
Ο Αίολος έδωσε έναν ασκό στον Οδυσσέα ο οποίος περιείχε ανέμους. Όταν λοιπόν οι σύντροφοι του Οδυσσέα άνοιξαν τον ασκό, απελευθερώθηκαν οι άνεμοι και παρέσυραν το πλοίο στο νησί των Λαιστρυγόνων. (Ομήρου Οδύσσεια Κ 1-56)

- Αχίλλειος πτέρνα: αδύνατο σημείο
Η φράση προέρχεται από το μύθο του Αχιλλέα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν τον βύθιζε στο αθάνατο νερό η μητέρα του, επειδή τον κρατούσε από τη φτέρνα, στο συγκεκριμένο σημείο του σώματός του παρέμεινε θνητός.

- Βίος αβίωτος: ζωή ανυπόφορη.
(Χίλων Ο Λακεδαιμόνιος)

- Γαία πυρί μειχθήτω: σε περιπτώσεις καταστροφής, όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.

- Γη και ύδωρ: υποδηλώνει περιπτώσεις υποταγής , πλήρους υποχώρησης, παράδοσης άνευ όρων.
Η φράση προέρχεται από τον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο οι Πέρσες απεσταλμένοι ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες γη και ύδωρ σε ένδειξη υποταγής.
(Ηροδότου Ιστορία V 17-18)

- Γόρδιος δεσμός: αναφέρεται σε περιπτώσεις δύσκολων προβλημάτων (άλυτων).
Η φράση λέγεται σε περιπτώσεις δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτή που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν προσπάθησε να λύσει ένα πολύπλοκο κόμπο, το «γόρδιο δεσμό» τον οποίον σύμφωνα με τον χρησμό όποιος τον έλυνε θα γινόταν κυρίαρχος της Ασίας.
(Αρριαννού 11 3)

- Δαμόκλειος σπάθη: απειλητικές καταστάσεις
Η φράση προέρχεται από επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου και του Δαμοκλή, ενός αυλικού κόλακα , όταν ο πρώτος θέλοντας να δείξει στο Δαμοκλή πόσο επικίνδυνο ήταν το αξίωμα του τυράννου τον έβαλε να καθίσει στο θρόνο, ενώ από πάνω του κρεμόταν ξίφος σε μια τρίχα αλόγου.

- Διέβην τον Ρουβίκωνα: σε περιπτώσεις που λαμβάνεται μία παράτολμη απόφαση.
Η φράση αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος όταν το 49 π.Χ. αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο στην Ιταλία, πέρασε με το στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα κατευθυνόμενος προς την Ρώμη.

- Δούρειος Ίππος: αναφέρεται σε περιπτώσεις δολιότητας, ή δώρων τα οποία υποκρύπτουν δόλο.
Η φράση προέρχεται από τον Όμηρο και αναφέρεται κατά την περίοδο των Τρωικών πολέμων τότε που οι Έλληνες ενώ χάρισαν στους Τρώες ξύλινο άλογο μεγάλων διαστάσεων ως αφιέρωμα στους Θεούς, στο εσωτερικό του ήταν κρυμμένοι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, οι οποίοι άνοιξαν τις πύλες της Τροίας στους υπόλοιπους Έλληνες
(Ομήρου Οδύσσεια λ 529)

- Δρακόντεια μέτρα: αναφέρεται σε περιπτώσεις λήψης αυστηρών – σκληρών μέτρων
Η φράση προέρχεται από τον Δράκοντα (7ος αιώνας π.Χ) αρχαίο νομοθέτη των Αθηνών, ο οποίος ήταν γνωστός για τους αυστηρούς και σκληρούς νόμους που επέβαλε.

- Eξ απαλών ονύχων: αναφέρεται στην νηπιακή ηλικία κυριολεκτικά, ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο μεταφορικά.
Η φράση χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη νηπιακή ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος έχει μαλακά νύχια.

- Έπεα πτερόεντα: αερολογίες, αβάσιμα επιχειρήματα.
Ομηρική έκφραση βασισμένη στην αντίληψη ότι τα λόγια όταν εκστομίζονται τα παίρνει ο αέρας.
(Ομήρου Ιλιάδα Α 201)

- Επί ξυρού ακμής: στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, σε κρίσιμο σημείο.
Ομηρική φράση η οποία ειπώθηκε από το Νέστορα στο Διομήδη στην προσπάθειά του να τον παροτρύνει για συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον των Τρώων.
(Ομήρου Ιλιάδα Κ 173)

- Εκατόμβη: Θυσία με πολλά θύματα, μεγάλη απώλεια.
Εκατόμβη στην αρχαία Ελλάδα ονόμαζαν την θυσία
κατά την οποία γινόταν προσφορά από εκατό βόδια στους θεούς.
(Ομήρου Ιλιάδα Α 65)

- Ες αύριον τα σπουδαία: Αργότερα θα ασχοληθούμε με τα σοβαρά ζητήματα – θέματα, αναβολή.
Τη φράση είπε ο Θηβαίος Αρχίας, όταν έλαβε το γράμμα που τον προειδοποιούσε ότι κινδυνεύει από τον Πελοπίδα.
(Πλουτάρχου Πελοπ. 10)

- Ή ταν ή επί τας: Ή θα την φέρεις νικητής (ασπίδα) ή θα σε φέρουν επάνω της νεκρό...ή θα επιτύχουμε, ή θα αποτύχουμε.
Τη φράση έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στα παιδιά τους, όταν τους έδιναν την ασπίδα για τον πόλεμο.
(Πλουτάρχου Λακεδαιμ. Αποφθ.16)

- Ήξεις αφήξεις: Λέγεται όταν κάποιος αλλάζει συνεχώς γνώμη.
Η φράση προέρχεται από το χρησμό του μαντείου των Δελφών «ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω». Η θέση του κόμματος πριν ή μετά το αρνητικό μόριο ου, καθορίζει και τη σημασία του χρησμού.

- Κέρβερος: Σκληρός, ανυποχώρητος.
Προέρχεται από το ομώνυμο τέρας που φύλαγε τον Άδη και δεν επέτρεπε την είσοδο.

- Κέρας Αμαλθείας: Παραπέμπει σε πλούτο – αφθονία υλικών αγαθών.
Η φράση προέρχεται από περιστατικό όπου η Αμάλθεια έτρεφε το μικρό Δία με κέρατο κατσίκας γεμάτο γάλα και μέλι.

- Και συ τέκνον Βρούτε: Φράση που απευθύνεται σε πρόσωπα που προδίδουν την εμπιστοσύνη μας.
Την είπε ο Καίσαρας, όταν αναγνώρισε τον Βρούτο ανάμεσα στους δολοφόνους του.

- Κόπρος του Αυγείου: Συγκεντρωμένες ατασθαλίες – καταστάσεις οι οποίες δύσκολα διορθώνονται.
Η φράση προέρχεται από άθλο του Ηρακλή, κατά τον οποίο καθάρισε την κοπριά από τους στάβλους του Αυγείου.

- Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα: Λέγεται για όσους υπερηφανεύονται και καυχώνται για ανεπιβεβαίωτα κατορθώματα και καλούνται να αποδείξουν ότι λένε την αλήθεια.
Η φράση προέρχεται από Αισώπειο μύθο σύμφωνα με τον οποίο κάποιος ισχυριζόταν ότι κάποτε στη Ρόδο έκανε ένα πολύ μεγάλο άλμα και του ζήτησαν να το επαναλάβει λέγοντάς του την παραπάνω φράση.
(Αισώπου Μύθοι «Ανήρ Κομπαστής»)

- Mηδένα προ του τέλους μακάριζε: Μην βιάζεσαι να μακαρίσεις κάποιον πριν το τέλος.
Με αυτή τη φράση σχολίασε ο Σόλωνας τους θησαυρούς του Κροίσου, όταν ο τελευταίος τους έδειξε με υπερηφάνεια.
(Ηροδότου Ι 32 7)

- Κύκνειο άσμα: Η τελευταία ενέργεια – πράξη – έργο κάποιου.
Προέρχεται από το τελευταίο τραγούδι του κύκνου πριν το θάνατό του.
(Πλάτωνος Φαίδων 84 Ε)

- Ιστός της Πηνελόπης: Λέγεται για έργο που δεν τελειώνει.
Η φράση είναι από τον Όμηρο όπου στην Οδύσσεια αναφέρεται στην Πηνελόπη η οποία ύφαινε ένα ύφασμα την ημέρα και το ξήλωνε τη νύχτα, θέλοντας να ξεγελάσει τους μνηστήρες μέχρι να γυρίσει ο Οδυσσέας από την Τροία.
(Ομήρου Οδύσσεια τ 149)

- Κουτί της Πανδώρας: Εμφάνιση πολλών δεινών ταυτόχρονα.
Η φράση προέρχεται από τη μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας για να τιμωρήσει τους ανθρώπους έδωσε στην Πανδώρα ως δώρο ένα κιβώτιο γεμάτο με όλες τις συμφορές, με αποτέλεσμα μόλις το άνοιξε να βγουν όλα τα δεινά, εκτός από την ελπίδα.

- Ο κύβος ερρίφθη: Η απόφαση έχει ληφθεί.
Τη φάση είπε ο Καίσαρας όταν αποφάσισε να κηρύξει εμφύλιο πόλεμο.

- Προκρούστειος Κλίνη: Προσαρμογή κάποιας κατάστασης βάσει συμφέροντος
Προέρχεται από τον μυθικό κακούργο Προκρούστη ο οποίος έδενε τα θύματά του σε κρεβάτι κι έπειτα τους έκοβε ή εξάρθρωνε τα πόδια, προκειμένου να τους φέρει σε ίσο μήκος με το κρεβάτι.

- Μέμνησο των Αθηναίων: Μην ξεχνάς αυτόν που πρόκειται να εκδικηθείς.
Τη φράση έλεγε καθημερινά ένας υπηρέτης στο Δαρείο (κατόπιν εντολής του) υπενθυμίζοντας ότι έπρεπε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, διότι συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων.
(Ηροδότου V 105)

- Μερίς του λέοντος: Το μεγαλύτερο μερίδιο.
(Αισώπου μύθοι «Λέων και αλώπηξ»)

- Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας: Όταν λέγονται ήδη γνωστά πράγματα
Η φράση λέγεται διότι στην Αθήνα η γλαύκα, η κουκουβάγια, ήταν γνωστή, σαν σύμβολο της Αθήνας και εικονιζόταν παντού, όπως στις στροφές των σπιτιών, στα νομίσματα κ.λ.π. (Αριστοφάνη, Όρνιθες, 301)

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΙΣΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ

Φιλοσοφική προσέγγιση της εννοίας του Χρόνου που παράγει και περιέχει τον Χώρο, σύμφωνα με την Αρχαία Ελληνική Σκέψη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η φύση του χρόνου αποτέλεσε και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της φιλοσοφίας από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Τι είναι αυτό το μυστηριώδες μέγεθος που φαίνεται να κυλά από το παρελθόν στο μέλλον χωρίς, φαινομενικά, δυνατότητα επιστροφής;

Ασφαλώς υπάρχουν πλήθος ποιητικές απαντήσεις: πόσο αργά περνά ο χρόνος ως την έλευση ενός ευχάριστου γεγονότος  και πόσο γρήγορα περνά κατά τη διάρκειά του, ή πόσο γρήγορα περνά η νιότη κ.τ.τ. Όμως, εδώ, πρόκειται για τον υποκειμενικό - σχετικό χρόνο. Υπάρχουν, ως γνωστόν, και οι θρησκευτικές, δογματικές, απαντήσεις: αρχή της Δημιουργίας (και του «χρόνου»), τέλος της Δημιουργίας, εσχατολογικές κρίσεις, τιμωρίες, ανταμοιβές κ.τ.λ.

Και, βέβαια, Χρόνος δεν είναι αυτός που μετρούν τα ρολόγια των ανθρώπων που ταξιδεύουν μέσα στο Σύμπαν, επιβάτες ενός απειροελάχιστου σε διαστάσεις πλανήτη που περιστρέφεται σε 365,2425 ηλιακές ημέρες γύρω από ένα μικρομεσαίο κίτρινο άστρο, τον Ήλιο μας,  που και αυτός, με τη σειρά του, ευρισκόμενος σε μια σπείρα του περιστρεφόμενου Γαλαξία μας (ως ένα από τα περίπου 1 τρισεκατομμύριο άστρα του) ταξιδεύει μαζί του καθώς κινείται και αυτός εντός του τοπικού του σμήνους , ανάμεσα  στα δισεκατομμύρια άλλα σμήνη γαλαξιών,  εντός του αισθητού στον άνθρωπο Σύμπαντος. Χωρίς να αποκλείεται και η ύπαρξη πολλών Συμπάντων μέσα στον Κόσμο! (1)

Η Φυσική, πάλι, επιδιώκει να εκφράσει αυτό το μυστηριώδες μέγεθος ως μαθηματικό υπόδειγμα (μοντέλο, εξίσωση) ενός μετρήσιμου φυσικού μεγέθους. Ως μια διάσταση από τις 4 του χωροχρόνου, σύμφωνα με την Γενική  Θεωρία της Σχετικότητος (2), όπου κάθε γεγονός που συμβαίνει εντός του Χωροχρονικού Συνεχούς ορίζεται, (ή μήπως όχι;(3)) από τις 3 παραμέτρους του Χώρου και την 1 του Χρόνου, (τουλάχιστον(4)). Και προσπαθεί να προσδιορίσει ποια είναι η μορφή του χρόνου: Ευθύγραμμη; Κυκλική; Σπειροειδής;  και ποια η δομή του; Συνεχής; (5) Κοκκιώδης; (6) Στροβοσκοπική; (7)

Η Φιλοσοφία τέλος, συχνά επιφυλακτική απέναντι στις κρατούσες θετικιστικές προσεγγίσεις, άλλοτε πάλι  συντρέχουσα με αυτές, επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα του τύπου: Ο Χρόνος έχει αρχή και τέλος; (8) Τι υπάρχει πριν την «αρχή» και μετά το «τέλος»; Πόσο πραγματικός είναι ο Χρόνος; Υπάρχει Απόλυτος Χρόνος;  Φανταστικός Χρόνος (9) ; Μπορεί να σταματήσει, να επιταχυνθεί, να επιβραδυνθεί ή, ακόμη να επιτρέψει να μετακινηθεί κανείς εντός του; Γιατί ο Χρόνος και το Σύμπαν μπαίνουν στον κόπο να υπάρχουν; (10)

Το δοκίμιο που ακολουθεί με τίτλο «Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ» είναι μετάφραση του αναμορφωμένου κειμένου «ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΠΩΤΑΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ», που συνετάχθη στην αρχαία Ελληνική. Ο λόγος για την (αρχική) αυτή γραφή, ήταν κατ' αρχάς, αυθόρμητος και πηγαίος. Ούτως ή άλλως, (όπως και η γραφή στην αρχαιοελληνική γλώσσα της «ΩΔΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΛΑΔΑ») είχε σαν αποτέλεσμα, για μένα, μια βαθειά και οριστική διαβεβαίωση της ζωντάνιας και της μοναδικής στην εκφραστική της δύναμη και οικονομία, αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, εξέχοντος μέλους του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου, και μοναδικού οργάνου για μια βαθειά, σαφή και υποβλητική διαμόρφωση της ανθρώπινης σκέψης. Οπωσδήποτε, δεν ήταν ένα γύμνασμα δεξιότητας, αλλά άμεσος καρπός της γενικώτερης ανάγκης μου να διαχειριστώ και ενδιάθετα, αλλά και ρητά, το  κορυφαίο όσο και θεμελιώδες για την ανθρώπινη διάνοια και εμπειρία ζήτημα του χρόνου σε αυτό το μικρό και συνοπτικό δοκίμιο. Όπως προεκφαίνει ο τίτλος, εδώ ο Χρόνος διερευνάται ως μία από τις Πρώτες Αρχές του Γίγνεσθαι σε αιτιώδη συνάφεια, συνάρτηση και συνακολουθία προς τις άλλες πρωταρχικές αιτίες-δυνάμεις της Γενέσεως.

Κύριο αξίωμα της Ορφικής Κοσμολογίας είναι ότι ο Χρόνος [που γεννάται από το προ-οντολογικό σύστημα της Αρρήτου Αρχής ή (Τριαδικού) Ενός]δεν είναι απλώς «διάσταση» κάποιας πραγματικής «υλικής» Κοσμικής ρυθμίσεως. Αλλά, εφ' όσον μάλιστα και ακριβώς προηγείται και προκαλεί ως Αιτία την Οντογένεση, τίθεται ως Δύναμη ουσιαστική, η οποία γεννά  από το Είναι του τις δύο πρώτες ενεργές, ικανές να παράξουν έργο, ουσίες:  το Χάος (δυνάμει ύλη), τον Αιθέρα (πρωταρχικό και ενιαίο φορτίο ενέργειας), καθώς και το Έρεβος (αδρανές πεδίο). Η γεννητική ικανότητα του Χρόνου οφείλεται και στην Ουσία του και  στον κύριο Νόμο, που  χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως τον Χρόνο δηλαδή στον Νόμο της μεταστοιχειωτικής κινήσεως.

Τα γεννήματα του Χρόνου συναποτελούν  το πρώτο και εναρκτήριο Γεγονός, το οποίο θα ακολουθήσει ως μεγάλη και    εναντιόδρομη κλίμακα, όλα όσα οδήγησαν στην Γένεση του πολλαπλού Σύμπαντος Κόσμου, με την δεσπόζουσα, πάντοτε, συνέργεια του Χρόνου. Τα πολλά και ανυπέρβλητα αξιώματα της Ελληνικής Επιστήμης για τον Χρόνο, δεν εξαντλούνται εδώ. Ευρύτερη ανάπτυξη του θέματος αυτού υπάρχει στα βιβλία μου, ιδίως στον Α' τόμο της  Συλλογής Otto Kern, στα αρχαία αποσπάσματα και στη μετάφραση, φυσικά, ιδίως όμως στα Αναλυτικά - Δομικά Σχόλια.

Άλλωστε ούτε κι εκεί εξαντλείται η από μέρους μου προσέγγιση/ερμηνεία της τεράστιας και ανεξάντλητης στις εξόχως επιστημονικές διακτινίσεις της, αρχαιοτάτης Ελληνικής Φυσικής και Μεταφυσικής  (καθ' ημάς) Θεωρίας. Διδάσκοντας επί 4ετία την Ορφική Φιλοσοφία σε σεμινάρια και μη επαναπαυόμενη σε όσα ήδη συνέγραψα σχετικά, αλλά έχοντας πρόθυμο το πνεύμα στο πηγαίο των κειμένων Νόημα, βρίσκομαι συνεχώς μπροστά σε νέα στοιχεία , που κυριολεκτικά αναβλύζουν από τον πλουσιώτερο, ως τώρα, ανθρώπινο Λόγο για το Είναι και το Γίγνεσθαι: τον παλαίφατο εκείνο λόγο, που, σε πείσμα των ιστορικών παραδόξων, ταξίδεψε και έφθασε ως εμάς: τον Ελληνικό Λόγο.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

«Κατά τον Ηράκλειτο, ο Χρόνος δεν είναι  χωρισμένος από τη Σκέψη. Είναι δεμένος με τη Σκέψη, δηλαδή με τον Λόγο. Ο Ηράκλειτος υποτάσσει ολόκληρη την τοπική κατάσταση στον Μεγάλο Περιέχοντα Χώρο που περιέχεται μέσα στον Χρόνο (.........) Ο χρόνος συλλαμβάνεται μόνο με την προσπάθεια μιας σκέψης που είναι συνταιριασμένη με τον ολικό ρυθμό (.......) Ο Λόγος και ο Κόσμος, ο Χρόνος και η φωτιά ( ο ρυθμός του Κόσμου) είναι βαθειά ενωμένα το ένα με το άλλο, όμως δεν συγχέονται (........) Ο Χρόνος είναι και πολλαπλός: κάνει τον αιώνια αληθινό Λόγο χρονικό, εναρμονίζει τις βίαιες κοσμικές αλλαγές και ενώνεται με τη φωτιά (ρυθμό) δίχως να ταυτίζεται μαζί της. Ο Κόσμος ως τάξη της Αταξίας, ως ολότητα που περιέχει τα στοιχεία που την αποτελούν, υπακούει στον ρυθμό του Χρόνου». Κ. Αξελός «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία» Εκδ. Εξάντας 1974.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΟΝΟΣ;

Το ότι ο Χρόνος περιέχεται στα πάντα και τα πάντα περιέχονται στον Χρόνο, είναι ευλόγως φανερό σε όλους, όσους φιλοσοφούν.

Αλλά, είναι ανάγκη και πρέπον να εξετάζεται χωριστά και ιδιαιτέρως το πρώτο σκέλος της εκτιμήσεως αυτής.

Κατά τη γνώμη μου, από τα πολλά που έχουν ειπωθεί από τους νεωτέρους στοχαστές, σχετικά με το ότι ο Χρόνος είναι πρωτίστως περιεχόμενο και δύναμη εσωτερική, ουσιώδης των όντων, εκτός όσων ασύγκριτων κατά τη σπουδαιότητά τους, έχουν πει οι παλαιοί Έλληνες σοφοί, ο καλύτερος σύγχρονος λόγος είναι η ρήση του Κώστα Αξελού. Λοιπόν, εκείνος εκλαμβάνει τον Χρόνο ως «υπερβατική ενύπαρξη» ως προς τα άλλα όντα - πλην αυτού του ίδιου του Χρόνου δηλαδή-. Διότι είναι διπλό, με δύο κατευθύνσεις το ζήτημα τούτο, του Χρόνου ως περιεχομένου και περιέχοντος. Και η κάθε όψη του, τείνει να συναντήσει την άλλη.

Οπωσδήποτε, με τη δική του ενέργεια και μέσα στη δική του υπόσταση  και συνδεδεμένα μαζί του γεννώνται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα όντα.

Γι' αυτό και είναι και δεν είναι απόλυτο αίτιο ο Χρόνος: επειδή χωρίς αυτόν τίποτε δεν γίνεται, αλλά και χωρίς τα όντα ο ίδιος δεν υπάρχει, ή είναι ανενεργός.

Εμφανίζεται, λοιπόν, στην κριτική σκέψη, και να υπερβαίνει τα άλλα, αλλά και να υπόκειται σ' αυτά. Αν και έχει δίκαια χαρακτηρισθεί σαν δαμαστής, τρόπον τινά κυρίαρχος, επειδή το κάθε τι παράγεται από αυτόν. Πάντως, όχι λιγότερο, και τούτα, τα παράγωγα του, αναδεικνύονται αίτια της προόδου και αυτού του ίδιου στο διηνεκές και στο παν και για πάντα. Είναι παράδοξο, αλλά αληθινό, ότι ο Χρόνος, ενώ είναι αγέννητος και αθάνατος, σύρεται στο οντικό Σύμπαν από εκείνα που ο ίδιος δημιούργησε.

Γι' αυτό και μπορεί να πει κάποιος πως ο Κρόνος και ο Χρόνος είναι σχεδόν ταυτότητα. Επειδή οπωσδήποτε ο πρώτος κατεβρόχθισε τα γεννήματά του, όπως λέει ο μύθος, αλλά και τα απέβαλε με εμετό λόγω της βαθυτάτης ανάγκης του να διατηρεί καθαρό τον εαυτό του από προσμίξεις με υποστάσεις ετεροειδείς. Επειδή όπως   ενδεικνύεται από τις σχετικές παραδόσεις, η καθαρότητα αυτή ήταν κυρίαρχη ιδιότητα που ώριζε το Είναι του, έως τις απαρχές του Γίγνεσθαι, πριν γεννηθούν τα όντα και ο χώρος.

Αλλά, αν και ο ίδιος έχει μέσα του την Ανάγκη και αυτή από εκείνον κατευθύνεται στην πραγμάτωση των αντικειμένων της, όμως, επειδή είναι ισχυρότερη από αυτόν ως προς την γένεση των όντων και χάριν αυτής, ως αναπότρεπτης συνέπειας της ίδιας και του Χρόνου, ο Χρόνος, δίχως άλλο, αφού υπέκυψε σ' αυτήν, την Ανάγκη, επέφερε γεννήματα μετερχόμενος την ύλη και τη μορφή. Και από τότε, μέσω αυτών και μέσα σ' αυτά όλα, φαίνεται να υπάρχει.

Από τα προηγούμενα εξάγεται πως μπορεί να ειπωθεί ότι, αν και ο Χρόνος είναι Αρχή (11)πρωταρχική των πάντων, είναι υποκείμενος στα αίτια - νόμους και όντα που αναπαράγουν και μεταβάλλουν το Είναι - τα οποία προήλθαν από τον ίδιο. Και ό,τι γεννά, το γεννά πειθόμενος στην Ανάγκη· και φαίνεται σαν να άγεται και να φέρεται από την δράση των πρεσβυτάτων στοιχείων της ύλης, από τα οποία προκύπτει και η παντοειδής, πολύπλοκη εμφάνιση τους.

Γιατί συμβαίνει τούτο: Καθ' όσον ο Χρόνος θεωρείται πως οδηγείται από την Ανάγκη, κινεί τις Αιτίες της γενέσεως με τον τρόπο του Έρωτος(12).

Διότι ο Έρως, συμπεριφέρεται ως αιτία του Γίγνεσθαι και δεν αποκαλύπτεται μέσα από φανερά ενεργήματα. Γιατί, αυτός δεν είναι κάποιο ποσό που μπορεί να μετρηθεί ή να προσεγγισθεί με τεχνικά μέσα ή και  με τη διάνοια.

Και θα φαινόταν σωστό εκείνο που είπε ο Φερεκύδης, ότι «ο Δίας μεταβάλλεται σε Έρωτα, όταν πρόκειται να δημιουργήσει κάτι νέο, επειδή η κύρια έμφαση των έργων του είναι ότι συνέταξε την Κοσμική Αρμονία συναρμόζοντας αντίθετους προϋπάρχοντες όρους· κι έτσι ανέδειξε το Παν ως Ολότητα Συμφωνίας και  ενέσπειρε σε όλα τα ξεχωριστά του μέλη στοιχεία κοινά, ώστε να συναποτελούν, όλα μαζί, ταυτότητα (σ.σ.: το οντικό σύστημα)(13), αλλά και τα κατέστησε συνάρτηση, ώστε να τα συνέχει η ενότητα, που εκτείνεται από το ένα στο άλλο αδιάσπαστη, και υπερέχει  όλων των άλλων δυνάμεων»

Γιατί ο Ζεύς έχει χρόνο σαν γόνος - υιός του Κρόνου, ανάλογος του Αιθέρος, του τέκνου του Χρόνου-Ηρακλή. Και πράττει κυρίως τούτο: φέρει σε σχέση συνάψεως δημιουργικής και δημιουργεί ζωτικές μορφές από ενάντια στοιχεία, που, όσο είναι χωρισμένα, είναι ασύμβατα μεταξύ τους και δίχως αποτελεσματικότητα, δίχως σχήμα.

Από αυτά όλα τα αξιώματα, συνάγεται πως θα ήταν αληθής ο συλλογισμός ότι ο Χρόνος , η Ανάγκη ως νόμος γενεσιουργός και αναπότρεπτος, ο Έρως και ο Ζεύς είναι οντότητες, δυνάμεις, που πηγάζουν από την ίδια Αρχή και παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα μεταξύ τους.

Επειδή είναι αναντίρρητο πως όλες αυτές οι υποστάσεις μεταβάλλονται σύμφωνα με τον καθολικό Νόμο και αλλάζουν την διεύθυνση, τον τρόπο που ενεργούν και την ένταση των ενεργειών τους (ανάλογα με τις συνθήκες και τις απαιτήσεις της προσαρμογής σε κάθε πεδίο ή βαθμίδα γενέσεως που δραστηριοποιούνται).

Αδυνατούν μάλιστα να αποφύγουν το ακαταμάχητο, εκείνη τη δύναμη που μέσω του Νόμου κατευθύνει και ρυθμίζει τα πάντα, από τα αισθητά ως και εκείνα που είναι μόνον στη διάνοια κάπως προσιτά, και όσα γίνονται και όσα τελεσφορούνται, όπως και τη σύνθεση και την κοινή τάση και την αρμονία και την αλληλουχία τους και, γενικώς, την κοινή δέσμη των αιτίων που τα παράγουν και ό, τι τα ολοποιεί και τα στηρίζει, ή και τα αποτρέπει.

Οι αρχαιότατες παραδόσεις βεβαιώνουν ότι ο Χρόνος ανεπτύχθη ως δύναμη ενεργή πρώτος από όλα τα αίτια της γενέσεως των όντων αλλά είναι αδύνατον να υπάρξει στο Γίγνεσθαι, να παράξει πραγματικά αποτελέσματα μόνος του.

Και τούτο το αξίωμα είναι, κατά κοινήν ομολογία, απόλυτο και αμετάβλητο, επιβεβλημένο από την κρίση και τη θέληση της Κύπριδος.

Μάλιστα η Κύπρις αναφαίνεται στο Είναι και το Γίγνεσθαι των Κόσμων από τον Κρόνο, και μέσα από αυτόν, τον Συμπαντικό Χρόνο, αλλά και από τον Ουρανό(14) και τον αφρό της θάλασσας ( δηλ. από τις θετικές τροπές και εκτινάξεις-αφρός- της χαοτικής ύλης- θάλασσας). Και θριαμβική, θερμή εξεπήδησε, έχοντας τριπλή δύναμη, ανάλογη της τριπλής γονής της.

Εκείνη πρώτη, ως Αιτία του Έρωτος, συνέζευξε τον Ωκεανό, - την ελεύθερη ενέργεια- και την Τηθύ - την αδέσμευτή ύλη -. Και του Κόσμου το εράσμιο κάλλος, είναι η δική της παρουσία.

Για τους παραπάνω λόγους, σύμφωνα και με τους Ιερούς Λόγους του Ορφέως συνέβη κάποτε  και ωρίμασαν όλες οι συνθήκες, και πραγμάτωσε ο Χρόνος τα γεννήματά του.

Αλλά και η Κύπρις, βέβαια, ως Θέτις δεύτερη και Πρώτη Μοίρα του Κόσμου, μέσα από του Χρόνου το Είναι διευθύνει τα έργα της και έτσι μόνον κατέστη δυνατόν να γίνεται άρτιος ο Κόσμος, αν και είναι άπειρος και στο μέγεθος και στο πλήθος των στοιχείων του.

Είναι αληθές, λοιπόν, το συμπέρασμα πως ο Χρόνος εξασκεί την ισχύ του στα πάντα και ζωογονείται ο ίδιος μέσω αυτών επιμελούμενος ως κυρίαρχος αυτών, όχι από αυθαίρετη διάθεση, αλλά πειθόμενος στην έλλογη και εναρμόνια συμφωνία της Αδράστειας, του Νόμου(15), του Έρωτος και της Κύπριδος και όσων άλλων συνάπτονται προς αυτούς  και συνδιαλέγονται. Θα πρέπει, λοιπόν, να συνυπολογίζεται και το ότι ο Κόσμος έγινε σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των Ωρών(16), και να διακρίνουμε στην αλληλουχία και σε κάθε σχέση των πραγμάτων τον Δεσμό- που είναι ο κοινός Λόγος(17)- πραγματωμένο και εμφανή.

Όλα αυτά δι' αυτού, του Λόγου, συναρμόζονται· και τούτο σημαίνει πως, η Ύπαρξη και ο Λόγος είναι ταυτότητα επειδή είναι αρρήκτως συνδεδεμένα και το ένα γεννά το άλλο, όλα τα όντα και ο Λόγος, ανταλλάσσοντας τις δυνατότητές τους το ένα προς το άλλο και είναι το καθ' ένα πρόθυμο να υποστηρίξει τα άλλα.

Και αυτό το διδόμενο, αυτή η συνθήκη, ήταν εξ αρχής τετελεσμένο και αναλλοίωτο και προϋπήρχε ως αναγκαίος όρος της Υπάρξεως και της ρυθμίσεως της αρμονίας του Κόσμου.

Πάντως ο Λόγος είναι εκείνο το νοερό ον, που εκδηλώνεται σαν η κοινή αξία που προκύπτει από τη σχέση των πάντων μεταξύ τους,  ενώ ως δύναμη συναρμόζει τα διάφορα μεγέθη σε μορφές λογικές. Βρίσκεται, μάλιστα, και μέσα στο κάθε τι, αλλά και ανάμεσα στο κάθε  ένα προς οιοδήποτε άλλο· και είναι η κυρίαρχη δύναμη στο σύμπαν των όντων, αν τον αντικρύσουμε σαν υπερβατική υπόσταση, όπως    είναι.

Και, κάθε ένα ον, ακολουθεί τον δικό του χρόνο, που υποβάλλεται από την ιδιαίτερη συμπεριφορά και το μέγεθος του είδους του, αλλά και του ατόμου του. Έτσι έχει γίνει χάριν της εξελίξεως των όντων: το καθ' ένα να έχει τον δικό του χρόνο, ως τόνο, διάρκεια και τάξη της υπάρξεως του, σαν ιδιαίτερο μέτρο του Είναι του.

Αλλά από το μέτρο αυτό, που συμμετέχει και ρυθμίζεται εσωτερικά από τον κοινό αριθμό, τον Λόγο, το κάθε τι το υπαρκτό παρουσιάζεται και γίνεται αισθητό, ακολουθώντας τον Ρυθμό του Κόσμου με τον οποίο είναι συνδεδεμένο.

Ρυθμός(18), μπορούμε να πούμε ότι είναι το σύνολο των οντικών μέτρων και η συμφωνία που συμπαράγεται από αυτά. Ακόμη, όμως, ο Κοσμικός Ρυθμός είναι κάτι αναπόφαντο και ανέπαφο, επειδή ανάγεται η προέλευσή του στις πρώτιστες Αιτίες, τις Κοσμογονικές Αρχές, σαν μέρος αυτών· και από όλες τις εδώ ιερές δυνάμεις συνάγεται  προς  τις απώτατες , τις πλέον  απρόσιτες Αρχές·  και εκτιμάται ότι από τη ριζική του φύση κρατεί  τα πάντα, ό, τι υπάρχει.

Από τα όντα πάλι, το καθένα περιέχεται στον εκ φύσεως άτμητο Χρόνο, αυτόν που μπορεί να χαρακτηριστεί και αντικείμενος των όντων· διότι υπάρχει ανεξάρτητος από αυτά , που είναι δικά του υποκείμενα.

Είναι δυνατόν πολλά να στοχαστεί κάποιος, και από πολλές πλευρές να ατενίσει πνευματικά, και πολλά να συμπεράνει για τη φύση και το Είναι του Χρόνου, που φανερώνεται ως αληθής υπόσταση από τα πάντα, αλλά ξεπερνά τα πάντα και μένει κρυφός από τα πάντα και ασύλληπτος.

Το Mέτρον και ο Ρυθμός πάλι δεν παρουσιάζουν ποιόν, αλλά ποσόν της Αλήθειας.  Και βέβαια για το ποιόν της καθολικής Αλήθειας δεν είναι δυνατόν να μιλήσει με ακρίβεια κανείς από τους ανθρώπους, αν σέβεται τις αδυναμίες της διανοίας μας να συλλάβει ικανοποιητικά τις ιδιότητες και την όλη λειτουργία και φύση των πρωταρχικών και ηγεμονικών αιτίων της εξελίξεως των κόσμων (από την Γένεση έως την όποια πρόοδο τους, εννοείται).

Υπάρχει κάτι που ονομάζομε Ψυχή και είναι στοιχείο κοινό των όντων, και κρατεί τα πάντα, και ως 'Όλον και το καθ' ένα χωριστά, σε κίνηση και ζωή, όπως, άλλωστε, και τα όντα την κρατούν εντός τους ενεργή.

Όμως, αυτή, η Ψυχή, είναι αποτέλεσμα συνθέσεως περισσοτέρων του ενός ουσιωδών στοιχείων. Αυτά λοιπόν, είναι όμοια, κατά το ποιόν τους, προς τις ουσίες υποβάθρου των πραγμάτων. Ωρισμένα μάλιστα από τα μέρη αυτής μοιάζουν κατά τη σύστασή τους με εκείνη των υλικών σωμάτων.

Και είναι αθάνατη η ψυχή, όπως και θεωρείται· και  ιδιότητά της είναι να μη φθείρεται ο πυρήνας της, όπως είπαν και οι αρχαιότεροι φιλόσοφοι και θεολόγοι. Αλλά ακόμη η ψυχή είναι ένα από τα αίτια της γενέσεως του Κόσμου, κι εκείνη συνέλαβε και έθεσε σ' εφαρμογή και τους πρώτους από τους νόμους που οδήγησαν σ' αυτό το αποτέλεσμα. Βέβαια, είναι και παρουσίαση και των άλλων αιτίων, ένδειξη αυτών και απόλυτο γνώρισμα, σύμφυτη δύναμη τους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα υποστηρίξωμε έναν μόνο λόγο ως ακριβή, ότι, από τα Κοσμογονικά Αίτια, τα αμιγή και μακριά από την αντίληψή μας,  τα Νοητά, μόνο αυτά, γνωρίζουν την φύση τους· αλλά ανάμεσά τους λογίζεται και η Ψυχή αν και είναι αποτέλεσμα συγκράσεως περισσοτέρων του ενός και διαφορετικών μεταξύ τους, όρων.

Αν λοιπόν δεν είναι αδιάφορο ή μάταιο να επωνομασθεί ο Χρόνος οντότητα αρχηγική και άβατος οίκος των θεών, το ίδιο σωστό είναι και το να πούμε γι' αυτόν ότι είναι κάτι το κοινό στα πάντα, ακόμη και στα έσχατα, τα υπολειμματικά στοιχεία του Κόσμου. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ψυχή. Επειδή σε ό, οτιδήποτε υπάρχει, είναι γνώρισμα απόλυτο το ότι και αυτά τα ίδια κινούνται, αλλά και κάτι άλλο κινούν. Και η κίνηση, είναι ιδιότητα του Χρόνου και της Ψυχής.

Αλλά είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσουν οι άνθρωποι τον Χρόνο σαν κάτι οικείο σ' αυτούς. Φαίνεται μάλιστα και αδύνατη αυτή η κατανόηση, επειδή, καθώς είναι πνιγμένοι στα  λόγια  έχασαν την βαθειά γνώση των πραγμάτων.

Γιατί η Σοφία είναι ο δίκαιος νόμος που ενυπάρχει στον Χρόνο, και η δύναμή του, αλλά και το κορυφαίο από τα γνωρίσματά του. Αυτή λοιπόν, η Σοφία, αναδείχθηκε σε κυρίαρχη του Είναι δύναμη, όπως και ο Χρόνος, στον οποίο εμφωλεύει και από τον οποίο αντλεί την ισχύ της. Και δεν υπάρχει τρόπος τεχνικός να γνωρίζει κάποιος και να αποδείξει ό, τι την χαρακτηρίζει, εάν δεν γίνει αυτός κοινωνός του 'Έρωτος και της «φροντίδος σχάσεως»(19). όπως και της εκστάσεως του και της διαστολής του Εγώ προς τα Άλλα και  αν δεν απεκδυθεί τον στενό εαυτό του και δεν μπορέσει να αντικρύσει τα Άλλα όπως τα δικά του, όμοια και συγγενή προς αυτόν.

Άλλωστε, μέσω της Σοφίας και των έργων του Χρόνου γίνεται φανερό και ποια είναι η αφύσικη και ατελής ύπαρξη, αν και ακόμη και σε ό, τι φαίνεται τέλειο, και σε ό, τι είναι δυσδιάκριτο, φανερή είναι η διαφθορά(20).

Ασφαλώς λοιπόν η Σοφία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως το φρουρητικό και αμετακίνητο τείχος, η προϋπάρχουσα ( πριν την Γένεση του Κόσμου) σταθερά των νοητών Αρχών (που παραμένει αναλλοίωτη σε όλο το φάσμα των αναπτύξεων και των προσαρμογών τους, και στα Νοερά και στα Αισθητά). Και αναφερόμαστε στη Σοφία, επειδή ο Χρόνος είναι για μας αείρροος, αόριστος και αόρατος. Γιατί είναι φευγαλέος και άστατος και ταυτόχρονα δημιουργός των πάντων, αλλά και του μηδενός αυτός είναι αιτία και τεκμήριο. Είναι, βέβαια, όμοια του Χρόνου η Σοφία, επειδή με τη θέλησή της κατέχει τα πάντα και στα πάντα ενυπάρχει, και τοποθετεί το κάθε τι στο παν, και δίνει μορφή στα διάφορα και διαφοροποιεί ό,τι έχει μορφή από άλλα. Έτσι, υψώνεται και ωσάν ηγεμών του Χρόνου επειδή αυτή του φανερώνει, του παρουσιάζει τα αντικείμενά του (επειδή εκείνη τα διαπλάθει με τρόπο λογικό, επίδεκτα ζωής, κινήσεως και διάρκειας) και τον οδηγεί εκεί που γίνεται κάθε αγώνας για την ύπαρξη, στο κάθε τι ξεχωριστά και στο Όλον.

Γι' αυτό και σωστά λέγει ο Ηράκλειτος από την Έφεσο πως η Σοφία είναι χωρισμένη από οτιδήποτε (απ. 32 και 41συλλ.Diels-Kranz) Και δεν μπορεί να την ατενίσει  κάποιος πνευματικά, να την κατανοήσει, αν δεν εξετάζει και την ταυτότητα και την ετερότητα των πραγμάτων. Επειδή το να φθάνει ο νους μας στη σύνδεση του διαφορετικού με το όμοιο φαίνεται πως είναι δίκαιο και σωστό.

Γι' αυτό ακριβώς δεν υφίσταται καμμία διαφοροποίηση, καμμία διάκριση μέσα στην άπειρη, δίχως αρχή, οντότητα του Χρόνου, αν και εξαιρείται η αξία της Σοφίας και, χάριν της λογικής προσεγγίσεως των πραγμάτων, εξαιρουμένων και της συμπεριφοράς, του μεγέθους και της μορφής των όντων.

Σημειώσεις :

1)       Karel Velan : The multi-Universe Cosmos

2)       Albert Einstein: Γενική Θεωρία της Σχετικότητος (Γ.Θ.Σ.)

3) Stephen Hawking: Black Holes and Baby Universes «Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητος παραβλέπει τα απείρως μικρά γεγονότα της κβαντικής μηχανικής όπου ισχύει η Αρχή της Απροσδιοριστίας σύμφωνα με την οποία είναι δυνατόν στα υποατομικά σωματίδια να ταξιδεύουν με ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός».

4)       Brian Greene: The Elegant Universe «Σύμφωνα με τη Θεωρία των Υπερχορδών μπορούν να αυξηθούν σε 10-25 οι διαστάσεις του χώρου + 1 του χρόνου»

5)       Γ.Θ.Σ.

6)       Επίκουρος.

7)       Jean-Pierre Garnier Mallet: Les ouvertures Temporelles, όπου ο χρόνος θεωρείται ως μια διακεκομμένη γραμμική σειρά χρόνου και κενών χρόνου (- - -  - - ) όπου τα κενά θεωρούνται ως χρόνος επιταχυνόμενος προς το μέλλον. Με τη θεωρία αυτή επιχειρείται μια εξήγηση της διαισθήσεως και των μαντικών προβλέψεων.

8)       Η επίδραση της Θρησκείας : Αρχή της Δημιουργίας ( και του Χρόνου) η Μεγάλη Έκρηξη  -Big Bang. Τέλος της Δημιουργίας ( και του Χρόνου) η Μεγάλη Σύνθλιψη- Βig Crunch) σύμφωνα με την Γ.Θ.Σ.

9)       Εκφράζεται στη Φυσική ως πολλαπλάσιο της τετραγωνικής ρίζας του -1: (√-1=i ) και δίνει στον χρόνο πολλές διαστάσεις της μορφής 1+2i , δηλ. δέχεται μικτό χρόνο αποτελούμενο  από τον πραγματικό «1» και τον φανταστικό «2i»  με διανυσματική κατεύθυνση κάθετη στο διάνυσμα του πραγματικού χρόνου.

10)    Σύμφωνα με τη Ορφική Θεολογία/Φιλοσοφία ο Νοητός Κόσμος (Η Άρρητος Αρχή) αποφασίζει να βγει από την ευδαίμονα απραξία  του και να εισέλθει στην Μεγάλη Περιπέτεια του Γίγνεσθαι ( με ό, τι αυτό συνεπάγεται) για να μην περιπέσει στην κατάσταση της εντροπίας (Βλ. και «Ορφική Θεολογία- Βασικές Αρχές» στην ενότητα «Ελλάς- Ελληνική σκέψη»).

11)    Αρχή: Εδώ όχι με την έννοια της ενάρξεως, αλλά της δεσπόζουσας Αιτίας. (Αιτία = δέσμη αιτίων και αποτελεσμάτων).

12)    Έρως: δύναμη προοντολογική ήδη, αλλά και ρυθμιστική όλης της οντογενετικής και οντικής διαδικασίας. Όρα και σημ.αρ. 1 κειμένου «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ»

13)    Το οντικό σύστημα νοείται πρώτα ως Όλον (Κόσμος = το πρώτο Ον) που περιέχει  τους Κόσμους και τα κενά τους. Είναι το Σύμπαν των Συμπάντων που περιέχουν συστήματα πραγματικής ύλης ως εναρμόνιες τάξεις, αλλά και «δυνάμει» ύλης+ ενέργεια υποβάθρου (dark matter+dark energy).

14)    Ουρανός ; το πρώτο σφαιρικό σώμα (Ωόν) που ανεφύη από το Χάος.

15)    Νόμος: Η πρωτίστη διοικητική Αρχή του Γίγνεσθαι (=της αέναης εξελικτικής πορείας του ό,τιδήποτε).

16)    Ώρες : Ρυθμιστικές του Κόσμου Αρχές.

17)    Λόγος: Η προϋπάρχουσα υπόσταση του Έρωτος,  γέννημα της Νοήσεως και του Νου στο πρώτιστο Εν.

18)    Ρυθμός του Κόσμου: Η βασική ημιτονοειδής (σπειροειδής στον χώρο) και κανονική (έμμετρος) κίνηση του σύμπαντος χώρου-χρόνου.

19)    Φροντίδα Σχάσεως: Όρος που σημαίνει την προσπάθεια του ανθρώπου να αποκόπτεται από το στενό, ατομικό του «εγώ», από τα βιολογικά όρια του, και να ενεργεί κατά το δυνατόν σαν καθαρή στοχαστική (όχι «εγκεφαλική») οντότητα. Να βυθίζεται στο Άλλο (το Είναι, τον Κόσμο, τις Αρχές) βιωματικά, δημιουργώντας με αυτό το βύθισμα εμπειρία.

20)    Η λέξη «διαφθορά» δεν τίθεται εδώ με την στενή ηθική σημασία της μόνο, αλλά και με την φυσιολογική.

Υποδηλώνει την ελλειμματικότητα (ατέλεια) των πραγματικών- αισθητών- όντων σε σχέση με την ιδεώδη μορφή και λειτουργία τους. Αυτό το έλλειμμα, πάντως, ίσως είναι και η ομορφιά και η ζωογόνος αιτία που διαιωνίζει την ύπαρξη και κάνει ατέρμονη την εξελικτική πορεία (Γίγνεσθαι) αυτών των φθαρτών κατά μονάδα, αλλά συνεχώς αναγεννωμένων και αναπροσαρμοζομένων όντων....



ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΠΩΤΑΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ
(κείμενο που συνετάγη από τoν συγγραφέα, αρχικά, στην αρχαία Ελληνική)

Δόξει αν χρόνον τοις πάσιν ενέχεσθαι και πάντα χρόνωι εχόμενα είναι, τούτο δήλον αν είη τοις πάσι των φιλοσοφούντων.

Περί μεν του πρώτου, το κεχωρισμένως θεωρείν αναγκαίον τε και ορθόν φανήσεται. Και των πολλών περί αυτού λόγων γεγενημένων, όσων οι ύστεροι των ανθρώπων ειρήκασιν, εκτός των σπουδαιοτάτων οίουσπερ οι των Ελλήνων σοφοί το πάλαι  έφησαν, άριστον αν οίημι τον του Αξελού τοιόνδε είναι, εκείνον γαρ λαμβάνεσθαι ώσπερ υπερβατικήν  ενύπαρξιν προς τοις άλλοις πράγμασιν δέον έφη. (Διττόν γαρ και προς αλλήλοις τρεπόμενον το ζήτημα περί της του χρόνου αληθείας).

Δι' αυτού μεν γε και εν αυτώι και μετ' αυτού τα πράγματα γίγνεται. Δι' ό και αίτιον απόλυτόν εστι και  ουκ έστι τοις άλλοις  υπερκείμενον και υποκείμενον οίεν αν, ει και πανδαμάτωρ δικαίως καλείται, επεί τα πράγματα υπ' αυτού παραγόμενα μεν, ου μην αλλά αίτια γίγνεται και  αυτού τούτοις γίγνεσθαι εν τωι αείποτε και παντί και δια παντός. Παράδοξον μεν, αληθές δε, ότι χρόνον αγέννητον όντα και αΐδιον, άγεται εν τοις πράγμασιν υπό των εαυτού τυχθέντων.

Δι' ο και δυνατόν ειπείν τούτο, Κρόνον, Χρόνον σχεδόν είναι ταυτόν, τους τε μεν ουν εαυτού παίδας καταφαγείν μυθεύεται, ου μην αλλά και εξέμεσεν αυτούς καθαρόν εαυτόν τηρείν  δ' επειγόμενον, όκωσπερ και τωι πρεσβυτάτωι πάλαι σύμφυτον ην   αυτού δoκεί δη. Αλλά τηι Ανάγκηι μεν ουν εν αυτώι ει και εχομένηι, πλην κραταιοτέρας αυτού ούσης δια την γένεσιν, υποκύψας τοι ο Χρόνος επέφερεν γονάς ύλης τε και είδους χρησάμενος και τούτοις έκτοτε φαίνεται πάσιν υπάρχων.

Όθεν, ει και πάντων αρχή πρεσβυτάτη, Χρόνος εν τοις αυτού παραγεγενημένοις  αιτίοις  και φαινομένοις υφιστάμενος δοκήσεται είναι, τουτ'  έξεστιν ειπείν. Και κατ' Ανάγκην γεννά και δια τοις πρεσβυτάτοις άγεσθαι και φέρεσθαι στοιχείων της ύλης δοκεί, οίς και την των όντων παντοίαν φαντασίαν εντυγχάνεται.

Γίγνεται δη το τοιούτον: Χρόνος μεν Ανάγκηι εών οιόμενος, κινεί τας του γίγνεσθαι αρχάς ως Έρως φερόμενος. Έρως γαρ αιτίαι ιέναι ουχί τε ενεργείαι αγγέλλεται. Ουκ έστι γαρ ούτος ποσόν τι μετρώμενον ή απτόμενον πράγμασιν ή διανοίαι. Και ορθόν το παρά Φερεκύδου δοκεί τινί, «εις έρωτα μεταβεβλήσθαι τον Δία μέλλοντα δημιουργείν, ότι δη τον Κόσμον εκ των εναντίων συνιστάς εις ομολογίαν και φιλίαν ήγαγε και ταυτότητα πάσιν ενέσπειρε και ένωσιν την δι' όλων διήκουσαν». Ζεύς μεν δη εν φιλότητι φέρει και περαίνει τα ενάντια και αλλότρια και άπειρα. Εξ ών, Χρόνος και Αδράστεια και Έρως και Ζεύς ομογενές και σχεδόν όμοιον είη αν λογιζόμενον, αληθές φανήναι. Μεταβάλλεται γαρ δη κατά Νόμον και τρέπεται και ου δύναται       φεύγειν το αδήριτον το τωι Νόμωι οιακίζον άπαντα, αισθητά τε και νοητά και γιγνόμενα και τελειούμενα και την αυτών σύνθεσιν και ξυνόρμησιν τε και αρμονίαν και δια- μοιβήν και ξυνάρτησιν και το όλως ξυναίτιον και ξυναιρείν.

Πρεσβύτερος μεν και πάντων των γεννητικών αιτίων Αρχή ηινιγμένος ο Χρόνος, αμήχανον δε του παρείναι έστιν μούνον. Κύπριδος γαρ βουλαίς απαράβατον τούτων ομολογείται.

Κύπρις μάλιστα παρά του Κρόνου και δι' αυτού και Ουρανού τε και θαλάσσης αφρού γεννάται και αναβέβρυχεν τριττήι ισχύι, και Τηθύος και Ωκεανού ζεύγμα το πρώτον ηγείται και εμφαίνεται ειδάλιμον Κόσμου κάλλος. Όθεν το κατά το λεγόμενον «συνέβη ποτέ» και ετεύξατο Χρόνου γεννήματα. Εν Χρόνωι τοίνυν γε και Κύπρις διατάσσει και δυνατόν ούτως δη εφάνη το περατούσθαι και αστραβαλίζειν τον Κόσμον ει και ατελεύτητος εστι.

Χρόνος άρα ου τοις πάσι χρώμενος και μετερχόμενος τηι οικεία αυτού βουλήσει λογιζόμενον αληθώς έχον , αλλά τηι Αδραστείαι και τωι Νόμωι και Έρωι και Κύπρει και τηι απάντων όλως διαμοιβήι πειθόμενος.

Άμα δε τον Κόσμον τηι τάξει των Ωρών πεποιημένον οίεται είναι και την των πραγμάτων σχέσιν δεσμόν του κοινού Λόγου ώσπερ τεχθέντα. Και εκείνα τούτωι αρμόζει, ταύτ' άρα και Λόγον  ταυτόν είναι δεικνύεται, δια τωι συνείναι και συγγίγνεσθαι παντοία τε και Λόγον επ' αμφοτέροις τε και εκάτερον εκατέρωι φίλιον. Και ήν τούτο τέλειόν τι και ουκ αλλάσσεται και δια παντός τεταγμένον του υπάρχειν και την του Κόσμου Αρμονίαν διέπει.

Λόγος δε ο των πραγμάτων κοινός αριθμός και εν αυτοίς και προς αλλήλοις ων και κρατών καθ΄υπερβασίαν θεωρούμενος ως έστι.

Τρόπωι δε και μεγέθει των όντων έκαστον τωι του εαυτού χρόνωι χρήται, αυτοίς γαρ μιν το οικείον αυτού μέτρον ούτω πεποίηται. Ως δ' εκ του μέτρου τούτου, του τωι κοινώι αριθμώι μετέχοντος και εμφορουμένου εν εαυτώι, το πράγμα πάρεστι και εκφαίνεται φερόμενον και συμβεβλημένον τωι του Κόσμου Ρυθμώι. Ρυθμός δε λέξοιται αν το των μέτρων σύνολον και ξυμφωνίη πλέον δε τούτων και το άρρητον και ανέπαφον ως εν ταις πρωτίσταις αιτίαις ανήκον και αναγόμενον αυτών μέρος και των ιερών τοις απωτάτοις ξυμφερόμενον και λαμβανόμενον ως παν τι ουσίαι περιέχον.

Το δε των όντων έκαστον μέτρωι και Ρυθμώι εν τωι ατμήτωι κατά φύσιν Χρόνωι περιέχεται, τον τε και αντικείμενον λέξοιμεν αν.

Πολλά μιν ουν θεωρείν περί του Χρόνου χωρεί τινί, του δι' απάντων δηλουμένου και απάντων πλεονάζοντος και εκ πάντων κρυπτομένου και φεύγοντος.

Το δε μέτρον και ο Ρυθμός ουκ εμφαίνει ποιόν αλλά ποσόν αληθείας. Περί δε του ποιού ουκ έξεστι τα' ακριβές φάναι τινί των ανθρώπων ει δέηται τας της νοήσεως απορίας περί των απωτάτων και υπάτων του γίγνεσθαι αιτίων.

Ει και ψυχήν ονομάζομέν τι το κοινόν ον  και τα πάντα καθόλου και καθ' έκαστον κινήσει και ζωήι κρατούν και τούτο πάσι κρατούμενον και ενεργείαι κινούμενον τοις ούσι, ου μην αλλ'  ουκ έστι τούτο ή τι το συντεθειμένον εκ του ενός πλειόνων στοιχείων, ταύτα δ' εισίν ομοειδή των τηι των πραγμάτων θεμελίωι φύσει και γε τισι μορίοις ταύτης  όμοιον αυτήι τηι των σωμάτων.

Και έστιν αθάνατον ως και λογίζεται και αληθές αν είη το άμβροτον του πυρήνος ταύτης ως και οι παλαιοί έφησαν των φιλοσόφων και  θεολογούντων. Έστιν μεν δη τούτο και  αίτιον και νόμων εμητίσατο τους πρώτους του Κόσμου σκευής αλλά και των άλλων εστι αιτίων παράστασις και υπόδειξίς τε και κατηγορία.

Δια ταύτα και εν ως ακριβές φήσομεν είναι, ότι τα των αιτίων άκρατα και πόρρωι ευρισκόμενα μόνα την εαυτών φύσιν  γιγνώσκουσι, και εν αυτοίς ψυχή, η πλείοσιν  αλλοίων συσταθείσα.

Ει δη ουκ έστιν ψυχρόν τι ή και μάταιον το τον Χρόνον άνακτα και ανάκτορον τοις Θεοίς καλείσθαι, ομοίως ειπείν αψευδές και το αυτόν κοινόν είναι και τοις εσχάτοις έτι μορίοις, ώσπερ και η ψυχή, ότι το κινείσθαι και κινείν αναγκαίον μεν έστι τοις ούσι, ίδιον δε μιν και χρόνου και ψυχής.

Αλλ' άπορον το τον χρόνον ως οικείον τι γνώναι βροτοίς, αδύνατον μάλιστ' αν δόξοι το τοιούτον  επεί τοις πολλοίς λόγοις την σοφίαν απόλλυνται.

Σοφία γαρ έστι το του Χρόνου δίκαιον και δυνατόν, το τε των αυτού κατηγορημάτων εξοχώτατον. Αύτη δ' ουν ως και Χρόνος εν ωι ναίει και ου ένεκεν δρα, δεσπότις γέγονεν · και ουκ έστι μηχανή του επίστασθαι και του αποδείξαι τα εαυτής, ει μη και του Έρωτος και της φροντίδος σχάσεως μεταλαμβάνειν τινά ως και του εξίστασθαι προς τοις αλλοτρίοις και του καταλίπειν εαυτόν και διαλαμβάνειν τα αλλότρια  όκωσπερ τα οικεία.

Έτι μεν ουν και τούτο δέον λεχθήναι, ότι δια  Σοφίας και των του Χρόνου ποιημάτων εκφαίνεται οίαπερ αν ειη η έκμετρος και ατελής φύσις· αλλά μιν  και εν τοις τελείοις και εν τοις ελαχίστοις δήλη εστίν η έκλυσις.

Σοφία ουν δη εμφαίνεται των νοητών ούσα το έμπεδον δια του Χρόνου το αείρροον, αόριστον τε και αόρατον. Αίολος γαρ και πάνυ άμα πάντεχνος τοις πάσι και τωι μηδενί ομού αιτία και βεβαίωσις εστι. Του χρόνου μεν δη ομοία  δια την όρεξιν του τα πάντα νέμεσθαι και τοις πάσι  το τε παν  τωι ενί το  τε εν τωι παντί άγειν και μορφούσθαι τα κεχωρισμένα και χωρίζεσθαι τα μεμορφωθέντα ου μην αλλά και ηγεμών αυτού ίσταται εν τωι δεικνύναι τούτωι, φέρειν δ' αυτόν εν τοις των εκάστων και των καθόλου πόνοις.

Δι' ο και ορθώς Ηράκλειτος ο Εφέσιος λέγει ότι Σοφία απάντων κεχωρισμένη εστί· και ουκ έστι το ειδέναι αυτήν χωρίς του θεωρείν επί ταυτόν και το έτερον, ως και το τωι αλλοτρίωι τωι οικείωι αφίκεσθαι ηγούμενον δίκαιον είναι και αψευδές.

Διόπερ και ουκ έστι διάφορον τι εν τωι απείρωι τε και ανάρχωι Χρόνωι, εξαιρουμένου του της Σοφίας μέτρου  και, τηι φρονήσει χάριτι, του τρόπου τε και του μεγέθους και του είδους των εμφαινομένων όντων.

ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ

Η Εμπειρία, η σκέψη και η γλώσσα βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπιδραστικότητα. Αποδίδοντας την καθολική σχέση: θέση-αντίθεση-σύνθεση, στον ανθρώπινο τρόπο αναλογεί η σχέση: ψυχή<->πνεύμα<->λόγος ή /και: ύλη, πνεύμα, πράξη. Η σχέση αυτή διέπει τη στάση και τον τρόπο ζωής τόσο κάθε μεμονωμένου ατόμου/προσώπου, όσο και τη στάση και τρόπο ζωής λαών και Εθνών.

Ο Χέγκελ[1] στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» λέγει το εξής: Κατά περιόδους το πνεύμα ενός Έθνους διεκδικεί την Οικουμένη, εγκαθίσταται σ' αυτήν και καθορίζει το ιστορικό γίγνεσθαι. Μάλιστα ο Χέγκελ διακρίνει, καθορίζει ρητώς, κάποιες τέτοιες περιόδους πνευματικής επικυριαρχίας. Αναφέρει ότι πρώτα ήσαν οι Έλληνες, ύστερα οι Ρωμαίοι, ύστερα οι Εβραίοι. Τα ενεργήματα που απαριθμεί ο Χέγκελ ως αίτια και αποτελέσματα της πνευματικής- περιοδικής, πάντως, όσο και παροδικής, αφού αναφέρεται στην εξ ορισμού «ρευστή» ιστορία «ολοποίησης» του πλανήτη, δίνουν στη διαπίστωσή του τη δυνατότητα να φανεί πειστική. Υπάρχει όμως και μια παραπέρα μεγάλη έκταση προβληματισμού πάνω σ' αυτό το θέμα. Από εκεί μπορεί π.χ. να προκύψει η ερώτηση: «Ποιού λαού η σκέψη και η πρακτική αρμόζει στην θεμελιακή ανθρώπινη φύση, στην άχρονη ουσία αυτού του όντος;». Η απάντηση όπως προαλείφεται όχι μόνον από τον βαθμό (ποσόν) του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, όσο από την ισχύ της πανανθρώπινης επιδοκιμασίας, θα είναι: «των Ελλήνων». Αυτή η ερώτηση και η απάντηση υποδεικνύονται ισχυρές και αληθείς από την ίδια την αδιάπτωτη επίδραση της Ελληνικής σκέψης και των Ελληνικών προτύπων, γενικά και διαχρονικά. 

Μένει λοιπόν ως σταθερά ο διδόμενος λόγος, πως η ελληνική στάση απέναντι στα πράγματα, η ελληνική δράση απέναντι στα πράγματα είναι οικουμενικής εμβέλειας. Θα μπορούσε να δώσει τη λύση και τη διέξοδο σε όλον τον κόσμο. Όχι απαλλοτριώνοντας τις ιδιομορφίες, αντίθετα ενθαρρύνοντάς τες. Μάλιστα, είναι η μόνη στάση ζωής που αδυνατεί να απαλλοτριώσει τη διαφορά. Πράγματι, κοιτάζοντας και μόνο την Ελλάδα, έστω στον χάρτη, βλέπομε ότι είναι ένας τόπος ποικιλότροπος, ένας τόπος ποικιλομορφίας. Τούτο δεν περιορίζεται στον φυσικό τομέα μόνο, αλλά και στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στην ανθρώπινη έκφραση. Είναι λοιπόν μία ζώσα επαλήθευση του θεμελιώδους αξιώματος ότι το Εν είναι πολλά έως το άπειρο, και τα πολλά ένα. Κι ακόμη ότι, για να έχουμε θέση, πρέπει να έχει προηγηθεί η σύγκρουση, ως σύνθεση ή σύγκραση αντιθέτων όρων, ή ως αναγκαίος, εναρκτήριος όρος αναδύσεως μιας νέας αξίας, ή σειράς νέων αξιών, εμπραγμάτων ή ηθικών ή πνευματικών ή κοινωνικών. Είναι πολύ περισσότερο από σημαντική, άλλωστε, η Ελληνική αναγωγή της διαφοράς, αλλά και της τάσεως προς διαφοροποίηση, μιας φαινομένης ή θεωρουμένης ταυτότητας, η δυναμική, δηλαδή, της ετερότητας είτε ως στάση, είτε ως ροπή στο επίπεδο του Θείου και του Ιερού.

Τούτο αποτελεί ένα θεμελιώδες αξίωμα της ελληνικής θεολογίας με πολλές μάλιστα θεωρητικές και πρακτικές προεκτάσεις/συνέπειες.

Καθώς μάλιστα η ετερότητα αναφέρεται στα Ιερά Λόγια, δηλαδή, στην επίσημη θεολογία των Ελλήνων, ως ένα από τα απόλυτα κατηγορήματα της Υπερτάτης Αρχής, του Αρρήτου Ενός[2], η σημασία της επιτείνεται σε απόλυτο επίσης, αξιακό υποδειγμαγματικό βαθμό. Η ανθρώπινη θεωρία του θείου ως πνευματική θέα αλλά και ως θεώρηση, εκτίμηση υποθετική, αλλά με υπόστρωμα τη βεβαιότητα που υποβάλλει η ευλάβεια - μαζί, πάντως, με τη λογική μέθοδο της «αοιδίμου Διαλεκτικής»[3] στην ανάλογη θεωρία των Ελλήνων - είναι ο ισχυρότερος παράγοντας από όσους διαμόρφωναν την συμπεριφορά και την όλη πράξη των αρχαίων, τουλάχιστον λαών. Ήταν με λίγα λόγια, η προσπάθεια των ανθρώπων να αποδείξουν - και ως ένα βαθμό να αναπαράξουν- την Αλήθεια με την μίμηση όπως την ορίζει ο Αριστοτέλης: «έξις μετά λόγου αληθούς ποιητική» (Ποιητική). Ώστε βλέποντας τον πολιτισμό ενός λαού ως μόρφωμα, συμπεραίνουμε και για την αντίληψή του - τη θεωρία του - ως προς το θείο.

Βλέπομε λοιπόν ότι η Ελληνική σκέψη, ακόμη και υποσυνείδητα- αν και αυτή η υπόθεση είναι λογικά και πραγματικά περιττή - προέρχεται από, και κατευθύνει σε μια, έντονα χαρακτηριστική, χάρη στην σαφήνεια, την κομψότητα αλλά και την ευρύτητά της, θέα και πρακτική, ιστορική, κοινωνική, προσωπική.

Και η απόδοση της ετερότητος, ονομαζόμενης μάλιστα «θείας αρχής», η βεβαίωση πως η διαφορά υφίστατο και στο νοητό και οριακά απλό Εν- το οποίο ένας χονδροειδής εγκέφαλος θα μπορούσε να συλλάβει σαν μια απόλυτη ομοιομορφία, είναι θεμέλιο και επιστέγασμα μιας δομής ανεξάντλητης στην εξελιξιμότητα και στα επίπεδα ανάπτυξής της.

Η Ελληνική σκέψη είναι που αποδεικνύει ότι από ένα αίτιο μπορούμε να έχουμε πολλά ισότιμα, αν όχι ισοδύναμα, αποτελέσματα· ότι το ένα δεν είναι ποτέ ένα, και ούτω καθ' εξής. Ότι, μάλιστα, το αποτέλεσμα συχνά προηγείται της αιτίας. Τα πάντα λοιπόν, και οι πιο ρηξικέλευθες κατοπινές και οι σύγχρονές μας ιδέες έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα. Κι αυτό δεν είναι υπερβολή. Ίσως επειδή η σκέψη σαν βλέμμα που ατενίζει τα φαινόμενα τοξεύοντας το άπειρο - άνω και κάτω - δεν ήταν «υπόθεση του εγκεφάλου» μόνον, αλλά ισότονος συγχρονισμός του ανθρώπου ως όλου που δεν έπασχε από τη νόσο της αλαζονείας· τουναντίον, ανεγνώριζε πως, αν και «όλον» ο ίδιος ήταν μέρος - μέλος αυτού που ατένιζε: του απείρου και πολλών ενδιαμέσων «όλων».

Η Ορφική Θεολογία δεν συνταυτίζεται με τη Φιλοσοφία αλλά είναι και Φιλοσοφία ενώ περιλαμβάνει και κάθε επιστήμη, πολύ ευδιάκριτα δε την Φυσική δια της οποίας οδηγείται στην Μεταφυσική (καθ' ημάς) , από την οποία, άλλωστε και εκκινεί. Πρόκειται για μια εναντιόδρομη συνάφεια. Όλα αυτά δεν διαχωρίζονται ως προς την τάξη: είναι της αυτής τάξεως αντικείμενα, του αυτού επιπέδου. Το ένα σε παραγωγική αντιστοιχία με το άλλο αν, όπως γίνεται στην Ορφική Θεολογία, τεθούν σε μια συστημική σύνθεση. 

Η συστημική αυτή, προφανώς συμφωνεί με το άπειρο σε πλήθος στοιχείων και σχέσεων, άπειρο και στην ανοιχτότητά του, Φυσικό Είναι από το στάδιο εκείνο που αυτό ήταν δυνατότητα υψηλού βαθμού αβεβαιότητας, μάλιστα. Και επιβεβαιώνει ότι η αρχαία σκέψη η οποία αναδεικνύεται θεμελιώδης και δεσπόζουσα στη Θεολογία που προσεκόμισε ο Ορφεύς σε ένα ευρύτερο από τις βασιλικές αυλές κοινό εξάγοντάς την από τους βασιλικούς οίκους, διαθέτει και έχει μια πραγματικά επιστημονική μέθοδο προσεγγίσεως των πραγμάτων. Και οπωσδήποτε η Επιστήμη δεν είναι πρακτικής υφής ή μέσον. Δεν είναι η Τεχνολογία- η δεύτερη είναι μια από τις χρηστικές συνέπειες των εφηρμοσμένων , κυρίως, πρακτικών επιστημών. Αυτές δεν θεωρούνται ούτε είναι οι επιφανέστερες επιστήμες, αλλά, αντιθέτως, οι μόλις εσχάτως παραγκωνισμένες, θεωρητικές ή ανθρωπιστικές λεγόμενες επιστήμες εκτιμώνται ως ο ανθός τους. Δεν είναι η τεχνολογία η Επιστήμη, τα εργαλεία ούτε τα μηχανήματα. Μπορεί να χρησιμοποιεί η Επιστήμη όλα αυτά -εάν και όπου και όσο πρέπει- μπορεί όμως και να μην τα χρησιμοποιεί. Αλλά οπωσδήποτε το μέσον, αν και επηρεάζει το μήνυμα, δεν ταυτίζεται προς αυτό, αν και είναι συνεκδοχή και ή και προέκταμα το ένα του άλλου. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άπειρη , στοχαστική πορεία που αποτελεί την Επιστήμη, την όποια ιχνηλασία της αλήθειας: πνευματικής, διανοητικής βιωματικής. Εάν έχουμε πιθανόν κάποιοι συνηθίσει να καταναλώνουμε ως προϊόν «one use» το όλο γνωστικό σώμα στο οποίο ανήκει η αναφορά, είναι άλλο θέμα. Πάντως η αλήθεια έχει ανάγκη από συνέχεια και συνέπεια ( έκφρασή μου παληά πλέον, που χρησιμοποιούν με άλλη νοηματοδοσία πολλοί και διάφοροι...).


[1] Hegel (ελλ. και Έγελος). Γερμανός Φιλόσοφος (1770-1831) . Θεωρεί την Φιλοσοφία ως μέσον εκφράσεως της σημασίας της ανθρώπινης ζωής. Αναπτύσσει δική του τεχνική εκφράσεως: την φαινομενολογική τεχνική (φαινομενολογία) η οποία έγκειται στο να ταυτίζει την φιλοσοφική νόηση με την εξέλιξη της πραγματικής συνειδήσεως περιγράφοντας την εξέλιξη της φυσικής συνειδήσεως από την πηγαία φυσική-αισθητή ζωή μέχρι την «απόλυτη γνώση».

[2] Ορφική Θεολογία· Συλλ. Otto kern, απ. Β' 43, τ. 1ος (Δαμασκίου «Περί πρώτων Αρχών» 192).

[3] Ζήνων ο Ελεάτης. Επίσης:Πλάτων (Παρμενίδης): «Διαλεκτική.....σωτηρία της ψυχής» και Διογένης Λαέρτιος VII «αυτήν δε την διαλεκτικήν αναγκαίαν είναι και αρετήν εν είδει παρέχουσαν αρετάς»

Θησέας - Ο Ήρωας της Αθήνας και οι άθλοι του

Ο Θησέας είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Αθήνας, κατέχοντας την αντίστοιχη θέση στους Ίωνες που έχει ο Ηρακλής στους Δωριείς, μολονότι μια γενιά νεότερος. Μητέρα του είναι η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας και πατέρας του ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών.
 
Ο Αιγέας μετά από δύο άγονους γάμους με τη Μήτα και τη Χαλκιόπη ζήτησε τη βοήθεια του Μαντείου των Δελφών, αναφορικά με το τι έπρεπε να κάνει. Το Μαντείο του έδωσε ένα άσχετο και ακαταλαβίστικο χρησμό: «Μην ανοίξεις το ασκί του κρασιού σου πριν φτάσεις στην Αθήνα». Ο Αιγέας, μη κατανοώντας το νόημα του χρησμού, ταξιδεύοντας πίσω στην Αθήνα πέρασε και από την Τροιζήνα, στην οποία βασίλευε ο σοφός Πιτθέας, με σκοπό να ζητήσει τη συμβουλή του.
 
Ο Πιτθέας κατάλαβε αμέσως το χρησμό (να μην μεθύσει πριν φτάσει στην Αθήνα), αλλά ήθελε πάση θυσία να τον ζευγαρώσει με την κόρη του, Αίθρα.
 
Έτσι, ο σοφός βασιλιάς διοργάνωσε μεγάλο συμπόσιο προς τιμήν του Αιγέα, στον οποίο προσέφερε μεγάλη ποσότητα κρασιού. Ο Αιγέας μέθυσε, με αποτέλεσμα να περάσει τη νύχτα με την Αίθρα. Το επόμενο πρωί, καταλαβαίνοντας τι είχε γίνει, ανακοίνωσε στην Αίθρα ότι θα έπρεπε να επιστρέψει μόνος στην Αθήνα και να μην μάθει κανείς ότι θα είχε απόγονο, γιατί οι Παλλαντίδες, οι 50 γιοι του αδελφού του, Πάλλαντα, διεκδικούσαν το θρόνο του.
 
 Επιπλέον, άφησε παρακαταθήκη στο γιο του το ξίφος του και τα σαντάλια του, τα οποία τοποθέτησε κάτω από μια μεγάλη πέτρα, δίνοντας οδηγίες στην Αίθρα να τον οδηγήσει στο μέρος αυτό όταν θα ήταν αρκετά δυνατός να σηκώσει την πέτρα, να αναλάβει και να πάει στην Αθήνα, σε αναζήτηση του πατέρα του.
 
Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Θησέας, που μεγάλωσε στην Τροιζήνα, μαζί με τη μητέρα του και τον παππού του. Μεγαλώνοντας, έγινε ένας όμορφος και δυνατός νέος. 
 
Ένα από τα πρώτα του κατορθώματα ήταν να αρπάξει τον τρομερό ταύρο που είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη: ο ταύρος, που βρισκόταν κοντά στο Μαραθώνα, προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή και έτσι ο Θησέας τον αιχμαλώτισε με αλυσίδες και τον προσέφερε θυσία στο Δελφίνιο Απόλλωνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θησέας δεν δέχτηκε να του κόψουν όλα του τα μαλλιά, όπως συνηθιζόταν, αλλά μόνο τις μπούκλες γύρω από το μέτωπό του. Το κούρεμα αυτό έγινε αργότερα της μόδας, γνωστό ως «θησεία κόμη».
 
Λέγεται πως μια μέρα πριν ο Θησέας συλλάβει τον ταύρο έβρεχε βαριά και ζήτησε φιλοξενία σε ένα από τα σπίτια της περιοχής. Η γριά που τον φιλοξένησε ονομαζόταν Εκάλη και επειδή είχε πεθάνει λίγο μετά που έφυγε, όταν έγινε βασιλιάς στην Αθήνα έδωσε το όνομά της σε ένα χωριουδάκι της Αττικής, τη σημερινή Εκάλη, που είναι κτισμένα τα εξοχικά των πλούσιων Ελλήνων. Λίγο πριν, όταν ο Θησέας ήταν 7 ακόμη χρονών, επισκέφθηκε την Τροιζήνα ο Ηρακλής.
 
Ο Θησέας έπαιζε με άλλα παιδιά στα Προπύλαια, όταν φανερώθηκε ο Ηρακλής με την τρομερή του λεοντή από το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας· ενώ όλα τα παιδιά σκορπίστηκαν από το φόβο τους, ο Θησέας, νομίζοντας - όπως και τα άλλα παιδιά - πως η λεοντή ήταν πραγματικό λιοντάρι, άρπαξε ένα τσεκούρι και όρμησε να το σκοτώσει, ξαφνιάζοντας τον Ηρακλή.
 
Όταν έγινε 16 χρονών, ο Θησέας οδηγήθηκε από τη μητέρα του στο χώρο που είχε αφήσει ο πατέρας του το ξίφος και τα σαντάλια του. Με ευκολία ανασήκωσε την πέτρα, ανάλαβε και, αφού του αποκαλύφθηκε η πατρότητά του, αποφάσισε να τραβήξει για την Αθήνα, σε αναζήτηση του Αιγέα. Μάταια ο Πιτθέας και η Αίθρα τον παρακαλούσαν να χρησιμοποιήσει τη θάλασσα: ο Θησέας ήθελε να πάει μέσω της στεριάς, που ήταν γεμάτη από ληστές και τέρατα, για να κατορθώσει τους νικήσει και να καθιερώσει το όνομά του σαν ήρωας, όπως ο Ηρακλής, που τόσο ζήλευε.
 
Έτσι και έγινε. Για τους άθλους και τις περιπέτειές του δείτε παρακάτω. Αποτέλεσμα όλων αυτών των κατορθωμάτων του Θησέα ήταν η φήμη του να προηγηθεί της άφιξής του στην Αθήνα. Την ίδια εποχή ο Αιγέας νυμφεύτηκε τη Μήδεια, μια μάγισσα που αναφέραμε σε προηγούμενό μας άρθρο, κόρη του βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας. Η Μήδεια γνώριζε την ταυτότητα του Θησέα, την οποία όμως αγνοούσε ο Αιγέας. Έτσι, η Μήδεια τρομοκρατούσε τον Αιγέα αναφορικά με την άφιξη του Θησέα, λέγοντάς του ότι θα ερχόταν για να καταλάβει το βασίλειό του, αποφεύγοντας να του αποκαλύψει ότι ήταν ο ίδιος του ο γιος. Έτσι, τον έπεισε να σκοτώσει το Θησέα, όταν αυτός θα ερχόταν στην πόλη του. 
 
Ο Αιγέας υποδέχτηκε με τιμές το νέο, του οποίου η ρώμη και το κάλλος είχαν αποχτήσει ήδη μυθικές διαστάσεις και διοργάνωσε προς τιμήν του συμπόσιο, στο οποίο του προσέφερε ένα κύπελλο με δηλητήριο, στη θέση του κρασιού. Την ώρα που ο Θησέας σήκωσε το σπαθί του για να κόψει ένα κομμάτι από το θυσιασμένο ζώο, ο πατέρας του αναγνώρισε το ξίφος και, σχεδόν αμέσως, τα σαντάλια του.
 
Έτσι, δευτερόλεπτα πριν ο Θησέας αρχίσει να πίνει το δηλητήριο, όρμησε πάνω του, άρπαξε το κύπελλο από τα χέρια του, έχυσε το περιεχόμενό του σε μια γλάστρα και του εξήγησε ότι ήταν ο πατέρας του. Ύστερα, θέλοντας να τιμωρήσει τη Μήδεια, που τον είχε ξεγελάσει, την εξόρισε στην πατρίδα της και κάλεσε το λαό των Αθηνών να υποδεχτεί τον ρωμαλέο νέο. Το γεγονός αυτό θορύβησε τους γιους του Πάλλαντα, που χωρίστηκαν σε δύο ομάδες (μια πήγε στην Αθήνα φανερά και μια κρυφά), με σκοπό να δολοφονήσουν το Θησέα.
 
Ο Θησέας είχε πληροφορηθεί για τις κινήσεις τους και ξαφνιάζοντας τους υπό κάλυψη εξαδέλφους του τους σκότωσε, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και διέφυγαν. Στη δίκη που επακολούθησε, ο Θησέας αθωώθηκε λόγω του κείμενου δικαίου.
Λέγεται μάλιστα πως για πρώτη φορά κάποιος που σκότωσε συγγενείς και δικάστηκε αθωώθηκε.
 
 
Οι άθλοι του Θησέα 
Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Θησέας επέλεξε να πάρει το δρόμο της στεριάς για να φτάσει στην Αθήνα, παρά τις προτροπές του Πιτθέα και της Αίθρας, καθώς η στεριά ήταν γεμάτη από τέρατα και ληστές. Και πράγματι, ο Θησέας αντιμετώπισε επιτυχώς τόσες πολλές προκλήσεις, που δίκαια θα λέγαμε ότι κατέχει αντίστοιχη θέση με τον Ηρακλή, που τόσο ζήλευε. Σε αυτό το μέρος του άρθρου, θα δούμε τους άθλους που επιτέλεσε ο Θησέας στη διαδρομή του από την Τροιζήνα προς την Αθήνα.
Ο πρώτος ληστής που αντιμετώπισε ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ήφαιστου, που δρούσε στο βουνό Αραχναίο, κοντά στην Επίδαυρο. Έστηνε καρτέρι στους περαστικούς και τους σκότωνε με ένα μεγάλο μεταλλικό ρόπαλο, γι’ αυτό ονομαζόταν και Κορυνήτης, από την «κορύνη», που στα Αρχαία Ελληνικά σήμαινε «ρόπαλο». Ο Θησέας πάλεψε μαζί του, τον νίκησε, τον σκότωσε και κράτησε το ρόπαλο για τον εαυτό του.
Αμέσως μετά οι Κενχρεαί, κοντά στον Ισθμό, ήταν η πατρίδα του Σίνη του Πιτυοκάμπτη (πευκο-τανάλιας). Όπως λέει και το όνομά του, ο γιος του Ποσειδώνα σκότωνε τους περαστικούς με τον εξής σκληρό τρόπο: Κατέβαζε κάτω δύο παράλληλους γειτονικούς πεύκους, στους οποίους έδενε τους περαστικούς. Μόλις τους έδενε σφικτά, άφηνε τα πευκόδεντρα να επιστρέψουν στην αρχική οριζόντιά τους θέση, με αποτέλεσμα να τεντώνουν βίαια και να διαμελίζουν το άτυχο θύμα από τη μέση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο Θησέας σκότωσε τον άκαρδο ληστή.
 
Αφού πέρασε από την Κόρινθο, έφτασε στον Κρομμύωνα, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων, όπου με ακόντια και ξίφη σκότωσε μια αγριογουρούνα, τη Φαιά, κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, που προκαλούσε φοβερές ζημιές στην περιοχή. Η Φαιά ήταν μητέρα του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου κάπρου.
Την επόμενή του στάση - και, ίσως, την πιο επικίνδυνη - την έκανε στις «Σκιρωνίδες Πέτρες», εκεί που βρίσκεται σήμερα η Κακιά Σκάλα, κοντά στα Μέγαρα. Εκεί, τον δρόμο αποτελούσε ένα θεόστενο μονοπατάκι, κατασκευασμένο ίσα να χωρεί μόνο ένα ταξιδιώτη. Τέλος πάντων, από την μια πλευρά υπήρχαν οι ορμητικές κλίσεις των βουνών, ενώ από την άλλη υπήρχε μια άγονη και αφιλόξενη παραλία.
 
Τα βουνά κυριαρχούσε ο Σκίρωνας, γιος του Κορίνθου και εγγονός του Πέλοπα, που υποχρέωνε τους περαστικούς να σκύψουν να του πλύνουν τα πόδια. Μόλις κόντευαν να τελειώσουν, τους έδινε μια κλωτσιά και έπεφταν στην παραλία, την οποία κυρίευε μια τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, που καταβρόχθιζε με μανία τους περαστικούς που της έριχνε ο Σκίρωνας. Ο Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ίδιο νόμισμα, ενώ αργότερα κατέβηκε στην παραλία και σκότωσε τη χελώνα. Το καβούκι της το έκανε ασπίδα.
Στην Ελευσίνα, ο Θησέας κατόρθωσε να νικήσει τον Κερκύονα, γιο του Ποσειδώνα και άριστο πυγμάχο, ο οποίος προκαλούσε τους διαβάτες σε μάχη μέχρι θανάτου (mortal combat που λέμε). Ο Θησέας τον σήκωσε ψηλά και τον προσεδάφισε με τόση δύναμη, που σκοτώθηκε από τη σύγκρουση. 
 
Τέλος, η τελευταία πρόκληση για το Θησέα στο δρόμο του ήταν η συνάντησή του με το ληστή Προκρούστη, επίσης γιο του Ποσειδώνα. Ο Προκρούστης είχε τη βάση του στην Ιερά Οδό, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δαφνί στον Κάτω Κηφισό, ενώ, όπως και άλλοι ληστές, είχε και διάφορα ψευδώνυμα, όπως Δαμάστης ή Πολυπήμονας. Προσφερόταν να παράσχει φιλοξενία στους περαστικούς, αλλά τους υποχρέωνε να ξαπλώσουν σε ειδικό κρεβάτι που είχε: τους ψηλούς τους έβαζε σε ένα μικρό κρεβάτι, ενώ τους κοντούς σε ένα μεγάλο. Από τους μεν ψηλούς έκοβε το εξέχον άκρο, τους δε κοντούς τους υπέβαλλε στην πιο κάτω δοκιμασία: τους έδενε με λουριά και τους τέντωνε μέχρι να φτάσουν το απαιτούμενο μήκος. Και στις δύο περιπτώσεις, αφού ολοκλήρωνε τα βασανιστήριά του, τους σκότωνε και καρπούταν τα τιμαλφή τους.Ο Θησέας δεν υπέστη τη δοκιμασία και σκότωσε τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε τα θύματά του. (φώτο:Ο Θησέας σκοτώνει τον Προκρούστη-Αττικό αγγειο 380 π.Χ.)
 
Μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες έφτασε στην Αθήνα, για να συναντήσει τον πατέρα του μέσα από διάφορες δυσκολίες. Η φήμη του και το κάλλος του έγιναν τόσο μεγάλες, που απέκτησαν μυθικές διαστάσεις...