Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Ερινύες


Οι Ερινύες στην Ελληνική μυθολογία ήταν μυθικές χθόνιες θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσική και... ηθικής τάξης των πραγμάτων.
Επίσης είναι γνωστές και ως Ευμενίδες, δίνοντάς έτσι το όνομά τους στην τρίτη τραγωδία της τριλογίας Oρέστειας του Αισχύλου. Στη συγκεκριμένη τραγωδία, κατατρέχουν τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, για το φόνο της μητέρας του.

Λέγεται κατά μεν τον Ησίοδο ότι οι Ερινύες γεννήθηκαν από.. το αίμα του Ουρανού, προκειμένου να εκδικηθεί ο ίδιος τον ευνουχισμό του από τον ίδιο του το γιο τον Κρόνο, κατά δε τον Αισχύλο ότι αυτές ήταν κόρες της Νύκτας και κατά τον Σοφοκλή κόρες της Γης και του Σκότους, ενώ ακολουθούν και άλλες γνώμες.
Ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής, ο Όμηρος δεν γνωρίζει αριθμό αυτών, ο Αισχύλος εισάγει ολόκληρο χορό Ερινύων, αντίθετα ο Ευριπίδης σ΄ ένα δράμα του αναφέρει τρεις, με ονόματα που έδωσαν μεταγενέστεροι όπως ο Βιργίλιος που επίσης αναγνωρίζει τρεις: την Αληκτώ (ανθρωπομορφισμός της οργής και μανίας), την Μέγαιρα (ανθρωπομορφισμός του μίσους και του φθόνου) και την Τισιφόνη (ανθρωπομορφισμός της εκδίκησης φόνου).
Αληκτώ
Η Αληκτώ (Αρχαία Ελληνικά: Αληκτώ) είναι μία από τις Ερινύες στην ελληνική μυθολογία. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν η κόρη της Γαίας που φύτρωσε από το αίμα που χύθηκε από τον Ουρανό όταν ο Κρόνος τον ευνούχισε. Είναι αδελφή της Τισιφόνης και της Μέγαιρας.
Η Αληκτώ είναι η Ερινύα με την αποστολή της τιμωρίας των ηθικών εγκλημάτων (όπως ο θυμός), ειδικά αν στρέφονται εναντίον άλλων ανθρώπων. Η εξουσία της είναι παρόμοια με της Νέμεσης, με τη διαφορά ότι η εξουσία της τελευταίας είναι να τιμωρεί εγκλήματα εναντίον των θεών.
Η Αληκτώ αναφέρεται στην Αινειάδα του Βιργιλίου, και επίσης στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (Κόλαση) ως μία από τις τρεις Ερινύες. Ο αστεροειδής 465 Αληκτώ (Alekto), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από την Ερινύα αυτή.
Μέγαιρα
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Μέγαιρα (δεν πρέπει να συγχέεται με τη Μεγάρα) είναι γνωστή η μία από τις Ερινύες, τις θεότητες που προσωποποιούσαν τις τύψεις, στην παράδοση κατά την οποία αυτές είναι τρεις, όπως για παράδειγμα στον Ευριπίδη.
Η Μέγαιρα αναφέρεται δηλαδή μαζί με την Αληκτώ και την Τισιφόνη. Ειδικότερα η Μέγαιρα συνδέεται με τη ζήλεια-φθόνο (από την ετυμολογία της λέξεως) και τιμωρούσε ιδιαίτερα τη συζυγική απιστία.
Στη νεότερη εποχή η λέξη «μέγαιρα» κατέληξε να σημαίνει κάθε απαίσια και αδυσώπητη γυναίκα, τόσο στη νεοελληνική, όσο και σε άλλες γλώσσες: Στη σύγχρονη γαλλική (mégère) και πορτογαλική (megera) γλώσσα υποδηλώνει μια αντιπαθητική, φθονερή ή αξιοπεριφρόνητη γυναίκα, ενώ η ιταλική λέξη megera σημαίνει μια κακιά και/ή άσχημη γυναίκα.
Τισιφόνη
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Τισιφόνη είναι γνωστά τα παρακάτω δύο διαφορετικά πρόσωπα:
1. Μία από τις Ερινύες, που γεννήθηκε από το αίμα του Ουρανού που χύθηκε στους κόλπους της Γης κατά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Η Τισιφόνη, όπως υπονοεί και το όνομά της, πιστευόταν ότι δρούσε ως τιμωρός των δολοφόνων. Σύμφωνα με ένα μύθο, η Τισιφόνη ερωτεύθηκε τον Κιθαιρώνα, αλλά προκάλεσε τον θάνατό του από δάγκωμα ενός από τα φίδια που είχε αντί μαλλιών στο κεφάλι της. Στην Αινειάδα του Βιργιλίου η Τισιφόνη είναι η θηριώδης και σκληρή φρουρός των πυλών των Ταρτάρων.
2. Θυγατέρα του Αλκμαίωνα και της Μαντούς. Ο Αλκμαίων άφησε κατά λάθος τη μικρή Τισιφόνη και τον αδελφό της Αμφίλοχο στον Κρέοντα. Η σύζυγος του Κρέοντα Ευρυδίκη πούλησε τότε την Τισιφόνη ως δούλη, ζηλεύοντας την ομορφιά της. Δεν αντιλήφθηκε ότι ο αγοραστής της Τισιφόνης ήταν άνθρωπος του Αλκμαίωνα.
Μόλις ο Αλκμαίων επέστρεψε, έσωσε την κόρη του και πήρε μαζί του τον γιο του. Ο αστεροειδής 466 Τισιφόνη (466 Tisiphone), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από τη μυθική Ερινύα.
Επίσης, ένα γένος από πεταλούδες και τα γένη κροταλία Agkistrodon και Calloselasma (ως συνώνυμο παλαιότερο όνομά τους). Περιγραφή (φωτό: Μία απο τις Ερινύες με τον Σίσυφο στον κάτω κόσμο)
Τα κεφάλια των Ερινύων ήταν τυλιγμένα με φίδια, εικόνα που θυμίζει τη Μέδουσα Γοργώ, και γενικότερα όλη η εμφάνισή τους ήταν φρικιαστική και απωθητική.
Συνήθως απεικονίζονται με αστραφτερό βλέμμα μαύρες στην όψη, αποπνέουσες καταστρεπτικό πυρ αλλά και με φτερά φέρουσες μαύρες εσθήτες. Κατοικία τους είχαν τον κάτω κόσμο του Άδη απ΄ όπου και αναλάμβαναν την εκτέλεση των ποινών που έθεταν οι κριτές του Άδη και της Δίκης στους ανθρώπους, ακόμα και πέραν του τάφου τους γι αυτό επί των φονέων αποκαλούνταν ως θεότητες "Επίκουροι της Δίκης".
Στα χέρια τους έφεραν συνήθως αναμμένες δάδες για να διαλύουν τα σκότη που ευνοούσαν ή κάλυπταν τα διαπραχθέντα εγκλήματα καθώς και μαστίγιο φιδοφόρο ως όπλο κατά των δραστών.
Στη μέση τους έφεραν ζώνη δίνοντας την όψη Μαινάδων και γι αυτό επίσης ονομάζονταν και "Βάκχες του Άδη". Δράση
Οι Ερινύες πλήττουν τον Ορέστη
Από τις ποιό γνωστές καταδιώξεις των Ερινύων αναφέρεται εκείνη κατά του μητροκτόνου Ορέστη που ερχόμενος στην Αθήνα δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο ως φονεύς έχοντας συνήγορό του τον θεό Απόλλωνα, ενώ η θεά Αθηνά προεδρεύει των δικαστών.
Στην ισοψηφία που ακολούθησε η Αθηνά έδωσε την ψήφο της υπέρ της αθώωσης του ήρωα. Τότε αναφέρεται πως οι Ερινύες οργίστηκαν και κατά της Αθηνάς και κατά της πόλεως και που για να τις εξευμενίσουν οι Αθηναίοι ίδρυσαν "Ιερό Ευμενίδων" πλησίον του Αρείου Πάγου, τις δε δίκες περί φόνου να τις εκδικάζει ο Βασιλεύς.
Αλλά στην αρχαία Αθήνα υπήρχε και άλλο ιερό για τις Ερινύες που βρισκόταν στο "Ίππιο Κολωνό", εκεί ερχόμενος ο τυφλός Οιδίπους εύρε τον ποθούμενο θάνατο.
Επίσης στο δήμο «Φλύα» υπήρχε μεταξύ των άλλων βωμών και εκείνος προς τιμή των "Σεμνών θεών".

Αρχαία σύμβολα και αυτοθεραπεία


Mε το τρίπτυχο του “γνώθι σαυτόν”, του “μηδέν άγαν” και του “μέτρον άριστον”, ο Απόλλων καθοδηγεί την υγεία μας και μας αποκαλύπτει τον τρόπο της αυτοθεραπείας.
Θεραπευτής των θεών, ο Απόλλων υποδεικνύει στούς θνητούς τα μέσα της αυτοθεραπείας, διά της ψυχολογίας του βάθους. Όμως σήμερα η ψυχολογία του βάθους δέν είναι βαθυτέρα του απολλωνείου “γνώθι σαυτόν”, ούτε σοφωτέρα του “μηδέν άγαν” και του “μέτρον άριστον”. Οι δύο αυτές παραινέσεις συνοδεύουν το “γνώθι σαυτόν” και επιτρέπουν στον νού μας να αναγνωρίζη τις ελλείψεις και τις υπερβολές του, ώστε να προβαίνη σε αυτοθεραπεία, διακρίνοντας και εξισορροπώντας υπερβολές και ελλείψεις.

Το Μαντείον των Δελφών, με τα τρία προαναφερθέντα παραγγέλματα, δεσπόζει και σήμερα με την θεραπευτική του δύναμη στην διάνοιά μας, εφ’ όσον επιθυμούμε να κρατάμε τα ηνία της υγείας, ως απολλώνιοι ηνίοχοι.
Το αρχαιότατο “γνώθι σαυτόν” συνoδεύετο από την θήλεια θεά της σοφίας, την Παρθένο Αθηνά. Απόλλων και Αθηνά είναι οι Παιώνιοι θεοί, θεραπευταί του Ολυμπιακού Δωδεκαθέου, οι οποίοι από κοινού παρουσιάζουν τάς ιδιότητας και τα σύμβολά των διά να αντιμετωπίσωμε τα πάθη της ψυχής μας. Διά της υπερβολής και της οπτικής αναπαραστάσεως των παθών σε μυθολογικά τέρατα, όπως τα βλέπομε στούς ναούς, στά αγάλματα και στά αγγεία, μας αφυπνίζουν και μας αναγκάζουν να καθαρίσωμε την ψυχή μας. Ο δέ καλύτερος καθαρμός είναι “ο κριτικός έλεγχος των κινήτρων των πράξεων και της συμπεριφοράς μας”, λέγει ο Σωκράτης στον διάλογο “Σοφιστή”.
Στό φυσικό πεδίο τα συναισθηματικά πάθη των υπερβολών και των ελλείψεών μας, είναι της δικαιοδοσίας του Ποσειδώνος. Τέκνα Ποσειδώνος, τα θαλάσσια τέρατα, γεννήματα φαντασιώσεων (Ανταίος, Κερκύων, Βούσιρις, Άμυκος, Πολύφημος, Προκρούστης, Έρυξ κ. ά.) εξέρχονται απειλητικά και ύπουλα από την θάλασσα του βίου γιά να μας καταπνίξουν.
Όμως οι ορθές επιλογές είναι της δικαιοδοσίας της θεάς Αθηνάς, τελευταίο θεϊκό τέκνο του Διός, κατά τον Ησίοδο. Μόνο η σοφία της Αθηνάς μπορεί να καθοδηγήση την λογική μας, περιορίζοντας την δράση του Ποσειδώνος, δηλαδή τα συναισθηματικά μας τέρατα, όταν η τρίαινά του συνταράσσει διά της τρικυμίας των παθών την ψυχή μας.
Η θεά Αθηνά συνοδεύει τις ηρωϊκές ψυχές (Ηρακλή, Θησέα, Περσέα, Βελλεροφόντη, Οδυσσέα κ. ά.), που δίδουν την καθημερινή μάχη της ζωής στον πλανήτη μας, με επίγνωση του νόμου της ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Και εμείς, καθ’ ομοίωσίν των, είμεθα ηρωϊκές ψυχές, όταν προσπαθούμε να απαλλαγούμε από τα τέρατα της ψυχής μας και να αυτοθεραπευθούμε με την βοήθεια της λογικής/Αθηνάς.
Πώς όμως θα δοθή η μάχη αυτή, κατά των ψυχικών ασθενειών, γιά να καταστή αυτοθεραπεία (περίπτωση Ηρακλέους, Περσέως, Οδυσσέως) και να μή καταλήξη σε αυτοκαταστροφή (περίπτωση Βελλεροφόντου);
Η θεά Αθηνά γεννάται πάνοπλος. Η πανοπλία της – το κράνος, η ασπίς και το ακόντιο – αφ’ ενός την προστατεύει και αφ’ ετέρου την καθιστά άκρως επιθετική, διότι στον Ομηρικό της Ύμνο περιγράφονται τα εξής τρομερά γεγονότα, τα οποία έπονται της γεννήσεώς της :
“…. η θεά Αθηνά με πανοπλία, χρυσή, πολεμική, με βία ξεπηδά από την κεφαλή του πατέρα της Διός, σείοντας το οξύ της ακόντιο. και τότε φρικτά τραντάζεται ο ψηλός Όλυμπος απ’ την οργή της γλαυκομάτας και η γή τριγύρω βουΐζει τρομερά και ο πόντος γίνεται κατακόκκινος και ξεχύνεται ταραγμένος αιφνίδια, καθώς ακόμη και ο γιός του Υπερίωνα, ο ήλιος, σταματά τους γοργόποδους ίππους. Η τρομερή αναταραχή σταματά μόνον όταν η γλαυκομάτα πετά τα όπλα της τα θεϊκά και τότε χαίρεται ο πολύνοος Ζεύς”.
Ως λέγει ο Όμηρος:
“….γήθησε δέ μητίετα Ζεύς”.
Από την πρώτη στιγμή της εμφανίσεώς της Αθηνάς στον υλικό κόσμο τονίζεται η τρομερή της οργή, καθώς εξέρχεται από την κεφαλή του πατέρα της, του Διός/νού. (Αναφερθήτε στό τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ΑΡΡΗΤΟΙ ΛΟΓΟΙ, Θεοί, Σύμβολα και Αρχέτυπα των Ελλήνων, γιά τις λεπτομέρεις των νοητικών διεργασιών, οι οποίες προηγούνται της γεννήσεως της).
Γιά να καταστή άξια η διάνοια να φορέση την ολόχρυση πανοπλία της Αθηνάς και να προξενήση το πανικό στά ορατά στοιχεία της φύσεως (γή, πόντο, αέρα/Όλυμπο, πύρ/ήλιο με τους “ωκύποδας ίππους”, με τα γρήγορα άλογα), είναι απαραίτητο ο νούς του έμφρονος και ελλόγου όντος να κατέχη συνολικά όλες τις προηγηθείσες ιδιότητες θεαινών και τέκνων του Διός.
Γνωρίζομε από τον Ησίοδο (“Θεογονία” στ. 886 – 943), ότι η μητέρα της Αθηνάς, η θεά Μήτις, είναι η πρώτη νόμιμη σύζυγος του Διός/νού. Αυτή συλλαμβάνει και κυοφορεί την Αθηνά. Η κυοφορία όμως δέν καταλήγει σε τοκετό, εάν προηγουμένως δέν γεννηθούν από οκτώ άλλες θεές, νομίμους συζύγους, είκοσι έξ θεία τέκνα.
Σύζυγοι και τέκνα του Διός/νού είναι οι θείες ιδιότητες, οι οποίες συγκροτούν την έννοια της σοφίας και βασίζονται σε διαφορετικές αρμοδιότητες της δικαιοσύνης. Όλες πρέπει να τις έχη αφομοιώσει η διάνοιά πρίν εξοπλισθή και κάνη την εμφάνισή της στό φυσικό σύμπαν. Η δράση της θεάς Αθηνάς είναι απολύτως μυστηριακή γιά τους απαίδευτους, διαυγεστάτη όμως και ευκρινής γιά τους επαΐοντες του κύκλου των εννέα συζύγων και είκοσι επτά τέκνων του Διός.
32 = 9, οι σύζυγοι και 33 = 27, τα τέκνα έχουν άθροισμα 32 + 33 = 62 ή 9 + 27 = 36.
Οι αριθμοί δέν αφήνουν αμφιβολίες γιά την ίδια πάντα αριθμοσοφική γνώση των προγόνων μας, την συσχετισμένη με την πανταχού παρούσα ισχύ της Τετρακτύος, του αριθμού 36, εν συνδυασμώ μετά του Ζωδιακού Κύκλου των 36 δεκανών (10ο κεφάλαιο του βιβλίου ΑΡΡΗΤΟΙ ΛΟΓΟΙ, Θεοί, Σύμβολα, Αρχέτυπα των Ελλήνων).
Η μητέρα της Αθηνάς είναι η Μήτις/φρόνησις, η πρώτη και πλέον απαραίτητος ιδιότης, βάσις γιά την εφαρμογήν της δικαιοσύνης από τον νού/Δία. Συνεπώς ο λόγος, που ο Ζεύς καταπίνει την πρώτη του σύζυγο είναι η αλληγορική έκφρασις της αφομοιώσεως της φρονήσεως, η οποία απαιτεί μακρά περίοδο κυοφορίας. Κατά το διάστημα αυτό προστίθενται οι απαραίτητες άλλες ιδιότητες/σύζυγοι/τέκνα μέχρι την ολοκλήρωση της κυοφορίας και γέννηση της Αθηνάς/σοφίας, όχι πλέον από την μητέρα της, φρόνηση, αλλά από τον πατέρα της νού.
Μέ την πρώτη εμφάνιση της Αθηνάς/σοφίας στό φυσικό πεδίο, το σύμπαν φθάνει σε παροξυσμό αναταραχής, εξ αιτίας της τρομερής της οργής, κατά τον Όμηρο. Ποιός είναι ο λόγος της οργής της Αθηνάς/σοφίας;
Ο νούς του ελλόγου όντος, το οποίον συνέλαβε μέσω της φρονήσεως και εκυοφόρησε τα τριάντα έξ βήματα της δικαιοσύνης, φθάνει την στιγμή της γεννήσεως εις την συνειδητοποίησι της μεγάλης γνώσεως. “Εξαίφνης”, με το κτύπημα της σφύρας του Ηφαίστου/φάους ηλίου/φυσικού φωτός στην κεφαλή του Διός/νού, ο νούς του θνητού, καθ’ ομοίωσίν του Διός, “βλέπει” και νοεί, ως η Αθηνά, τα τεκταινόμενα των ομοίων του θνητών. Αντιλαμβανόμενος την ασυδοσίαν και την εγωπάθειά των φλογίζεται τότε ο νούς του ελλόγου όντος και εξοργίζεται.
Διότι αντιλαμβάνεται την επερχόμενη καταστροφή του φυσικού σύμπαντος, που το φιλοξενεί και οφείλει να λάβη μέτρα αμυντικά (κράνος και ασπίδα), καθώς και όπλο επιθετικό (ακόντιο) γιά να επιβιώση.
Η πρώτη αξίωσις του έμφρονος και ελλόγου όντος είναι το δικαίωμά του στην υγεία, την ψυχοσωματική και την ψυχονοητική. Αυτή σήμερα απειλείται και ως μονάς/άτομο και ως σύνολο/ανθρωπότης. Δέν εξαιρούνται δέ ούτε τα βασίλεια των ζώων, λόγω της χρήσεως των μεταλλαγμένων τροφών και των φυτών, λόγω των φυτοφαρμάκων και όχι μόνον.
Η οργή της Αθηνάς είναι η οργή της διανοίας μας, όταν “εξαίφνης” αντιλαμβανόμεθα την άμεσο επερχομένη καταστροφή. Είναι η υπόδειξίς της, ότι μόνον με την χρήση της πανοπλίας της θα σώσωμε, τόσο την υγεία μας, όσο και την υγεία του πλανήτου μας από τον όλεθρο των σεισμών και των καταποντισμών, εξ αιτίας της αφροσύνης, των ελλείψεων και των υπερβολών των κρατούντων…..
Η πανοπλία της Αθηνάς έχει τάς εξής προληπτικάς ιδιότητας κατά των ασθενειών:
Τό κράνος προστατεύει την διάνοια από την εξωτερική φαντασίωση και τους υποβολιμιαίους, ασύστατους φόβους, αλλά και ταυτοχρόνως απαιτεί την επαγρύπνησή μας, διότι η θεά σπανίως εμφανίζεται άνευ κράνους. Συμβουλεύει να μή το εγκαταλείπωμε ποτέ, ώστε να μή βυθισθούμε στον ύπνο της αδιαφορίας, της προσωπικής ευμάρειας και του εφησυχασμού. Με κράνος στην κεφαλή, ο ύπνος είναι αδύνατος.
Η ασπίς θωρακίζει το συναισθηματικό μας είναι, ώστε να μή αποδεχόμεθα εκφοβισμούς πάσης φύσεως και πλανώμενα τα σπλάχνα μας (π λ ά ν α τα
σ π λ ά χ – ν α) να απορρυθμίζωνται από το συμ – π α θ η – τικό και το παρα – συμ – π α θ η – τικό μας σύστημα, το συμ + π ά σ χ ο ν με την ψυχήν μας. Οι φοβίες/π ά θ η ταράζουν τους βιολογικούς μας κύκλους, προξενώντας φυσικές ασθένειες στό σώμα μας και έχουν την αιτία τους στον ασταθή συναισθηματικό μας κόσμο, στά ποσειδώνεια τέρατα του συναισθηματικού μας βίου.
Το ακόντιο, “…. σείσασ’ οξύν άκοντα”. Η διάνοιά μας σείει το οξύ ακόντιο, εναντίον εκείνων, που επιβουλεύονται την υγεία μας, τόσο την σωματική, όσον και την ψυχονοητική. Δηλώνομε, διά του ακοντίου της Αθηνάς, ότι δέν θα επιτρέψωμε την παραπλάνησή μας και είμεθα έτοιμοι διά πόλεμο μέχρις εσχάτων.
“Τό ακόντιο, ο ά κ ω ν ήτο είδος ακοντίου, βραχύτερον και ελαφρότερον δόρατος ή έγχους και εχρησίμευε ιδία εις αθλητικά παιχνίδια ή εις το κυνήγιον”.
“Τό ά κ ο ς ήτο ιαματικό ή θεραπευτικό μέσον, γιατρικό“.
(Μέγα Λεξ. όλης της Ελλ. Γλ., Δ, Δημητράκου).
Η αυτή ρίζα α κ – , του ά κ – ο ν τ ο ς και του ά κ – ε ο ς, μπορεί αφ’ ενός να τραυματίση και να προξενήση τον πόνο και τον θάνατο, αλλά και ταυτοχρόνως να θεραπεύση. Η Ελληνική Γλώσσα, διά της ομοιοπαθητικής, δηλώνει τα εξής με το α κ ό ν τ ι ο της Αθηνάς:
Με αυτό το επιθετικό όπλο, το α κ ό ν τ ι ο, εμφανίζεται γιά πρώτη φορά στην διάνοιά μας, η δυνατότης να φονεύσωμε το τέρας των παθών μας, αλλά και με το ά κ ο ς/γιατρικό να αυτοθεραπευθούμε διά της σοφίας της, που είναι η σοφία του όφεως. Ο όφις είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολον επί του αγάλματός της, της Παρθένου Αθηνάς, του φιλοτεχνηθέντος υπό του Φειδίου εντός του Παρθενώνος εις τον Ιερόν Βράχον της Ακροπόλεως.
Σ Ο Φ Ι Α = Ο Φ Ι Σ + Α (θηνάς)
Τά δέ σύμβολα του Απόλλωνος, το τόξο και η λύρα, είναι το μέν τόξο το όπλο με το οποίο θα σκοπεύσωμε με ακρίβεια τα πάθη/τέρατα της ψυχής, (τήν δράκαινα Πυθώ), και να τα φονεύσωμε, η δέ επτάχορδη λύρα είναι το θείο όργανο με το οποίο θα επουλώσωμε τις πληγές μας, εναρμονίζοντας τους επτά χιτώνες μας με τις επτά χορδές της.
Τα αρχαία μας σύμβολα, καθώς και οι αντίστοιχες παραινέσεις μπορούν να υποδείξουν στον ικέτη του Απόλλωνος και της Αθηνάς, των δύο Παιωνίων θεών, τον τρόπο της αυτοθεραπείας από τα τέρατα, τα πάθη της ψυχής μας.

Αμφίκυρτος Σελήνη


Ο όρος ημισέληνος στα Ελληνικά είναι λανθασμένος, αφού το σύμβολο δεν απεικονίζει «μισό» φεγγάρι, αλλά το ένα τέταρτο αυτού. Πιο σωστός θα ήταν ο όρος «αμφίκυρτος σελήνη».
Επειδή όμως έχει καθιερωθεί, έστω και λανθασμένα θα το χρησιμοποιούμε και εμείς. Στα τουρκικά την ονομάζουν (περιγραφικά) ακόμα πιο λάθος ως «φεγγάρι-άστρο» (ay yıldız), σαν να ήταν ολόκληρο φεγγάρι.

Το σύμπλεγμα της ημισελήνου (δηλ. το μισοφέγγαρο και το άστρο) έχει βαθιά σχέση στο χρόνο με την Ελληνική παράδοση και τον πολιτισμό.
Αρχαία Ελλάδα
Το αρχαιότερο ελληνικό νόμισμα πάνω στο οποίο υπάρχει η ημισέληνος είναι νόμισμα από την Κάτω Ιταλία που χρονολογείται στον 6ο αιώνα π.Χ. Στη συνέχεια το βρίσκουμε σε πολλές Ελληνικές περιοχές του αρχαίου Ελληνικού κόσμου από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία και την Μικρά Ασία.
Την ημισέληνο τη βρίσκουμε και στην αρχαία Ελληνική αποικία του Βυζαντίου, πάνω στην οποία βρίσκεται η σημερινή Κωνσταντινούπολη.
Βυζάντιο
Στον 5ο αιώνα μ.Χ. σε νόμισμα του αυτοκράτορα Αναστασίου Ι (491-518 μ.Χ.), βρίσκουμε νόμισμα που στη μια μεριά έχει την προτομή του αυτοκράτορα και στην άλλη την ημισέληνο.
Στη συνέχεια και για πολλούς αιώνες συναντούμε την ημισέληνο με πολλούς τρόπους σε απεικονίσεις στο Βυζάντιο. Όταν έφτασαν οι Οθωμανοί στην περιοχή της Μικράς Ασίας (κυρίως όμως οι Σελτζούκοι, οι οποίοι αντέγραψαν σε πάρα πολλά πράγματα το ανώτερο πολιτισμικά Βυζάντιο), «δανείστηκαν» την ημισέληνο από τους Βυζαντινούς και σταδιακά έγινε το έμβλημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σήμερα όσοι θέλουν να δουν την ημισέληνο σε βυζαντινά νομίσματα δεν έχουν παρά να επισκεφθούν τις νομισματικές συλλογές των Ελληνικών Μουσείων αλλά ακόμα και σε Βυζαντινές τοιχογραφίες στη Λακωνία (χωριό Γεράκι κ.α.), όπου υπάρχει πεντακάθαρο σε ασπίδα του Αγίου Γεωργίου.
Μέχρι τον 18ο αι. το τουρκικό εθνόσημο ήταν η απλή ημισέληνος, χωρίς το άστρο. Το άστρο το πρόσθεσε ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ (1789-1808) και είχε οκτώ ακτίνες, ενώ ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ (1840-1861) το έκανε με πέντε ακτίνες.
Φαίνεται λοιπόν ότι οι Οθωμανοί όπως αντέγραψαν το Βυζάντιο σε διοίκηση, θεσμούς, μοντέλα σκέψης και χίλια άλλα πράγματα έτσι και η ίδια η σημαία τους ήταν ένα κλεμμένο βυζαντινό σύμβολο.

Τα Ορφικά Μυστήρια


Τα Ορφικά Μυστήρια κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον αρχαίο κόσμο και κατέχουν ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις αρχαίες Ελληνικές τελετουργίες.
Ιδρυτής των μυστηρίων θεωρείται ο Ολύμπιος Ορφεύς, υιός του Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε στην Πίμπλεια της Πιερίας την 13-14η χιλιετία π.Χ. και υπήρξε μία ιδιαίτερα πολυσχιδής προσωπικότητα: λέγεται ότι έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ότι εφηύρε την λύρα και ήλθε σε επαφή με τους Καβείρους της Θράκης από τους οποίους επηρεάστηκε.

Επίσης παροιμοιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη για την οποία κατέβηκε ως τον Άδη για να την πάρει πίσω από το βασίλειο του Πλούτωνα. Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.
Τα Ορφικά Μυστήρια ξεκίνησαν από τα Βορειοελλαδικά βουνά, σε μια εποχή που ο Διόνυσος ο κατ' εξοχήν Θεός των μυστηρίων, λατρευόταν σαν Θεότητα της Σελήνης (Φεγγαροθεός). Δημιουργώντας τα Μυστήρια ο Ορφέας ένωσε τη θρησκεία του Δία με εκείνη του Διονύσου.
Οι μυημένοι έπαιρναν από τις διδασκαλίες του τις μεγάλες αλήθειες που το θαυματουργό τους Φως έφτανε μέχρι το λαό με την μορφή ενός πέπλου προσιτού και ανακατεμένου με την ποίηση και τις δημόσιες τελετές. Μεγάλος Ιερέας του Δια και εξέχων Μύστης της Θράκης, ο Ορφέας έγινε για τους μυημένους ο μεγάλος Αποκαλυπτής του Ουρανίου Διονύσου.
Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους. Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια.
Ένα άλλο μέρος της Ορφικής φιλοσοφίας αποτελούν και οι Ορφικοί Ύμνοι που ψάλλονταν κατά τις τελετές. Είναι πανάρχαιοι και οι παλαιότεροι ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και δίνουν πλήθους στοιχείων για την Ορφική Κοσμολογία, όπως: την γέννεση του Σύμπαντος από μια έκρηξη, την θεωρία του Κοσμικού Ωού (άποψη πως ο κόσμος γεννήθηκε από ένα αυγό), την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, καθώς και πλήθος αστρονομικών γνώσεων όπως την ύπαρξη του Πολικού Αστέρα, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια.
Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων μάλιστα στα κείμενα του ονομάζει τον Ορφέα «Θεολόγο».
Ο λόγος του Ορφέα λοιπόν προχώρησε μετά τον θάνατό του με τρόπο μυστηριώδη μέσα στις φλέβες του Ελληνισμού από τις μυστικές αρτηρίες των Ιερών και τον έκανε Μύστη.
Οι Θεοί έμειναν σύμφωνοι με τον λόγο του, όπως μέσα σε έναν ναό ο χορός των μυημένων συμφωνεί με τους ήχους μιας αόρατης λύρας. Έτσι η ψυχή του Ορφέα έγινε η ψυχή της Ελλάδος.

Ο καλλωπισμός στην Κλασική Ελλάδα


Στην κλασική Ελλάδα τις γυναίκες τις απασχολούσε ιδιαίτερα ο καλλωπισμός. Τη γυναικεία φιλαρέσκεια διακωμώδησαν άλλωστε, και οι κωμωδιογράφοι της εποχής, όπως ο Αντιφάνης:
Έτσι περιγράφει με ακρίβεια τα στάδια της καλλωπιστικής προετοιμασίας μιας κομψής γυναίκας "καθαρίζεται πρώτα... τρίβει το δέρμα της, χτενίζεται, σπογγίζει το σώμα της, πλένεται, καθρεφτίζεται, ντύνεται, αρωματίζεται, στολίζεται, αλείφεται με πομάδες" . Πολλά αντικείμενα καλλωπισμού βρέθηκαν στο Δίον, στα μινωικά και μυκηναϊκά ανάκτορα, σε ανδρικούς και γυναικείους τάφους.

Τα κτερίσματα αυτά τους ακολουθούσαν και στην τελευταία τους κατοικία. Είναι περίτεχνα ευρήματα, εξαιρετικής ποιότητας και αισθητικής, αριστουργήματα μικρογλυπτικής, που φανερώνουν την αξία του περιεχομένου τους.
Βρέθηκαν γυάλινα μπουκαλάκια, βάζα για μυραλοιφές, γυάλινοι καθρέπτες με χρυσές, ασημένιες ή ελεφάντινες λαβές, χτένια, χρώματα για βάψιμο μέσα σε παλέτες, χρυσές περόνες για τη μίξη αρωμάτων.
Οι αρχαίες Ελληνίδες χρησιμοποιούσαν κρέμες για ν' ασπρίσουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές, για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες. Γνωρίζουμε ακόμη πως στο εργαστήριο του Πύρωνα έφτιαχναν μία σπάνια αλοιφή πανάκριβη, από κιννάβαρι.
Πολλές γυναίκες διέθεταν ολόκληρο εργαστήριο καλλωπισμού, με τριχολαβίδες, καρφίτσες, μπουκαλά­κια αρωμάτων και ουσιών, δοχεία με κρέμες, τις "πυξίδες", ξύλινα συνήθως ή πήλινα, που περιέχουν φυσικές κρέμες και αλοιφές.
Στα αρχαία κείμενα η χρήση τους θεωρείται σαν τέχνασμα των γυναικών ελευθερίων ηθών. Όσες γυναίκες επιθυμούσαν να μακιγιαριστούν, είχαν στην διάθεση τους μεγάλη ποικιλία από παρασκευάσματα για τα μάτια, τα χείλη, τα μάγουλα. Πούδρες, και διάφορα έλαια ανακατεμένα με χρωστικές ουσίες ορυκτής ή φυτικής προέλευσης προσέφεραν τη δυνατότητα ποικιλίας χρωμάτων: άσπρο, κόκκινο, μαύρο, ανάλογα με την ικανότητα του παρασκευαστή.
Ψιμύθιο (ανθρακικός μόλυβδος, λευκού χρώματος), κόκκινο από φύκια, ή αλλιώς μίλτος (κόκκινο ορυκτό χώμα) για τα μάγουλα, κόκκινος μίλτος για τα χείλη. Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν επίσης σκόνη χένας, χυμό από μούρο, μολύβια ή τη ρίζα του φυτού αλκέα (μολόχα).
Μαύριζαν τα φρύδια με καπνά ή τριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι.
Μερικές γυναίκες πρέπει να παρασκεύαζαν τα διάφορα καλλυντικά μόνες τους ή με την βοήθεια των φιλενάδων τους ή ορισμένων ειδικών που έρχονταν στα σπίτια. Άλλες τα αγόραζαν από φαρμακέμπορους.Τα μάλασσαν και τα άπλωναν με σπάτουλες, κουτάλια και διάφορα ραβδάκια από ξύλο, κόκκαλο και ελεφαντόδοντο.
Στα χείλη και στα μάγουλα έβαζαν ώχρα, ρεαλγάριο, σκόνη χένας, χυμούς από μούρο και άκανθα. Ορισμένα από αυτά ήταν αναμεμιγμένα με έλαια και κρέμες. Στα μαλλιά έβα­ζαν λάδι από μπουμπούκια δάφνης και κέδρου, για να είναι εύκαμπτα και σκουρόχρωμα.
Οι γυναίκες φρόντιζαν μόνες τους για το πλύσιμο, το λάδωμα και το χτένισμα των μαλλιών τους, με την βοήθεια των δούλων και των φιλενάδων τους. Το βάψιμο των μαλλιών θεωρείται χαρακτηριστικό των εταίρων.
Οι Ελληνίδες της κλασικής εποχής συνηθίζουν να κάνουν μια προσεκτική αποτρίχωση, χρησιμοποιώντας τα λυχνάρια τους για να καίνε τις μακρύτερες τρίχες, όπως το αναφέρει ωμά η Πραξαγόρα στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη προσφωνώντας το λυχνάρι της:
"Μόνο εσύ φωτίζεις τα απόκρυφα σημεία των μηρών μας, καίγοντας το τρίχωμα που ανθίζει εκεί". Το πιο ελαφρύ χνούδι το απομάκρυναν τις περισσότερες φορές με ξυράφι φτιαγμένο από έλασμα χαλκού ή οψιδιανού, και λιγότερο με τσιμπιδάκι ή κρέμα.
Διάφορες αγγειογραφίες επιβεβαιώνουν, πως η αποτρίχωση σε μερικές γυναίκες, ήταν πλήρης. Μερικές από τις δούλες βαρβαρικής προέλευσης, ιδιαίτερα οι τροφοί από την Θράκη, είχαν δερματοστιξίες, (τατουάζ), όπως μαρτυρούν κάποιες αγγειογραφίες.
Ο καθρέπτης
Οι Έλληνες αγαπούσαν να φιλοσοφούν για οτιδήποτε. Ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. (Ο Δημοσθένης σ' έναν λόγο του κατηγόρησε έναν Αθηναίο ότι είναι ακοινώνητος γιατί δεν έμπαινε ποτέ σε κουρείο, αρωματοπωλείο και άλλα καταστήματα.) Χώροι τέτοιων συζητήσεων ήταν τα αρωματοπωλεία και τα κουρεία.
Οι κουρείς περιποιόντουσαν με επιμέλεια τα μαλλιά των Αθηναίων, που ήταν μακριά ή πιο κοντά ανάλογα με τη μόδα,τα γένια και το μουστάκι, αλλά και τα νύχια στα πόδια και στα χέρια. Άντρες και γυναίκες έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν την λευκότητα τους.
Το χρώμα, που συνήθιζαν να τα βάφουν είναι το ξανθό. Δεν είναι παράξενο που ο Αριστοφάνης κατακρίνει μια γυναίκα λέγοντας:
"Έγινες μαύρη σαν το ελιξίριο που μ΄ αυτό ο Λυσικράτης συνηθίζει να βάφει τα μαλλιά του". Φορούσαν επίσης περούκες ή πρόσθεταν μαλλιά.
Ο καθρέφτης από γυαλισμένο μέταλλο είναι ένα σημαντικό εξάρτημα, όπως και τα κουτιά των καλλυντικών. Είναι ένα κομψοτέχνημα με σκαλιστή λαβή από ελεφαντόδοντο, ή ξύλο, που η πολυτέλεια του δήλωνε και την κοινωνική τάξη του κτήτορα.
Ο αρχαίος Έλληνας φρόντιζε το σώμα του, δεν χρησιμοποιούσε όμως τον καθρέπτη, παρά μόνο στο κουρείο, που όπως και σήμερα, ο κουρέας του τον πρότεινε, για να θαυμάσει τον εαυτό του.
Ο φιλέλληνας πανεπιστημιακός Ζαν Πιέρ Βερνάν, εξηγεί τους λόγους. Πρώτον για να μην αλλοτριωθεί από την αντανάκλαση της εικόνας του μέσα στον καθρέφτη, όπως πιστευόταν για τον Νάρκισσο, στο γνωστό μύθο.
Έπειτα, ο αρχαίος άντρας έπρεπε ν' ανοίγεται στον όμοιο του, να μην κλείνεται στον εαυτό του, να γίνεται κοινωνικός. Η εικόνα του διαμορφωνόταν μέσα από το βλέμμα των ομοίων του και της γυναίκας προς τον ίδιο.

Οι Κέρκωπες και ο Μελάμπυγος Ηρακλής

 
Αυτό που ακολουθεί είναι μία όχι και τόσο γνωστή ιστορία που αφορά τον ήρωα της Ελληνικής Μυθολογίας Ηρακλή και τη συνάντησή του με δύο ξεχωριστά πλάσματα, τους Κέρκωπες.
Ο ιστορικός Νόννος είναι η πηγή που σώζει με τις περισσότερες λεπτομέρειες την ιστορία αυτή που είναι κυρίως γνωστή σε εμάς από υστερότερες πηγές, αν και μάλλον ήταν γνωστή και στον Όμηρο.

Ο μύθος λοιπόν αυτός αναφέρει τους Κέρκωπες σαν ένα τα πρόσωπα που προσπάθησαν να κλέψουν τα όπλα του Ηρακλή, ενώ εκείνος είχε την προσοχή του αλλού ή κοιμόταν. Οι Κέρκωπες ήταν ένα ζευγάρι ληστών που έμοιαζαν με πιθήκους και δρούσαν κυρίως στη Λυδία στη δυτική Ανατολία.
Κάποια στιγμή αιχμαλωτίστηκαν όπως θα δούμε παρακάτω από τον Ηρακλή, ο οποίος όμως γέλασε τόσο πολύ με τα αστεία τους και τα καμώματά τους που αποφάσισε να τους αφήσει ελεύθερους χωρίς να τους βλάψει. Αργότερα, όμως ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε κανονικές μαϊμούδες για να τους τιμωρήσει για τα εγκλήματα που είχαν κάνει.
Ήταν παιδιά του ποταμού Ωκεανού και της Θείας, κόρης του βασιλιά της Αιθιοπίας Μέμνωνα. Οι πηγές συνήθως τους αναφέρουν σαν ζευγάρι, αλλά τα ονόματά τους δεν απαντώνται τα ίδια σε κάθε περίπτωση. Ο Διόδωρος Σικελιώτης στο έργο του μιλάει για μεγαλύτερο αριθμό Κερκόπων, γιοι της Θείας, κόρης του Ωκεανού.
Το μέρος όπου πρωτοεμφανίζονται στο μύθο είναι οι Θερμοπύλες, όμως στο κωμικό ποίημα Κέρκωπες που αποδίδεται στον Όμηρο τοποθετούνται στην Εύβοια, ενώ σε άλλες πηγές πεδίο δράσης τους είναι η Λυδία, ή αλλού το νησί των Πιθηκουσών από όπου άλλαξαν και το όνομά τους από Κέρκωπες όταν ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε πιθήκους.
Κυριολεκτικά η λέξη «κέρκωψ, γεν. κέρκωπος» σημαίνει πίθηκος με κοντή ουρά, αλλά και λόγω του μύθου συναντάται στις πηγές σαν συνώνυμο για να περιγράψει τον δόλιο, πανούργο, κακοποιό και απατεώνα. Ο Οβίδιος, στο έργο του Μεταμορφώσεις αναφέρει ότι το νησί κοντά στις ακτές της Ιταλίας, Πιθηκούσες πήρε το όνομά του από τους Κέρκωπες.
Συγκεκριμένα, αναφέρει πως ο Δίας είχε πια αγανακτήσει με τις πράξεις τους και μεταμόρφωσε τους ανθρώπους εκεί σε δύσμορφα ζώα που έμοιαζαν και δεν έμοιαζαν με ανθρώπους. Συρρίκνωσε τα άκρα τους, έκανε τις μύτες τους επίπεδες και γέμισε τα πρόσωπά τους με ζάρες.
Στη συνέχεια τους έντυσε με ένα καστανόξανθο δέρμα και τους έστειλε να ζήσουν εκεί, αφού πρώτα τους αφαίρεσε το λόγο και τη χρήση της γλώσσας που έως τότε τη χρησιμοποιούσαν για να ψεύδονται. Στη θέση τους άφησε ξεφωνητά και κραυγές για να μπορούν να διαμαρτύρονται και να παραπονιούνται.
Το θέμα της συνάντησης των Κερκώπων με τον Ηρακλή εμφανίζεται συχνά στην αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή γραμματεία. Όταν ήταν μικροί, οι Κέρκωπες είχαν προειδοποιηθεί από τη μητέρα τους ότι θα πρέπει να προσέχουν αυτόν που είναι Μελάμπυγος, δηλάδη αυτόν που έχει τριχωτά οπίσθια. Όμως, τότε δεν κατάλαβαν ποιον ακριβώς εννοούσε.
Όταν λοιπόν ο Ηρακλής βρέθηκε στο βασίλειο της Λυδίας και ενώ κοιμόταν, έπιασε τους Κέρκωπες να προσπαθούν να του κλέψουν το τόξο και τα βέλη του. Ο Ηρακλής τους έπιασε και τους κρέμασε ανάποδα από έναν κορμό τον οποίο σήκωσε στους ώμους του.
Οι κλέφτες όχι μόνο μετάνιωσαν για την πράξη τους, αλλά είχαν σκάσει στα γέλια έτσι όπως ήταν κρεμασμένοι ανάποδα. Ο λόγος ήταν ότι αντικρίζοντας τα τριχωτά οπίσθια του Ηρακλή, θυμήθηκαν και τα λόγια της μητέρας τους, αλλά και άρχισαν να κάνουν και ανάλογα σχόλια για αυτό το τόσο ασυνήθιστο θέαμα που έβλεπαν. Ο ήρωας τους ζήτησε εξηγήσεις για τα γέλια τους και τα αστεία τους και εκείνοι αφού του εξήγησαν, τότε ο Ηρακλής αποφάσισε να τους ελευθερώσει.
Ο μύθος αυτός δεν βρήκε τρόπο έκφρασης μόνο στη λογοτεχνία της εποχής, αλλά και στην τέχνη καθώς από ό,τι φαίνεται ήταν ένα αγαπημένο θέμα από τις αρχές του 6ου αι. π.Κ.Ε. έως και τον 4ο αι. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η σκηνή του Ηρακλή με του Κέρκωπες δεμένους ανάποδα συναντάται κυρίως στη Σικελία.

Μέλανος Ζωμός - Κύρια τροφή των Σπαρτιατών πολεμιστών

Κύρια τροφή των Σπαρτιατών πολεμιστών ήταν ένας ζωμός από χοιρινό, γνωστός με την ονομασία μέλας ζωμός.
Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως «ανάμεσα στα πιάτα, αυτό που έχαιρε της μεγαλύτερης εκτίμησης ήταν ο μέλας ζωμός, μάλιστα σε τέτοιο σημείο που οι ηλικιωμένοι δεν αναζητούσαν καθόλου το κρέας.
Το άφηναν για τους νεότερους και δειπνούσαν μονάχα με το ζωμό που τους παρείχαν». Για τους υπόλοιπους Έλληνες πρόκειται για αξιοπερίεργο φαινόμενο. Το πιάτο αυτό αποτελούταν από χοιρινό, αλάτι, ξύδι και αίμα. Συνοδευόταν από τη γνωστή μάζα, σύκα, τυρί και καμία φορά από θηράματα ή ψάρι.

Ο Αιλιανός, συγγραφέας του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., υποστηρίζει πως στους Λακεδαιμόνιους μάγειρες απαγορευόταν να προετοιμάζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από κρέας.
Στην Αρχαία Λακεδαίμονα από την εποχή του βασιλιά και νομοθέτη Λυκούργου κατά τον 8ον π.Χ. αιώνα, γινόντανε στην Λακωνία τα κοινά συσσίτια κατά τα οποία λαός και στρατός τρώγανε τον περίφημο Μέλανα Ζωμό. Σφάζανε το χοίρο και φρόντιζαν με μεγάλη επιμέλεια να μαζέψουν το αίμα του μέχρι ρανίδος. Το αίμα ανακάτευαν με ξύδι για να μην πήξει.
Κατόπιν τηγάνιζαν κρέας και λίπος και μέσα σ’ αυτό έριχναν νερό. Μόλις το νερό άρχιζε να βράζει ανακάτευαν μέσα σ’ αυτό αλεύρι κρίθινο και προσέθεταν λίγο-λίγο το αίμα με το ξύδι. Εν συνεχεία και ενώ συνέχιζε το βράσιμο ρίχνανε νερό ώστε να διατηρείται πάντα αραιά πηχτό, υδαρές. Όταν το παρασκεύασμα δεν απορροφούσε άλλο νερό εσήμαινε πως είχε βράσει και ήταν κατάλληλο για σερβίρισμα.
Αυτό το φαγητό βέβαια με ξύδια, με αίμα, με λίπη και αλεύρια βρασμένα ήταν πολύ βαρύ. Εν πάσει περιπτώσει όπως και να έχουν τα πράγματα, η μέχρι των ημερών μας διατηρημένη αυτή συνήθεια του Μέλανος Ζωμού, είναι έθιμο καθαρά Ελληνικό και παρέμεινε αυτούσιο και αναλλοίωτο δια μέσου των χιλιετηρίδων. πράγμα που δείχνει την Ελληνικότητα της Μάνης.
Θα πρέπει λοιπόν οι νεώτεροι Μανιάτες να το μάθουν, διότι στα τελευταία χρόνια τείνει να σβήσει, ύστερα από την διείσδησιν εις την Μάνην άλλων συνθηκών ζωής και συνηθειών.
Επειδή η επαφή και συγχρονισμός λαών και συνηθειών αλλοιώνει, εν πολλοίς δε και καταργεί τόσον ωραία και αρχαιότατα έθιμα.

Κροκοσυλλέκτριες - Ακρωτήρι Θήρας 1600 π.Χ.


Η θηραϊκή φύση κατά τη χρονική στιγμή της αναγέννησής της μάλλον σχετιζόταν με θρησκευτικές γιορτές, που υμνούσαν τον ερχομό της άνοιξης. Σε βραχώδες ηφαιστειακό τοπίο δεσπόζουν ανθισμένα κόκκινα κρίνα σε συστάδες και ανάμεσά τους πετούν χελιδόνια, μεμονωμένα ή σε ζεύγη, που ερωτοτροπούν.

Η σκηνή χαρακτηρίζεται από χρωματική ποικιλία με τη χρήση μαύρου, άσπρου, κόκκινου, κίτρινου και γαλάζιου, αλλά και από έντονη κίνηση, με το λίκνισμα των κρίνων στον αέρα και το παιχνίδι των χελιδονιών. Αποδίδεται στο λεγόμενο ζωγράφο των Κροκοσυλλεκτριών, που είναι γνωστός από άλλη τοιχογραφία του οικισμού και διακρίνεται για την πρωτοτυπία και τον πλούτο των συνθέσεών του, καθώς και για τη φωτογραφική, σχεδόν, απόδοση των στιγμιαίων κινήσεων.
Οι Κροκοσυλλέκτριες, είναι ενδεικτική τοιχογραφία φυσιοκρατικού διάκοσμου, που αποκαλύφθηκε στον οικισμό του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης και κοσμούσε τον ανατολικό τοίχο του δωματίου 3Α του πρώτου ορόφου του κτιρίου Ξεστή 3.
Αποτελεί θεματική ενότητα με την τοιχογραφία της Πότνιας θηρών που βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο. Πέραν της καλλιτεχνικής του αξίας, το συγκεκριμένο έργο παρέχει πληροφορίες για ενασχόληση της συγκεκριμένης εποχής.
Οι Κροκοσυλέκτριες προέρχονται από τους άνω ορόφους των κτιρίων του οικισμού, όπου βρίσκονται σύμφωνα με μία ερμηνεία τα σημαντικότερα δώματα των κατοικιών και από ένα κτίριο, το οποίο είναι το μόνο - μέχρι τώρα - αδιαμφισβήτητο δημόσιο Ιερό του οικισμού Στην τοιχογραφία απεικονίζονται δύο γυναικείες φιγούρες απασχολημένες με τη συλλογή του κρόκου.
Στο φόντο υπάρχει ένα λιβάδι με κρόκους, ενώ το τοπίο είναι βραχώδες και παραπέμπει στην τοιχογραφία της Άνοιξης. Αυτός είναι ο λόγος που θεωρείται ότι οι δύο αυτές τοιχογραφίες είναι έργα του ίδιου καλλιτέχνη.
Οι ειδικοί θεωρούν ότι στην τοιχογραφία απεικονίζεται το φυτό Crocus Sativus ή το φυτό Crocus Cartwrightianus, με πιο πιθανό το Crocus Sativus το οποίο ευδοκιμεί μέχρι και σήμερα στα νησιά των Κυκλάδων και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναικεία φιγούρα κρατάει καλάθι στο αριστερό της χέρι και χρησιμοποιεί μόνο το δεξί της χέρι για την συλλογή του κρόκου, σε αντίθεση με την νεώτερη, η οποία χρησιμοποιεί και τα δύο. Η απεικόνιση αυτή σε συνδυασμό με τον τρόπο που φαίνεται να κοιτάζει η μία την άλλη υποδηλώνουν μία σχέση εκπαιδεύτριας - μαθητευόμενης.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η μεγαλύτερη σε ηλικία φιγούρα αποτελεί ένα είδος ιέρειας της θεότητας της Πότνιας θηρών. Το κεφάλι της μαθητευόμενης είναι ξυρισμένο και απεικονίζεται με μπλε χρώμα.
Υπάρχει, πάντως, μία ουρά στο πίσω μέρος του κεφαλιού και μια τούφα ακριβώς πάνω από το μέτωπο. Στο μέτωπο φοράει διάδημα και στο αυτί μεγάλο στρογγυλό - πιθανώς χρυσό - σκουλαρίκι.
Τα χέρια της φέρουν κοσμήματα, τα ενδύματα είναι καλοσχηματισμένα και τονίζονται με τα συγκεκριμένα χρώματα (ώχρα κίτρινη και καστανοκόκκινη, μπλε) που χρησιμοποιούνται εν γένει στις θηραϊκές τοιχογραφίες.
Αποδίδεται σε πλάγια στάση, επιτρέποντας στον θεατή τη μία διάσταση του ζωγραφικού θέματος. Αποτέλεσμα αυτής της μονοδιάστατης πρακτικής είναι να φαίνεται στις μορφές μόνο το ένα μάτι και το ένα αυτί που δεν είναι απόλυτα σχηματοποιημένο[2], όπως και το σκουλαρίκι που το κοσμεί.
Τα μαλλιά της ιέρειας είναι χτενισμένα βάσει προτύπων της εποχής, όπως διακρίνεται και σε άλλους τοιχογραφικούς διάκοσμους. Φοράει διαφανή χιτώνα, ο οποίος αφήνει ακάλυπτο το στήθος, φέρει κοσμήματα στο λαιμό και στα χέρια και έχει μπλε διάδημα στο μέτωπο.
Η συγκεκριμένη τοιχογραφική σύνθεση αποτελεί σκηνή από καθημερινή δραστηριότητα και είναι σύνηθες, φυσιοκρατικής αντίληψης, θέμα, χαρακτηριστικό της αρχαίας κυκλαδικής τέχνης.
Η συνολική θεματική ενότητα, δηλαδή η τοιχογραφία με τις Κροκοσυλλέκτριες και η τοιχογραφία με την Πότνια θηρών, περιλαμβάνει μία θεότητα, μία ιέρεια και τρεις κροκοσυλλέκτριες.

Αλκμαίων Κροτωνιάτης - Ο Πατέρας της Επιστημονικής Ιατρικής


Ο Αλκµαίων ο Κροτωνιάτης, ήταν γιος του Πειρίθου και μαθητής του Πυθαγόρα.
Η περίοδος της μεγάλης ακμής του συµπίπτει µε το τέλος του 6ου και τις αρχές του 5ου αιώνα πχ, στην περιοχή της Κάτω Ιταλίας.
Υπήρξε μεγάλος γιατρός φυσικός, φιλόσοφος και θεωρείται πατέρας της επιστημονικής ιατρικής, αφού πρώτος ασχολήθηκεµε την πειραματική έρευνα και την χειρουργική στο ανθρώπινο σώμα...

Ο Αλκμαίων είναι ο πρώτος που αναγνώρισε τον εγκέφαλο ως κεντρικό όργανο με το οποίο συνδέονται όλες οι αισθήσεις. Η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα ζώα είναι πως αυτός κατανοεί, ενώ εκείνα απλώς αισθάνονται.
Είναι φανερό πως ο Αλκμαίων είχε πρόθεση να μιλήσει στο βιβλίο του (που ελάχιστα αποσπάσματά του μόνο σώθηκαν) για πράγματα που ανήκουν στον φανερό ανθρώπινο κόσμο και όχι στον αφανή.
Έτσι, η διδασκαλία του περιοριζόταν, καθώς φαίνεται, στην περιοχή της ιατρικής, της φυσιολογίας και της ψυχολογίας. Το ενδιαφέρον του για την ιατρική και τη φυσιολογία τον οδήγησε στη διατύπωση ορισμένων αξιοσημείωτων απόψεων για την υγεία και την αρρώστια:
«Ο Αλκμαίων ισχυρίζεται πως η υγεία είναι η ισονομία των δυνάμεων, το να έχουν δηλαδή ίσα δικαιώματα μέσα στο σώμα το υγρό, το ξηρό, το ψυχρό, το θερμό, το πικρό, το γλυκό και τα λοιπά, η μοναρχία όμως ανάμεσά τους, δηλαδή η μεμονωμένη κυριαρχία ενός από αυτά, δημιουργεί την αρρώστια.. Η υγεία όμως είναι η συμμετρική ανάμιξη των ποιοτήτων».
Το ζωντανό σώμα είναι ένα σύστημα που οι βασικές συστατικές δυνάμεις, να και αντίθετες μεταξύ τους, πρέπει να είναι ισότιμες. Όταν αυτές ισορροπούν, το σύστημα λειτουργεί αρμονικά. Η αρμονία διαταράσσεται όταν μια δύναμη αποκτήσει ισχύ πέρα από τα κανονικά μέτρα της. Η δυσαρμονία που τότε προκαλείται είναι η αρρώστια.
Η θεραπεία, λοιπόν, που σημαίνει αποκατάσταση της ισορροπίας, η οποία διαταράχθηκε, συνίσταται στο να επαναφερθεί στην τάξη η δύναμη που καταπάτησε την αρχή των ίσων δικαιωμάτων μέσα στη μικρή «πολιτεία» του σώματος. Ο Αλκμαίων επιχείρησε ακόμα να δώσει μια ορθολογική εξήγηση της φυσιολογικής κόπωσης του ζωντανού οργανισμού και του θανάτου του.
Εξηγούσε την πορεία του σώματος προς τα γηρατειά και τον θάνατο ως συνέπεια μιας σειράς μεταβολών που συμβαίνουν συνεχώς μέσα του. Η γραμμή του βιολογικού χρόνου που διαγράφει κάθε ζωντανός οργανισμός δεν είναι κυκλική και ανακυκλούμενη παρά γραμμική πορεία προς τα εμπρός χωρίς επαναφορά.
Αν τα γηρατειά θα ήταν μια άλλη παιδική ηλικία, οι άνθρωποι και τα άλλα ζώα θα μπορούσαν να ζουν αιώνια, μια και η πορεία της ζωής τους θα ήταν ένας κύκλος, όπου το τέλος θα αποτελούσε μια νέα αρχή και η ζωή θα επαναλαμβανόταν αιώνια νέα. Καθετί, λοιπόν, που γεννιέται και ζει οδηγείται αναγκαστικά στον θάνατο, γιατί η αρχή εδώ δεν μπορεί να προσαφθεί στο τέλος.
Με ανάλογη επιχειρηματολογία ο φιλόσοφος ήθελε να δείξει πως η ψυχή είναι αθάνατη. Ενώ τα ανθρώπινα σώματα χάνονται, γιατί η πορεία τους είναι γραμμικά πεπερασμένη, τα ουράνια σώματα είναι αθάνατα, γιατί κινούνται με συνεχή, αιώνια πορεία κυκλική.
Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο ήλιος είναι το πιο φανερό παράδειγμα ουράνιου σώματος, που φαίνεται να κινείται με συνεχή και αδιάκοπα ανακυκλούμενη πορεία, εξηγείται ο λόγος του Διογένη Λαέρτιου πως ο Αλκμαίων δίδαξε ότι η ψυχή είναι αθάνατη και η κίνησή της είναι συνεχής σαν του ήλιου.

Επιμενίδης


Επιμενίδης
Θεολόγος και θαυματοποιός στην Ελλάδα των αρχαϊκών χρόνων, για τον οποίο όλες οι πληροφορίες που έχουμε παρουσιάζουν τον χαρακτήρα του θρύλου.
Γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Φαιστό της Κρήτης και από τα γεγονότα με τα οποία τον συνδέει η παράδοση εμφανίζεται να έζησε από 150 μέχρι 300 χρόνια.
Στην Αθήνα ήταν γνωστός ως φίλος του Σόλωνος, που όχι μόνο καθάρισε την πόλη από το Κυλώνειον άγος, αλλά και προετοίμασε τον λαό για τα νομοθετικά μέτρα του Σόλωνος που αφορούσαν στη σοβαρότητα της λατρείας και τον εξευγενισμό των σχετικών με το πένθος συνηθειών.

Παραδιδόταν όμως και μια δεύτερη επίσκεψή του στην Αθήνα δέκα χρόνια πριν από την περσική εισβολή. Κατά την επίσκεψη αυτή εγκαινίασε θυσίες που υπέδειξε ο Απόλλων και προείπε την περσική επίθεση, καθώς και μια Τρίτη πρόσκλησή του από τον Νικία κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, ύστερα από υπόδειξη των Δελφών.
Έλεγαν επίσης ότι πραγματοποίησε κάθαρση και στη Δήλο και άλλες πόλεις. Τον τάφο του έδειχναν στην πόλη τους οι Αργείοι, λέγοντας ότι το σώμα του το πήραν από τους Λακεδαιμονίους που τον σκότωσαν σε πόλεμο με τους Κνωσίους, γιατί δεν προφήτευσε αίσια γι’αυτούς, όσο και οι Σπαρτιάτες μέσα στο παλιό τους εφορείο.
Στον Επιμενίδη αποδίδονταν υπερφυσικές ιδιότητες. Έτσι παραδιδόταν ότι κοιμήθηκε για 50 χρόνια μέσα σε ένα σπήλαιο, ότι μπορούσε να απέχει από κάθε τροφή και ότι ξαναγύρισε περισσότερες φορές στη ζωή ή ότι η ψυχή του μπορούσε, όταν ήθελε, να περιπλανάται έξω από το σώμα του.
Τον καθαρμό της Αθήνας από το Κυλώνειον άγος πέτυχε αφήνοντας από τον Άρειο Πάγο (όπου κατοικούσαν οι Ευμενίδες) άσπρα και μαύρα πρόβατα, που έπρεπε να θυσιάσουν οι Αθηναίοι στους θεούς εκεί που θα πρωτοκάθιζαν. Στον Επιμενίδη αποδίδονταν ακόμη γραπτά κείμενα, μια θεογονία και ένα κείμενο χρησμών.
Όλα αυτά τα στοιχεία κατατάσσουν τον Επιμενίδη στο θρησκευτικό-πρακτικό πνευματικό ρεύμα που επικράτησε στις ελληνικές πόλεις μετά την ακμή του έπους, όπου η λαϊκή, προγονική σοφία συνδυάστηκε με μία ενθουσιαστική θρησκευτικότητα της οποίας οι εκπρόσωποι, όπως ο Αριστέας, ο Άβαρις, ο Επιμενίδης και άλλοι χρησμολόγοι τέθηκαν κάτω από την προστασία του Απόλλωνος Πυθίου και Πατρώου, του θεού που ίδρυσε τις αποικίες, επομένως τις πόλεις και τα γένη τους.
Η παράδοση αυτή, που εκδηλώνεται χαρακτηριστικά στα γνωμικά των «σοφών» -ο Επιμενίδης θεωρήθηκε ένας από τους επτά σοφούς στη θέση του Περιάνδρου- της αρχαϊκής περιόδου, χαρακτηρίστηκε συγγενής με τα σαμανικά θρησκευτικά ρεύματα και συνδέθηκε με επιδράσεις από τις περιοχές του Εύξεινου Πόντου, όπου ιδρύθηκαν κατά τον δεύτερο αποικισμό Ελληνικές πόλεις.
Όμως το πρακτικότερο πνεύμα που επικράτησε σε συνδυασμό με μια λαϊκότερη ηθική παράδοση στη διευρυνόμενη ελληνική κοινωνία προσφέρει μια καθολικότερη ερμηνεία του ρεύματος αυτού, που καταλήγει στους Ορφικούς και στον Πυθαγόρα:
Η παράδοση ήθελε τον Επιμενίδη γιό της νύμφης Βάλτης και νέον Κούρητα, θεοφιλή και σοφόν περί τα θεία την ενθουσιαστικήν και τελεστικήν σοφίαν (αγαπημένο των θεών και βαθύ γνώστη των θεϊκών πραγμάτων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την άμεση μέθεξη στο θείο και την εξυπηρέτησή της με τελετουργικές πράξεις).

Κυλώνειο Άγος


Κυλώνειο Άγος
Όταν ο Θεαγένης κατέλαβε με πραξικόπημα την εξουσία στα Μέγαρα το 640 π.Χ. κατόρθωσε με τα μέτρα,που εφάρμοσε να επιφέρει μια μικρή σε διάρκεια, αλλά εμφανή ισορροπία στο εσωτερικό της πόλης. Αυτή η πραγματικότητα παρείχε στον Μεγαρέα τύραννο τη δυνατότητα να σχεδιάσει και να επιχειρήσει μια παράτολμη ενέργεια.
Στόχος του Θεαγένη ήταν να ανατρέψει με πραξικόπημα το καθεστώς της Αθήνας και να εγκαθιδρύσει και εκεί τυραννικό πολίτευμα. Βασικός συνεργάτης του σε αυτό το εγχείρημα ήταν ο σύζυγος της κόρης του, Κύλων. Αν το σχέδιό τους είχε την επιθυμητή έκβαση τότε ο Κύλων θα γινόταν τύραννος της Αθήνας

Όσον αφορά τον βίο και το πραξικόπημα του Κύλωνα αντλούμε πληροφορίες από αρχαίους ιστορικούς όπως ο Ηρόδοτος (V 71), ο Θουκυδίδης (Ι 126) και ο Πλούταρχος (Σολ. 12-13). Αυτοί αναφέρουν ότι ο Κύλων ήταν Αθηναίος, ο οποίος ανήκε στην τάξη των ευπατρίδων, δη λαδή είχε ευγενική καταγωγή, και ήταν γαμπρός του τυράννου των Μεγάρων, Θεαγένη.
Ήταν όμορφος κι αρκετά δημοφιλής, καθώς το 640 Π.Χ. είχε αναδειχθεί Ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του διαύλου. Έως τη στιγμή που επιχείρησε το πραξικόπημα στην Αθήνα ο Κύλων δεν είχε διατελέσει άρχοντας ούτε είχε αναπτύξει άλλη πολιτική δράση. Ωστόσο, υπολόγιζε στη δημοτικότητά του και στην υποστήριξη,που θα του παρείχε ο Θεαγένης, αλλά και στα λόγια ενός χρησμού.
Σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, ο Κύλων πριν επιχειρήσει οτιδήποτε έπρεπε να ζητήσει τη συμβουλή του Θεού της μαντικής, Απόλλωνα. Έτσι, πήγε στους Δελφούς όπου ο Θεός του αποκάλυψε τα εξής: "εν τού Διός τή μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν", δηλαδή κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης γιορτής του Δία να καταλάβει την ακρόπολη της Αθήνας. Τότε ο Κύλων, θεωρώντας ως μέγιστη γιορτή του Δία τα Ολύμπια, κατέλαβε την ακρόπολη το 632 π.Χ. κατά τη διάρκεια της 42ης Ολυμπιάδας.
Το στράτευμα που ακολούθησε τον Κύλωνα απoτελείτo κυρίως από Μεγαρείς, τους οποίους απέστειλε ο Θεαγένης. Σύμφωνα όμως με τον Θουκυδίδη, ο χρησμός δεν διασαφήνιζε αν επρόκειτο για γιορτή Πανελλήνια ή τοπική.
Το πιθανότερο ήταν ότι ο χρησμός αναφερόταν στην τοπική εορτή των Διασίων, οπότε όλοι οι Αθηναίοι θα βρίσκονταν εκτός της πόλης τους, καθώς σύμφωνα με το τελετουργικό τους, τα Διάσια γιορτάζονταν στην ύπαιθρο.
Ενώ λοιπόν, το άστυ της Αθήνας θα ήταν σχεδόν άδειο, θα μπορούσε ο Κύλων να επιτύχει τον σκοπό του . Συνεπώς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ιδιαίτερα θετικά για τον Κύλωνα και τους οπαδούς του. Μόλις οι Αθηναίοι αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί συγκεντρώθηκαν από την ύπαιθρο και από το άστυ, και σύσσωμοι άρχισαν να πολιορκούν τον Κύλωνα και τις δυνάμεις του που είχαν εγκλειστεί στην Ακρόπολη.
Όπως μας πληροφορεί ο Μ. Lang ("Kylonian conspiracy" 1967) το γεγονός ότι όλοι οι Αθηναίοι, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση αντέδρασαν ενάντια στο πραξικόπημα υποδηλώνει ότι η ενέργεια αυτή του Κύλωνα δεν διέθετε κοινωνικό έρεισμα.
Με άλλα λόγια, η ανατροπή του καθεστώτος της Αθήνας δεν θα ικανοποιούσε λαϊκά αιτήματα ούτε ανταποκρινόταν στις ανάγκες μιας κοινωνικής μερίδας, όπως είχε συμβεί στην περίπτωση του Θεαγένη. Η διαπίστωση αυτή θα οδηγήσει το πραξικόπημα του Κύλωνα στην αποτυχία κάτω όμως από τραγικές συνθήκες. Όταν ο Κύλων κατέλαβε το 632 π.Χ την Ακρόπολη ήταν πολύ αισιόδοξος και πεπεισμένος για τη θετική έκβαση του πραξικοπήματός του, που Θα τον καθιστούσε τύραννο της Αθήνας.
Η αισιοδοξία αυτή άρχισε να υποχωρεί καθώς η πολιορκία εντεινόταν. Οι ΑΘηναίοι είχαν διακόψει την παροχή νερού προς την Ακρόπολη και η λειψυδρία μάστιζε όσους είχαν εγκλειστεί εκεί. Συγχρόνως, οι προμήθειες που είχαν συγκεντρώσει ο Κύλων και οι δυνάμεις του για να μπορέσουν να αντέξουν την πολιορκία, εξαντλήθηκαν ("είχον σίτου τέ και ύδατος απορίαν") [Θουκυδίδης 11261].
Η κατάσταση των πολιορκούμενων συνωμοτών επιδεινώθηκε σημαντικά. Οι πολίτες της Αθήνας βλέποντας πως το πραξικόπημα του Κύλωνα πλησίαζε στο άδοξο τέλος του, επέστρεψαν στις εργασίες τους, αφού πρώτα ανέθεσαν τη συνέχεια και διεκπεραίωση της πολιορκίας στους εννέα άρχοντες της πόλης τους.
Ο ίδιος ο Κύλων, κατανοώντας ότι το σχέδιό του είχε αποτύχει, άρχισε να σχεδιάζει τη διαφυγή του από την Ακρόπολη. Πράγματι με αρκετή δυσκολία ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον κλοιό των πολιορκητών τους και να καταφύγουν στα Μέγαρα.
Ωστόσο οι οπαδοί του Κύλωνα που στην πλειοψηφία τους ήταν Μεγαρείς, παρέμεναν έγκλειστοι στην Ακρόπολη υπομένοντας τις επιθέσεις των πολιορκητών τους και τις άθλιες συνθήκες που επέβαλε η έλλειψη τροφής και νερού. Διαπιστώνοντας ότι οι δυνάμεις τους άρχισαν να τους εγκαταλείπουν, οι πολιορκούμενοι άνδρες του Κύλωνα παραιτήθηκαν από τον σκοπό τους και προκειμένου να σωθούν κλείστηκαν ως ικέτες στο ναό της Αθηνάς Πολλιάδος.
Σύμφωνα με τους άγραφους ηθικούς νόμους της εποχής, όποιος κατέφευγε ως ικέτης σε ναό ή άγαλμα κάποιου Θεού, αυτομάτως περνούσε υπό την προστασία του Θεού αυτού και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να τον βλάψει. Αυτή η παράδοση έχει επιζήσει μέχρι τις ημέρες μας, καθώς οι ναοί ακόμα Θεωρούνται χώρος ασυλίας.
Ωστόσο, αρκετοί από τους οπαδούς του Κύλωνα ήταν ετοιμοθάνατοι, αφού δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις τραγικές συνθήκες της πολιορκίας. Ο W.Burkert (19941) αναφέρει ότι κατά τις θρησκευτικές αντιλήψεις της αρχαιότητας ο θάνατος μέσα στο ναό ήταν ανεπίτρεπτο γεγονός.
Τα πτώματα θα προσέβαλλαν την ηθική αγνότητα και θα μόλυναν την ιερότητα του ναού. Τότε, οι εννέα άρχοντες της Αθήνας, φοβούμενοι μήπως μολυνθεί ο ναός της προστάτιδας Θεάς της πόλης τους, υποσχέθηκαν στους οπαδούς του Κύλωνα ότι αν εξέρχονταν από το ναό Θα τους άφηναν να απομακρυνθούν χωρίς να τους βλάψουν. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Σολ. 121) οι συνωμότες δέχτηκαν την πρόταση και άρχισαν να κατεβαίνουν από την Ακρόπολη με σχοινί, το οποίο όμως έσπασε μόλις έφτασαν στο ιερό των Ευμενίδων.
Τότε ο Αλκμεωνίδης Μεγακλής, ο οποίος εκείνη την εποχή διατελούσε επώνυμος άρχοντας της Αθήνας, μαζί με τους άλλους άρχοντες αθέτησαν την υπόσχεση τους και σκότωσαν τους ικέτες.
Από τη βέβηλη αυτή πράξη προκλήθηκε ‘άγος’ δηλαδή μεγάλο ανοσιούργημα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνωστό ως "Κυλώνειο άγος".
Οι ΑΘηναίοι που διέπραξαν τους φόνους των ικετών και οι οικογένειές τους θεωρήθηκαν "εναγείς και αλιτήριοι’» δηλαδή μολυσμένοι και αμαρτωλοί, ενώ ο ίδιος ο Αλκμεωνίδης Μεγακλnς εξορίστηκε.
Αμέσως μετά από τα τραγικά αυτά γεγονότα στην Αθήνα ενέσκηψαν πολλές ασθένειες, οι οποίες θεωρήθηκαν ως τιμωρία της Θεάς ΑΘηνάς για το άγος, δηλαδή για τους φόνους των ικετών της. Τότε μετά από παραίνεση της Πυθίας οι ΑΘηναίοι κάλεσαν από την Κρήτη τον μάντη Επιμενίδη, ο οποίος πραγματοποίησε τελετουργικό καθαρμό της πόλης. Μάλιστα, ο καθαρμός ολοκληρώθηκε με την κατασκευή ενός ιερού, στο χώρο που είχαν φονευθεί οι ικέτες, το οποίο είναι γνωστό ως "Κυλώνειο".
Με αφορμή τα γεγονότα αυτά και μετά από παρακίνηση του Κύλωνα και του πεθερού του,Θεαγένη, οι Μεγαρείς αποφάσισαν να εκδικηθούν τη δολοφονία των συμπολιτών τους. Ο M. Lang αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο οι Μεγαρείς πραγματοποιούν επιδρομές στην Αττική.
Ως σημαντική επιτυχία θεωρείται η κατάληψη της Σαλαμίνας, που ενίσχυσε το γόητρο και την ισχύ των Μεγάρων,αλλά και προκάλεσε νέες προστριβές με την Αθήνα. Η απόπειρα του Κύλωνα θυμίζει με τις συνέπειες της «ντόμινο».
Η υπερβολική τόλμη του Κύλωνα οδήγησε στα τραγικά γεγονότα του άγους και ενέπλεξε τα Μέγαρα σε σύρραξη με την Αθήνα.
Η πράξη του Κύλωνα και η αποτυχία της αποδεικνύουν ότι οι πολιτικές μεταβολές δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσουν μέσα από βίαιες ή αιφνίδιες καταστάσεις,αλλά απαιτούνται λεπτοί χειρισμοί και φυσικά λαϊκή συναίνεση.

Νίκος Σκαλκώτας - Ένας σπουδαίος Έλληνας συνθέτης


Ο σπουδαιότερος κατά πολλούς, Έλληνας συνθέτης κλασικής μουσικής, ο Νίκος Σκαλκώτας.
Πέρασαν ήδη 60 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (19 Σεπτεμβρίου 1949), του σπουδαιότερου, ίσως, συνθέτη –της λεγόμενης «κλασικής» μουσικής- που γέννησε ποτέ ο τόπος μας, μα μόλις τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτή η αξία του στη χώρα μας. Όσο ζούσε, ελάχιστοι τον είχαν εκτιμήσει –όπως ο αείμνηστος μουσικοκριτικός της Καθημερινής Μίνως Δούνιας- τόσο ελάχιστοι, όσο και η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Ο Νίκος Σκαλώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1904. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών από όπου αποφοίτησε το 1920 παίρνοντας χρυσό μετάλλιο και υποτροφία. Πηγαίνει στο Βερολίνο για να περαιτέρω σπουδές. Εκεί τον κερδίζει η σύνθεση, όπου μαθητεύει–μεταξύ άλλων- δίπλα στους Αρνολντ Σένμπεργκ και Κουρτ Βάιλ. Το αδιέξοδο μιας ερωτικής σχέσης, οικονομικά προβλήματα και η άνοδος του ναζισμού το 1933 τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει τη Γερμανία.
Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, παρά τη δεξιοτεχνία του, παίζει βιολί στο τελευταίο αναλόγιο της Κρατικής Ορχήστρας. Απομονωμένος από τον καλλιτεχνικό περίγυρο συνεχίζει να συνθέτει παρότι το έργο του παρέμενε ανερμήνευτο, είτε επειδή ήταν δυσνόητο για τα δεδομένα της Ελληνικής μουσικής ζωής, είτε επειδή είναι εξαιρετικά απαιτητικό ακόμα και για σημερινές ορχήστρες.
Οι κακουχίες και η πενία δεν άργησαν να οδηγήσουν στο τέλος. Μία ημέρα, όπως περιγράφει ο πιανίστας και μαέστρος Γιώργος Χατζηνίκος, είχε πάει στο Δημοτικό Νοσοκομείο του Δήμου Αθηναίων (εκεί που βρίσκεται σήμερα το πνευματικό κέντρο) για να εξεταστεί, καθώς έπασχε από κήλη. Περίμενε στην ουρά ώσπου το ιατρείο έκλεισε στις μία, οπότε έφυγε για να επιστρέψει την επομένη.
Δεν εκμεταλλεύτηκε ούτε την γνωριμία με τον γιατρό (από τον καιρό του Βερολίνου) για να περάσει μπροστά στην ουρά, ούτε είχε την οικονομική δυνατότητα να πάει αλλού, καθώς είχε ήδη κλείσει θέση σε κλινική για την ετοιμόγεννη γυναίκα του. Το βράδυ τον έπιασαν οι πόνοι και τύλιξε το στόμα του με πετσέτες για να μην τον ακούσει η γυναίκα του, ταραχτεί και θέσει σε κίνδυνο το αγέννητο παιδί τους. Το πρωί είχε πεθάνει. Την επομένη γεννήθηκε ο γιος του, ο οποίος έγινε αργότερα πρωταθλητής Ελλάδας στο σκάκι.
Ο Σκαλκώτας, εκτός από το ήθος του, μάς κληροδότησε τουλάχιστον 110 έργα. Σήμερα το έργο του χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης σε όλη την Ευρώπη. Η φινλανδική δισκογραφική εταιρία BIS έχει ήδη κυκλοφορήσει 16 CD με έργα του, ενώ αποτελεί αντικείμενο διδακτορικών διατριβών, όπως για παράδειγμα αυτής του John Thornley στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Ο συνθέτης και μουσικολόγος Γιώργος Ζερβός επισημαίνει ότι ο Σκαλκώτας ξεπέρασε τη δεύτερη σχολή της Βιέννης καινοτομώντας με την ταυτόχρονη χρήση πολλών δωδεκαφθογγικών σειρών, τις οποίες μάλιστα κατάφερε να εντάξει στις μεγάλες κλασικές φόρμες. Παρατηρεί, επίσης, ότι η πολλαπλότητα των μέσων έκφρασης του Σκαλκώτα –έγραφε ταυτόχρονα σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα- και η ενότητα του ύφους του έργου του αποτελούν στοιχεία μοναδικά στη μουσική του 20ου αιώνα.
Στην Ελλάδα, όμως, αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για τον επιπλέον λόγο ότι στην τραγική του μοίρα, συμπυκνώνονται στο μέγιστο βαθμό τα πάθη της μουσικής μας -κι όχι μόνο- ζωής. Ο συνθέτης Χάρης Βρόντος ασκεί εντονότατη κριτική σε όσους θεωρεί υπεύθυνους για τον παραγκωνισμό του Σκαλκώτα και του έργου του, τόσο όσο αυτός βρίσκονταν εν ζωή, όσο και μετέπειτα. Σύμφωνα με τον Βρόντο, την ευθύνη φέρουν η ανευθυνότητα των επίσημων πολιτιστικών φορέων και οι «κλίκες» των τότε κρατούντων στη μουσική ζωή του τόπου.
Ωστόσο οι συνθήκες που ευθύνονταν για την κακουχία του Σκαλκώτα είναι διαχρονικές. Έντεκα χρόνια μετά το θάνατο του, στις 6 Νοεμβρίου του 1960, έγραφε ο μουσικοκριτικός της Αυγής, Βασίλης Παπαδημητρίου:
Θα εξακολουθήσουμε να στέλνουμε στο εξωτερικό τους νέους με κρατική υποτροφία και ύστερα θα θέτουμε φραγμό στο δρόμο τους; Ας θυμηθούμε τις περιπέτειες του άμοιρου Νίκου Σκαλκώτα…
Ας μην ξεχνάμε ότι το 1960 είχε χαρακτηριστεί ως έτος (περίπου) μηδέν για την Ελληνική μουσική. Είναι η χρονιά του περίφημου Μανιφέστου που υπέγραψαν οι Μίκης Θεοδωράκης, Αργύρης Κουνάδης, Γιάννης Ξενάκης, Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, Δημήτρης Χωραφάς και Φοίβος Ανωγειανάκης στο οποίο αναφέρονται τα ίδια σχεδόν προβλήματα που «σκότωσαν» τον Νίκο Σκαλκώτα, τα ίδια σχεδόν προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και σήμερα. Ποια είναι η κατάσταση της μουσικής παιδείας στα σχολεία; Γιατί οι μουσικοί των ορχηστρών μας μένουν για μήνες ολόκληρους απλήρωτοι; Έχουμε άραγε κρατικά Ωδεία, εκτός από το ένα της Θεσσαλονίκης;
Έχουμε Μουσική Ακαδημία, εκτός από την προεκλογική υπόσχεση του 2007, την οποία –όπως εν τέλει «στα χαρτιά» διαμορφώθηκε- όχι μόνο οι επαγγελματίες του χώρου, αλλά ακόμα κι ο ίδιος ο Θόδωρος Αντωνίου, ο υπεύθυνος της ομάδας εργασίας για τη δημιουργία της, την απαρνήθηκε;
Τώρα, 60 χρόνια μετά τον θάνατο του, ελάχιστα έχει τιμηθεί ο Νίκος Σκαλκώτας από την πολιτεία, η οποία σχεδόν τίποτα δεν έχει κάνει για τη διάδοση του έργου του, καθώς για τη διάδοση του έργου των Ελλήνων συνθετών γενικότερα. Μήπως, όμως, ακόμα και αυτές οι «τιμές», θα ήταν σήμερα περιττές;
Ο δάσκαλος του Σκαλκώτα και επινοητής του δωδεκαφθογγισμού, ο Σένμπεργκ είχε αναφέρει σε ένα γράμμα, με αφορμή μία εκδήλωση προς τιμήν του Μπετόβεν: Μία γιορτή για τον Μπετόβεν δεν θα έπρεπε να χρησιμεύει στη δόξα εκείνων που την οργανώνουν, αλλά μονάχα στη δόξα εκείνου ο οποίος τιμάται. Γι αυτόν το λόγο πρέπει να γίνει κάτι τιμητικό κι όχι να εκτελούνται [απλώς]τα έργα του όπως συνήθως, χωρίς να κοπιάζουμε περισσότερο από ότι συνήθως... Πώς θα μπορούσε, άραγε, να τιμηθεί σήμερα ο Σκαλκώτας;
Δεν θα ήταν αρκετό ή τουλάχιστον ελάχιστο προαπαιτούμενο να εκλείψουν οι αιτίες που «σκότωσαν» την ανάδειξη, την κατανόηση και την πρόσληψη του έργου του;
Έχουμε μία Μουσική Ακαδημία που θα εκπαίδευε -στον τόπο μας- μουσικούς ικανούς να παίξουν το έργο του; Πόσα από τα αιτήματα του περίφημου μανιφέστου του 1960 έχουν πραγματοποιηθεί σήμερα; Πόσοι Έλληνες έχουν την ανάλογη παιδεία, ώστε να τον εκτιμήσουν και να τον απολαύσουν;
Έχουμε άραγε τόσο σπουδαία και απαιτητική μουσική –και καλλιτεχνική- παιδεία, ώστε να καλλιεργούμε τέτοιους ερασιτέχνες, οι οποίοι να χαίρονται τη μουσική που παίζουν οι ίδιοι και να απολαμβάνουν, ως ενεργητικοί και συνειδητοποιημένοι ακροατές, τη μουσική που δημιουργούν οι επαγγελματίες ή οι πιο ταλαντούχοι εκ των ερασιτεχνών;
Στην εποχή του ο Νίκος Σκαλκώτας παραγκωνίστηκε από τους ομότεχνούς του.
Σήμερα χαίρει απεριόριστης εκτίμησης ανάμεσά τους. Αν όμως όσον αφορά την κατανόηση και εκτίμηση του έργου του έχουμε φτάσει πλέον στο έτος ένα, μήπως όσον αφορά τη γενικότερη μουσική παιδεία βρισκόμαστε ακόμα στο έτος (περίπου) μηδέν;

Θέμις - Προστάτιδα του δικαίου


Η Θέμις σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά της Γαίας και του Ουρανού.
Αποτελούσε την ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της φυσικής και της ηθικής τάξης καθώς και της εθιμοτυπίας.
Η λέξη θέμις παράγεται από το ρήμα τίθημι και δηλώνει αυτό που έχει τεθεί, το ισχύον. Σε πρακτικό συμβολικό επίπεδο αντιπροσωπεύει τον νόμο και την απαρασάλευτη τάξη, το θείο δίκαιο.

Ο Ησίοδος δεν θα μπορούσε διαφορετικά μια τέτοια τιτάνια αλληγορικής σημασίας θεότητα να μη τη συμπεριλάβει στους πρώτους θεούς κόρη του πρώτου θεϊκού ζεύγους του Ουρανού και της Γαίας η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως η δεύτερη σύντροφος του Δία.
Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας του πιο δυνατού από όλους τους θεούς. Μια βασιλεία που από εκείνη τη στιγμή ήταν εγγύηση σταθερών κανόνων που ισχύουν για θνητούς και θεούς.
Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί. Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους. Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω θυγατέρες της Θέμιδος ως εκπροσωπούσα τη φυσική τάξη φέρονταν οι Ώρες (= οι εποχές με το τυπικό της ακριβούς εναλλαγής των,), ως εκπροσωπούσα την ηθική τάξη φέρονταν η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας, καθώς και οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά, και τέλος ως εκπροσωπούσα την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες καθώς και η παρθένα Αστραία, επίσης προσωποποίηση της δικαιοσύνης. Αρχικά η Θέμις έχοντας κληρονομήσει την μαντική ικανότητα από την μητέρα της αντικατέστησε εκείνη πρώτη στο Μαντείο των Δελφών.
Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.
Ο Όμηρος σύμφωνα με τα έπη του τονίζει ότι η Θέμις εκτελεί παρά τον Δία καθήκοντα κήρυκος και ότι εξ ονόματός του συγκαλούσε τα συμβούλια των ολυμπίων θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους. Επίσης ότι αυτή κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν "Διός θέμιστες" όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.
Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.
Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε Ιχναία θεά, δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και Πανδερκής θεά εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται.
Μάλιστα λεγόταν πως η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι. Από αυτό κρινόταν επίσης και ως μάντης θεά.
Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα. Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.

Γανυμήδης


Στην Ελληνική Μυθολογία, ο Γανυμήδης ήταν θεοποιημένος μυθικός νέος, περίφημος για την ομορφιά του, από την Τρωάδα.
Ήταν πρίγκηπας της Τροίας, γιος του βασιλιά της Τρώα από τη Δαρδανία και της Καλλιρρόης, κόρης του θεού - ποταμού Σκάμανδρου. O Δίας μεταμορφώθηκε σε αετό και αρπάζοντάς τον, τον μετέφερε στον Όλυμπο, όπου του έδωσε αθανασία και έζησε αιώνια εκεί ως οινοχόος των θεών.

Ως αποζημίωση ο Δίας πρόσφερε στον Τρώα, πατέρα του Γανυμήδη, ένα ζευγάρι άλογα γοργοπόδαρα σαν τον άνεμο. Το Γανυμήδη οι αρχαίοι τον ταύτισαν με το θεό των πηγών του Νείλου και τον έκαναν αστερισμό. Είναι ο Υδροχόος του ζωδιακού κύκλου και προσωποποιεί το ανεξάντλητο νερό των σύννεφων που γονιμοποιεί τη γη.
Η γλυπτική τέχνη, η ποίηση, η ζωγραφική και η κωμωδία ασχολήθηκαν με το μύθο του Γανυμήδη. Σήμερα σώζονται σε διάφορα μουσεία συμπλέγματα με κύριο ήρωα το Γανυμήδη καθώς και τοιχογραφίες που ανακαλύφθηκαν στην Πομπηία με αυτό το θέμα.
Και νεότεροι καλλιτέχνες όπως ο Τιτσιάνο, ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Κορρέτζιο ασχολήθηκαν με το γοητευτικό μύθο της αρπαγής του πανώριου νέου.

Οι μετενσαρκώσεις του Πυθαγόρα


Μία από τις πλέον σημαντικές και αινιγματικές προσωπικότητες όλων των εποχών, που εμφανίστηκαν επάνω στον πλανήτη Γη, είναι αδιαμφισβήτητα ο μεγάλος δάσκαλος Πυθαγόρας.
Ο Πυθαγόρας από τη Σάμο, όχι μόνο θεωρεί ως δεδομένο τον περίφημο νόμο των επανενσαρκώσεων, στην εφαρμογή του οποίου στηρίζεται ολόκληρο το μετέπειτα εκπαιδευτικό και θρησκευτικό σύστημα της Αρχαίας Ελλάδος, αλλά ισχυρίζεται επιπλέον ότι είναι σε θέση να θυμάται και να αναγνωρίζει επακριβώς τις προηγούμενες ζωές του!

Αυτήν την άκρως σημαντική πληροφορία μας την μεταφέρει ο Διογένης Λαέρτιος στο βιβλίο του «Βίοι Φιλοσόφων» στο ειδικό κεφάλαιο που έχει γράψει για την ζωή και το έργο του Πυθαγόρα.
Το θέμα αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και αξίζει να ανατρέξουμε στο Ιερό Αρχαίο κείμενο, για να διαπιστώσουμε επακριβώς τα όσα ισχυριζόταν ο Πυθαγόρας: …Αυτό το γεγονός (των μετενσαρκώσεων του Πυθαγόρα) το αναφέρει ο Ηρακλείδης από τον Πόντο, ο οποίος ισχυρίζεται τα εξής:
Θεωρούσε δηλαδή ότι (ο Πυθαγόρας), πιθανώς είχε ζήσει κάποτε (σε κάποια άλλη ζωή) με το όνομα Αιθαλίδης και μάλιστα στην ζωή αυτή, ήταν γιος του Ερμή.
Αναφέρει επίσης, ότι ο Ερμής είχε πει στον Πυθαγόρα ότι θα μπορούσε να ζητήσει από αυτόν οποιαδήποτε χάρη, εκτός από το να τον κάνει Αθάνατο! Λέγεται λοιπόν, ότι αυτό που ζήτησε ο Πυθαγόρας από τον Ερμή, ήταν να του χαρίσει την δυνατότητα να γνωρίζει καθόλη την διάρκεια της ζωής του, αλλά και μετά τον θάνατό του, ότι συμβαίνει γύρω του.
(Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ερμής είναι ο Θεός της ορθής Ερμηνείας των ανεξήγητων φαινομένων, αλλά και ο Ψυχοπομπός. Επομένως ο Πυθαγόρας με την αίτησή του, αναφέρεται και συνδυάζει ακριβώς αυτές τις δύο ιδιότητες του Θεού)
Δηλαδή, ουσιαστικά αυτό που ζήτησε ο Πυθαγόρας, ήταν η δυνατότητα να έχει την πλήρη επίγνωση όλων των γεγονότων που συμβαίνουν γύρω του σε ολόκληρη την διάρκεια της ζωής του, αλλά και μετά τον θάνατό του, να εξακολουθεί να έχει την πλήρη επίγνωση των μνημών που απέκτησε κατά την διάρκεια της ζωής του!
Σε μια επόμενη ζωή, ο Πυθαγόρας ενσαρκώθηκε ως κάποιος που λεγόταν Εύφορβος και στη ζωή αυτή, έφερε το τραύμα που προκλήθηκε κατά την ζωή που είχε ενσαρκωθεί ως Μενέλαος.
Ο Πυθαγόρας ισχυριζόταν ότι η ενσάρκωσή του κατά την οποία ονομαζόταν Εύφορβος, προηγήθηκε από την ενσάρκωσή του, στην οποία ονομαζόταν Αιθαλίδης και επομένως σαν συνέπεια αυτής της ενσάρκωσης ως Αιθαλίδης, θα έπρεπε να είχε λάβει το δώρο από τον Ερμή (της διατήρηση αυτής της ικανότητας) που θα του επέτρεπε κατά την περιπλάνηση της Ψυχής του (δηλαδή μετά θάνατον).
Ακόμα και αν μεταμορφωνόταν σε φυτό ή και σε ζώο πριν ενσαρκωθεί πάλι σαν άνθρωπος να εξακολουθεί να διατηρεί αυτήν την ικανότητα. Ακόμα και αν υποστεί και η δική του Ψυχή όλα τα δεινά τα οποία υφίστανται και οι υπόλοιπες Ψυχές κατά την διάρκεια της παραμονής τους στον Άδη. (Αναφέρεται δηλαδή στις ειδικές διαδικασίες που υπόκεινται οι Ψυχές όταν πεθάνει το υλικό σώμα, με αποτέλεσμα να χάνουν τις Μνήμες των προηγουμένων ζωών τους).
Γνώριζε επίσης, όταν ζούσε με το όνομα Εύφορβος, ότι μετά τον θάνατό του, θα επανέλθει στην επόμενη ζωή του με το όνομα Ερμότιμος, Σαν Ερμότιμος θα έπρεπε να επιβεβαιώσει και να αποδείξει το ποιος προϋπήρξε στις προηγούμενες ζωές του, με το να επισκεφτεί την περιοχή της Βραγχίδας.
Αφού εισέλθει λοιπόν στο Ιερό του Απόλλωνα που βρίσκεται εκεί, θα πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει την ασπίδα του Μενέλαου, (Αφού όπως αποκάλυψε, ο Μενέλαος υπήρξε κάποτε ο ίδιος, επομένως η ασπίδα αυτή ήταν δική του σε μία προηγούμενη ζωή του.
Θα έλεγε λοιπόν ότι όταν απόπλευσε από την Τροία, αφιέρωσε στον Απόλλωνα την ασπίδα του). Βεβαίως, η ασπίδα αυτή θα είχε ήδη σαπίσει, αλλά θα είχε παραμείνει όμως το πρόσωπο που διακοσμούσε την ασπίδα, το οποίο ήταν φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο το οποίο αργεί να φθαρεί. (Το γεγονός αυτό το αναφέρει, διότι προφανώς, κάποτε στην Τροία ο Μενέλαος είχε πληγώσει την Ψυχή του Πυθαγόρα και σαν Ερμότιμος επέστρεψε στον ναό που βρισκόταν η ασπίδα ακόμα και σάπια για να θεραπεύσει την ψυχή του κατά το «Τρώσσας και Ιάσσεται…») και επειδή και ο Ερμότιμος κάποτε θα πέθανε, γνώριζε από πριν ότι θα μετενσαρκωθεί στον Πύρρο τον Αλιέα.
Και θα υπήρχε πάντα στην μνήμη του η γνώση ολόκληρης της σειράς των ενσαρκώσεων από τις οποίες πέρασε. Μετά τον θάνατο του Πύρρου, γεννήθηκε ο Πυθαγόρας ο οποίος είχε αποκτήσει την μνήμη όλων προσώπων που περιγράψαμε.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν διασώθηκε κανένα σύγγραμμα του Πυθαγόρα μετά την διάλυση της σχολής του. Ο Ηράκλειτος που ήταν φυσικός φιλόσοφος, λένε ότι το επιβεβαίωνε και έλεγε το εξής:
«Ο Πυθαγόρας που ήταν γιος του Μνησάρχου, περιέγραψε τους χαρακτήρες όλων των ανθρώπων και αφού δίδαξε αυτές τις περιγραφές, απέκτησε την φήμη του σοφού και του πολυμαθέστατου, αλλά παρόλα αυτά τον κακοποίησαν».
ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ
Τοῦτόν φησιν Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς (Wehrli vii, fg. 89) περὶ αὑτοῦ τάδε λέγειν,ὡς εἴη ποτὲ γεγονὼς Αἰθαλίδης καὶ Ἑρμοῦ υἱὸς νομισθείη·τὸν δὲ Ἑρμῆν εἰπεῖν αὐτῷ ἑλέσθαι ὅ τι ἂν βούληται πλὴν ἀθανασίας.αἰτήσασθαι οὖν ζῶντα καὶ τελευτῶντα μνήμην ἔχειν τῶν συμβαινόντων.Θεού) ἐν μὲν οὖν τῇ ζωῇ πάντων διαμνημονεῦσαι,ἐπεὶ δὲ ἀποθάνοι τηρῆσαι τὴν αὐτὴν μνήμην.χρόνῳ δ' ὕστερον εἰς Εὔφορβον ἐλθεῖν καὶ ὑπὸ Μενέλεω τρωθῆναι.ὁ δ' Εὔφορβος ἔλεγεν ὡς Αἰθαλίδης ποτὲ γεγόνοι καὶ ὅτι παρ'Ἑρμοῦ τὸ δῶρον λάβοι καὶ τὴν τῆς ψυχῆς περιπόλησιν,ὡς περιεπολήθη καὶ εἰς ὅσα φυτὰ καὶ ζῷα παρεγένετο καὶ ὅσα ἡ ψυχὴ ἐν τῷ Ἅιδῃ ἔπαθε καὶ αἱ λοιπαὶ τίνα ὑπομένουσιν.(Αναφέρεται δηλαδή στις ειδικές διαδικασίες που υπόκεινται οι Ψυχές όταν πεθάνουν, με αποτέλεσμα να χάνουν τις Μνήμες των προηγουμένων ζωών τους).ἐπειδὴ δὲ Εὔφορβος ἀποθάνοι, μεταβῆναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ εἰς Ἑρμότιμον,ὃς καὶ αὐτὸς πίστιν θέλων δοῦναι ἐπανῆλθεν εἰς Βραγχίδας καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ἱερὸν ἐπέδειξεν ἣν Μενέλαος ἀνέθηκεν ἀσπίδα,(ἔφη γὰρ αὐτόν, ὅτ' ἀπέπλει ἐκ Τροίας, ἀναθεῖναι τῷ Ἀπόλλωνι τὴν ἀσπίδα,)διασεσηπυῖαν ἤδη, μόνον δὲ διαμένειν τὸ ἐλεφάντινον πρόσωπον.ἐπειδὴ δ' Ἑρμότιμος ἀπέθανε, γενέσθαι Πύρρον τὸν Δήλιον ἁλιέα·καὶ πάντα πάλιν μνημονεύειν, πῶς πρόσθεν Αἰθαλίδης, εἶτ' Εὔφορβος, εἶτα Ἑρμότιμος, εἶτα Πύρρος γένοιτο.ἐπειδὴ δὲ Πύρρος ἀπέθανε,γενέσθαι Πυθαγόραν καὶ πάντων τῶν εἰρημένων μεμνῆσθαι. Ἔνιοι μὲν οὖν Πυθαγόραν μηδὲ ἓν καταλιπεῖν σύγγραμμά φασιν διαπεσόντες. Ἡράκλειτος γοῦν ὁ φυσικὸς μονονουχὶ κέκραγε καί φησι·"Πυθαγόρης Μνησάρχου ἱστορίην ἤσκησεν ἀνθρώπων μάλιστα πάντων καὶ ἐκλεξάμενος ταύτας τὰς συγγραφὰς ἐποιήσατο ἑαυτοῦ σοφίην, πολυμαθείην, κακοτεχνίην."

Ταυροκαθάψια


Επρόκειτο για ένα περίπλοκο και επικίνδυνο ακροβατικό παιχνίδι, κατά το οποίο κυρίως νέοι και νέες εκτελούσαν θεαματικά άλματα στη ράχη ταύρων που έτρεχαν.
Η χρήση των ζώων βέβαια προϋπέθετε τη σύλληψη και το δαμασμό τους. Αν και τα παιχνίδια με ταύρους είναι γνωστά και από άλλους προϊστορικούς πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Ανατολής, στη μινωική Κρήτη έφτασαν σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο δεξιοτεχνίας.

Ως βάση για την εξέλιξη των ταυροκαθαψίων θεωρείται το κυβίστημα, που αποτελεί μία μορφή ακροβασίας και κατάγεται από την Αίγυπτο. Οι κυβιστήρες ήταν νέοι που εκτελούσαν με εξαιρετική ευλυγισία θεαματικά γυμνάσματα, ενίοτε και ανάμεσα σε ξίφη.
Τα ταυροκαθάψια έχουν μελετηθεί πολύ από τους ειδικούς και, με βάση τις παρατηρήσεις του J. C. Younger σε ένα δείγμα 54 παραστάσεων ταυροκαθαψίων, έχουν διακριθεί τρεις διαφορετικές τεχνικές όσον αφορά τα άλματα.
Στην πρώτη, ο αθλητής έπιανε τον ταύρο που κάλπαζε από τα κέρατα, αναποδογύριζε το σώμα του πάνω από το κεφάλι του, πατούσε πάνω στην πλάτη του και μετά γύριζε στον αέρα και προσγειωνόταν πίσω του.
Στη δεύτερη, ο αθλητής πηδούσε -κατά προτίμηση από μια ανυψωμένη θέση- πάνω από το κεφάλι του ταύρου, έπεφτε με τα χέρια πάνω στην πλάτη του ζώου, μετά γυρνούσε στον αέρα και προσγειωνόταν στο έδαφος πίσω από αυτό.
Στην τρίτη, η οποία απεικονίζεται σε μία και μόνο παράσταση, ο ταυροκαθάπτης διακρίνεται πάνω από την ουρά του ταύρου, πιθανόν αφού τον έχει πλησιάσει από το πλάι.
Ίσως η τελευταία αυτή παράσταση να μην αποδίδει μια ρεαλιστική τεχνική, αλλά να υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες της εικονογραφίας του σφραγιδόλιθου που απεικονίζεται.
Οι περίφημες νωπογραφίες από την Κνωσό, που χρονολογούνται περίπου στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ., φαίνεται ότι αποτελούν ένα συνδυασμό των δύο πρώτων τεχνικών.
Οι ταυροκαθάπτες, όπως απεικονίζονται στις διάφορες παραστάσεις φέροντας πλούσια ενδυμασία, περίτεχνη κόμμωση και κοσμήματα, φαίνεται ότι μάλλον ανήκαν στις τάξεις των ευγενών.
Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, τα ταυροκαθάψια τελούνταν στο πλαίσιο θρησκευτικών τελετών για την ανάδειξη των ικανότερων αθλητών και ο θρησκευτικός τους χαρακτήρας φαίνεται κυρίως στη χρήση του ταύρου, του ιερού ζώου της Κρήτης.
Θεωρείται πλέον πιθανότερο ότι το αγώνισμα αυτό παρουσιαζόταν σε ειδικά περιφραγμένους χώρους στη γύρω περιοχή των ανακτόρων -όπως στα Μάλια όπου υπάρχει ένας ειδικά διαμορφωμένος χώρος στα βορειοδυτικά του συγκροτήματος- παρά στις κεντρικές αυλές τους.

Τα Ελευσίνια Μυστήρια


Ο Μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης
Παρόλο που οι περισσότεροι από τους αρχαίους λαούς φαντάζονταν τους θεούς να κατοικούν στον ουρανό, η θεότητα της γης είναι πολύ παλαιότερη και τα Ελευσίνια Μυστήρια περιστρέφονταν γύρω από αυτή.
Στην αρχή την αποκαλούσαν Γαία αλλά με το πέρασμα των αιώνων, απέκτησε το όνομα Δήμητρα, το οποίο κατά μια πιθανότατα σημαίνει «Γη μήτηρ», ενώ κατά μια άλλη «μητέρα του σταχυού».

Η λατρεία της Δήμητρας ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τους αγρότες, με τον κύκλο των εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή. Ξεκινώντας από τις εύφορες πεδιάδες της νότιας Θεσσαλίας, εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και είχε ευρύτατη διάδοση σε όλο τον ελληνισμό από την Μικρά Ασία μέχρι την Ιταλία.
Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης (κόρη της Δήμητρας και του Δια) που αποτελεί το κέντρο της λατρείας των Ελευσίνιων έχει ως εξής σύμφωνο με τον ομηρικό ύμνο: η Κόρη έπαιζε σε μια πανέμορφη, καταπράσινη περιοχή, το Νυσσιον Πεδίο, μαζί με τις Ωκεανίδες Νύμφες όταν είδε ένα πανέμορφο νάρκισσο και θέλησε να τον κόψει.
Τότε εμφανίστηκε ο Άδης (Πλούτωνας) και την έκλεψε, αφού προηγουμένως είχε πάρει την συγκατάθεση του Δια. Η Δήμητρα μάταια έψαχνε να την βρει. Κάποια μέρα μίλησε με τον βασιλιά Ήλιο ο οποίος της εξήγησε τι είχε γίνει, κι αυτή έχοντας θυμώσει παρά πολύ με το Δια που επέτρεψε την αρπαγή της κόρης τους, αντί να γυρίσει στον Όλυμπο, μεταμορφώθηκε σε γριά και άρχισε να περιπλανείται στις πόλεις.
Έτσι έφτασε στην Ελευσίνα όπου ζήτησε να της χτίσουν έναν ναό κάτω από την Ακρόπολη. Αποσύρθηκε στον ναό λοιπόν, έκοψε κάθε επαφή με τον κόσμο και όλη μέρα θρηνούσε για τον χαμό της Κόρης της μέχρι που η γη έπαψε να βλασταίνει και ο αφανισμός των ανθρώπων απειλούσε τον κόσμο.
Βλέποντας αυτά, ο Δίας έστειλε τον Ερμή στον Άδη ζητώντας του να επιτρέψει την άνοδο της Κόρης για να ηρεμήσει η Δήμητρα. Ο Άδης την έστειλε αφού πρώτα της έδωσε να φάει καρπό ροιάς (ροδιού) για να εξασφαλίσει την επιστροφή της.
Η Κόρη συνάντησε την μητέρα στην Ελευσίνα, όμως μόλις η Δήμητρα αντιλήφθηκε ότι η κόρη της έφαγε τον καρπό κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Την λύση έδωσε η Ρέα (μητέρα του Δια, του Άδη και της Δήμητρας) μέσω της οποίας έγινε συμβιβασμός ανάμεσα στους θεούς και αποφάσισαν ότι η Περσεφόνη θα περνούσε το 1/3 του χρόνου με τον σύζυγο της Άδη και τα 2/3 στον Όλυμπο με την μητέρα της.
Έτσι πείστηκε και η Δήμητρα να γυρίσει στον Όλυμπο και μόλις βγήκε από τον ναό που είχε κλειστεί, η γη άνθισε και η Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να την λατρεύουν, τα «Σεμνά Όργια*», τα οποία δεν επιτρεπόταν για κανένα λόγο να φανερώνονται στους αμύητους.
*Σημείωση: η παρεξηγημένη λέξη όργια σημαίνει μυστικές τελετές, μυστική λατρεία.
Ιστορικό των Μυστήριων
Προς τιμήν της Δήμητρας γίνονταν πολλές γιορτές (τα Θεσμοφόρια, τα Αλώα, τα Θαλύσια) η σημαντικότερη όμως ήταν τα Ελευσίνια μυστήρια στα οποία η Δήμητρα λατρευόταν ως πανίσχυρη, χθόνια και γόνιμη θεά και γιορτάζονταν στον ναό της Ελευσίνας. Θεωρείται ότι τα Ελευσίνια Μυστήρια ιδρύθηκαν από τον Εύμολπο το 1.400 π.Χ. κι ότι άρχισαν να λειτουργούν επίσημα τον 8ο αιώνα π.Χ.
Επίσης, οι μυστικές αυτές τελετές φαίνεται ότι ήταν μέρος της λατρείας των Πελασγών, των οποίων η θρησκεία περιστρεφόταν γύρω από τη λατρεία της γης, τις χθόνιες θεότητές της, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και της μετά θάνατον ζωής. Μετά την κάθοδο των ελληνικών φύλων, των Αχαιών και των Ιώνων, οι οποίοι λάτρευαν τους ουράνιους θεούς, οι Πελασγοί ζήτησαν να προστατέψουν τις θρησκευτικές παραδόσεις και τη λατρεία τους από τη βεβήλωση των αλλόθρησκων κατακτητών και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν το σκότος της νύχτας.
Τα μυστήρια λοιπόν της Ελευσίνας είναι η θρησκεία των κατακτηθέντων Πελασγών, οι τελετές της οποίας, εξαιτίας του φόβου των επιδρομέων γίνονταν σε μυστικές συναθροίσεις. Αν και αρχικά η θρησκεία των προελληνικών φύλων υπέστη τους διωγμούς των κατακτητών, με το πέρασμα του χρόνου οι θρησκευτικές τελετές και δοξασίες κατακτητών και κατακτημένων αφομοιώθηκαν.
Υπήρχαν τα μικρά (Ελάσσονα), τα εν Άγραις και τα μεγάλα (Μείζονα) μυστήρια. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν πρέπει να ταυτίζονται τα μικρά (Ελευσίνια) με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Κατά τη διάρκεια του Ανθεστηρίωνα (Β΄ 15ήμερο Φεβρουαρίου και Α΄ 15ήμερο Μαρτίου) τελούνταν τα μικρά Ελευσίνια ενώ τα μεγάλα τελούνταν το μήνα Βοηδρομιώνα (Β΄15ήμερο Σεπτεμβρίου και Α΄15ήμερο Οκτωβρίου).
Υποστηρίζεται ότι τα μικρά τα Ελευσίνια ήταν εισαγωγικές και προπαρασκευαστικές τελετές για τα Μεγάλα Μυστήρια. Τα Ελευσίνια προσέλκυαν ανθρώπους από ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο και τη Ρωμαϊκή περίοδο από όλη την αυτοκρατορία, καθώς ο εορτασμός τους διατηρήθηκε μέχρι την εποχή του Θεοδοσίου.
Τα Μικρά Ελευσίνια
Τα μυστήρια αυτά διαρκούσαν 9 μέρες, όσες δηλαδή είχε κρατήσει και η περιπλάνηση της Δήμητρας και η διοργάνωσή τους έκαναν δυο γνωστές οικογένειες, οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες. Από τους πρώτους προερχόταν ο Ιεροφάντης, ο οποίος προΐστατο στις απόκρυφες τελετές ενώ από τους δεύτερους ο Δαδούχος, που είχε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της μύησης, και ο Ιεροκήρυκας, ο οποίος κήρυσσε την έναρξη των Mυστηρίων.
Mε τον Iεροφάντη συνεργαζόταν η ιέρεια της Δήμητρας που διέμενε μόνιμα στο ιερό της Ελευσίνας. Την πρώτη μέρα μεταφέρανε τα μυστικά ιερά της Δήμητρας από το άδυτο του Τελεστήριου στην Αθήνα και τα τοποθετούσαν στο Ελευσίνιο, το ιερό της. Την επόμενη μέρα στην αγορά των Αθηνών, μπροστά στην Ποικίλη Στοά, ο ιεροφάντης και ο κήρυκας αναγγέλλανε την έναρξη της γιορτής. Οι επόμενες μέρες ήταν αφιερωμένες σε θυσίες. Την έκτη μέρα επιστρέφανε με πομπή τα «ιερά» στην Ελευσίνα.
Η πομπή ξεκινούσε το πρωί και έφτανε στον προορισμό της με τη δύση του ήλιου. Η έβδομη μέρα ήταν αφιερωμένη πάλι σε θυσίες. Στις δύο τελευταίες μέρες γίνονταν οι μυστικές τελετές για τις οποίες γνωρίζουμε ελάχιστα. Γινόταν κάποια τελετή (δρώμενα), οι ιερείς έλεγαν κάποιες ιερές φράσεις (τα λεγόμενα) και έδειχναν στους μυημένους (μύστες) τα δεικνύμενα. Λίγο πιο συγκεκριμένα, οι μυούμενοι θυσίαζαν δέλφακα (χοιρίδιο) και με τα νερά του ποταμού Ιλισού καθαρίζονταν από τα μιάσματα με τη βοήθεια ειδικού ιερέα που λεγόταν «Υδρανός». Ακολουθούσε ο μέγας όρκος τους μπροστά στον Ιεροφάντη και έπειτα γινόταν η κατήχησή τους από τον τελευταίο.
Στο τέλος, οι μυούμενοι ενθρονίζονταν και οι ιερείς χόρευαν τελετουργικά γύρω τους ως σημάδι ότι τους αποδέχονταν στον κύκλο της πρώτης μύησης. Επίσης οι μύστες ένα χρόνο μετά τη μύησή τους έπρεπε να πάνε στα Μεγάλα Μυστήρια για να γίνουν επόπτες, πού ήταν και ο μεγαλύτέρος βαθμός μύησης.
Τα Μεγάλα Ελευσίνια
Η γιορτή τελούνταν κάθε χρόνο κατά το μήνα Βοηδρομιώνα. Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όχι μόνο οι πολίτες αλλά και οι γυναίκες, οι δούλοι και οι ξένοι. Η συμμετοχή στη γιορτή δεν προϋπέθετε τη μύηση. Αυτό ήταν καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής.
Η μύηση αποσκοπούσε στη συμφιλίωση με το θάνατο και την προσδοκία της μεταθανάτιας ζωής και γι' αυτό το λόγο είχε μεγάλη απήχηση την εποχή εκείνη. Η πρώτη ημέρα της μύησης λεγόταν «Αγυρμός» (που σημαίνει συγκέντρωση) κατά την οποία οι υποψήφιοι μύστες συγκεντρώνονταν στο Ιερό της Ελευσίνας.
Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «΄Αλαδαι Μύσται» και περνούσε με πομπή προς τη θάλασσα και καθαρμούς στα νερά της. Την τρίτη ημέρα καθιερωνόταν απόλυτη νηστεία κι άρχιζε η χορήγηση του περίφημου ποτού «Κυκεών». Η νηστεία σταματούσε το ίδιο βράδυ με τα «ιερά τρόφιμα» που δίνονταν στους μυούμενους μέσα από μια «Μυστική Κύστη».
Την τέταρτη ημέρα έκαναν θυσίες στις θεότητες της Ελευσίνας και χόρευαν ιερατικούς κυκλικούς χορούς ενώ την πέμπτη ημέρα γινόταν «Λαμπαδηφορία» όπου οι μυούμενοι με πυρσό στο χέρι και ανά δυάδες σχημάτιζαν σιωπηλή πομπή με επικεφαλή τον «Δαδούχο» ιερέα κι έμπαιναν στο Ναό της Θεάς Δήμητρας. Η έκτη ημέρα λεγόταν «Ίακχος» και ήταν αφιερωμένη σε λατρευτικές πράξεις προς τιμή του θεοπαίδα Ιάκχου με περιφορά του αγάλματός του, το οποίο ήταν στεφανωμένο με μυρσίνη σε ένδειξη πένθους, και των ιερών του αντικειμένων (Λικμός, Κάλαθος, Φαλλός) από τον Κεραμεικό στην Ελευσίνα μέσω της «Ιεράς Οδού».
Η νύχτα προς την έβδομη ημέρα ήταν η «Ιερά Νυξ» και εγκαινίαζε τη Μεγάλη Μύηση που ολοκληρωνόταν την ένατη ημέρα με την τελική Ιεροφάνεια και τη Θεαματική επιφάνεια της Θεάς Περσεφόνης που ανερχόταν από τον Άδη. Το ακριβές περιεχόμενο των τελετών παραμένει πάντως ως τις μέρες μας άλυτο μυστήριο, καθώς οι συμμετέχοντες τηρούσαν απόλυτη μυστικότητα και η πολιτεία επέβαλλε σ’ αυτούς που την παραβίαζαν την ποινή του θανάτου.
Το τέλος των Μυστηρίων
Με την εξάπλωση και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα Ελευσίνια Μυστήρια άρχισαν να χάνουν το κύρος και την αίγλη τους. Το τελειωτικό πλήγμα εναντίον τους κατέφερε ο ηγεμόνας των Γότθων, Αλάριχος το 395 μ.Χ.
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ελλάδα και συνοδευόμενος από ιερείς και μοναχούς που είχαν ασπαστεί το δόγμα του Αρειανισμού, πυρπόλησε το Ιερό Τελεστήριο και θανάτωσε μαρτυρικά όλο το Ιερατείο στην πυρά, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου ιεροφάντη, ο οποίος όμως δεν ήταν από το γένος των Ευμολπιδών, αλλά κάποιος ιερέας από τις Θεσπιές που είχε ασπαστεί τη λατρεία του Μίθρα.
Έτσι επαληθεύθηκε και η προφητεία του γηραιού Νεστόριου, του τελευταίου γνήσιου και νόμιμου ιεροφάντη, ο οποίος είχε προβλέψει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ιερών (αφού οι Εθνικοί είχαν εκτραπεί από την πίστη και την ευσέβεια προς τους αρχαίους θεούς) και συμβόλισε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το τέλος του αρχαίου κόσμου, σβήνοντας την ιερή δάδα στο Τελεστήριο της θεάς.
Άλλες Χρήσιμες Πληροφορίες
• Στα Ελευσίνια γύρω 176 μ.Χ μυήθηκε και ο Μ. Αυρήλιος ενώ στα Μυστήρια αυτά δεν γίνονταν δεκτοί ανθρωποκτόνοι, ιερόσυλοι, εναγείς, μάγοι και άθεοι.
• Αντίστοιχος με τον βαθμό του ιεροφάντη ήταν αυτός της ιεροφάντιδος. Οι ιεροφάντιδες ήταν δύο, η μία της Δήμητρας και η άλλη της Κόρης και προέρχονταν και αυτές από το γένος των Ευμολπιδών.
• Σύμβολα που αναφέρονται ότι χρησιμοποιούσαν στα μυστήρια είναι τα εξής: Η σφαίρα, το στάχυ και η χλόη, το φίδι, η άκανθος, ο υάκινθος, το σπειρωτό φίδι το κουκουνάρι, το αυγό και Κλάδος Πίτυος.
• Κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν με μεγάλη επισημότητα στους πιστούς, σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της μητέρας γης.
• Στηριζόμενοι σε διάφορες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, και κυρίως του Αριστοφάνη, πιστεύεται ότι κατά τη διάρκεια της τελετής υπήρχε έντονη εναλλαγή σκότους και φωτός.
• ο Διαγόρας ο Μήλιος, ο οποίος διακωμώδησε τα Μυστήρια επικηρύχθηκε από τους Αθηναίους για δύο τάλαντα για τη σύλληψή του και για ένα τάλαντο για τον θάνατό του.
• Ο Αλκιβιάδης, κατηγορούμενος για παρωδία των Μυστηρίων, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.
• Ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, κατηγορούμενος ότι σε τραγωδίες αποκάλυψε κάποια από τα απόρρητα, κινδύνευσε αλλά τελικά απαλλάχθηκε.
• Ο ρήτορας Ανδοκίδης μόλις που κατάφερε να διαφύγει την ποινή του θανάτου.
• Ο Πλάτωνας μιλούσε για τα Μυστήρια με μεγάλη επιφύλαξη.

Γεωμυθολογία και μαντική στο Ιερό των Δελφών


Η ENΑPΞH της μεγάλης ανασκαφής στους Δελφούς αντιδόνησε τον παλμό μιας αρχαίας κοινωνίας με καταλυτικό ρόλο στην ιστορία του πολιτισμού. Συνδυάζοντας τη συγκλονιστική ομορφιά του φυσικού τοπίου με την καλλιτεχνική δημιουργία και τα χειροπιαστά ανασκαφικά ευρήματα, που αποτελούν σταθμό στην ιστορία τέχνης και τεχνολογίας, το ιερό του Φοίβου Απόλλωνα και της Αθηνάς Προναίας κηρύχθηκε από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Όμως στην καθιέρωση των Δελφών ως παγκόσμιου προσκυνήματος συνετέλεσε και το ιδεολογικό υπόβαθρο τού εκεί Απολλώνειου μαντείου, δηλ. η καλλιέργεια εννοιών που παραμένουν επίκαιρες: η πάλη των αντιθέσεων για να επικρατήσουν η αρμονία, η τάξη και η κοσμική ισορροπία, ο αέναος αγώνας του καλού ενάντια στο κακό.
Εξίσου διαχρονική και έμφυτη είναι η αγωνία του ανθρώπου για όσα τού επιφυλάσσει το μέλλον, η επιθυμία να προγνώσει τη μοίρα του και να επέμβει ώστε να μην καταλήξει έρμαιο των συγκυριών ή του πεπρωμένου.
Έτσι οι αρχαίοι Έλληνες κατέφευγαν στους χαρισματικούς εκείνους διάμεσους, τους προφήτες και μάντεις που μπορούσαν να αφουγκραστούν τη θέληση των θεών και να ζητήσουν τη συμβουλή ή καθοδήγησή τους.
Το προφητικό κέντρο των Δελφών ήταν σημείο αναφοράς για το Πανελλήνιο. Εδώ έκαιγε το ιερόν πυρ, η άσβεστη φλόγα της Εστίας, που είχε ανάψει ο ίδιος ο Απόλλων όταν, αγκυροβολώντας στον κόλπο της Κίρρας, ανηφόρισε μαζί με τους Μινωίτες μελλοντικούς ιερείς του προς την Πυθώ, όπου θεμελίωσε τον ναό του. Ο Ομηρικός Ύμνος, που περιγράφει το παραπάνω ταξίδι, θεωρείται από πολλούς η ιδρυτική πράξη του μαντείου.
Σύμφωνα με παραλλαγή του μύθου, στην Πυθώ ασκείτο ήδη η μαντική και ο Απόλλων έπρεπε να εκτοπίσει τη Γαία, κατατροπώνοντας τον φοβερό δράκοντα Πύθωνα, φύλακα του μαντείου της. Τα ανασκαφικά δεδομένα παρέχουν έρεισμα για την ύπαρξη ενός μυκηναϊκού οικισμού στην περιοχή, όχι όμως για χώρους λατρείας. Το Κωρύκειο άντρο, σπήλαιο στην κορυφή του Παρνασσού, θεωρείται πως μπορούσε να είχε στεγάσει τις πρώτες προφητικές τελετουργίες.
Ο θρύλος
Το βραχώδες τοπίο με τις απότομες κλίσεις, που εποπτεύει την ήρεμη κοιλάδα του Πλειστού ως τον κόλπο της Κίρρας, «ενέπνευσε» τον Απόλλωνα να ιδρύσει εδώ το επιφανέστατο προφητικό κέντρο. Η μυστική ιδιότητα του τόπου πρωτοεκδηλώθηκε σε κοπάδι αιγών και τον ποιμένα τους Κορήτα, που κυριεύθηκαν από ξέφρενο μανιώδη ενθουσιασμό μόλις πλησίασαν ένα άνοιγμα του εδάφους. άλλοι, αργότερα, παραληρώντας, πήδηξαν μέσα στο χάσμα και εξαφανίστηκαν στα έγκατα της γης. Η παράδοση αναγνωρίζει αυτό το γεωλογικό φαινόμενο, τη ρωγμή που προκαλούσε έκσταση, ως την περιουσία όπου οφείλεται η προφητική δράση των Δελφών.
Κατά πόσο όμως η προφητική δραστηριότητα πρέπει να συνδεθεί αποκλειστικά με τον Απόλλωνα; Πολλοί μελετητές δέχονται τον Ομηρικό Yμνο, που αφηγείται την έλευση του Απόλλωνα μεταμορφωμένου σε δελφίνι να οδηγεί εδώ πλοίο με εμπόρους από την Κνωσό, ως λογοτεχνική αποτύπωση της ίδρυσης του μαντείου των Δελφών. Υπάρχει όμως η εκδοχή πως ο Απόλλων πήρε την πρωτοκαθεδρία από τη Γαία.
Το επίθετο Γαία Πρωτομάντιδα, τα πήλινα ειδώλια γυναικείας μορφής όρθιας ή καθιστής σε τριποδικό θρόνο (πρόδρομο του τρίποδα που θα καταστεί σύμβολο του μαντείου) μπορούν να ερμηνευθούν ως κατάλοιπα προϋπάρχουσας λατρείας στους Δελφούς. Φαίνεται πως στον 8ο αι. π.Χ. μια δραστική αλλαγή συμβαίνει στη διοίκηση του μαντείου και τότε τα χάλκινα ανδρικά ειδώλια (κούρων, πολεμιστών, αθλητών ή θεών) υπερτερούν έναντι των γυναικείων.
Η διαδικασία της χρησμοδότησης
Ο Απόλλων, μια σύνθετη προσωπικότητα στο Ολύμπιο πάνθεον, προφέρει τις προβλέψεις του μέσω της Πυθίας, διακατέχοντάς την. Σε αντίθεση με άλλα ιερά του Απόλλωνα, που είχαν άνδρα προφήτη, στους Δελφούς τον ρόλο αναλαμβάνει γυναίκα - ίσως μια ένδειξη επιβίωσης της μητριαρχίας. Αρχικά η Πυθία χρησμοδοτούσε μία φορά τον χρόνο, κάθε άνοιξη στα γενέθλια του Απόλλωνα, δηλ. στις 7 του μήνα Βύσιου.
Αργότερα το μαντείο ήταν προσβάσιμο στις 7 κάθε μήνα, εκτός από τους χειμερινούς, οπότε ο Απόλλων ταξίδευε στη χώρα των Υπερβορείων ή στην κοιλάδα των Τεμπών με σκοπό να καθαρθεί από τον φόνο του Πύθωνα. Με νερό της Κασταλίας εξαγνίζονταν ο ναός, οι ιερείς, η Πυθία, το προσωπικό του ιερού και οι προσκυνητές. Εκτός από καθαρμό, η Κασταλία χάριζε και ποιητική έμπνευση. Η προφητική, όμως, πηγή, η Κασσοτίς, ανέβλυζε μέσα στο άδυτο. Από εκεί έπινε η Πυθία το περίφημο λάλον ύδωρ που -κατά τον θρύλο- μόλις στέρεψε χάθηκαν και οι προφητικές δυνάμεις του τόπου.
Με κλήρο καθοριζόταν η σειρά μάντευσης, με εξαίρεση όσους είχαν τιμηθεί με το προνόμιο της προμαντείας, δηλ. προτεραιότητας. Ο ενδιαφερόμενος για χρησμό, ο θεοπρόπος, κατέθετε μια πίτα, τον πέλανο, ενώ οι ιερείς ήλεγχαν την καταλληλότητα της ημέρας ραντίζοντας μια αίγα με νερό. Το σκίρτημα του ζώου σήμαινε ότι η μέρα ήταν ευοίωνη για να σημάνει ο θεός. Μετά τη δοκιμασία, η αίγα γινόταν πλέον θύσιο, μαζί με άλλα ζώα που προσέφεραν οι προσκυνητές.
Η θέση του μαντείου
Το ιερό του Απόλλωνα και το αρχαίο στάδιο των Δελφών, όπως φαίνονται από την κορυφή των Φαιδριάδων βράχων. Το Κρισσαίο πεδίο –σήμερα γνωστό ως Δελφικό τοπίο– διέσχισε ο Απόλλων και οι Μινωίτες συνταξιδιώτες του όταν έφτασαν στον κόλπο της Κίρρας, ορατό στο βάθος.
Για τη χρησμοδότηση στους Δελφούς αντλούμε στοιχεία από διάσπαρτες φιλολογικές μαρτυρίες. Αυτούσιες οι ερωτήσεις και απαντήσεις δεν έχουν σωθεί, αλλά το θέμα και η διατύπωσή τους προκύπτουν από έμμεσες αναφορές. Μιας και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας θεωρούνταν πασίγνωστες, κανείς εκείνη την εποχή δεν νοιάστηκε να τις καταγράψει.
Στο πανίερο άδυτον, όπου ετελείτο η μυσταγωγική επικοινωνία με τον θεό, επιτρεπόταν να εισέλθει μόνη η προφήτιδα. Οι ιερείς, πολύ μορφωμένοι και ενήμεροι για όσα απασχολούσαν τον τότε γνωστό κόσμο, άκουγαν τις άναρθρες και ακατάληπτες κραυγές της και τις αποκωδικοποιούσαν, μετατρέποντάς τες σε εξάμετρους στίχους.
Το άδυτο έχει αναζητηθεί στο φαράγγι της Κασταλίας αλλά και στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας, η οποία διαδέχθηκε τη Μητέρα Γη. Όμως η μελέτη της αρχιτεκτονικής και τοπογραφίας του ιερού, σε συνδυασμό με αναπαραστάσεις στην αγγειογραφία και νύξεις αρχαίων συγγραφέων, μας οδηγούν να αποκαταστήσουμε το άδυτο μέσα στον ναό του Απόλλωνα, ως ένα μικρό χώρο, βυθισμένο -σε σχέση με τη στάθμη του δαπέδου του σηκού- και τοποθετημένο έκκεντρα προς τον κατά μήκος άξονα του ναού.
Οι θεοπρόποι μάλλον περίμεναν σε παρακείμενο θάλαμο μέσα στον ναό, όπως συνάγουμε από φιλολογικές μαρτυρίες, κυρίως του αρχιερέα Πλουτάρχου. Εικάζεται ότι το άδυτο φιλοξενούσε πληθώρα λατρευτικών αντικειμένων, από τα οποία κανένα δεν έχει ως τώρα εξακριβωθεί ανασκαφικά. Θεωρούμε, πάντως, ότι στο άδυτο πρέπει να στεγάζονταν τα κατ' εξοχήν σύνεργα της μαντικής, δηλ. ο τρίποδας, ο ομφαλός, η ιερή δάφνη που φυόταν εκεί, η πηγή Κασσοτίς και το περιβόητο χάσμα γης απ' όπου αναδίδονταν οι προφητικές αναθυμιάσεις.
Η αποκατάσταση του αδύτου μέσα στον ναό του Απόλλωνα υποστηρίζεται τώρα και από την επιστήμη της γεωλογίας. Φαίνεται πως ο οίκος του θεού σκοπίμως ενσωμάτωσε ένα ιδιάζον φαινόμενο του υπεδάφους. Η 15ετής γεωλογική και τοξικολογική έρευνα Ολλανδών και Αμερικανών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι περίπου κάτω από τον Απολλώνιο ναό διασταυρώνονταν δύο ρήγματα, ένα με πορεία παράλληλη προς τον Κορινθιακό κόλπο κι ένα δεύτερο με κατεύθυνση Β/Ν.
Η εξέταση του υπεδάφους και η ανάλυση πετρωμάτων και αερίων παγιδευμένων στα νερά της περιοχής έδειξαν πως ο θρύλος μπορεί να επαληθευτεί εργαστηριακά, δικαιώνοντας τους αρχαίους συγγραφείς, που μίλησαν για εκπνοή πνεύματος στους Δελφούς.
Όπως αναπαριστούν σκηνές της αγγειογραφίας, η Πυθία καθόταν σε τρίποδα που ουσιαστικά γεφύρωνε το χάσμα και προστάτευε από την πτώση. Η Δελφική εικονογραφία συμπεριλαμβάνει τον τρίποδα ακόμη και στη γλυπτική, ως κάθισμα του Απόλλωνα στο ανατολικό αέτωμα (ή το ακρωτήριο) του κλασικού ναού.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Πυθία μασούσε φύλλα δάφνης ή εισέπνεε καπνό από καιόμενα φύλλα δάφνης, που την οδηγούσαν σε έκσταση, παραλήρημα ή κατάσταση ημι-ύπνωσης. Αρχαίοι συγγραφείς σχολιάζουν μια ευοσμία να πλημμυρίζει τον χώρο όπου περίμεναν οι θεοπρόποι, χωρίς να τη συσχετίζουν με δάφνη ή θυμίαμα. Η γλυκιά αυτή μυρωδιά ερχόταν από το άδυτο.
Η σύγχρονη έρευνα εξηγεί το φαινόμενο ως εκπομπή υπογείων αερίων από το χάσμα. Μετά από πετρολογική και υδρολογική ανάλυση του υπεδάφους στην περιοχή του ιερού, τα συγκεκριμένα αέρια αναγνωρίστηκαν ως αιθάνιο, μεθάνιο και αιθυλένιο, ενώ χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι ο συνδυασμός των τριών μπορεί να επιφέρει μέθη έως ύπνωση. Iσως δεν είναι τυχαίο πως χρησμοί δίνονταν μόνο σε θερμές εποχές, αφού τον χειμώνα οι αδύναμες διαφυγές ατμών θα δυσκόλευαν το έργο της Πυθίας.
Η αίγλη του μαντείου
Ο Απόλλων Λοξίας ήταν διφορούμενος και αλληγορικός στις απαντήσεις του, αφήνοντας την ερμηνεία στον ενδιαφερόμενο. Παραδόξως απλός και σαφής ήταν ο χρησμός που εκβιαστικά απέσπασε από την Πυθία ο Μέγας Αλέξανδρος: «Είσαι αήττητος».
Κι όμως, παρά τις επιθέσεις των σύγχρονων μελετητών κατά του δήθεν δαιμόνιου και πανούργου ιερατείου, που σκοπίμως έδινε αμφίρροπες απαντήσεις ώστε αυτές να ταιριάζουν σε κάθε περίπτωση, το μαντείο των Δελφών είχε ήδη χαρακτηρισθεί από τον Στράβωνα ως αψευδέστατον πάντων.
Οι θεϊκές απαντήσεις θεσμοθετούσαν σε μια εποχή που δεν υπήρχαν νόμοι, ιερά βιβλία ή άλλοι κώδικες. Ειδικά το μαντείο των Δελφών έδινε λύσεις σε κοινωνικά ή οικονομικά ζητήματα που αφορούσαν βασίλεια, γενάρχες, οικιστές, πόλεις-κράτη, την αναμόρφωση πολιτεύματος, την έκβαση πολέμου, τις σχέσεις εθνών.
Το γόητρο και η πολιτική επιρροή του μαντείου αυξήθηκε κατακόρυφα όταν οι προβλέψεις του Δελφού Απόλλωνα οδήγησαν σε κύμα αποικισμού. Τα κύρος και η αξιοπιστία των χρησμών ήταν δεδομένα, εφ' όσον η Πυθία διακατεχόταν από το θεϊκό πνεύμα και γινόταν φερέφωνο του Απόλλωνα. Εκείνος δε, καταγόμενος είτε από την ανατολή είτε από τον Bορρά, ήταν οικουμενικός θεός.
Αποτιμώντας τη συμβολή του μαντείου στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, θα σταθούμε στην ηθική τάξη και στον εκπολιτισμό του ανθρώπου. Η θεϊκή κρίση, η δικαιοσύνη και οι θεόπνευστες υποδείξεις (σε σχέση με πολέμους, λιμούς, καταστροφές, κοινωνικά προβλήματα, πολιτειακές μεταρρυθμίσεις, τον άνθρωπο και τις ανάγκες του) κατήργησαν τις εκδικητικές επιταγές του πρωτόγονου εθιμικού δικαίου, αντικαθιστώντας τες με την κάθαρση και τον εξαγνισμό.
Τα νέα ιδεώδη εφαρμόστηκαν στις πάμπολλες απελευθερώσεις δούλων που έγιναν στους Δελφούς, και διαιωνίστηκαν στα αποφθέγματα περί αυτογνωσίας, ενδοσκόπησης και εγκράτειας, που χαράχθηκαν στον ναό του Απόλλωνα.
Ο επίλογος ενός φαινομένου
Την αμφισβήτηση του μαντείου έσπειρε το ρεύμα του ορθολογισμού στον 3ο αι. π.Χ., ενώ το οριστικό κτύπημα στις προφητικές διεργασίες έδωσε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος το 394 μ.Χ. Το μαντείο, όμως, είχε ήδη πρωτοστατήσει σε πολλά ιστορικά γεγονότα. Έτσι, 15 αιώνες μετά το απαγορευτικό διάταγμα του Θεοδοσίου, οι περιγραφές του Παυσανία παρακίνησαν τους περιηγητές κι εκείνοι με τη σειρά τους τους αρχαιολόγους να αναζητήσουν το ιερό και να πυροδοτήσουν ένα νέο προσκύνημα.
Όσο κι αν προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε κάποια πράγματα που φαίνονται ανεξήγητα, το κλέος του μαντείου των Δελφών μεταφράστηκε σε τέχνη, φήμη, υστεροφημία. Ο άνθρωπος ανέκαθεν βρίσκει διέξοδο στις αγωνίες του μέσω μιας υπέρτατης, υπερφυσικής δύναμης. Βρίσκει τον θεό αρωγό και πλοηγό. Μια θεϊκή απόκριση ισοδυναμεί με ηθική παρότρυνση.
Στο ιερό των Δελφών, όπου έδρευε ο Απόλλων του Φωτός και της Αρμονίας, η μαντική δεν ήταν δεισιδαιμονία μα κινητήρια δύναμη για την κοινωνία και τον πολιτισμό