Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

         
Ο όρος μεταφυσική οφείλει την γένεσή του σ’ ένα όλως τυχαίο γεγονός, δηλαδή στην κατάταξη των πραγματειών του Αριστοτέλη περί πρώτης φιλοσοφίας, από τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο, μετά τα περί φυσικής συγγράμματά του, στον κατάλογο των έργων του φιλοσόφου. Κοντολογίς το μετά τα φυσικά, έγινε μεταφυσικά και τέλος μεταφυσική.

Μ’ άλλα λόγια ο Αριστοτέλης ουδέποτε ανάφερε την λέξη και την έννοια μεταφυσική, όπως και κανείς άλλος Έλληνας φιλόσοφος ή επιστήμονας. Ούτε καν εκείνος ο ιδεόπληκτος Πλάτων.
Η χρονική κατάταξη των έργων του Αριστοτέλη, από τον Ανδρόνικο μεταβλήθηκε σε πραγματική και βραδύτερα κατάντησε ο όρος μεταφυσική να σημαίνει την επιστήμη η οποία προχωρεί πέρα από τα όρια της εμπειρίας. Με τη σημασία αυτή συναντάμε την λέξη αυτή από τον 13ο αιώνα.
Η αλήθεια αυτή θεωρούμε ότι είναι πολύ χρήσιμη και διαφωτιστική, για την κατανόηση της ποιότητας της ελληνικής φιλοσοφίας. Αποδεικνύει λοιπόν ότι η φιλοσοφία αυτή – παρ’ όλο που αναφέρθηκε σε θέματα τα οποία σ’ εμάς σήμερα φαντάζουν σαν μεταφυσικά – δεν θεώρησε τίποτα που να μην είναι απόρροια φυσικών πραγμάτων και αιτιών. Ακόμα κι ο φαντασμένος Πλάτων κράτησε δεμένο – μ’ έναν κρίκο φυσικής ουσίας – τον περίφημο κόσμο των ιδεών του με την πραγματικότητα. Διότι μας είπε ότι αυτός εδώ ο κόσμος που αισθανόμαστε είναι οι σκιές των ιδεών του. Η σκιά όμως είναι ένα εντελώς φυσικό φαινόμενο.
Επομένως ο αρχαίος κόσμος ουδέποτε θεώρησε κάτι να είναι εκτός φύσεως. Οι θεοί των Ελλήνων δεν υπήρχαν εκτός φύσεως. Ενδιαιτούσαν στην φύση. Ήταν η ίδια η φύση. Ήταν συμπαίκτες των ανθρώπων. Ο Ζεύς γονιμοποιούσε τους ανθρώπους. Η χώρα ήταν γεμάτοι με ημίθεους.
Ο «θεός του άλλου κόσμου», ο Γιαχβέ της Βίβλου, αυτό το πνεύμα («πνεύμα ο θεός» κατά τις Γραφές), άπαξ δια παντός γονιμοποίησε μια θνητή κι εκείνη δια φυτικού σπέρματος (με τον κρίνο). Πράγματι υπάρχει η ατράνταχτη απόδειξη περί αυτού του γεγονότος. Το τέκνο απεδείχθη ότι ανήκε στο φυτικό βασίλειο. Ένας σωστός κοτσάνας, διότι αυτά που δίδασκε ήταν σκέτες κοτσάνες. Από τις ατέλειωτες τέτοιες που ξεστόμισε μία και μόνο είναι ικανή για ν’ αποδείξει του λόγου το αληθές: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»! Αυτό το είπε κάποιος που θεωρήθηκε θεός! Κι αν δεν σας αρκεί αυτό τότε προσέξτε τι είδους ανθρώπους διάλεξε και κάλεσε να τον ακολουθήσουν:
«Παρατηρήσατε αδελφοί, ποιοι είσθε σεις που ο θεός κάλεσε. Δεν υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ’ άνθρωπο, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγήν (κανένας άνθρωπος ποτέ στην οικουμένη των ανθρώπων δεν αποπειράθηκε να διαβάλλει την ευγένεια, του οποιουδήποτε είδους, με θρησκευτικό τρόπο, πλην του ανάγωγου αυτού Παύλου), αλλά εκείνους που ο κόσμος θεωρεί μωρούς εδιάλεξε ο θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδύνατους κατά κόσμον εδιάλεξε ο θεός, δια να καταισχύνη του δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινή καταγωγή κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν».
Εδώ υπάρχει όλη η μεταφυσική του κόσμου χωμένη μέσα σε μια πρόταση: «εδιάλεξε ο θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν». Αυτή η πρόταση έχει τόσο μεγάλο ειδικό βάρος που δεν υπάρχει καμιά ζυγαριά που να μπορεί να τη σηκώσει. Περικλείει όλο τον χριστιανικό ιδεώδες. Την κατάργηση όλων των πραγμάτων που υπάρχουν χάριν του καταστροφικού μένους του μεταφυσικού θεού του! Η μεταφυσική ροπή ωχριά μπροστά σ’ αυτόν τον αναίσχυντο κανιβαλισμό.
Ο θεός αυτός όμως δεν ενδιαφέρεται να καταργήσει βουνά και λίμνες. Αυτό που στοχεύει να εξαφανίσει είναι οι άνθρωποι. Θέλει να τους κάνει ζώα-πρόβατα. Τα πρόβατα θα τον υπακούν. Οι ελεύθεροι άνθρωποι όμως όχι. Ιδού πώς θέλει ο μεταφυσικός θεός τους ανθρώπους:
Προς Ρωμαίους, 13. 1 «Ας υποτάσσεται ο καθένας στις ανώτερες εξουσίες, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον θεόν… Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν θα κατακριθούν… Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνεται τους φόρους, διότι οι αρχές είναι υπηρέται του θεού».
Εφεσίους 6. 5 «Οι δούλοι να υπακούετε εις τους κυρίους σας του κόσμου αυτού με φόβον και τρόμον».
Τιμόθεον 6. 1 «Όσοι είναι υπό τον ζυγόν της δουλείας, ας θεωρούν τους κυρίους των αξίους κάθε τιμής, δια να μη δυσφημείται το όνομα του θεού και η διδασκαλία».
Τίτον 2. 9 «Οι δούλοι να υποτάσσονται εις τους κυρίους τους, να είναι εις όλα ευάρεστοι».
Πέτρου 2. 13 «Υποταχθείτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινη εξουσία χάριν του Κυρίου, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού».
Πέτρου 2. 13 «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους».
Ο δούλος δεν έχει ελπίδα στον κόσμο αυτόν. Αλλά στον μεταφυσικό κόσμο θα είναι πρώτος: «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Η μεταφυσική γεννήθηκε μέσα στον χριστιανικό λαχανόκηπο. Το ιερατείο, μαζί με την κάθε λογής εξουσία, στέλνει το πλήθος στον κόσμο των πνευμάτων (μεταφυσικό για τους φιλοσόφους), για να περνά αυτό βασιλικά, στον εδώ πραγματικό κόσμο.
Οι φιλόσοφοι των τελευταίων οκτώ αιώνων, αυτοί που έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον μεταφυσικό κόσμο, ποτέ δεν απέβαλαν από μέσα τους το χριστιανικό τους έρμα. Οι φιλόσοφοι αυτοί υπήρξαν ως κατ’ εξοχήν πνευματικοί δούλοι της χριστιανικής κυριαρχίας. Δούλοι της χριστιανικής ανώμαλης ιδεοληψίας. Δούλοι του «μεγάλου» βασιλέως του Ισραήλ. Κοντολογίς δούλοι πολυτελείας, ντυμένοι με καθαρές και πολυτελής στολές. Ορντινάντσες των αξιωματούχων του ιουδαιοχριστιανισμού.
Όσο κι αν επιχείρησε η μεταφυσική να μασκαρευτεί, φορώντας την εσθήτα της επιστήμης ,ποτέ της δεν μπόρεσε ν’ αποκολληθεί από τον ομοφυλοφιλικό της εναγκαλισμό με την θεολογία, την δεισιδαιμονία και τις φοβίες για τις μεταθανάτιες περιπέτειες της ψυχής. Τα φαντάσματα των πνευμάτων και της αθανασίας της ψυχής πάντοτε την κατεδίωκαν έμμονα και απειλητικά.
Η τάση των ανθρώπων για γνώση, αλλά και η ταυτόχρονη επίγνωση του ελλιπούς των γνώσεών τους, τους ωθούν στην επιθυμία της συμπλήρωσης, των μη κεκτημένων ακόμη γνώσεων ,δια της ερμηνείας της πραγματικότητας στο σύνολό της ,από μια ενιαία πρωταρχική αιτία, θέτοντας προς τον σκοπό αυτόν αρχές που οδηγούν πέραν του εμπειρικού κόσμου.
Στον δίαυλο όμως, από τον οποίο πρέπει να περάσει κανείς για να φτάσει στο πεδίο το ‘πέραν του εμπειρικού κόσμου’, καραδοκούν η Σκύλλα και η Χάρυβδη. Είναι η βούληση και το συναίσθημα. Τα δυο αυτά θηρία γεννήθηκαν από την ίδια μάνα: την ανελέητη πραγματικότητα των αισθήσεων. Πώς να μεταβεί κανείς στον μεταφυσικό κόσμο κλεισμένος μέσα στο φυσικότατο τομάρι του; Αυτό είναι πραγματικός βιασμός. Ο ύψιστος βαθμός της βίας. Η βία είναι το θηλυκό του βίου. Η μεταφυσική είναι βιασμός. Ο βιασμός του παράλυτου που δεν είναι σε θέση να χώσει στο στόμα του το δηλητήριο, το οποίο θα απαλλάξει την ψυχή και το πνεύμα του από το «σιχαμερό» αυτό σώμα του.
Ο μεταφυσικός κόσμος απαιτεί μεταφυσικές αισθήσεις. Μεταφυσικά μάτια. Τα μάτια του σώματος είναι τυφλά για τον κόσμο του υπερπέραντος. Ο μεταφυσικός φιλόσοφος νιώθει αόμματος απέναντι στον κόσμο του ενδιαφέροντός του. Η αίσθηση που τον διακατέχει, για το αδύναμο της μεταφυσικής οράσεώς του, τον καθιστά ανήμπορο υποκείμενο, απέναντι στα, αμφισβητούμενα απ’ αυτόν, υγιή φυσικά του μάτια. Ο μεταφυσικός νομίζει ότι υπάρχει κάποια θολούρα μπροστά από τα μάτια του. Αυτός είναι κι ο λόγος που τελικά δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Το να νομίζει κανείς πως είναι ανήμπορος είναι το ίδιο με το να είναι ανήμπορος.
Οι τρικυμίες του ψυχικού βίου, το φαινόμενο της ζωής και του θανάτου, της γέννησης και του αφανισμού, του καλού και του κακού, της αναγκαιότητας και της ελευθερίας, ασκούν ισχυρή πίεση στον ανθρώπινο βίο και απαιτούν απαντήσεις που να ικανοποιούν όχι μόνο τον νου αλλά και το συναίσθημα και την επιθυμία. Κι εδώ γίνεται το ολίσθημα πάνω στην τσουλήθρα που οδηγεί στην μεταφυσική ανυπαρξία. Η τσουλήθρα αυτή λέγεται συναίσθημα. Το λίπος με το οποίο είναι αλειμμένη λέγεται επιθυμία. Λέγεται ανεκπλήρωτος πόθος. Το συναίσθημα υποκινεί την βεβαιότητα και την αξίωση για υψηλότερη γνώση, την οποία μπορούμε ν’ αποκτήσουμε με την βοήθεια κάποιου οργάνου που εισδύει βαθύτερα στη φύση των όντων σε σύγκριση με τον «αφαιρούντα και διακρίνοντα» νου.
Έτσι «ανακαλύφθηκαν δυο τέτοια όργανα: η θεωρία (Πλάτων, Έγελος, Σέλλινγκ κ.ά.) ή η ενόραση (Νικόλαος Κουζανός). Και στις δυο περιπτώσεις ο χαρακτήρας είναι απελπιστικά υποκειμενικός.
Κατ΄ αρχάς η μεταφυσική έφερε χαρακτήρα θρησκευτικό ή θεολογικό. Οι αρχές από τις οποίες ξεκινούσε είχαν να κάνουν με το θείο ή κάτι το θεοειδές. Στην παρά πέρα εξέλιξή της στη Δύση αρχίζει να ξεχωρίζει σιγά-σιγά το μονοπάτι της απ’ αυτό της θεολογίας, προσπαθώντας να ενδυθεί την εσθήτα της επιστήμης, σε αντίθεση προς την εξ αποκαλύψεως γνώση, με την οποία ασχολείται η θεολογία.
Η προσπάθειά της πλέον έγκειται στο ν’ απαντήσει στο πρόβλημα περί της φύσης των όντων μόνο δια του λόγου και με μόνη πηγή την προσιτή στον άνθρωπο γνώση. Επειδή δε αξιώνει να παράσχει καθολική γνώση και περιεκτική των όλων, είναι φανερό ότι η κατάσταση και οι απαντήσεις της εξαρτώνται εντελώς από τις γνώσεις που υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Συμπέρασμα: όσο λιγότερες είναι οι γνώσεις αυτές τόσο ισχυρότερη είναι και η δύναμη της μεταφυσικής.
Τον 17ο αιώνα ο Comte, διακήρυξε τον θάνατο της μεταφυσικής, ως εκπροσωπούσας στάδιο της πνευματικής εξέλιξης της ανθρωπότητας το οποίο είχε υπερνικηθεί. Αποδείχτηκαν όμως προφητικοί οι λόγοι του Κάντ ο οποίος προέβλεψε ότι, όπως είναι αδύνατο να πάψει κανείς να αναπνέει, επειδή φοβάται ότι θα εισπνεύσει μολυσμένο αέρα, έτσι είναι αδύνατο να παραιτηθεί το ανθρώπινο πνεύμα από τα μεταφυσικά προβλήματα.
Πράγματι το μεταφυσικό ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε τον 18ο αιώνα στρεφόμενο προς ένα σταθερό σχήμα που περιλαμβάνει τέσσερα μέρη: την οντολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία και την θεολογία. Εξ αυτών η μεν ψυχολογία περιλήφθηκε αργότερα στην οντολογία, η δε θεολογία – δηλαδή τα περί της φύσης του θεού και οι αποδείξεις περί της ύπαρξή του – αποτελεί σήμερα μέρος της φιλοσοφίας της θρησκείας.
Έτσι η νεώτερη μεταφυσική ασχολείται με δυο αντικείμενα, την οντολογία και την κοσμολογία, ορμώμενη από τη μια από τις αρχές της γνώσης (γνωσιολογία) κι από την άλλη από τις αρχές της πραγματικότητας.
Η οντολογία ασχολείται με το πρόβλημα της φύσης των φαινομένων, περί το όντος ον, το πράγμα καθ’ αυτό, το οποίο λ.χ. ο μεν Σοπεγχάουερ ορίζει ως βούληση, ο δε Χάρτμανν ως το ασυνείδητο. Επειδή δε τα φαινόμενα εμφανίζονται τα μεν ως σωματικά, τα δε ως ψυχικά, αποπειράται να ερμηνεύσει το καθένα και να ερμηνεύσει την σχέση που έχουν μεταξύ τους.
Κατά την έρευνα της φύσης των σωματικών φαινομένων καταντά συν τω χρόνω η οντολογία στην σύλληψη της ιδέας της ουσίας, την οποία όμως ο καθένας την ορίζει διαφορετικά. Ταυτοχρόνως η βαθμιαία διάγνωση της μεταξύ σωματικών και ψυχικών φαινομένων διαφοράς ,οδηγεί από τη μια στην ιδέα του άϋλου και άφθαρτου της ψυχής και από την άλλη στον καθορισμό των μεταξύ αυτής και του σώματος σχέσεων. Στα ζητήματα αυτά προβάλλονται ποικίλες θεωρίες, κατά τους τελευταίους αιώνες, εκ των οποίων κυριότερες είναι η περί αλληλεπιδράσεως του Καρτέσιου, η περί προδιατεταγμένης αρμονίας του Λάϊμπνιτς και η περί ψυχοφυσικού παραλληλισμού του Φέχνερ.
Επειδή δε η μεταφυσική ρέπει εκ φύσεως προς ενότητα, αποπειράται να άρει την μεταξύ σωματικών και ψυχικών φαινομένων αντίθεση, καταλήγοντας από τη μια στον υλισμό, κατά τον οποίον το ψυχικό είναι επιφαινόμενο απλώς του σωματικού, και από την άλλη στην πνευματοκρατία, όταν ορμάται από την πεποίθηση περί της ανώτερης αξίας του ψυχικού.
Με διαφορά προς την οντολογία πορεύεται η κοσμολογία ξεκινώντας από το ομοειδές των φαινομένων της πραγματικότητας, ως βασικό της δεδομένο, και αποπειράται να εξηγήσει την μορφή, την υφή και την συνάφεια του κόσμου. Οι εξηγήσεις της είναι γνωστές με τα ονόματα τελολογία και μηχανοκρατία. Το ασυμβίβαστό τους υποκινεί τον Καντ στην διάκριση δύο κόσμων, του κόσμου της φύσης και της αναγκαιότητας και του κόσμου των αξιών και της ελευθερίας.
Τέλος, ως προς τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η σύνθεση του κόσμου, οι μεν παραδέχονται ότι αυτά είναι πολλά, οι δε ρέπουν προς την ενότητα. Έτσι έχουμε κι εδώ νέα αντίθεση, διότι κατά μεν την περί πολλαπλότητας θεωρία ο κόσμος αποτελείται από πλήθος ποιοτικώς διάφορων στοιχείων, τα οποία όταν περιοριστούν σε δύο οδηγούν στην διαρχία, κατά δε την περί ενότητας θεωρία, τα διάφορα στοιχεία είναι μέρη μιας και της αυτής ουσίας, κι έτσι μπορεί να ερμηνευτεί ο κόσμος ως προερχόμενος από μια πρωταρχική αρχή.
Παράλληλα με τις υλιστικές και μεταφυσικές τοποθετήσεις και προτιμήσεις βαδίζει και μια τρίτη. Αυτή θα την ονομάσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, ναιμεναλλαστική, από το «ναι μεν αλλά». Πατριάρχης της τυγχάνει ο Καντ.
Από τη μια, ο ναιμεναλλαστής αυτός, υπέβαλε την μέχρι αυτού μεταφυσική σε δριμύ έλεγχο, καταλογίζοντας στην ψυχολογία παραλογισμούς, στην κοσμολογία ένα σωρό αντιφάσεις και στην θεολογία στέρηση αποδεικτικής δύναμης. Κατά την γνώμη του η μεταφυσική είναι αδύνατη ως επιστήμη διότι στερείται περιεχομένου, εξαιτίας της αδυναμίας του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας.
Από την άλλη όμως, και παρ’ όλ’ αυτά, αναγνώρισε την ανάγκη της μεταφυσικής, την οποία επαναφέρει δια της κριτικής του πρακτικού λόγου.
Με άλλα λόγια η πολεμική του δεν στρέφεται κατά της μεταφυσικής, καθ’ αυτής, αλλά κατά της μεθόδου, με την οποία την προσεγγίζει κανείς.
Εδώ πρέπει να σταθεί κανείς για να ξεκαθαρίσει το θολωμένο βλέμμα του από την μεταφυσική αιθάλη. Οι αναθυμιάσεις του μεταφυσικού βούρκου περιέχουν υψηλή περιεκτικότητα σε αναισθητικό αιθέρα, ο οποίος παραλύει καταλυτικά τα αισθητήρια όργανα της εμπειρίας. Πώς το είπε ακριβώς: «εξαιτίας της αδυναμίας του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας».
Προσέξτε παρακαλώ: εδώ δεν τίθεται υπό κατηγορία τόσο η «αδυναμία του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας». Το δηλητήριο της μεταφυσικής αυτής οχιάς δεν ρίχνεται στην αδυναμία του νου, που αδυνατεί να … Το φαρμακερό αυτό δηλητήριο στοχεύει ουσιαστικά σ’ αυτήν καθ’ αυτήν την εμπειρία. Κοντολογίς ο Καντ ήθελε να πει ότι η εμπειρία είναι αυταπάτη και μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Ότι για να εισέλθει κανείς στον κόσμο της μεταφυσικής αλήθειας πρέπει πριν να προετοιμαστεί κατάλληλα. Πώς δηλαδή; Να πώς: ν’ απαλλαγεί από την εμπειρία. Γιατί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτή; Διότι «είναι αδύνατο ο νους του να υπερπηδήσει τα όριά της». Εάν όμως απαλλαγεί απ’ αυτήν τότε δεν χρειάζεται να ξεπεράσει το εμπόδιο αυτό.
Η διαδικασία της προσέγγισης του αληθινού κόσμου του θεού (του μεταφυσικού για τον Καντ) – η δια της αποποίησης της εμπειρίας– στην χριστιανική διδασκαλία λέγεται: «με τα μάτια της ψυχής». Ο Κάντ την διατύπωσε με την φράση: «η μέθοδος με την οποία πρέπει να προσεγγίσει κανείς την μεταφυσική». Φαίνεται όμως ότι δεν την περιέγραψε αρκούντως, διότι οι μαθητές του (Φίχτε, Σέλλινγκ, Έγελος, Σοπεγχάουερ), πρότειναν ο καθένας την δικιά του «μέθοδο προσέγγισης του μεταφυσικού κόσμου».
Πάντως, όπως και να το κάνουμε, λέχτηκε και λέγεται κατά κόρον ότι «η θρησκεία είναι ζήτημα μεταφυσικό». Πρόκειται για μια χειροπέδη, της οποίας ο ένας κρόκος λέγεται θρησκεία και ο άλλος μεταφυσική. Μια χειροπέδη μ’ έναν και μόνο κρίκο είναι εντελώς άχρηστη. Η χριστιανική χειροπέδη προβάλλεται και με τους δυο της κρίκους κρεμασμένους στο υπέρθυρο της πνιγηρής φυλακής της. Η μεταφυσική χειροπέδη φροντίζει ν’ αποκρύπτει τον θρησκευτικό της κρίκο με την απατηλή εσθήτα της ψευδοεπιστημοσύνης της. Μόλις όμως εισέλθει κανείς μέσα στα ενδότερα δώματα της μεταφυσικής μάντρας, αμέσως διαπιστώνει ότι η κάθε γωνιά της αποτελεί ενδιαίτημα ενοχλητικών θρησκευτικών φαντασμάτων. Φαίνεται ότι η αδυναμία απαλλαγής του Σοπεγχάουερ από τα θρησκευτικά αυτά φαντάσματα τον οδήγησαν στον παροιμιώδη πεσσιμισμό του.
Λέχτηκε λοιπόν ότι «είναι αδύνατο ο ανθρώπινος νους να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας». Ρωτάμε λοιπόν κι εμείς: γιατί, σώνει και καλά, θα πρέπει ο ανθρώπινος νους να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας; Δηλαδή εάν ο άνθρωπος ωθήσει τα όρια της εμπειρίας του πιο πέρα, αυτό θα του αποβεί εις βάρος; Ή μήπως η οποιαδήποτε εμπειρία έβλαψε ποτέ τον άνθρωπο;
Ας θέσουμε το ερώτημα από την ανάποδη: κύριοι μεταφυσικόπληκτοι και θρησκόπληκτοι μήπως θυμάστε ποτέ κάτι που να προσέφερε η μεταφυσική σας ή η θρησκεία σας στην καλυτέρευση της διαβίωσης και της πνευματικής καλλιέργειας των ανθρώπων; Κάτι στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης; Της τεχνολογίας; Των ανθρωπιστικών επιστημών; Της βιολογίας; Της κοσμολογίας; Της ναυσιπλοΐας; Της γεωργίας; Της κτηνοτροφίας; Της κοινωνιολογίας; Της θεραπείας των ψυχικών νόσων;
Όλα αυτά τα επιτεύγματα δεν είναι κατορθώματα των επιστημόνων, οι οποίοι βασίστηκαν στην εμπειρία και στην κατανόηση αυτού του υπαρκτού κόσμου; Αυτών που έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια την μεταφυσική σας ανοησία; Εσένα, μωρέ μεταφυσικέ, όταν έπαθες το έμφραγμα ποιοι σ’ έσωσαν με τα μπαλονάκια, που έβαλαν στις αρτηρίες της καρδιάς σου; Οι μεταφυσικοί γιατροί; Ή μήπως εσένα άγιε δέσποτα, όταν έπαθες το ίδιο, δεν σ’ έσωσαν οι γιατροί αλλά σ’ έσωσε ο θεός σου που είναι πνεύμα; Όταν λοιπόν όλοι εσείς αρρωσταίνετε του θανατά, γιατί δεν προτείνετε τους γιατρούς «να υπερπηδήσουν τα όρια της εμπειρίας τους» αλλά αντιθέτως εναποθέτετε όλες τις ελπίδες σας στην μεγάλη εμπειρία τους; Μετρήσατε ποτέ το ποσόν και το ποιόν της ψευτιά και της υποκρισίας σας;
Πού κατάντησε η μεταφυσική ροπή και η καλλιέργειά της; Κατάντησε στην ενασχόληση εκατομμυρίων ανθρώπων με τον κόσμο των πνευμάτων. Στις Πνευματιστικές εταιρείες και στα Ιδρύματα ψυχικών ερευνών. Σε ζαλισμένες μύγες που περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους. Στην αυταπασχόληση αρρωστημένων υπάρξεων. Στην ακράτητη μπουρδολογία. Στην περιφρόνηση αυτού του κόσμου υπέρ κάποιων άλλων ανύπαρκτων. Στην καλλιέργεια της ανοησίας και της δεισιδαιμονίας.
Η μεταφυσική είναι η άλλη όψη του νομίσματος που λέγεται θρησκεία. Είναι οι δυο δέσμες της χειροπέδης που αιχμαλωτίζουν την σκέψη και την ευδαιμονία του ανθρώπου. Οι κρίκοι της αλυσίδας που συνδέουν τις δυο δέσμες λέγονται πνεύμα, ψυχή, αθανασία της ψυχής, άϋλον, θεός, άλλος κόσμος, κόλαση-παράδεισος και υπερπέραν. Κι όπως ισχύει για κάθε αλυσίδα, έτσι και για την αλυσίδα της θρησκευτικο-μεταφυσικής χειροπέδης, έστω κι ένας κρίκος να σπάσει τότε απελευθερώνεται εντελώς ο άνθρωπος από την καταπίεση των φαντασμάτων των ανθρώπινων ιδεοληψιών.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ π.Χ. ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

          
Ο Γάλλος ελληνιστής φιλόσοφος Αλαίν ντε Μπενουά με το άρθρο του Ο «μπολσεβικισμός της Αρχαιότητας» φωτίζει άπλετα το θέμα που λέγεται χριστιανισμός. Μια συνοπτική και εμπεριστατωμένη περιγραφή του καταστροφικότερου ατυχήματος που συνέβη ποτέ στην οικουμένη των ανθρώπων.

Ίσως να έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο εν λόγω φιλόσοφός μας δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός, με τις γνωστές σημασίες που αποδίδουμε στις λέξεις αυτές. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι χειρίζεται τα θέματα με γνώμονα το επιστημονικό ελληνικό μέτρο. Πρόκειται για προσωπικότητα υπεράνω των δεξιών και αριστερών διακρίσεων. Ένας φιλόσοφος, από τους ελαχιστότατους, που κατανόησε πλήρως ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά και της υφηλίου, είναι θρησκευτικής κι όχι οικονομικής ή πολιτικο-κομματικής φύσεως.
Από το βιβλίο του «ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΣΤΑ ΟΡΘΑ», εκδ. ελεύθερη σκέψις:
Ο Νίτσε, στον «Αντίχριστο», δεν διστάζει να πει ότι «ο χριστιανισμός μας απεστέρησε των φρούτων του αρχαίου πολιτισμού». Και το αναπτύσσει ως εξής:
«Αυτή την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που ορθώνονταν σαν πατριαρχικός χώρος, την πιο μεγαλοπρεπή μορφή οργάνωσης που έγινε ποτέ μέσα σε τόσο δύσκολες περιστάσεις και σε αναλογία με την οποία, όλες οι προγενέστερες και μεταγενέστερες προσπάθειες δεν είναι παρά αποκόμματα, αποτυχίες και ερασιτεχνισμοί, αυτοί οι «άγιοι αναρχικοί» θεώρησαν «θεάρεστον έργον» να καταστρέψουν τον «κόσμο», δηλαδή αυτή την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ώσπου να μη μείνει πέτρα στην πέτρα (…) .
Ο χριστιανισμός υπήρξε ο αιμοπότης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατέστρεψε τελείως, από την μια μεριά στην άλλη, αυτό το τεράστιο κατόρθωμα των Ρωμαίων: το ότι ξεκαθάρισαν το έδαφος για ένα μεγάλο πολιτισμό, που δεν είχε όλο τον καιρό μαζί του. Δεν το καταλαβαίνουν λοιπόν ακόμα; Η ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που ξέρουμε, την οποία η ιστορία των ρωμαϊκών επαρχιών μας κάνει να γνωρίζουμε όλο και καλύτερα, αυτό το αξιοθαύμαστο και μεγαλόπρεπο έργο τέχνης, ήταν μια αρχή.
Η κατασκευή της ήταν υπολογισμένη κατά τρόπο που οι χιλιετίες να δείξουν την στερεότητά της: ως σήμερα, ποτέ δεν έγινε τέτοια κατασκευή, ούτε καν ονειρεύτηκε ποτέ κανείς να κτίσει με τέτοιες αναλογίες για την αιωνιότητα.
Η οργάνωση αυτή ήταν αρκετά ισχυρή για ν’ αντισταθεί σε κακούς αυτοκράτορες: η τύχη των ανθρώπων, δεν πρέπει ποτέ να έχει σχέση με το έργο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρώτη αρχή οποιουδήποτε μεγάλου έργου.
Δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή για να αντέξει εναντίον της διαφθοράς του πιο διεφθαρμένου είδους, εναντίον του Χριστιανού. Αυτό το μυστικό σκουλήκι, το οποίο, υπό την κάλυψη του σκότους, της ομίχλης και του αμφιλεγόμενου, εισέδυε μέσα σε καθέναν χωριστά και τον άδειαζε από την σοβαρότητά του για τα ουσιαστικά πράγματα, από κάθε του ένστικτο για τις πραγματικότητες, αυτή η θηλυπρεπής και γλυκερή συμμορία άνανδρων, κατόρθωσε να κλέψει, την μια μετά την άλλη, τις «ψυχές» του τεράστιου οικοδομήματος, παίρνοντάς του αυτές τις πολύτιμες, ανδροπρεπείς και αριστοκρατικές φύσεις, οι οποίες έβλεπαν στην υπόθεση της Ρώμης την δική τους υπόθεση, βάζοντας όλη τους την σοβαρότητα και την υπερηφάνειά τους σ’ αυτήν.
Οι υποχθόνιες ενέργειες των θρησκόληπτων αυτών, το καταχθόνιο αυτών των μικρών συμμοριών, οι ιδέες τόσο σκοτεινές όσο και εκείνες της κόλασης, της θυσίας των αθώων, της μυστικιστικής ένωσης δια του αίματος που πίνεται, αλλά ιδίως η βαθμιαία αναζωπύρωση της φωτιάς της εκδίκησης των «αθλίων». Να αυτό που κατέστρεψε την Ρώμη.
Αυτό το είδος της θρησκείας, εναντίον της οποίας, υπό την προϋπάρχουσα μορφή της, ήδη ο Επίκουρος είχε κηρύξει τον πόλεμο. Ας διαβάσει κανείς τον Λουκρήτιο, και θα καταλάβει αυτό που πολέμησε ο Επίκουρος, όχι την ειδωλολατρία, αλλά τον «χριστιανισμό». Θέλω να πω την διαφθορά των ψυχών με τις ιδέες της αμαρτίας, της τιμωρίας και της αθανασίας. Πολεμούσε τις υποχθόνιες λατρείες, ολόκληρο τον υποβόσκοντα χριστιανισμό. Η άρνηση της αθανασίας, ήταν, ήδη από την εποχή εκείνη, μια απελευθέρωση……..
«Θρησκεία ανατολικής προέλευσης από την καταγωγή της και από τα βασικά χαρακτηριστικά της» (Γκινιεμπέρι), ο χριστιανισμός εισέδυσε στην αρχαία Ευρώπη κατά τόπο ανώδυνο και κρυφό. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εκ φύσεως ανεκτική, δεν έδωσε προσοχή επί πολύ καιρό. Στην «Ζωή των δώδεκα Καισάρων» του Σουετόνιου, διαβάζει κανείς, αναφορικά με μια πράξη του Κλαύδιου: «Απήλασε από την Ρώμη τους Εβραίους, οι οποίοι ήταν σε συνεχή αναβρασμό με την υπόδειξη κάποιου Χριστού». Κατά γενικό κανόνα, ο ελληνο-λατινικός κόσμος έμεινε στην αρχή κλειστός στο κήρυγμα. Το εγκώμιο της αδυναμίας, της φτώχειας και της «τρέλας» του φαινόταν παρανοϊκά.
Έτσι τα πρώτα κέντρα της χριστιανικής προπαγάνδας εγκαταστάθηκαν στην Αντιόχεια, στην Έφεσο, στην Θεσσαλονίκη και στην Κόρινθο. Στις μεγάλες αυτές πόλεις, όπου οι δούλοι, οι τεχνίτες, οι μετανάστες, συγχρωτίζονταν με τους εμπόρους, όπου τα πάντα μπορούσαν ν’ αγοραστούν και να πουληθούν, όπου οι ιεροκήρυκες και οι «πεφωτισμένοι» συναγωνίζονταν για να γοητεύσουν τις ετερόκλιτες και ανησυχούσες μάζες, οι πρώτοι απόστολοι βρήκαν προετοιμασμένο έδαφος.
Ο Α. Κως, που υπήρξε καθηγητής στην σχολή διαμαρτυρομένων του πανεπιστημίου του Στρασβούργου, γράφει: «Δεν είναι μόνο από φρόνιμη αποστολική πολιτική που οι απόστολοι φύτεψαν έτσι το Ευαγγέλιο στα σταυροδρόμια των λαών. Είναι γιατί η νέα θρησκεία ήταν πιο εύκολα αποδεκτή απ’ αυτούς τους νέους κοινωνικούς κύκλους, παρά από τις παλιές φυλές, δεμένες με το παρελθόν τους και με την γη τους.
Οι πραγματικοί Έλληνες επέπρωτο να παραμείνουν για πολύ καιρό ξένοι και εχθρικοί προς τον χριστιανισμό….. Αλλά οι Σύριοι, οι Ασιάτες και όλο το πλήθος των χωρίς παραδόσεις Γραικύλων, δέχονταν με ενθουσιασμό το χριστιανικό μήνυμα.
Ο Χαλντάν, που θεωρούσε τον φανατισμό μεταξύ των «τεσσάρων μόνων πραγματικά σπουδαίων εφευρέσεων που έγιναν μεταξύ του 3000 π.Χ. και του 1400 μ.Χ., απέδιδε την πατρότητά του στον ιουδαιοχριστιανισμό. Ο Γιαχβέ, ο θεός των ερήμων της Αραβίας, είναι θεός φθονερός και μόνος, απόλυτος και σκληρός.
Κηρύσσει την ενεπιείκεια και το μίσος: «Δεν πρέπει, ω Γιαχβέ να μισώ εκείνους που σε μισούν; Τους μισώ με ολοκληρωτικό μίσος, είναι εχθροί μου» (Ψαλμός CXXXVIII, 21,22).
O Ιερεμίας ικετεύει: «Γύρισέ τους αυτό που τους αξίζει… Εξολόθρευσέ τους κάτω από τους ουρανούς, ω Γιαχβέ» (Κλαυθμοί, ΙΙΙ, 64-66).
«Ω Γιαχβέ, γιατί δεν εξαφανίζεις τους ανόσιους;» (Ψαλμός CXXXIII, 19).
«Μέσα στην μεγαλοψυχία σου, αφάνισε τους εχθρούς μου» (Ψαλμός CXLII, 12).
To «Δευτερονόμιο» επικαλείται την τύχη που επιφυλάσσεται στους ειδωλολάτρες: «Αν ο αδελφός σου, ο γιος της μητέρας σου, ή ο γιος σου, η κόρη σου, η γυναίκα που αναπαύεται στην αγκαλιά σου, ή ο φίλος ο αγαπητός όσο και ο εαυτός σου, προσπαθήσουν να σε γοητεύσουν λέγοντάς σου: Πάμε να λατρέψουμε άλλους θεούς, … έχεις καθήκον να τους σκοτώσεις. Θα σηκώσεις πρώτος το χέρι για να σκοτώσεις και ύστερα ο λαός…
Αν μάθεις ότι κάποιος από τις πόλεις που σου έδωσε ο Θεός λέει: Πάμε να λατρέψουμε άλλους θεούς…. αν διαπιστωθεί ότι ένα τέτοιο ανοσιούργημα έγινε, θα περάσεις από το σπαθί όλους τους κατοίκους της πόλης αυτής, μαζί με τα ζώα και θα την θέσεις υπό απαγόρευση. Έπειτα θα μαζέψεις στην πλατεία όλα τα λάφυρά της και θα τους βάλεις φωτιά, για την τιμή του Γιαχβέ, όπως και σε όλη την πόλη. Θα μείνει για πάντα ένας σωρός ερειπίων, που δεν θα ξανακτιστούν ποτέ… Τότε ο Γιαχβέ θα σε γεμίσει με αγαθά» (Δευτερονόμιο, ΧΙΙΙ).
Στο ευαγγέλιο ο Ιησούς δηλώνει, την στιγμή που έρχονται να τον συλλάβουν: «Όλοι όσοι τραβήξουν σπαθί, θα πεθάνουν από σπαθί» (Ματθαίος ΧΧVI, 52). Αλλά προηγουμένως είχε πει: «Μη νομίσετε ότι ήλθα για να φέρω την ειρήνη επί της γης. Δεν ήλθα για να φέρω την ειρήνη, αλλά το ξίφος. Ήλθα για ν’ ανάψω μεγάλη φωτιά στην γη. Ήλθα να βάλω την διχόνοια μεταξύ του γιου και του πατέρα, μεταξύ της κόρης και της μάνας, μεταξύ της νύφης και της πεθεράς. Και θα έχει κανείς εχθρούς αυτούς που είναι στο ίδιο του το σπίτι» (Ματθαίος X, 34- 35). Είχε επίσης αναφέρει αυτή την φράση, σύνθημα όλων των ολοκληρωτισμών: «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου» (Ματθαίος ΧΙΙ, 30).
Η πρωτογενής Εκκλησία θα εφαρμόσει ευσυνείδητα τις οδηγίες αυτές. Άπιστοι και ειδωλολάτρες είναι υπάνθρωποι στα μάτια των αποστόλων.
Ο άγιος Πέτρος τους συγκρίνει με «ζώα χωρίς νου, προορισμένα εκ φύσεως να συλληφθούν και να σκοτωθούν» (2, Πέτρος 2, 12).
Ο Ιερώνυμος συμβουλεύει τον προσηλυτισμένο χριστιανό να κλωτσήσει το σώμα της μητέρας του, αν αυτή προσπαθήσει να τον εμποδίσει να την εγκαταλείψει, για ν’ ακολουθήσει την διδαχή του Χριστού….
«Όταν οι ιεραπόστολοι πρωτοήρθαν στην γη μας, αυτοί είχαν τις Βίβλους και εμείς τη γη. Πενήντα χρόνια μετά, εμείς είχαμε τις Βίβλους και εκείνοι είχαν την γη».
Τζόμο Κενιάτα
Σταματάμε στο σημείο αυτό την αντιγραφή, τονίζοντας ότι αξίζει τον κόπο να προμηθευτεί κανείς το βιβλίο του συγγραφέα, όχι μόνο για να διαβάσει την συνέχεια του εξαιρετικού αυτού άρθρου, αλλά και όλα τα υπόλοιπα, τα οποία είναι εξ ίσου αξιόλογα και μοναδικά.

Η θεωρία του σκοπού της ζωής. Φρίντριχ Νίτσε

«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». Φρίντριχ Νίτσε


Πάντα βρίσκω όλους τους ανθρώπους, όπως κι αν τους κοιτάζω, με καλοσύνη ή κακία, να φροντίζουν για ένα πράγμα: Πως να εξυπηρετήσουν τη συντήρηση του είδους. Και φροντίζουν γι’ αυτό, όχι από αγάπη για το είδος, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέσα τους τίποτα παλιότερο, δυνατότερο, ανέλεκτο και πιο ακατανόητο από αυτό το ένστικτο, γιατί είναι αλήθεια πως το ένστικτο αυτό, είναι στην κυριολεξία η ουσία του είδους μας, η ουσία του κοπαδιού μας.
Παρ’ όλο που τα καταφέρνουμε αρκετά γρήγορα μπορώ να πω, με τη συνηθισμένη φυσικά μυωπία μας, να ξεχωρίζουμε από απόσταση πέντε βημάτων τους ομοίους μας, σε χρήσιμους και σε άχρηστους, σε καλούς και σε κακούς ανθρώπους, ωστόσο αν καθίσουμε και τα βάλουμε κάτω και κάνουμε έναν απολογισμό και σκεφτούμε το γενικό σύνολο αυτού του ξεχωρίσματος, καταλήγουμε σε μια φοβερή δυσπιστία. Δεν μας ικανοποιεί το ξεχώρισμα, δεν είμαστε σίγουροι και στο τέλος τα παρατάμε. Στο κάτω κάτω της γραφής, ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός -ο βλαβερός- συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί…
Ευγένεια και χυδαιότητα
Οι χυδαίοι άνθρωποι βλέπουν τα ευγενικά και γενναιόφρονα αισθήματα σαν κάτι να τους λείπει, να τους λείπει η ορθότητα, άρα -να τους λείπει-, η αληθοφάνεια. Όταν μιλούν γι’ αυτό, κλείνουν πονηρά το μάτι, σαν να λένε: «Κάποιο συμφέρον υπάρχει κρυμμένο πίσω απ’ αυτό· δεν μπορεί να δει κανείς τι υπάρχει μέσα σε όλα τα πράγματα», και υποψιάζονται πως το ευγενικό πλάσμα γυρεύει να κερδίσει κάτι μ’ έναν ελιγμό. Όταν όμως πεισθούν, με αναμφισβήτητο τρόπο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμιά εγωιστική πρόθεση, και πως περιφρονεί το μικρό κέρδος, τότε βλέπουν τον άνθρωπο αυτόν σαν έναν τρελό· του δείχνουν περιφρόνηση όταν τον βλέπουν να χαίρεται και γελούν με τη λάμψη των ματιών του. Και αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να είναι χαρούμενος όταν πάθει κάποια ζημιά; Πώς μπορεί να ζητά να ζημιώσει; Σίγουρα, το πάθος της ευγένειας θα είναι μπερδεμένο με κάποια αρρώστια του λογικού!».
Τέτοιες ερωτήσεις κάνουν μέσα τους, έτσι σκέπτονται, όπως σκέπτεται κάποιος εμπρός στη χαρά που αισθάνεται ένας τρελός για την έμμονη ιδέα του.
Μια χυδαία φύση αναγνωρίζεται εύκολα αν προσέξει κανείς δυο βασικά πράγματα. Πρώτον -μια χυδαία φύση- δεν λησμονά ποτέ ποιο είναι το συμφέρον της· δεύτερον, η μανία αυτή του σκοπού του κέρδους, είναι σ’ αυτή πιο ισχυρή, παρά το βίαιο ένστικτο. Μέλημά της και αξιοπρέπειά της είναι το να μην παρασύρεται από την άλογη παρόρμηση σε άκαιρες πράξεις. Η ανώτερη φύση είναι πιο παράλογη και αυτό γιατί ο ευγενής, ο γενναιόφρων άνθρωπος υπακούει στα ένστικτά του· στις πιο καλές στιγμές του, σταματάει το μυαλό του. Ένα αρσενικό ζώο που προστατεύει τα μικρά του βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, ή που ακολουθεί το θηλυκό στον θάνατο, την εποχή του οργασμού, δεν λογαριάζει ούτε τον κίνδυνο, ούτε καν αυτόν τον ίδιο τον θάνατο, κι αυτό γιατί ακόμα κι η λογική του σταματά, η ευχαρίστηση που του προσφέρουν τα μικρά του ή το θηλυκό του και ο φόβος μην τύχει και τα αποχωρισθεί, το κυριεύουν ολοκληρωτικά, γίνεται πιο ζώο από ότι συνήθως είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει στον ευγενικό, στον γενναιόφρονα άνθρωπο. Μέσα του, ο ευγενικός άνθρωπος έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό αισθημάτων, είτε έλξεις είτε απωθήσεις είναι αυτές, που μιλάνε με τόση δύναμη, που μπροστά τους η διάνοια δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να σωπάσει ή και να παραδοθεί και να γίνει υπηρέτης τους. Η καρδιά αλλάζει θέση, ανεβαίνει στον εγκέφαλο και τότε μιλάμε για «πάθος». Βέβαια, συμβαίνει πολλές φορές να δημιουργείται ένα αντίστροφο φαινόμενο, μια αναστροφή του πάθους κατά κάποιον τρόπο, όπως π.χ. στον Φοντενέλ, που κάποιος του έλεγε μια φορά τοποθετώντας του το χέρι στην καρδιά: «Αυτό που υπάρχει εκεί μέσα, φίλτατέ μου, είναι και αυτό εγκέφαλος».
Στο ευγενικό ον, εκείνο που περιφρονεί ο όχλος, είναι ο παραλογισμός του πάθους του, η η λανθασμένη λογική του, και προπαντός όταν αυτό το πάθος αφορά αντικείμενα που η αξία τους του είναι παντελώς χιμαιρική ή αυθαίρετη, θυμώνει πολύ με όποιον υποκύπτει στο πάθος του στομαχιού του, αλλά καταλαβαίνει την έλξη αυτής της τυραννίας· εκείνο που δεν μπορεί να καταλάβει είναι, π.χ., το πως μπορεί κάποιος να παίζει την υγεία του και την ευτυχία του από πάθος για τη γνώση. Το γούστο των ανωτέρων φύσεων στρέφεται σε πράγματα εξαιρετικά, σε πράγμα που αφήνουν αδιάφορους τους πιο πολλούς από τους άλλους ανθρώπους και που δεν φαίνονται καθόλου γοητευτικά. Η ανώτερη φύση μετρά τις αξίες σε προσωπική κλίμακα. Γενικά όμως, δεν πιστεύει πως αυτή η κλίμακα προσιδιάζει ιδιαίτερα στην καλαισθητική της ιδιοσυγκρασία. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα· εκτιμά τις προσωπικές αξίες και μη, και πέφτει έτσι στην ακατανοησία και στο απραγματοποιήσιμο. Μια ανώτερη φύση είναι πολύ σπάνιο να διατηρήσει αρκετή λογική ώστε να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τον μέτριο άνθρωπο σαν τέτοιο· γενικά πιστεύει μυστικά πως το πάθος της είναι σαν το πάθος όλου του κόσμου και η πίστη αυτή αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδειά της.
Αν οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν νιώθουν τον εαυτόν τους, πώς θα μπορέσουν να καταλάβουν τον όχλο και να αναμετρήσουν δίκαια τον κανόνα;
Μιλάνε λοιπόν και αυτοί για τρέλα, για έλλειψη πνεύματος, ωφελιμιστικού φυσικά, και για τον «χιμαιρισμό» της ανθρωπότητας, και παραξενεύονται για το τρένο της ζωής αυτού του ανόητου κόσμου που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το «μόνο αναγκαίο του πράγμα». Αυτή είναι η αδικία των ευγενικών φύσεων, η αιώνια αδικία.
Η χαμένη αξιοπρέπεια
Σήμερα ο στοχασμός έχει χάσει όλη του την εξωτερική αξιοπρέπεια. Έχουν ρεζιλέψει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται· δεν μπορούμε πλέον να ανεχθούμε έναν σοφό της παλιάς σχολής. Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πορεία, την ώρα που περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υποθέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμασία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούνται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή που να γυρίζει ασταμάτητα και που συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες. Παλαιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται -και ήταν αυτό κάτι το πολύ σπάνιο- το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πως προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πόδι ή και στα δυο, σαν να «του έρχονταν η ιδέα». Ε, τότε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».
Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»
Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις. Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές. Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ’ την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.
Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία; Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια; Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου; Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά. Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι’ αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.
Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.
Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή». Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ’ το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»). Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης. Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη. Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.
Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ’ άλλο παρά απ’ το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ’ την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!… Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και Θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.
Η συνήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι. Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι. Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους. Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.
Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ’ ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ’ έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους. Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;
Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι ΦΙΛΙΑ.
Η αξιοπρέπεια της τρέλας
Αρκετές χιλιάδες χρόνια, ακόμα στον δρόμο του περασμένου αιώνα, και τότε, σε κάθε πράξη που θα κάνει ο άνθρωπος, θα φαίνεται η πιο υψηλή σοφία· αλλά γι’ αυτό κιόλας, θα έχει χάσει και όλη της την αξία. Τότε θα είναι βέβαια ανάγκη να είναι κάποιος σοφός, αλλά θα είναι τόσο συνηθισμένο πράγμα, που κάθε άτομο με κάπως υψηλότερο γούστο θα θεωρεί χυδαιότητα την ανάγκη αυτή. Όπως μια τυραννία της επιστήμης και της αλήθειας θα μπορούσε να ανεβάσει την αξία του ψεύδους, έτσι ακριβώς και μια τυραννία της σοφίας θα είχε την δύναμη να κάνει να φυτρώσει ένα καινούριο είδος ψυχικής ευγένειας. Και τότε, το να είσαι ευγενής, θα ήταν να έχεις μέσα στο κεφάλι σου πολλές τρέλες.
Για τους καθηγητές της ανιδιοτέλειας
Αποκαλούμε καλές τις αρετές κάποιου ανθρώπου, όχι για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν γι’ αυτόν, αλλά για τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν για τον πολύ κόσμο και την κοινωνία. Ποτέ δεν υπήρξε κανείς πολύ «ανιδιοτελής» στον έπαινο της αρετής, και ποτέ δεν ήταν πολύ «αλτρουιστής»! Διαφορετικά, θα είχαμε παρατηρήσει πως οι αρετές (όπως η ευλάβεια, η υπακοή, η δικαιοσύνη, η επιμέλεια, η αγνότητα) είναι γενικά επιζήμιες για όποιον τις κατέχει, γιατί είναι ένστικτα που κυριαρχούν μέσα του πάρα πολύ βίαια, πάρα πολύ άπληστα και δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να αντισταθμιστούν λογικά από τ’ άλλα.
Όταν μέσα μας έχουμε μια αρετή, μια αληθινή αρετή, μια ακέραια αρετή (και όχι καμιά μικρή τάση να την αποκτήσουμε), είμαστε θύματα αυτής της αρετής! Και γι’ αυτό ακριβώς την επαινεί ο γείτονας! Εγκωμιάζουν τον ζηλωτή άνθρωπο, παρ’ όλο που ο ζήλος του τού καταστρέφει την δράση του, παρ’ όλο που καταστρέφει σιγά σιγά τον αυθορμητισμό και τη δροσιά του πνεύματός του. Εγκωμιάζουν, επαινούν και λυπούνται τον νέο που κυριολεκτικά «σκοτώθηκε στη δουλειά», γιατί σκέφτονται: «Το να χάσει το κοινωνικό σύνολο την πιο καλή μονάδα, είναι μικρή θυσία! Είναι πολύ δυσάρεστο που είναι απαραίτητη αυτή η θυσία! Αλλά θα ήταν περισσότερο δυσάρεστο αν σκεφτόταν διαφορετικά το άτομο, αν φρόντιζε πιο πολύ να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί, πάρα να δουλεύει στην υπηρεσία όλων!».
Με άλλα λόγια, δεν λυπούνται τον νέο αυτό για τον εαυτό του, αλλά γιατί με τον θάνατό του η κοινωνία έχασε ένα υποταγμένο όργανο, που δεν φροντίζει για τον εαυτό του, με λίγα λόγια, όπως λένε, η κοινωνία έχασε «έναν καλό άνθρωπο», Ίσως ακόμα ν’ αναρωτιούνται μήπως δεν θα ήταν προτιμότερο, για το καλό της κοινωνίας, να δούλευε αυτό το παιδί με περισσότερη σύνεση και να ζούσε περισσότερο καιρό. Και συμφωνούν μάλιστα ως προς το κέρδος που θα υπήρχε αν έκανε αυτό, αλλά κρίνουν πως είναι κατώτερο απ’ το άλλο, για το γεγονός πως έγινε θυσία και πως η γνώμη του κοινωνικού κτήνους, του όντος που είναι ανάγκη να θυσιαστεί, αποκαλύφθηκε, γι’ άλλη μια φορά ολοφάνερα, πως ήταν υψηλότερο και πιο νόμιμο κέρδος.
Όταν επαινούμε την αρετή, επαινούμε κάτι το επιζήμιο για την ιδιωτική ζωή, εξυμνούμε τις τάσεις που στερούν τον άνθρωπο απ’ την πιο ευγενική αγάπη για τον ίδιο του τον εαυτό, για την υψηλότερη αυτοπροστασία του.
Είναι γεγονός πως για να διαπαιδαγωγήσουν, για να χαράξουν ενάρετες συνήθειες, βγάζουν απ’ την αρετή μια ολάκερη σειρά από αποτελέσματα που την κάνουν έτσι δίδυμη αδερφή του ιδιαίτερου συμφέροντος… Και, πραγματικά, υπάρχει αυτή η συγγένεια.
Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Παρασταίνουν τον τυφλό ζήλο, την μανιώδη επιμέλεια, που είναι η τυπική αρετή του οργάνου, σαν τον δρόμο του πλούτου και των τιμών, σαν το αποτελεσματικότερο δηλητήριο για την ανία και τα πάθη… Αλλά αποσιωπούν τον ανώτερο κίνδυνό του.
Γενικά, η διαπαιδαγώγηση ενεργεί με τον εξής τρόπο: Προσπαθεί να προσδιορίσει στο άτομο, με δόλωμα πάρα πολλά πλεονεκτήματα. Με τον τρόπο λοιπόν αυτό, να σκέφτεται και να ενεργεί, θα του γίνει ο τρόπος αυτός, κάποτε συνήθεια, ένστικτο, πάθος· θα κυριαρχήσει σ’ όλο του το είναι, ενάντια στα υπέρτατα συμφέροντά του, αλλά «προς το συμφέρον όλων».
Είναι αλήθεια, πως πολλές φορές, άπειρες μπορώ να πω, παρατήρησα πως αυτό το ριζικό φάρμακο για το πάθος και για την ανία, εξασθενίζει τις αισθήσεις και κάνει το πνεύμα να αντιστέκεται σε κάθε καινούριο πράγμα.
Η δική μας εποχή, η πιο εργατική εποχή, δεν ξέρει τι να κάνει τον μόχθο της και τα χρήματά της, εκτός αν είναι να κάνει περισσότερα τα χρήματα και λιγότερο μόχθο. Γιατί χρειάζεται πολύ περισσότερο πνεύμα για να ξοδεύεις παρά για ν’ αποκτάς! «Ας τα χαρούν τα εγγόνια μας».
Όταν η αγωγή πετυχαίνει, τότε κάθε ατομική αρετή γίνεται δημόσια μονάδα και ιδιωτική ζημιά -ως προς τον υπέρτατο σκοπό της. Δεν καταλήγει σε τίποτε άλλο παρά σε μια φθορά του πνεύματος και των αισθήσεων, αν όχι και σε μια πρόωρη παρακμή. Από την άποψη αυτή εξετάστε, μια μια, όλες τις αρετές ενός υπάκουου ανθρώπου, αγνού, ευλαβικού και δίκαιου.
Οι έπαινοι που λέγονται για τον αλτρουιστή, για τον ενάρετο άνθρωπο, για τον άνθρωπο εκείνον που παραμελεί τον εαυτό του -δηλαδή για εκείνον που δεν αφιερώνει όλη τη δύναμη, ψυχική και σωματική, στο να αναπτυχθεί, να προοδέψει, να μεγαλώσει τη δύναμή του, αλλά που ζει ταπεινά, χωρίς να νοιάζεται για τον ίδιο του τον εαυτό-, αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα δεν ξεκινούν από πνεύμα ανιδιοτέλειας!
Ο «πλησίον» επαινεί την ανιδιοτέλεια γιατί ΚΕΡΔΙΖΕΙ απ’ αυτή. Αν αυτός ο «πλησίον» σκεφτόταν με τον ίδιο «ανιδιοτελή» τρόπο, δεν θα ήθελε την θυσία αυτή της δύναμης, αυτή τη ζημιά που ΕΠΩΦΕΛΕΙΤΑΙ απ’ αυτή. Θα εναντιώνονταν στη γέννηση των κλίσεών του! Και κυρίως θα εκδήλωνε τη δική του ανιδιοτέλεια υποστηρίζοντας πως δεν είναι καλή.
Αυτό φανερώνει η βασική αντίφαση της ηθικής αυτής που τόσο πολύ προβάλλουν στην εποχή μας. Τα ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ βρίσκονται σε ΑΝΤΙΦΑΣΗ με την ΑΡΧΗ ΤΗΣ. Το επιχείρημα που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει για να αποδείξει πως είναι νόμιμη, το αποκρούει το κριτήριό της, για το καλό. Για να μη σκοντάφτει στην ίδια της την ηθική θά ‘πρεπε, η αρχή του «πρέπει να απαρνηθείς και να θυσιάσεις τον εαυτό σου», να οριζόταν μόνο από ένα ον που θα απαρνιόταν, εφαρμόζοντάς την, τα προσωπικά του πλεονεκτήματα και που ίσως θα προξενούσε την ίδια του την πτώση με τη θυσία που θα απαιτούσε από τ’ άτομα· αλλά μόλις ο πλησίον ή η κοινωνία σας συστήνουν τον αλτρουισμό εξ αιτίας της χρησιμότητάς του, εκείνοι εφαρμόζουν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή: «Πρέπει να επιδιώκεις το προσωπικό σου συμφέρον, ακόμα και σε βάρος όλων των άλλων», κι έτσι διακηρύσσουν με μιας και το τι «ΠΡΕΠΕΙ» και το τι «δεν πρέπει».
Η κωμωδία των επιφανών ανδρών
Οι επιφανείς άνδρες που χρειάζονται τη διασημότητά τους -και αυτό γίνεται σε όλους τους πολιτικούς- δεν διαλέγουν πια ποτέ ανυστερόβουλα τους συνεργάτες τους και τους φίλους τους. Από τον έναν φίλο ζητούν λίγη από την λάμψη του, και από την αντανάκλαση της αρετής του. Από τον άλλον, γυρεύουν τον φόβο που μπορούν να προξενήσουν μερικές ανησυχαστικές ιδιότητές του, που τις γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι. Από κάποιον άλλο, οι επιφανείς, οι διάσημοι αυτοί άνδρες, προσπαθούν να κλέψουν τη ραθυμία του, γιατί τους είναι χρήσιμη για τους σκοπούς που έχουν, να θεωρηθούν για λίγο καιρό απρόσεκτοι και ράθυμοι. Ναι! Μην σας φαίνεται παράξενο. Με τον τρόπο αυτό (της ραθυμίας), κρύβουν το γεγονός ότι βρίσκονται σε επιφυλακή. Άλλοτε πάλι, χρειάζονται πλησίον τους τον ιδιότροπο, τον ερευνητή, τον σχολαστικό, σαν να είναι το ΕΓΩ ΤΟΥΣ της στιγμής. Μπορεί όμως και να μην τους χρειαστούν την επομένη στιγμή. Έτσι τα περίχωρα τους και οι προσόψεις τους φθίνουν συνεχώς, ενώ όλα φαίνονται σαν να θέλουν να στριμωχτούν σ’ αυτό το προάστιο και να του δώσουν «χαρακτήρα». Σ’ αυτό, ομοιάζουν με τις μεγάλες πόλεις.
Η φήμη τους μεταμορφώνεται συνεχώς, όπως και ο χαρακτήρας τους, γιατί τα ασταθή μέσα τους αποκτούν την αλλαγή αυτή και σπρώχνουν στο πρώτο επίπεδο, για να φαίνεται καλά, πότε τη μια και πότε την άλλη από τις πραγματικές ή επίπλαστες ιδιότητές τους. Όπως λέγαμε, λοιπόν, οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους, αποτελούν ένα μέρος απ’ τις θεατρικές αυτές ιδιότητες.
Ενώ, αντίθετα, πρέπει, αυτό που θέλουν, να μένει ακόμα πιο σταθερό… Ένας λαμπρός χαλκός… Κι αυτό, πολλές φορές, απαιτεί τις σκηνοθεσίες του και την κωμωδία του.
Μαθητές που δυσαρεστούν τον δάσκαλό τους
Ένας φιλόσοφος κάποτε, φώναξε πολύ θυμωμένος: «Τί να κάνω αυτούς τους δυο νέους; Είναι μαθητές μου που έρχονται σε μένα μια τελείως ακατάλληλη ώρα. Ο ένας απ’ αυτούς δεν ξέρει να πει ποτέ του “ΟΧΙ” και ο άλλος δίνει απαντήσεις διά της “μεσαίας οδού”. Κι αν πάρουμε σαν γεγονός, πως και οι δυο τους θα κατανοούσαν τη θεωρία μας, ο πρώτος θα υποφέρει πάρα πολύ, γιατί ο τρόπος της σκέψης μου απαιτεί πολεμικό σθένος, τη θέληση τού να πράττεις το κακό, την ευχαρίστηση να προβάλλεις αντιρρήσεις και σκληρό πετσί.
Για όλα αυτά, ο πρώτος αυτός μαθητής θα υπέκυπτε γεμάτος πληγές κι εσωτερικούς τραυματισμούς.
Ο δεύτερος μαθητής, μπροστά σ’ όλα αυτά, θα κατάφερνε να κάνει κάθε πράγμα που θα υπεράσπιζε μια μέτρια μικρή υπόθεση. Θα μου τα έκανε όλα μέτρια… Μα την αλήθεια! Τέτοιον μαθητή εύχομαι να έχει ο εχθρός μου!».
Η εργασία και η ανία
Σήμερα, με το να ζητάμε μια εργασία με σκοπό να κερδίσουμε χρήματα, είναι μια κοινή φροντίδα για όλους τους ανθρώπους που ζουν σε μια πολιτισμένη χώρα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η εργασία είναι ένα μέσο, κι έχει σταματήσει πια να είναι αυτοσκοπός, γι’ αυτό και δεν είναι πολύ δύσκολοι στο θέμα εκλογής της εργασίας τους, φτάνει αυτή να τους εξασφαλίζει ικανοποιητικά κέρδη.
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που προτιμούν να πεθάνουν παρά να εργαστούν χωρίς χαρά. Άνθρωποι δύσκολοι, που δεν αρκούνται στα λίγα και που τα πολλά κέρδη δεν τους ικανοποιούν, όσο δεν θεωρούν την ίδια εργασία σαν το ανώτερο κέρδος. Ένα μέρος της σπάνιας αυτής κατηγορίας είναι οι διάφοροι καλλιτέχνες και στοχαστές. Αλλά τέτοιοι είναι κι εκείνοι οι αργόσχολοι που περνούν τη ζωή τους κυνηγώντας ή κάνοντας ταξίδια και που ασχολούνται με τον έρωτα ή με άλλες περιπέτειες. Όλοι τους ψάχνουν την εργασία και τον κόπο, αλλά μονάχα μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία και ο κόπος μπορούν να συνδέονται με την ηδονή, και, αν είναι ανάγκη, ας είναι και η σκληρότερη εργασία και ο χειρότερος κόπος. Όταν όμως βγουν από εκεί, τότε εκδηλώνουν αποφασιστική τεμπελιά, έστω κι αν η τεμπελιά αυτή τους οδηγεί στην καταστροφή, την ατίμωση, κι ακόμα έστω κι αν κινδυνεύουν να αρρωστήσουν ή και να πεθάνουν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται τόσο την ανία, όσο φοβούνται την άχαρη εργασία. Και μάλιστα, πρέπει να νοιώθουν μεγάλη πλήξη για να πετύχει η δουλειά τους.
Ενώ, για τον στοχαστή και το εφευρετικό πνεύμα, πλήξη είναι εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» της ψυχής, εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» που αισθανόμαστε πριν από κάθε ευχάριστο ταξίδι και που πρέπει να ανεχθεί αυτή την ηρεμία, ο άνθρωπος, και να περιμένει τα αποτελέσματά της μέσα του. Εδώ είναι το δύσκολο. Αυτό ακριβώς δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λιγότερο υψηλές ανθρώπινες φύσεις!
Είναι χυδαίο να απομακρύνεις με κάθε τρόπο και θυσία την πλήξη, όπως είναι το ίδιο να εργάζεσαι χωρίς ευχαρίστηση.
Αυτό είναι ίσως εκείνο που κάνει τον Ευρωπαίο να ξεχωρίζει από έναν Ασιάτη. Ο Ασιάτης μπορεί να χαρεί μεγαλύτερη και βαθύτερη ανάπαυση. Ακόμα και τα ναρκωτικά που παίρνει απαιτούν μεγάλη υπομονή και επενεργούν στον οργανισμό του αργά αργά, εκ διαμέτρου δηλαδή αντίθετα απ’ ότι επενεργεί το ευρωπαϊκό δηλητήριο. Είναι γνωστό σε όλους μας πως το αλκοόλ επενεργεί γρήγορα, απαίσια και αιφνίδια.
Τι φανερώνουν οι νόμοι
Κάνουμε μεγάλο σφάλμα, όταν θεωρούμε τον ποινικό κώδικα ενός λαού σαν έκφραση του χαρακτήρα του. Οι νόμοι δεν φανερώνουν τι είναι ένας λαός, αλλά τι του φαίνεται περίεργο, παράξενο, υπερφυσικό, ασυνήθιστο. Ο νόμος αφορά τις εξαιρέσεις της ηθικότητας των ηθών, ενώ οι σκληρότερες ποινές πλήττουν ό,τι είναι σύμφωνο με τα ήθη του γειτονικού λαού. Έτσι, ο λαός των Ιοχαμπί θεωρεί δυο θανάσιμα αμαρτήματα: Πρώτον, να πιστεύουν άλλον θεό εκτός από τον θεό των Ιοαχαμπί και δεύτερον, να καπνίζουν (το κάπνισμα το λένε «αισχρό τρόπο του να πίνεις»). Κάποτε ένας Άγγλος που έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τα θανάσιμα αυτά αμαρτήματα των Ιοαχαμπί ρώτησε: «Και τι ιδέα έχουν, λοιπόν, οι Ιοαχαμπί για τη μοιχεία και τον φόνο;». Κι ένας γέροντας αρχηγός του απάντησε: «Μα την πίστη μου ο θεός είναι μεγαλόψυχος και ευσπλαχνικός».
Κι αν ρίξουμε μια ματιά στους αρχαίους ρωμαϊκούς νόμους θα δούμε πως ήταν για μια γυναίκα αμαρτία θανάσιμη, πρώτον η μοιχεία και δεύτερον…αν έπινε κρασί. Ο Κάτων πίστευε πως η συνήθεια του να φιλιούνται μεταξύ τους οι συγγενείς, είχε σαν απώτερο σκοπό τον έλεγχο της γυναίκας. Να διαπιστώνουν δηλαδή, αν η γυναίκα έπινε κρασί. Και είναι γεγονός πως είχαν τιμωρήσει με θάνατο, γυναίκες που τις είχαν πιάσει να πίνουν κρασί. Δεν το έκαναν αυτό οι Ρωμαίοι γιατί οι γυναίκες κάτω από την επήρεια του κρασιού, τους έλεγαν «όχι» και τους αντιστέκονταν στον έρωτα. Οι Ρωμαίοι πάνω απ’ όλα φοβόντουσαν εκείνη την οργιασμένη και διονυσιακή πνοή που περνούσε καμιά φορά πάνω από τις μεσημβρινές αυτές γυναίκες, τότε που το κρασί ήταν ακόμα κάτι το καινούριο και πρωτότυπο στην Ευρώπη. Θεωρούσαν το κρασί σαν ένα τερατώδη εξωτισμό που θα μπορούσε ίσως να υποσκάψει τα θεμέλια του ρωμαϊκού αισθήματος. Το να μεθά μια γυναίκα ήταν προδοσία για τη Ρώμη, γιατί έβαζε το βαρβαρικό αίμα μέσα στις φλέβες της Ρώμης.
Στην τιμή της φιλίας
Είναι σ’ όλους μας γνωστό, πως οι αρχαίοι θεωρούσαν τη φιλία σαν το πιο ευγενές συναίσθημα, και μάλιστα έφταναν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτιμούν περισσότερο τη φιλία από την τόσο επαινετή υπερηφάνεια των σοφών κείνων ανδρών που περιόριζαν στο ελάχιστο τις ανάγκες τους και την έκαναν μοναδικό αντίπαλο και νικητή αυτής της υπερηφάνειας.
θα γνωρίζετε ασφαλώς την όμορφη ιστορία ενός Μακεδόνα πρίγκηπα. Ο πρίγκηπας αυτός, αφού έδωσε ένα νόμισμα σ’ έναν Αθηναίο φιλόσοφο που το είχε κάνει δουλειά του να περιφρονεί τον κόσμο, τον είδε να του επιστρέφει το νόμισμα. Και αμέσως είπε ο πρίγκηπας: «Μα τι λοιπόν, δεν έχει φίλο;», Και εννοούσε με αυτό πως εκτιμούσε την υπερηφάνεια αυτή του σοφού Αθηναίου, του ανεξάρτητου αυτού ατόμου, αλλά πως θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο την ανθρωπιά του αν μέσα στα βάθη της ψυχής του η φιλία ήταν πιο δυνατή από την υπερηφάνεια. Ο φιλόσοφος είχε ξεπέσει στα ιμάτια του Μακεδόνα πρίγκηπα με το να δείξει πως αγνοούσε ένα απ’ τα δυο ευγενικότερα συναισθήματα του κόσμου, και βεβαίως το πιο ευγενικό απ’ όλα αυτά.
Η σκληρότητα ενός αγίου
Κάποτε ένας άνθρωπος βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε, συγκεκριμένα, αποκτήσει ένα μισοσακάτικο παιδί. Πήγε, λοιπόν, κρατώντας το νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά του, σ’ έναν άγιο και τον ρώτησε: «Τι να κάνω το παιδί αυτό, άγιέ μου; Είναι ταλαίπωρο και κακώς διαπλασμένο από τη φύση και δεν έχει ζωή, ούτε όση του χρειάζεται για να πεθάνει».
Και σαν αποτελείωσε τον λόγο του, ακούστηκε μια φοβερή φωνή… Ήταν η φωνή του αγίου: «Σκότωσέ το και βάσταξέ το σφιχτά στην αγκαλιά σου τρία ολόκληρα ημερόνυχτα για να το θυμάσαι πάντα… Έτσι, δεν θα ξαναγεννήσεις παιδί σαν δεν του έχει έρθει η ώρα του».
Ακούγοντας τη «συμβουλή» αυτή του αγίου, ο άνθρωπος έφυγε γεμάτος απόγνωση. Πολύς κόσμος σαν άκουσε τον άγιο να συμβουλεύει ένα τόσο σκληρό πράγμα, τον κατηγόρησε. Και ο άγιος τους απάντησε: «Μα δεν είναι άσπλαχνο να το αφήσουν να ζήσει;».
Ενάντια στις τύψεις
Ο στοχαστής βλέπει τις πράξεις του σαν έρευνες και ζητήματα που πρόκειται να του δώσουν λύσεις στο ένα ή στο άλλο ζήτημα. Η επιτυχία και η αποτυχία για τον στοχαστή είναι, πρώτ’ απ’ όλα, απαντήσεις. Αλλά, το να οργίζεται για μια του αποτυχία, ή ακόμα χειρότερα, το να αισθάνεται τύψεις γι’ αυτήν, αυτά τα αφήνει για εκείνους που ενεργούν, επειδή τους το διέταξαν και που θα τους δείρει αν δεν μείνει ευχαριστημένος ο δάσκαλος από το αποτέλεσμα.
Πηγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η θεωρία του σκοπού της ζωής»

ΝΙΤΣΕ ΚΑΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Ο «λόγος» στη Φιλοσοφία. (ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΕΙ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ)

Με ρωτάτε για τις ιδιοσυγκρασίες των φιλοσόφων;… Υπάρχει η έλλειψη κάθε ιστορικής αντίληψης, το μίσος τους και για την ιδέα ακόμη του γίγνεσθαι, ο Αιγυπτιανισμός τους. Νομίζουν πως τιμούν ένα πράγμα όταν εξαλείψουν την ιστορικότητά του, «από τη θέση της αιωνιότητας» – όταν το μουμιοποιούν.
Όλα όσα επί χιλιετίες χειρίζονται οι φιλόσοφοι ήταν μούμιες ιδεών. Τίποτα το πραγματικό δεν ξέφυγε απ’ τα χέρια τους ζωντανό. Σκοτώνουν, βαλσαμώνουν, κι ύστερα λατρεύουν, αυτοί οι ειδωλολάτρες των εννοιών – γίνονται θανάσιμος κίνδυνος για τα πάντα όταν λατρεύουν.
Ο θάνατος, η αλλαγή, η ηλικία, όπως επίσης η γέννηση και η ανάπτυξη, είναι γι’ αυτούς μειονεκτήματα – ακόμη και στοιχεία αποκρουστικά. Εκείνο που είναι, δεν γίνεται. εκείνο που γίνεται δεν είναι… Τώρα όλοι πιστεύουν, και απελπιστικά ακόμη, σ’ αυτό το οποίο είναι. Καθώς όμως δεν μπορούν να το πιάσουν στα χέρια τους, αναζητούν τους λόγους εκείνους που τους κρατούν μακριά απ’ αυτό το «είναι». «Θα πρέπει να είναι κάποια ψευδαίσθηση, κάποια αυταπάτη που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε αυτό που είναι: Πού να αναζητήσουμε τον φταίχτη;» «Το βρήκαμε», φωνάζουν καταχαρούμενοι, «είναι οι αισθήσεις! Αυτές οι αισθήσεις, που επίσης δε γνωρίζουν τι θα πει ηθική, αυτές είναι που μας εξαπατούν για τον πραγματικό κόσμο».
Ηθικό δίδαγμα: Δραπέτευσε από το ξεγέλασμα των αισθήσεων, από την αλλαγή, από την ιστορία, από το ψεύτικο – η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πίστη στις αισθήσεις, η πίστη στο ψεύτικο. Ηθικό δίδαγμα: Άρνηση όλων εκείνων που πιστεύουν στις αισθήσεις, όλης της υπόλοιπης ανθρωπότητας: όλοι αυτοί δεν είναι παρά «λαός». Εσύ γίνε φιλόσοφος, γίνε μούμια, αντιπροσώπευε το μονοτονο-θεϊσμό κάνοντας σαν τυμβωρύχος! Και, πάνω απ’ όλα, κάνε πέρα το σώμα, αυτή την αξιολύπητη idea fixe των αισθήσεων! Το μολυσμένο με κάθε σφάλμα λογικής που είναι δυνατόν να υπάρξει, το αποκρουστικό, απίθανο ακόμη, και επί πλέον αρκετά αδιάντροπο ώστε να συμπεριφέρεται σαν να υπήρχε πραγματικά!…

Ξεχωρίζω με μεγάλο σεβασμό το όνομα του Ηράκλειτου. Όταν ο υπόλοιπος φιλοσοφικός συρφετός απέρριπτε τα δεδομένα των αισθήσεων γιατί έδειχναν την πολλαπλότητα και την αλλαγή, εκείνος τα απέρριπτε γιατί έδειχναν διάρκεια και ενότητα. Και ο Ηράκλειτος ωστόσο δε στάθηκε δίκαιος απέναντι στις αισθήσεις, οι οποίες δεν ψεύδονται ούτε κατά τον τρόπο που πίστευαν οι Ελεάτες ούτε και κατά τον τρόπο που πίστευε εκείνος – οι αισθήσεις δεν ψεύδονται καθόλου.
Είναι η χρήση που εμείς κάνουμε των δεδομένων που μας παρέχουν που εισάγει για πρώτη φορά κάποια αναλήθεια, για παράδειγμα την αναλήθεια της ενότητας, το ψέμα της υλικότητας, της ουσίας, της διάρκειας… Ο «λόγος» είναι η αιτία που μετατρέπουμε σε ψέματα τα στοιχεία των αισθήσεών μας. Όσο οι αισθήσεις μας δείχνουν το γίγνεσθαι, το πέρασμα, την αλλαγή, δε λένε ψέματα… Ο Ηράκλειτος ωστόσο θα έχει πάντα δίκιο σ’ αυτό, ότι το «είναι» αποτελεί μια σκέτη φαντασία. Ο «φαινόμενος κόσμος είναι ο μόνος κόσμος: ο «πραγματικός» κόσμος ψευδώς μόνο έχει τεθεί…

Και τι λεπτά όργανα παρατήρησης διαθέτουμε με τις αισθήσεις μας! Η μύτη αυτή, για παράδειγμα, για την ποία κανείς φιλόσοφος μέχρι σήμερα δεν έχει μιλήσει με σεβασμό και ευγνωμοσύνη, είναι παρ’ όλ’ αυτά το πιο ντελικάτο όργανο που διαθέτουμε: είναι σε θέση να επισημάνει ελάχιστες μεταβολές στην κίνηση που ακόμη και από φασματογράφο θα ξέφευγαν.
Σήμερα διαθέτουμε επιστημονικές γνώσεις στο βαθμό ακριβώς που αποφασίσαμε να αποδεχτούμε τα δεδομένα των αισθήσεών μας – στο βαθμό που μάθαμε να τις ακονίζουμε και να τις εξοπλίζουμε και να βγάζουμε συμπεράσματα από αυτές. Τα υπόλοιπα είναι εκτρώματα και μη-επιστήμη: δηλαδή μεταφυσική, θεολογία, ψυχολογία, επιστημολογία. Ή επιστήμες συμβόλων, συστήματα συμβόλων: τέτοιες όπως η λογική και αυτή η εφαρμοσμένη λογική, τα μαθηματικά. Σ’ αυτά η πραγματικότητα δεν κάνει καθόλου την εμφάνισή της, ούτε καν σαν πρόβλημα. Το ίδιο δηλαδή που συμβαίνει και με το ερώτημα του τι αξία θα μπορούσε ποτέ να έχει ένα τέτοιο σύστημα συμβατικών συμβόλων όπως αυτό της λογικής.

Η άλλη ιδιομορφία των φιλοσόφων δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη: Συνίσταται στο να παίρνουν το τελευταίο για πρώτο. Βάζουν αυτό που έρχεται στο τέλος – δυστυχώς! γιατί δε θα ’πρεπε να έρχεται καθόλου! – στη θέση των «υψηλότερων εννοιών», δηλαδή τις πιο γενικές, τις πιο κενές έννοιες, τους τελευταίους αχνούς της εξατμισμένης πραγματικότητας, στην αρχή σαν αρχή.
Είναι και πάλι μια έκφραση του τρόπου που έχουν να εκφράζουν το σεβασμό τους: το ανώτερο δεν επιτρέπεται να βγαίνει από το κατώτερο, δεν επιτρέπεται μάλιστα να βγαίνει καθόλου… Ηθικό δίδαγμα: όλα όσα βρίσκονται στην ανώτατη βαθμίδα πρέπει να είναι «η αιτία του εαυτού τους». Η προέλευση από κάτι άλλο μετράει σαν αντίρρηση, σαν αμφισβήτηση της αξίας.
Όλες οι ανώτατες αξίες βρίσκονται στην ανώτατη βαθμίδα, όλες οι ανώτατες έννοιες – αυτό το οποίο είναι, το καλό, το αληθινό, το τέλειο – όλα αυτά δεν μπορεί να έχουν προέλθει από κάτι, πρέπει επομένως να είναι η αιτία του εαυτού τους.
Κι όμως απ’ αυτές τις ανώτατες έννοιες δεν μπορεί να είναι ασύμμετρη, ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε άλλη… Έτσι απέκτησαν την πομπωδέστερη από τις έννοιές τους, τον «Θεό»… Η τελευταία, διαφανέστερη, κενότερη από τις έννοιες τοποθετείται πρώτη, σαν αιτία του εαυτού της, σαν το πιο πραγματικό ον… Να πάρει στα σοβαρά η ανθρωπότητα τις αρρωστημένες φαντασίες νοσηρών ανθρώπινων αραχνών! Και πόσο ακριβά πλήρωσε που το έκανε!…

Ας αντιπαραθέσουμε, συμπερασματικά, σ’ αυτό τον πολύ διαφορετικό τρόπο με τον οποίο εμείς ( λέω «εμείς» από ευγένεια…) βλέπουμε το πρόβλημα του ψεύτικου και του φαινομένου. Η αλλαγή, η μεταμόρφωση, το γίγνεσθαι γενικά εκλαμβάνονταν σαν απόδειξη του ότι είχαμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο, σαν σημεία της παρουσίας κάποιου πράγματος ικανού να μας παρασύρει σε λάθη. Σήμερα, αντίθετα, βλέπουμε τους εαυτούς μας εμπλεγμένους στο σφάλμα, βλέπουμε το σφάλμα να μας επιβάλλεται κατά εκείνον ακριβώς το βαθμό που η προκατάληψή μας υπέρ της λογικής, μας αναγκάζει να θέτουμε τέτοιες έννοιες όπως η ενότητα, η ταυτότητα, η διάρκεια, η ουσία, η αιτία, η υλικότητα, το ον. Όσο βέβαιοι κι αν είμαστε για κάτι, με βάση τους αυστηρούς συλλογισμούς μας, από αυτό το λάθος δε θα έχουμε ξεφύγει.
Πρόκειται για την ίδια κατάσταση με τις κινήσεις του ήλιου: σ’ αυτή την περίπτωση συνηγορούν με το σφάλμα, στην άλλη περίπτωση το σφάλμα έχει αιώνιο συνήγορο τη γλώσσα.
Η γλώσσα ανήκει κατά την προέλευσή της στην εποχή της πλέον στοιχειώδους μορφής ψυχολογίας: βρίσκουμε τους εαυτούς μας στο μέσο ενός πρωτόγονου φετιχισμού όταν φέρνουμε στο μυαλό μας τις βασικές υποθέσεις της μεταφυσικής της γλώσσας – δηλαδή, του λόγου. Αυτό είναι που βλέπει παντού αίτιο και αποτέλεσμα. αυτό είναι που πιστεύει τη θέληση σαν αίτιο γενικά. αυτό είναι που πιστεύει στο «εγώ», στο εγώ σαν ον, στο εγώ σαν ουσία, και το οποίο προβάλλει την πίστη του αυτή στην ουσία του εγώ σε άλλα πράγματα – μόνο μ’ αυτό τον τρόπο καταφέρνει να δημιουργήσει την έννοια «πράγμα»… Η ύπαρξη πιστεύεται να είναι παντού, φορτώνεται, επιβάλλεται παντού σαν αίτιο. Και μόνο από τη σύλληψη της έννοιας «εγώ» που έπεται, παραγωγικά, η έννοια «ύπαρξη, ον»…
Στην αρχή βρίσκεται το μοιραίο λάθος πως η θέληση είναι κάτι που φέρνει αποτέλεσμα – πως η θέληση είναι ικανότητα… Σήμερα ξέρουμε πως δεν είναι παρά μια απλή λέξη… Πολύ αργότερα, σ’ έναν κόσμο χίλιες φορές πιο φωτισμένο, η ασφάλεια, η υποκειμενική βεβαιότητα με την οποία οι κατηγορίες του λόγου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν συνειδητοποιήθηκε ξαφνικά απ’ τους φιλόσοφους: συμπέραναν πως αυτές οι κατηγορίες δε θα μπορούσαν να έχουν την προέλευσή τους στον εμπειρικό κόσμο – ουσιαστικά ολόκληρος ο εμπειρικός κόσμος ήταν ασυμβίβαστος μαζί τους.
Από πού προήλθαν; Και στην Ινδία όπως και στην Ελλάδα έπεσαν στην ίδια γκάφα: «Θα πρέπει κάποτε να κατοικούσαμε σ’ έναν ανώτερο κόσμο» – αντί σ’ έναν κατά πολύ κατώτερο, που θα ήταν η αλήθεια! «Θα πρέπει να ήμασταν Θεοί, γιατί διαθέτουμε λόγο». Τίποτα μάλιστα, δεν είχε μέχρι τώρα μια περισσότερο άμεση πειστική δύναμη από το σφάλμα αυτό του όντος όπως διαμορφώθηκε, για παράδειγμα, από τους Ελεάτες: γιατί κάθε λέξη, κάθε πρόταση που προφέρουμε συνηγορεί μαζί του! Ακόμη και οι αντίπαλοι των Ελεατών υπόκεινται στην υπνωτική επενέργεια της αντίληψης που είχαν για το ον: ο Δημόκριτος, ανάμεσα σ’ άλλους, όταν εφεύρισκε το άτομό του… «Λόγος» στη γλώσσα: ω τι δόλια γριά! Φοβάμαι δεν ξεφορτωνόμαστε τον Θεό γιατί ακόμα πιστεύουμε στη γραμματική…

Θα ήταν ευεργετικό αν τώρα συμπίεζα μια τόσο θεμελιακή και νέα σύλληψη σε τέσσερις θέσεις: θα γίνει έτσι πιο εύκολο να την καταλάβει κανείς, και θα προκαλέσω έτσι ευκολότερα τους αντιπάλους της.
Πρώτη πρόταση. Οι λόγοι με βάση τους οποίους «αυτός» ο κόσμος χαρακτηρίστηκε σαν φαινομενικός θεμελιώνουν μάλλον την πραγματικότητά του – οποιοδήποτε άλλο είδος πραγματικότητας είναι απόλυτα μη αποδείξιμο.
Δεύτερη πρόταση. Τα χαρακτηριστικά εκείνα που αποδόθηκαν στο «όντως ον» των πραγμάτων είναι χαρακτηριστικά του μη-όντος, του τίποτα – ο «πραγματικός κόσμος» κατασκευάστηκε από μιαν αντίφαση με τον υφιστάμενο κόσμο: κόσμος των φαινομένων πράγματι, αφού δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ηθικο-οπτική αυταπάτη.
Τρίτη πρόταση. Το να μιλάμε για έναν «άλλο» κόσμο απ’ αυτόν είναι αρκετά άστοχο, αν βέβαια το ένστικτο του να κατηγορήσουμε, να συκοφαντήσουμε και να υποτιμήσουμε τη ζωή δεν είναι δυνατό μέσα μας: σ’ αυτή την περίπτωση εκδικούμαστε τη ζωή χρησιμοποιώντας τη φαντασμαγορία μιας «άλλης», «καλύτερης» ζωής.
Τέταρτη πρόταση. Το να διαχωρίζουμε τον κόσμο σε «πραγματικό» και σε «φαινομενικό», είτε το κάνουμε αυτό κατά τον τρόπο της χριστιανοσύνης είτε κατά τον τρόπο του Καντ (που, σε τελευταία ανάλυση, είναι τρόπος ενός πανούργου Χριστιανού) δεν είναι παρά σημάδι decadence – σύμπτωμα ζωής φθίνουσας… Το ότι ο καλλιτέχνης επενδύει με μεγαλύτερη αξία το φαινόμενο απ’ το πραγματικό δεν αντιφάσκει μ’ αυτή την πρόταση. Γιατί το «φαινόμενο» εδώ υποδηλώνει και πάλι την πραγματικότητα, μόνο επιλεγμένη, δυναμωμένη, διορθωμένη… Ο τραγικός καλλιτέχνης δεν είναι πεσιμιστής – είναι ακριβώς αυτός που καταφάσκει όλα όσα είναι αβέβαια και τρομερά στην ύπαρξη, είναι Διονυσιακός.

Πώς ο «Πραγματικός Κόσμος» στο τέλος έγινε Μύθος
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ
1. Ο πραγματικός κόσμος, προσιτός στον σοφό, τον ευσεβή, τον ενάρετο – αυτός κατοικεί σ’ αυτόν, αυτός είναι ο κόσμος. (Παλαιότερη μορφή της ιδέας, σχετικά λογική, απλή, πειστική. Μεταγραφή της πρότασης «Εγώ, ο Πλάτων, είμαι η αλήθεια»).
2. Ο πραγματικός κόσμος, απροσπέλαστος προς το παρών, αλλά υπεσχημένος στον σοφό, τον ευσεβή, τον ενάρετο («στον αμαρτωλό που μετανοεί»). (Εξέλιξη της ιδέας: γίνεται περισσότερο εξευγενισμένη, περισσότερο γοητευτική, περισσότερο ακατανόητη – γίνεται γυναίκα, γίνεται χριστιανική…)
3. Ο πραγματικός κόσμος, ανέφικτος, αναπόδεικτος, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο υπόσχεσης, αλλά ακόμα κι όταν τον σκέφτεται κανείς σαν παρηγοριά είναι καθήκον, είναι κάτι το επιτακτικό (Ουσιαστικά είναι ο ίδιος παλιός ήλιος, που λάμπει όμως τώρα μέσα από ομίχλη και σκεπτικισμό. η ιδέα που έχει γίνει χλωμή, υψηλή, βόρια, Καντιανή)
4. Ο πραγματικός κόσμος – ανέφικτος; Ανέφικτος προς το παρόν, τουλάχιστον. Και αν ανέφικτος, τότε επίσης και άγνωστος. Κατά συνέπεια επίσης ούτε παρηγοριά, ούτε απελευθέρωση, ούτε καθήκον: Πώς θα μπορούσε να έχει κανείς καθήκον προς κάτι άγνωστο; (Το κόκκινο της αυγής. Τα πρώτα χασμουρητά του λόγου. Το πρωινό λάλημα του ποζιτιβισμού (Εμπειρισμού).
5. ο «πραγματικός κόσμος» – ιδέα άχρηστη πλέον, ιδέα που δεν είναι πια ούτε καθήκον – μια ιδέα που έχει φτάσει πλέον να είναι άχρηστη, περιττή, και κατά συνέπεια ιδέα ανατραπείσα: ας τη διαγράψουμε! (Το φως της ημέρας. πρόγευμα. επιστροφή της ευθυμίας και της Bon sens. ο Πλάτωνας κοκκινίζει από ντροπή. όλα τα ελεύθερα πνεύματα ξεσηκώνονται).
6. Διαγράψαμε τον πραγματικό κόσμο: τι κόσμος μας μένει; Ο φαινόμενος κόσμος ίσως;… Μα όχι! Μαζί με τον πραγματικό κόσμο διαγράψαμε και τον φαινόμενο! (Μεσουράνημα. στιγμή της βραχύτερης σκιάς. τέλος του πιο μακρόχρονου λάθους. ζενίθ της ανθρωπότητας. Εδώ αρχίζει ο Ζαρατούστρα).
Από το βιβλίο «Το λυκόφως των ειδώλων»

ΠΝΕΥΜΑ – ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ – ΠΝΕΥΜΑΤΟΠΛΗΞΙΑ!


Ετυμολογία: από το φυσάω, ρίζα φυ- , φυέω, φυνέω, φνέω, πνέω (φ σε π). Πνέω σημαίνει, φυσώ επί ανέμου και αύρας, επί των αυλητών και των αυλών, εκπέμπω οσμή, επί ζώων, αναπνέω, αναπνέω δυνατά ή βαθιά, ασθμαίνω, ζω, μέγα πνειν = μεγάλα φρονεί, υπερηφανεύεσθαι.
Ιστορική (χρονολογική) κατάταξη των σημασιών της έννοιας πνεύμα:
α) Από φυσική αντίληψη: κίνηση-ώθηση του αέρα, άνεμος, πνοή, η πνοή της ζωής, ζωή.
β) Από μεταφορική (ωστόσο φυσιολογική αίσθηση): γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια (επιδόσεις του ‘ζωντανού’, υγιούς, δραστήριου και δημιουργικού ανθρώπου).
γ) Από τη οπτική γωνία του άρρωστου θεοφοβούμενου και δεισιδαίμονος ανθρώπου: η πνευματική, η ηθική υπόσταση σε αντίθεση με την σάρκα «ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός», ομοίως, «το πνεύμα του Θεού – του Κυρίου – το Άγιο – της αληθείας – της ζωής – της Χάριτος», επί του διαβόλου: «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν – άλαλον» (κατ’ εξοχήν ιουδαιοχριστιανική αντίληψη).
Τι εννοεί ο χριστιανός «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν…»; Τίποτε περισσότερο απ’ αυτά: γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια. Ότι δυναμώνει και προάγει τον άνθρωπο. Κοντολογίς προτιμά το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» ( = ηλίθιοι και βλάκες).
Κάνετε λάθος, διευκρινίζει ο θεολόγος – αυτός ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. «Πτωχούς τω πνεύματι» εννοεί τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα κύριε, συμφωνούμε. Εννοεί τους ταπεινόφρονες. Ε, μάθε το λοιπόν μια και καλή, κύριε θεολόγε: εμείς δεν περιφρονούμε καθόλου τους «πτωχούς τω πνεύματι», δηλαδή τους ηλίθιους και τους βλάκες. Εμείς περιφρονούμε τους ταπεινόφρονες. Ναι τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα τους απεχθανόμαστε, για να ξέρεις.
Αυτούς τους χαμερπείς ταπεινόφρονες, οι οποίοι είναι διαποτισμένοι τόσο πολύ από την ταπεινοφροσύνη τους, που, εμάς όλους τους μη χριστιανούς, μας θεωρούν πεθαμένους και νεκρούς. Που μας θεωρούν ανθρώπινα σκουπίδια και χαμένα κορμιά. Αυτούς που μας έχουν ρίξει προκαταβολικά στο «πυρ το εξώτερον»!
Αυτοί οι ταπεινόφρονες βλέπουν όλους τους ετερόδοξους σαν σκουλήκια. Σαν «γουρούνια που κυλιούνται μέσα στις κοπριές τους» (Ι. Χρυσόστομος και κατά τη γνώμη των «γουρουνιών» Βρομόστομος).
Αυτοί, καλοί μου άνθρωποι, οι ταπεινόφρονες χριστιανοί, πρέπει να ξέρετε ότι, είναι όλοι τους πνευματικοί άνθρωποι! Διακατέχονται από πνεύμα θεού. Από τον θεό των πνευμάτων. Από το πνεύμα του Κυρίου, το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της Χάριτος και της «ζωής». Αλλά μιας ζωής μαύρης. Μαύρης σαν τα ράσα τους. Πρόκειται γι’ αυτούς που μίσησαν τη ζωή. Ο Πατέρας της εκκλησίας είναι ένας υπάνθρωπος που ο μοναδικός του στόχος είναι η δολοφονία της ζωής (Βλ. τα σχετικά άρθρα στην παρούσα ιστοσελίδα, στην κατηγορία «θρησκευτικά»).
Συμβουλή, εκ πείρας: μακριά τα παιδιά σας από πνευματικούς ανθρώπους. Ο κατ’ εξοχήν πνευματικός άνθρωπος λέγεται εξομολογητής-πνευματικός. Υπάρχει και το τέλειο είδος της κατηγορίας αυτής. λέγεται εξομολογητής καλόγερος. Το έργο τους είναι η θανάσιμη δηλητηρίαση της ανθρώπινης υπόστασης. Οχιές που τσιμπούν κατ΄ ευθείαν στην καρδιά του ανθρώπου. Ο εξευτελισμός του αρσενικού κατινισμού.
Οι άνθρωποι αυτοί είναι όντως πνευματικοί. μόνο που η εκπνοή τους εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια, κατά της ζωής. Αέρια που δηλητηριάζουν την αθώότητα με το μονοξείδιο του άνθρακα που λέγεται αμαρτία. Αυτοί βρίσκουν αμαρτίες εκεί που δεν υπάρχουν. Τοποθετούν αμαρτίες εκεί που θάλλει η ομορφιά και το κάλος. Ναρκοθετούν τον κήπο της χαράς και της υγείας με νάρκες κατά της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Κύριος στόχος του είναι η δολοφονία της παιδικής αθώας ψυχής.
Η δεξιοτεχνία τους είναι απαράμιλλη. Κτυπούν κατ’ ευθείαν στο ψαχνό. Τι είναι σίγουρο πως κάνουν όλα τα παιδιά; Ένα είναι το πιο σίγουρο απ΄ όλα, ότι αυτοϊκανοποιούνται, ότι αυνανίζονται, ότι μαλακίζονται. Επίθεση λοιπόν κατά μέτωπο: «Εφθάσαμεν τέλος πάντων και εις την κατάρατον μαλακία, ήτις την σήμερον αληθώς είναι η κοινή ψυχόλεθρος πανούκλα οπού φθείρει απολλύει τους περισσοτέρους ανθρώπους του κόσμου, και μάλιστα τους αθλίους νέους, κατά της οποίας όσα και αν ειπεί τινας, έχωντας σκοπόν να εκριζώσε από τον κόσμον τοιούτον φοβερόν και θεομίσητον κακόν, ποτέ δεν ήθελαν νομισθούν μάταια και περιττά». «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσς/νίκη), (σελίδα 704 στην υποσημείωση (2)) το οποίο Πηδάλιο, κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας Γραφάς αγία γραφή».
Άραγε αρκεί αυτή η δόση δηλητηρίου ή απαιτείται κι άλλη ποσότητα; Καλού κακού ας ρίξουμε ακόμα μια:
Σελ. 705: «η μαλακία όχι μόνον προξενεί ζημίαν αιώνιον εις την ψυχήν αλλά και εις την υγείαν του σώματος. Ζημίαν αιώνιον εις την ψηχήν, διατί την υστερεί της Βασιλείας των Ουρανών, και την καταδικάζει εις την παντοτεινήν τιμωρίαν, ως λέγει ο Παύλος (Α΄ Κορινθ. Στ΄ 9)». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί όλοι οι καλόγεροι θεωρούσαν τον εαυτό τους αμαρτωλό και άξιο της αιωνίας κολάσεως. Να υπήρχε άραγε κανείς που να μην είχε υποπέσει στο αμάρτημα αυτό;
Και συνεχίζει «Μη πλανάσθε, ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, Βασιλείαν θεού ου κληρονομήσουσι». Μας εξηγεί δε ότι παρ’ όλο που μερικοί πατέρες άλλως ερμήνευσαν την λέξη μαλακοί ωστόσο, «πολλοί των δασκάλων και επί της εννοίας ταύτης τους μαλακούς εξέλαβον».
Όσο για τις ζημίες του σώματος απαριθμούνται αμέσως: «Α΄ κιτρινίζουσι, Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουσι δέν ημπορούν, Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους, Δ΄ χάνουσιν την φωνήν, Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός, ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην, Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια, Η΄ τρέμει το σώμα των, Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής, και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες, Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ταμπλάς, ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν ήναι έξυπνοι, δια το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων και ΙΒ΄ , τέλος πάντων γηράσκουσι ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς». Όλα τα συμπτώματα της άθλιας διαβίωσης των μοναχών.
Προσέξτε παρακαλώ την πανουργία αυτών των κακούργων. Πως μ’ ένα σμπάρο παίρνουν όχι μόνο δυο τρυγόνια αλλά τα πάντα.
Άρθρο πρώτο: όλος ο αρσενικός πληθυσμός καθίσταται αμαρτωλός, διότι άπαντες χρημάτισαν εραστές της «χείρας με τα πέντε ορφανά».
Μας ξέφυγαν άραγε τα κορίτσια; Αμ, δε: «Δεν πρέπει και τούτο να λανθάνη τους πνευματικούς πατέρας, ότι η κατάρατος μαλακία προχωρεί και εις τας γυναίκα. Δια τούτο και αυταί πρέπει να κανονίζονται ωσάν και οι άνδρες, ίνα μη λέγω και βαρύτερα». Δεν θέλει , όπως βλέπετε, να λησμονήσει ο άγιος και τα περί ισότητος των δύο φύλων, αφού λέει «ινα μη λέγω και βαρύτερα». Αυτά τα ολίγα περί της μαλακίας των γυναικών διότι λείπει η ανάλογη εμπειρία.
Άρθρο δεύτερο: δεν χάνει κανείς μόνο τη μέλλουσα ζωή, αλλά και την παρούσα γήινη, αφού όλες οι πληγές τις Αιγύπτου πρόκειται να επιπέσουν επάνω εις τον μαλακιζόμενον.
Ότι προάγει τον άνθρωπο και τον δυναμώνει, για τους πνευματικώς ανώμαλους και μισάνθρωπους πατέρες της εκκλησίας θεωρείται θανάσιμη αμαρτία. Η καθαριότητα του σώματος, η περιποίηση της εμφάνισής του, τα γράμματα οι τέχνες και οι επιστήμες, η ευφυΐα, η σωματική και πνευματική δύναμη, η εξυπνάδα.
Ας δούμε όμως τις περιπέτειες της έννοιας πνεύμα μέσα στην πορεία της ιστορίας. Όλα τα στοιχεία από την «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ».
Κατ’ αρχάς, είναι όρος που χρησιμεύει για τον χαρακτηρισμό της ψυχής και των ψυχικών φαινομένων σε αντίθεση προς την ύλη και το σωματικό. Επί πλέον σημαίνει τον νου, τον λόγο, την αυτοσυνείδητη ενέργεια της ψυχής, σε αντίθεση με τον βίο που καθορίζεται από τις ορμές και τον μηχανισμό του συνειρμού των παραστάσεων.
Εντούτοις παρά την υφιστάμενη αυτή διάκριση μεταξύ ψυχής και ο πνεύματος, ο όρος εισήχθη πολύ αργότερα στην φιλοσοφική ορολογία.
Ο Πλάτων μιλάει περί λογικού μέρους της ψυχής, ο Αριστοτέλης περί ενεργού νου, οι μέσοι αιώνες και η Αναγέννηση περί νοήσεως, όπως αργότερα ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα. Ο Καντ αποφεύγει τον όρο πνεύμα, μεταχειριζόμενος τον όρο λόγος, ίσως επειδή με εκείνον τον όρο ακούγεται κάτι το υπερβολικό, το μεταφυσικό και ξένο προς την καθαρώς γνωσιολογική έρευνα.
Από τον Καντ αρχίζει η χρήση του όρου πνεύμα, ο οποίος τελικά επικρατεί μάλιστα από τον Έγελο και δι’ αυτού. Συγχρόνως το περιεχόμενό του ευρύνεται σε μεταφυσικό και κοσμικό, ενώ προηγουμένως περιορίζονταν κυρίως και προπάντων στο ψυχολογικό και το ανθρωπολογικό.
Ήδη ο Πλάτων διέκρινε στην ψυχή κατώτερες και ανώτερες δυνάμεις. Αλλά η έννοια του πνεύματος του ανθρώπου ως κάτι διαφορετικό από τον απλώς ψυχικό βίο, που είναι κοινός προς τον ψυχικό βίο των ζώων, δημιουργείται κατ’ αρχάς από την χριστιανική ανθρωπολογία, δηλαδή από την εκτίμηση και ερμηνεία του ανθρώπου, την οποία εισήγαγε ο χριστιανισμός.
Δια του πνεύματος αυτού ο άνθρωπος είναι συγγενής προς το θείο πνεύμα. Μέσα στην περιοχή δε του πνεύματος αυτού βρίσκονται οι σκοποί και οι ύψιστες αξίες του ανθρώπου, δηλαδή ο τελικός προορισμός, προς τον οποίον πρέπει να τείνει. Κοντολογίς ο πνευματικός βίος τίθεται σαφώς σε ανώτερη βαθμίδα απ’ ότι ο κατά φύση ψυχικός. Την διάκριση αυτή συναντάμε προπάντων στον απόστολο Παύλο. Εντούτοις η διάκριση μεταξύ του ψυχικού και του πνευματικού παραμένει δυσχερής, η δε μεταξύ ψυχής και πνεύματος σημασιολογική διαφορά δεν κατορθώνεται να καθοριστεί σαφώς.
Οι ατέλειωτες θεωρίες και συζητήσεις των τελευταίων αιώνων περιστράφηκαν γύρω από τον εξής άξονα: η ψυχή διαθέτει ένα ενεργό κι ένα παθητικό στοιχείο, ατομικό και με καθολική ισχύ. Κατά το αίσθημα λ.χ. και την αντίληψη η ψυχή τελεί σε παθητική κατάσταση, εξ άλλου δε αυτά εμφανίζουν ατομικές διαφορές, ανάλογα με τις αποκλίσεις των ψυχοφυσικών οργανισμών. Αντιθέτως κατά τον σχηματισμό των εννοιών και την αφομοίωση των δεδομένων του εκτός κόσμου, η οποία επιτυγχάνεται δια των εννοιών εκείνων, εμφανίζει η ψυχή του ανθρώπου ενεργή δύναμη και υψώνεται από το ατομικό στο καθολικώς ισχύον. Για μεν το παθητικό και ατομικό εκείνο, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε ο όρος ψυχή, για δε το ενεργό και καθολικό ισχύον και ο όρος πνεύμα δίπλα στους όρους νους, νόηση, λόγος κ.ά.
Όμως η διαφορά αυτή, μεταξύ παθητικού και ενεργού μέρους, αναπτύχθηκε ενίοτε μέχρι την αντίθεση μεταξύ δύο εντελώς διακεκριμένων μεταξύ τους ουσιών.
Από κει και πέρα άρχισαν οι σχολαστικές αναλύσεις και συζητήσεις, οι οποίες ανακάτεψαν και μπέρδεψαν σε τέτοιο βαθμό το ψυχο-πνευματικό αυτό κουβάρι, που ούτε όλες οι μοδίστρες της ανθρωπότητας κι αν μαζευτούν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ξετυλίξουν.
Όσο καιρό έπαιζε πάνω στο γυαλί του μικροσκοπίου η ψυχή μόνη της, κάτι μπορούσε να δει κανείς. Τσάκωνε ένα ψυχικό φαινόμενο από δω, μια ψυχολογική αντίδραση από κει, κι όλο και κάτι είχε να παρατηρήσει. Τώρα όμως με το πνεύμα τα πράγματα σκούραιναν εντελώς. Πού να το βρεις αυτό το αερικό τον πνεύμα, πού να το στριμώξεις και πώς να το δεις; Και για ότι δεν φαίνεται συνηθίζει ο άνθρωπος ν’ ανοίγει το στόμα του και να μη το κλείνει με καμμιά δύναμη. Μήπως τα ίδια δεν έκανε και με τον θεό; Εξάλλου λέει: «Πνεύμα ο θεός». Και μόλις το πει αυτό αρχίζει να τον περιγράφει, ο αθεόφοβος, μ’ όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μηδενός εξαιρουμένου. Αυτό λοιπόν το μέγα Πνεύμα, το πνεύμα των πνευμάτων, το άϋλο, προσέξτε πώς το περιγράφει:
«… Και αλλαχού μεν αποδίδονται εις τον θεόν αισθήσεις, οίον όρασις δι’ ής τα πάντα εφορά (Α΄ Βασιλ. ΙΕ΄ 19, Ψαλμ. Θ΄ 14, Ησαΐου ΛΖ΄ 17 και πολλά άλλα), ακοή (Δευτερ. ΛΓ΄ 7, Ψαλμ. Ε΄ 2, Μιχ. Ζ΄ 7 και πολλά άλλα), όσφρησις (Γενες. Η΄ 21, Εφεσ. Ε΄ 2 και άλλα), αφή (Ιωβ ΙΘ΄ 21, Ιερεμ. Α΄ 9 και άλλα), αλλαχού δε μέλη του ανθρωπίνου σώματος, οίον στόμα δι’ ού λαλεί (Ησ. Α΄ 20, Ιερεμ. ΚΓ΄ 16), γλώσσα δίκην πυρός καταναλίσκοντος (Ησ. Λ΄ 27), χείρες δε και βραχίονες, δι’ ών τα πάντα δύναται (Ψαλ. ΙΣΤ΄ 14, Ησ. ΙΘ΄ 25, Ιερεμ. ΚΑ΄ 5, Αββακ. Β΄ 16 και άλλα), πρόσωπον (Ψαλμ. ΞΘ΄ 4), πόδες (Ησ. ΞΣΤ΄ 1 και άλλα), αλλαχού κινήσεις ανθρώπιναι (Ωσηέ ΙΑ΄ 3, Ησ. ΣΤ΄ 1, Αμως Ζ΄ 9, Γεν. ΙΑ΄ 7 και άλλα πολλά), αλλαχού δε αποδίδεται τω θεώ ψυχή (Εβρ. Ι΄ 38) μετά παθών ανθρωπίνων, οίον μίσους (Ησ. Α΄ 14), χαράς (Ησ. ΜΒ΄ 1), λύπης (Γεν. ΣΤ΄ 6), οργής (Ψαλμ. Β΄ 12), μετανοίας (Γεν. ΣΤ΄ 6), των τοιούτων ανθρωπομορφισμών λεγομένων και ανθρωποπαθισμών. Τέλος αποδίδονται τω θεώ εν τη Βίβλω διάφοροι ενέργειαι ή καταστάσεις διανοητκαί, οίον ανάμνησις (Τωβ. Γ΄ 3), πρόβλεψις (Δ΄ Βασιλ. ΙΘ΄ 27), διαλογισμός (Ιωνά Α΄ 6, Σοφ. Σολομ. Δ΄ 17), λήθη (Ψαλ. ΙΒ΄ 1)».
Και μάλλον από ευγενική διάθεση ο αγαθός καθηγητής, που έγραψε το κείμενο αυτό, παρέλειψε να αναφέρει ότι ο θεός αυτός κινδύνευε σχεδόν να πατήσει ακόμη και ανθρώπινα κόπρανα!!! Και για τους πιστούς και για τους άπιστους καταθέτουμε την απόδειξη: Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15 «και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!!
Σ’ όλες τις αποδόσεις στην νεοελληνική οι οποίες διαθέτουν τις εγκρίσεις της εκκλησίας της Ελλάδος, το προαναφερθέν χωρίο αποδίδεται ως εξής: «θα έχεις στη ζώνη σου τσαπί και όταν πηγαίνεις έξω προς σωματική σου ανάγκη να ανοίξεις λάκκο και μετά να σκεπάσεις τα κόπρανά σου».
Κι όλ’ αυτά διότι «ο Κύριος ο θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου…». πρόκειται περί εντολής του Μωϋσή προς στρατωνισμένους Ισραηλίτες. Μια εντολή που δεν χρειάζεται να δώσει κανείς καν στις γάτες, φέρ’ ειπείν, διότι τα ζώα αυτά το πράττουν από μόνα τους και μάλιστα με εξαιρετική επιμέλεια.
Συμπέρασμα: δεν γίνεται με τίποτα να υπάρχει πνεύμα άνευ σώματος. Διότι όταν το πνεύμα των πνευμάτων, ο ίδιος ο θεός, είναι αδύνατο να περιγραφεί άνευ σωματικών μελών και ψυχολογικών αντιδράσεων, τι να πούμε μετά και για τα πνεύματα των ελεεινών ανθρώπων.
Πνεύμα όμως έχει και το πνεύμα. Ιδού: «Πνεύμα ο θεός». Έτσι λέει η Γραφή. Αυτό λοιπόν το πνεύμα έχει το πνεύμα του. Είναι το Άγιο Πνεύμα. Τι είναι το Άγιο Πνεύμα; Είναι το πνεύμα του θεού. Είναι το πνεύμα του πνεύματος.
Το άγιο πνεύμα εμφανίζεται ως τρίτο πρόσωπο, δίπλα στον πατέρα και το υιό στην καινή διαθήκη (Λουκ. 3, 2). Έχουν γραφή και γι’ αυτό τα χίλια μύρια. Έγινε όμως και η μεγάλη φασαρία για την αφεντιά του. Tο περίφημο filioque. Η ανατολική εκκλησία δέχεται ότι το άγιο πνεύμα εκπορεύεται μόνο εκ του πατρός. Η δυτική επί πλέον και εκ του υιού (filioque). Προσέξτε την ποιότητα της αερολογίας: «τινές των Ελλήνων πατέρων και διδασκάλων δέχονται ότι το πνεύμα εκπορεύεται ή πρόεισιν εκ του πατρός δι’ υιού ή πέφηνε, προχέεται, εκλάμπει δι’ υιού. Το δι’ υιού όμως διαφέρει του εκ του υιού, κακώς δε οι δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι νομίζουσιν ότι δηλοί το αυτό. Το δι’ υιού δεν αναφέρεται εις την υπερβατικήν Τριάδα, αλλ’ εις την οικονομικήν, δηλούν σχέσιν προς τον κόσμο οι δε δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι, δεχόμενοι την εκ του υιού εκπόρευσιν, συγχέουσι και ταυτίζουσι την υπό του υιού πέμψιν του πνεύματος προς την εκπόρευσιν»!;
Αυτή η ακατανόητη, υφ’ ημών των ανοήτων απίστων, αερολογία, αποτέλεσε έναν από τους λόγους του σχίσματος μεταξύ της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας! Έκτοτε η δογματική αυτή διαφορά έγινε αντικείμενο μακράς και επιπόνου συγγραφικής ερεύνης, όπου αναπτύχθηκε πλούσια πολεμική φιλολογία. Οι αρειανοί, οπαδοί του Άρειου, ονομάστηκαν πνευματομάχοι διότι πίστευαν ότι το άγιο πνεύμα ήταν κτίσμα. Αυτούς τους «τακτοποίησε» η δεύτερη οικουμενική σύνοδος, δια του ογδόου άρθρου του συμβόλου της πίστεως.
Επίσης πνεύμα έχει και ο οίνος. Λέγεται οινόπνευμα. Αυτό το πνεύμα του οίνου είναι εντελώς πραγματικό. Δεν έχει κανείς παρά να καταναλώσει αρκετό οίνο για να το αισθανθεί αμέσως τ’ αποτελέσματά του. Στην αρχή επιδρά ανεβάζοντας το πνεύμα στα ύψη της ευδαιμονίας και μετά το γκρεμίζει εντελώς αβοήθητο, στα βράχια της πνευματικής απώλειας. Συμπέρασμα: ακόμη και το πνεύμα του οίνου μπορεί να κάνει κακό. Άλλως πως, το πολύ πνεύμα κάνει κακό. Κοντολογίς όπου επικρατεί αποκλειστικά, έστω περισσότερο από τα υπόλοιπα, το πνεύμα, τότε ο άνθρωπος πάσχει σοβαρά. Η απόδειξη του δόγματος αυτού είναι η ανώμαλη συμπεριφορά κι ο αντιανθρωπισμός των μοναχών. Αυτών των κατ’ εξοχήν πνευματικών ανθρώπων. Το πνεύμα είναι το θανατηφόρο καρκίνωμα του ανθρώπινου όντος. Το πνεύμα μισεί το σώμα και τις λειτουργίες του. Θεωρεί το σώμα τάφο της ψυχής και του εαυτού του. Κι ό,τι μισεί το σώμα, ακόμα κι όταν δεν το σκοτώνει, το δηλητηριάζει θανατηφόρα.
Δεν γίνεται, σε καμμιά περίπτωση μια υγιής ψυχή, έστω ένα υγιές πνεύμα, να κατοικεί μέσα σ’ ένα άρρωστο σώμα. Κι όμως, οι ίδιοι αυτοί πνευματικοί άνθρωποι, αυτοί που μισούν το σώμα, ποτέ δεν τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν το «Νους υγιής εν σώματι υγιή».
Στο πνεύμα και στα πνεύματα όμως δεν πιστεύουν μόνο οι χριστιανοί. Πιστεύουν και οι πνευματιστές. Η θεωρία τους λέγεται πνευματισμός και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πνεύματα πέρα απ’ αυτόν τον κόσμο, τα οποία μπορούν να εκδηλωθούν και να επικοινωνήσουν μαζί μας, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Πρόκειται για παλιά ιστορία που έχει τις ρίζες του στις πρωτόγονες φυλές. Μάλλον οι πρώτες θρησκείες των ανθρώπων ξεκίνησαν από την πίστη στα πνεύματα. Μετά όπως είναι φυσικό, ανακαλύφθηκε και ο αρχηγός των πνευμάτων ο θεός. Έτσι δεν τον λένε ακόμα «ο θεός των πνευμάτων…».
Όπου υπάρχουν «απολίτιστες» πρωτόγονες φυλές, Γη του Πυρός, Τασμανία, Οττεντότοι – όχι ότι οι υπόλοιποι λαοί βρίσκονται ουσιαστικά σε καλύτερη θρησκευτική μοίρα – η θρησκευτικότητα συνίσταται στην πίστη ανθρωπόμορφων ή ζωόμορφων πνευμάτων που κατοικούν τα όρη, τους βράχους, τα σπήλαια κ.α. Μάλλον θα έπρεπε να θεωρήσουμε το στάδιο αυτό της θρησκευτικότητας ανώτερο από το σημερινό, εξαιτίας του σεβασμού προς τα στοιχεία της φύσης. Προς ολόκληρη τη φύση. Εκτός κι αν θεωρούμε ανώτερο στάδιο αυτό που καταστρέφει την φύση, όπως το σημερινό. Ποιος μας δίδαξε ότι η φύση και τα πλάσματά της έγιναν χάριν του ανθρώπου; Αναμφισβήτητα ο ιουδαιοχριστιανισμός.
Από την πίστη στα πνεύματα ξεκίνησε η πορεία των θρησκειών. Η επιθυμία για επικοινωνία μ’ αυτά, ο φόβος απέναντί τους και κατά συνέπεια η προσπάθεια εξευμενισμού τους δια δώρων και θυσιών, επέφερε την κατασκευή ναών, για να κατοικήσουν αυτά εκεί μέσα – «οίκος του θεού» λέγεται η χριστιανική εκκλησία. Έτσι ξεφύτρωσαν αναγκαστικά και οι τάξεις των ιερέων, των μάγων και των εξορκιστών.
Η ιστορία όμως του νεώτερου πνευματισμού άρχισε ξαφνικά το 1747 στην Hydesville της Αμερική, πλησίον της Νέας Υόρκης. Οι δυο θυγατέρες του Τζων Φοξ, ηλικίας 12 και 14 ετών άρχισαν να αντιλαμβάνονται κάποια παράδοξα φαινόμενα τα οποία επαναλαμβάνονταν συχνά. Μετακινήσεις επίπλων ανεξήγητοι κρότοι και επιψαύσεις αόρατων χεριών. Στη συνέχεια αντιλήφθηκαν ότι σε απευθυνόμενες ερωτήσεις οι κρότοι απαντούσαν κατάλληλα.
Άλλο που δεν ήθελε η αδηφάγος δεισιδαιμονική λάμια, που φωλιάζει στην ψυχή των ανθρώπων. Το φαινόμενο «πιστοποιήθηκε» και από άλλους που έσπευσαν εκεί και ο θόρυβος εξαπλώθηκε σε Αμερική και Ευρώπη. Δημιουργήθηκα εταιρείες ψυχικών ερευνών και ο θόρυβος της ιστορίας αυτής ακούγεται ευκρινώς μέχρι και σήμερα.
Φαίνεται ότι όταν εισέλθει αέρας (πνεύμα = φύσημα αέρα) στον ανθρώπινο εγκέφαλο, γίνεται αυτό που λένε «πήραν τα μυαλά του αέρα». Πράγματι υπάρχει η ασθένεια αυτή και λέγεται πνευματοκέφαλος. Να τι λέει η ιατρική γι’ αυτό: καλείται έτσι η είσοδος αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου στις οποίες υπάρχει υγρό. Παρόμοια είναι και η πάθηση που λέγεται πνευματοκήλη. Ενώ όμως για τις δυο αυτές παθήσεις βρέθηκε λύση, που λέγεται πνευματοθεραπεία – συνίσταται στον εξαναγκασμό του πάσχοντος να διενεργεί εισπνοή εντός πεπιεσμένου αέρα και εκπνοή εντός αραιωμένου – για την πνευματο-πληξία δεν έχει βρεθεί ακόμη το παραμικρό φάρμακο.
Το κακό όμως δεν σταματάει εδώ. Μας προέκυψε και η πνευματοκρατία. Έτσι καλείται η ροπή εκείνη στην μεταφυσική κατά την οποία η ουσία των όντων είναι πνευματική ή καθόλου ψυχική και η οποία θεωρεί κατ’ ακολουθία την ύλη ως προϊόν ψυχικών παραγόντων, ως φαινόμενο του πνεύματος ή ως αισθητή αυτού υποστασίωση.
Τον πνευματοκρατικό αυτό χορό χορογράφησε πρώτος ο Λάιμπνιτς και μέσα στις πτυχές του μπλέχτηκαν οι Έρβαρτ, Λότσε, Σοπεγχάουερ, Φέχνερ, Βουντ, και οι γνωσιολόγοι Μπέρκλεϋ, Φίχτε και Σέλλινγκ.
Πνευματολατρεία, καλείται το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο απονέμεται τιμή και σεβασμός προς τα παντός είδους πνεύματα, από τα οποία ελπίζει ο άνθρωπος βοήθεια και αρωγή ή που φοβάται την επέμβασή τους. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Κίνα στην περί Ταό διδασκαλία.
Αξίζει τον κόπο ν’ αναφέρουμε και τα περί πνευματικής (ιατρικής) σχολής. Την ίδρυσαν κάποιοι από τους αρχαίους γιατρούς, οι οποίοι δεν ήταν ικανοποιημένοι από τα ισχύοντα τρία μεγάλα συστήματα των ιατρικών αιρέσεων, δηλαδή το δογματικό, το εμπειρικό και το μεθοδικό. Ιδρυθείσα υπό του ιατρού Αθηναίου του Ατταλέως είχε το χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας συναρμογής της στωϊκής φιλοσοφίας με τα κύρια αξιώματα της δογματικής σχολής.
Κατά τις θεωρίες του ιδρυτή της παρεισάγεται στον οργανισμό του ανθρώπου και πέμπτο στοιχείο, το πνεύμα, από το οποίο, μόλις συναρμοστεί στο σώμα, όλα μέσα στον οργανισμό συνέχονται και διοικούνται. Η αλλοίωση του πνεύματος αυτού προκαλεί όλα τα νοσήματα.
Πράγματι είναι αξιοθαύμαστη η διαχρονική τάση του ανθρώπου να αναποδογυρίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις και να τις βάζει να πορεύονται με το κεφάλι κάτω και προς τα πίσω. Γίνεται κουβέντα για πνεύμα, αλλά τι είδους πρέπει να είναι το πνεύμα αυτό δύσκολα γίνεται λόγος. Ας πούμε να γίνει λόγος για καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου είδους πνεύματος. Σπανίως ακούει κανείς την έκφραση «πνευματική καλλιέργεια».
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πώς θα είχε διαμορφωθεί σήμερα το ανθρώπινο τοπίο εάν οι άνθρωποι, αντί να κατασπαταλούν τις πνευματικές τους δυνάμεις σε τέτοιες άκαρπες αερολογικές αναζητήσεις, είχαν το ενδιαφέρον να στρέψουν την προσοχή τους κυρίως στην αναζήτηση τρόπων και ανάπτυξης πνευματικών καλλιεργειών. Ας πούμε ενδιαφέρον για την παιδεία, τα γράμματα, τις τέχνες, την ιατρική, την κάθε επιστήμη και κυρίως για την χαρά της ζωής και γενικώς την απόλαυση ενός υγιούς βίου.
Και παρ’ όλο που οι λίγοι, υγιείς και χαρούμενοι άνθρωποι, κυνηγήθηκαν από τους πολλούς, δεισιδαίμονες και καθυστερημένους, αυτοί οι λίγοι κατόρθωσαν να προσφέρουν στην ανθρωπότητα τόσο πολλά και ανεκτίμητα αγαθά, με τους υπεράνθρωπους και ανιδιοτελείς κόπους τους.
Το ανόητο ανθρωπάκι, όταν τον σώζουν οι γιατροί, από βέβαιο θάνατο, σπεύδει στον άγιο να του ανάψει το κερί και να τον ευχαριστήσει για την σωτηρία του! Ο αχάριστος αυτός ουδέποτε πρόσεξε ότι ο αρχιεπίσκοπός του και ο ανώτερος κλήρος του, όταν αρρωσταίνουν προστρέχουν στους καλύτερους γιατρούς του κόσμου και γράφουν στα παλιά του τα παπούτσια τους αγίους και τα τάματα. Ούτε και πρόκειται ν’ αντιληφθεί ποτέ το μέγεθος τη ύβρεως του αρχιεπισκόπου του, ο οποίος δίχως ίχνος ντροπής, ομολόγησε δημοσίως ότι όταν οι γιατροί τον ενημέρωσαν πως πάσχει από καρκίνο, αυτός αναφώνησε προς τον θεό του την φράση «γιατί θεέ μου σε μένα κι όχι σε κάποιον άλλο;».
Και παρ’ όλο που δίδασκε αυτός ο αρχιερέας ότι ό,τι ζητά ο πιστός από τον θεό αυτός του το δίνει, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κατανοητό το γεγονός όπου, ενώ όλος ο ελληνικός λαός ζητούσε από τον θεό την σωτηρία του αρχιεπισκόπου του, ο θεός τους έγραψε κανονικά και απώλεσε τον βίο του αντιπροσώπου του επί γης.
Ο αρχιεπίσκοπος όμως αυτός, όπως κι όλη η συμμορία στην οποία ανήκε, διδάσκουν ότι αυτό που μετρά αποκλειστικά για τον άνθρωπο είναι η σωτηρία της ψυχής κι όχι η σωτηρία του σώματος. Μόλις όμως κινδυνεύει το σώματος τους πανικοβάλλονται σε τέτοιο βαθμό που καταντούν ελεεινοί. Πώς εξηγείται αυτή τους η συμπεριφορά; Οι άνθρωποι του πνεύματος, αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι γιατί τρέμουν την απώλεια του σώματος το οποίο υποτίθεται ότι περιφρονούν; Αυτό που πιστεύουν ότι κολάζει το σώμα, αυτή την πηγή κάθε αμαρτίας;
Ποιος είναι σε θέση να μετρήσει το μέγεθος της υποκρισίας αυτής; Τι είδους άνθρωποι αποτελούν το ποίμνιο των αρχι-υποκριτών αυτών; Για τα ζώα το ποίμνιο αποτελείται από πρόβατα. Για τους ανθρώπους το ποίμνιο από τι αποτελείται;
Ο τσομπάνης σχίζεται για την σωτηρία των προβάτων του. Οι άνθρωποι τι έπαθαν και έβαλαν στο κοπάδι των εαυτών τους, στη θέση των τσομπάνηδων, αυτό το ιερατείο των αχόρταγων λύκων;
Έπαθαν πνευματοκέφαλο και πνευματοκήλη: είσοδο αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου. Η σωτηρία που υπόσχεται το παπαδαριό δεν είναι τίποτε άλλο από μια τρόμπα με την οποία φουσκώνει τα κεφάλια των πιστών με πνεύμα (πνεύμα = ροή αέρα). Κι όταν τα μυαλά πάρουν αέρα (πνεύμα) τότε πηγαίνουν προς τα εκεί που φυσάει κάθε στιγμή ο άνεμος. Του γεμίζει ο παπάς τον εγκέφαλο με αέρα και τον φυσά μετά προς το παγκάρι, προς το τάμα, προς την κληροδοσία της περιουσίας του στην εκκλησία ή στο μοναστήρι. Και μετά απορεί το αρνίον για το πώς βρέθηκε η εκκλησία του με τόσους παράδες και τόσα ακίνητα στην κατοχή της.
Τους έξυπνους μάλιστα ανθρώπους (που διαθέτουν πνεύμα) τους σέβονται οι πάντες. Να, προσέξετε τους Τούρκους πώς σεβάστηκαν το παπαδαριό, το οποίο επί των ημερών τους αύξησε την περιουσία του κατά γεωμετρική πρόοδο. Αυτό θα πει πρόοδος κι αφήστε αυτά που λένε πρόοδος στα γράμματα. Γι’ αυτό το παπαδαριό το μάστιζε και το μαστίζει ακόμα ο αναλφαβητισμός.
Το ιερατείο λοιπόν απέδειξε και αποδεικνύει, με το παραπάνω, ότι μπορεί κανείς κάλλιστα, διαχειριζόμενος την μεταφυσική και το πνεύμα, να υποτάσσει τις ανθρώπινες υπάρξεις. Ως προς την ανυπέρβλητη λοιπόν αυτή μαγκιά του θα ήταν δίκαιο να του φερόμαστε με τον ανάλογο θαυμασμό. Είναι όμως άδικο να σέβεται κανείς ανθρώπους μισαλλόδοξους, δηλαδή ανθρώπους που δεν σέβονται το οποιοδήποτε «πνεύμα» τυχαίνει να είναι διαφορετικό από το δικό τους.

ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΩΓΜΟΥ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ !

Από την απρόσωπη μάζα τής αρχαίας Ελλάδας έως την πολιτικοθρησκευτική βυζαντινή εξουσία και μέχρι σήμερα

Αν και η δομή της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα επέτρεπε γενικά στο πρόσωπο –τον βιοτέχνη, τον κτηματία, τον επιστήμονα, τον καλλιτέχνη, τον διανοούμενο, τον φιλόσοφο- να λειτουργούν και να εκφράζονται σχετικά ελεύθερα, δεν έλειψαν φαινόμενα κατατρεγμού των φιλοσόφων από την απρόσωπη μάζα, η οποία τους κατηγόρησε για ασέβεια, τους εξόρισε, τους φυλάκισε ή ακόμα σε ορισμένες περιπτώσεις τους θανάτωσε. Άλλωστε, λόγω του μαζισμού ακριβώς και της εκμηδένισης της προσωπικότητας από τον εξουσιασμό και το δογματισμό, στην Ανατολή η φιλοσοφία δεν άνθησε ποτέ. Μετά δε την επικράτηση του χριστιανισμού, η φιλοσοφία, που χρησιμοποιεί αυστηρά νόμους της λογικής κι όχι μεταφυσικές αυθαιρεσίες, κρίθηκε ως άκρως επικίνδυνη για το υπό διαμόρφωση δόγμα και τέθηκε υπό άγριο διωγμό.
Στο άρθρο αυτό παρατίθενται περιπτώσεις διώξεων φιλοσόφων από την απρόσωπη τυφλή μάζα (αρχαία Ελλάδα) και από το πολιτικοθρησκευτικό εξουσιαστικό δόγμα (χριστιανισμό).
Αρχαία Ελλάδα: «Θεούς ους η πόλις νομίζει ου νομίζοντα»
Οι φιλόσοφοι, δια των πορισμάτων των επιστημών (Μαθηματικών, Φυσικής, Αστρονομίας κ.λπ.) προσπαθούσαν να κατανοήσουν την Φύση και να εφαρμόσουν τον «ξυνόν» (κοινό, παγκόσμιο) Φυσικό Νόμο στην Πόλη και στους ανθρώπους, ώστε να τους καταστήσουν έλλογους και κατά φύση ζώντες. Η φιλοσοφία, που γεννήθηκε και άνθησε αποκλειστικά στην Ελλάδα, αποτελούσε ένα είδος υπερεπιστήμης κι όχι τη θεραπαινίδα σκοπιμοτήτων (ιδεολογικών, θρησκευτικών, πολιτικών κ.α.), όπως συνέβη με τη μεσαιωνική και νεώτερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία.
H έννοια του θείου υπήρχε στην αρχαία φιλοσοφική σκέψη, όταν όμως οι φιλόσοφοι έκαναν λόγο για θεούς, εννοούσαν πάντα ενδοσυμπαντικές φυσικές δυνάμεις. Σε καμμία περίπτωση δεν εννοούσαν τον προσυμπαντικό κι εξωσυμπαντικό θεό, ο οποίος αποτελεί αποκλειστικό και μεταγενέστερο δημιούργημα της εβραϊκής Σκέψης.
Η απρόσωπη μάζα όμως, δυσκολεύεται να κατανοεί επιστημονικές και φιλοσοφικές έννοιες. Επί πλέον δε –αν και κατ’ αρχήν τα θαυμάζει– δεν μπορεί να ανέχεται τα άτομα, που δεν ακολουθούν τις δικές της ιδέες και πρακτικές. Σε περιπτώσεις δε που κάποια προσωπικότητα φθάσει στο σημείο να αποστασιοποιηθεί πλήρως από την μάζα, λέγοντας για παράδειγμα: «Κανένας δεν έφτειαξε αυτόν τον κόσμο, ούτε θεός ούτε άνθρωπος» (Ηράκλειτος στους εφεσίους), τότε η μάζα αντιδρώντας φανατικά στρέφεται άμεσα εναντίον του. Έτσι παρά το ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν οι συνθήκες, που ευνοούσαν την ανάδειξη της ατομικότητας, πολλές προσωπικότητες διώχθηκαν από τη μάζα.
Παρακάτω παρατίθενται ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις διώξεων φιλοσόφων από την απρόσωπη μάζα της αρχαίας Ελλάδας. Οι περιγραφές αποδίδονται χωρίς τα πάθη, που διακρίνουν ωρισμένους απολογητές της αρχαιολατρίας, αντίστοιχους με τους χριστιανούς απολογητές, βασίζονται δε σε γεγονότα βεβαιωμένα από αρχαίες πηγές είτε σύγχρονές τους, είτε μεταγενέστερες.
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ
Λόγω του ότι στο βιβλίο του «Περί θεών» ο Πρωταγόρας υποστήριζε, ότι δεν ήξερε εάν υπάρχουν θεοί, οι αθηναίοι τον έδιωξαν από την πόλη, κατέκαψαν τα βιβλία του στην Αγορά κι απέστειλαν κήρυκα και τα μάζεψαν ένα-ένα από όσους είχαν αντίτυπα. [«Δια ταύτην δε την αρχήν του συγγράμματος εξεβλήθη προς Αθηναίων· και τα βιβλία αυτού κατέκαυσαν εν τη αγορά, υπό κήρυκι αναλεξάμενοι παρ’ εκάστου των κεκτημένων» (Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων», 9, 52).]
Κάψιμο ασεβών βιβλίων στη δημοκρατική Αθήνα!
ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ
Ο Αναξαγόρας είχε ιδρύσει σχολή στην Αθήνα. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Περικλής, ο δάσκαλος του Σωκράτη Αρχέλαος και ο Ευριπίδης. Επηρεασμένος από τις θεωρίες της Σχολής της Μιλήτου ο Αναξαγόρας συγκέντρωσε τις έρευνές του στη σπουδή των φυσικών φαινομένων, πολλά από τα οποία είχε ερμηνεύσει επιτυχώς.
Κατόπιν μακρών αστρονομικών παρατηρήσεων διατύπωσε τη θεωρία, ότι ο Ήλιος είναι μύδρος διάπυρος ή λίθος διάπυρος, κατά τον Πλάτωνα («Απολογία Σωκράτους», 26 d) και τον Ξενοφώντα («Απομνημονεύματα», VI 7 κ.ε.). Η θεωρία όμως αυτή ερχόταν σε αντίθεση προς τη θρησκευτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Ήλιος ήταν θεότητα.
Ο Αναξαγόρας καταδικάστηκε για ασέβεια, επειδή δίδασκε, ότι ο Ήλιος δεν είναι θεός αλλά διάπυρη μάζα. Σώθηκε χάρις στον Περικλή, ο οποίος ήταν μαθητής του και έπεισε τους αθηναίους να του χαρίσουν τη ζωή. Τα λόγια του Περικλή καθώς και η άσχημη κατάσταση της υγείας του Αναξαγόρα εξ αιτίας της φυλάκισής του επηρέασαν τους δικαστές. Αποσύρθηκε στη Λάμψακο, όπου και πέθανε μετά από λίγο. (Στην εικόνα: «Ο Περικλής κι ο Αναξαγόρας», πίνακας του Augustin-Louis Belle (ιθ΄ αι.).
Έτσι, ο Αναξαγόρας μηνύθηκε για ασέβεια, ρίχτηκε στην φυλακή και καταδικάστηκε σε πρόστιμο πέντε ταλάντων και εξορία. Κατά άλλους καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, αλλά με την επέμβαση του Περικλή η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια εξορία. [«Σωτίων μεν γαρ φησιν εν τη Διαδοχή των φιλοσόφων υπό Κλέωνος αυτόν ασεβείας κριθήναι, διότι τον ήλιον μύδρον έλεγε διάπυρον· απολογησαμένου δε υπέρ αυτού Περικλέους του μαθητού, πέντε ταλάντοις ζημιωθήναι και φυγαδευθήναι. Σάτυρος δ’ εν τοις Βίοις (FHG iii. 163) υπό Θουκυδίδου φησίν εισαχθήναι την δίκην, αντιπολιτευομένου τω Περικλεί· και ου μόνον ασεβείας αλλά και μηδισμού· και απόντα καταδικασθήναι θανάτω» (Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων», 2, 12-13).]
Βρισκόμενος στην φυλακή ο Αναξαγόρας ασχολούνταν με το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου, όπως πληροφορούμαστε από τον Πλούταρχο, που γράφει: «Αλλ’ Αναξαγόρας μεν εν τω δεσμωτηρίω τον του κύκλου τετραγωνισμόν έγραφε» («Περί φυγής» 17, 607 F).
ΔΙΑΓΟΡΑΣ Ο ΜΗΛΙΟΣ
Αποκλήθηκε άθεος κι επειδή συκοφαντήθηκε για ασέβεια, φοβήθηκε την απόφαση του Δήμου κι έφυγε από την Αττική. Οι αθηναίοι τον επικήρυξαν με αμοιβή ένα τάλαντο. [«Τούτων δε πραττομένων Διαγόρας, ο κληθείς άθεος, διαβολής τυχών επ’ ασεβεία και φοβηθείς τον δήμον, έφυγεν εκ της Αττικής, οι δ’ Αθηναίοι τω ανελόντι Διαγόραν αργυρίου τάλαντον επεκήρυξαν.» (Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 13, 6, 7.) «Ην αποκτείνη τις υμών Διαγόραν τον Μήλιον, λαμβάνειν τάλαντον.» (Αριστοφάνης, «Όρνιθες», 1073-1074.)]
ΣΤΙΛΠΩΝ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ
Καταδικάστηκε για ασέβεια προς το άγαλμα της Αθηνάς· η ποινή του ήταν η εξορία. [«Τούτόν φασιν περί της Αθηνάς της του Φειδίου τοιούτόν τινα λόγον ερωτήσαι· “άρά γε η του Διος Αθηνά θεός εστι;” φήσαντος δε, “ναι,” “αύτη δε γε,” είπεν, “ουκ έστι Διος, αλλά Φειδίου·” συγχωρουμένου δε, “ουκ άρα,” είπε, “θεός εστιν” εν ω και εις Άρειον πάγον προσκληθέντα μη αρνήσασθαι, φάσκειν δ’ ορθώς διειλέχθαι· μη γαρ είναι αυτήν θεόν, αλλά θεάν· θεούς δε είναι τους άρρενας. και μέντοι τους Αρεοπαγίτας ευθέως αυτόν κελεύσαι της πόλεως εξελθείν. Ότε και Θεόδωρον τον επίκλην θεόν επισκώπτοντα ειπείν, “πόθεν δε τούτ’ ήδει Στίλπων; η ανασύρας αυτής τον κήπον εθεάσατο;” ην δ’ αληθώς ούτος μεν θρασύτατος· Στίλπων δε κομψότατος.»
Δηλαδή: «Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς, που είχε κατασκευάσει ο Φειδίας: «Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία;» Όταν του απάντησαν «ναι», «μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία», αποκρίθηκε, οπότε συμπέρανε: «Άρα δεν είναι θεός». Επειδή μίλησε έτσι, προσάχθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: «Γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί». Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: «Κι από που το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φόρεμα και είδες;» Ήταν αυτός στα αλήθεια θρασύτατος, ο Στίλπων δε υπέροχος» (Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων», 2, 116).]
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Ίδρυσε και διηύθυνε επί 13 χρόνια φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα, κείμενη μεταξύ Λυκαβηττού και Ιλισσού, η οποία ονομάστηκε Λύκειο. Κατηγορήθηκε για ασέβεια. [«Ο δ’ ουν Αριστοτέλης ελθών εις τας Αθήνας και τρία προς τοις δέκα της σχολής αφηγησάμενος έτη υπεξήλθεν εις Χαλκίδα, Ευρυμέδοντος αυτόν του ιεροφάντου δίκην ασεβείας γραψαμένου, η Δημοφίλου ως φησι Φαβωρίνος εν Παντοδαπή ιστορία (FHG iii. 581), επειδήπερ τον ύμνον εποίησεν εις τον προειρημένον Ερμίαν, αλλά και επίγραμμα επί του εν Δελφοίς ανδριάντος» (Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων», 5, 5).] Ο Αριστοτέλης πρόλαβε κι έφυγε από την Αθήνα κι εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, όπου πέθανε μετά από ένα χρόνο.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Δεν ήταν σύμφωνος με τους εφεσίους, ούτε ως προς τον τρόπο που ζούσαν («οι δε πολλοί κεκόρηνται όκωσπερ κτήνεα», απ. 29 D-K), oύτε ως προς τον τρόπο που πολιτεύονταν, ειδικά μετά την εκδίωξη από την Έφεσο του αρίστου άνδρα και φίλου του, Ερμόδωρου. Οι εφέσιοι, ισχυριζόμενοι ότι δεν πρέπει κανείς μεταξύ τους να είναι άριστος, τον εξέβαλαν από την πόλη τους, όπου τον έφαγαν τα σκυλιά («κυνόβρωτον γενέσθαι»: Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων» 9, 3-5).
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
Θεωρείται ο θεμελιωτής του μαθηματικού οικοδομήματος της ανθρωπότητας. Ίδρυσε και διεύθυνε τη Σχολή του Κρότωνα, η οποία έφθασε να έχει περί τους 2.000 μαθητές. Λίγο μετά την έναρξη της λειτουργίας της σχολής, ο Πυθαγόρας εισάχθηκε σε δίκη κατηγορηθείς για αθεΐα και διαφθορά των νέων. Το ανώτατο δικαστήριο του Κρότωνα, που τον δίκασε, αποτελούνταν από 1.000 δικαστές. Στάθηκε τυχερότερος του Σωκράτη και αθωώθηκε. Η Σχολή όμως αργότερα κάηκε από τον όχλο, ο οποίος επί πλέον φόνευσε όλους τους πυθαγόρειους, που βρήκε συγκεντρωμένους εκεί, πλην του Φιλόλαου και του Λύσιδος, που κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Η επιχείρηση διάκρισης των διώξεων των φιλοσόφων σε πολιτικές η θρησκευτικές δεν έχει νόημα. Τόσο τα πολιτικά όσο και τα θρησκευτικά μαζικά κινήματα στρέφονται κατά του ατόμου, χρησιμοποιούνται από τους εξουσιαστές για την χειραγώγηση της εξουσιαζόμενης μάζας, κι όσο περισσότερο θεοκρατείται μια κοινωνία, τόσο περισσότερο ταυτίζονται. (Πϊνακας: «Ο θάνατος του Σωκράτη», Jacques-Philippe-Joseph de Saint Quentin, ιη΄ αι.).
Το 339 π.Χ. διατυπώθηκε κατηγορία εναντίον του Σωκράτη, ότι διέφθειρε τους νέους, δείχνοντας ασέβεια προς τους θεούς με τη διδασκαλία του για «δαιμόνια καινά» [«Σωκράτη φησίν αδικείν τους τε νέους διαφθείροντα και θεούς ους η πόλις νομίζει ου νομίζοντα έτερα δε δαιμόνια καινά» (Πλάτων, «Απολογία Σωκράτη», p.24, b.8).] Καταδικάστηκε σε θάνατο. Τι πιο ελληνικό από το να εισάγεις «δαιμόνια καινά»;
Βυζάντιο: «Μηδένα τολμάν διδάσκειν φιλοσοφίαν»
Η στάση έναντι της φιλοσοφίας μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους ρωμαίους δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Η Ρώμη υπήρξε κατά κανόνα ανεκτική έναντι των φιλοσόφων, αν και εκεί έχουν σημειωθεί κρούσματα διώξεών τους, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του στωικού φιλοσόφου Αττάλου (α΄ αι. μ.Χ.), ο οποίος εξορίστηκε, ή του Δημητρίου του Κυνικού, φιλόσοφου που έζησε και έδρασε στη Ρώμη, απ’ όπου εξορίστηκε περί το 66 μ.Χ. για τη διδασκαλία του και την κριτική που ασκούσε στην εξουσία κ.α..
Η φιλοσοφία και οι φιλόσοφοι διώχθηκαν όχι σποραδικά και μεμονωμένα, όπως κατά την αρχαιότητα, αλλά μεθοδευμένα από την επικράτηση του χριστιανισμού και ύστερα. Ελεύθερα φιλοσοφούντες άνθρωποι δεν μπορούσαν να δεχθούν τα χριστιανικά δόγματα (αναστάσεις, παρθενογενέσεις, θαύματα κ.λπ.), οπότε η επίθεση της θρησκευτικοπολιτικής βυζαντινής εξουσίας εναντίον της φιλοσοφίας υπήρξε άγρια και ολομέτωπη. Πρώτο θύμα των διώξεων υπήρξε η μαθηματικός Υπατία η Αλεξανδρινή, μια από τις πλέον εξέχουσες φυσιογνωμίες της εποχής της (δ΄ αι. μ.Χ.) στο χώρο της φιλοσοφίας. Ο χριστιανικός φανατισμένος όχλος –οπαδοί του επίσκοπου Αλεξανδρείας Κύριλλου– την κατακρεούργησε. Την έγδαραν και την κομμάτιασαν ζωντανή.
Το 529 μ.Χ. ο Ιουστινιανός κατάργησε την Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, η οποία λειτουργούσε συνεχώς επί 1.000 σχεδόν χρόνια και δήμευσε την περιουσία της. Οι τελευταίοι διδάσκαλοι κυνηγημένοι βρήκαν καταφύγιο στην αυλή του λάτρη του ελληνικού πολιτισμού πέρση βασιλιά Χοσρόη. «Θεσπίσας πρόσταξιν (ο Ιουστινιανός) έπεμψεν εν Αθήναις κελεύσας μηδένα τολμάν διδάσκειν φιλοσοφίαν» (Ιωάννης Μαλάλας). «Απαγορεύουμε να ασκούν διδασκαλία αυτοί που πάσχουν απ’ την ιερόσυλη τρέλλα των Ελλήνων» (Ιουστινιάνειος Κώδικας, I, 11,10). Το 546 στην Κωνσταντινούπολη φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν γραμματικοί, ρήτορες, νομικοί και γιατροί. Το 562, όπως αναφέρει ο Μαλάλας, «Έλληνες πιάστηκαν και διαπομπεύθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη ταυτόχρονα με το κάψιμο ελληνικών βιβλίων».
Το ότι στο Βυζάντιο αναπτύχθηκε δήθεν φιλοσοφία αποτελεί μύθευμα χριστιανιζόντων συγγραφέων. Η φιλοσοφία στο Βυζάντιο είχε αποκηρυχθεί από την χριστιανική μεταφυσική

Ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ιταλός φιλόσοφος της Αναγέννησης, υποστήριζε, ότι το Σύμπαν είναι άπειρο και ομογενές. Η Ιερά Εξέταση τον θεώρησε επικίνδυνο αιρετικό και το 1600 τον καταδίκασε σε δια πυράς θάνατο. Στην εικόνα φαίνεται λεπτομέρεια από πίνακα του André Durand (2000), όπου εικονίζεται ο θάνατος του Μπρούνο.
Χριστιανοί άγιοι: «Οι φιλόσοφοι, τα κυνικά καθάρματα»
Τα κηρύγματα των Πατέρων της Εκκλησίας και των χριστιανών αγίων είναι γεμάτα ύβρεις εναντίον των φιλοσόφων, όπως για παράδειγμα του Ιωάννη Χρυσοστόμου: «Που νυν εισι οι τους τρίβωνας αναβεβλημένοι, και βαθύ γένειον δεικνύοντες, και ρόπαλα τη δεξιά φέροντες, οι των έξωθεν (ελλήνων) φιλόσοφοι, τα κυνικά καθάρματα, οι των επιτραπεζίων κυνών αθλιώτερον διακείμενοι, και γαστρός ένεκεν πάντα ποιούντες;» («Εις τους ανδριάντας», ΙΖ .)
«(Οι έλληνες φιλόσοφοι) ποτέ δεν έκαμαν το σωστό, αλλά ήσαν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη» («Εις τον μακάριον Βαβύλαν», λόγος Β , παρ. στ).
Ο Μέγας Αθανάσιος στο έργο του «Περί Ενανθρωπήσεως» έγραψε: «Οι φιλόσοφοι των ελλήνων έγραψαν πολλά με αληθοφάνειαν και τέχνην· επαρουσίασαν λοιπόν κάτι τόσον μέγα όσον ο σταυρός του Χριστού; Διότι μέχρι του θανάτου των τα σοφίσματά των είχον την αληθοφάνειαν, αλλά και όσα εθεωρούσαν, όταν ήσαν ζώντες, ότι έχουν ισχύν, ήσαν αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ των, και εφιλονείκουν μεταξύ των δια την θεωρίαν των. Και το παραδοξότατον είναι, ότι, ενώ ο Λόγος του Θεού εδίδαξε με πτωχοτέρας λέξεις, επεσκίασε τους περιφήμους σοφιστάς και κατήργησε τας διδασκαλίας εκείνων και προσήλωσεν όλους πλησίον του και εγέμισε τας εκκλησίας αυτού. Και το αξιοθαύμαστον είναι, ότι με την κάθοδόν του ως ανθρώπου εις τον θάνατον κατήργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών περί των ειδώλων. Ποίου αλήθεια ο θάνατός ποτε εξεδίωξε δαίμονας;» (50, 5-15.)
Ο Τατιανός (β΄ αι. μ.Χ.), από τους κορυφαίους απολογητές του χριστιανισμού, έγραψε στο έργο με τίτλο «Προς Έλληνας»:
• «(Ο Πλάτων ήταν) κοιλιόδουλος» (παρ. 2).
• «(Ο Αριστοτέλης ήταν) κόλαξ» του Μ. Αλεξάνδρου.
• «(Ο Ηράκλειτος ήταν) αμαθής» (παρ. 3).
• «(Η φιλοσοφία του Ηρακλείτου ήταν) Ηρακλείτου σκότος.»
• «(Ο Εμπεδοκλής ήταν) αλαζών.»
• «(Ο Δημόκριτος ήταν) αβδηρολόγος» (παρ. 17).
• «Δεν ρίπτετε εις τον βόθρον τα υπομνήματα της κακίας μαζί με τον ποιήσαντα Πυθαγόρα;» (παρ. 34α-34β).
Ο Θεόφιλος Αντιοχείας στο τρίτομο έργο του «Προς Αυτόλυκον» έγραψε:
• «Πλάτων δε, ο δοκών ελλήνων σοφώτερος γεγενήσθαι, εις πόσην φλυαρίαν εχώρησεν» (βιβλ. Γ , παρ. 16).
• «(Οι έλληνες σοφοί) ουχί και περί σεμνότητος πειρώμενοι γράφειν ασελγείας… εδίδαξαν επιτελείσθαι…;» (βιβλ. Γ , παρ. 3).
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς έγραψε στο έργο του «Προτρεπτικός προς Έλληνας»:
• «Ας εξετάσουμε τώρα και των φιλοσόφων τις δοξασίες περί των θεών, για τις οποίες καυχώνται· ίσως βρούμε, ότι και η ίδια η Φιλοσοφία από κενοδοξία ειδωλοποιεί την ύλη η ίσως μπορέσουμε να δείξουμε κατ’ ακολουθία, ότι θεοποιώντας κάποια δαιμόνια ονειρεύεται την αλήθεια… Ο Κροτωνιάτης Αλκμαίων θεωρούσε θεούς τους αστέρες, που ενόμιζε ότι είναι είδωλα. Δεν θα αποσιωπήσω την αναισχυντία τους· ο Χαλκηδόνιος Ξενοκράτης δέχεται επτά αστρικούς θεούς, τους πλανήτες, ως όγδοο δε θεό υπαινίσσεται τον κόσμο, που αποτελείται απ’ το σύνολο των απλανών αστέρων. Ούτε θα προσπεράσω τους Στωικούς, που λέγουν ότι το θείο διήκει δια μέσου όλης της ύλης, ακόμη και της ατιμότερης, οι οποίοι καταισχύνουν με την αδεξιότητά τους όλη την Φιλοσοφία. Και αφού έφθασα εδώ, δεν θεωρώ δύσκολο να μνημονεύσω και τους Περιπατητικούς. Ο αρχηγός της αιρέσεως (Αριστοτέλης), επειδή δεν κατενόησε τον πατέρα των όλων, τον καλούμενο ύπατο, νομίζει ότι ο λεγόμενος ύπατος είναι η ψυχή του Σύμπαντος· δηλαδή εκλαμβάνοντας ως θεό την ψυχή του κόσμου, αντιφάσκει ο ίδιος προς τον εαυτό του. Διότι αυτός που περιορίζει την πρόνοια έως τη Σελήνη, έπειτα εκλαμβάνοντας τον κόσμο ως θεό, παρεκκλίνει δογματίζοντας ως θεό τον άμοιρο του Θεού. Εκείνος πάλι ο Ερέσιος Θεόφραστος, ο μαθητής του Αριστοτέλη, θεωρεί θεόν άλλοτε τον ουρανό κι άλλοτε το πνεύμα. Μόνο τον Επίκουρο θα παραλείψω εκουσίως, διότι νομίζει ότι ο Θεός δεν ενδιαφέρεται για τίποτε, ασεβώντας με όλα όσα λέγει. Αλλά και ο Ηρακλείδης ο Ποντικός; Δεν σύρεται κι αυτός μερικές φορές προς τα είδωλα του Δημοκρίτου;» (64, 66).
• «Από που, ω Πλάτων, υπαινίσσεσαι την αλήθεια; Από που η άφθονη χορηγία των λόγων μαντεύει την θεοσέβεια; Σοφώτερα, λέγει, είναι από αυτούς τα γένη των βαρβάρων. Γνωρίζω τους διδασκάλους σου, έστω κι αν θέλης να τους κρύψης· έμαθες την Γεωμετρία απ’ τους Αιγυπτίους, την Αστρονομία απ’ τους Βαβυλώνιους, έλαβες τις σπουδαίες επωδές απ’ τους Θράκες, πολλά σε δίδαξαν οι Ασσύριοι, ενώ τους αληθινούς νόμους και την δοξασία περί του Θεού τα χρωστάς στους Εβραίους» (70,1).
Στο «Συνοδικόν της Αγίας Ζ ἐν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας» (787 μ.Χ.). περιλαμβάνονται οι επτά αναθεματισμοί, που διαβάζονται και σήμερα κάθε χρόνο την Κυριακή της Ορθοδοξίας στις εκκλησίες:
• «Τοις φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος, ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν· κτιστή γαρ κατά τους Αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν, άκτιστον δε χαρακτηρίζει ουσίαν, καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσι εις αθεΐαν παντελή περιπίπτειν, και την ελληνικήν μυθολογίαν και τοις την των κτισμάτων λατρείαν, τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογούσι δε κατά τας αγίας θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος· ανάθεμα τρις.» (Οι φιλοσοφικές απόψεις περί «κτιστού» και «άκτιστου», που αναθεματίζονται εδώ, ανήκουν στους Ορφέα, Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη, Παρμενίδη, Ζήνωνα, Εμπεδοκλή, Ηράκλειτο, Αναξαγόρα, Δημόκριτο, Σωκράτη, Πλάτωνα κ.α.)
• «Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ’ εαυτών, και την καθ’ ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα, και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς· ανάθεμα τρις.»
• «Τοις την μωράν των έξωθεν (=ελλήνων) φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι, και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, η και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν, και κρίσιν, και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν· ανάθεμα τρις.»
• «Τοις λέγουσιν ότι οι των ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντες, ως αλλότριοι της Καθολικής Εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονές εισι κατά πολύ, και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον η αγνόημα πλημμελησάντων· ανάθεμα τρις.»
[Τα πλήρη κείμενα των αναθεματισμών και των χριστιανικών ύβρεων κατά των ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο: Τα υβριστικά κατά των ελλήνων επίσημα κείμενα τής Ορθοδοξίας.]
Χριστιανική υμνογραφία:
«Την των Ελλήνων απεμώρανε φιλοσοφίαν εν χάριτι…»
Στα χριστιανικά λειτουργικά βιβλία έχουν επίσης γραφεί πολλές ύβρεις εναντίον των φιλοσόφων, όπως για παράδειγμα στην «Παρακλητική» ή «Οκτώηχο», η οποία ισχύει επί δέκα μήνες στη λειτουργική ζωή και λατρεία της Εκκλησίας και περιέχει τροπάρια όλων των ειδών στις 420 σελίδες της, μελοποιημένα στους οκτώ ήχους της. Εκεί αναγράφονται:
• Ωδὴ δ΄, σελ. 165: «Ρητορεύοντες ανόμων κατενώπιον μάρτυρες τον Θεού λόγον, γνώσει ευσεβείας κοσμούμενοι, σοφούς ρήτορας πάντας κατησχύνατε ασεβούντας και τον δυσμενή θανατώσαντες.»
• Στον Όρθρο, σελ. 231: «Κύριε, το απόρρητον μυστήριον της σης σαρκώσεως κηρύξαντες, οι άσοφοι φιλοσόφους κατήσχυναν, τους ρήτορας αλιείς επεστόμισαν και γεγόνασι των εθνών σοφοί διδάσκαλοι, φωτίσαντες τα πέρατα φωτί της θείας γνώσεως, δι’ αυτών διδόν ημίν το μέγα έλεος.»
Όταν καθιερώθηκε η επίσημη εορτή της Ορθοδοξίας, το 843 μ.Χ., πραγματοποιήθηκε φρικτή τελετή, κατά την οποία διαβάστηκε το «Συνοδικόν» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που περάστηκε μετά στο «Τριώδιον» (αρχίζει παραμονή της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει την εσπέρα του Μεγάλου Σαββάτου, καλύπτει δηλαδή εβδομήντα ημέρες λειτουργικής ζωής), όπου αναγράφεται:
• «Ουκ έδει σε, ω παράνομε, ονομάζεσθαι τοιαύτην κλήσιν, μάλλον δε Πυθαγόραν και Κρόνον και Απόλλωνα η τινα των άλλων θεών, ων τον βίον εζήλωσας, τερπόμενος ταις ασελγείαις αυτών.» (Κυριακή της Ορθοδοξίας, πρωί, ωδή ζ΄.)
• «Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.» (Σάββατο του Ακαθίστου Ύμνου, Β΄ Στάσις, σελ. 309.)
Στα λειτουργικά βιβλία «Μηναία» (δώδεκα, ένα για κάθε μήνα) διαβάζουμε:
• «Σοφία κρείττονι καλλωπιζόμενος, τους σοφούς των Ελλήνων θεαρχικώ σθένει απεμώρανας…» (Μάρτιος).
• «Σταθηράν επιδεικνύμενος την ένστασιν, Μάρτυς Ευτύχιε, τους των Ελλήνων σοφούς ανδρείως κατήσχυνας…» (Μάιος).
• «Σοφία Θεού Ιουστίνος, ο σοφός κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανε φιλοσοφίαν εν χάριτι…» (1 Ιουνίου, Ιουστίνου μάρτυρος, του φιλοσόφου, εις τον Κανόνα, Ωδή ζ΄, σελ. 8).
• «Αλιέων ο κάλαμος (ελλήνων) φιλοσόφων το φρύαγμα και (ελλήνων) ρητόρων ρεύματα διετάραξε…» (30 Ιουνίου, των 12 Αποστόλων, εις τον εσπερινό, σελ. 118).
• «Οι των ελλήνων σοφοί, ηττηθέντες τοις σοφοίς δόγμασιν…» (Σεπτέμβριος, Ωδή ε΄, σελ. 137).
• «…καταπτύσας των στωικών φιλοσόφων, των απορρήτων μυστηρίων γνώστης εγένετο…» (3 Οκτωβρίου, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, εις τον δοξαστικόν εσπερινού, σελ. 16).
• «…των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την στωϊκήν φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε…» (Νοέμβριος).
Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός (1 Οκτ.) έγραψε κοντάκια, που πλημμυρίζουν από ανθελληνικό μένος κι ως τις μέρες μας διαβάζονται στις εκκλησίες από τους ιερείς. Στον ύμνο «Εις Πεντηκοστήν» ψάλλουν χαρακτηριστικά:
«Τι φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι έλληνες; Τι φαντάζονται προς Άρατον τον τρισκατάρατον; Τι πλανώνται προς Πλάτωνα; [...] Τι Πυθαγόραν θρυλλούσι τον δικαίως φιμωθέντα;»
Οι χριστιανικές ύβρεις κατά των ελλήνων φιλοσόφων συνεχίστηκαν διαχρονικά αμείωτες. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αρχηγός της μοναστικής κίνησης των Ησυχαστών (τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου), έγραψε στην επιστολή του προς τον μοναχό Βαρλαάμ: «Οι Σωκράτεις και Πλάτωνες πρέπει να παραμερισθούν από το νου σου.»
Διωγμοί από το Πατριαρχείο και επί Τουρκοκρατίας
• Ο διαφωτιστής και αρματολός Χριστόδουλος Παμπλέκης έγραψε το 1786 βιβλίο με τίτλο «Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Φυσικών, Μεταφυσικών, Πνευματικών και Θείων Αρχών». Στο περιεχόμενο του έργου του αρνήθηκε τα θαύματα. Το Πατριαρχείο εξαπέλυσε λίβελλο εναντίον του και τον αφόρισε.
• Στὸ βιβλίο «Αντιφώνησις», που εξέδωσε ο άγιος Αθανάσιος Πάριος στην Τεργέστη το 1802 αναγράφεται: «Το γένος των ελλήνων είναι άξιον περιφρονήσεως και ταλανισμού, όχι διότι έλειψαν οι Ηράκλειτοι, οι Πυθαγόρες, οι Πλάτωνες και οι Αριστοτέλεις και οι τοιούτοι άλλοι μετεωρολέσχαι (= ανοητολογούντες), αλλά διατί έλειψαν οι Αθανάσιοι, οι Βασίλειοι, οι Κύριλλοι.»
• Στὶς 27 Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ συγκρότησε πατριαρχική σύνοδο «περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων» με κύριο στόχο τις επιστήμες κι ειδικότερα τη φιλοσοφία. Ο πόλεμος εναντίον της συνεχίζονται με αμείωτη ένταση μέχρι και σήμερα!