Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Ο Κοραής κατακεραυνώνει την χριστιανική υποκρισία


Ο Κοραής, υπήρξε σφοδρός επικριτής της θρησκευτικής υποκρισίας, αλλά και τολμηρότατος αποκαλυπτής κάθε θεουργίας και έντεχνης θεοκαπηλίας. Είχε παιδιόθεν, πράγματι, μια βαθύτατη θεολογική παιδεία και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συχνά στα κείμενα του, εκφράζεται ακριβώς όπως ένας τυπικός… αλλά βαθυστόχαστος χριστιανός. Ο όποιος χριστιανισμός του όμως, δεν φαίνεται ποτέ να θόλωσε ή να παρέκαμψε τον ξεκάθαρο ορθολογισμό του.

Οι θρησκευτικές απεραντολογίες, οι αγιοπατερικές αλχημείες και οι ετσιθελικοί δογματισμοί, η ουρανόσταλτη ηθική, οι ανατολίτικες μεταθανατολογίες, οι αρχαιοεβραϊκές προφητείες και άλλες τέτοιες θεολογικές και μυστηριακές θολούρες, ποτέ δεν υποκατέστησαν τις ξεκάθαρες ελληνικές αρετές του Κοραή! Ο ορθός λόγος, η ιστορική ανάλυση και η επιστημονική κριτική, ήταν για τον Κοραή αξίες αδιαπραγμάτευτες.

Για τους κατ’ όνομα θεοφοβούμενους βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά και για την αισχρή διαχρονική συνέργια της εκκλησίας μαζί τους, γράφει ο θαυμάσιος Κοραής:

«Χριστιανοί έγιναν, για να φυλάξουν της εξουσίας το βλάσφημον όνομα, Αυτοκράτωρ. Ιδιοποιήθησαν λοιπόν την εξουσία (δια) να τρέφονται απ’ τους ιδρώτες του λαού, χωρίς να σέβονται πλέον ούτε κτήματα, ούτε τιμή, μήτ’ αυτήν των υπηκόων την ζωή… Τόση καταδυνάστευση, φυσικά, (θα) έπρεπε να κινεί σε γογγυσμούς και κάποτε να διεγείρει και τον καταθλιβόμενο λαό σε εξεγέρσεις. Ευρέθη (όμως) και εις τούτο θεραπεία, η καθ’ υποκρισίαν ευλάβεια εις τα θεία και ακολούθως, η προς τους υπηρέτες των θείων (ιερείς) καταφυγή. Και πολλούς των ιερωμένων, βλέπουμε να φορολογούν τον λαό, με την πρόφαση της εξάλειψης πάσας αδικίας, με τις προς τον θεόν πρεσβείες τους.[1]

Ανήγειραν λοιπόν, από του αναστενάζοντος λαού τους ιδρώτες, μεγαλοπρεπέστατους ναούς… και μετέβαλαν τους ταπεινούς ευκτηρίους οίκους, σε πολυτελέστατα πολυπληθή ιερά.

Κατεστόλισαν τους ιερουργούντας τα μυστήρια, με χρυσοΰφαντα[2] και ποικιλτά ενδύματα, πολυτελέστερα της στολής του Ααρών,[3] μ’ όλον ότι, η θρησκεία έπαυσε να είναι πλέον κατά την τάξιν Ααρών.[4] Τους κατεπλούτισαν με σατραπικά εισοδήματα και τους εκραταίωσαν υπέρ τους σατράπας, συγχώρησαν δε εις αυτούς, τέτοια μερίδα εξουσίας, που με τον καιρόν έμελλε τόσο ν’ αυξηθεί, ώστε να κατασταθεί φοβερά και εις αυτούς ακόμα τους βασιλείς.

Δεν ηρκέσθησαν δε εις τούτο, αλλ’ έκτισαν και φρούρια, ονομάσαντες αυτά Μοναστήρια και τα επροίκισαν από τα κοινά των πολιτών κτήματα, δια να κατοικούν σ’ αυτά όχι στρατιώτες φύλακες της κοινής ελευθερίας, ή εργάτες αναγκαίοι εις την προκοπήν της βιομηχανίας,[5] αλλ’ άνθρωποι αργοί, επαγγελόμενοι άρνησιν του κόσμου, οι οποίοι άλλην αμοιβή δεν έμελλε να δώσουν στον εργαζόμενο γι’ αυτούς ταλαίπωρο λαό, παρά να κολακεύουν τους τυράννους του[6] και να συμμερίζονται την βία και τον δόλο των τυράννων κατά του λαού και να κυβερνούν και αυτοί… αναγκαστικώς και αισχροκερδώς, ως κοσμικοί τύραννοι, τον λαόν…»

Για όλα τα ανωτέρω, αλλά και για την σκανδαλώδη αγαμία του κλήρου,[7] ακάθεκτος καταλήγει ο Κοραής:

«η τοιαύτη δε δίψα (πλουτισμού) γίνεται έτι φλογεροτέρα όταν (οι κληρικοί) επαγγέλλονται την αγαμία… Όστις έχει τέκνα και γυναίκα, μετριάζει τα πάθη… αλλ’ ο άγαμος (ιερέας) οπλισμένος με χρυσάφι και εξουσία, σπουδάζει ν’ απολαύσει κατακόρως όλες του χρυσού και της εξουσίας τις ηδονές… Τέτοια ψυχική διάθεση, έχει φυσικά σύντροφο την βία και επειδή η βία, όσον κραταιά και αν είναι, απαντά πολλάκις απροσδόκητα εμπόδια, αναγκάζεται (ο ιερέας) να προσλάβει σύμμαχον αυτής τον δόλο και την υποκρισία και τότε γίνεται αληθής λύκος, ενδεδυμένος δέρμα προβάτου και όχι ιερεύς στολισμένος δικαιοσύνη.

Από τέτοια δε ελεεινή μεταμόρφωση, εγεννήθησαν πολλές (ψευδείς) ιεροπραξίες… επλάσθησαν πολλά λείψανα μαρτύρων[8] και θαύματα ετολμήθησαν άγνωστα… και το χειρότερο, αμελήθη παντάπασιν η παιδεία του λαού. Εις ανθρώπους, οι οποίοι έκαμαν πορισμόν την ευσέβειαν (βιοποριστικό επάγγελμα) και την εκκλησία μετέβαλαν εις μεταπράτου εργαστήριον, δεν εσύμφερε πλέον λαός φωτισμένος». Άτακτα Προλεγόμενα Γ΄ τόμου.

Το θέμα που θίγει ο Κοραής είναι τεράστιο! Οι ιερείς θα έπρεπε να έχουν ξεχωριστό βιοποριστικό επάγγελμα και να ασκούν δωρεάν το λειτούργημα του ιερέως! Αυτό θα ήταν και ένα καλό μέτρο εξακρίβωσης αγνών προθέσεων.

Η δικαιολογία ότι δεν θα μπορούσε ένας ιερέας να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ενοριτών του είναι πλασματική, αφού θα μπορούσαν στην ίδια περιοχή να υπάρχουν πολλοί τέτοιοι εθελοντές ιερείς.

Το επαγγελματικό ιερατείο, είναι δόλια συντεχνία που λυμαίνεται την λαϊκή ευσέβεια. Εξελίχθηκε δε σε κοινωνική μάστιγα και πραγματική λυκοφιλία, γιατί αυτοί οι ερωτευμένοι με τα πρόβατα λύκοι, έχουν κάθε λόγο να προωθούν την θεοκρατία και να πουλάνε κοινωνική γοητεία, τυλίγοντάς την σε υπέροχα μεταθανάτια οράματα!

Ο Κοραής δεν μασούσε τα λόγια του, οι λυκοφιλίες ήταν ύποπτες! Οι «λύκοι με ένδυμα πρόβατου» που κατασπάραζαν τον Ελληνισμό, φορούσαν το πρόσχημα του σωτήρα… την ‘‘προβιά’‘ (εδώ άμφια) του κληρικού και του μοναχού! Στην «ιστορία Ιωνίων Νήσων» έγραφε ο Γ. Μαυρογιάννης: «Οι μεγαλύτεροι εχθροί της ελευθερίας των Ελλήνων δεν είναι οι Τούρκοι αλλά οι Έλληνες λαϊκοί και κληρικοί του Φαναρίου».

«Οι εκατό χιλιάδες ρασοφόροι της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος, ήταν ο καλύτερος σουλτανικός στρατός, που ασκούσε την φοβερότερη τρομοκρατία στους ραγιάδες, διατηρώντας και μακραίνοντας την σκλαβιά εκμεταλλευόμενοι την θρησκοληψία, την αμάθεια και την (κακοποιημένη) θεοσέβεια ενός τόσο τυραννισμένου λαού».[9]

Ο Κοραής γράφει για μια ολόκληρη στρατιά καλογέρων: «ο ενθουσιασμός της μοναχικής ζωής εξήφθη και εις την Ανατολήν και εις την Δύσην εις αληθή μανία ώστε από τους αναρίθμητους μοναχούς, ως μαρτυρεί η ιστορία, ήτο δυνατόν να στρατολογηθώσιν ολόκληρα πολεμικά τάγματα, με ανεπαίσθητον ελάττωσιν του αριθμού» Προλεγόμενα προς Τιμόθεον και Τίτον.

Ο βιογράφος του Κοραή Θερινός γράφει: «οι ιεροί αυτοί δάσκαλοι (καλόγεροι και μεγαλο-κληρικοί) έθιζαν τους χριστιανούς στην ελπίδα της θειας πρόνοιας και (προέτρεπαν) μόνο εξ αυτής να προσδοκούν την γιατρειά των συμφορών, να υπομένουν τις συμφορές αγογγύστως και να την επικαλούνται μετά δακρύων… σε όλα οι χριστιανοί να δέχονται την ειμαρμένη (μοίρα) και να υποκλίνονται προς την κρατούσα τάξη»! Ποιόν ελληνισμό λοιπόν και ποια γλώσσα, μπορεί να διέσωσαν αυτοί… οι κολασμένοι ζήτουλες του παραδείσου… οι προβατόγλωσσοι αυτοί προδότες;

Ο Απόστολος Παπαγιαννόπουλος γράφει: «τα μοναστήρια είχαν κατακλυσθεί από καλόγερους, που μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασφάλειας και σιγουριάς, με τον επιούσιο απόλυτα εξασφαλισμένο, ζητούσαν νυχθημερόν με προσευχές την εξ ουρανού σωτηρία, όχι της πατρίδας τους, αλλά του εαυτού τους».

Στην συνέχεια παρουσιάζει τις τότε οδηγίες προς τους ησυχάζοντες μοναχούς: «κάτσε στο κελί σου όλη την εβδομάδα και μόνο το Σάββατο βγες για τις απαραίτητες δουλειές σου. Προσκύνα λίγες μετάνοιες ή διάβαζε κάτι απ’ το ψαλτήρι και ξανακάτσε στο εργόχειρό σου… μετά φάγε, σήκω, ευχαρίστησε τον θεό και ησύχαζε λέγοντας, Κύριε ελέησον… μετά ψάλλε το απόδειπνο κάνε προσκυνήματα και… κοιμήσου». «Ρωσσαγγλογάλλος» σελ, 62.

Στο έργο του Βυζαντινός πολιτισμός ο Δ. Έσσαλιγκ γράφει για τους θρησκευόμενους: «Τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να τους ξυπνήσει απ’ την διανοητική τους αποχαύνωση, εκτός αν θεωρούσαν κάτι (δίκαια ή άδικα) προσβλητικό για την θρησκεία τους». Διαφθορεία ψυχών και σπήλαια οκνηρίας, ήταν λοιπόν αυτά τα μοναστήρια, στα μάτια του Κοραή, που δεν δίστασε να τα ονομάσει: «εργαστήρια μεταπρατών» της εμπορεύσιμης σωτηρίας!

Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια, ήταν επισήμως θεολογικά εργαστήρια παραγωγής πνευματικής αποχαύνωσης αλλά και θεϊκής ηδονής: «οι ησυχάζοντες (μοναχοί) προσευχόμενοι αθορύβως, αγαλλίασιν τε τινά και άρρητον ηδονήν και θείαν επιδέχονται εν τη ψυχή και φως ορώσι τοις σωματικοίς οφθαλμοίς αστράπτον περί αυτούς». Ιωανν. Καντακουζηνός 1.544.

Γνωρίζατε ότι η θεολογία ηδονίζει; Ναι, είναι πλέον και επιστημονικά αποδεκτό, ότι με την αέναη επανάληψη ύμνων και ευχών, η πνευματική χαλάρωση που επιτυγχάνεται, είναι ανάλογη των ηδονιστικών ουσιών! Η απόλυτη και πολυποίκιλη ψευδαίσθηση (που παρέχει αφειδώς κάθε θρησκεία) σε συνδυασμό με την καθημερινή επικοινωνία, απευθείας με το υπέρτατο Ον, προκαλεί αισθήματα άκρατης εφορίας, ανάλογα με αυτά που προκαλούν οι χημικές ηδονιστικές ουσίες.[10]

Στο λυκόφως της παρατεταμένης νύστας, αν προσθέσετε τις νανουριστικές ψαλμωδίες και τις πιθανές παραισθήσεις απ’ τα εθιστικά παραισθησιογόνα θυμιάματα,[11] τότε καταλαβαίνετε ότι στον κόσμο των ησυχαστών, υπάρχει πράγματι μια παράξενη θεϊκή ηδονή, που δένει πολλούς από τους ομφαλοσκόπους αυτούς με τις ηδονές του μοναχισμού! Το μόνο που δεν μας αποκαλύπτουν είναι, αν βλέπουν το θεϊκό φως να περιβάλει το τεμπέλικο κορμί τους, πριν, ή μετά τον μακάριο ύπνο τους!

Το 14ο αιώνα, ένας Έλληνας αποστάτης μοναχός, με το καθαρόαιμο εβραϊκό όνομα[12] Βαρλαάμ, από την Καλαβρία της Ιταλίας, αφού απηύδησε απ’ την αθλιότητα της μοναστικής ζωής, κατέληξε να διευθύνει σχολή φιλοσοφίας στην Θεσσαλονίκη! Όταν έμαθε ότι οι καλόγεροι του Αγίου Όρους, αυτοσυγκεντρώνονται κοιτώντας τον αφαλό τους, για να δουν το θεϊκό φως να βγαίνει απ’ το κορμί τους, εξοργισμένος τους αποκάλεσε «Ευχίτες», «Μασσαλιανούς[13] απατεώνες», «Ομφαλόψυχους» και «Ομφαλοσκόπους»![14]

Με το πρόσχημα λοιπόν, της σωτηρίας, εαυτών και αλλήλων, τα ρασοφορεμένα ρεμάλια,[15] συναγωνιζόταν στην παραγωγή θεολογικής αποβλάκωσης, απομυζώντας εντέχνως τους μόχθους και το ταπεινό υστέρημα των υπόδουλων Ελλήνων.

Όλα δείχνουν ότι, (σε αντίθεση με πολλούς σήμερα), ο Κοραής έβλεπε καθαρά, ποιός είναι τι και με τους κεραυνούς της κριτικής του, ήθελε να δείξει στις ξεσαλωμένες ορδές των θεολόγων, ότι πρέπει να παραμερίσουν, ή να τεθούν στην υπηρεσία του έθνους και της παιδείας και όχι το αντίθετο. Για τον οξυδερκή Κοραή, οι θεοκάπηλες μεγαλοστομίες και η ακατάσχετη αγιολογία, δεν αποτελούσαν, ικανές δικαιολογίες, για ελέω θεού απρέπειες.

Ο Κοραής μισούσε αφάνταστα τα σωτηριακά ψεύδη και την θεολογική υποκρισία. Σε κάθε ευκαιρία, αποκάλυπτε τις ιερατικές απάτες, που καλλιεργούσαν την λαϊκή δεισιδαιμονία και έκλεβαν την προσοχή και τις οικονομίες των απλών, φιλόθεων και απονήρευτων Ελλήνων.

Μ. Καλόπουλος. www.greatlie.com

[1]Σε αντίθεση με ότι πιστεύεται, στην ορθόδοξο εκκλησιαστική ιστορία έχουμε δεκάδες διαφορετικά συγχωροχάρτια, που με μικρό αντίτιμο, βεβαίωναν την άφεση αμαρτιών. Βλ. Αλέκος Αγγελίδης «Ρασοφόροι ημέρες και έργα Ιερατείου» εκδ. Πλάτωνος σελ. 218, 252, 326.

[2] Κάθε χρυσοποίκιλτη στολή μεγαλο-ιεράρχη έχει κόστος δεκάδες εκατομμύρια δραχμές!

[3] Ο Ααρών είναι ο αδελφός του Μωϋσή και ο πρώτος Αρχιερέας της Ιουδαϊκής θρησκείας. Τα ιερατικά άμφια του φορτωμένα με χρυσά και πολύτιμες πέτρες, που ξεπερνούν κάθε όριο πολυτέλειας περιγράφονται στην Έξοδο 28. 1-43

[4] Προς Εβραίους 6.20 & 7.1-21. Έχει περίτρανα πλέον αποδειχθεί, ότι ενώ το χριστιανικό ιερατείο έπαψε να είναι κατά την τάξη Ααρών, οι ιστορικές σκοπιμότητες του Ααρωνικού ιερατείου συνεχίζονται. Βλέπε Αβραάμ ο Μάγος: «Οι εβραιόφρονες ‘‘πατέρες’‘ της εκκλησίας κατασύντριψαν την ελληνική αρχαιότητα».

[5] Η εκβιομηχάνιση της οικονομίας είχε ήδη προχωρήσει και ο Κοραής γνωρίζει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που όφειλαν να δρομολογηθούν στο νεοσυσταθέν έθνος. Έκτοτε όμως, γνωρίζουμε ότι η μόνη βιομηχανία που ανθεί είναι η εκρηκτική εξάπλωση των εκκλησιαστικών κτισμάτων (Μονές, Ναοί, Ναΐσκοι, Ξωκκλήσια, Ιδρύματα κλπ) που μέχρι σήμερα έχουν κατατάξει την Ελλάδα στην ταχύτερα αναπτυσσόμενη σε εκκλησιαστικά κτίρια χώρα στον κόσμο! Με απλούς δε υπολογισμούς φαίνεται, ότι ένας στους δέκα Έλληνες έχει οικονομικές σχέσεις με την Εκκλησία!

[6] Η συστηματική κολακεία των εξουσιαστών από τους καλόγερους των μονών, άφησε πίσω τους απεχθή ιστορία προδοσίας και ιδιοτέλειας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μονής του Αγ. Προδρόμου Σερρών. Σε βιβλιαράκι, που αδιάντροπα πωλείται μέσα στην ίδια την Μονή, διαβάζουμε: «Άραβας ιστορικός που έγραψε Οθωμανική ιστορία γράφει: Όταν βασίλευε ο γενναίος και ένδοξος Σουλτάνος Οσμάν (1290-1326), ο ιδρυτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ευρισκόμενος στην Προύσα, έλαβε μια αναφορά από δυο επίσημα πρόσωπα. Η αναφορά (πρόταση-συναλλαγής και υποτέλειας) είχε σταλεί από το μοναστήρι του Προδρόμου. Μ’ αυτήν (την πρόταση) παρακαλούσαν οι Μοναχοί της Μονής την Μεγαλειότητά του, αν ευδοκήσει ο Θεός (!!!) κι έλθουν τα Οθωμανικά στρατεύματα στα μέρη τους (στις Σέρρες) να διατάξει η Μεγαλειότητά του να προστατευτεί η Μονή. Να φυλαχτεί και να μείνει απείραχτη μαζί με όλα τα χωράφια της και τα κτήματά της. Ο Σουλτάνος Οσμάν ευχαριστήθηκε από το (προδοτικό) περιεχόμενο της αναφοράς. Λίγο κολακεύτηκε. Θωπεύτηκε ο εγωισμός του γιατί και σ’ άλλα μέρη τον περίμεναν να πάει (και άλλοι μοναχοί και μοναστήρια του είχαν στείλει προδοτικά καλέσματα). Έγραψε λοιπόν και επικύρωσε με την σφραγίδα του και την υπογραφή του. Είναι δεκτά τα αιτήματα των Καλογήρων του Μοναστηριού». Το μόνο που δεν μας εξηγείται, είναι τι ανταλλάγματα ζήτησε ο Σουλτάνος από το Μοναστήρι για να του παραχώρηση μια τέτοια ανεξαρτησία, αυτονομία και εύνοια! Όσοι νομίζουν δε, ότι μια τέτοια στάση δεν αποτελεί προ-δοσιά παραπέμπω στην κυριολεκτική σημασία της λέξης που φαίνεται να σημαίνει, σπεύδω να δώσω!

[7] Η Βίβλος δηλώνει ξεκάθαρα: «ας είναι δε ο επίσκοπος μιας γυναικός ανήρ» Α΄ Τιμόθ.3.2. έτσι καμία άλλη δικαιολογία δεν υπάρχει για την επιβολή αγαμίας στους υψηλόβαθμους κληρικούς, εκτός απ’ τους οικονομικούς λόγους, που διασφαλίζουν την μη διασπορά των επισκοπικών εσόδων, στα πολυάριθμα τέκνα των εγγάμων ιεραρχών. Το μέτρο επεβλήθη τον 7ο αιώνα.

[8] Η λειψανολατρεία είναι μέχρι τις ημέρες μας, η απεχθέστερη μορφή θανατολαγνείας: «Στα εγκαίνια κάθε ναού, μικρού ή μεγάλου, κάτω απ’ την αγία τράπεζα τοποθετούνται λείψανα μαρτύρων… Ανεμποδίστως δε δίδονται αυτά απο την αρχιεπισκοπή όπου φυλάσσονται. Συρράπτονται δε και μερίδες λείψανων σε μικρό λινό ύφασμα ή σινδόνα που σκεπάζουν την αγία τράπεζα. Ιερείς που εγκαινιάζουν ναό χωρίς λείψανα μαρτύρων καθαιρούνται». Πηδάλιο σελ 329. Αν δεν βρίσκονται τέτοια λείψανα μαρτύρων, καταφεύγουν στα λείψανα μικρών παιδιών, των δήθεν σφαγιασθέντων νηπίων… απ’ τον Ηρώδη!

[9]«Ρασοφόροι οι συμφορά του έθνους» Γ. Καρανικόλα σελ 111.

[10] Σήμερα η ακατάπαυστη κατηχητική ελπιδολαγνεία, χαρακτηρίζεται από μελετητές, όπως ο Δρ. κοινωνιολογίας Γ. Μουστάκης ως: «κοινωνικό ψυχοναρκωτικό».

[11] «Θυμιαμάτων καρωτικών τε και υπνωτικών, έτερων δε και φαντασίας ποιητικών» Ευσέβιος Ευαγγ. Προπαρασκευή 4.1.8.14.

[12] Είναι πάγια τακτική των μοναστηριών, να δίνουν Εβραϊκά ονόματα στους μονάζοντες.

[13] Οι Μασσαλιανοί μεταξύ των άλλων πίστευαν ότι: «έτσι η ψυχή αισθάνεται την κοινωνία του ουράνιου νυμφίου, όπως η γυναίκα την συνουσία του ανδρός». Ι. Δαμασκηνός περί αιρέσεων 80.21.

[14 Βλ. Δαυλός /252 Και: Φωτιάδης «η επανάσταση του 21» σελ.95. Εκδ. Μέλισσα.

[15] Ανεπιφύλακτα συστήνω το εκπληκτικό βιβλίο του Βασίλη Μισύρη «τα Αγια ρεμάλια» εκδ. Ευρώτας 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου